Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2026

Βασίλισσα Αμαλία

Η βασίλισσα Αμαλία 
(1863). Φωτογραφία Joseph 
Albert, Μόναχο 
Η Αμαλία (Μαρία Φρειδερίκη) υπήρξε η πρώτη βασίλισσα της Ελλάδος και σύζυγος του βασιλέως Όθωνος. Γεννήθηκε το 1818 και ήταν κόρη του Μεγάλου Δούκα του Ολδεμβούργου Φρειδερίκου Αυγούστου και της Σουηδής πριγκιπίσσης Αδελαΐδος. Μετά τον γάμο της με τον Όθωνα στο Μόναχο (1836), έγινε δεκτή στην Ελλάδα με ενθουσιασμό.

H Ευφυής και μαχητική, άσκησε μεγάλη επίδραση στα ζητήματα του Παλατιού και στον σύζυγό της. Οργάνωσε την εθιμοτυπία της Αυλής και στην ακολουθία της έδωσε την πρώτη θέση σε Ελληνίδες που ανήκαν σε οικογένειες Αγωνιστών του 1821. Κατά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, η Αμαλία, συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο που διέτρεχε ο θρόνος, έπεισε τον Όθωνα να δεχτεί το Σύνταγμα.

Άσκησε τέσσερις φορές τα καθήκοντα της αντιβασιλείας, κατά τις απουσίες του Όθωνος στο εξωτερικό, και αναμίχθηκε (1850-1851) στο ζήτημα της διαδοχής. Ένα ζήτημα το οποίο προέβαλε οξύ, λόγω της ατεκνίας των βασιλέων. Η Αμαλία επιθυμούσε για διάδοχο τον αδελφό της Πέτρο, αντί των δύο υποψηφίων αδελφών του βασιλέως, του Λεοπόλδου και του Αδαλβέρτου. Η δημοτικότητά της αυξήθηκε σημαντικά χάρη στην περήφανη στάση της κατά τον αγγλικό αποκλεισμό της Ελλάδας (1850) από τον ναύαρχο Ουίλιαμ Πάρκερ.

Προπαντός απολάμβανε την εκτίμηση των Ελλήνων διότι η βασίλισσα είχε ενστερνιστεί με φανατισμό τη Μεγάλη Ιδέα. Πρωτοστάτησε στην ενίσχυση των επαναστατικών κινημάτων (1852) του υπόδουλου Ελληνισμού κατά την περίοδο του Κριμαϊκού Πολέμου. Εντυπωσίασε, επίσης, τον λαό με τη θαρραλέα της στάση κατά την επιδημία της χολέρας στην Αθήνα το 1854.

Αλλά μετά την έξαρση του αντιδυναστικού αγώνα και τις ανελεύθερες εκλογές του 1861, η βασίλισσα Αμαλία έγινε αντικείμενο σφοδρών επιθέσεων του αντιπολιτευόμενου Τύπου, διότι θεωρήθηκε, λόγω επιρροής στον βασιλέα, υπεύθυνη για παραβίαση των συνταγματικών ελευθεριών. Την 6η Σεπτεμβρίου του 1861 επιχειρήθηκε απόπειρα δολοφονίας της από τον νεαρό Αριστείδη Δόσιο.

Η Αμαλία ανέπτυξε σημαντική φιλανθρωπική δράση στην Ελλάδα. Με δική της μέριμνα ιδρύθηκε το «Οφθαλμιατρείο» (1843) και το Αμαλίειο Ορφανοτροφείο (1855), αλλά και χαράχτηκε ο Βασιλικός Κήπος και έγιναν οι πρώτες δενδροφυτεύσεις σε πλατείες, λόφους και πεζοδρόμια της πρωτευούσης. Εξάλλου στον Πύργο της Βασιλίσσης, το κτήμα της στα Νέα Λιόσια, αναπτύχθηκαν πρότυπες καλλιέργειες και κτηνοτροφία.

Η αλληλογραφία της, μεγάλο μέρος της οποίας έχει δει το φως της δημοσιότητος, είναι λίαν αποκαλυπτική για τα γεγονότα της εποχής. Μετά την Έξωση, το έκπτωτο βασιλικό ζεύγος εγκαταστάθηκε στη Βαμβέργη, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η Αμαλία πέθανε οκτώ χρόνια μετά τον Όθωνα, το 1875, και ετάφη δίπλα του στο Μόναχο.


Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, "ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ


Δείτε επίσης:

Όθων Α'


Σάββατο, Ιανουαρίου 24, 2026

Κρητική Πολιτεία: Από την περιορισμένη αυτονομία στην πλήρη ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος.

Το καινούργιο καθεστώς της «αρμοστείας», δηλαδή αυτόνομο κρατίδιο υπό την υψηλή προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων, που επιβλήθηκε στην Κρήτη, αποτέλεσε στο νου των Κρητών ένα απλό μεταβατικό στάδιο προς την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Θεωρήθηκε ως μια προσωρινή ανταμοιβή για τους πολύχρονους απελευθερωτικούς αγώνες που σάρωναν το νησί όλον το 19ο αιώνα. Μία πλευρά όμως του ζητήματος που την κάλυπτε η αχλύς της διπλωματίας ήταν το πόσο θα διαρκού σε η αόριστη κατοχή του νησιού από τα στρατεύματα των Μεγάλων Δυνάμεων. Τελικά, έπειτα από πολλές διαβουλεύσεις μεταξύ των Προστάτιδων Δυνάμεων, επελέγη ο πρίγκιπας Γεώργιος (ο δευτερότοκος γιος του βασιλιά Γεωργίου Α') για να αναλάβει τα ηνία της εξουσίας στην Κρήτη.

Ο Ιταλός λοχαγός Φεντερίκο Κραβέρι με άνδρες της Κρητικής
Χωροφυλακής, την οποία ο ίδιος οργάνωσε
 
Ο ύπατος αρμοστής κατέφθασε στο λιμάνι της Σούδας με τη ρωσική ναυαρχίδα «Νικόλαος Α'» την 9η Δεκεμβρίου 1898 και έγινε δεκτός με φρενήρεις εκδηλώσεις ενθουσιασμού από το λαό. Εγκαταστάθηκε στη Χαλέπα Χανίων και πήρε την εντολή από τις Μ. Δυνάμεις να ασκήσει τα καθήκοντά του για τρία χρόνια, ώστε να εδραιώσει στο νησί το αυτόνομο καθεστώς υπό την υψηλή επικυριαρχία του σουλτάνου. Παράλληλα χορηγήθηκε δάνειο 4.000.000 φράγκων βοηθητικό για την οικονομική ανόρθωση της νεοσύστατης Πολιτείας.

Αφού ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο πρίγκιπας Γεώργιος συγκρότησε 16μελή επιτροπή από 12 χριστιανούς και 4 μουσουλμάνους, με πρόεδρο τον Ιω. Σφακιανάκη, η οποία ανέλαβε να εκπονήσει νέο Σύνταγμα. Ο σχεδιασμός του νέου Συντάγματος αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός συντηρητικού συνταγματικού πλαισίου με κύριο χαρακτηριστικό την ενδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και συνακόλουθα την αποδυνάμωση του κοινοβουλευτισμού. Το Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας εγκρίθηκε από τις Μ. Δυνάμεις και προσυπογράφθηκε από τον ύπατο αρμοστή. Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16 Απριλίου 1899.

Ακολούθως συστάθηκε η πρώτη κυβέρνηση της Κρητικής Πολιτείας, την οποία αποτελούσαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως υπουργός Δικαιοσύνης, ο Κ. Φούμης ως υπουργός Οικονομικών, ο Ν. Γιαμαλάκης ως υπουργός της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, ο Μαν. Κούνδουρος ως υπουργός Εσωτερικών και ο Χασάν Σκυλιανάκης ως υπουργός Δημοσίας Ασφαλείας. Ενα από τα πρώτα μέτρα που έλαβε ο Γεώργιος ήταν να αφοπλίσει τους Κρήτες, με την αιτιολογια ότι έτσι θα εξασφαλίζονταν η νομιμότητα και η ειρήνη στο νησί. Στην πραγματικότητα όμως προχώρησε σ' αυτήν την ενέργεια προκειμένου να απαλείψει κάθε μελλοντική εστία αποσταθεροποίησης της θέσης του στο νησί, που θα λειτουργούσε εναντίον του και κατά των επιλογών του.

Σταδιακά διαμορφώθηκαν ευνοϊκές συνθήκες ως προς την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία του νέου πολιτεύματος και έτσι οι Μεγάλες Δυνάμεις παραχώρησαν τη διοίκηση του νησιού στον ύπατο αρμοστή την 1η Μαΐου του 1899 σε επίσημη τελετή.

Το μεγαλύτερο μέρος του πολεμικού στόλου των Ευρωπαίων είχε ήδη αποχωρήσει από τα παράλια της Κρήτης, αλλά παρέμειναν ορισμένα στρατιωτικά τμήματα, καθώς και κάποιες εκπαιδευτικές αποστολές που θα λειτουργούσαν επικουρικά στο έργο των Αρχών της Κρητικής Πολιτείας. Οργανώθηκε ένα σώμα Κρητικής Χωροφυλακής 1.500 ανδρών, με επικεφαλής τον Ιταλό λοχαγό Κραβέρι.

Η Κρήτη, ως αυτόνομο κράτος, απέκτησε τη δική της σημαία, που αποτελείτο από ένα λευκό σταυρό και ένα λευκό αστέρι στο άνω αριστερό κόκκινο τεταρτημόριο, ενώ τα άλλα τρία τεταρτημόρια ήταν κυανού χρώματος, ευθέως παραπέμποντας στην ελληνική σημαία. Ο Γεώργιος ανέλαβε να προωθήσει την ιδέα της ένωσης στις ευρωπαϊκές αυλές, με τη σύμφωνη γνώμη της ελληνικής βασιλικής αυλής και της κυβέρνησης. Τον Σεπτέμβριο του 1900 επισκέφθηκε τον τσάρο της Ρωσίας, Νικόλαο Β΄. Έπειτα μετέβη στην Αγγλία, στη Γαλλία και την Ιταλία. Τα αποτελέσματα αυτής της περιοδείας ήταν απογοητευτικά, γιατί οι τέσσερις Δυνάμεις απέρριψαν το αίτημά του για ένωση, δείχνοντας έτσι την επιθυμία τους να μην ανακινήσουν πλέον το Κρητικό Ζήτημα. Απλά έδωσαν υποσχέσεις αόριστου χαρακτήρα και με επίσημη διακοίνωσή τους τον Φεβρουάριο του 1901 απέκλεισαν κάθε ενδεχόμενο μετατροπής του καθεστώτος που ίσχυε στο νησί.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όμως, ως πολιτικός άνδρας ήταν κατηγορηματικά αντίθετος προς τη μεθοδολογία προώθησης του ενωτικού αιτήματος από τον Γεώργιο. Ο Βενιζέλος πίστευε ότι για να επιτευχθεί η ένωση θα έπρεπε να ακολουθηθεί μία σταδιακή πορεία, να ολοκληρωθεί η αρμοστειακή διακυβέρνηση και να τερματισθεί η ξένη κατοχή της νήσου, και εν συνεχεία να εκλεγεί εντολοδόχος από τον κρητικό λαό και να οργανωθεί πολιτοφυλακή. Ο Βενιζέλος δεν βρήκε υποστηρικτές στις πολιτικές του θέσεις και αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του στις 6/19 Μαρτίου 1901, που όμως δεν έγινε αποδεκτή από τον ύπατο αρμοστή.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Γεώργιος, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, απέλυσε τον Βενιζέλο από τα καθήκοντά του. Οι απερίσκεπτες όμως ενέργειες του Γεωργίου μορφοποίησαν μια άστατη πολιτική κατάσταση στο νησί. Διαμορφώθηκαν έτσι δύο αντίθετοι πολιτικοί πόλοι, των συντηρητικών, με επικεφαλής τον Μαν. Κούνδουρο, και των φιλελευθέρων, με επικεφαλής τον Ελ. Βενιζέλο. Η έντονη αυτή πολιτική διαμάχη επηρέασε και τον κρητικό λαό, ο οποίος άρχισε να αντιτίθεται στην αρμοστειακή διακυβέρνηση και να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για τη μη επίλυση του Κρητικού Ζητήματος. Το συγκεκριμένο πολιτικό κλίμα προξένησε τη δημιουργία κινήματος από πλευράς των φιλελευθέρων, ώστε να διεκδικήσουν δυναμικά την υλοποίηση των επιδιώξεών τους.

Με τον Βενιζέλο συνέπραξαν ο Κωνσταντίνος Φούμης και ο Κωνσταντίνος Μάνος, οι οποίοι συνέστησαν την ηγετική τριανδρία της εξέγερσης, ενώ μαζί τους τάχθηκαν και τοπικοί οπλαρχηγοί. Ως κέντρο των επαναστατών επιλέχθηκε το χωριό Θέρισο Χανίων, λόγω της οχυρής θέσης του. Με την έναρξη της εξέγερσης στις 10/23 Μαρτίου 1905, πλήθος υποστηρικτών συνέρρευσε από όλη την Κρήτη, ώσπου έφθασε στον αριθμό των 7.000, στοιχείο που κατέδειξε ότι η επαναστατική πράξη της τριανδρίας αντιπροσώπευε τις επιθυμίες ολόκληρου του κρητικού λαού. Επίσης, διοργανώθηκαν διάφορες συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια και εκφωνήθηκαν λόγοι συμπαράστασης από σημαντικές προσωπικότητες του νησιού, όπως ο Ιω. Σφακιανάκης.

Η ηγεσία της επανάστασης αντιλήφθηκε σύντομα ότι, λόγω των διεθνών διπλωματικών περιπλοκών, οι Μ. Δυνάμεις δεν θα προέβαιναν στη βίαιη καταστολή του κινήματος. Η τριανδρία συνάντησε τους διπλωματικούς εκπροσώπους των Μ. Δυνάμεων στις 2/15 Ιουλίου του 1905 στις Μουρνιές Χανίων και ζήτησε την αποστολή διεθνούς Εξεταστικής Επιτροπής, που θα εκτιμούσε τη διαμορφωθείσα κατάσταση. Έτσι, τέθηκε υπό αμφισβήτηση η ικανότητα του Γεωργίου να υπερβεί την πολιτική κρίση και επιτεύχθηκε εμμέσως η αναγνώριση της επανάστασης. Τη 15η Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση με τους εκπροσώπους των Μ. Δυνάμεων και αποφασίσθηκε να τερματισθεί η εξέγερση, αφού έγινε δεκτή η πρόταση για την αποστολή Εξεταστικής Επιτροπής.

Ετσι, ο Βενιζέλος συναντήθηκε με τους ξένους προξένους στην Αγία Μονή των Μουρνιών (2 Νοεμβρίου 1905), όπου υπεγράφη πρωτόκολλο τερματισμού του κινήματος του Θερίσου με την τελική αποδοχή των όρων της επανάστασης. Το κίνημα έτσι δικαιώθηκε και ο Βενιζέλος θριάμβευσε απολύτως. Η Β' Συντακτική Συνέλευση των Κρητών εξέδωσε ενωτικό ψήφισμα την 30ή Ιουλίου του 1906. Υπό το βάρος των περιστάσεων, ο πρίγκιπας Γεώργιος αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του στις 12 Σεπτεμβρίου 1906 και να εγκαταλείψει την Κρήτη.

Με αυτές τις ενέργειες το απολυταρχικό καθεστώς του πρίγκιπα Γεωργίου απομακρύνθηκε και η Κρητική Πολιτεία συνδέθηκε στενότερα με το εθνικό κέντρο. Επίσης, η στελέχωση της Κρητικής Χωροφυλακής από Έλληνες αξιωματικούς οδήγησε στην αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από το νησί. Το κίνημα του Θερίσου αποτέλεσε ένα καταλυτικό γεγονός για την προβολή του Κρητικού Ζητήματος στην επικαιρότητα.

Ο βασιλιάς Γεώργιος διόρισε τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη στη θέση του υπάτου αρμοστή της Κρητικής Πολιτείας, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του την 18η Σεπτεμβρίου του 1906, για πέντε χρόνια. Ο Ζαΐμης υιοθέτησε μια μετριοπαθή πολιτική και αφοσιώθηκε στην επίλυση του Κρητικού Ζητήματος, ώστε να επιτευχθούν η ειρήνευση και η ομαλότητα στο νησί.

Σε διάστημα τεσσάρων μηνών καταρτίσθηκε το σχέδιο για το νέο Σύνταγμα, που χαρακτηριζόταν από στοιχεία εκδημοκρατισμού. Παράλληλα, με διάταγμα τη 13η Οκτωβρίου 1907, συγκροτήθηκε η Πολιτοφυλακή Κρήτης, που αποτελείτο από δύο τάγματα, το ένα στα Χανιά και το άλλο στο Ηράκλειο. Ολα τα παραπάνω, μαζί με τη συνεχή εκπαίδευση και αναδιοργάνωση της Χωροφυλακής, αποτέλεσαν τις προϋποθέσεις για την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από την Κρήτη. Την 24η Ιουλίου 1908 εγκατέλειψαν το νησί μεγάλα τμήματα στρατού των ευρωπαϊκών δυνάμεων, περιορίζοντας τον έλεγχό τους μόνο στα αστικά κέντρα. Οι Μεγάλες Δυνάμεις απέσυραν τα στρατεύματά τους από την Κρήτη στις 13/26 Ιουλίου 1909, ενισχύοντας όμως τις μοίρες του στόλου τους, επειδή φοβούνταν τη δημιουργία προκλήσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Την οριστική λύση στο Κρητικό Ζήτημα έδωσαν οι διεθνείς συγκυρίες. Οι νικηφόροι Βαλκανικοί Πόλεμοι δημιούργησαν την ευκαιρία που η Ελλάδα χρειαζόταν. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου, στις 17/30 Μαΐου 1913, ο σουλτάνος παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα κυριαρχίας στην Κρήτη. Η επίσημη ανακήρυξη της ένωσης έγινε την 1η Δεκεμβρίου 1913, με την τελετή έπαρσης της ελληνικής σημαίας στο φρούριο Φιρκά των Χανίων, παρόντων του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου και του βασιλέως Κωνσταντίνου. Ετσι, δόθηκε η δίκαιη λύση για το Κρητικό Ζήτημα, επιβραβεύοντας τους αγώνες του κρητικού λαού για την ελευθερία.


ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ - 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ 


Πέμπτη, Ιανουαρίου 22, 2026

Σεπτεμβριανα 1955

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1955. Ο Ελληνισμός της Πόλης λεηλατείται, διώκεται, τρομοκρατείται. Η Ρωμιοσύνη θυμάται τις μέρες του 1922. Μέσα σε μία και μόνη νύχτα, ο Ελληνισμός της Πόλης θα δει να καταστρέφονται, να κατακλέβονται ή να καίγονται 4.340ελληνικά καταστήματα, 2.000 περίπου χριστιανικά σπίτια, 26 ελληνικά σχολεία, 110 ελληνικά εστιατόρια, 21 ελληνικά εργοστάσια, 27 ελληνικά φαρμακεία και 3 ελληνικές εφημερίδες.
Πολλοί Ελληνες θα κακοποιηθούν, γυναίκες θα βιασθούν και ο υπέργηρος Ιερομόναχος Χρύσανθος Μαντάς, ο Λαυριώτης καλόγερος, θα ριχθεί σε πηγάδι του μοναστηριού του. Την ύπαρξη άλλων δύο νεκρών θα παραδεχθούν αργότερα οι τουρκικές αρχές, ενώ στην έκθεση «Οι Ελληνες της Τουρκίας», του «Helsinki Watch» (1992) γίνεται αναφορά σε δεκαοκτώ δολοφονημένους.

Τα γεγονότα άρχισαν το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου, όταν έγινε γνωστή η πληροφορία ότι βομβιστική επίθεση προκάλεσε ζημιές στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Η κινητοποίηση άρχισε στις 5.30 μ.μ., όταν ομάδες φοιτητών συγκεντρώθηκαν μπροστά στο μνημείο του Κεμάλ στο Ταξείμ. Ταυτόχρονα, από τη Θράκη και τη μικρασιατική ακτή, μεταφέρθηκαν στην Πόλη ομάδες κρούσεως αποτελούμενες από βίαια άτομα, τα οποία καμία σχέση δεν είχαν με την Κωνσταντινούπολη, τους κατοίκους και την ιστορία της. Για τη μετακίνησή τους χρησιμοποιήθηκε μεγάλος αριθμός φορτηγών αυτοκινήτων, ταξί και βενζινοπλοίων.

Εικόνα δήωσης και καταστροφής παρουσίαζαν την
 επομένη των συμβάντων τα
ρωμαίικα καταστήματα της Πόλης. (Φωτ. Δ. Καλούμενος)



«Σπάστε τα καταστήματα των Ρωμιών»

Μέσα σε μια ώρα στους δρόμους της Πόλης συγκεντρώθηκε πλήθος ανθρώπων που είχαν εξοπλιστεί με ρόπαλα, σιδερένιους λοστούς και τα λοιπά χρειώδη. Το σύνθημά τους ήταν «Η Κύπρος ήταν και είναι τουρκική. Σπάστε τα καταστήματα των Ρωμιών». Στις 8.30 μ.μ. είχαν ήδη καταστρέψει τις προθήκες των ελληνικών καταστημάτων. Και όταν έπεσε το σκοτάδι, στο ελεγχόμενο αρχικά πλήθος των δραστών προστέθηκαν στίφη ρακένδυτων ανθρώπων. Έτσι σχηματίστηκε ο ανεξέλεγκτος μαινόμενος όχλος των πλιατσικολόγων που άρχισε να λεηλατεί και να καταστρέφει συστηματικά όχι μόνο τα καταστήματα αλλά και τα ρωμαίικα σπίτια των ακραίων συνοικισμών της απέραντης πολιτείας.

Όπως έχει καταγράψει ο ελληνικός και ο ξένος Τύπος της εποχής, το προγραμματισμένο έργο των καταστροφέων ήταν προσχεδιασμένο και «επιμελώς καταρτισμένο». Οι στόχοι είχαν επισημανθεί σε λεπτομερείς καταλόγους ημέρες πριν. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Έλληνα Πριγκιποννησιώτη που τηλεφώνησε ἐντρομος στον φίλο του καϊμακάμη (κοινοτάρχη) όταν είδε τα πλήθη να καταστρέφουν το ξενοδοχείο του.
«Πώς είναι δυνατόν, αφού το ξενοδοχείο σου δεν είναι στη λίστα», απόρησε ο καϊμακάμης, ο οποίος, βάσει της ανά χείρας «λίστας» του, γνώριζε ως εξαιρέσιμο το κτίσμα από τους προκαθορισμένους στόχους.
Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν κάτω από τα απαθή βλέμματα των τουρκικών αρχών, των αστυνομικών και στη συνέχεια, μετά την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου, των στρατιωτών. Στη Μεγάλη Οδό του Πέρα και στον Γαλατά, τα πεζοδρόμια αλλά και οι δρόμοι ολόκληροι είχαν καταντήσει αδιάβατοι λόγω του ύψους των συσωρευμένων εμπορευμάτων, περιουσία και μόχθος μιας ζωής, ρηγμένη έξω απ' τα ρωμαίικα καταστήματα. Ανάλογη εικόνα παρουσιαζόταν παντού όπου υπήρχε συμπαγής ελληνική παρουσία. Το σκηνικό συνέθεταν σπασμένα τζάμια και έπιπλα, πεταμένα στρώματα κ.ά. Την εικόνα της καταστροφής και του τρόμου συμπλήρωναν οι μακρινές ανταύγειες των πυρπολημένων ενοριακών ναών στα τέσσερα άκρα της Πόλης.


Ναοί και Ιερά σκηνώματα

Προκαθορισμένο στόχο καταστροφής ήταν επόμενο να αποτελέσουν οι εκκλησίες, και γενικά τα ιερά σκηνώματα. Ο μαινόμενος όχλος δεν σεβάστηκε ούτε τα νεκροταφεία, ενώ το καταστροφικό έργο ολοκληρώθηκε στα σχολεία, στα κοινοτικά κτίρια, στους συλλόγους, τα συσσίτια, παντού όπου δρούσε η οργανωμένη πολίτικη φιλανθρωπία.
Όπως ήδη αναφέραμε, οι δηώσεις συνεχίστηκαν και μετά την κήρυξη
του στρατιωτικού νόμου, στις μεταμεσονύχτιες ώρες, υπό τα όμματα
της αστυνομίας και του στρατού.
Υπάρχουν καταγγελίες ότι την επομένη των γεγονότων, όταν τα πλήθη είχαν πλέον διαλυθεί, καταστροφές διέπραξαν και τα όργανα της τάξης.

Για παράδειγμα, στην αίθουσα τελετών της Μεγάλης του Γένους Σχολής, οι στρατιώτες καταξέσχισαν, την επαύριο, τους πίνακες των καθηγητών και των ευεργετών.
Αρμόδιοι να μιλήσουν για τα Σεπτεμβριανά είναι οι γνώστες και μελετητές του θέματος, αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες οι περισσότεροι, που ζωντανεύουν στις επόμενες σελίδες την τραγική για τον Ελληνισμό νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου. Εμείς παραθέτουμε απλώς την πρόσφατη μαρτυρία ενός Τούρκου, του
δημοσιογράφου Χαντί Ουλουενγκίνπου, παιδί τότε, έζησε τη βιαιότητα
της νύχτας των Σεπτεμβριανών. Δημοσιεύτηκε στη «Χουριέτ» της 28/8/1993 με τίτλο «Τα σκυλιά των τάφων» και αναδημοσιεύτηκε στην «Επτάλοφο», εφημερίδα των εν Ελλάδι Κωνσταντινουπολιτών, τον ίδιο μήνα:

«Οι πρώτες παιδικές αναμνήσεις μου απλώνονται ως μία νύχτα τρόμου. Είναι η νύχτα της 6-7 Σεπτεμβρίου 1955, όταν οι βάνδαλοι που υποστήριζε και προωθούσε το κράτος επιτέθηκαν εναντίον των Ρωμιών. Ταυτίζονται με τα γεγονότα ντροπής για τη Δημοκρατία μας και παραφροσύνης για το Εθνος μας. Η πρώτη παιδική μου ανάμνηση
προβάλλει το ανθρώπινο μίσος.
Θυμάμαι πως μόλις ξέσπασε η είδηση των γεγονότων, ο πατέρας μου ξεκίνησε απ' το Κιζίλτοπρακ να φθάσει στο Γεσήλκιοϊ (Αγιος Στέφανο) για να πάει να προστατέψει τον Κώτσο Αμτζά (θείο Κώτσο).
Θυμάμαι το πόσο είχε ταραχθεί η μάνα μου, καθώς ο θείος μου, που θα συνόδευε τον πατέρα μου με το αυτοκίνητό του, πάσχιζε να βρει μια τουρκική σημαία να αναρτήσει σ' αυτό. Κατόπιν έρχεται στο νου μου το πώς, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μου, δεν σταματήσαμε να βλέπουμε προς το Γαλατά, που όλη νύχτα καιγόταν. Νομίζω ακόμη πως είχα χαρεί γιατί δεν με είχαν υποχρεώσει, εμένα τον μικρό, να κοιμηθώ.
Εχω ακόμη μπρος στα μάτια μου όσα είδα την επομένη το πρωί. Στο Πέρα, από το Ταξείμ ώς το Τουνέλι να'ναι καλυμμένος ο δρόμος με υφάσματα, τα τανκ να κυκλοφορούν ανάμεσα στα τραμ, το κατεστραμμένο και κατακλεμμένο κατάστημα του περίφημου υποδηματοποιού του Πάνου, τους λυγμούς του μαστρο-Μανώλη όταν εξηγούσε στη μάνα μου τα γεγονότα, το πώς την αγκάλιασε κλαίγοντας η κ. Ανέτα που πουλούσε κουμπιά. Βλέπω ακόμη τον πατέρα μου, που μας περίμενε στο κατάστημα μουσικών ειδών του κ.Παπαγεωργίου, ν' ατενίζει μ' έκπληκτα μάτια, το θρυμματισμένο βιολοντσέλο. Τον ακούω να μας λέει πως αποφάσισε να μείνει κοντά στο φίλο του τον Κώτσο, ώσπου να καθησυχάσουν τα πράγματα και στέλνω χαιρετίσματα στο συνομήλικό μου γιο του Χρήστο. Αυτές οι πρώτες παιδικές μου αναμνήσεις είναι πλημμυρισμένες από τρόμο.
Αν και ανήκω σε μια τουρκική και μωαμεθανική οικογένεια, που πάντοτε πολέμησε την αδικία, βρίσκω ότι το έγκλημα που διαπράχθηκε είναι ομαδικό και θεωρώ και τον εαυτό μου συνυπεύθυνο σ' αυτή την ομαδική παραφροσύνη».


Οι υπεύθυνοι των γεγονότων 

Τα ανθελληνικά γεγονότα της 6/7 Σεπτεμβρίου αποδόθηκαν στην «αυθόρμητη» λαϊκή έκρηξη στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, λόγω της «βομβιστικής απόπειρας» κατά της «γενέθλιας οικίας» του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Προηγήθηκε καταιγισμός της κοινής γνώμης από τον κατευθυνόμενο από το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών τουρκικό Τύπο, με χαλκευμένες ειδήσεις περί «σχεδιαζομένων σφαγών των Τούρκων της Κύπρου από τους Έλληνες». Στην πραγματικότητα, η λογική της αντίδρασης στηρίχθηκε στο «θράσος» των Ελλήνων της Κύπρου, δηλαδή του 82% του πληθυσμού της Μεγαλονήσου, να ζητήσουν αυτοδιάθεση και στην πρόθεση της τουρκικής κυβέρνησης να «τρομοκρατήσει» ή να εκβιάσει την ελληνική πλευρά, χρησιμοποιώντας ως όμηρους τους Έλληνες της Τουρκίας.

Προκειμένου να αξιολογήσουμε τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το «Δημοκρατικό Κόμμα» συμπλήρωνε πενταετία στην εξουσία. Παρά τους αρχικούς άριστους οιωνούς που συνόδεψαν τη μετάβαση στον «πολυκομματισμό» της Τουρκίας, τα δεδομένα ήταν απογοητευτικά. Το κατά κεφαλήν εισόδημα από 556 λ.Τ. το 1953 πέφτει στις 490 λ.Τ. το 1954 -χρονιά κατά την οποία η τουρκική κυβέρνηση αρχίζει να δείχνει «ενδιαφέρον» για το Κυπριακό ενώ η οικονομία, που την εποχή εκείνη ήταν προεχόντως αγροτική, νοσεί. Η εμπλοκή λοιπόν της Τουρκίας στο Κυπριακό, με την παρότρυνση της Μεγάλης Βρετανίας, είχε ως συνέπεια την καλλιέργεια από την τουρκική κυβέρνηση έντονου ανθελληνικού κλίματος, ικανού να αναστείλει, λόγω των τουρκικών στερεοτύπων, κάθε κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό.

Παρόμοιο φαινόμενο διαπιστώνει κανείς και στην Ελλάδα, όπου μετά τα βαθιά τραύματα του Εμφυλίου, η ελληνική κοινωνία βρήκε στο Κυπριακό τη διέξοδο να εκφράσει τα πραγματικά της αισθήματα για την ξενοκρατία και τον ιμπεριαλισμό (υπαίτιους σε μεγάλο βαθμό των εθνικών της δεινών).
Οι πηγές θέλουν τον Τεφβικ Ρουστί Ζουρλού έναν άριστο διπλωματικό υπάλληλο που είχε ως υπουργός επικρατείας αναλάβει το χειρισμό του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών σχέσεων, να έχει συναποφασίσει με τον πρωθυπουργό Αντνάν Μεντερές «αυθόρμητες» λαϊκές εκδηλώσεις στην Κωνσταντινούπολη (καιτη Σμύρνη), που θα τρομοκρατούσαν την ελληνική πλευρά και θα την ανάγκαζαν να αναθεωρήσει τη στάση της. Οι εκδηλώσεις είχαν προγραμματισθεί να συμπέσουν με την τριμερή διάσκεψη του Λονδίνου, η οποία στην πράξη δεν είχε άλλη αποστολή από το να κατοχυρώσει την Τουρκία ως διάδικο μέρος σε μια διένεξη που, επιτέλους, αφορούσε το αίτημα της αυτοδιάθεσης της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων μιας βρετανικής αποικίας, που ήταν οι Ελληνες και επεδίωκαν την Ενωσή της με την Ελλάδα. Ο Ζορλού στο Λονδίνο, όχι μόνο υπεραμύνθηκε της συνέχειας της αποικιακής διοικήσεως των Άγγλων, αλλά ξάφνιασε την ελληνική αντιπροσωπεία, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι σε περίπτωση που θα αποσυρόταν η Μεγάλη Βρετανία από την Κύπρο, αυτή θα έπρεπε να επιστραφεί... στην Τουρκία!. 
Ο Μαχμούντ Ντικερντέμ αφηγείται ότι μετά το ναυάγιο της διάσκεψης, κατά την επιστροφή, ο Τούρκος πολιτικός έλεγε απελπισμένος: «όλοι οι μόχθοι μας, η επιτυχία που είχαμε στο Λονδίνο, εξαφανίστηκαν και πάνε σε μια νύχτα».
Μπορεί λοιπόν να είχε εισηγηθεί την
οργάνωση των ανθελληνικών εκδηλώσεων, να ήταν εμπνευστής τους.
Από την άλλη πλευρά, ο Μεντερές, απολογούμενος για τα γεγονότα, ισχυρίστηκε ότι η απρόβλεπτη έκτασή τους τον εμπόδισε να ζητήσει, όπως σκόπευε, την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης και την «επιστροφή της Δωδεκανήσου στην Τουρκία». Δεν χωρεί όμως καμία αμφιβολία ότι όσοι εκπόνησαν το σχέδιο και είχαν την ευθύνη της εκτέλεσής του, είχαν προβλέψει και την έκταση που θα προσλάμβαναν.


Οργάνωση γεγονότων

Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τη μέθοδο που ακολουθήθηκε και τον προκαθορισμό των στόχων από «τις κατά τόπους αστυνομικές αρχές, τους κοινοτάρχες (μουχτάρηδες), τις κομματικές οργανώσεις του κυβερνώντος «Δημοκρατικού Κόμματος». Επίσης, από το γεγονός ότι
πραγματοποιήθηκε μεταφορά ειδικών ομάδων από τα περίχωρα ή την επαρχία, που διενεργούσαν τις καταστροφές και λεηλατούσαν τα κτίρια, στα οποία αρχικοί «διαδηλωτές» είχαν σπάσει «ενδεικτικά» τα τζάμια ή είχαν «φιλοτεχνήσει» ανάλογο διακριτικό σημείο. Και, κυρίως, από το ότι τα στίφη ήταν εφοδιασμένα με ειδικά όργανα καταστροφής. (Για παράδειγμα, οι ομάδες που εσύλησαν το νεκροταφείο του Σισλί, είχαν κομπρεσέρ και ειδική γεννήτρια ρεύματος). Ακόμη, για την εκτέλεση του
σχεδίου φαίνεται ότι κινητοποιήθηκαν οι ποικιλώνυμες φοιτητικές οργανώσεις και κυρίως το σωματείο «Η Κύπρος είναι τουρκική», το οποίο είχε συστήσει η κυβέρνηση από προσωπικότητες που ανήκαν σε όλο το πολιτικό φάσμα. Το γεγονός ότι οι νεκροί ήταν λίγοι έχουν καταμετρηθεί δεκαοκτώ, οι περισσότεροι των οποίων πέθαναν συνεπεία των τραυμάτων τους) είναι πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο του ελεγχόμενου των γεγονότων.
Δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι στην οργάνωση των γεγονότων ενέχεται ο κρατικός μηχανισμός της Τουρκίας. Αυτό δεν τεκμαίρεται μόνο από την ένοχη ανοχή, αν όχι ενεργό συνδρομή των οργάνων της τάξης. Αποδεικνύεται, επίσης, από τη σκηνοθετημένη βομβιστική επίθεση στην οικία του πατριού του Κεμάλ Ατατούρκ, την οποία, μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο, είχαν δωρίσει στην Αγκυρα η ελληνική κυβέρνηση και ο Δήμος Θεσσαλονίκης (δεκαετία του '30), προκειμένου να στεγαστεί το τουρκικό προξενείο. Στο χώρο αυτό, ο Οκτάι Εγκίν, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και γιος του μουσουλμάνου βουλευτή στην ελληνική Βουλή Φαΐκ Εγκίν, σε συνεργασία με τον πρόξενο Μ. Μπαλίν, τον υποπρόξενο Μ. Τεκινάλη και τον κλητήρα Χ. Ουτσάρ, τοποθέτησε εκρηκτικό μηχανισμό που είχε προμηθευτεί από τις τουρκικές υπηρεσίες. Οι ελληνικές αρχές τάχιστα διελεύκαναν το γεγονός και παρέπεμψαν τους δράστες στη δικαιοσύνη (στις 20 Σεπτεμβρίου 1956 ο Εγκίν, κατόπιν συμφωνίας της ελληνικής κυβέρνησης με την τουρκική για «εκτόνωση της μεταξύ των δύο χωρών έντασης», φυγαδεύτηκε στην Τουρκία!).

Πηγή κειμένου: Εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" - ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ, 10 Σεπτεμβρίου 1995

Παρασκευή, Ιανουαρίου 16, 2026

Η φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη

Ο Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας και οι λοιποί συλληφθέντες το πιθανότερο δεν είχαν φυλακισθεί στις γνωστές μεγάλες μετέπειταφυλακές των πολιτικών κρατουμένων της Ακροναυπλίας, που λειτουργούσαν ως στρατώνας, αλλά στις φυλακές γνωστές ως γυναικείες φυλακές, δυτικότερα από το ρολόι της πόλης, που δυστυχώς κατεδαφίστηκαν στη δικτατορία το 1968-1970 από τον ΕΟΤ, για την ανέγερση ξενοδοχείων-μπάνγκαλοουζ, τα οποία ανακαινίστηκαν και με έγκριση του ΥΠΠΟ το 2003, με πισίνες και τζαμαρίες, πάνω από τα ενετικά τείχη.

Η δίκη άρχισε στις 30 Απριλίου και ολοκληρώθηκε στις 25 Μαΐου 1834 με καταδίκη κατά πλειοψηφίαν σε θάνατο του Θ. Κολοκοτρώνη, του Δ. Πλαπούτα ως ενόχου εσχάτης προδοσίας. Η εκτέλεσή τους θα γινόταν εις την εκτός του Φρουρίου πλατείαν. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Α. Πολυζωίδης και ο Γ. Τερτσέτης, παρά το ότι ήταν πολιτικοί αντίπαλοι του Θ. Κολοκοτρώνη, μοναδικά παγκόσμια παραδείγματα δικαστικού ήθους και ευθύνης, αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταδικαστική απόφαση και παρά τους εκβιασμούς από στρατιωτικό απόσπασμα με ξιφολόγχες με την παρουσία του γραμματέα της δικαιοσύνης Κ. Σχινά, καταρρακώνοντας κάθε έννοια δικαίου, απάντησαν: «Εν ονόματι της Δικαιοσύνης και του ιερού προσώπου του Βασιλέως, εις του οποίου τον θρόνον υποστηρίζεται η βάσις της Δικαιοσύνης, δεν υπογράφομεν», στη συνέχεια οι δύο δικαστές δικάστηκαν και απολύθηκαν.



Η άρνηση υπογραφής του προέδρου Α. Πολυζωίδη και του Γ. Τερτσέτη προκάλεσε τριγμούς στην Αντιβασιλεία, διαμαρτυρήθηκαν οι πρέσβεις των ξένων δυνάμεων και με παρέμβαση του Αρμασμπεργκ στον βασιλιά Όθωνα, η ποινή μετατράπη σε ισόβια και τελικά σε εικοσαετή φυλάκιση.

«Με την ολοκλήρωση της δίκης η στρατιωτική φρουρά αναβίβασε τους καταδικασθέντες ες το Ιτζ Καλέ εν μέσω μιας στρατιωτικής ολοκλήρου γραμμής ισταμένης δεξιόθεν και αριστερόθεν με αρτιλερίαν και με εν μέρος ιππικού διά περισσότερον τρόμον... οι καταδικασθέντες έγραφαν τας διαθήκας των, ετοιμαζόμενοι διά τον Αδην, ότε ετοιμάζοντο τα διά την κηδείαν μετά την λαιμητομήν ιμάτια, μεταξύ των αυτών των τραγικών και λυπηρών περιστάσεων επαρουσιάσθη και η βασιλική χάρις παρά του βασιλέως, ήτις μετέβαλε την του θανάτου ποινήν εις εικοσαετή φυλάκισιν... και άπας ο λαός έψαλλον εις τας οδούς, εις τα καφενεία και πανταχού, “ζήτω ο βασιλεύς Οθων, ζήτω η διακαιοσύνη”».

Στη συνέχεια απελευθερώθηκαν, εκτός ελαχίστων, όλοι οι συλληφθέντες καπεταναίοι κρατούμενοι, αλλά οι μηχανορραφίες των υπαιτίων των σκευωριών της καταδίκης του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Παπούτα συνεχίστηκαν.

Τον Ιούλιο του 1834 οι καταδικασθέντες μεταφέρθηκαν από την Ακροναυπλία στο Παλαμήδι, όπου έμειναν φυλακισμένοι για 11 μήνες: «Μας επήγανε εις το Παλαμήδι εις σιγουρότερον μέρος. Εσταθήκαμεν εκεί έντεκα μήνες».

Στις αρχές Αυγούστου 1834 επαναστάτησαν παραπλανηθέντες οι Ναπαίοι, φίλοι του Γέρου, στη Μεσσηνία. Οι συλληφθέντες πρωταίτιοι φυλακίστηκαν και αυτοί στο Παλαμήδι. «Διάφοροι καλοθελητές εκμεταλλεύθηκαν την εξέγερση της Μεσσηνίας, εβεβαίωσαν την Αντιβασιλεία ότι υπάρχει συνωμοσία συγκείμενη από 800 σχεδόν, και ότι αυτοί θέλουν θέσει διά νυκτός πυρ εις τας οικίας της Ναυπλίας, μετά δε της πυρκαϊάς εκείνης θα αρπάσωσιν εκ της φυλακής τους φυλακισθέντας και θα εξέλθωσιν εναντίον της Κυβερνήσεως, η δε Αντιβασιλεία πεισθείσα εξέδωκε διαταγήν, ότι άμα φανή πυρ ες μιαν οικίαν θα φονεύσωσιν αι φρουραί τους εν φυλακή όντας, αλλά η θεία πρόνοια ηδόκησε και κατά τούτο, και δεν εφάνη τοιαύτη αιτία».

Και όπως επισημαίνει ο Δ. Φωτιάδης: «Η αρχή εξέδοτο διάταγμα, ότι “αν ακουσθεί τι πέριξ του Παλαμηδίου, όπου ήσαν φυλακισμένοι οι στρατηγοί, η φρουρά αυτών της οποίας αρχηγός ήταν Βαυαρός να τους φονεύσει ευθύς”. Το διάταγμα ανέγνωσε εις τον Γέροντα Κολοκοτρώνην ο βαυαρός αξιωματικός, όστις οσάκις έβλεπε βόας (βόδια) τινά ή άλλα ζώα να διαβαίνωσιν υπό τας υπωρείας του Παλαμηδίου υποθέτων ή μάλλον προσποιούμενος ότι είναι άνθρωποι ερχόμενοι να αρπάσωσι τους οπλαρχηγούς ετοιμάζετο να εκτελέσει την δολοφονίαν αυτών και ταύτην τη σκηνήν επαναλαμβανομένην την συχνά διέλυε ο αξιότιμος Ελλην αξιωματικός, ο Ιων Σπηλιωτόπουλος, διαμένων προσεκτικός. Ο πραγματικός στόχος του διατάγματος ήτο διπλούς, ή να εκτελεσθεί η δολοφονία ή το μάλλον πραγματικό να τους κάμουν να εκπνεύσωσι διά του τρόμου εν τη φυλακή μη ευαρεστούμενοι εις την μεταβολήν της ποινής». Ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας παρέμειναν φυλακισμένοι στο Παλαμήδι έντεκα μήνες, μέχρι την ημέρα της ενηλικίωσης του Οθωνα, 20 Μαΐου 1835, όταν ανέλαβε τα βασιλικά του καθήκοντα. Από τα πρώτα διατάγματα που υπέγραψε ο νεαρός βασιλιάς ήταν η απονομή χάριτος για τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα, αποκαθιστώντας τα πολιτικά τους διακαιώματα και τους στρατιωτικούς τους βαθμούς.

Ο Κολοκοτρώνης κατέβηκε από το Παλαμήδι στο Ναύπλιο από την πέτρινη σκάλα θριαμβευτής στην πλατεία κάτω από το Παλαμήδι, στον χώρο ο οποίος προοριζόταν αρχικά για την εκτέλεσή του με την γκιλοτίνα, και τα συγκεντρωμένα πλήθη τον αποθέωσαν, κραυγάζοντας υπέρ της Δικαιοσύνης και του βασιλέως. Ο Κολοκοτρώνης απευθυνόμενος στον δήμαρχο Παπαλεξόπουλο ανέφερε «ότι η υποδοχή την οποίαν έκαμεν εις αυτόν ο λαός του Ναυπλίου, τον έκαμαν να λησμονήσει όλας τας δυστυχίας που επέρασεν» και αναχώρησε ύστερα από δύο ημέρες στην Αθήνα, για να ευχαριστήσει τον βασιλιά Όθωνα.

Η καρδιά του Γέρου του Μοριά ολοζώντανη χτυπάει και σήμερα στο Παλαμήδι, όπου φυλακίστηκε. Η φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έχει πάρει σήμερα μυθολογικές διαστάσεις. Τα πλήθη των επισκεπτών επισκέπτονται και βλέπουν ως φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη ένα θεοσκότεινο μπουντρούμι, στον κεντρικό προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, δίπλα στην καμάρα της ομώνυμης εκκλησίας, όπου εισέρχεται κανείς, αντί κανονικής πόρτας, μέσα από δυο όμοιες διαδοχικές πυλίδες, διαστ. 1,050Χ0,70 μ., σε ορθογώνιο, σκοτεινό, καμαροσκέπαστο χώρο, διαστ. 2,70Χ3,40 μ., με βραχώδες επικλινές αδιαμόρφωτο δάπεδο σε κυμαινόμενο βάθος 1,301,60 μ., χωρίς σκάλα.

Το μοναδικό πέτρινο σκαλοπάτι έχει κατασκευασθεί στο πρόσφατο παρελθόν για τις ανάγκες πρόσβασης των επισκεπτών. Η καθιερωμένη αυτή άποψη ότι πρόκειται για τη φυλακή του Κολοκοτρώνη είναι ατεκμηρίωτη και δημιούργημα λαϊκής φαντασίας και άγνοιας.

Προφανώς πρόκειται για χαρακτηριστική ιστορική πλάνη, λαμβάνοντας υπόψη το σκοτεινό και παντελώς ακατάλληλο του χώρου για φυλακή, χωρίς κανένα άνοιγμα για στοιχειώδεις φωτισμό και εξαερισμό, απαραίτητο για την επιβίωση ενός έγκλειστου ανθρώπου, συγκρίνοντάς τον άλλωστε και με τις σωζόμενες φυλακές καταδίκων βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, που διαθέτουν κανονικές πόρτες και φεγγίτες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρεται συνοπτικά στη φυλάκισή του στο Παλαμήδι χωρίς περιγραφή της φυλακής 

Είναι εξάλλου χαρακτηριστική επίσης η αρνητική διαπίστωσηγια τον χώρο αυτό ως φυλακή του Κολοκοτρώνη, από τον Δ. Φωτιάδη : «Το Παλαμήδι όπου κλείσανε όλους όσους πιάσανε το φύλαγε δυνατή βαβαρέζικη φρουρά. Σ' αυτό βρισκόταν κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας. Αν ανέβεις τώρα ώς εκεί πάνω, εξόν... θα σου δείξουν μια τρύπα ανοιγμένη στο βράχο, δίχως να παίρνει φως από πουθενά, πως τάχατες εκεί μέσα είχανε φυλακισμένο τον Κολοκοτρώνη. Για να κατέβεις σ' αυτήν πρέπει ν' ανάψεις κερί κι αυτο κάποιος να σου το δώσει που θα πάρει βέβαια φιλοδώρημα (σήμερα ο χώρος φωτίζεται με ηλεκτρικό φως). Κάτι τέτοιο φαντάζομαι να σκαρφίστηκε πριν από χρόνια ποιος ξέρει ποιος από τους φύλακες κι από τότε έμεινε η μηχανή. Σ' εμάς όμως δεν μας χρειάζεται μια τέτοια απάτη, για να συμπονέσουμε από τη μια το Γέρο κι από την άλλη να μισήσουμε τους ξένους που τον μάντρωσαν στο Παλαμήδι. Αυτοί σκαρφίστηκαν άλλα για να τον παιδέψουν».

Από την έρευνα που διενεργήσαμε διαπιστώσαμε ότι ένας κατάδικος στο Παλαμήδι από τη Λευκάδα, που κατηγορήθηκε άδικα για φόνο, ονομαζόταν Θεόδωρος Θεοχάρης, στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έλαβε χάρη και στη συνέχεια διορίστηκε φύλακας στο Παλαμήδι, όπου και κατοικούσε με την οικογένειά του, που απέκτησε στη συνέχεια, στις σωζόμενες πρώην φυλακές με πόρτα και παράθυρα, αμέσως βόρεια του Αγίου Ανδρέα. Από την εποχή αυτή τη δεκαετία του 1920 έδειχνε στους επισκέπτες ως φυλακή του Κολοκοτρώνη την τρύπα-μπουντρούμι στη νότια πλευρά της εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα. Στη συνέχεια, ο γιος του Ευάγγελος Θεοχάρης (1925-2008) κατοικούσε και αυτός με την οικογένειά του ως φύλακας στο Παλαμήδι περίπου, ώς το 1965, όπου εκτελού σε και χρέη ξεναγού στους επισκέπτες, υποδείχνοντας ως φυλακή του Γέρου του Μοριά το παραπάνω μπουντρούμι. Εκτοτε η μυθολογική ερμηνεία της φυλακής του Κολοκοτρώνη, με βάση τη λαϊκή φαντασία, λειτουργεί ακόμα στο Παλαμήδι.

Το ιστορικό όμως κενό για τη φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έρχεται να φωτίσει μια καθοριστική μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα της εποχής τον Φεβρουάριο του 1835, όταν ήταν φυλακισμένος ο Θ. Κολοκοτρώνης στο Παλαμήδι. Πρόκειται για τη γερμανίδα Μπεττίνα φον Σαβινιύ, 1805-1835, κόρη του Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινιύ 1779-1816, ιδρυτή της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου στο Βερολίνο, και μετέπειτα σύζυγο το 1834 του Κωνσταντίνου Σχινά 1801-1857, υπουργού δικαιοσύνης της Αντιβασιλείας που καταδίκασε τον Θ. Κολοκοτρώνη σε θάνατο, και ζούσε την εποχή αυτή στο Ναύπλιο. 

Οι επιστολές της Μπεττίνας φον Σαβινιύ προς τους γονείς της στο Βερολίνο (1834-1835) εκδόθηκαν το 2002. Αποσπάσματα των επιστολών αυτών δημοσίευσε πρόσφατα η δρ της Νεοελληνικής Ιστορίας Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη 13, στο περιοδικό του Δήμου Ναυπλίου «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», 7, 2009, 149-167. Δύο αποσπάσματα επιστολών αναφέρονται σε επισκέψεις της στο Παλαμήδι, όταν ήταν φυλακισμένος ο Θ. Κολοκοτρώνης: α) Η μία επιστολή, με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου-/12 Δεκεμβρίου 1834, ημέρα εορτασμού της άλωσης του Παλαμηδίου, αναφέρει ότι «αυτή τη μέρα το Παλαμήδι είναι ανοικτό για όλο τον κόσμο, φέτος όμως δεν είναι όλα τα μέρη προσιτά όπως συνήθως», υπονοώντας προφανώς ότι στο Παλαμήδι ήταν φυλακισμένος ο Θ. Κολοκοτρώνης.

β) Μια δεύτερη επιστολή αναφέρεται σε επισκεψή της στο Παλαμήδι δύο μήνες αργότερα, με ημερομηνία 14 Φεβρουαρίου του 1835, με σημαντικές λεπτομέρειες για τους Ελληνες, τον Σταϊκόπουλο αλλά και τον Θ. Κολοκοτρώνη: «Στο στρατιώτη που μας ξενάγησε (στο Παλαμήδι) είχαν πει: Να τους πας παντού, όχι όμως εκεί που κάθεται ο Γέρος. Ο Γέρος είναι ο Κολοκοτρώνης, κάθεται σ' ένα σπιτάκι στη μέση μιας αυλής, η οποία περιβάλλεται από ψηλούς ψηλούς τοίχους, τα κανόνια στις πολεμίστρες εδώ είναι γεμάτα. Από παντού έχεις την πιο ωραία θέα προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά, την πεδιάδα κ.λπ. Δηλαδή βρίσκεσαι στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου».

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Μπεττίνα φον Σαβινιύ δεν κάνει κανένα σχόλιο για τον Κολοκοτρώνη, της οποίας ο άνδρας Κ. Σχινάς, ως υπουργός Δικαιοσύνης της Αντιβασιλείας, ψήφισε την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα. Στη συνέχεια η Μπεττίνα φον Σαβινιύ, επισκεπτόμενη άλλο χώρο, τον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα αναφέρει: «Σε μια αυλή του φρουρίου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, την οποία δυστυχώς δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε, διότι ο κλειδοκράτορας 0δεν ήταν πάνω στο Παλαμήδι. Στις άλλες πλευρές της αυλής βρίσκονται φυλακές, που είναι αρκετά γεμάτες με στρατιώτες, Ελληνες και Γερμανούς. Μερικοί ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Πολλοί από τους φυλακισμένους περπάταγαν πέρα-δώθε στην αυλή».

Οι φυλακές του Αγίου Ανδρέα βρίσκονταν στις καμάρες του προμαχώνα, όπως και οι αντίστοιχες φυλακές στον προμαχώνα του Μιλτιάδη. οι οποίες κατεδαφίστηκαν στη δεκαετία του 1950 για την ανάπτυξη του κάστρου. Από τις παραπάνω μαρτυρίες γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας δεν ήταν φυλακισμένοι στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αλλά σε άλλον προμαχώνα.

Με βάση τη σημαντική αυτή πληροφορία, ύστερα από επίμονη έρευνα σε πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη μας, έγινε δυνατόν να ταυτίσουμε τη φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι.

Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι ο επισκέπτης μετά την είσοδό του στο Παλαμήδι συναντά τον προμαχώνα του Μιλτιάδη, ο οποίος την εποχή εκείνη, 1834-1835, είχε διαμορφωθεί ήδη σε φυλακή βαρυποινιτών, απ' όπου ο επισκέπτης εξωτερικά του προμαχώνα έχει ένα μοναδικό πανόραμα του αργολικού πεδίου και της θάλασσας, με τα μακρινά βουνά, και βρίσκεται στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου, όπως αναφέρει η Μπεττίνα φον Σαβινιύ, γίνεται φανερό ότι ο Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος στον προμαχώνα του Μιλτιάδη και όχι του Αγ. Ανδρέα, όπως πιστεύεται μέχρι σήμερα. Σε επίσκεψή μας στον προμαχώνα του Μιλτιάδη μεταξύ των φυλακών διαπιστώσαμε ότι όντως υπάρχει και μια μικρή, ξεχωριστή, παράγωνη, πλακόστρωτη μικρή αυλή διαστάσεων 4Χ3,90 μ., με ψηλούς τοίχους περιμετρικά. Στη νότια πλευρά της αυλής υπάρχει ένα μονόχωρο σπιτάκι-(φυλακή), εσωτερικών διαστάσεων περίπου 3,60Χ2,50 μ., με πόρτα διαστ. 2,50Χ0,90 μ. Το σωζόμενο ύψος του τοίχου είναι 2,50 μ. και έφερε μονόρριχτη στέγη, κυμαινόμενου ύψους 3,50-2,75 μ. Στην αυλή υπάρχει επίσης κτιστό πεζούλι για να κάθεται ο εκάστοτε φυλακισμένος, όταν βγαίνει στην αυλή.

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω, σύμφωνα με την περιγραφή της Μπ. Σαβινιύ, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη ότι στις φυλακές του Μιλτιάδη δεν υπάρχει καμιά άλλη μικρή ξεχωριστή φυλακή, σπιτάκι με αυλή, ότι πρόκειται για τη φυλακή του αγωνιστή της Ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη και δεν υπάρχουν, από την πλευρά μας τουλάχιστον, περιθώρια αμφιβολιών. 

Ο ταυτισμένος πλέον χώρος της φυλακής του Κολοκοτρώνη δημιουργεί έντονη συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση στον επισκέπτη και είναι καιρός να αποκατασταθεί η αλήθεια για τη φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι και να απομακρυνθούν οι πινακίδες που υποδεικνύουν, ανιστόρητα, ως φυλακή του Κολοκοτρώνη ένα βαθύ θεοσκότεινο μπουντρούμι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, δημιούργημα λαϊκής φαντασίας.

Είναι ευχής έργον το υπουργείο Πολιτισμού με τις αρμόδιες υπηρεσίες να εκπονήσουν μελέτες και να συντηρηθούν, στη συνέχεια, η φυλακή του Κολοκοτρώνη και όλες οι φυλακές των βαρυποινιτών, που διατηρούνται σε σχετικά καλή κατάσταση, αλλά ο προμαχώνας του Μιλτιάδη στην πλίνθινη ανώτερη ανωδομή του χρήζει άμεσης επέμβασης, πριν καταρρεύσει.

Τα σωζόμενα κτήρια των φυλακών του Μιλτιάδη συνδέονται άναμεσα με την ιστορία του νεοελληνικού  κράτους, αλλά και το Παλαμήδι, το φρούριο της Ελευθερίας της πατρίδας μας, με τη μεγάλη επισκεψιμότητα, παρουσιάζει έντονες φθορές από τον χρόνο και τους επισκέπτες και χρήζει της άμεσης και συνεχούς προστασίας της Ελληνικής Πολιτείας.

Αλλά στο Παλαμήδι δεν χτυπάει μόνον ακόμα η καρδιά του Κολοκοτρώνη μέσα από τη φυλακή του. Ο θρύλος για τα 999 σκαλιά του Παλαμηδιού συνδέεται με τον Θ. Κολοκοτρώνη. Σύμφωνα με την προφορική λαϊκή παράδοση το χιλιοστό σκαλοπάτι το έσπασε το άλογο του Κολοκοτρώνη, του προστάτη «άγιου» και ελευθερωτή των Ελλήνων, καβάλα στο άλογό του, όπως ο ο Αϊ- Γιώργης, ο οποίος σύμφωνα με τη δημοτική ποίηση για τους Κολοκοτρωναίους: «Καβάλα πάει στην εκκλησιά - καβάλα προσκυνάει - καβάλα παίρνει αντίδωρο απ' του παπά το χέρι».

Στο Ναύπλιο ο απροσκύνητος πρωτεργάτης της Ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνης είναι και σήμερα παρών μέσα από την ιστορία και τον θρύλο, όπως αποθεώθηκε η ηγετική μορφή του στον ανδριάντα του, κάτω από το Παλαμήδι, καβάλα στο άλογό του, που καλπάζει, ποδοπατάει τα τούρκικα λάβαρα, και με το δεξί του χέρι δείχνει τον δρόμο της Ελευθερίας που πρέπει να βαδίσει το ελεύθερο Ελληνικό Εθνος και αποκτήθηκε με αγώνες και θυσίες των αγωνιστών του 1821, αξεπέραστο διαχρονικό ιστορικό πρότυπο της ελεύθερης πατρίδας, προς μίμηση χωρίς περικοπές, στρογγυλοποιήσεις και «συνωστισμούς».


ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΚΕΣ - Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ, σελ. 161 - 168

Δείτε επίσης:

Ο βίος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη μέχρι τα χρόνια της Απελευθέρωσης


Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2026

Η δολοφονία του Χρήστου Λαδά

Το πρωί της Πρωτομαγιάς του 1948 μια ισχυρή έκρηξη ακούστηκε έξω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην πλατεία Καρύτση. Το υπηρεσιακό αμάξι του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά μόλις είχε δεχθεί επίθεση με χειροβομβίδα Μιλς. Το πίσω κρύσταλλο της μαύρης Μπιούικ είχε γίνει θρύψαλα και ο υπουργός κείτονταν αιμόφυρτος. Ο δράστης της επίθεσης, ένας νεαρός με στολή σμηνία, τράπηκε αμέσως σε φυγή, αλλά καταδιώχθηκε από το σοφέρ, Σταύρο Μενουδάκη, και τον ακόλουθο του υπουργού, Σπύρο Αγγέλου. Στη διάρκεια της καταδίωξης, ο δράστης τραυματίστηκε στην πλάτη από σφαίρες και στην προσπάθειά του να ξεφύγει έριξε δύο ακόμα χειροβομβίδες, εκ των οποίων εξερράγη η μία, σκοτώνοντας τον αστυφύλακα Αθανάσιο Πινακούλια και τραυματίζοντας τον ίδιο και άλλους τρεις αστυφύλακες. Τελικά, συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο σταθμό των πρώτων βοηθειών και στη συνέχεια στο «Ιπποκράτειο». Παράλληλα, ο 57χρονος υπουργός οδηγείτο με ταξί στο νοσοκομείο, όπου θα ξεψυχούσε 13 ώρες αργότερα, βαριά τραυματισμένος στη νεφρική χώρα και το τριχωτό της κεφαλής. 

Η λιμουζίνα του Χρήστου Λαδά στην πλατεία Καρύτση, λίγο μετά τη δολοφονική επίθεση. Διακρίνονται στο πίσω μέρος οι οπές από τα θραύσματα της χειροβομβίδας. 


Ποιος ήταν ο Χρήστος Λαδάς;

Ο Χρήστος Λαδάς γεννήθηκε στην Καλλιθέα το 1891 και σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών. Διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών το 1912 και επτά χρόνια αργότερα στον Αρειο Πάγο. Το 1925-1926 ήταν συνήγορος υπεράσπισης των διωκόμενων στελεχών του ΚΚΕ, που είχαν παραπεμφθεί σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, εξαιτίας της θέσης του κόμματος για τη Μακεδονία. Εντάχθηκε στο κόμμα των Φιλελευθέρων, με το οποίο εκλέχθηκε επανειλημμένα βουλευτής (1926, 1928, 1932, 1936). Διετέλεσε υφυπουργός Συγκοινωνιών το 1930-32 στην κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στις πρώτες εκλογές μετά την Απελευθέρωση, το 1946, επανεξελέγη, αναλαμβάνοντας το υπουργείο Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη το 1947. Από την κρίσιμη αυτή θέση πρωταγωνίστησε στη θωράκιση του εμφυλιοπολεμικού καθεστώτος, ενισχύοντας τα νομικά ερείσματα εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του, θεσπίζοντας σειρά μέτρων για τη δίωξη των κομμουνιστών και των οπαδών του ΕΑΜ. Συνυπέγραψε το ΛΖ’ Ψήφισμα, που προέβλεπε μαζική στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας «προσώπων αντεθνικώς δρώντων» και εισηγήθηκε το νόμο 509 του 1947 «περί μέτρων ασφαλείας του κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 509/1947 που συνέταξε ο ίδιος, έκανε λόγο για «ελάχιστη αντεθνική μειονότητα ανατροπέων», που χρησιμοποιείται «ως τάγμα θανάτου υπό των προαιώνιων εχθρών του έθνους». Παράλληλα, έβαλε σε εφαρμογή ένα εξοντωτικό πρόγραμμα ομαδικών εκτελέσεων φυλακισμένων, που είχαν καταδικαστεί εις θάνατον από τα Κακουργιοδικεία «διά τα διαπραχθέντα και χαρακτηρισθέντα εγκλήματα της περιόδου της Κατοχής και του Δεκεμβρίου του 1944», αλλά παρέμεναν για δύο χρόνια στις φυλακές χωρίς να εκτελεστούν. 

Στην περίοδο Ιουνίου 1947-Μαρτίου 1948 υπέγραψε 77 εκτελέσεις και άλλες 150 τον Απρίλιο. Οι εκτελέσεις γινόντουσαν με κάθε μυστικότητα ενώ στον τύπο δεν δινονταν ούτε ο αριθμός των εκτελεσθέντων ούτε τα ονόματά τους. 


Ποιοι έδωσαν την εντολή της εκτέλεσης;

Γι’ αυτούς τους λόγους, φαίνεται, στοχοποιήθηκε. Ο δράστης της δολοφονίας ήταν ο Ευστράτιος Μουτσογιάννης, «δρων κομμουνιστής» και μέλος της ΟΠΛΑ, κατά το Αστυνομικό Τμήμα Καλλιθέας. Στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό σήμανε συναγερμός! Η κυβέρνηση κήρυξε στρατιωτικό νόμο στην πρωτεύουσα, η Αστυνομία τέθηκε σε επιφυλακή, αποφασίστηκαν έκτακτα μέτρα φρούρησης όλων των υπουργών, έγιναν πολλές συλλήψεις κομμουνιστών. Ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, Ι. Ρέντης, δήλωσε ότι «το κράτος είναι ισχυρό και έχει λάβει τα μέτρα του προς αντιμετώπιση και της νέας αυτής τρομοκρατικής τακτικής του εχθρού». Την επόμενη μέρα, οι εφημερίδες είχαν ολοσέλιδες ανταποκρίσεις για τη «στυγνή απόπειρα δολοφονίας, που αποτελεί αιματηρά εκδήλωσις του συνωμοτικού κομμουνισμού», την καταδίωξη του δράστη, την εγχείρηση του υπουργού και τις επισκέψεις που δέχτηκε στο νοσοκομείο από όλη την πολιτική ηγεσία και το βασιλιά. Οι διαρροές από τις αστυνομικές αρχές ανέφεραν ότι ο δράστης εκτελούσε εντολές του ΚΚΕ, είχε συνεργούς, οι οποίοι συνελήφθησαν, και η δολοφονία Λαδά αποτελούσε την πρώτη πράξη από ένα «ευρύτερο τρομοκρατικό σχέδιο». Μάλιστα, δημοσιεύματα έκαναν λόγο για απειλητικά τηλεφωνήματα που είχαν γίνει τις προηγούμενες ημέρες στο σπίτι του Λαδά και για ένα γράμμα από «ανανήψαντα κομμουνιστή» που είχε φτάσει στο γραφείο του Σοφούλη, με το οποίο τον προειδοποιούσε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ είχε αναθέσει στην ΟΠΛΑ τη δολοφονία του ίδιου, του Ρέντη και του Λαδά, γιατί από τη στιγμή που το κόμμα των Φιλελευθέρων μπήκε στην κυβέρνηση ξεκίνησαν ο διωγμός των κομμουνιστών στις πόλεις και οι εκτελέσεις. Οι εφημερίδες που πρόσκειντο στο Λαϊκό Κόμμα κατηγόρησαν τον Σοφούλη και τον Ρέντη γιατί, αν και γνώριζαν τα παραπάνω, δεν είχαν πάρει μέτρα φύλαξης των υπουργών πριν από τη δολοφονία, παρά το γεγονός ότι ο Λαδάς φρουρείτο «γιατί υπήρχε ο φόβος να τον λιθοβολήσουν όσοι είχαν αγοράσει ακίνητα την περίοδο της Κατοχής». 


Η στάση του ΚΚΕ 

Με τελείωςδιαφορετικό τρόπο έγινε η υποδοχή του γεγονότος από το άλλο στρατόπεδο. Στο καθημερινό έντυπο «Δελτίο Ειδήσεων του ΔΣΕ» της 2ας Μαΐου 1948 αναφερόταν: «Στην Αθήνα ένας λαϊκός αγωνιστής σκότωσε τον προδότη υπουργό Δικαιοσύνης Λαδά. Η 1η Μάη ξημέρωσε με δύο σημαντικά γεγονότα, καρπούς της αποφασιστικής μάχης του ΔΣΕ: τη δολοφονία Λαδά και την κυβερνητική κρίση στην Αθήνα. Ο Λαδάς ήταν από τους αιματοβαμμένους εγκληματίες της μοναρχοφασιστικής κυβέρνησης που σαν υπουργός “Δικαιοσύνης” έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα εκατοντάδες Eλληνες πατριώτες και είναι ο κύριος και προσωπικά υπεύθυνος για τις εκτελέσεις των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης της πρώτης Κατοχής. Διορίστηκε υπουργός στην κυβέρνηση από το διευθυντή του υπουργείου Eξωτερικών των Hνωμένων Πολιτειών Χέντερσον, που μαζί του σπούδασε σε αγγλικό πανεπιστήμιο. Η εκτέλεση ήταν πράξη πατριωτική και απηχεί το μίσος του ελληνικού λαού ενάντια στο τυρρανικό καθεστώς του μοναρχοφασισμού και της αμερικανοκρατίας». Η παραπάνω ανακοίνωση προκάλεσε έκπληξη στον πολιτικό κόσμο και ζητήθηκε από τον υπουργό να συμπεριληφθεί στη δικογραφία, ώστε να κατηγορηθεί για ηθική αυτουργία στη δολοφονία ο Μάρκος Βαφειάδης. Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης για την εκτέλεση δεν έγινε ποτέ ρητά. Σύμφωνα με την αφήγηση του Ευ. Μουτσογιάννη, η εντολή της εκτέλεσης στάλθηκε από το Αρχηγείο του ΔΣΕ στον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ στην Αθήνα. ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι το ΚΚΕ, μετά τα «Δεκεμβριανά», δεν είχε πραγματοποιήσει αντίστοιχες ενέργειες αντάρτικου πόλης ούτε είχε επιλέξει ως στόχους υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης. Χαρακτηριστική, δε, είναι η εισήγηση του Ζαχαριάδη στη 12η Ολομέλεια του ΚΚΕ (1945), που καταδίκαζε τις «αγριότητες» και τις «υπερβασίες» που έγιναν στα Δεκεμβριανά από πλευράς των κομμουνιστών, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν είτε προβοκάτορες ή ανάξια μέλη του κόμματος. «Τέτοιες ενέργειες δεν μπορούν να βρουν δικαίωση και πρέπει να καταδικαστούν ανοιχτά», τόνιζε. Παρ᾽ όλα αυτά, το 1948 είχε διαμορφωθεί μια νέα κατάσταση. Η «Στενή Αυτοάμυνα», δηλαδή οι ένοπλες παράνομες οργανώσεις στις μεγάλες πόλεις, που δεν είχαν συγκροτηθεί τα προηγούμενα χρόνια -όχι μόνο εξαιτίας των αυστηρών αστυνομικών μέτρων στα αστικά κέντρα, που εμπόδιζαν την ανάπτυξη ένοπλου κινήματος, αλλά και λόγω της αμφιταλάντευσης του ΚΚΕ μεταξύ νόμιμης και παράνομης δράσης-, ενεργοποιήθηκε. Πραγματοποίησε δε δύο επιθέσεις: Η πρώτη έγινε στη Θεσσαλονίκη την Πρωτοχρονιά σε υπηρεσιακό αυτοκίνητο, που μετέφερε αεροπόρους στο αεροδρόμιο, για να συμμετάσχουν σε επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών. Από την επίθεση σκοτώθηκαν 3 σμηναγοί και ο οδηγός. Και η δεύτερη, τον Μάιο του 1948 με τη δολοφονία του Χ. Λαδά, που αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα στην καρδιά του αστικού κόσμου. Αξίζει να επισημανθεί ότι σε υστερόχρονη έκθεση στελέχους του ΚΚΕ (Μαυρομάτης) προς το Πολιτικό Γραφείο, με ημερομηνία 4/1/1949, γινόταν αναφορά στην «υπόθεση Λαδά», αναφέροντας ότι «η υπόθεση χρειάζεται μελέτη από την άποψη ότι ενώ τόσα άλλα χτυπήματα που προετοιμάζονταν σκόνταφταν διαρκώς σε εμπόδια και τελικά δεν έγιναν, το χτύπημα Λαδά έγινε με μεγάλη ευκολία». Πάντως, αντίστοιχου χαρακτήρα και βεληνεκούς επιθέσεις δεν πραγματοποιήθηκαν ξανά μέχρι το τέλος του Εμφυλίου. Μετά τις δύο επιθέσεις και τη σύλληψη των δραστών, και στις δύο περιπτώσεις, ο μηχανισμός του ΚΚΕ στις πόλεις δέχτηκε ισχυρό πλήγμα. Στη Θεσσαλονίκη συνελήφθησαν 67 άτομα, δικάστηκαν από έκτακτο Στρατοδικείο, οι 52 καταδικάστηκαν σε θάνατο και εντός τριημέρου εκτελέστηκαν. Στις επόμενες μέρες μετά το θάνατο του υπουργού και την πραγματοποίηση της κηδείας του, υπό δρακόντεια μέτρα, επιβλήθηκε σκλήρυνση των αστυνομικών μέτρων: απαγόρευση κυκλοφορίας και συγκεντρώσεων, λογοκρισία και απαγόρευση της δημοσιοποίησης ειδήσεων για τη στρατιωτική κατάσταση πέραν των ανακοινωθέντων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, συγκρότηση Στρατοδικείων όπου θα παραπέμπονται όλοι όσοι δεν τηρούν τις παραπάνω διατάξεις. Σύμφωνα με το ΚΚΕ, η στάση της κυβέρνησης αναδείκνυε ότι «ο πανικός συνεχίζεται και πιο δυνατά ξεσπούν οι αντιθέσεις στην Αθήνα μετά την εκτέλεση του Λαδά». Αλλά η κυβέρνηση δεν αρκέστηκε σε αυτά τα μέτρα. Προχώρησε σε ομαδικές εκτελέσεις θανατοποινιτών, που υπέγραψε ο Ι. Ρέντης, ο οποίος είχε αναλάβει το υπουργείο Δικαιοσύνης. Ετσι δύο μέρες μετά τη δολοφονία Χ. Λαδά, τουφεκίστηκαν 154 άτομα, 24 στην Αθήνα και τα υπόλοιπα σε Αίγινα, Χαλκίδα, Σπάρτη, Τρίπολη, Καλαμάτα, Θεσσαλονίκη. Την επόμενη ημέρα πραγματοποιήθηκαν 30 εκτελέσεις στο Γουδί. Στις 7/5 το «Δελτίο του ΔΣΕ» έκανε λόγο για 216 εκτελέσεις μέσα σε 3 μέρες. Μέχρι τη 10η Μαΐου, 311 άτομα είχαν εκτελεστεί. Μάλιστα, σύμφωνα με καταγγελίες των κρατουμένων στις Φυλακές Αβέρωφ, οργανώνονταν, πέρα από εκτελέσεις με δικαστικές αποφάσεις, και ομαδικές δολοφονίες φυλακισμένων ανεξάρτητα από την ποινή τους. Οι ομαδικές εκτελέσεις, που θεωρήθηκαν από το ΚΚΕ (και όχι μόνο) ως αντίποινα για τη δολοφονία Χ. Λαδά, προκάλεσαν διεθνή κατακραυγή τόσο στην ΕΣΣΔ όσο και στη Δύση. Στον ξένο Τύπο βρίσκουμε πολλά σχετικά δημοσιεύματα. Ακόμη και ο εκπρόσωπος του Φορέιν Οφις ανέφερε «ότι οι εκτελέσεις προκάλεσαν σοκ και φρίκη στη διεθνή κοινή γνώμη». Επειτα από όλα αυτά, η κυβέρνηση δήλωσε ότι δεν έχει επιταχύνει τις νόμιμες διαδικασίες εκτελέσεων των καταδικασμένων σε θανατική ποινή. «Η απόφασις για εκκαθάρισιν των δικογραφιών των καταδικασθέντων σε θάνατο ελήφθη υπό της κυβερνήσεως πολύ πριν από τη δολοφονία Λαδά», ανέφερε στο Ρόιτερ ο Σοφούλης. Και ο Ι. Ρέντης συμπλήρωσε: «Εκ των 2.961 Ελλήνων καταδικασθέντων εις θάνατον διά εγκλήματα διαπραχθέντα προ και μετά την επανάστασιν του 1944, 157 εκτελέστηκαν προ της 1ης Μαΐου τρέχοντος έτους. Μετά την 1η Μαΐου εκτελέστηκαν 24 εις την Αθήνα και 19 εις την Αίγινα. Είναι ανόητο να ομιλεί κανείς για ομαδικές εκτελέσεις!». Οι αποκαλύψεις του δράστη και η δίκη Την ίδια στιγμή, στο «Ιπποκράτειο» βρισκόταν τραυματισμένος ο δράστης. Ο Ευ. Μουτσογιάννης ήταν παιδί φτωχής οικογένειας, είχε ενταχθεί στην ΕΠΟΝ το 1943 και στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ Αθήνας. Τον Σεπτέμβριο του 1944 εντάχθηκε στην ΟΠΛΑ και ως μέλος της πολέμησε στα «Δεκεμβριανά». Μετά τη Βάρκιζα έγινε δόκιμο μέλος του ΚΚΕ. Εκτοπίστηκε στην Ικαρία για τέσσερις μήνες το 1947 και το 1948 επανασυνδέθηκε με τη «Στενή Αυτοάμυνα», τον ένοπλο παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ στα αστικά κέντρα όπως προαναφέραμε. Ο δράστης, αφού διέφυγε τον κίνδυνο, άρχισε να δέχεται «επισκέψεις» για την απόσπαση ομολογίας. Σύμφωνα με υστερόχρονη αφήγησή του, ο προϊστάμενος Υπηρεσίας Διώξεως Κομμουνισμού, Ιωάννης Κροντήρης, τον επισκέφτηκε μεταμφιεσμένος σε γιατρό, προσπαθώντας να του αποσπάσει πληροφορίες. Στην αρχή έκανε ψευδείς αποκαλύψεις, «ονόματα, ραντεβού, όλα φανταστικά». Οταν όμως απειλήθηκε από τον ανακριτή και τον εισαγγελέα ότι θα έμπαιναν στο κατηγορητήριο αθώα μέλη της οικογένειάς του (είχε ήδη συλληφθεί ο αδερφός του), άρχισε να αναφέρει πρόσωπα και πράγματα. Περιορίστηκε, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, στην κατάδοση μόνο τριών στελεχών ιεραρχικά ανώτερων: των Ψωμιάδη, Χατζηκίδη και Δ. Καμπανίδη. Μάλιστα επέλεξε να στοχοποιήσει αυτούς, καθώς επρόκειτο να τον υποστηρίξουν στην επίθεση, αλλά εκείνοι τον εγκατέλειψαν. Ο Δ. Καμπανίδης έκανε και αυτός αποκαλύψεις και με τις καταθέσεις του μπήκε στη φυλακή ο Πολατίδης. 

Στις 17 Ιουνίου του 1948 άρχισε η δίκη του Ευ. Μουτσογιάννη και άλλων 8 συλληφθέντων για τη δολοφονία Λαδά. Η διαδικασία ήταν συνοπτική και σε 4 μέρες βγήκε η απόφαση. Καταδικάστηκαν σε θάνατο 8 κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο Ευ. Μουτσογιάννης. Ο Κ. Μακρίδης, παρά το γεγονός ότι ήταν εξόριστος εκείνη την περίοδο, θεωρήθηκε ηθικός αυτουργός. Τέσσερις μόλις μέρες μετά, οι έξι από τους καταδικασθέντες εκτελέστηκαν στο Γουδί, ενώ η ποινή του Ευ. Μουτσογιάννη και του Δ. Καμπανίδη μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά, καθώς σύμφωνα με δηλώσεις του αστυνομικού διευθυντή Ν. Αρχιμανδρίτη: «Και οι δύο προέβησαν εις ομολογίας και κατά τη διάρκεια της δίκης εξέφρασαν την ειλικρινή μεταμέλειά τους για το έγκλημα, κατέκριναν την αντεθνική και εγκληματική πολιτική του ΚΚΕ και γενικώς έδωσαν σαφή δείγματα ότι έπαυσαν να πιστεύουν εις τα κομμουνιστικά κηρύγματα». Ο Ευ. Μουτσογιάννης φυλακίστηκε στην Κέρκυρα και αργότερα στις Φυλακές Αβέρωφ. Αποφυλακίστηκε ύστερα από 16 χρόνια. Οπως ο ίδιος ανέφερε, παρά τις αποκαλύψεις, δεν είχε ευνοϊκή μεταχείριση, καθώς είχε δολοφονήσει υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης.

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ  - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ, ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ σελ. 98 - 104

Δείτε επίσης:

Παύλος Μπακογιάννης

Η δολοφονία του Λαμπράκη

Η δολοφονία του Κώστα Ταχτσή


Τρίτη, Ιανουαρίου 13, 2026

Η επίθεση κατά του οχυρού Ποποτλίβιτσα

Το οχυρό αυτό ευρισκόμενο στο ακραίο δυτικό τμήμα της Γραμμής Μεταξά», αποτελούσε και τον συνδετικό κρίκο με τις οχυρώσεις επί του όρους Μπέλες. Ανήκε στον Υποτομέα Ρουπέσκο, στο ομώνυμο ύψωμα του οποίου (1.828 μέτρα) υπήρχε φρουρά 350 ανδρών ενώ ακόμη δυτικότερα, επίσης οχυρωμένο, ήταν και το ύψωμα Φούρκα (1.954 μέτρα) που αποτελούσε και την υψηλότερη κορυφή ολοκλήρου του χώρου δράσεως της 5ης Ορεινής Μεραρχίας.

Προετοιμασία εκρηκτικών για χρήση κατά των έργων του οχυρού Ποποτλίβιτσα 

Το ίδιο το οχυρό ευρίσκετο επί του ομωνύμου υψώματος (1.638 μέτρα) και η κατασκευή του δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη. Τα έργα του απετελούντο από 1 απλό, 4 διπλά και 4 τριπλά πολυβολεία, 1 αντιαεροπορικό πυροβολείο, 1 ολμοβολείο, 1 παρατηρήτηριο με ολμοβολείο, 2 απλά παρατηρητήρια και 2 απλές εξόδους. Ο οπλισμός του συνίστατο σε 2 ορειβατικά πυροβόλα των 75 χλστ., 1 αντιαεροπορικό των 20 χλστ., 2 όλμους των 81 χλστ., 21 πολυβόλα, 2 οπλοπολυβόλα και 13 βομβιδοβόλα. Το μήκος των στοών επικοινωνίας ανήρχετο σε 520 μέτρα. Η φρουρά είχε δύναμη 12 αξιωματικών και 277 οπλιτών με επικεφαλής τον Λοχαγό Θελούνη. Ως αποστολή είχε την απόφραξη της οδού που οδηγούσε στο Νέο Πετρίτσι καθώς και την παροχή υποστηρίξεως στο οχυρό Ιστίμπεη με πυρά πεζικού και πυροβολικού. Σε περίπτωση επιθετικών ενεργειών προς Βουλγαρία θα εχρησιμοποιείτο ως βάση εξορμήσεως κατά του Πετριτσίου.

Κατά του οχυρού διατέθηκε από γερμανικής πλευράς το 1/85 Τάγμα Ορεινών Κυνηγών ενισχυμένο με τον 2ο Λόχο του 95ου Τάγματος Ορεινού Μηχανικού. Ως άμεση υποστήριξη διατέθηκαν 3 αντιαρματικά των 37 χλστ. και 1 ορεινό πυροβόλο των 75 χλστ.

Ωστόσο λόγω του εξαιρετικά δυσβάτου εδάφους μόνο το ορειβατικό πυροβόλο έγινε δυνατό να ταχθεί σε ύψος 1.600 μέτρων - για πραγματοποίηση απευθείας βολών κατά των θυρίδων των ελληνικών οχυρώσεων. Με την έλευση της νύκτας 5ης προς 6ης Απριλίου, τα τμήματα εφόδου κινήθηκαν προς την γραμμή εξορμήσεως που είχε προπαρασκευασθεί και είχε γίνει τις προηγούμενες ημέρες μια στοιχειώδης προσπάθεια παραλλαγής της.

Στις 05.20 της 6ης Απριλίου εκπέμφθηκαν γερμανικά στοιχεία για την εξουδετέρωση των μεθοριακών φυλακίων. Αυτά ούτως ή άλλως δεν προεβλέπετο να αντιτάξουν παρατεταμένη άμυνα και κατ' αυτόν τον τρόπο η κατάληψή τους δεν απαίτησε ιδιαίτερο κόπο. Η εν συνεχεία όμως προχώρηση αντιμετώπισε δυσκολίες. Μια διμοιρία που είχε ως αποστολή την κατάληψη του υψώματος Φούρκα απωθήθηκε από σφοδρό πυρ που είχε ως αποτέλεσμα 4 νεκρούς και 7 τραυματίες.

Μια περίπολος, ωστόσο, κατάφερε με την χρήση ορειβατικών σκοινιών να καταρριχηθεί από χαράδρες 20 - 80 μέτρων στο ρεύμα της Σουλτανίτσας, που βρίσκεται σε απόσταση 600 περίπου μέτρων από το Ποποτλίβιτσα και από εκεί να επιδιώξει να προωθηθεί και αποφεύγοντας την ελληνική παρατήρηση, να καταλάβει την γέφυρα του Στρυμώνος στην Βυρώνεια.

Κατά τις 05.40 το γερμανικό πυροβολικό άρχισε τον βομβαρδισμό των ελληνικών οχυρώσεων που διήρκεσε 24 ώρες με κατανάλωση χιλιάδων βλημάτων. Ενδιάμεσα και από ώρα 06.10 - 06.20, πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίθεση των Στούκα κατά του οχυρού. Τα αποτελέσματα όμως όλου αυτού του όγκου πυρός ήσαν σχεδόν μηδαμινά. Όταν το γερμανικό πεζικό εξόρμησε κατά των ελληνικών θέσεων αντιμετώπισε ευθύς εξαρχής άγρια αντίσταση από τα χαμηλότερα ήδη σημεία της ελληνικής αμυντικής τοποθεσίας, υποχρεούμενο τελικά να τις παρακάμψει για να συνεχίσει την επίθεση κατά των κυρίως εγκαταστάσεων του οχυρού.

Καθώς όμως οι Ορεινοί Κυνηγοί πλησίασαν το οχυρό εξαπολύθηκε εναντίον τους πυκνό και εύστοχο πυρ με συνέπεια να καθηλωθούν. Προκειμένου να συνεχισθεί η επίθεση η γερμανική διοίκηση έδωσε προτεραιότητα στην εξασφάλιση του δυτικού πλευρού με την εκτέλεση πυρών κατά της Φούρκας. Ζητήθηκε ακόμη μια φορά η συνδρομή των Στούκα αλλά και πάλι τα αποτελέσματα δεν ήσαν τα αναμενόμενα γιατί τα μεν αεροσκάφη δεν μπορούσαν να εκτελέσουν τις αναγκαίες βυθίσεις για την προσβολή των στόχων λόγω των πέριξ κορυφογραμμών τα δε ελληνικά οχυρά επεδείκνυαν ιδιαίτερη αντοχή με τον παχύ θώρακά τους από σκυρόδεμα.

Εξ' ίσου ανεπιτυχές ήταν και το πυρ του πυροβολικού, το οποίο βάλλοντας από χαμηλά και εκτελώντας έμμεση βολή είχε μεγάλο ποσοστό αστοχίας καθώς πολλά βλήματα πέρασαν επάνω από την κορυφο γραμμή καταλήγοντας στις πίσω πλαγιές. Η απόπειρα ενός λόχου Ορεινών Κυνηγών να ανέλθει από τις απότομες βόρειες πλαγιές απέτυχε πλην μιας διμοιρίας, η οποία κατάφερε να προσεγγίσει το πρώτο οχυρωματικό έργο. Χρησιμοποιήθηκαν τότε εκρηκτικά για την καταστροφή του χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ένας άλλος λόχος πέτυχε να καταλάβει δύο οχυρωματικές θέσεις χαμηλά στις βορειοδυτικές πλαγιές αλλά στην συνέχεια δέχθηκε πλευρικά πυρά από το Ιστίμπεη και την περιοχή της Σουλτανίτσας και καθηλώθηκε και αυτός.

Κατά τις 10.30 και ακολούθως στις 11.00, ζητήθηκε αντιστοίχως η επέμβαση του πυροβολικού και των Στούκα αλλά παρ' όλες τις προσπάθειες προωθήσεως, μέχρι το μεσημέρι ουδέν επετεύχθη. Το απόγευμα, το 1/85 Τάγμα Ορεινών Κυνηγών ανέφερε απώλειες 31 νεκρών και 91 τραυματιών. Δόθηκε τότε διαταγή παρακάμψεως του οχυρού και προσβολής του με έναν λόγο από νοτιοανατολική κατεύθυνση.

Ύστερα από αυτό ο 2ος Λόχος ενισχυμένος με Διμοιρία Σκαπανέων κατάφερε να ανέλθει την νύκτα της 6ης/7ης Απριλίου στο ύψωμα αλλά ύστερα από αλλεπάλληλες ελληνικές αντεπιθέσεις και την εξάντληση των πυρομαχικών του, υποχρεώθηκε να οπισθοχωρήσει. Το ίδιο βράδυ έγινε με πολύ κόπο και η μεταφορά των τραυματιών προς τα μετόπισθεν αφού οι τραυματιοφορείς υποχρεώθη και επανειλημμένα να ανεβούν σε υψόμετρο 1.600 μέτρων και κατόπιν να καλύψουν απόσταση 12 χλμ. μέχρι το Πετρίτσι. Τα τμήματα επίσης εφοδιάσθηκαν με μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών καθώς και εκρηκτικών και πετρελαίου που θα εχρησιμοποιούντο αντιστοίχως για την ανατίναξη των έργων και την έκχυση στο εσωτερικό των οχυρών για δημιουργία καπνού.

Το πρωί της 7ης Απριλίου βρήκε τον 1ο Λόχο Ορεινών Κυνηγών καθηλωμένο κάτω από την κορυφή του υψώματος Ρουπέσκο χωρίς δυνατότητα κινήσεως. Οι άνδρες χώθηκαν σε φυσικές τρύπες ανάμεσα στις εδαφικές πτυχώσεις και τους βράχους, υφιστάμενοι στην παραμικρή μετακίνηση το ελληνικό πυρ και υποφέροντας από το ψύχος, το χιόνι και την βροχή. Αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών ήταν και η εμφάνιση των πρώτων κρυοπαγημάτων. Στο οχυρό Ποποτλίβιτσα ο 3ος Λόχος προσπάθησε να προσβάλει τα οχυρώματα με εκρηκτικά χωρίς και πάλι επιτυχία ενώ υποχρεώθηκε παράλληλα να αποδυθεί σε σκληρότατο αγώνα εκ του συστάδην για να αποκρούσει συνεχείς και σφοδρές ελληνικές αντεπιθέσεις. Τέλος ο 2ος Λόχος πέτυχε κατά τις πρώτες απογευματινές ώρες να καταλάβει την βόρεια πλευρά της Σουλτανίτσας καταστρέφοντας τα εκεί οχυρώματα.

Την 8η Απριλίου, η κατάσταση σταδιακά άρχισε να γέρνει υπέρ της γερμανικής πλευράς. Ενώ ο 1ος Λόχος εξακολουθούσε να παραμένει καθηλωμένος στο ύψωμα Ρουπέσκο συμπληρώνοντας 48 ώρες παραμονής σε συνθήκες εξαιρετικού ψύχους και εκτεθειμένος στο ελληνικό πυρ, στο οχυρό Ποποτλίβιτσα έγινε δυνατή η κατάληψη 2 έργων εκ των όπισθεν. Μια διμοιρία Σκαπανέων κινούμενη εν συνεχεία από την κορυφή προς τα κάτω άρχισε την τμηματική εξουδετέρωση των οχυρωμάτων χρησιμοποιώντας εκρηκτικά, πετρέλαιο και δοχεία καπνού.

Η ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του οχυρού άρχισε να γίνεται αποπνικτική από τις αναθυμιάσεις ενώ παράλληλα εξουδετερώνοντο και η μία μετά την άλλη οι θυρίδες βολής. Ύστερα από απελπισμένο αγώνα που διήρκεσε έως την 19.00, η φρουρά υποχρεώθηκε να παραδοθεί. Έτσι από τον Υποτομέα του Ρουπέσκο, απέμεινε μόνη η φρουρά του ομώνυμου υψώματος, ακλόνητη να συνεχίζει την αντίστασή της. Τελικώς, την νύκτα της 9ης/10ης Απριλίου και αφού πληροφορήθηκε την υπογραφείσα εν τω μεταξύ παράδοση του ΤΣΑΜ ολόκληρη η δύναμη αποχώρησε σιωπηλά από το ύψωμα, διαφεύγοντας στα μετόπισθεν. Την επομένη το πρωί και αφού τα σήματά τους προς την ελληνική φρουρά έμειναν, φυσιολογικά, αναπάντητα, οι Ορεινοί Κυνηγοί ανήλθαν προσεκτικά και κατέλαβαν τις έρημες πλέον οχυρώσεις.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ, Απρίλιος 2002

Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2026

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ «ΣΩΚΡΑΤΗΣ»

Στην πραγματικότητα, αν εξαιρέσουμε το δίκτυο Αϊβάδογλου, μόνον ένα δίκτυο συνέχισε να λειτουργεί για ορισμένο διάστημα κατά τη μεταπελευθερωτική περίοδο, ακόμη και κατα τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, μέχρι να συλληφθούν ορισμένα από τα στελέχη του και να κατορθώσει τελικά να διαφύγει στο εξωτερικό ο αρχηγός του. Πρόκειται για το περιώνυμο δίκτυο «Σωκράτης», το οποίο είχε ξεκινήσει τη δράση του στην Ελλάδα πριν αρχίσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Προφανώς είναι το μακροβιότερο που υπήρξε, το πιστότερο έναντι των Γερμανών και προφανώς το αποδοτικότερο.

«Σωκράτης» ήταν το κωδικό όνομα της Λιλής Βουτσινά, στρατολογημένης από τη προπολεμική Αμπβερ γερμανικής καταγωγής Ελληνίδας, συζύγου γνωστού Αθηναίου επιχειρηματία. (Ο Έλληνας σύζυγός της, που επί Κατοχής είχε συνεργασθεί οικονομικά με τους κατακτητές, παρέμεινε στην Ελλάδα μετά την Απελευθέρωση, συνελήφθη τον Μάρτιο 1945 και δικάσθηκε σε πολυτετή φυλάκιση ως δοσίλογος).

Η ίδια ήταν πολύ κοινωνική και σχεδόν καθημερινά εμφανιζόταν σε διάφορες κοσμικές δεξιώσεις και εκδηλώσεις. Αν και επρόκειτο για φανατική εθνικοσοσιαλίστρια, η οποία χρησιμοποίησε τη θετή πατρίδα της για κατασκοπευτική δράση, απέφευγε να προπαγανδίζει ευθέως υπέρ του Χίτλερ, ακριβώς για να μπορεί να επιτυγχάνει του στόχους της. Μόνον όταν ήταν βέβαιη για τις πολιτικές - ιδεολογικές τοποθετήσεις των άλλων, εφόσον βέβαια ήταν ταυτόσημες με τις δικές της, ανοιγόταν σε συζητήσεις – και αυτό το έπραττε με τον απώτερο στόχο να ανανεώνει τους πράκτορες που εργάζονταν για λογαριασμό της. Διότι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του δικτύου «Σωκράτης» ήταν ότι τα πρόσωπα που εργάζονταν γι' αυτό δεν ήταν επαγγελματίες κατάσκοποι με κίνητρο το χρήμα, αλλά κίνητρό τους είχαν την ιδεολογία και εν προκειμένω την πεποίθησή τους για την τελική γερμανική νίκη.

Η Βουτσινά, που έμενε στο Κολωνάκι, στην οδό Ομήρου 54 και Σκουφά, είχε πάρει την απόφαση να εκτελέσει προσεκτικά και με κάθε τρόπο την αποστολή της. Όταν διαπίστωσε ότι η βρετανική αντικατασκοπία είχε μάθει για την ύπαρξη του δικτύου της και ότι μάλιστα είχε συλλάβει μερικούς από τους πράκτορές της, αποφάσισε να δραπετεύσει.

Πράγματι, κατόρθωσε να φύγει στο εξωτερικό, συναποκομίζοντας μυθώδες ποσόν, που είχε στη διάθεσή της, δεδομένου ότι παράλληλα με την κατασκοπευτική δράση της κατά την Κατοχή είχε συμμετάσχει στη διαχείριση ναυπηγείου στα Αμπελάκια Σαλαμίνας, που εργαζόταν για λογαριασμό των Γερμανών. Κατέληξε στην Αργεντινή, όπου εκεί παρέμεινε για πολλά χρόνια και ασχολήθηκε με επικερδείς επιχειρήσεις. Στην Αργεντινή διασυνδέθηκε αμέσως με άλλους αυτοεξόριστους Γερμανούς, αλλά και με μέλη της εκεί ελληνικής παροικίας.

Οι βρετανικές υπηρεσίες, που δεν υποπτεύονταν ότι ο αρχικατάσκοπος «Σωκράτης» ήταν γυναίκα, πραγματοποίησαν εξαντλητικές ανακρίσεις για να εντοπίσουν την ταυτότητα του προσώπου, που είχε καταφέρει να οργανώσει το δραστήριο αυτό κατασκοπευτικό δίκτυο. Δεν το κατόρθωσαν όμως παρά μόνον ύστερα από αρκετά χρόνια, όταν έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι επρόκειτο για τη Λιλή Βουτσινά.

Ο Άρθουρ Ζάιτς αφηγήθηκε πώς δύο Έλληνες είχαν στρατολογηθεί και ενταχθεί στο δίκτυο «Σωκράτης» :

«Στον Πειραιά υπήρχε ένας καφετζής ευφυέστατος, σωστός διάβολος. Οι δουλειές του όμως δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Στο καφενείο του σύχναζε ένας Γερμανός της υπηρεσίας σαμποτάζ, ο οποίος από καιρού εις καιρόν τον διευκόλυνε, δίνοντάς του μερικά τρόφιμα. Κάποια μέρα όμως ο Γερμανός τού πρότεινε να αναλάβει υπηρεσία σαμποτέρ. Για να μην χάσει τα τρόφιμα, ο καφετζής δέχθηκε. Άρχισε σε λίγο να εκπαιδεύεται και με έκπληξη είδε ότι όχι μόνο έπαιρνε τώρα περισσότερα τρόφιμα, αλλά και χαρτζιλίκι. Το πράγμα ήταν αρκετό δελεαστικό. Σκέφθηκε λοιπόν να βοηθήσει κάποιον φίλο του. Και χωρίς να χάσει καιρό μια μέρα τον πήγε στη γερμανική υπηρεσία και τον συνέστησε ότι δήθεν επιθυμούσε ζωηρά να εργασθεί υπέρ των Γερμανών. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε τίποτε άλλο,παρά να εξασφαλίσει μερικά τρόφιμα και λεφτά για να μην πεθάνει της πείνας.

Υπό τις συνθήκες αυτές εκπαιδεύθηκαν και οι δύο ως σαμποτέρ και τους δόθηκαν επίσης οι σχετικές βαλίτσες με τις απαραίτητες εκρηκτικές ύλες και βόμβες. Ο καφετζής επρόκειτο να δράσει στην περιοχή του λιμανιού του Πειραιά, ο δεύτερος στην περιοχή του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Πήραν λοιπόν τις βαλίτσες και ο πρώτος μεν την έκρυψε στο σπίτι του στον Πειραιά, ο δε δεύτερος επιβιβάσθηκε σε γερμανικό αυτοκίνητο και την μετέφερε στο σπίτι μιας γριάς συγγενούς του στην Κατερίνη.

Μαζί με τη βαλίτσα είχε και ένα σάκο γεμάτο από τη σκόνη που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί για τις πυρπολήσεις και τους εμπρησμούς. Η γριά την εξέλαβε για θειάφι και επειδή είχε ένα αμπελάκι αράντιστο, σκέφθηκε να το ραντίσει με αυτήν. Πήρε λοιπόν το ειδικό φυσερό, το γέμισε και άρχισε το ράντισμα. Τη στιγμή εκείνη όμως την επισκέφθηκε ένας γείτονάς της και ενώ την ρωτούσε πώς κατόρθωσε να προμηθευθεί το θειάφι, έβγαλε να ανάψει ένα τσιγάρο. Με το άναμμα του σπίρτου η σκόνη που ήταν ακόμη στον αέρα, πήρε φωτιά και το αμπέλι αυτοστιγμεί μεταβλήθηκε σ' ένα τεράστιο πυροτέχνημα.

Είχε, όπως βλέπετε, και τις κωμικές πλευρές της η υπόθεση της κατασκοπείας και του σαμποτάζ. Είναι περιττό να πούμε πως γριά και επισκέπτης δεν βγήκαν από την ιστορία αυτή παρά με αρκετά εγκαύματα.

Ο καφετζής, μετά από την αποχώρηση των Γερμανών και την είσοδο των πρώτων αγγλικών τμημάτων, θεώρησε σκόπιμο να εξαφανίσει τη βαλίτσα. Την πήρε λοιπόν κι ένα ωραίο πρωί, την έριξε στο Τουρκολίμανο».

Αλλά αυτή η πραγματική ιστορία, που αφηγείται ο περιώνυμος Ζάιτς, δεν τελειώνει φυσικά εδώ. Διότι ο δαιμόνιος καφετζής και ο απελπισμένος από την οικονομική ένδεια φίλος του, που δεν δίστασαν να εμπλακούν στα πλοκάμια της γερμανικής κατασκοπείας, νόμισαν ότι θα μπορούσαν να παίρνουν τα υπεσχημένα τακτικά επιδόματα. Τους είχε υποδειχθεί να πηγαίνουν κάθε μήνα σ' ένα κατάστημα πώλησης γραμματοσήμων στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Θεμιστοκλέους 4, και να λένε ότι είναι «άνθρωποι του Σωκράτη».

Αφού ο προαναφερόμενος καφετζής κατάφερε να εξαφανίσει τη βαλίτσα με τα εκρηκτικά, αποφάσισε να πάει στη διεύθυνση που του είχε υποδειχθεί και να ζητήσει το επίδομά του, δηλώνοντας ότι είναι διαθέσιμος για να λάβει οδηγίες δράσης. Εν τω μεταξύ, όμως, οι βρετανικές υπηρεσίες είχαν ανακαλύψει το κατάστημα που χρησιμοποιούσε ο «Σωκράτης» και, αφού συνέλαβαν τον «ταμία» του δικτύου, τον αντικατέστησαν με δικό τους άνθρωπο. Έθεσε το θέμα και, σύμφωνα με την απάντηση που πήρε, θα έπρεπε να ειδοποιήσει τους φίλους του και να έλθουν την επομένη για την πληρωμή. Ο καφετζής πράγματι ειδοποίησε τον φίλο του και την άλλη μέρα το πρωί, πήγαν και οι δύο μαζί στην οδό Θεμιστοκλέους. Εκεί, αφού δήλωσαν ποιοι ήταν, συνελήφθησαν και μ' ένα βρετανικό τζιπ οδηγήθηκαν στα κρατητήρια της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας για τα περαιτέρω. Με τον ίδιο τρόπο συνελήφθησαν και άλλα μέλη του δικτύου «Σωκράτης», όχι όμως και ο αόρατος αρχηγός που αντελήφθη τι συνέβη και κατόρθωσε να διαφύγει εγκαίρως στο εξωτερικό.

Δημοσθένη Κούκουνα - ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ 

Σάββατο, Ιανουαρίου 10, 2026

ΠΟΙΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ "ΕΦΑΓΑΝ" ΤΟΝ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ;

Το 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο πρώτος Κυβερνήτης της απελευθερωμένης πια Ελλάδας, έπεφτε νεκρός από το βόλι και το μαχαίρι των δολοφόνων. Η Ελλάδα άρχισε να"τρώει" τα παιδιά της, όπως κάποτε ο Κρόνος. Ποια συμφέροντα όμως όπλισαν αυτά τα δολοφονικά χέρια;Ποιοι Έλληνες (και ξένοι;) αντιδρούσαν στη θεμελίωση και οργάνωση του ελεύθερου νέου ελληνικού κράτους; Οι γραμμές που ακολουθούν προσπαθούν να λύσουν αυτό το αίνιγμα.


Αντί εισαγωγής

Αρχίζουμε με ένα απόσπασμα από την επιστολή του Ιω. Καποδίστρια προς τον Γ. Τερτσέτη, όταν ήρθε στην Αίγινα για την ανάληψη της διακυβέρνησης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Είναι χαρακτηριστικό του ενθουσιασμού με τον οποίο υποδέχτηκαν οι ως τότε σκλαβωμένοι Έλληνες το μεγάλο Πολιτικό. Και θυμίζει πολύ τη θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα με τα βάγια. Και... τη σταύρωση που ακολούθησε:

"... Είδα πολλά εις τη ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα, δεν είδα παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το δει. Προείδα μεγάλα δυστυχήματα δια την πατρίδα. "Ζήτω ο Κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας", εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πουλέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τις σπηλιές. Δεν ήτον το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος. Η γη εβρέχετο από δάκρυα. Εβρέχετο η μυρτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από το γιαλό ως την εκκλησία. Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού έσκιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες, γέροντες, μου εζητούσαν να αναστήσω τους αποθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω, και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ...".

Τρία χρόνια μετά, ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας έπεφτε νεκρός από το βόλι και το μαχαίρι που του κάρφωσαν δύο συμπατριώτες του, οι Γεώργιος και Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, θύματα και οι ίδιοι του εμφυλίου σπαραγμού και της διχόνοιας και κυρίως των πολλαπλών συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων, που επενέβαιναν στα Ελληνικά δρώμενα παίζοντας το δικό τους ρόλο στη διεθνή διπλωματική κονίστρα.

Αλλάς ας προσεγγίσουμε από κοντά τα ιστορικά γεγονότα, την πορεία των αντιδικιών και τη μάχη των συμφερόντων, που οδήγησαν - τότε που διακυβεύονταν η υπόσταση του Ελληνικού κράτους - στην πιο συγκλονιστική στιγμή του Έθνους και ας θυμηθούμε αυτό που ο μεγάλος φιλέλληνας και προσωπικός φίλος του Καποδίστρια Εϋνάρδος είχε τονίσει:

"Ο θάνατος του Κυβερνήτη είναι συμφορά δια την Ελλάδα. Είναι δυστύχημα Ευρωπαϊκό, δεν φοβούμαι να ειπώ. Όστις εδολοφόνησε τον Καποδίστρια, εδολοφόνησε την πατρίδα του".

Το αίτημα για έναν ηγέτη του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους γινόταν ολοένα και πιο επιτακτικό, ιδιαίτερα μετά την ανάμειξη της Αιγύπτου με το μέρος της Τουρκίας το 1826. Κοινή ήταν η διαπίστωση ότι το κενό εξουσίας διαιώνιζε την εμφύλια διαμάχη και μηδένιζε τις προοπτικές μιας πολιτικής που θα επιχειρούσε να επωφεληθεί από την απόφαση των Ευρωπαϊκών δυνάμεων – Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας να μεσολαβήσουν για την ειρήνευση Ελλήνων και Τούρκων.

Χρειαζόταν ένας ηγέτης που θα ήταν ξένος από τις διαμάχες των φατριών (πολιτικές συσπειρώσεις με οικονομική ισχύ).


Αντιπολιτευτική δράση

Η ρήξη με την κυβέρνηση ξεκίνησε σε τοπικό επίπεδο, με κύριες εστίες του αντικυβερνητικού αγώνα την Ύδρα και τη Μάνη. Στη Μάνη οι πρωτοβουλίες του νέου διοικητή Σπάρτης Ιακ. Κορνηλίου έσυραν την κυβέρνηση σε αναμέτρηση με τους Μαυρομιχαλαίους. Ο Κων/νος Μαυρομιχάλης, φθάνοντας στο Λιμένι (Μάνης) και στα Καρδάμυλα, ενώθηκε με τους στασιαστές Αντ. και Αναστ. Μαυρομιχάλη δίνοντας στη στάση χαρακτήρα γενικής εξέγερσης. Οι οπαδοί τους γύριζαν στους δρόμους ζητωκραυγάζοντας, κρατώντας σημαίες με τις προτομές του Λυκούργου και του Λεωνίδα.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης προφυλακίστηκε στο Παλαμήδι του Ναυπλίου, αφού προηγουμένως προσπάθησε να εφοδιαστεί με πολεμοφόδια και ο Κων/νος Κανάρης τον συνέλαβε στο Κατάκωλο. Υπό κράτηση βρισκόταν και ο αδελφός του Πετρόμπεη, Ιωάννης, ο επονομαζόμενος Κατσής, ενώ υπό στενή παρακολούθηση κυκλοφορούσε στο Ναύπλιο ο Κων/νος Μαυρομιχάλης. Για τον περιορισμό των αντικυβερνητικών δραστηριοτήτων ο Καποδίστριας έστειλε στην Πελοπόννησο ρουμελιώτικα τάγματα. Σοβαρότερη ήταν η αμφισβήτηση της Ύδρας. Οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες πλοίαρχοι και πρόκριτοι συμφωνούσαν να μη δεχτούν τις προτάσεις του κυβερνήτη για χορήγηση των εθνικών γαιών στους ακτήμονες, για εξόφληση χρεών και για καταβολή "επιτόπιου" φόρου. Στο ήδη φορτισμένο κλίμα προστέθηκε η αντιπολιτευτική εφημερίδα "Απόλλων" του Αναστ. Πολυζωΐδη, - όχι τόσο η ίδια όσο η κατάσχεσή της και η παράνομη επανέκδοσή της στην Ύδρα. Στην Ύδρα η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον έλεγχο του κυβερνητικού Δ. Τσαμαδού.

Τον Ιούλιο του 1831 αποφασίστηκε από τους επιτελείς της αντιπολίτευσης της Ύδρας η δυναμική αναμέτρηση με την κυβέρνηση. Η καθυστέρηση στην οργανωμένη αντίδραση οφειλόταν στο γεγονός ότι ελλείψει χρημάτων και ευρωπαϊκής στήριξης, τα κινήματα των Μανιατών και Ρουμελιωτών θα παρουσίαζαν αδυναμία. Η αντιπολίτευση φρόντισε να ενισχύσει τις θέσεις της στους οπλαρχηγούς εκείνους που ο Καποδίστριας είχε απομακρύνει από το στράτευμα κατά το σχηματισμό των ταγμάτων. Ο ενθουσιασμός πάντως που επικράτησε στην Ύδρα την περίοδο της ανοιχτής ρήξης, θύμιζε τον πολεμικό αναβρασμό του '21.


Βασικά σημεία της αντιπαράθεσης

Η δυσαρέσκεια του ταγματάρχη Τσάμη Καρατάσου κατέληξε σε αποτυχημένη ανταρσία, αφού ξεσήκωσε το τάγμα του στην Ανατολική Στερεά. Η αμφισβήτηση της κεντρικής εξουσίας που άρχισε με τη Μάνη και την Ύδρα είχε επίπτωση και στο εμπόριο, δημιουργώντας έντονο κλίμα ανασφάλειας. Η δε απόφαση έκδοσης χαρτονομίσματος θεωρήθηκε καταστροφική για τις συναλλαγές. Αποτέλεσμα ήταν η σύμπραξη των Ερμουπολιτών και των Ψαριανών της Σύρας με τη δημογεροντία της Ύδρας, δηλαδή την επίσημη αντιπολίτευση. Σ' αυτήν προστέθηκε η δυναμική υποστήριξη διανοουμένων της εποχής – Αν. Πολυζωίδης, Θ. Φαρμακίδης, Αλεξ. Σούτσος, Παν. Σούτσος, Χρ. Κονάρης, Σπ. Τρικούπης, Θ. Μανούσης, Κ. Ζωγράφος, Αλ. Μαυροκορδάτος. Η καθιέρωση συντάγματος, η βασικότερη ιδεολογική επαγγελία των αντικυβερνητικών που σχημάτισαν τη "Συνταγματική Επιτροπή", κάλυπτε ουσιαστικά τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Χαρακτηριστικά ο ιστορικός Thiersch γράφει για τους καπεταναίους: "Το σύνταγμα και η μοναρχική ιδεολογία στους ανθρώπους αυτούς στηρίζονται στην επιθυμία να λειτουργήσει ο κρατικός μηχανισμός προς όφελος αυτών και των φίλων τους".

Μεγάλη ήταν η προσπάθεια της αντιπολίτευσης να προβάλει τις θέσεις της στο εξωτερικό με δημοσιεύματα και άρθρα σε ξένες, κυρίως γαλλικές, εφημερίδες. Ο Αδαμάντιος Κοραής, ο κορυφαίος πνευματικός άνδρας της εποχής, στράφηκε κατά του καποδιστριακού καθεστώτος, μετά από βασανιστική περίοδο αναμονής. Ενώ στην αρχή είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στον Καποδίστρια, αρνήθηκε, ιδίως μετά την Ιουλιανή Επανάσταση στη Γαλλία, να τον αποδεχτεί, ισχυριζόμενος ότι "η Ελλάς δεν ανέχεται ούτε ομογενή ούτε αλλογενή δεσπότην κανένα". Ο Κοραής με το ψευδώνυμο Πανταζίδης τύπωσε τον "Διάλογο δύο Γραικών", φυλλάδιο με το οποίο φανάτισε τους αντιπολιτευτές - χαρακτηριστικό παράδειγμα της δύναμης του Τύπου που διώκεται και κυκλοφορεί λάθρα.

Τα μέτρα δίωξης των αντιφρονούντων κυρίως στο Ναύπλιο και στην Αίγινα, που υιοθέτησε η κυβέρνηση για να τους αντιμετωπίσει, συσπείρωσαν τους περισσότερους στον πυρήνα της αντιπολίτευσης στην Ύδρα.

Οι αντιφρονούντες εκτόξευσαν τα πυρά τους εναντίον της κυβερνητικής πολιτικής στο χώρο της εκπαίδευσης. Μάλιστα χαρακτήρισαν τον Καποδίστρια ως "φωτοσβέστη", γιατί δεν προχώρησε στην ίδρυση πανεπιστημίου. Ωστόσο είναι γεγονός ότι το εκπαιδευτικό έργο του κυβερνήτη υπήρξε τεράστιο: Οργάνωση της πρωτοβάθμιας και τεχνο-επαγγελματικής εκπαίδευσης (αλληλοδιδακτικά σχολεία, Εκκλησιαστική σχολή, Κεντρικό και Πολεμικό σχολείο), τη στιγμή που η αποδιοργάνωση πριν την έλευση του κυβερνήτη ήταν πλήρης. Εξάλλου η ίδρυση πανεπιστημίου εκείνη τη δεδομένη στιγμή σε μια Ελλάδα με πενιχρά οικονομικά και ανύπαρκτο εκπαιδευτικό προσωπικό ανώτερης παιδείας θα ήταν άκαιρη.


Οι Μεγάλες Δυνάμεις

Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν αντιφατική και εφεκτική σε πολλές περιπτώσεις. Εξετάζοντας τη στάση της Γαλλίας διαπιστώνουμε ότι η αντιφατικότητα που παρουσιάζει ορίζεται σε σχέση με τα πρόσωπα που βρίσκονται στην εξουσία. Όταν ο Σνάιντερ ήταν επικεφαλής του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Ελλάδα, η κατάσταση ήταν ευνοϊκή για την κυβέρνηση. Το ίδιο συνέβη και με τη Βρετανία, όταν ο υπουργός εξωτερικών Πάλμερστον είχε τεθεί υπέρ της διεύρυνσης των ελληνικών συνόρων (δεν τον είχε καταλάβει ακόμη η Ρωσοφοβία)..

Ηθική συμπαράσταση, αλλά όχι οικονομική, είχε ο Καποδίστριας από τους Γάλλους – από Ρουέν όταν έγινε η επίθεση στον Πόρο. Αργότερα όμως οι αξιωματικοί Λαλάντ και Λάιονς συμπεριφέρθηκαν υπέρ των στασιαστών. Πολλοί μάλιστα μιλούσαν για επανάσταση των αντιφρονούντων (revolution) και όχι για ανταρσία (revolte) και κατηγορούσαν τον Καποδίστρια ότι ήθελε να παραμείνει ο "απαραίτητος άνδρας". Ο Ρώσος αντιπρέσβης είχε γράψει στον υπουργό Νέσσελροντ ότι:

"Οι αντιπρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας κατακρίνουν μεν εις το φανερόν την αντιπολίτευση, αλλ' εις το κρυπτόν δεν παύουν να την υποστηρίζουν και συνδαυλίζουν κατ' αυτόν τον τρόπο την φωτιά, εκ της οποίας κινδυνεύει να προέλθει γενική και καταστρεπτική πυρκαγιά". Η αντιπολίτευση, και κυρίως οι αρχηγέτες της Κουντουριώτης, Μιαούλης, Μαυροκορδάτος, ήθελε να νομιμοποιήσει τις ενέργειές της – συνάντηση με τους αντιπρέσβεις των τριών δυνάμεων – και να αποτρέψει την έλευση ανήλικου πρίγκιπα στην Ελλάδα, γιατί τότε η αντιβασιλεία θα αναθέτονταν στον Καποδίστρια.


Η στάση στον Πόρο

Οι πιέσεις μερικών για δυναμικότερη δράση οδήγησαν στην πρώτη ένοπλη αντιπαράθεση κυβέρνησης-αντιπολίτευσης και στην κατάληψη των κυβερνητικών πλοίων στο ναύσταθμο του Πόρου. Στις 15 Ιουλίου 1831, γύρω στους 200 Υδραίους με επικεφαλής τον Αντ. Κριεζή κατέλαβαν τις ναυτικές εγκαταστάσεις στον Πόρο και τη φρεγάτα "Ελλάς" με 64 πυροβόλα. Την επομένη ο ναύαρχος Μιαούλης εγκαταστάθηκε στη φρεγάτα Ελλάς και διηύθυνε την επιχείρηση από εκεί. Ο μοίραρχος Γ. Σαχίνης και ο Χριστόδουλος Μέξης προσχώρησαν στους αντιπολιτευόμενους, ενώ ο Κ. Κανάρης αναγκάστηκε να παραδώσει την κορβέτα του, με την υπόσχεση του Μιαούλη ότι δεν θα την χρησιμοποιήσει κατά των αδελφών του.

Η νέα δημογεροντία Ερμουπόλεως (Ευστ. Σουγδουρής, Αμβρ. Σκαραμαγκάς, Α. Νίκας, Γ. Καραγιαννάκης και ο γραμματέας Λ. Ράλλης) επιδοκίμασε τις πράξεις των Υδραίων στον Πόρο και τους προέτρεψε να ξεσηκώσουν και τη Ρούμελη. Ο Ρίκορντ προσπάθησε με ελιγμούς των πλοίων του να αποσοβήσει την κρίση, αποκλείοντας στενότερα Υδραίους και Ποριώτες. Οι εκπρόσωποι των Αγγλογάλλων δεν αναμείχθηκαν.

Ο Μιαούλης αντέδρασε και το κανόνι του φρουρίου του Πόρου έβαλε κατά των ρωσικών πλοίων. Η σύγκρουση ήταν δραματική με θύματα Ρώσους και Έλληνες. Ο Ρίκορντ αποφάσισε να εκδικηθεί την προσβολή της ρωσικής σημαίας, με κάποια προτροπή των Καλλέργη και Ρούφου, και να παρέμβει δυναμικά. Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Καποδίστριας διέταξε τη ρωσική επίθεση. Την 1η Αυγούστου τα ρωσικά πλοία κινήθηκαν επιθετικά, ενώ οι κορβέτες "Ύδρα" και "Ελλάς" ανατινάχθηκαν από τον Μιαούλη. Ο ίδιος και μερικοί Υδραίοι κατέφυγαν στο νησί τους. Τα κυβερνητικά στρατεύματα, θέλοντας να εκδικηθούν το γεγονός, λεηλάτησαν τον Πόρο, μαζί και το σπίτι όπου ο κυβερνήτης είχε τα έπιπλά του.

Μετά τη σύγκρουση στον Πόρο, ο Καποδίστριας απέκλεισε τα πλοία της Ύδρας από όλα τα λιμάνια του κράτους. Με την έκθεση του Γραμματέα Δικαιοσύνης παραπέμπονταν σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας τα μέλη του Κοινού της Ύδρας Λ. Κουντουριώτης, Ιω. Ορλάνδος, Δ. Βούλγαρης, Ιω. Κριεζής και οι Γ. Κουντουριώτης, Μαυροκορδάτος, Μιαούλης, Σαχίνης, Α. και Δ. Κριεζής, Ιω. Φαλάγκας, Φαρμακίδης, Πολυζωίδης, Ν. Γκίκας.

Τον Αύγουστο του 1831, αφού προηγήθηκαν συνεννοήσεις με τους Μανιάτες, το υδραϊκό πλοίο "Απόλλων" κατευθύνθηκε στη Μάνη με επικεφαλής τον Εμμ. Βούλγαρη και τους Σπηλιωτόπουλο, Παπαλεξόπουλο, Παπαθανασόπουλο. Η επιτροπή αυτή σε συνεργασία με τον Κατσάκο Μαυρομιχάλη και τη Συνταγματική Επιτροπή Σπάρτης, πέτυχε να στρατολογήσει πάνω από 1.000 Μανιάτες. Στις 3 Σεπτεμβρίου εισήλθαν στην Καλαμάτα και τη λεηλάτησαν, αφού πρώτα απομάκρυναν τους κυβερνητικούς του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Ο πατέρας του και τόρθωσε να επαναφέρει την τάξη στην περιοχή. (Δυτική Μάνη κατά Κατσάκου).

Η εφημερίδα "Απόλλων" συνέχιζε το προπαγανδιστικό της έργο. Στο επίπεδο των συλλογικών συμπεριφορών η διάδοση υπερβολικών κατηγοριών είχαν μεγάλη εμβέλεια και φανάτιζαν τον κόσμο. Στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο εντάσσεται και η ποιητική δραστηριότητα του Αλεξ. και Παν. Σούτσου. Με τα ποιήματα και τις σάτιρες καλούσαν άμεσα τους στρατιωτικούς να ανατρέψουν τον Καποδίστρια. Οι σκωπτικοί τους στίχοι έγιναν τραγούδι και σύνθημα, όπως "το σπαθί, το σπαθί, το τουφέκι μας στο χέρι" και άλλα παρόμοια επαναστατικά.

Ακόμη και μετά το θάνατο του Καποδίστρια ο "Απόλλων" διατυμπάνιζε ότι "αγανάκτησις ώθησε τους Μαυρομιχάληδες στο να απαλλάξουν το έθνος από το τέρας της τυραννίας", ενώ ο Αλ. Σούτσος παρομοίασε τους δύο δολοφόνους με τους τυραννοκτόνους της αρχαιότητας Αρμόδιο και Αριστογείτονα. Μάλιστα, μετά το φονικό ο εκδότης Πολυζωίδης ανακοίνωσε ότι έπαυε την έκδοση της εφημερίδας "διότι ο σκοπός επετεύχθη, ο τύραννος εξέλιπε".


Η δολοφονία του Καποδίστρια

Το πρωί της Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 επήλθε το τέλος: ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε από τον Γεώργιο και τον Κων/νο Μαυρομιχάλη, γιο και αδελφό του Πετρόμπεη, μπροστά στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Ο σωματοφύλακας του Καποδίστρια, ο Κρητικός Γεωρ. Κοζώνης, τραυμάτισε τον Κ. Μαυρομιχάλη, ο οποίος στη συνέχεια λιντσαρίστηκε και σκοτώθηκε οικτρά από το οργισμέ-μνα πλήθος. Ο Γ. Μαυρομιχάλης, με τους συνεργούς του Αντ. Γεωργίου και Ιω. Καραγιάννη κατέφυγαν στη γαλλική πρεσβεία. Ο Ρουέν όμως τους παρέδωσε στους Έλληνες με τον όρο να δικαστούν.

Σε στρατιωτικό δικαστήριο στο Ναύπλιο, ο Γ. Μαυρομιχάλης καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Από τους συνενόχους, ο Ι. Καραγιάννης καταδικάστηκε σε θάνατο και ο Α. Γεωργίου σε πολυετή φυλάκιση. Σύμφωνα με μαρτυρία του Καραγιάννη και του Σπηλιάδη, στη συνωμοσία μετείχαν οι Λόντος, Καλαμογδάρτης και ο πολιτάρχης Ναυπλίου Π. Χρυσανθόπουλος ή Κακλαμάνος.

Εξαιτίας της πολιτικής του Καποδίστρια η οικογένεια Μαυρομιχάλη είχε χάσει σημαντικά έσοδα στη Μάνη και η προηγούμενη μεγάλη επιρροή τους στην περιοχή είχε κλονιστεί επικίνδυνα. Τα σημαντικότερα μέλη της οικογένειας βρίσκονταν στη φυλακή. Τα θιγμένα προνόμια ήταν μια καλή αιτία για δράση. Εξάλλου ο φόνος ως εκδίκηση – βεντέτα – ήταν συνήθης πρακτική στην κοινωνία των Μανιατών.

Μάλιστα φήμες της εποχής πρόδιδαν ότι οι Μαυρομιχαλαίοι θα εκδικηθούν με φόνο τον κυβερνήτη, ο ίδιος όμως δεν φανταζόταν ότι οι αντίπαλοί του θα κατέφευγαν στην εσχάτη πράξη ως λύση για τις διαφορές τους με τη νόμιμη κυβέρνηση.

Ο Ν. Σπηλιάδης, στο έργο του "Απομνημονεύματα" αναφέρει ότι ο πρώτος που εκδήλωσε την ιδέα δολοφονίας του κυβερνήτη ήταν ο Κ. Ζωγράφος, ο οποίος σφύριξε στο αυτί του Λόντου "ένα πιστόλι θα μας σώσει από τον άνθρωπο τούτον".

Η δολοφονία του Καποδίστρια δεν ήταν αποτέλεσμα ευρύτερης συνωμοσίας, στην οποία διευθυντικό ρόλο είχαν οι ξένοι παράγοντες ή η ηγεσία της αντιπολίτευσης στην Ύδρα.

Επηρέασαν όμως αυτές οι δυνάμεις στην καλλιέργεια κλίματος φανατισμού και όξυναν σε τέτοιο βαθμό τα πάθη και τις αντιδικίες, ώστε όταν το "ποτήρι ξεχείλισε" το στυγερό έγκλημα ήρθε ως η αναπόφευκτη συνέπεια. Εξάλλου η Αγγλία και η Γαλλία ήθελαν την εμφύλια διαμάχη των Ελλήνων για να φαλκιδευτεί η υπόσταση της νέας Πολιτείας που απειλούσε να εξελιχτεί σε ναυτική και εμπορική δύναμη. Ουσιαστικά η δολοφονία του Καποδίστρια ήταν το όπλο που διέθεταν τα πιο παραδοσιακά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας για να υπερασπίσουν την κοινωνική τους υπόσταση.

Η είδηση της δολοφονίας του Πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας συγκλόνισε τους πολλούς, το λαό, τους αγρότες της Πελοποννήσου κυρίως που έχασαν τον προστάτη τους. Σκηνές απερίγραπτης οδύνης επακολούθησαν από την πένθιμη ακολουθία. Το σώμα του Καποδίστρια ταριχεύτηκε και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα ως τη μέρα της κηδείας του στις 18 Οκτωβρίου 1831, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύπλιο.

Τον επικήδειο λόγο στη νεκρώσιμη ακολουθια εκφώνησε ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ. Η νεκρική πομπή πέρασε από μεγάλο τμήμα της πόλης και οι προσόψεις των σπιτιών ήταν πένθιμα στολισμένες.

Στη "Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος", που τυπωνόταν για μεγάλο διάστημα με χοντρό πένθιμο περιθώριο, δημοσιεύτηκαν όλες οι ειδήσεις για το φονικό και οι πάνδημες συγκλονιστικές εκδηλώσεις του λαού. Ο Θ. Κολοκοτρώνης, που έμαθε την απίστευτη είδηση στην Τριπολιτσά, δηλώνει στη "Διήγησή" του με μια φράση τον εθνικό συγκλονισμό:

"Την αυγήν οπού το έμαθαν οι πολίτες της Τριπολιτσάς, έμειναν νεκροί. Άφησαν τα εργαστήριά τους, τις δουλειές τους,και επερπατούσαν στους δρόμους σαν τρελλοί...".

Αναφορές του ανώνυμου λαού που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα φανερώνουν το μέγεθος της συμφοράς:

"Θρηνεί η Ελλάς, διότι βλέπει εαυτήν χήραν, τα τέκνα της ορφανά, την ύπαρξίν της εις το άδηλον εκτεθειμένην. Θρηνεί διότι έχασε το παν...".

Μετά το συγκλονιστικό γεγονός, σχηματίστηκε τριμελής Διοικητική Επιτροπή, για την προσωρινή διακυβέρνηση του κράτους, από τους Ιω. Κωλέττη, Αυγουστίνο Καποδίστρια και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μέχρι το Μάρτιο του 1832. Στα χρόνια της Αντιβασιλείας διώχθηκαν από τους αντιπάλους τους, ανασυγκροτήθηκαν όμως και ισχυροποιήθηκαν μέχρι το 1850, προμάτλοντας την καποδιστριακή διοίκηση ως τη μόνη εγγύηση για την ευημερία, ενισχυόμενοι στην ιδεολογία τους και από τα πολλά τρωτά του Οθωμανικού καθεστώτος και τα σκληρά μέτρα της δυναστείας.

Έτσι χάθηκε πρόωρα μια μεγάλη πολιτική φυσιογνωμία, που προσπάθησε - έστω και με σκληρά μέτρα -- να βάλει κάποια τάξη στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Για μια ακόμα φορά αποδείχτηκε ότι οι Έλληνες δεν ήταν ώριμοι να αφομοιώσουν τα ριζοσπαστικά-ευρωπαϊκά μέτρα του Καποδίστρια. Αλλά το φταίξιμο ίσως δεν ήταν δικό τους. Έφταιγε η ανατολίτικη νοοτροπία που τους είχε διαποτίσει επί 4 ολόκληρους αιώνες.


Δήμητρα Ρετσινά

(ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ)

Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2026

Πως είδε ο ξένος Τύπος την διακυβέρνηση του Ι. Μεταξά

 Α. ΓΕΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Η «Εφημερίς τοῦ Χρηματιστηρίου» του Βερολίνου: «Κατεστραμμένα οικονομικά, Εθνική Οικονομία σοβαρῶς κλονισμένη, ή Κοινωνική ειρήνη διαταραχθεῖσα ἀπό ανατρεπτικά στοιχεῖα, Εθνικόν νόμισμα κινδυνεύον, ἰδού ἡ ὀλεθρία κατάστασις, πρό τῆς ὁποίας ευρέθη ή Κυβέρνησις Μεταξά, ἡ ὁποία μέ ἀποφασιστικότητα ἐγκαθίδρυσε τόΔυναμικόν Καθεστώς, θέσασα ἐκποδών τόν Κοινοβουλευτισμόν. Κολοσσαῖον ἦτο τό ἔργον, τό ὁποῖον εἶχε νά ἐπιτελέση. Επρεπε νά έπαναφέρη τήν τάξιν, νά ἀποκαταστήση την πειθαρχίαν, νά ἐξυψώση ἐκ νέου τό ηθικόν καί ὑλικόν ἐπίπεδον τοῦ λαοῦ, νά ἀναδιοργανώση τήν Ἐθνικήν ἄμυναν. Ἡ Κυβέρνησις Μεταξᾶ ἐπελήφθη ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων μετά μεγάλου θάρρους, οὕτως ὥστε νά δύναται νά λεχθῆ ὅτι ἡ γενική κατάστασις εἶναι σήμερον αἰσθητῶς βελτιωμένη, καί ὅτι τό μέλλον παρουσιάζει πολλάς υποσχέσεις».


ΑΓΓΛΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Η «Μόρνιγκ Πόστ» του Λονδίνου:

«Εἶναι εἰς τό ἐνεργητικόν τῆς Κυβερνήσεως Μεταξά ή ταχεῖα καί ἀποφασιστική δράσις διά τήν διατήρησιν τῆς τάξεως, ή δικαία λύσις τῶν προβλημάτων έργασίας, τά άποτελεσματικά μέτρα ὑπέρ τῆς δημοσίας ὑγείας, τῶν δημοσίων ἔργων, ὑπέρ τῶν ἀγροτικῶν προβλημάτων, τῶν ζητημάτων τῆς Ἐθνικῆς Αμύνης, ὡς καί ἡ διατήρησις καί προαγωγή των φιλικών σχέσεων μέ ὅλας τάς ἄλλας χώρας».

Τά «Ἰουδαϊκά Χρονικά» του Λονδίνου:

«Εἰς ἀκρόασιν παρασχεθεῖσαν ὑπό τοῦ Πρωθυπουργού κ. Μεταξὰ εἰς τόν ᾿Αρχιρραβῖνον δόκτορα Κορέτζ, ἐδόθησαν διαβεβαιώσεις περί τῆς κυβερνητικής συμπαθείας. Εἰς τήν Ιουδαϊκήν Κοινότητα Θεσσαλονίκης ἐχορηγήθη ὑπό τῆς Κυβερνήσεως βοήθημα ἐπ᾿ εὐκαιρία τῶν ἑορτῶν».


ΓΑΛΛΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Ο «Χρόνος» τῶν Παρισίων:

Ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζει την προσπάθειαν τοῦ κ. Μεταξᾶ εἶναι, ὅτι δέν εἶναι κομματάρχης, ἀλλ᾽ ἕνας ἀνεκτικός πολίτης καί, ἂς εἴπωμεν τήν λέξιν, φιλελεύθερος. Αναλαβών τήν οίκονομικήν καί κοινωνικήν ανόρθωσιν τοῦ Ἐθνους, καθ᾽ ἣν ὥραν ἡ ἀναρχία ἠπείλει τήν Χώραν, ἐκκαθάρισεν ἁπλῶς αὐτήν ἀπό τά βάρβαρα σπέρματα τοῦ Μαρξισμού».

Τό ἴδιο ἔγκυρο δημοσιογραφικό έντυπο, γράφει σέ ἄλλο φύλλο:

«Ο στρατηγός Μεταξάς εγκατέλειψε τάς τάξεις του στρατοῦ διά νά ἐπιδοθῇ εἰς τήν πολιτικήν, τήν κοινωνιολογία, την φιλοσοφίαν καί ἐπί εἴκοσιν ἔτη καθώρισε τό σύστημα, τό ὁποῖον ἐφαρμόζει σήμερον εἰς τό Δυναμικόν καθεστώς, τό ὁποῖον τόν Αὔγουστον τοῦ 1936 ἔθεσε τέρμα εἰς μακράν περίοδον ἐσωτερικῆς ἀναρχίας, ἀνικάνου κοινοβουλευτισμοῦ, τήν παραμονήν τῆς ἡμέρας, καθ᾿ ἂν ἡ Ἑλλάς θά ἐγνώριζεν ἴσως τήν τύχην τῆς Ισπανίας».

Τό «Βῆμα τῶν ᾿Εθνῶν» τῶν Παρισίων, εἰς ἄρθρον τοῦ διακεκριμένου γερουσιαστοῦ κ. Λεμερύ: «Σήμερον ὅλος ὁ κόσμος αναγνωρίζει την ειλικρίνειαν τῶν προθέσεων του Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος, τήν μετριοπάθειαν τῶν πράξεών του, τήν ὀρθότητα τῶν ἀντιλήψεών του. Ο κ. Μεταξᾶς πραγματοποιεῖ ἔργον, παρόμοιον πρός ὅ,τι μετ᾿ ἐπιτυχίας ἐπετέλεσεν ὁ κ. Σαλαζάρ, εἰς τήν χώραν ἐκείνην, τήν ὁποίαν ἀφῆκαν ἡμιθανῆ οἱ ἐμφύλιοι σπαραγμοί: Τήν Πορτογαλίαν. Δέν ἔχομεν ἤ νά ὑποκλιθῶμεν πρό τοιούτου ἔργου. Ἕνας λαός, ἀποβλέπουσα ἤ εἰς τήν εὐτυχίαν καί τήν εὐημερίαν τοῦ Ἔθνους καί διαθέτουσα τόν ἀναγκαῖον καιρόν, ἵνα φέρη εἰς πέρας τό ἀναληφθέν ἔργον, ἀποτελοῦν βεβαίως θαύματα».


ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Ο «Διπλωματικός καί Προξενικός Αγγελιαφόρος» τῆς Ρώμης:

«Χάρις εἰς τήν σώφρονα πολιτικήν του Μεταξά, ή Ελλάς ἐπανεῦρε τόν ἀναγεννητήν, τόν ὁποῖον εἶχε τόσην άνάγκην. Δύναταί τις νά εἴπη ὅτι ή Ελληνική αναγέννησις εἶχεν ὡς ἀφετηρίαν τήν 4η Αυγούστου του 1936, ἡμέραν, κατά τήν ὁποίαν ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς ἀνέλαβεν ὑπό τήν εύθύνην του τήν ἐξουσίαν ὡς Αρχηγός της Εθνικής Κυβερνήσεως. Ἡ ἄνοδος εἰς τήν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ι. Μεταξά, τῇ ἐγκρίσει του Ανακτος καί χωρίς να χυθῆ σταγών αἵματος, ἤνοιξε διάπλατα τήν θύραν εἰς τήν ήθικήν καί ὑλικήν ἀναγέννησιν, ἥτις εἰς μίαν ῾Ελλάδα συνετῶς κυβερνωμένην διά ἠμπορεῖ νά μή ἀνταποκριθῆ εἰς μεγαλυτέραν εὐστάθειαν πολιτικήν καί στρατιωτικήν, εἰς τήν πρόοδο καί εἰς τήν οἰκονομικήν ευρωστίαν».


ΕΛΒΕΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Η «Εφημερίς τῆς Λωζάννης»:

«Ο κ. Μεταξάς, εἶναι τό ἐνεργόν πνεῦμα, ὁ νοῦς τῶν θαρραλέων ἀποφάσεων, ὁ ἐπίμονος καί ἀκούραστος έργάτης. ᾿Απαλλάξας τήν χώραν του τῶν ἀκάρπων κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων καί τῶν ἐκλογικῆς φύσεως ζητημάτων, ἅτινα ἄλλοτε ἀερρόφων δραστηριότητος εἰς τό ἔργον τῆς οἰκονομικῆς, στρατιωτικής, κοινωνικής, υλικῆς καί ἠθικῆς ἀνορθώσεως τῆς Χώρας. Ἡ διακυβέρνησίς του απέδωσεων ἤδη τά πλέον ὀφθαλμοφανῆ ἀποτελέσματα».

Ἡ « Ἐφημερίς τῆς Λιέγης»:

«Δέν δύναταί τις παρά νά θαυμάση τό ἐπιτελεσθέν ὑπό τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔργον, "μεγαλούργημα", παρόμοιον εκείνου τῶν ᾿Αθηναίων τῆς ἐποχῆς τοῦ Θεμιστοκλέους, μετά τήν δήωσιν τῆς πόλεως ὑπό τῶν Περσῶν».


ΟΛΛΑΝΔΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Η «Ημερησία» του Χάρλεμ:

«Αἱ ἐπιτελεσθεῖσαι ἐν Ελλάδι, πρόοδοι, ἀφ᾿ ἧς ἀνέλαβε τήν ἐξουσίαν ή Κυβέρνησις Μεταξά, εἶναι πραγματικῶς ἀξιοθαύμαστοι».


ΟΥΓΓΡΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Η «Πέστερ Λόϋδ» τῆς Βουδαπέστης:

«Εἷς τῶν πρώτων σκοπῶν τῆς δυναμικῶς ὠργανωμένης Κυβερνήσεως Μεταξά, ἦτο, μαζί μέ τήν ἐξυγίανσιν τῶν ἐξαρθρωμένων οἰκονομικῶν καί τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ή αναδιοργάνωσις τῆς Ἐθνικῆς Αμύνης. Πέραν ὅμως αὐτοῦ, ὁ Στρατηγός Μεταξᾶς ἐγκαθίδρυσε μίαν πραγματικήν άστικήν δικτατορίαν, πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς ᾿Εθνικῆς Αναγεννήσεως καί τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τῆς Χώρας, ἀνορθώσεως, ἡ ὁποία καί πραγματοποιεῖται».


ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΥΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Ἡ «Πράβδα» τοῦ Βελιγραδίου:

«Ο κ. Μεταξᾶς ἐπανέφερε τήν τάξιν καί ἀνύψωσε τό ἐπίπεδον τοῦ ῾Ελληνικού πολιτισμού, συμφώνως μέ τήν προκήρυξιν του πρός τόν Ελληνικόν λαόν κατά τήν έγκαθίδρυσιν τοῦ Νέου καθεστῶτος εἰς Ἑλλάδα. Ἐν Ἑλλάδι ἐπικρατεῖ παραδειγματική τάξις, ἥτις κατέστησε δυνατόν ἵνα ὁλόκληρος ὁ λαός κατευθύνη τάς προσπαθείας του πρός παραγωγικήν ἐργασίαν".


ΡΟΥΜΑΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Η «Νεάμουλ Ρωμουνέσκ» του Βουκουρεστίου:

«Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Μεταξᾶ ἐπέβαλεν εἰς τήν πατρίσα τό Σπαρτιατικόν ἰδεῶδες τῆς αὐτοθυσίας καί τῆς ἀκαταπαύστου έργασίας, προσαρμόζουσα αυτήν πρός τάς προοδευτικάς ἰδέας τοῦ 20οῦ αἰῶνος».



ΑΛΒΑΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Ἡ «Ντίτα» των Τιράνων:

«Ο κ. Μεταξᾶς ἤρχισεν ἀμέσως καί ἐξηκολούθησεν άδιαλείπτως ἐπί δύο τώρα ἔτη νά ὀργανώνη τήν Χώραν ἀπό πάσης ἀπόψεως. Ωργάνωσε καί ἀνεγέννησε τήν ῾Ελληνικήν οἰκονομίαν καί ἐφήρμοσε νέα συστήματα εἰς τά οἱκονομικά τῆς Χώρας του καί σήμερον βασιλεύει παντοῦ ἡ μεγαλυτέρα τάξις. Οἱ ἐργάται καί οἱ ἐργοδόται συνεργάζονται ἁρμονικῶς ὑπό τήν αμερόληπτον καθοδήγησιν τοῦ Κράτους. Οὕτω, θέσας ὑγιεῖς βάσεις ὁ κ. Μεταξᾶς, ἡδυνήθη νά ἐπιτελέση τό ηθικόν ἔργον, τό ὁποῖον μαρτυρεῖ ἡ ἰσχυρά Εθνική Ένωσις».


ΚΙΝΕΖΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Ἡ «Τσάϊνα-Πρές» τῆς Σαγκάης:

«Καθ᾽ ἅ φαίνεται ἀπό τάς πληροφορίας μας ἐπί τοῦ προκειμένου, ἡ Ἑλλάς ὑπό τό καθεστώς του Στρατηγού Ι. Μεταξᾶ, εἰσῆλθεν εἰς νέαν ἐποχήν, από πάσης ἀπόψεως. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος, διά τόν ὁποῖον ἡ 4η Αὐγούστου εἶναι σπουδαία ημέρα εἰς τήν ἱστορίαν τῆς ἀρχαίας αὐτῆς Χώρας».


Β. ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Τά «Ημερήσια Νέα» τῆς Στουτγάρδης:

«Σήμερον ὁ Ἕλλην ἐργάτης, ὁ ὁποῖος ἐκινδύνευε νά ἀποβῆ ἄβουλον ὄργανον εἰς τάς χεῖρας τῆς Γ΄ Διεθνοῦς, εἶναι ὁ πλέον ευχαριστημένος ἄνθρωπος τῶν Βαλκανίων. Ἔχει ἡμερομίσθιον, μέ τό ὁποῖον ἠμπορεῖ νά ζήση, ἔχει τήν κοινωνικήν πρόνοιαν, τήν ὁποίαν χρειάζεται, καί ἐπιδεικνύει πραγματικά Εθνικά αἰσθήματα. Ἡ ἰδέα περί καιθορισμοῦ τῆς 4ης Αυγούστου, τῆς ἡμέρας τῆς μεταβολῆς, ὡς μονίμου ᾿Εθνικῆς ἑορτῆς, δέν προῆλθεν ἀπό τήν Κυβέρνησιν, ἀλλά ἀπό τά ἐργατικά σωματεία».


ΑΓΓΛΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Το «Μόρνιγκ Πόστ» του Λονδίνου:

«Ἡ φιλεργατική πολιτική τῆς Ἑλληνικῆς Ἐθνικῆς Κυβερνήσεως θά ἀποδείξη ὅτι οἱ ἐργάται δύνανται να καλλιτερεύσουν την κατάστασίν των διά τῆς νομίμου ὁδοῦ, χωρίς να καταφύγουν εἰς τόν κομμουνισμόν».


ΕΛΒΕΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Το «Βῆμα τῆς Λωζάννης»:

«Τό ἔργον τοῦ νέου καθεστῶτος ἐν Ελλάδι ὑπῆρξεν ιδίως ἐξαιρετικῶς γόνιμον, ὅσον ἀφορᾶ τάς κοινωνικάς μεταρρυθμίσεις. Οὕτω, παρά τήν δυσαρέσκειαν τῶν ἐν ἀργία πολιτικῶν, ἡ ἀνάγκη τῆς Ἐθνικῆς ἑνώσεως έπεβλήθη εἰς τήν Χώραν. Η ανατρεπτική προπαγάνδα εναντίον τῆς πατρίδος, τῆς θρησκείας καί τῆς οἰκογενείας ἐξέλιπεν ἀπολύτως. Σήμερον, χάρις εἰς τάς συλλογικάς συμβάσεις, ἐργάται καί ἐργοδόται μανθάνουν να συνεργάζωνται ὑπό τή ἀμερόληπτον αἰγίδα τοῦ Κράτους».


ΠΟΛΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Ὁ «Ταχυδρόμος» τῆς Βαρσοβίας:

«Η Δικτατορική Κυβέρνησις Μεταξά έκαμε πλεῖστα ὅσα διά νά καλλιτερεύση ή θέσις τῶν μεγάλων μαζῶν. Ίδρυσε διά τούς έργάτας τάς Κοινωνικός Ασφαλίσεις, ἐβοήθησε τήν γεωργίαν καί οὕτω κατ᾽ οὐσίαν οἱ διεθνισταί δέν εἶναι εἰς θέσιν νά ὑποσχεθοῦν εἰς τάς μάζας τίποτε ἐπί πλέον».


ΕΣΘΟΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Η «Ούες Νέστι» τοῦ Τάλιν:

«Ὅσον ἀφορᾶ τήν βελτίωσιν τῆς κοινωνικής πολιτικής, ὁ κ. Μεταξᾶς ἐπετέλεσε κολοσσιαίαν έργασίαν. Εἰσήγαγε πολλάς μεταρρυθμίσεις σχετικάς μέ τήν κοινωνικήν πρόνοιαν. Αἱ κυριώτεραι ἐξ αὐτῶν εἶναι αἱ συλλογικαί συμβάσεις, διά τῶν ὁποίων καθορίζεται κατώτατον ἡμερομίσθιον, ἡ ἐπέκτασις τοῦ ὀκταώρου εργασίας καί ἡ ἐφαρμογή τῆς Κυριακῆς ἁργίας».


ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΥΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Ἡ «Πράβδα» τοῦ Βελιγραδίου:

«Τά κυριώτερα μέτρα κοινωνικῆς φύσεως, ἅτινα έλαβεν ή Κυβέρνησις διά τήν βελτίωσιν τῆς θέσεως τοῦ ἐργάτου, εἶναι αἱ συλλογικαί συμβάσεις, ἡ ὀκτάωρος εργασία εἰς τήν βιοτεχνίαν καί τήν βιομηχανίαν, ή αύστηρά έφαρμογή τῆς Κυριακῆς ἀργίας, ἡ καθίερωσις κατωτάτου ορίου ἡμερομισθίου κ.ἄ. Διά νόμου, εἴκοσι δύο βιομηχανίαι ήναγκάσθησαν νά ἐφαρμόσουν τήν ὀκτάωρον έργασίαν».


ΑΛΒΑΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Ἡ «Στύπι» τῶν Τιράνων:

«Τό ὑπό τόν κ. Μεταξαν καθεστώς ἤλλαξε τήν ὄψιν τῆς Χώρας καί ἐντός μικροῦ χρονικού διαστήματος ἀπό τῆς ἀνόδου του εἰς τήν ᾿Αρχήν, ὁ Πρωθυπουργός ἐνεκαινίασε μίαν νέαν κοινωνικήν πολιτικήν μέ βάσεις ἐθνικάς καί ἀνθρωπιστικάς, αἵτινες ἐξύψωσαν τήν ἀξίαν τοῦ ἐργάτου καί τῆς ἐργασίας καί ἐνίσχυσαν τό πατριωτικόν αἴσθημα. Ιδρύθηκαν ἰδιαίτεραι οργανώσεις διά τήν ῾Ελληνικήν έργατικήν τάξιν καί εὐρεῖα νομοθεσία περί έργασίας καί ἐργάτου ἐξησφάλισε τήν ἀνακαίνισιν τῆς Ἑλλάδος».


ΑΡΓΕΝΤΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ

Τά «Τυπογραφικά Νέα» του Μπουένος Ἄϋρες: «Ο κ. Μεταξᾶς δέν δεικνύει ἀδυναμίαν, ἐργάζεται μέ ἐπιμονήν καί ἐκδίδει διατάγματα ευεργετικά διά τόν λαόν. Μεταξύ τῶν τελευταίων μεταβολῶν εἶναι ἡ ὑποχρεωτική διαιτησία δι᾿ ὅ


λας τάς βιομηχανικάς διαφοράς, ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐργασίμων ὡρῶν, περιορισμός εἰς τήν ἐξαγωγήν κεφαλαίων ἐκ τοῦ τόπου και καθορισμός τῶν τιμῶν τῶν διαφόρων εἰδῶν».

Πηγή κειμένου: Νικολάου Καρρά: Ιωάννης Μεταξάς 

Σχετικοί σύνδεσμοι:

Ο βασιλιάς Γεώργιος Β' και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου

ΕΟΝ: Μια ιδιότυπη φασιστική οργάνωση

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΝΕΟΛΑΙΑ»