Το 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο πρώτος Κυβερνήτης της απελευθερωμένης πια Ελλάδας, έπεφτε νεκρός από το βόλι και το μαχαίρι των δολοφόνων. Η Ελλάδα άρχισε να"τρώει" τα παιδιά της, όπως κάποτε ο Κρόνος. Ποια συμφέροντα όμως όπλισαν αυτά τα δολοφονικά χέρια;Ποιοι Έλληνες (και ξένοι;) αντιδρούσαν στη θεμελίωση και οργάνωση του ελεύθερου νέου ελληνικού κράτους; Οι γραμμές που ακολουθούν προσπαθούν να λύσουν αυτό το αίνιγμα.
Αντί εισαγωγής
Αρχίζουμε με ένα απόσπασμα από την επιστολή του Ιω. Καποδίστρια προς τον Γ. Τερτσέτη, όταν ήρθε στην Αίγινα για την ανάληψη της διακυβέρνησης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Είναι χαρακτηριστικό του ενθουσιασμού με τον οποίο υποδέχτηκαν οι ως τότε σκλαβωμένοι Έλληνες το μεγάλο Πολιτικό. Και θυμίζει πολύ τη θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα με τα βάγια. Και... τη σταύρωση που ακολούθησε:
"... Είδα πολλά εις τη ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα, δεν είδα παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το δει. Προείδα μεγάλα δυστυχήματα δια την πατρίδα. "Ζήτω ο Κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας", εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πουλέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τις σπηλιές. Δεν ήτον το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος. Η γη εβρέχετο από δάκρυα. Εβρέχετο η μυρτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από το γιαλό ως την εκκλησία. Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού έσκιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες, γέροντες, μου εζητούσαν να αναστήσω τους αποθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω, και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ...".
Τρία χρόνια μετά, ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας έπεφτε νεκρός από το βόλι και το μαχαίρι που του κάρφωσαν δύο συμπατριώτες του, οι Γεώργιος και Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, θύματα και οι ίδιοι του εμφυλίου σπαραγμού και της διχόνοιας και κυρίως των πολλαπλών συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων, που επενέβαιναν στα Ελληνικά δρώμενα παίζοντας το δικό τους ρόλο στη διεθνή διπλωματική κονίστρα.
Αλλάς ας προσεγγίσουμε από κοντά τα ιστορικά γεγονότα, την πορεία των αντιδικιών και τη μάχη των συμφερόντων, που οδήγησαν - τότε που διακυβεύονταν η υπόσταση του Ελληνικού κράτους - στην πιο συγκλονιστική στιγμή του Έθνους και ας θυμηθούμε αυτό που ο μεγάλος φιλέλληνας και προσωπικός φίλος του Καποδίστρια Εϋνάρδος είχε τονίσει:
"Ο θάνατος του Κυβερνήτη είναι συμφορά δια την Ελλάδα. Είναι δυστύχημα Ευρωπαϊκό, δεν φοβούμαι να ειπώ. Όστις εδολοφόνησε τον Καποδίστρια, εδολοφόνησε την πατρίδα του".
Το αίτημα για έναν ηγέτη του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους γινόταν ολοένα και πιο επιτακτικό, ιδιαίτερα μετά την ανάμειξη της Αιγύπτου με το μέρος της Τουρκίας το 1826. Κοινή ήταν η διαπίστωση ότι το κενό εξουσίας διαιώνιζε την εμφύλια διαμάχη και μηδένιζε τις προοπτικές μιας πολιτικής που θα επιχειρούσε να επωφεληθεί από την απόφαση των Ευρωπαϊκών δυνάμεων – Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας να μεσολαβήσουν για την ειρήνευση Ελλήνων και Τούρκων.
Χρειαζόταν ένας ηγέτης που θα ήταν ξένος από τις διαμάχες των φατριών (πολιτικές συσπειρώσεις με οικονομική ισχύ).
Αντιπολιτευτική δράση
Η ρήξη με την κυβέρνηση ξεκίνησε σε τοπικό επίπεδο, με κύριες εστίες του αντικυβερνητικού αγώνα την Ύδρα και τη Μάνη. Στη Μάνη οι πρωτοβουλίες του νέου διοικητή Σπάρτης Ιακ. Κορνηλίου έσυραν την κυβέρνηση σε αναμέτρηση με τους Μαυρομιχαλαίους. Ο Κων/νος Μαυρομιχάλης, φθάνοντας στο Λιμένι (Μάνης) και στα Καρδάμυλα, ενώθηκε με τους στασιαστές Αντ. και Αναστ. Μαυρομιχάλη δίνοντας στη στάση χαρακτήρα γενικής εξέγερσης. Οι οπαδοί τους γύριζαν στους δρόμους ζητωκραυγάζοντας, κρατώντας σημαίες με τις προτομές του Λυκούργου και του Λεωνίδα.
Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης προφυλακίστηκε στο Παλαμήδι του Ναυπλίου, αφού προηγουμένως προσπάθησε να εφοδιαστεί με πολεμοφόδια και ο Κων/νος Κανάρης τον συνέλαβε στο Κατάκωλο. Υπό κράτηση βρισκόταν και ο αδελφός του Πετρόμπεη, Ιωάννης, ο επονομαζόμενος Κατσής, ενώ υπό στενή παρακολούθηση κυκλοφορούσε στο Ναύπλιο ο Κων/νος Μαυρομιχάλης. Για τον περιορισμό των αντικυβερνητικών δραστηριοτήτων ο Καποδίστριας έστειλε στην Πελοπόννησο ρουμελιώτικα τάγματα. Σοβαρότερη ήταν η αμφισβήτηση της Ύδρας. Οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες πλοίαρχοι και πρόκριτοι συμφωνούσαν να μη δεχτούν τις προτάσεις του κυβερνήτη για χορήγηση των εθνικών γαιών στους ακτήμονες, για εξόφληση χρεών και για καταβολή "επιτόπιου" φόρου. Στο ήδη φορτισμένο κλίμα προστέθηκε η αντιπολιτευτική εφημερίδα "Απόλλων" του Αναστ. Πολυζωΐδη, - όχι τόσο η ίδια όσο η κατάσχεσή της και η παράνομη επανέκδοσή της στην Ύδρα. Στην Ύδρα η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον έλεγχο του κυβερνητικού Δ. Τσαμαδού.
Τον Ιούλιο του 1831 αποφασίστηκε από τους επιτελείς της αντιπολίτευσης της Ύδρας η δυναμική αναμέτρηση με την κυβέρνηση. Η καθυστέρηση στην οργανωμένη αντίδραση οφειλόταν στο γεγονός ότι ελλείψει χρημάτων και ευρωπαϊκής στήριξης, τα κινήματα των Μανιατών και Ρουμελιωτών θα παρουσίαζαν αδυναμία. Η αντιπολίτευση φρόντισε να ενισχύσει τις θέσεις της στους οπλαρχηγούς εκείνους που ο Καποδίστριας είχε απομακρύνει από το στράτευμα κατά το σχηματισμό των ταγμάτων. Ο ενθουσιασμός πάντως που επικράτησε στην Ύδρα την περίοδο της ανοιχτής ρήξης, θύμιζε τον πολεμικό αναβρασμό του '21.
Βασικά σημεία της αντιπαράθεσης
Η δυσαρέσκεια του ταγματάρχη Τσάμη Καρατάσου κατέληξε σε αποτυχημένη ανταρσία, αφού ξεσήκωσε το τάγμα του στην Ανατολική Στερεά. Η αμφισβήτηση της κεντρικής εξουσίας που άρχισε με τη Μάνη και την Ύδρα είχε επίπτωση και στο εμπόριο, δημιουργώντας έντονο κλίμα ανασφάλειας. Η δε απόφαση έκδοσης χαρτονομίσματος θεωρήθηκε καταστροφική για τις συναλλαγές. Αποτέλεσμα ήταν η σύμπραξη των Ερμουπολιτών και των Ψαριανών της Σύρας με τη δημογεροντία της Ύδρας, δηλαδή την επίσημη αντιπολίτευση. Σ' αυτήν προστέθηκε η δυναμική υποστήριξη διανοουμένων της εποχής – Αν. Πολυζωίδης, Θ. Φαρμακίδης, Αλεξ. Σούτσος, Παν. Σούτσος, Χρ. Κονάρης, Σπ. Τρικούπης, Θ. Μανούσης, Κ. Ζωγράφος, Αλ. Μαυροκορδάτος. Η καθιέρωση συντάγματος, η βασικότερη ιδεολογική επαγγελία των αντικυβερνητικών που σχημάτισαν τη "Συνταγματική Επιτροπή", κάλυπτε ουσιαστικά τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Χαρακτηριστικά ο ιστορικός Thiersch γράφει για τους καπεταναίους: "Το σύνταγμα και η μοναρχική ιδεολογία στους ανθρώπους αυτούς στηρίζονται στην επιθυμία να λειτουργήσει ο κρατικός μηχανισμός προς όφελος αυτών και των φίλων τους".
Μεγάλη ήταν η προσπάθεια της αντιπολίτευσης να προβάλει τις θέσεις της στο εξωτερικό με δημοσιεύματα και άρθρα σε ξένες, κυρίως γαλλικές, εφημερίδες. Ο Αδαμάντιος Κοραής, ο κορυφαίος πνευματικός άνδρας της εποχής, στράφηκε κατά του καποδιστριακού καθεστώτος, μετά από βασανιστική περίοδο αναμονής. Ενώ στην αρχή είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στον Καποδίστρια, αρνήθηκε, ιδίως μετά την Ιουλιανή Επανάσταση στη Γαλλία, να τον αποδεχτεί, ισχυριζόμενος ότι "η Ελλάς δεν ανέχεται ούτε ομογενή ούτε αλλογενή δεσπότην κανένα". Ο Κοραής με το ψευδώνυμο Πανταζίδης τύπωσε τον "Διάλογο δύο Γραικών", φυλλάδιο με το οποίο φανάτισε τους αντιπολιτευτές - χαρακτηριστικό παράδειγμα της δύναμης του Τύπου που διώκεται και κυκλοφορεί λάθρα.
Τα μέτρα δίωξης των αντιφρονούντων κυρίως στο Ναύπλιο και στην Αίγινα, που υιοθέτησε η κυβέρνηση για να τους αντιμετωπίσει, συσπείρωσαν τους περισσότερους στον πυρήνα της αντιπολίτευσης στην Ύδρα.
Οι αντιφρονούντες εκτόξευσαν τα πυρά τους εναντίον της κυβερνητικής πολιτικής στο χώρο της εκπαίδευσης. Μάλιστα χαρακτήρισαν τον Καποδίστρια ως "φωτοσβέστη", γιατί δεν προχώρησε στην ίδρυση πανεπιστημίου. Ωστόσο είναι γεγονός ότι το εκπαιδευτικό έργο του κυβερνήτη υπήρξε τεράστιο: Οργάνωση της πρωτοβάθμιας και τεχνο-επαγγελματικής εκπαίδευσης (αλληλοδιδακτικά σχολεία, Εκκλησιαστική σχολή, Κεντρικό και Πολεμικό σχολείο), τη στιγμή που η αποδιοργάνωση πριν την έλευση του κυβερνήτη ήταν πλήρης. Εξάλλου η ίδρυση πανεπιστημίου εκείνη τη δεδομένη στιγμή σε μια Ελλάδα με πενιχρά οικονομικά και ανύπαρκτο εκπαιδευτικό προσωπικό ανώτερης παιδείας θα ήταν άκαιρη.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις
Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν αντιφατική και εφεκτική σε πολλές περιπτώσεις. Εξετάζοντας τη στάση της Γαλλίας διαπιστώνουμε ότι η αντιφατικότητα που παρουσιάζει ορίζεται σε σχέση με τα πρόσωπα που βρίσκονται στην εξουσία. Όταν ο Σνάιντερ ήταν επικεφαλής του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Ελλάδα, η κατάσταση ήταν ευνοϊκή για την κυβέρνηση. Το ίδιο συνέβη και με τη Βρετανία, όταν ο υπουργός εξωτερικών Πάλμερστον είχε τεθεί υπέρ της διεύρυνσης των ελληνικών συνόρων (δεν τον είχε καταλάβει ακόμη η Ρωσοφοβία)..
Ηθική συμπαράσταση, αλλά όχι οικονομική, είχε ο Καποδίστριας από τους Γάλλους – από Ρουέν όταν έγινε η επίθεση στον Πόρο. Αργότερα όμως οι αξιωματικοί Λαλάντ και Λάιονς συμπεριφέρθηκαν υπέρ των στασιαστών. Πολλοί μάλιστα μιλούσαν για επανάσταση των αντιφρονούντων (revolution) και όχι για ανταρσία (revolte) και κατηγορούσαν τον Καποδίστρια ότι ήθελε να παραμείνει ο "απαραίτητος άνδρας". Ο Ρώσος αντιπρέσβης είχε γράψει στον υπουργό Νέσσελροντ ότι:
"Οι αντιπρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας κατακρίνουν μεν εις το φανερόν την αντιπολίτευση, αλλ' εις το κρυπτόν δεν παύουν να την υποστηρίζουν και συνδαυλίζουν κατ' αυτόν τον τρόπο την φωτιά, εκ της οποίας κινδυνεύει να προέλθει γενική και καταστρεπτική πυρκαγιά". Η αντιπολίτευση, και κυρίως οι αρχηγέτες της Κουντουριώτης, Μιαούλης, Μαυροκορδάτος, ήθελε να νομιμοποιήσει τις ενέργειές της – συνάντηση με τους αντιπρέσβεις των τριών δυνάμεων – και να αποτρέψει την έλευση ανήλικου πρίγκιπα στην Ελλάδα, γιατί τότε η αντιβασιλεία θα αναθέτονταν στον Καποδίστρια.
Η στάση στον Πόρο
Οι πιέσεις μερικών για δυναμικότερη δράση οδήγησαν στην πρώτη ένοπλη αντιπαράθεση κυβέρνησης-αντιπολίτευσης και στην κατάληψη των κυβερνητικών πλοίων στο ναύσταθμο του Πόρου. Στις 15 Ιουλίου 1831, γύρω στους 200 Υδραίους με επικεφαλής τον Αντ. Κριεζή κατέλαβαν τις ναυτικές εγκαταστάσεις στον Πόρο και τη φρεγάτα "Ελλάς" με 64 πυροβόλα. Την επομένη ο ναύαρχος Μιαούλης εγκαταστάθηκε στη φρεγάτα Ελλάς και διηύθυνε την επιχείρηση από εκεί. Ο μοίραρχος Γ. Σαχίνης και ο Χριστόδουλος Μέξης προσχώρησαν στους αντιπολιτευόμενους, ενώ ο Κ. Κανάρης αναγκάστηκε να παραδώσει την κορβέτα του, με την υπόσχεση του Μιαούλη ότι δεν θα την χρησιμοποιήσει κατά των αδελφών του.
Η νέα δημογεροντία Ερμουπόλεως (Ευστ. Σουγδουρής, Αμβρ. Σκαραμαγκάς, Α. Νίκας, Γ. Καραγιαννάκης και ο γραμματέας Λ. Ράλλης) επιδοκίμασε τις πράξεις των Υδραίων στον Πόρο και τους προέτρεψε να ξεσηκώσουν και τη Ρούμελη. Ο Ρίκορντ προσπάθησε με ελιγμούς των πλοίων του να αποσοβήσει την κρίση, αποκλείοντας στενότερα Υδραίους και Ποριώτες. Οι εκπρόσωποι των Αγγλογάλλων δεν αναμείχθηκαν.
Ο Μιαούλης αντέδρασε και το κανόνι του φρουρίου του Πόρου έβαλε κατά των ρωσικών πλοίων. Η σύγκρουση ήταν δραματική με θύματα Ρώσους και Έλληνες. Ο Ρίκορντ αποφάσισε να εκδικηθεί την προσβολή της ρωσικής σημαίας, με κάποια προτροπή των Καλλέργη και Ρούφου, και να παρέμβει δυναμικά. Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Καποδίστριας διέταξε τη ρωσική επίθεση. Την 1η Αυγούστου τα ρωσικά πλοία κινήθηκαν επιθετικά, ενώ οι κορβέτες "Ύδρα" και "Ελλάς" ανατινάχθηκαν από τον Μιαούλη. Ο ίδιος και μερικοί Υδραίοι κατέφυγαν στο νησί τους. Τα κυβερνητικά στρατεύματα, θέλοντας να εκδικηθούν το γεγονός, λεηλάτησαν τον Πόρο, μαζί και το σπίτι όπου ο κυβερνήτης είχε τα έπιπλά του.
Μετά τη σύγκρουση στον Πόρο, ο Καποδίστριας απέκλεισε τα πλοία της Ύδρας από όλα τα λιμάνια του κράτους. Με την έκθεση του Γραμματέα Δικαιοσύνης παραπέμπονταν σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας τα μέλη του Κοινού της Ύδρας Λ. Κουντουριώτης, Ιω. Ορλάνδος, Δ. Βούλγαρης, Ιω. Κριεζής και οι Γ. Κουντουριώτης, Μαυροκορδάτος, Μιαούλης, Σαχίνης, Α. και Δ. Κριεζής, Ιω. Φαλάγκας, Φαρμακίδης, Πολυζωίδης, Ν. Γκίκας.
Τον Αύγουστο του 1831, αφού προηγήθηκαν συνεννοήσεις με τους Μανιάτες, το υδραϊκό πλοίο "Απόλλων" κατευθύνθηκε στη Μάνη με επικεφαλής τον Εμμ. Βούλγαρη και τους Σπηλιωτόπουλο, Παπαλεξόπουλο, Παπαθανασόπουλο. Η επιτροπή αυτή σε συνεργασία με τον Κατσάκο Μαυρομιχάλη και τη Συνταγματική Επιτροπή Σπάρτης, πέτυχε να στρατολογήσει πάνω από 1.000 Μανιάτες. Στις 3 Σεπτεμβρίου εισήλθαν στην Καλαμάτα και τη λεηλάτησαν, αφού πρώτα απομάκρυναν τους κυβερνητικούς του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Ο πατέρας του και τόρθωσε να επαναφέρει την τάξη στην περιοχή. (Δυτική Μάνη κατά Κατσάκου).
Η εφημερίδα "Απόλλων" συνέχιζε το προπαγανδιστικό της έργο. Στο επίπεδο των συλλογικών συμπεριφορών η διάδοση υπερβολικών κατηγοριών είχαν μεγάλη εμβέλεια και φανάτιζαν τον κόσμο. Στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο εντάσσεται και η ποιητική δραστηριότητα του Αλεξ. και Παν. Σούτσου. Με τα ποιήματα και τις σάτιρες καλούσαν άμεσα τους στρατιωτικούς να ανατρέψουν τον Καποδίστρια. Οι σκωπτικοί τους στίχοι έγιναν τραγούδι και σύνθημα, όπως "το σπαθί, το σπαθί, το τουφέκι μας στο χέρι" και άλλα παρόμοια επαναστατικά.
Ακόμη και μετά το θάνατο του Καποδίστρια ο "Απόλλων" διατυμπάνιζε ότι "αγανάκτησις ώθησε τους Μαυρομιχάληδες στο να απαλλάξουν το έθνος από το τέρας της τυραννίας", ενώ ο Αλ. Σούτσος παρομοίασε τους δύο δολοφόνους με τους τυραννοκτόνους της αρχαιότητας Αρμόδιο και Αριστογείτονα. Μάλιστα, μετά το φονικό ο εκδότης Πολυζωίδης ανακοίνωσε ότι έπαυε την έκδοση της εφημερίδας "διότι ο σκοπός επετεύχθη, ο τύραννος εξέλιπε".
Η δολοφονία του Καποδίστρια
Το πρωί της Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 επήλθε το τέλος: ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε από τον Γεώργιο και τον Κων/νο Μαυρομιχάλη, γιο και αδελφό του Πετρόμπεη, μπροστά στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Ο σωματοφύλακας του Καποδίστρια, ο Κρητικός Γεωρ. Κοζώνης, τραυμάτισε τον Κ. Μαυρομιχάλη, ο οποίος στη συνέχεια λιντσαρίστηκε και σκοτώθηκε οικτρά από το οργισμέ-μνα πλήθος. Ο Γ. Μαυρομιχάλης, με τους συνεργούς του Αντ. Γεωργίου και Ιω. Καραγιάννη κατέφυγαν στη γαλλική πρεσβεία. Ο Ρουέν όμως τους παρέδωσε στους Έλληνες με τον όρο να δικαστούν.
Σε στρατιωτικό δικαστήριο στο Ναύπλιο, ο Γ. Μαυρομιχάλης καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Από τους συνενόχους, ο Ι. Καραγιάννης καταδικάστηκε σε θάνατο και ο Α. Γεωργίου σε πολυετή φυλάκιση. Σύμφωνα με μαρτυρία του Καραγιάννη και του Σπηλιάδη, στη συνωμοσία μετείχαν οι Λόντος, Καλαμογδάρτης και ο πολιτάρχης Ναυπλίου Π. Χρυσανθόπουλος ή Κακλαμάνος.
Εξαιτίας της πολιτικής του Καποδίστρια η οικογένεια Μαυρομιχάλη είχε χάσει σημαντικά έσοδα στη Μάνη και η προηγούμενη μεγάλη επιρροή τους στην περιοχή είχε κλονιστεί επικίνδυνα. Τα σημαντικότερα μέλη της οικογένειας βρίσκονταν στη φυλακή. Τα θιγμένα προνόμια ήταν μια καλή αιτία για δράση. Εξάλλου ο φόνος ως εκδίκηση – βεντέτα – ήταν συνήθης πρακτική στην κοινωνία των Μανιατών.
Μάλιστα φήμες της εποχής πρόδιδαν ότι οι Μαυρομιχαλαίοι θα εκδικηθούν με φόνο τον κυβερνήτη, ο ίδιος όμως δεν φανταζόταν ότι οι αντίπαλοί του θα κατέφευγαν στην εσχάτη πράξη ως λύση για τις διαφορές τους με τη νόμιμη κυβέρνηση.
Ο Ν. Σπηλιάδης, στο έργο του "Απομνημονεύματα" αναφέρει ότι ο πρώτος που εκδήλωσε την ιδέα δολοφονίας του κυβερνήτη ήταν ο Κ. Ζωγράφος, ο οποίος σφύριξε στο αυτί του Λόντου "ένα πιστόλι θα μας σώσει από τον άνθρωπο τούτον".
Η δολοφονία του Καποδίστρια δεν ήταν αποτέλεσμα ευρύτερης συνωμοσίας, στην οποία διευθυντικό ρόλο είχαν οι ξένοι παράγοντες ή η ηγεσία της αντιπολίτευσης στην Ύδρα.
Επηρέασαν όμως αυτές οι δυνάμεις στην καλλιέργεια κλίματος φανατισμού και όξυναν σε τέτοιο βαθμό τα πάθη και τις αντιδικίες, ώστε όταν το "ποτήρι ξεχείλισε" το στυγερό έγκλημα ήρθε ως η αναπόφευκτη συνέπεια. Εξάλλου η Αγγλία και η Γαλλία ήθελαν την εμφύλια διαμάχη των Ελλήνων για να φαλκιδευτεί η υπόσταση της νέας Πολιτείας που απειλούσε να εξελιχτεί σε ναυτική και εμπορική δύναμη. Ουσιαστικά η δολοφονία του Καποδίστρια ήταν το όπλο που διέθεταν τα πιο παραδοσιακά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας για να υπερασπίσουν την κοινωνική τους υπόσταση.
Η είδηση της δολοφονίας του Πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας συγκλόνισε τους πολλούς, το λαό, τους αγρότες της Πελοποννήσου κυρίως που έχασαν τον προστάτη τους. Σκηνές απερίγραπτης οδύνης επακολούθησαν από την πένθιμη ακολουθία. Το σώμα του Καποδίστρια ταριχεύτηκε και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα ως τη μέρα της κηδείας του στις 18 Οκτωβρίου 1831, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύπλιο.
Τον επικήδειο λόγο στη νεκρώσιμη ακολουθια εκφώνησε ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ. Η νεκρική πομπή πέρασε από μεγάλο τμήμα της πόλης και οι προσόψεις των σπιτιών ήταν πένθιμα στολισμένες.
Στη "Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος", που τυπωνόταν για μεγάλο διάστημα με χοντρό πένθιμο περιθώριο, δημοσιεύτηκαν όλες οι ειδήσεις για το φονικό και οι πάνδημες συγκλονιστικές εκδηλώσεις του λαού. Ο Θ. Κολοκοτρώνης, που έμαθε την απίστευτη είδηση στην Τριπολιτσά, δηλώνει στη "Διήγησή" του με μια φράση τον εθνικό συγκλονισμό:
"Την αυγήν οπού το έμαθαν οι πολίτες της Τριπολιτσάς, έμειναν νεκροί. Άφησαν τα εργαστήριά τους, τις δουλειές τους,και επερπατούσαν στους δρόμους σαν τρελλοί...".
Αναφορές του ανώνυμου λαού που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα φανερώνουν το μέγεθος της συμφοράς:
"Θρηνεί η Ελλάς, διότι βλέπει εαυτήν χήραν, τα τέκνα της ορφανά, την ύπαρξίν της εις το άδηλον εκτεθειμένην. Θρηνεί διότι έχασε το παν...".
Μετά το συγκλονιστικό γεγονός, σχηματίστηκε τριμελής Διοικητική Επιτροπή, για την προσωρινή διακυβέρνηση του κράτους, από τους Ιω. Κωλέττη, Αυγουστίνο Καποδίστρια και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μέχρι το Μάρτιο του 1832. Στα χρόνια της Αντιβασιλείας διώχθηκαν από τους αντιπάλους τους, ανασυγκροτήθηκαν όμως και ισχυροποιήθηκαν μέχρι το 1850, προμάτλοντας την καποδιστριακή διοίκηση ως τη μόνη εγγύηση για την ευημερία, ενισχυόμενοι στην ιδεολογία τους και από τα πολλά τρωτά του Οθωμανικού καθεστώτος και τα σκληρά μέτρα της δυναστείας.
Έτσι χάθηκε πρόωρα μια μεγάλη πολιτική φυσιογνωμία, που προσπάθησε - έστω και με σκληρά μέτρα -- να βάλει κάποια τάξη στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Για μια ακόμα φορά αποδείχτηκε ότι οι Έλληνες δεν ήταν ώριμοι να αφομοιώσουν τα ριζοσπαστικά-ευρωπαϊκά μέτρα του Καποδίστρια. Αλλά το φταίξιμο ίσως δεν ήταν δικό τους. Έφταιγε η ανατολίτικη νοοτροπία που τους είχε διαποτίσει επί 4 ολόκληρους αιώνες.
Δήμητρα Ρετσινά
(ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ)