Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 25, 2025

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΠΑΥΛΟΣ Α'

Γεννημένος στην Αθήνα το 1901, υπήρξε o τριτότοκος γιος του βασιλέως Κωνσταντίνου Α' και της βασιλίσσης Σοφίας. Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και στη συνέχεια ονομάστηκε αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού. Το 1917 ακολούθησε τον έκπτωτο πατέρα του στο εξωτερικό και το 1929, μετά τον θάνατο του εστεμμένου αδελφού του Αλέξανδρου A', αποποιήθηκε το στέμμα που του προσφερόταν από την κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου. Επανήλθε στην Ελλάδα μετά την εκλογική νίκη της αντιβενιζελικής παράταξης και την επάνοδο στον θρόνο του Κωνσταντίνου Α' (Νοέμβριος 1920).

Κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία υπηρέτησε ως αξιωματικός του καταδρομικού «Έλλη». Διάδοχος του θρόνου μετά τη δεύτερη εκθρόνιση του πατέρα του και την άνοδο στον θρόνο του αδελφού του Γεωργίου Β' (Σεπτέμβριος 1922), εγκατέλειψε και πάλι την Ελλάδα το 1923 και παρέμεινε στο εξωτερικό (κυρίως στην Αγγλία) σε όλη την περίοδο της μεσοπολεμικής Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1935).

Μετά την παλινόρθωση της βασιλείας και την αποκατάσταση του Γεωργίου Β' στον θρόνο, ο Παύλος Α' επέστρεψε τον Νοέμβριο 1935 στη χώρα και ανέλαβε πάλι καθήκοντα διαδόχου. Στα χρόνια της δικτατορίας Μεταξά ολοκλήρωσε τις στρατιωτικές του σπουδές και παράλληλα συνέβαλε στην ανάπτυξη της «Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας» (ΕΟΝ). Το 1938 παντρεύτηκε τη Γερμανίδα πριγκίπισσα Φρειδερίκη, θυγατέρα του Δούκα Ερνέστου - Αυγούστου, του Μπράουνσβαϊκ- Λύσενμπουργκ. Το ζεύγος απέκτησε τρία παιδιά. Τη μετέπειτα βασίλισσα της Ισπανίας Σοφία, τον μετέπειτα βασιλέα Κωνσταντίνο και την πριγκίπισσα Ειρήνη.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940-1941 ο Παύλος υπηρέτησε στο Γενικό Στρατηγείο και επισκέφθηκε επανειλημμένα τη ζώνη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Λίγες ημέρες πριν από την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής στην πρωτεύουσα (Απρίλιος 1941), ακολούθησε τον εστεμμένο αδελφό του και την ελληνική κυβέρνηση αρχικά στην Κρήτη και κατόπιν στην Αίγυπτο. Έζησε με την οικογένειά του για μεγάλο διάστημα στη Νοτιοαφρικανική Ένωση.

Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την Απελευθέρωση και την επάνοδο του Β' στον θρόνο (Σεπτέμβριος 1946). O Παύλος ανέλαβε το βασιλικό αξίωμα μετά τον θάνατο του αδελφού του (1 Απριλίου 1947) σε περίοδο έντασης του Εμφυλίου Πολέμου. Ενδιαφέρθηκε τότε προσωπικά για τη λύση των μεγάλων κοινωνικών και άλλων συναφών προβλημάτων, που είχε δημιουργήσει η εμπόλεμη κατάσταση. Περιόδευσε, μάλιστα, επανειλημμένα την ελληνική επαρχία. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, ο θρόνος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.

Κατά την περίοδο της βασιλείας του, κλήθηκε να αντιμετωπίσει μέγιστες προκλήσεις, με σημαντικότερη ίσως την προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας. Φιλελεύθερος, εμπνευσμένος, πράος και μειλίχιος στη συμπεριφορά του, με ανθρώπινες αντιδράσεις, είναι εκ των βασιλέων που άφησαν αγαθές εντυπώσεις. Οι ιστορικές έρευνες έχουν πλέον αποδείξει ότι βασιλεύς Παύλος Α' ήταν εκείνος που είχε αδυναμία στην ενασχόλησή του με τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας, εξ ου και η επιλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή με την αρωγή του αμερικανικού παράγοντα. Επίσης, έχει αποδειχθεί ότι δεν ισχύουν τα περί καθοριστικού επηρεασμού του από τη βασίλισσα Φρειδερίκη.

Ο Παύλος απεβίωσε λίγες μέρες μετά την άνοδο της δεύτερης κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου (5 Μαρτίου 1964) και τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο 24ετής τότε γιος του, Κωνσταντίνος Β'.


Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, "ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Δείτε επίσης:

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ B'

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α'


Σάββατο, Σεπτεμβρίου 20, 2025

ΕΘΝΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ (ΕΕΣ) - POULOS VERBAND

ΤΟ ΕΝΟΠΛΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗ Γ. ΠΟΥΛΟΥ (POULOS VERBAND)

Ο συνταγματάρχης Γεώργιος Πούλος. 
Η στολή που φέρει είναι Έλληνα αξιωματικού. 
Ωστόσο πάνω από τη δεξιά τσέπη υπάρχει 
ο γερμανικός αετός με τη σβάστικα.
Η φωτογραφία ελήφθη στην Κρύα Βρύση 
Γιαννιτσών το "πουλικό" φρούριο, στις 27-7-1944.

Ενώ η Κατοχή πλησίαζε στο τέλος της, η κυβέρνηση Ράλλη προχώρησε από το φθινόπωρο του 1943 στον σχηματισμό βοηθητικών αντικομμουνιστικών μονάδων (Τάγματα Ασφαλείας και άλλες παρακρατικές ομάδες), με σκοπό την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του ανταρτικού κινήματος στην ορεινή και στην πεδινή Ελλάδα και τη διάσωση του αστικού καθεστώτος από την επερχόμενη κομμουνιστική καταιγίδα.

Πολλά από τα στοιχεία που αφορούσαν αυτές τις μονάδες έχουν χαθεί ή καταστραφεί. Όσα υπάρχουν (Ομοσπονδιακά Αρχεία στο Κόμπλεντς της Γερμανίας (Bundesarchiv), έγγραφα της RG 165/179 στην Ουάσιγκτον κ.ά.), τεκμηριώνουν την άποψη πως οι Γερμανοί για να εμποδίσουν την άνοδο του ΕΛΑΣ χρηματοδότησαν και εξόπλισαν τις μονάδες αυτές με αποστολή να ελέγξουν την ελληνική ύπαιθρο χρησιμοποιώντας πολλές φορές τη βία και την τρομοκρατία. 

Ο συνταγματάρχης Γεώργιος Πούλος ήταν ένας άγνωστος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού μέχρι τη στιγμή που προσέφερε οικειοθελώς τις υπηρεσίες του στους Γερμανούς. Αν και το πολιτικό του ιστορικό θεωρείτο δημοκρατικό, τα δεξιά - εθνικιστικά του αισθήματα σύντομα βγήκαν στην επιφάνεια. Ο ίδιος, όπως και πολλοί από τους γερμανόφιλους της εποχής, ήταν αντιβασιλικός και προπολεμικά υποστήριζε την αντισημιτική οργάνωση ΕΕΕ που δημιουργήθηκε και δραστηριοποιήθηκε με βενιζελική χρηματοδότηση και υποστήριξη. Μισούσε τους Βρετανούς επειδή τους θεωρούσε υπεύθυνους για τη Μικρασιατική Καταστροφή και υποστήριζε πως ο βασιλιάς Γεώργιος Β' ήταν Άγγλος πράκτορας. Ομως αν τα αισθήματά του εναντίον του Ελληνα μονάρχη ήταν έντονα, τότε η αποστροφή που ένιωθε για τον κομμουνισμό ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Ο Πούλος ξεκίνησε τη "σταδιοδρομία" του ως μέλος της Sonderkommando 2000, μιας γερμανικής μονάδας αντικατασκοπείας που οργάνωνε δίκτυα πληροφοριοδοτών και πρακτόρων στις γραμμές της ελληνικής αντίστασης. Παράλληλα δραστηριοποιήθηκε και στη διοίκηση της Εθνικής Ενωσης Ελλάδος (ΕΕΕ), της παλιάς αντιεβραϊκής οργάνωσης την οποία είχαν αναβιώσει στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα τα SS, η SD και κάποιοι Ελληνες νοσταλγοί του - Κάμπελ- (Βασ. Σκανδάλης, Γ Κοσμίδης, Ν. Ζωγράφος κ.ά.).

Όταν ο Πούλος προσφέρθηκε να βοηθήσει τους Γερμανούς στη Θεσσαλονίκη (άνοιξη 1943), οι επιθέσεις των ανταρτών είχαν αυξηθεί σημαντικά. Ηταν η εποχή που η ρήξη μεταξύ των Ελλήνων που ήθελαν μια μεταπολεμική κομμουνιστική διαχείριση και εκείνων οι οποίοι επιθυμούσαν έναν μονάρχη (είτε μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση) είχε ολοκληρωθεί.

Αυτές οι ολότελα διαφορετικές απόψεις παρατηρούντο μέχρι τότε στα ελληνικά πανεπιστήμια, στα καφενεία και στις ταβέρνες των μεγάλων πόλεων. Σταδιακά έφθασαν στα βουνά, στα χωριά και γενικότερα στην ελληνική ύπαιθρο.

Οπλισμένοι χωρικό
στη βόρεια Ελλάδα. 
Στο περιβραχιονιο φέρει 
τον αγκυλωτό σταυρό
και το σήμα της νίκης 
του Γκαίμπελς 

Οι δυνάμεις του Άξονα δεν έχασαν την ευκαιρία που παρουσιάστηκε. Υποστηρίζοντας τα αντικομμουνιστικά στοιχεία της χώρας προχώρησαν με γερμανικό και ιταλικό εξοπλισμό στη συγκρότηση ελληνικών βοηθητικών αποσπασμάτων Οι Ιταλοί είχαν προσπαθήσει νωρίτερα να βρουν Ελληνες εθελοντές, όμως επειδή ήταν αντιπαθείς και άξιοι περιφρόνησης μόλις και μετά βίας μπορούσαν να διατηρήσουν την τάξη στις περιοχές που έλεγχαν. Οι Γερμανοί και (σε μικρότερο βαθμό) οι Βούλγαροι ήταν πιο αποτελεσματικοί στη στρατολόγηση Ελλήνων εθελοντών. Οι Γερμανοί, ας σημειωθεί, ήταν σεβαστοί ως εξαιρετικοί στρατιώτες από ένα μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης, ενώ οι Βούλγαροι στρατολόγησαν κυρίως σλαβόφωνους χωρικούς στη Δυτική Μακεδονία. Επιπλέον ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας είχε αντικομμουνιστικά αισθήματα, ενώ ένα μικρότερο, κατάλοιπο της 4ης Αυγούστου, ήταν ισχυρά φασιστικό και υποστήριζε τους Γερμανούς.

Παρόλο που οι συνθήκες ήταν αρκετά ευνοϊκές επειδή ο ΕΛΑΣ είχε διαλύσει με τη βία τις περισσότερες αντικομμουνιστικές ομάδες στην περιοχή ενδιαφέροντος, o Πούλος δεν κατάφερε να συγκεντρώσει περισσότερους από 300 άνδρες. Οι 'Πουλικοί" με πρώτο ορμητήριο την πόλη της Θεσσαλονίκης και αργότερα το χωριό Κρύα Βρύση της Πέλλας συμμετείχαν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ (Wehrmacht) στη Μακεδονία. Φορούσαν γερμανικές στολές που έφεραν τα διακριτικά ΕΕΣ (Εθνικός Ελληνικός Στρατός) και συνεργάζονταν με τα τοπικά Τάγματα Ασφαλείας. O ίδιος ο Πούλος φορούσε στολή αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού με μόνα γερμανικά διακριτικά τον αετό και τη σβάστικα. Ενας Γερμανός αξιωματικός - σύνδεσμος, o Κουρτ Τομπίας (Kurt Tobias), τοποθετήθηκε στο αρχηγείο του (επί της οδού Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη) για τον καλύτερο συντονισμό της ομάδας Πούλου.

Τον Σεπτέμβριο του 1943 η SD αναγνώρισε επίσημα την ομάδα του Πούλου ως μέρος του οργανισμού της στην Ελλάδα, διαθέτοντας στον υπέρβαρο συνταγματάρχη γραφεία και ένα πεδίο ασκήσεων. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών του ίδιου μήνα η ομάδα του Πούλου υπήχθη στο 20 Σύνταγμα Brandenburg. Τότε η μονάδα εγκαταστάθηκε μέσα και γύρω από την Πτολεμαίδα, κυρίως στα χωριά που κατοικούντο από προσφυγικό πληθυσμό. Οι "Πουλικοί" της Εορδαίας και της Καστοριάς, υπό τη διοίκηση του έφεδρου λοχαγού Μενεμενή και του Ανδρέα Αναγνωστόπουλου (παλαιού μακεδονομάχου από την Κλεισούρα), πραγματοποιούσαν πολλές επιδρομές εναντίον των ανταρτών της περιοχής, αλλά και των χωριών που υποψιάζονταν πως βοηθούσαν τους αντάρτες (Ερμακιά).

Τον Ιανουάριο του 1944 το εθελοντικό Σώμα του Πούλου δέχθηκε 90-100 άνδρες από την Κρήτη. Φαίνεται πως η μικρή αυτή μονάδα δημιουργήθηκε στο νησί από έναν ελληνομαθή Γερμανό λοχία της Μυστικής Αστυνομίας, τον Φριτς Σούμπερτ (Fritz Schubert). Ο Σούμπερτ είχε στρατολογήσει Κρητικούς εθελοντές, αλλά και Γερμανούς του κοινού ποινικού δικαίου και των ταγμάτων φρουρίων, που εμφανίστηκαν στο ελληνικό έδαφος το φθινόπωρο του 1943. οι περισσότεροι "Σουμπερτιανοί' ήταν φλογεροί πολέμιοι του κομμουνισμού, είτε άνεργοι και καιροσκόποι, είτε απλώς νέοι Κρητικοί. που αναζητούσαν την περιπέτεια, διακρίνονταν δε για τη σκληρότητά τους. Η 5η Μεραρχία του ΕΛΑΣ, που έδρευε στα ορεινά της Κρήτης, είχε ορκιστεί να καταστρέψει την ομάδα του Σούμπερτ με κάθε μέσο. Αυτό είχε ως συνέπεια o Σούμπερτ να μην τολμήσει πλέον κανένα εγχείρημα έξω από τα Χανιά αν δεν συνοδευόταν από δυνάμεις της Wehrmacht. Ετσι η αποτελεσματικότητα της ομάδας του, ήταν πολύ μειωμένη, αφού η δράση της ήταν περιορισμένη. Επιπλέον, ο διοικητής της 22ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας (που τότε στάθμευε στην Κρήτη) αντιπαθούσε τον Σούμπερτ και τους άνδρες του, επειδή πίστευε πως η παρουσία τους ήταν επιζήμια.

Οι 'Σουμπερτιανοί' είχαν προκαλέσει τέτοιο θόρυβο στο νησί ώστε η γερμανική διοίκηση ήταν αναγκασμένη να τους στείλει μακριά. Ετσι κατέληξαν στη Βέροια, μαζί με τον συνταγματάρχη Πούλο, στις αρχές του 1944. Και οι δύο ομάδες πλέον συναγωνίζονταν στο ποια θα διαπράξει τις μεγαλύτερες ωμότητες.

Οι περισσότερες επιδρομές εναντίον των ανταρτών από τους άνδρες του Πούλου ήταν εστιασμένες σε περιοχές όπου δρούσαν οι αντάρτες του συνταγματάρχη Καλαμπαλίκη της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Οι Ελασίτες δεν δίσταζαν να αντιμετωπίσουν τον τρόμο της Poulos Verband με αντι-τρομοκρατία. Οι επιθέσεις εναντίον του Πούλου άρχισαν την άνοιξη του 1944. Στην αρχή ήταν παρενοχλητικές, σταδιακά όμως έγιναν συντονισμένες προσπάθειες ώστε η μονάδα του να καταστραφεί πλήρως. Στις 6 Απριλίου, για παράδειγμα, μια μονάδα της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ από το Βέρμιο επιτέθηκε σε ένα τμήμα "Πουλικών" την ώρα της αναφοράς τους. Οταν η μάχη τελείωσε, οι αντάρτες ισχυρίστηκαν ότι είχαν σκοτώσει 83 άνδρες.

Τον Ιούλιο του 1944 ομάδες "Πουλικών" και το 5ο Τάγμα Ασφαλείας Πτολεμαϊδας, υπό τη διοίκηση του ταγματάρχη Μαλτέζου, πήραν μέρος στις επιχειρήσεις των Γερμανών ανατολικά του Βερμίου εναντίον των ανταρτών της περιοχής. Η σχετική αναφορά του Τάγματος μιλά για "μεγάλες απώλειες των κομμουνιστικών συμμοριών".

Σε λίγο καιρό οι "πραιτωριανοί" του Πούλου έγιναν γνωστοί στα γύρω χωριά για την ωμότητά τους. Τουφέκιζαν όσους χωρικούς υποψιάζονταν πως ήταν μέλη του ΕΛΑΣ και επιτίθεντο στις γυναίκες που είχαν άνδρες στην Αντίσταση. Πίσω από κάθε φοβισμένο χωρικό έβλεπαν έναν υποψήφιο αντάρτη. Λεηλατούσαν τα σπίτια παίρνοντας το ψωμί, το στάρι, το τυρί και τα γιδοπρόβατα που οι χωρικοί δεν είχαν προλάβει να κρύψουν στα γύρω βουνά.

Πολλοί από τους "Πουλικούς", όπως κάποιος Κακλαμάνης από την Καστοριά, ζητούσαν -εισφορέςγια τον "αντικομμουνιστικό αγώνα" και φορολογούσαν τους εμπόρους και τους βιοτέχνες της περιοχής.

"Ζητάμε από τον ελληνικό λαό" έλεγε σε μήνυμά του ο κατοχικός πρωθυπουργός στις αρχές του 1944, "να δείξει στοργή για τους άνδρες των Σωμάτων Ασφαλείας που θέτουν τη ζωή τους σε κίνδυνο για να διασφαλίσουν τη ζωή, την τιμή και την ιδιοκτησία των πολιτών"

Λίγοι όμως από τους ειρηνόφιλους πολίτες προς τους οποίους απευθύνθηκε ο Ράλλης εμπιστεύονταν τα Τάγματα, αλλά και τις πολλές αναξέλεγκτες συμμορίες του ΕΛΑΣ που το όνομά τους είχε γίνει συνώνυμο της αυθαίρετης βίας.

Στις 13 Απριλίου 1944 η μονάδα του συνταγματάρχη Πούλου βρέθηκε στα Γιαννιτσά. Μαζί ήταν και η μονάδα των "Σουμπερτιανών", πλαισιωμένη από τουρκόφωνους χωρικούς της γύρω περιοχής. Είχε προηγηθεί η απαγωγή και η εκτέλεση ενός Γερμανού στρατιώτη από αντάρτες του ΕΛΑΣ. Εκεί οι άνδρες του Πούλου και του Σούμπερτ συγκέντρωσαν όλους τους άρρενες άνω των 10 χρόνων, στην πλατεία μπροστά από το σχολείο, όπου στεγαζόταν η γερμανική φρουρά. Τις γυναίκες και τα παιδιά τα συγκέντρωσαν σε μια άλλη γειτονική πλατεία. Υστερα από μια σύντομη ομιλία του πατέρα Παπαγρηγορίου, του ιερέα που συνόδευε το απόσπασμα, ο Σούμπερτ άρχισε να απειλεί ουρλιάζοντας.

Για τους "Πουλικούς", που είχαν εκτεθεί στα μάτια του κόσμου με τη συνεργασία τους με τους Γερμανούς, οι εκτελέσεις και οι βιαιοπραγίες αποτελούσαν καθημερινή ρουτίνα. O τελικός αριθμός των νεκρών ανέβηκε τουλάχιστον στους 75, ανεξάρτητα από εκείνους τους χωρικούς οι οποίοι εκτελέσθηκαν επί τόπου στους αγρούς τους από τους άνδρες του Πούλου και του Σούμπερτ.

Η εφιαλτική μέρα για τους άτυχους Γιαννιτσιώτες όμως δεν τελείωσε με τις εκτελέσεις. Το απόσπασμα θανάτου συνέχισε το έργο του παίρνοντας τα ρούχα των θυμάτων, τα παπούτσια, τα λεφτά και τα πολύτιμα είδη τους, ενώ έκαψε και πολλά σπίτια "υπόπτων στο φρόνημα". Οση ώρα διαδραματίζονταν τα γεγονότα αυτά οι Γερμανοί της τοπικής φρουράς έστεκαν παράμερα και κοιτούσαν αδιάφορα ή έπαιρναν φωτογραφίες.

Μόλις αποχώρησαν οι "Πουλικοί" με τα φορτηγά αυτοκίνητά τους, οι επιζώντες διέφυγαν στην ύπαιθρο. Ενας απεσταλμένος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, o Ελβετός Βένγκερ, επισκέφθηκε τα Γιαννιτσά έπειτα από δύο ημέρες. Βρέθηκε σε "μια νεκρή πόλη, μια πόλη φάντασμα". Σχεδόν το 1/3 των σπιτιών είχε καεί, ενώ οι δρόμοι και οι πλατείες είχαν ερημώσει. Καθώς διέσχιζε τον κάμπο μέχρι τη Θεσσαλονίκη, άκουσε από τους φοβισμένους ντόπιους και για άλλα εγκλήματα. Στη Βέροια είχαν βιάσει 12 γυναίκες, στο χωριό Σκυλίτσι οι "Πουλικοί" είχαν εκτελέσει όποιον βρήκαν μπροστά τους. Στον Χορτιάτη, 22 χλμ. ΝΑ της Θεσσαλονίκης, συνέβη το πιο φρικτό από όλα. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1944 ο Σούμπερτ μεταφέροντας μια δύναμη από δικούς του και άνδρες του Πούλου πάνω σε 20 καμιόνια κύκλωσε το χωριό. Είχε προηγηθεί η δολοφονία ενός Γερμανού και ενός Ελληνα υπαλλήλου της Εταιρίας Υδρευσης από μια ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ. Εισερχόμενοι οι "γερμανοντυμένοι" μέσα στο χωριό άρχισαν να πυροβολούν ό,τι εκινείτο. Σε ένα από τα αρχοντικά σπίτια συγκέντρωσαν όλα τα γυναικόπαιδα και αφού κλείδωσαν τις πόρτες έβαλαν φωτιά χρησιμοποιώντας μια εμπρηστική σκόνη. Οι κάτοικοι αλλόφρονες προσπαθώντας να μην καούν ζωντανοί, έπεσαν πάνω στα πολυβόλα. Βλέποντας αιμόφυρτο τον ιερέα του χωριού, Δημήτριο Τομαρά, οι δύο κόρες του όρμησαν πάνω σε έναν Γερμανό φρουρό. Ο επικεφαλής αξιωματικός τις συνέλαβε και τις έριξε και αυτές στις φλόγες. Συνολικά 250 κάτοικοι του Χορτιάτη εκτελέσθηκαν ή κάηκαν ζωντανοί.

O Βένγκερ συνάντησε τον Πούλο στο οχυρωμένο στρατηγείο του στην Κρύα Βρύση, έξω από τα Γιαννιτσά. Τόλμησε να αρθρώσει κάποιες λέξεις διαμαρτυρίας για τις σφαγές που προξένησαν οι παρακρατικές συμμορίες, αλλά o δοσίλογος συνταγματάρχης τον διέκοψε απότομα: "Τα παράπονά σας να τα κάνετε στους αντάρτες. Αυτοί είναι υπεύθυνοι για την όλη κατάσταση". Δεν έδειξε να έχει καθόλου τύψεις παρά μόνο μίσος για τους χωρικούς που τροφοδοτούσαν τους αντάρτες, ενώ κατέστησε σαφές στον ξένο συνομιλητή του πως η γνώμη του για τον Ερυθρό Σταυρό δεν ήταν καθόλου καλή.

Καθώς ο ΕΛΑΣ γινόταν ολοένα και πιο απειλητικός, οι "στρατιώτες" του Πούλου έδειχναν φοβισμένοι, έτοιμοι να πατήσουν τη σκανδάλη και να προθούν σε πράξεις πρωτοφανούς αγριότητας. Μόλις μαθευόταν ότι πλησίαζαν, ολόκληρα χωριά και κωμοπόλεις άδειαζαν και οι κάτοικοι έτρεχαν πανικόβλητοι να κρυφτούν στα χωράφια και στις σπηλιές των γύρω βουνών. Μια φορά ένας "Πουλικός" οπλαρχηγός, όταν πάντρεψε την κόρη του, υποχρέωσε τα χωριά της περιφερείας του να πληρώσουν σε είδος κάποια "δώρα" για τον γάμο της.

Γενικά οι σφαγές, η βία και οι μέθοδοι του Πούλου ήταν μέρος μιας συνειδητής πολιτικής και τακτικής των Γερμανών, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την τρομοκρατία σε μαζική κλίμακα πιστεύοντας πως ήταν η καλύτερη δυνατή λύση απέναντι στο συνεχώς διογκούμενο αντάρτικο. O ΕΛΑΣ από την πλευρά του συμμετείχε το ίδιο φανατισμένα σε αυτό το όργιο εγκλημάτων αντεκδίκησης, εκτελώντας συχνά ανυποψίαστους πολίτες με ψευδείς κατηγορίες.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως και η ίδια η ΠΑΟ, μια από τις πιο αντικομμουνιστικές οργανώσεις της Κατοχής, κράτησε αποστάσεις από τον Πούλο. Ενα υπόμνημα του αντισυνταγματάρχη Αργυρόπουλου της ΠΑΟ προς το συμμαχικό στρατηγείο του Καϊρου στις 22/10/1944 ανέφερε: "...ουδείς οίκτος επιτρέπεται δια τον Πούλον και τα τμήματά του. Πρέπει να τους γίνει μεταχείρισις προδοτών O λαος της Βορείου Ελλάδος με ικανοποίηση θα τους εβλεπε κρεμασμένους όλους".

Τον Απρίλιο του 1944 ο ΕΛΑΣ αποφάσισε να δώσει ένα γερό κτύπημα στο "πουλικό απόσπασμα". Μια ειδική ομάδα από 20 αντάρτες εισχώρησε στη Βεροια, όπου ήταν στρατοπεδευμένοι οι δοσίλογοι. Ηταν Κυριακή απόγευμα και αρκετός κόσμος έκανε την καθιερωμένη βόλτα του. Ο Πούλος και οι άνδρες του δειπνούσαν σε ένα σχολείο χωρίς να έχουν λαθει ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης. Το πυρ των ανταρτών τούς έπιασε απροετοίμαστους. Επακολούθησε πανικός. Πάνω από 100 άνδρες του Πούλου σκοτώθηκαν ή τραυματίσθηκαν. Ανάμεσά τους ήταν και ο υπαρχηγός τους, ενώ ο σκληροτράχηλος συνταγματάρχης κατόρθωσε να ξεφύγει. Οι Γερμανοί, που έφθασαν καθυστερημένα, δεν έκαναν τίποτε. οι αντάρτες απεχώρησαν αθόρυβα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίον είχαν εισέλθει στην πόλη (o γράφων είχε την ευκαιρία να ακούσει τις λεπτομέρειες της μάχης από έναν παλαιό "Πουλικό" που ήταν αυτοπτης μάρτυρας της επίθεσης και πέθανε πρόσφατα).

O πόλεμος όμως πλησίαζε στο τέλος του. Τον Αύγουστο του 1944 η Ρουμανία και η Βουλγαρία συνθηκολόγησαν και ο Ρωσικός Στρατός απείλησε να εγκλωβίσει τις δυνάμεις των Γερμανών στην Ελλάδα. H Ομάδα Στρατιών του στρατηγού Λερ έλαβε τη διαταγή οπισθοχώρησης και εκκένωσης του ελλαδικού χώρου εκτός από την Κρήτη, η οποία ανακηρύχθηκε σε Festung (φρούριο-οχυρό).

Για τον Πούλο και τους άνδρες του απέμενε μόνο η "ασφάλεια" της Κεντρικής Ευρώπης. Ο "Εθνικός Στρατός" μαζί με πολλούς άλλους δοσίλογους μετακινήθηκαν στα τέλη Οκτωβρίου προς Βορρά. Στη Σλοβενία, έξω από τη Λουμπλιάνα, ο Πούλος σχημάτισε ένα εθελοντικό ελληνικό τάγμα αστυνομίας υπό γερμανική διοίκηση. Μέσα από βουνά γεμάτα παρτιζάνους και αντιμέτωπη με έναν εχθρικό πληθυσμό η μονάδα αυτή πολέμησε με φανατισμό στο πλευρό των Γερμανών ως τις αρχές Απριλίου του 1945.

Όταν οι "Πουλικοί" αρνήθηκαν να κινηθούν εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στην Αυστρία, o Πούλος διατάχθηκε από την "εξόριστη" ελληνική κυβέρνηση του Κίτσμπυλ να παρουσιαστεί μπροστά στον πρόεδρο Τσιρονίκο για να απολογηθεί. Στο Κίτσμπυλ οι Ελληνες φυγάδες μετρούσαν τις τελευταίες ημέρες ύπαρξής τους ως "κυβέρνηση".

Λίγο αργότερα ο Πούλος συνελήφθη από τους Αμερικανούς και μεταφέρθηκε σε ένα συμμαχικό στρατόπεδο κοντά στη Στουτγάρδη (Κόρβεσχαϊμ), μαζί με τα δυο του παιδιά, Αθηνά και Δημήτρη, και τη σύζυγό του, Μαστιχούλα Πούλου. Ενώ ήταν κρατούμενος, έγραψε μια επιστολή στην ελληνική κυθέρνηση και δήλωνε πως ο ίδιος και οι άνδρες του ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν στο "πλευρό του Εθνικού Στρατού εναντίον της κομμουνιστικής ανταρσίας". Τα εγκλήματα όμως και η δράση των "Πουλικών" είχαν προκαλέσει Τέτοια αγανάκτηση στην ελληνική κοινωνία, ώστε ο Πούλος μεταφέρθηκε και προφυλακίσθηκε στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στις φυλακές της Καλλιθέας.


Σημειώνεται ότι μαζί με τον Εθνικό Στρατό του Πούλου υπήρχαν και μερικές εκατοντάδες άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και των Εθελοντικών Σχηματισμών (Freiwilligen Formationen - FF). Ο αρχηγός της αστυνομίας και διοικητής των SS Hermann Franz, εντυπωσιασμένος από τη δράση τους κατά τη διάρκεια της γερμανικής σύμπτυξης από τα Βαλκάνια (Οκτώβριος - Νοέμβριος 1944), δήλωσε μετά τον πόλεμο: "Η παρουσία των Ελλήνων εθελοντών ήταν πολύ πίο σημαντική για μας, επειδή κάλυψαν με απόλυτη επιτυχία την οπισθοχώρηση των καταπονημένων μονάδων της Wehrmacht, αντιμετωπίζοντας συχνά υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις". Οι άνδρες των FF χρησιμοποιήθηκαν για τελευταία φορά στη Βαυαρία τον Απρίλιο του 1945, σε καθήκοντα βοηθητικής αστυνομίας.

Τον Μάιο του 1947 (22/5/47) άρχισε στο Διαρκές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης η δίκη του Γ. Πούλου και των συνεργατών του. Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίστηκε ο υποστράτηγος Χατζητζανής και δημόσιος κατήγορος ο συνταγματάρχης της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Μπασιάκος. Κατηγορούμενοι ήταν οι: Γ. Πούλος, Μαστιχούλα Πούλου, Αν. Καναβάτζογλου, Αρ. Ζαρταλούδης, N. Πανταζής (μηχανοδηγός), Θ. Λαζαρίδης (συνταξιούχος χωροφύλακας), Π. Θεοδωρίδης, Διογ. Καρακάσογλου (υπάλληλος Αμερικανικής Εταιρίας), Ηλίας Συκαμιώτης (ταγματάρχης ε.α.), Χρ. Σάββας (γεωργός), Γ. Σαπουνάς, N. Βουδούρης, Ι. Πετρακάκος, Χρ. Καμπεριάδης και Αρ. Βλαχάκης.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο οι παραπάνω "από κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναπεφάσισαν την εκτέλεσιν της επομένης αξιοποίνου πράξεως εν Θεσσαλονίκη και αλλαχού κατά το από του έτους 1943 μέχρι Νοεμβρίου 1944. Ητοι γενομένης προς αυτούς προσκλήσεως παρά της Γερμανικής Υπηρεσίας Αντικατασκοπείας (του Δικτύου Βορ. Ελλάδος) και των Φρανς και Βίλιτς επί σκοπώ κατασκοπείας και επί αμοιβή παρέχωσιν εις αυτούς μυστικάς πληροφορίας αφορώσας την άμυναν της χώρας και την εξωτερικήν ασφάλειαν αυτής..." (εφημερίδα "Φως' της Θεσσαλονίκης, 22/5/47).

Στην κατάμεστη από περίεργους και ενδιαφερόμενους αίθουσα του δικαστηρίου κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας οι Μαντούβαλος, Χρυσοχόου, Θ. Αυγέρης, Ι. Καραγιάννης κ.ά. Την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ανέλαβαν οι δικηγόροι Κανναβός, Τσίτσουρας, Μακρής, Αρ. Νικολαϊδης, Πετμεζάς, Πετραλιάς, Πέιος και Μαγιάκος. Ως μάρτυρες υπεράσπισης παρουσιάσθηκαν οι Ε. Τήκος, Β. Ατμαζάνης, Ν. Αθηναϊλίδης και Π. Σαββίδης από την περιφέρεια Πτολεμαϊδας και κατέθεσαν ότι ο Πούλος τους βοήθησε να σωθούν από τους Βουλγάρους.

Κατά την απολογία του ο δοσίλογος συνταγματάρχης δήλωσε (29/5/47) ότι η κίνησή του δημιουργήθηκε για να αντιπαλέψει την τρομοκρατία του ΕΑΜ και δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι οι άνδρες του "επειδή δεν υπήρχαν ελληνικές στρατιωτικές στολές... έφεραν γερμανικές με ελληνικά σήματα".

Συνεχίζοντας παραδέχθηκε: "...όπλα βεβαίως επήραμε από τους Γερμανούς, όπως θα μπορούσαμε να πάρουμε και από τον χειρότερον εχθρόν μας, μιας και θα τα χρησιμοποιούσαμε εναντίον των Βουλγάρων και των κομμουνιστών...". Τελειώνοντας ανέφερε πως το σώμα των "πραιτωριανών του" εγκαταστάθηκε την άνοιξη του 1944 στην Πτολεμαϊδα για να δράσει εναντίον των Βουλγάρων. Αργότερα, τον Σεπτέμβριο, προωθήθηκε από τη βάση του (Κρύα Βρύση) στη Χαλκηδόνα για να φύγει οδικώς για τη Γερμανία (εφημερίδα "Φως", 30/5/1947).

Σε ερώτηση του βασιλικού επιτρόπου γιατί δεν βοήθησε στην κίνηση του Χρυσοχόου (στη συλλογή πληροφοριών για την αντιμετώπιση της ξενοκίνητης προπαγάνδας), ο Πούλος απάντησε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να το κάνει επειδή "θα έχανε την εμπιστοσύνη των Γερμανών και δεν θα μπορούσε να ολοκληρώσει το πατριωτικό του πρόγραμμα".

Στο τέλος ο Πούλος δεν κατάφερε να αποφύγει τη Νέμεση και οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα 


Πηγή κειμένου: Ιακ. Χονδροματίδης: Η ΜΑΥΡΗ ΣΚΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 

Σχετικοί σύνδεσμοι:

Η Εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση ΕΣΠΟ

ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΕΛΛΑΣ (ΕΕΕ)

Η "ΚΥΑΝΟΛΕΥΚΗ ΜΕΡΑΡΧΙΑ" και οι Έλληνες εθελοντές του Ανατολικού Μετώπου

Η ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ "ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ“ ΔΟΣΙΛΟΓΩΝ

Η απομάκρυνση του Σούμπερτ από την Κρήτη (11 Ιανουαρίου 1944)

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 16, 2025

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ B'


Πρωτότοκος γιος του βασιλέως Κωνσταντίνου και της βασιλίσσης Σοφίας, γεννήθηκε στη Δεκέλεια το 1890. Απεφοίτησε το 1909 από τη Σχολή Ευελπίδων ως υπολοχαγός Πεζικού και μετεκπαιδεύτηκε στο Βερολίνο. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα συνόδευσε τον διάδοχο και αρχιστράτηγο πατέρα του ως υπασπιστής του στις επιχειρήσεις της Μακεδονίας και της Ηπείρου και στους Βαλκανικούς (1912-1913).

Τον Μάρτιο 1913, όταν δολοφονήθηκε o βασιλεύς Γεώργιος Α ' στη Θεσσαλονίκη, ο γιος του Κωνσταντίνος έγινε βασιλεύς και ο εγγονός του Γεώργιος διάδοχος. Όταν τον Μάιο 1917 ο βασιλεύς Κωνσταντίνος μετά τη σύγκρουσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο εγκατέλειψε την Ελλάδα, βασιλεύς δεν ανακηρύχθηκε ο Γεώργιος, αλλά o νεότερος αδελφός του Αλέξανδρος. Και τούτο διότι θεωρείτο ύποπτος εξαιτίας της μετεκπαίδευσής του στο Βερολίνο και της πιθανολογούμενης ανάμιξής του στα «Νοεμβριανά» (1916). Ακολούθησε έτσι τους γονείς του στην εξορία της Ελβετίας.

Με τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου, στις οποίες ηττήθηκε o βενιζελισμός, και με το επακόλουθο δημοψήφισμα, ο βασιλεύς Κωνσταντίνος ανέκτησε τον θρόνο και o τα δικαιώματα του διαδόχου, δεδομένου ότι ο Αλέξανδρος είχε λίγο πιο πριν πεθάνει. Ο Γεώργιος τότε βρισκόταν στη Ρουμανία, όπου είχε μνηστευθεί την πριγκίπισσα Ελισάβετ, θυγατέρα των βασιλέων Φερδινάνδου και Μαρίας. Ο γάμος, o οποίος δεν έμελλε να καρποφορήσει και να ευημερήσει, έγινε στο Βουκουρέστι (24 Φεβρουαρίου 1921) και διαλύθηκε τυπικώς τον Ιούλιο 1935.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1920, o Γεώργιος ακολούθησε με τον βαθμό του συνταγματάρχη την εκστρατεία του ελληνικού στρατού ως τον Σαγγάριο, όπου κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί. Αλλά η καταστροφή επερχόταν με συγκλονιστικές διαστάσεις. Η Επανάσταση του 1922, την οποία κήρυξε o Νικόλαος Πλαστήρας στη Χίο, επιχείρησε να περιορίσει το μέγεθος της εθνικής συμφοράς. Ο βασιλεύς Κωνσταντίνος υποχρεώθηκε πάλι να εκπατριστεί. Την 11 Σεπτεμβρίου παραιτήθηκε από τον θρόνο.

Τη 14η Σεπτεμβρίου 1922 ο Γεώργιος έδωσε βασιλικό όρκο μέσα σε μια ατμόσφαιρα πένθους, αλλά και καχυποψίας. Όλες οι εξουσίες ανήκαν στην Επανάσταση και ο κλοιός γύρω από τον «ανώτατο άρχοντα» ήταν ασφυκτικός. Η λεγόμενη «Δίκη των Έξι» αποτέλεσε την υπέρτατη δοκιμασία. Ο βασιλεύς πλέον Γεώργιος Β ' δεν κατόρθωσε να γλιτώσει τους έξι πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγήτορες από το εκτελεστικό απόσπασμα. Μερικοί τότε τον κατηγόρησαν για έλλειψη σθένους, ενώ άλλοι υποστήριξαν ότι τον συγκράτησε o Άγγλος πρεσβευτής ή ο Ιωάννης Μεταξάς.

Τον Οκτώβριο 1923 εκδηλώθηκε το αντεπαναστατικό Κίνημα των Γαργαλίδη - Λεοναρδόπουλου - Ζήρα, το οποίο, αν και κατεστάλη ακαριαία, πυροδότησε εκρηκτικές εξελίξεις. Βέβαιο είναι ότι οι αδιάλλακτοι δημοκρατικοί αξιωματικοί βρήκαν το πρόσχημα για να θέσουν πιεστικά το πολιτειακό ζήτημα, ενώ o B' είχε ήδη αποκαταστήσει τις σχέσεις με τον Ελ. Βενιζέλο.

Στις εκλογές που διεξήχθησαν τον Δεκέμβριο 1923, επιβλήθηκαν οι αδιάλλακτοι και o συναρχηγός της Επανάστασης Στυλιανός αξίωσε από τον βασιλέα να εγκαταλείψει προσωρινά την Ελλάδα. O Γεώργιος B' συμμορφώθηκε έφυγε στις 19 Δεκεμβρίου για το Βουκουρέστι, χωρίς να παραιτηθεί, ενώ n αντιβασιλεία ανατέθηκε στον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Εντέλει τέσσερις μήνες μετά, η Εθνοσυνέλευση με ψήφισμά της (25 Μαρτίου 1924) κήρυξε έκπτωτη τη δυναστεία, γεγονός που επικυρώθηκε με το δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου, κατά το οποίο 69,95% του λαού εκδηλώθηκε υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας.

Tο δωδεκάμηνο της πρώτης, άδοξης βασιλείας του Γεωργίου ακολούθησε η δωδεκάχρονη εξορία του, με επίκεντρο το Λονδίνο. Η αναζωπύρωση του καθεστωτικού στην Ελλάδα άρχισε με την αποτυχημένη απόπειρα του Πλαστήρα να αποτρέψει τη νίκη της αντιβενιζελικής παράταξης τον Μάρτιο 1933. Οξύνθηκε με τη νέα απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου (1934) γνώρισε την αποκορύφωσή του όταν εκδηλώθηκε το κίνημα του Μαρτίου 1935. Ταυτόχρονα, τα νέφη που συσσωρεύονταν στον διεθνή ορίζοντα ενίσχυσαν στους Άγγλους τη σκέψη ότι o B' μπορούσε να διασφαλίσει τα συμφέροντά της στην περιοχή.

Απεσταλμένος των πιστών απο Στέμμα αξιωματικών συνάντησε τον Γεώργιο B ' στο Λονδίνο, στις αρχές 1935, προτείνοντάς του να εγκατασταθεί σε νησί του Ιονίου, απ' όπου θα μπορούσε να επηρεάζει τις εξελίξεις. Ο Γεώργιος B ' δίστασε. Μυστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη και του Ελ. Βενιζέλου κατέληξαν στην προκήρυξη εκ μέρους του πρώτου δημοψηφίσματος τη 15η Νοεμβρίου και στην υπόσχεση μέρους του δευτέρου ότι θα αναγνωρίσει τη λύση του καθεστωτικού ως οριστική.

Υποσχέσεις, όμως, για πρωτεύοντα ρόλο είχε φαίνεται πάρει από τον Γεώργιο B ' o Γεώργιος Κονδύλης. Οργάνωσε το πραξικόπημα της 10ης Οκτωβρίου , κάτω από την πίεση του οποίου η Εθνοσυνέλευση, ενώ αποχωρούσε o K. Τσαλδάρης οι νομιμόφρονες βουλευτές, κήρυξε την κατάργηση της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Διόρισε τον Κονδύλη αντιβασιλέα και πρωθυπουργό, και όρισε την 3n Νοεμβρίου ως ημερομηνία διεξαγωγής του επικυρωτικού δημοψηφίσματος. Η ψηφοφορία έγινε ενώ ίσχυε στρατιωτικός νόμος εμφανίστηκε αποτέλεσμα 97% υπέρ της βασιλείας.

Στις 25 Νοεμβρίου o Γεώργιος Β' επέστρεψε στην Αθήνα, δήλωσε ότι είναι «Βασιλεύς όλων των Ελλήνων», απέλυσε τον Κονδύλη που διαφωνούσε στο θέμα της αμνηστίας των κινηματιών του Μαρτίου, έδωσε την εντολή στον Κωνσταντίνο Δεμερτζή και επίσπευσε τις εκλογές. Ωστόσο, οι εκλογές αυτές (26 Ιανουαρίου 1936) δεν έδωσαν λύση στό πολιτικό πρόβλημα: οι δύο μεγάλες αντίπαλες παρατάξεις βγήκαν ισοδύναμες από τις κάλπες που έδινε ρυθμιστική σημασία στη δεκαπενταμελή κομμουνιστική ομάδα.

H αποκάλυψη μυστικής συμφωνίας των Φιλελευθέρων με τους κομμουνιστές ενίσχυσε τη φοβία των συντηρητικών. Σε «προνσιπσιαμέντο» του υπουργού Στρατιωτικών Αλέξανδρου Παπάγου, o B' αντέδρασε τοποθετώντας τον Ιωάννη Μεταξά στην κρίσιμη θέση για να επαναφέρει το στράτευμα στα έργα του. Για την ενέργειά του αυτή ο Γεώργιος Β' αμείφθηκε με το εντυπωσιακότερο εγκώμιο-κατακλείδα του Βενιζέλου σε επιστολή προς τον Λουκά Κανακάρη-Ρούφο: «Από μέσα από την καρδιά μου αναφωνώ: Ζήτω o Βασιλεύς».

Την 9η Μαρτίου o Ι. Μεταξάς διαδέχτηκε στην πρωθυπουργία τον αποβιώσαντα K. Δεμερτζή. Ωστόσο, φαίνεται Πως o βασιλεύς ανησύχησε ιδιαιτέρως από τις ολοένα κλιμακούμενες και υποινούμενες κινητοποιήσεις, προπαντός δε μετά την άγρια καταστολή της καπνεργατικής απεργίας της Θεσσαλονίκης (9 Μαΐου 1936). Οπότε, την 4n Αυγούστου του Ιδίου έτους, δέχτηκε την εισήγηση του πρωθυπουργού να ανασταλούν ορισμένα άρθρα του Συντάγματος και να διαλυθεί επ' αόριστον η Βουλή, για να αντιμετωπιστεί η κομμουνιστική απειλή. Πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι o Ι. Μεταξάς οικοδομούσε το δικό του δικτατορικό καθεστώς. Αν και οι σχέσεις βασιλέως και δικτάτορα δεν ήταν ειδυλλιακές, o B ' προφανώς δεν επιθυμούσε να αντιταχθεί στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, ακόμη κι όταν n εξέγερση στα Χανιά (28 Ιουλίου 1938) του έδωσε την ευκαιρία.

Γενναία πάντως, υπήρξε η στάση του Γεωργίου Β ' στην επερχόμενη πολιτική θύελλα. Ούτε στιγμή δεν παρασύρθηκε από τις επιτυχίες του Άξονα, που οδηγούσαν στην τρομακτική σύγκρουση. Για τη σταθερότητά του αυτή οι αντιφρονούντες τον είχαν αποκαλέσει «o Βρεταννός ύπατος αρμοστής στην Ελλάδα». Η στάση του βασιλέως υπήρξε καθοριστική για τη χάραξη της ίδιας συνεπούς εξωτερικής πολιτικής εκ μέρους του Ι. Μεταξά. Με τον απροσδόκητο θάνατο του τελευταίου (29 Ιανουαρίου 1941), o Γεώργιος Β ' ανέλαβε o ίδιος τη διεξαγωγή του νικηφόρου ως τότε αγώνα και τις κυβερνητικές ευθύνες.

Ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Αλέξανδρο Κορυζή, υπουργό Κοινωνικής Προνοίας της 4ης Αυγούστου. H καταστροφή επήλθε όταν η τεράστια στρατιωτική μηχανή της του Χίτλερ παρενέβη για να σώσει τους Ιταλούς του Μουσολίνι από την ταπείνωση και τον Άξονα από το αδιέξοδο στα Βαλκάνια. Ωστόσο, ούτε με την κατάρρευση του μετώπου, τη συνθηκολόγηση των στρατηγών και τις τραγικές εξελίξεις στην Αθήνα, διανοήθηκε o Γεώργιος Β ' να αναγνωρίσει τα τετελεσμένα γεγονότα. Παρά τη σύσταση του Άγγλου στρατηγού Φράυμπεργκ, κατέφυγε στην Κρήτη με τον βενιζελικό νέο πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό, όπου και παρέμεινε ως τις 20 Μαΐου, οπότε οι αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν το Μάλεμε.

Ο Γεώργιος B ' είχε ζητήσει να μεταφέρει την έδρα του στην Κύπρο, αλλά οι Άγγλοι του αρνήθηκαν. Έτσι, μέσω Αιγύπτου, Πήρε πάλι τον δρόμο της εξορίας προς το Λονδίνο. H νέα αυτή περίοδος εξορίας του Γεωργίου B ' άρχισε με πρωτοφανείς τιμές. Όλοι χαιρέτισαν τον «ήρωα-βασιλέα» μιας μικρής χώρας, που πρώτη όρθωσε το παράστημά της απέναντι στον Άξονα. Γρήγορα, όμως, η δοξαστική ατμόσφαιρα μεταλλάχθηκε σε ψυχρή επιφύλαξη, κυρίως λόγω της αντίδρασης που προκαλούσε στον ελληνικό πολιτικό κόσμο, επειδή είχε υποστηρίξει το καθεστώς Μεταξά.

Έτσι, με την πίεση των Άγγλων, ο Β ' ανέθεσε τον Ιανουάριο του 1942 στον Εμμ. Τσουδερό να δηλώσει πως η κυβέρνηση δεν αποτελεί συνέχεια της 4ης Αυγούστου. Επίσης, ότι το Σύνταγμα του 1911 είναι προσωρινό και ότι με τη λήξη του πολέμου θα σχηματιστεί κυβέρνηση που θα στηριχθεί στη λαϊκή εμπιστοσύνη. Τον Ιούλιο 1943 δεσμεύτηκε με προσωπική δήλωση ότι θα διεξαχθούν εκλογές εντός εξαμήνου από την Απελευθέρωση. Πικραμένος από τις πιέσεις των Άγγλων, o Γεώργιος ζήτησε για λίγο κάποιο στήριγμα στον Αμερικανό πρόεδρο Ρούζβελτ, αλλά δεν υπήρξαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Λίγο πριν από την Απελευθέρωση συναντήθηκε με τον Γεώργιο Παπανδρέου στη Νεάπολη και πείστηκε ότι πρέπει να παραμείνει στην Αγγλία «μέχρις επιλύσεως του καθεστωτικού». Την Απελευθέρωση ακολούθησε η τραγωδία του Δεκεμβρίου 1944. O Γεώργιος Β ' κινητοποιήθηκε αξιώνοντας από τους Άγγλους δυναμική βοήθεια για την αντιμετώπιση του ΕΑΜ. Μόνον όταν εξασφάλισε την υπόσχεση των Άγγλων ότι θα αναλάβουν την ευθύνη καταστολής του κινήματος, συγκατατέθηκε την 29η Δεκεμβρίου να ορίσει αντιβασιλέα τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Η Συμφωνία της Βάρκιζας, που τερμάτισε την πρώτη φάση του εμφύλιου σπαραγμού, προέβλεπε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος εντός έτους για το Πολιτειακό. O Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, όμως, πέτυχε με επίσκεψή του στην Αγγλία να αναβληθεί επ' αόριστον το δημοψήφισμα για να προηγηθούν βουλευτικές εκλογές.

Στις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 η συντηρητική παράταξη απέσπασε τις 206 από τις 353 έδρες και πραγματοποίησε το δημοψήφισμα την 1η Σεπτεμβρίου. Το 68,3% του λαού ψήφισε υπέρ της Βασιλευομένης Δημοκρατίας και την 28η του ίδιου μήνα o Γεώργιος Β ' επέστρεψε πανηγυρικά στην Αθήνα. H τρίτη και τελευταία περίοδος της βασιλείας του Γεωργίου Β ' υπήρξε σύντομη. Κύριο μέλημά του ήταν η αντιμετώπιση της επανεμφανιζόμενης κομμουνιστικής απειλής και η ανόρθωση της κατερειπωμένης χώρας. Απεβίωσε την 1η Απριλίου του 1947 ύστερα από καρδιακή προσβολή.


Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, "ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ


Δείτε επίσης:

Κωνσταντίνος A ' , βασιλεύς των Ελλήνων


Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15, 2025

Η απομάκρυνση του Σούμπερτ από την Κρήτη (11 Ιανουαρίου 1944)

Πρωτοχρονιά 1944: αποφράς ημέρα

Την 1η Ιανουαρίου δυο σημαντικά γεγονότα, το ένα πολιτικής και το άλλο στρατιωτικής φύσης, σφράγισαν το τέλος της δράσης και παρουσίας του Σούμπερτ στην Κρήτη. Πρώτα, η γερμανόφιλη εφημερίδα του Ηρακλείου Κρητικός Κήρυξ δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα μια μακροσκελή ανακοίνωση του Σούμπερτ με τίτλο «Προκήρυξις και ευχαί του κ. Διοικητού του Ελληνικού αποσπάσματος καταδιώξεως κακοποιών», την οποία με ύφος αρχιστρατήγου απηύθυνε «προς τον Κρητικόν Λαόν». Το σημείο της «Προκήρυξης» που φαίνεται να ενόχλησε το Στρατηγό Μπρόιερ περισσότερο ήταν η απροθυμία του Σούμπερτ να κινηθεί μέσα στα πλαίσια των προσπαθειών κατευνασμού και ειρήνευσης των κατοίκων, τις οποίες οι γερμανικές αρχές κατέβαλαν μετά τα φοβερά γεγονότα της Βιάννου. Ο Σούμπερτ επιχείρησε στην «Προκήρυξη» όχι μόνο να αποδεσμευθεί από την ευθύνη για τις εγκληματικές ενέργειες του σώματός του, Ιδίως κατά τους δυο τελευταίους μήνες του 1943,356 αλλά και να ζητήσει από τους νομοταγείς πολίτες να μετατραπούν σε καταδότες «παντός κακοποιού», δηλαδή αντιστασιακού για να μην υποστούν «τας αυστηροτάτας ποινάς», και να παραδώσουν όπλα και στρατιωτικά είδη εντός της καθορισθείσης προθεσμίας. Το άκρον άωτον της αυτοκρατορικής του αλαζονείας το εξέφρασε με τη φράση «μη πλανάσθε, όλα ταύτα και οι κάτοχοι τοιούτων ειδών μοι είναι γνωστοί, και ουδείς εξ αυτών πρόκειται να διαφύγη». H προκήρυξη υπογράφεται με το φανταχτερό τίτλο «Ο Διοικητης του E.K.A.K. Σούμπερτ».Το δεύτερο γεγονός που σφράγισε το τέλος του Σούμπερτ στην Κρήτη ήταν το φιάσκο στα Μεσκλά.

Μετά από παρέλευση έξι μηνών, το σώμα του Σούμπερτ ξαναεπισκέφθηκε τα Μεσκλά. Την Πρωτοχρονιά του 1944, δέκα (οκτώ σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες) Σουμπερίτες, πολιτικά ντυμένοι και προερχόμενοι από το απόσπασμα που στρατωνιζόταν στα Χανιά, ξαφνικά εμφανίσθηκαν έξω από τα Μεσκλά. H ομάδα αυτή δεν μαρτυρείται να είχε επικεφαλής κάποιον από τους γνωστούς υπαρχηγούς του Σούμπερτ, ο οποίος αναμφισβήτητα δεν συμμετείχε στην εξόρμηση αυτή και πιθανόν να μην είχε καν γνώση, αν κρίνει κανείς από τον τρόπο του σχεδιασμού και την εκτέλεση της επιδρομής. Ούτε και ο σκοπός της αποστολής είναι ξεκαθαρισμένος. Σύμφωνα με μαρτυρίες Μεσκλιανών το επεισόδιο άρχισε και εξελίχθηκε ως εξής:

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, στη πλατεία των Μεσκλών - δίπλα στο Δημοτικό Σχολείο και τη γέφυρα του ποταμού Κερίτη - παρουσιάσθηκαν δυο άγνωστοι επισκέπτες προσποιούμενοι τους αντιστασιακούς. Ντυμένοι με πολιτικά ο καθένας κρατούσε από μια τσάντα με «ψώνια» προσποιούμενος τον Αη-Βασίλη. Ζήτησαν να συναντήσουν Μεσκλιανούς πατριώτες «κατόπιν συστάσεων του αντιστασιακού Αντών. Φραγκονικολάκη εκ Φουρνέ». Οσοι παρόντες κάτοικοι άκουσαν τα ονόματα των ατόμων που οι ξένοι ανέφεραν, ανησύχησαν, επειδή οι αναζητούμενοι ήταν αντιστασιακοί, μέλη των οργανώσεων ΕΟΚ και ΕΑΜ. Μάλιστα εκείνη την ημέρα αρκετοί από αυτούς, κρυμμένοι από φόβο στα γύρω βουνά, είχαν επιστρέψει για να γιορτάσουν με τις οικογένειές τους. Τρεις αντιστασιακοί, ο Νικόλαος Τσαμαντής ή Τσαμαντάκης, ο Αλέκος Παπίλαρης και ο Μανώλης Μπατάκης, μόλις ενημερώθηκαν για την παρουσία των δυο υπόπτων ξένων, οπλισμένοι με περίστροφα πηγαν να τους συναντήσουν και σε λίγο ανακάλυψαν ότι και οι ίδιοι ήταν στον κατάλογο των αναζητουμένων. Τότε υπό την απειλή των όπλων, οι ξένοι παραδόθηκαν και εν συνεχεία ομολόγησαν ότι «ανήκουν στο σώμα του Σούμπερ και ότι μαζί με αυτούς είναι άλλοι οκτώ ένοπλοι κρυπτόμενοι εις την πλαγιάν» περιμένοντας να τους δοθεί το σύνθημα για να μπουν στο χωριό. οι τσάντες που κρατούσαν ήταν παγίδα, καθότι δεν περιείχαν πρωτοχρονιάτικα δώρα για τους «αγωνιστές» χωρικούς, αλλά στρατιωτικό υλικό, όπως χειροβομβίδες, πιστόλια και γερμανικά έγγραφα. Οι ίδιοι οι συλληφθέντες Σουμπερίτες αποκάλυψαν το σκοπό της επιδρομής τους, τη σύλληψη και εκτέλεση αντιστασιακών τους οποίους πίστευαν - πιθανόν κατόπιν πληροφορίας καταδότη - ότι θα έβρισκαν στο χωριό λόγω της μεγάλης γιορτής. Και είχαν δίκιο.

Πολύ γρήγορα συγκροτήθηκε μια ομάδα ενόπλων Μεσκλιανών ανταρτών, η οποία απεστάλη προς αναζήτηση των οκτώ Σουμπεριτών. Μια δεύτερη ομάδα από ένοπλους χωρικούς μαζί με την ομάδα του ΕΛΑΣ υπό τον Ίλαρχο Κρίτωνα Κυανίδη κατέλαβαν επίκαιρες θέσεις γύρω από την πλατεία και τον κεντρικό δρόμο σε αναμονή των υπολοίπων Σουμπεριτών, οι οποίοι μόλις κατέφθασαν, αμέσως άρχισαν να ρίχνουν πυκνούς πυροβολισμούς και συνάμα να κραυγάζουν και να απειλούν, «Πού είναι ο κερατοπρόεδρός σας; Αν δεν παραδώσετε τους δυο συλληφθέντες θα κάιμωμε το χωριό σας» και άλλες παρόμοιες βρισιές. Τότε οι ένοπλοι Μεσκλιανοί και οι Ελασίτες του Κυανίδη έβαλαν κατά των Σουμπεριτών, οι οποίοι ανίδεοι της δύναμης του αντιπάλου, σκόρπισαν προσπαθώντας να βρουν προστασία στα κοντινά σπίτια, όπου και εκεί κινδύνεψαν από τα χτυπηματα που γυναίκες κατάφεραν εναντίον τους με γεωργικά εργαλεία και οικιακά σκεύη. Όταν σε λίγο έπαυσαν τα πυρά και από τις δυο μεριές, πέντε Σουμπερίτες αιχμαλωτίσθηκαν και τρεις άλλοι έπεσαν νεκροί κατά τη συμπλοκή. Οι αιχμαλωτισθέντες μαζί με τους δυο τσαντοφόρους συντρόφους τους εκτελέσθηκαν από τους αντάρτες στα Λευκά Όρη και τα πτώματά τους ρίχθηκαν στο βάραθρο «Βούλισμα».

Αμέσως μετά το επεισόδιο οι περισσότεροι κάτοικοι από το φόβο γερμανικών αντιποίνων εγκατέλειψαν το χωριό και κατέφυγαν στο δάσος κάτω από το χωριό Ζούρβα. Τις απογευματινές ώρες έφθασε μια γερμανική δύναμη, η οποία αρκέσθηκε να διενεργήσει επιτόπια εξακρίβωση του επεισοδίου και να εντιαφιάσει τους νεκρούς Σουμπερίτες. Αφού εγκατέστησε προσωρινό φυλάκιο αποχώρησε χωρίς να κάψει ή να λεηλατήσει το χωριό. Η επιεικής αυτή μεταχείριση φαίνεται να οφειλόταν σε παράσταση που έγινε από συγκροτηθείσα επιτροπή υπό τον Επίσκοπο Κυδωνίας και Αποκορώνου Αγαθάγγελλο Ξηρουχακη προς τον Στρατηγό Μπρόιερ αμέσως μετά το επεισόδιο. Μαρτυρείται ότι η επιτροπή για να δικαιολογήσει την ενέργεια των Μεσκλιανών πρόβαλε το εξής επιχείρημα:

«Οι ενέργειες του Σούμπερ και του Ταγματός του αποτελουμένου το πλείστον από Έλληνας γίνονται συχνή αιτία ώστε οι κάτοικοι να εξαγριώνονται και να στρέφονται εναντίον των στρατευμάτων κατοχής. Του έφερον δε ως συγκεκριμένο παράδειγμα τα γεγονότα των Μεσκλών, τονίζοντάς του ότι, αν ήσαν γνήσιοι Γερμανοί στρατιώται, οι χωριανοί θα επειθάρχουιν εις αυτούς, αλλά επειδή ήσαν Έλληνες αντέδρασαν με αποτέλεσμα οι πλείστοι των κατοίκων να ανέλθουν εις τα βουνά».

Το επεισόδιο των Μεσκλών ήταν το ξεχείλισμα του ποτηριού που επισήμανε τις βασικές αδυναμίες του σώματος, την κακή ηγεσία, οργάνωση και πειθαρχία που μάστιζε το σώμα του Σούμπερτ, όπως σωστά παρατήρησε ο ίδιος ο Στρατηγός Μπρόιερ στη δίκη του: «Η ομάδα του ήταν άσχημα οργανωμένη και γι' αυτό τη διέλυσε και τον ίδιο τον εκτόπισε». Πάντως είναι τεκμηριωμένο ότι ο Μπρόιερ αυτή τη φορά αντέδρασε αποφασιστικά. Πρώτα «επέπληξε» το Σούμπερτ όταν αυτός προσπάθησε να αποσείσει απο τον εαυτό του την ευθύνη για το επεισόδιο των Μεσκλών και να την επιρρίψει στους «συναρχηγούς» του σώματός του. Δεν θα μπορούσε πλέον να προβάλει κανένα αντεπιχείρημα σε όσα τον κατηγορούσαν, δηλαδή να δικαιολογήσει τις αυθαιρεσίες που το σώμα του διέπραξε τους τελευταίους μήνες του 1943. Πέραν τούτου, ο Σούμπερτ ηταν υπόλογος και για σοβαρή υπέρβαση της στρατιωτικής του εξουσιοδότησης σχετικά με την «Προκήρυξή» που δημοσίευσε την Πρωτοχρονιά στον ημερησιο τύπο του Ηρακλείου. Ό,τι κι αν έλεγε στον Μπρόιερ δύσκολα θα μπορούσε να υπερασπισθεί τη θέση του, ένας επιλοχίας μπροστά σε ένα στρατηγό. Μάλιστα ο Μπρόιερ φαίνεται να πείσθηκε πια ότι είχε να κάνει με άτομο που υπέφερε από ψυχολογική πάθηση. Γι' αυτό «διέταξε να τον πιάσουν και να τον οδηγήσουν εις την μυστικήν γερμανικην αστυνομίαν, όπου του έκαμαν και ενέσεις αποβλακώσεως», σύμφωνα με την ομολογία του ίδιου του Σούμπερτ στη δίκη του. Κατά την ιατρικη εξέταση, στην οποία υποβλήθηκε, διεγνώσθη ότι έπασχε από τρίτου βαθμού σύφιλη, λόγος επιπρόσθετος για την εκδίωξή του. Μετά τη προσωρινή του νοσηλεία στα Χανιά και την εκτόπισή του, ο Σούμπερτ εισήχθη για λίγες ημέρες σε φρενοκομείο της Αθήνας - κατά πάσαν πιθανότατα στο Ψυχιατρείο Δαφνιού - να νοσηλευθεί για συμπτώματα ψυχοπάθειας. Πιθανόν για λόγους εγωισμού ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι ο εγκλεισμός του ήταν απλώς τιμωρία από τους ανωτέρους του. Ένας άλλος λόγος που συνέβαλε στην απομάκρυνσή του, σύμφωνα με τη βρετανική «Έκθεση», ήταν ότι «Οι Γερμανοί αντιπαθούσαν την ομάδα του Σούμπερτ για τις κτηνώδεις μεθόδους», οι οποίες δημιουργούσαν εμπόδια στην ειρήνευση του νησιού.


Πηγή κειμένου: Θανάσης Σ. Φωτίου: Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις "επίκεντρο "

Δείτε επίσης:

Οι ωμότητες του Σούμπερτ στο χωριό Καλή Συκιά

Σούμπερτ: Επιστροφή και σύλληψη στην Ελλάδα (5 Σεπτεμβρίου 1945)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2025

Οι ωμότητες του Σούμπερτ στο χωριό Καλή Συκιά

Καλή Συκιά. Τα ομαδικά αντίποινα στο ορεινό χωριό Καλή Συκιά, 40 περίπου χιλιόμετρα νότια από το Ρέθυμνο στην επαρχία του Αγίου Βασιλείου, θεωρούνται τα πιο «φρικώδη» εγκλήματα που o Σούμπερτ διέπραξε στη Κρήτη. O ίδιος έδωσε εντολή στους άνδρες του σώματός του να ρίξουν γυναίκες, διαφόρων ηλικιών, σε καιόμενα σπίτια. Λίγο πριν από το επεισόδιο η όμορη περιοχή του οροπεδίου Τσιλίβδικας είχε γίνει πεδίο αψιμαχιών και συγκρούσεων μεταξύ γερμανικών αποσπασμάτων και ανταρτικών ομάδων, οι οποίες είχαν συγκεντρωθεί στη θέση αυτή για να υποστηρίξουν τη διαφυγή της ομάδας Μανόλη Μπαντουβά και άλλων αντιστασιακών από τη νότια ακτή (όρμος Πλακιά) στη Μέση Ανατολή. Οι Άγγλοι εκπρόσωποι της συμμαχικής αποστολής είχαν αποφασίσει ότι ο Μπαντουβάς, ο οποίος λόγω «απερισκεψίας και έλλειψης ευθυκρισίας» προκάλεσε τα φοβερά αντίποινα στα χωριά της επαρχίας Βιάννου, έπρεπε το ταχύτερο να απομακρυνθεί γιατί, κατά το Λοχαγό Ρ. Στόκμπριτζ «εξ αιτίας του μας κυνηγούσαν οι Γερμανοί από τη μια άκρη στην άλλη. 

Γερμανικά αποσπάσματα ακολουθούσαν τα ίχνη του για να εξοντώσουν τον μισητό «αρχισυμμορίτη» και τη μικρή του ομάδα. Στον Τσιλίβδικα, στα βόρεια του χωριού Καλή Συκιά Ρεθύμνου, η ομάδα του Μπαντουβά ενισχυμενη με μικρά ένοπλα τμήματα των επαρχιών Αμαρίου, Αγίου Βασιλείου και Σφακίων συγκρούσθηκε με γερμανικές περιπολίες και προξένησε απώλειες στον εχθρό σκοτώνοντας περί τους δέκα Γερμανούς. Από τους 150 περίπου κατοίκους της Καλής Συκιάς οι άνδρες, εκτός από μερικούς γέρους, από φόβο αντιποίνων διέφυγαν στο βουνό την προηγούμενη ημέρα, όταν έμαθαν ότι o Σούμπερτ βρισκόταν στη περιοχή τους.

Το πρωί της 6ης Οκτωβρίου, δύναμη Γερμανών κατέφθασε στην Καλή Συκιά με σκοπό να ερευνήσει το οροπέδιο του Τσιλίβδικα και να καταδιώξει τις ανταρτικές ομάδες που είχαν φονεύσει και αιχμαλωτίσει Γερμανούς στρατιώτες τις προηγούμενες ημέρες. Στην εκκαθαριστική αυτή επιχείρηση συμμετείχε και ο Σούμπερτ με απόσπασμα 30 περίπου εθελοντών. Η γερμανική μονάδα ύστερα από σύντομη έρευνα στο χωριό συνέχισε τη πορεία της προς τον Τσιλίβδικα, ενώ o Σούμπερτ με τους άνδρες του παρέμεινε στην Καλή Συκιά. Οι Σουμπερίτες περικύκλωσαν το χωριό και αγριεμένοι συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα στη θέση «Λιβάδι», τοποθεσία στην άκρη του χωριού. Έπειτα ζητώντας να μάθουν πού είναι οι άνδρες του χωριού, τα κρυμμένα όπλα και οι αντάρτες, άρχισαν τις απειλές και το υβρεολόγιο, «μωροί πουτάνες, ρουφιάνες, πού 'ναι οι άνδρες σας;». Όλες κράτησαν άκρα σιωπή οπότε ακούστηκε μια παγερή κραυγή, «Όλες θα σας φάμε».

Για να τις εκφοβίσουν ώστε να μαρτυρήσουν, οι Σουμπερίτες έβαλαν φωτιά σε τέσσερα σπίτια και διέταξαν τις ιδιοκτήτριες να πάνε να την σβήσουν και να σώσουν τα σπίτια τους. H ιδιοκτήτρια Ευαγγελία E. Γρυντάκη ήταν οκτώ μηνών έγκυος και κρατούσε μωρό δύο ετών στην αγκαλιά της. Προτού την ρίξουν ζωντανή μέσα στο φλεγόμενο σπίτι της, ένας Σουμπερίτης άρπαξε το μωρό της και το πέταξε στο δρόμο. Ξέφρενη κατάφερε να βγει από το παράθυρο, αλλά και τις δυο φορές οι φύλακες την έσπρωξαν πάλι μέσα στη φωτιά και περίμεναν έως ότου αποτεφρωθεί. Τις υπόλοιπες τέσσερις γυναίκες (η Ελένη Νικητάκη κρατούσε και τη μικρή της κόρη Μαρία) οι Σουμπερίτες τελικά τις οδήγησαν όχι στα δικά τους σπίτια, όπως αρχικά ανακοίνωσαν, αλλά τις σκόρπισαν και τις έριξαν σε καιόμενα σπίτια συγχωριανών τους, τις δύο ζωντανές και τις άλλες δυο πυροβολημένες πρώτα με περίστροφο. Από το συγκεντρωμένο πλήθος έβγαλαν σε δυο παρτίδες άλλες δέκα γυναίκες από τις οποίες τέσσερις Ροδακινιώτισσες και μερικές σε προχωρημένη ηλικία.

Παρ' όλη τη φροντίδα που το απόσπασμα κατέβαλε, ώστε όλες οι επιλεγμένες γυναίκες να γίνουν παρανάλωμα του πυρός, εντούτοις τρεις τραυματισμένες από τους φύλακες γλίτωσαν, επειδή σύρθηκαν σε χώρο του σπιτιού (του Λεωνίδα Μονιάκη) όπου οι φλόγες δεν είχαν επεκταθεί. Μια άλλη χωρική σώθηκε χάρη στην επέμβαση του ίδιου του Σούμπερτ. H Ευανθία Ζουμπεράκη, σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης, την ώρα που την οδηγούσαν σε φλεγόμενο σπίτι αναγνώρισε δύο από τους τρεις Σουμιιερίτες συνοδούς - δούλευαν εργάτες κι αυτοί όταν τους γνώρισε ως θερίστρια στη πεδιάδα της Μεσαράς - και παίρνοντας θάρρος σε έναν από αυτούς είπε: «Δε φοβάσαι το Θεό, το Γερμανό μου παριστάνεις;» και η απάντηση του Σουμπερίτη: «Θα σε κάψω, πουτάνα, ζωντανή μ' αυτό που βαστάς...». Επενέβη τότε o Σούμπερτ λέγοντας: «Άστην να πάει στο διάολο, αφού είναι βαρεμένη» εννοώντας έγκυος, και έτσι γλίτωσε το κάψιμο. Η Αριστέα Κωστάκη αναγνώρισε κι αυτή άλλο Σουμπερίτη γνωστό και στον αδελφό της Μιχάλη από τους θερισμούς σε χωράφια της Μεσαράς, o οποίος τη ρώτησε: «Πού είναι μωρή, o Μιχάλης;» και η Κωστάκη, μαντεύοντας την πρόθεσή του απάντησε: «Δεν ντρέπεσαι μωρέ να ζητάς τον αδελφό μου; Ίντα να τον εκάμης;» Ήταν τυχερή που ο Σουμπερίτης αποφάσισε να μην την εκδικηθεί. Έριξαν στη φωτιά τραυματισμένο προηγουμένως και τον Ευστράτιο Δαμουλάκη, ογδοντάρη, ο οποίος αργότερα υπέκυψε στα εγκαύματά του. Στα θύματα συγκαταλέγονταν και δυο άνδρες από το γειτονικό χωριό Άγιος Ιωάννης τους οποίους το απόσπασμα βρήκε να εργάζονται στα χωράφια τους (σύμφωνα με άλλη εκδοχή ανακαλύφθηκαν πάνω σε δέντρο στο οποίο από φόβο είχαν σκαρφαλώσει για να κρυφθούν) έξω από την Καλή Συκιά και τους εκτέλεσε εν ψυχρώ. Συνολικά έκαψαν 12 γυναίκες, έναν άνδρα, τον Βαρδή Νικητάκη, πυρπόλησαν 10 σπίτια και λεηλάτησαν τα υπόλοιπα, 20 περίπου σπιτια.

Φέρεται ότι ο τότε πρόεδρος του χωριού, Μανόλης Γρυντάκης, υπέβαλε μήνυση στο γερμανικό στρατοδικείο Χανίων εναντίον του Σούμπερτ και πέντε από τους Σουμπερίτες, τους οποίους αναγνώρισαν τρεις ομοχώριές του. Στη δίκη, η οποία διεξήχθη από 16 μέχρι 19 Μαρτίου 1944, με μάρτυρες τις αναφερθείσες γυναίκες, δύο Σουμπερίτες καταδικάσθηκαν σε θάνατο και εκτελέσθηκαν στις φυλακές Ιτζεδίν [κοντά στο σημερινό Καλάμι] Χανίων παρουσία μάλιστα του Γρυντάκη! Η μαρτυρία αυτή του Γρυντάκη παραμένει ανεπιβεβαίωτη και αμφισβητήσιμη. Κατά τη δίκη του το 1947, ο Σούμπερτ επέρριψε όλη την ευθύνη για τους φόνους στην Καλή Συκιά στους Έλληνες «που είχαμε στα αποσπάσματα», τους οποίους ορισμένες γυναίκες, αντιδρώντας στη πυρπόληση των σπιτιών τους, προσέβαλαν φωνάζοντας: «Προδότες, δεν φθάνει που μας παραδίνετε στους Γερμανούς μας καίτε και το βιος μας. Και έτρεξαν να γλυτώσουν τα σπίτια τους από τη φωτιά. Τότε οι Έλληνες φρουροί άνοιξαν πυρ εναντίον τους και σκότωσαν μερικές γυναίκες. Εγώ όχι μόνο δεν ανακατεύθηκα στο έγκλημα, αλλά μαζί με το διοικητή μου κάναμε ανακρίσεις». Στη πραγματικότητα, οι «Έλληνες» αυτοί ήταν οι άνδρες του «Σώματος Κυνηγών Σούμπερτ», οι οποίοι υπηρετούσαν υπό τις διαταγές του και την ευθύνη για τα εγκλήματά τους την έφερε ολοσχερώς o Σούμπερτ, παρόλο που στη δίκη του επέμενε ότι ήταν απλός διερμηνέας χωρίς διοικητική δύναμη.

Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν σχεδιάσει να αποκλείσουν τον Μπαντουβά και τους συνεργάτες του στον Τσιλίβδικα από τρεις πλευρές. Ένα τάγμα, όπως αναφέρθηκε, επέδραμε μέσω Καλής Συκιάς προς τον Τσιλίβδικα, ένα άλλο τάγμα απέκλεισε τις προσβάσεις του από την περιοχή του Καλλικράτη Σφακίων, ενώ ναυτική δύναμη εμπόδισε τη διαφυγή του από τα νότια παράλια της περιοχής Ροδάκινου. Τα τρία γερμανικά σώματα δημιούργησαν ασφυκτικό κλοιό γύρω από τους συγκεντρωθέντες στον Τσιλίβδικα, οι οποίοι διηρημένοι σε μικρές ομάδες κατόρθωσαν να διαφύγουν. Ο Μπαντουβάς καταδιωκόμενος από τους Γερμανούς διέσχισε τη χώρα Σφακίων - μερικά χωριά από φόβο έδειξαν απροθυμία να ανταποκριθούν στο αίτημα της τροφοδοσίας του - και κατέληξε στο Καλούς Λάκκους, οικισμό κτηνοτρόφων κοντά στο σφακιανό φαράγγι. Αλλά και στο κρησφύγετο αυτό τα ειδικευμένα σκυλιά των Γερμανών τον ανακάλυψαν και τον ανάγκασαν να το εγκαταλείψει με κατεύθυνση, κατόπιν οδηγιών των Άγγλων συνδέσμων, προς τα νότια παράλια του νομού Ηρακλείου. Τελικά, μαζί με τους επιτελείς του, την 31η Οκτωβρίου, διέφυγε στη Μέση Ανατολή από τον όρμο του Λέντα Καινουρίου. Η απομάκρυνσή του Μπαντουβά στους μεν Γερμανούς έδωσε την ευκαιρία για να πανηγυρίσουν: «Ο αρχισυμμορίτης Μπαντουβάς εγκατέλειψε μετά της σωματοφυλακής του την Νήσον[...] το πουλημένο αυτό υποκείμενο, το οποίο προεκάλεσε τόσα δεινά εις τον φιλήσυχον πληθυσμόν» διακήρυττε ο Φρούραρχος Μπρόιερ, στους δε Άγγλους εκπροσώπους και τους Κρητικούς παρείχε προσωρινή εκτόνωση του φόβου ύστερα από τα σκληρά αντίποινα στην επαρχία Βιάννου. Σύμφωνα με τη βρετανική «Έκθεση», ο Μπαντουβάς «δυο φορές προηγουμένως θέλησε να μπλέξει την Κρήτη σε ανταρτικό πόλεμο χωρίς πόρους και χωρίς υπόσχεση ανεφοδιασμού».


Πηγή κειμένου: Θανάσης Σ. Φωτίου: Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις "επίκεντρο "

Δείτε επίσης:

Σούμπερτ: Επιστροφή και σύλληψη στην Ελλάδα (5 Σεπτεμβρίου 1945)

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 02, 2025

Σούμπερτ: Επιστροφή και σύλληψη στην Ελλάδα (5 Σεπτεμβρίου 1945)

α) Στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας:

Μπροστά στον αστυνομικό έλεγχο στερα από ολιγοήμερη παραμονή στο Μόναχο, στις 5 Σεπτεμβρίου 1945, ο Σούμπερτ και η Μαντζανά με βρετανικό αεροπλάνο επαναπατρίστηκαν στην Ελλάδα μαζί με άλλους Έλληνες ομηρους που οι Γερμανοί είχαν εκτοπίσει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εργασίας. Η Μαντζανά συνέστησε στον Σούμπερτ να μην επιστρέψει στην Ελλάδα, αλλά αυτός έλεγε ότι ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της και δεν μπορούσε να την αποχωρισθεί. Σε περίπτωση που θα τον εγκατέλειπε ή τον κατέδιδε η εκδίκησή του θα ήταν σκληρή: «Εάν πρόκειται να με προδώσης, θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια». Επέμενε ότι η Αλεξάνδρεια ήταν ο τελικός του προορισμός. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των παλιννοστούντων ομήρων από τον Αναστασιάδη, Υπαρχιφύλακα του Κέντρου Αλλοδαπών Πειραιώς και υπεύθυνο για τον έλεγχο την ημέρα εκείνη, οι επιβάτες από το αεροδρόμιο μεταφέρθηκαν σε σχολείο της Ελευσίνας για να υποβληθούν σε αστυνομικό έλεγχο. «Πρώτος εις τον αστυνόμον παρουσιάσθη ο Σούμπερτ Φριτς υπό το ψευδώνυμου Κωνσταντινίδης Κων/νος. 


Ερώτησις. Πώς ονομάζεσαι; 

Απάντησις. Κωνσταντινίδης Κωνσταντίνος. 

Ερώτησις. Τι είσθαι;

Απάντησις. Έλληνας.

Ερώτησις. Μήπως καταγωγήν Εβραϊκήν; Απόκρισις. Οχι. 

Ερώτησις. Από πού κατάγεσαι; Απάντησις. Από την Σμύρνην. 

Ερώτησις. Πότε αφίχθης εις την Ελλάδα; Απόκρισις. Το 1924 ή 1923. 

Ερώτησις. Τι εργασία κάνης; 

Απόκρισις. Ιντζινέρος. 

Ερώτησις. Πού κάθεσαι; 

Απόκρισις. Θεσσαλονίκη. 

Ερώτησις. Εις ποίαν διεύθυνσιν; Απόκρισις. Βαρδάρη. 

Ερώτησις. Εις ποίον μέρος του Βαρδάρη; Απόκρισις. Βαρδάρη. 

Ερώτησις. Σας γνωρίζει κανείς; Απόκρισις. Η δεσποινίς και μνηστή μου. 


Μετά ταύτα καλούμαι εγώ και με ηρώτησαν από πού κατάγομαι, που διαμένω και αν γνωρίζω τον Κωνσταντινίδην και τι τον έχω. Εγώ απήντησα ότι τον γνωρίζω από την Θεσσαλονίκην και ότι τον εγνώρισα από τον πατέρα μου και διέψευσα ότι τον έχω μνηστήρα. 

Κατόπιν τούτου ο Αστυνόμος μου συνέστησε να μεταβώ εις την οικίαν μου και εις τον κ. Κωνσταντινίδην να παραμείνη». Σύμφωνα λοιπόν με την κατάθεση της Μαντζανά, ο Σούμπερτ δημιούργησε πρόβλημα για τον εαυτό του, επειδή δεν μπορούσε να δώσει συγκεκριμένη διεύθυνση κατοικίας στη Θεσσαλονίκη και επέμενε ότι ο Βαρδάρης ήταν η μόνιμη κατοικία του. (Ο Βαρδάρης είναι μια μεγάλη κεντρική περιοχή στο δυτικό μέρος της πόλης). Αν ο Σούμπερτ δεν πάθαινε στιγμιαίο θόλωμα του μυαλού και έδινε στον αστυνομικό μια οποιαδήποτε διεύθυνση της Θεσσαλονίκης, κατά πάσα πιθανότητα θα γλιστρούσε, όπως πραγματι παραδέχθηκε αργότερα ο εξεταστής της Μαντζανά στο Κέντρο Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης: «Απέκρυψας τούτον ώστε μικρού δειν να διαφύγει την δικαιοσύνην». Η Μαντζανά αμύνθηκε λέγοντας ότι διατελούσε «υπό το κράτος ισχυράς συγκινήσεως λόγω των αλλεπαλλήλων απειλών του ας ετόξευεν διηνεκώς εναντίον μου». Παραμένει όμως ανεξήγητο το γεγονός, γιατί ο αστυνομικός Αναστασιάδης δεν υπέβαλε τη Μαντζανά σε ανάκριση για να αποσπάσει τις αποκαλυπτικές πληροφορίες που έδωσε αργότερα στην κατάθεσή της. Πώς ήταν δυνατό να μην είχαν δημιουργηθεί σοβαρές υποψίες στον αστυνομικό αυτόν, όταν άκουσε τη διάψευση της Μαντζανά ότι δεν ήταν μνηστή του Σούμπερτ και ότι τον γνώρισε μέσω του πατέρα της στη Θεσσαλονίκη; Για δεύτερη φορά οι αστυνομικοί του Κέντρου Αλλοδαπών Πειραιά έκαναν το λάθος να αφήσουν τη Μαντζανά να ξεφύγει μέσα από τα χέρια τους σε μια μάλιστα κρίσιμη φάση της ανακριτικής διαδικασίας, όταν στις 15 Σεπτεμβρίου επισκέφθηκε τον Σούμπερτ στα κρατητήρια του Κέντρου και του έδωσε 5.000 δραχμές για να συντηρηθεί. Αργότερα, οι υπεύθυνοι του Κέντρου Αλλοδαπών Πειραιώς έπλασαν ένα μύθο. 


β) Ο μύθος της Αυστριακής μπαλαρίνας-πληροφοριοδότριας 

Το 1976 ο Σαράντος Αντωνάκος, πρώην αστυνόμος, δημοσίευσε ένα ενδιαφέρον άρθρο στο οποίο αφηγείται διεξοδικά την ιστορία της αποκάλυψης του Σούμπερτ όπως την άκουσε από το Γ. Δουκάκη, ανθυπαστυνόμο στο Κέντρο Αλλοδαπών Πειραιά το 1945. Ο Δουκάκης συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάκριση για την εξακρίβωση της ταυτότητας του Γερμανού επιλοχία. Σύμφωνα λοιπόν με την αφηγησή του, μαζί με τον Σούμπερτ και τους επαναπατριζόμενους Έλληνες ομήρους την 5η Σεπτεμβρίου συνταξίδεψε και η Άννα Πίντερ «εικοσάχρονη καλλονή, χορεύτρια του κρατικού μπαλλέτου της Βιέννης» η οποία από το φόβο των Ρώσων παντρεύτηκε κάποιο Έλληνα και ήρθε να εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Η μπαλαρίνα αυτή ήταν η μόνη από το πλήθος των επιβατών, ανακριτή η οποία προθυμοποιήθηκε να πληροφορήσει τον στην Αναστασιάδη ότι «ο Κωνσταντινίδης ήταν πραγματικότητα και έτσι ενίσχυσε την αμφιβολία του ελεγκτή για την δήθεν ελληνική καταγωγή του Κωνσταντινίδη. Η ανάκριση συνεχίσθηκε και κατέληξε ύστερα από δυο εβδομάδες στην αποκάλυψη της ταυτότητας του πραγματικού Κωνσταντινίδη. Η ιστορία της Αυστριακης μπαλαρίνας που προσφέρει πολύτιμη πληροφορία στον αστυνομικό είναι απλώς ένας από τους πολλούς μύθους που είχαν επινοηθεί για να εξηγήσουν ορισμένα περιστατικά από την περιπετειώδη και περίπλοκη ζωή του Σούμπερτ. Προφανώς η 24χρονη Ντίνα Μαντζανά «εύσωμη με μελαχροινό και κοκκινωπό πρόσωπο, μαύρα μάτια και ωραία κόμη» μεταμορφώθηκε στο μύθο σε όμορφη μπαλαρίνα της Βιέννης. Επιπλέον, περιστατικά γνωστά από την περιπέτεια της Μαντζανά με τον Σούμπερτ στην Αυστρία προσαρμόσθηκαν στη ζωή της Αυστριακής καλλιτέχνιδας. Αμφότερες, η Πίντερ και η Μαντζανά, από φόβο αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τη Βιέννη λίγο πριν από την είσοδο των Ρώσων στην πόλη. Αμφότερες είχαν δημιουργήσει συναισθηματικό δεσμό με «Έλληνες» και ήρθαν στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση. Εν κατακλείδι, η Μαντζανά, η παρουσία της οποίας κατά τον έλεγχο στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας στην αφηγηση του Αντωνάκου αποσιωπάται τελείως, αναπλάσθηκε ως Βιεννέζα Πίντερ, ατεκμηρίωτο πρόσωπο ως μπαλαρίνα της Βιέννης. Το Τμήμα Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης στο οποίο η Μαντζανά στις 28 Σεπτεμβρίου 1945 κατέθεσε αποκαλυπτικά στοιχεία για την ταυτότητα και τη δράση του Σούμπερτ, για κάποιο λόγο, επανέλαβε το «λάθος» του Τμήματος Αλλοδαπών Πειραιώς και άφησε τη Μαντζανά ελεύθερη ύστερα από την ανάκρισή της. Από τότε τα ίχνη της χάθηκαν. Αν και ζωτικής σημασίας μάρτυρας, δεν εμφανίσθηκε σε καμιά από τις δίκες του Σούμπερτ και των Σουμπεριτών ούτε ως μάρτυρας ούτε ως κατηγορούμενη. Για πρώτη φορά τον Απρίλιο 1947 ονομάζεται σε παραπεμπτικό βούλευμα του Ειδικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης με τη σημείωση «Ντίνα ή Νίτσα Μαντζαρά [sic] κάτοικος Θεσσαλονίκης και ήδη αγνώστου διαμονής». Η «εξαφάνισή» της εξηγείται από το γεγονός ότι νωρίς εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκε στο Αγρίνιο, όπου παντρεύτηκε το Χρ. Γεροχρήστου που υπηρετούσε στα σώματα ασφαλείας.&Ζ ΓΙ' αυτούς τους λόγους η Μαντζανά παρέμεινε τελείως άγνωστη στα μέσα ενημέρωσης και γενικά στους Έλληνες. Επομένως, για να συγκαλυφθούν οι υπεύθυνοι παράβασης καθήκοντος στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας, φαίνεται ότι τα Κέντρα Αλλοδαπών Πειραιά και Θεσσαλονίκης συνέπραξαν ώστε η «έκθεσις εξετάσεως» της Μαντζανά να τηρηθεί μυστική ενόψει του μύθου περί Βιεννέζας μπαλαρίνας που κυκλοφορούσε τότε. 


γ) Η αποκάλυψη της ταυτότητας του «Κωνσταντινίδη» 

Όταν η Μαντζανά επισκέφθηκε το Σούμπερτ στις 15 Σεπτεμβρίου στο Κέντρο Αλλοδαπών Πειραιά, δεν είχε ακόμη τελειώσει η διαδικασία για την αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας. Λεπτομέρειες πώς έγινε η αποκάλυψη έχουν σωθεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ανθυπαστυνόμου Γεωργίου Δουκάκη, ανακριτή του Σούμπερτ στο Κέντρο Αλλοδαπών Πειραιά. Ο Αναστασιάδης παρέδωσε τον «Κωνσταντινίδη» Αστυνόμο Αβραάμ Βαλσαμάκη, «δυσκόλων ο οποίος θεωρούνταν ειδικός για Επειδή ανακρίσεις πελατών» σαν τον Σούμπερτ. όμως ο Κωνσταντινίδης συνέχισε να τηρεί απόλυτη σιωπή για την ταυτότητά του και διαμαρτυρόταν για την άδικη ταλαιπωρία, ο Βαλσαμάκης διέταξε να κλεισθεί προσωρινά στο κρατητήριο του Κέντρου Αλλοδαπών. Την τέταρτη ημέρα την ανάκριση ανέλαβε ο Ανθυπαστυνόμος Γ. Δουκάκης στον οποίο ο Κωνσταντινίδης, ύστερα από πιέσεις, ομολόγησε ότι ηταν Γερμανός υπηκοος και ότι επέστρεψε στην Ελλάδα για να παντρευθεί μια Ελληνίδα που είχε αγαπήσει στη Θεσσαλονίκη κατά τη θητεία του. Παρ' όλες τις δήθεν υποχωρήσεις του κρατουμένου, ο Δουκάκης στάθμιζε ακόμη τις αμφιβολίες του για την αξιοπιστία του Κωνσταντινίδη, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα και μπαίνοντας στο γραφείο έμεινε άφωνος αντικρίζοντας τον «Κωνσταντινίδη». Ο Δουκάκης παρατήρησε την έκπληξη στο πρόσωπο του επισκέπτη και απομακρύνοντάς τον από το γραφείο του τον ρώτησε πώς γνώριζε τον ανακρινόμενο. «Είναι ο Γερμανός λοχίας Σούμπερτ. Τον γνώρισα στα Χανιά. Ναι. Πρέπει να είναι ο Σούμπερτ. Πώς βρέθηκε στα χέρια σας αυτό το θηρίο; [...]. Έκαψε χωριά, τουφέκισε αθώους» απάντησε ο Ιωσήφ Κουρκούτης, ναυτικός πράκτορας, που συμπτωματικά πέρασε από το γραφείο του Δουκάκη στο Κέντρο Αλλοδαπών, γιατί είχε κληθεί να καταθέσει σε υπόθεση δωσιλόγου. Όταν ο ανακριτής Α. Βαλσαμάκης, ο οποίος εν τω μεταξύ ανέλαβε την ανάκριση από τον Δουκάκη, μετέδωσε στον «Κωνσταντινίδη» τη μαρτυρία-βόμβα του Χανιώτη Κουρκούτη, πιστεύοντας ότι ο «Κωνσταντινίδης» θα λύγιζε αυτή τη φορά, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Έδειξε τον οργισμένο και εριστικό, τονίζοντας: « Δεν είμαι ο Σούμπερτ [...]. Πώς ηταν δυνατόν να έλθω στην Ελλάδα αφού, όπως λέτε, κατηγορούμαι για ένα σωρό εγκλήματα;» Στο σημείο αυτό της ανάκρισης στο γραφείο μπήκε και δεύτερος μάρτυρας, ο συνταγματάρχης Οικονόμου, ο οποίος μόλις αναγνώρισε τον αρχηγό του «Σώματος Κυνηγών» αναφώνησε: «Συγχαρητηρια, κύριε αστυνόμε. Έχετε στα χέρια σας τον περιβόητο Σούμπερτ». Εν συνεχεία ανέφερε μερικά εγκλήματά του στην Κρητη. οι μαρτυρίες αυτές έδωσαν το έναυσμα στην ηγεσία του Κέντρου Αλλοδαπών ώστε να αποσταλούν δυο αστυνομικοί, ο ένας στην Κρήτη και ο άλλος στη Μακεδονία, για τη συλλογή πληροφοριών. Ύστερα από μερικές ημέρες επέστρεψαν με «πολυάριθμα έγγραφα» και μαρτυρικές καταθέσεις, το «κατηγορώ» του «Κωνσταντινίδη», το οποίο ο Βαλσαμάκης χρησιμοποίησε ως νέο όπλο για να αφαιρέσει τη μάσκα από το πρόσωπο του «Κωνσταντινίδη». Στα συγκεκριμένα εγκλήματα που ο ανακριτής απαρίθμησε, ο «Κωνσταντινίδης» στην αρχή δικαιολογήθηκε ότι η ένεση που του έκαναν σε νοσοκομείο του Βερολίνου του προκάλεσε αμνησία. Λίγο αργότερα ισχυρίσθηκε ότι υπεύθυνοι για τα εγκλήματα στην Κρήτη ήταν οι στρατηγοί Μπρόιερ και Μίλερ. Τέλος, εξαντλημένος από την πολυήμερη ανάκριση ο ψευδο-Κωνσταντινίδης λύγισε κάτω από το βάρος των μαρτυριών και με φωνή «αθώου» είπε: «Έχω μια ψυχή. Πάρτε την το γρηγορότερο να τελειώνωμε». Ήταν μια μακρά και επίπονη διαδικασία, η οποία κρατησε περισσότερο από δυο εβδομάδες. Τη σύλληψη του Σούμπερτ πρώτος ανακοίνωσε στις 18 Σεπτεμβρίου σε μερικούς φίλους της Κρήτης, ο Τομ Ντανμπάμπιν: «Ο Σούμπερτ συνελήφθη προ ημερών εις τας Αθήνας όπου έχει επιστρέψει εσχάτως υπό την κάλυιμιν εργάτου μετανάστου». Η Ντίνα Μαντζανά κλήθηκε τελευταία να καταθέσει στο Κέντρο Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης στις 28 Σεπτεμβρίου, όταν είχε ήδη πέσει η μάσκα πίσω από την οποία κρυβόταν ο Γερμανός επιλοχίας. Ο Σούμπερτ από τον Πειραιά μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ για να δικασθεί αργότερα ως εγκληματίας πολέμου. Όταν ο ημερήσιος τύπος ανακοίνωσε ότι ο Επιλοχίας Σούμπερτ βρίσκεται στα χέρια της ελληνικής δικαιοσύνης, τότε η Μακεδονία αλλά ακόμη περισσότερο η Κρήτη απαίτησαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης ο Σούμπερτ να δικασθεί στα μέρη όπου διέπραξε τα εγκλήματά του. Αμέσως μετά την αποκάλυψη του «Κωνσταντινίδη», δημοσιεύθηκε το αίτημα των Κρητικών: «Εκφράζουμε την ομόφωνη θέληση του κρητικού λαού [...] να δικασθή και να εκτελεσθή εδώ ανάμεσά μας και παρουσία εκείνων που τόσο πολύ Η ίδια εφημερίδα του Ηρακλείου ανακοίνωσε την επομένη, 22 Σεπτεμβρίου, ότι ο καπετάν Δ. Δομαλάκης εξ ονόματος της ομάδας «Σατανά» απέστειλε τηλεγράφημα στον πρωθυπουργό και στους υπουργούς δικαιοσύνης και οικονομικών ζητώντας «να επιτρέψουν να αναλάβη μια ομάδα από αντάρτες της Κρήτης και χωροφύλακες Κρήτες να ταξιδεύση στον Πειραιά και να τον οι επίμονες ενέργειες κρητικών παραγόντων τελεσφόρησαν. Λέγεται ότι τα άτομα που τελικά φρόντισαν για τη μεταγωγή του ήταν οι Χρ. Τζιφάκης και Εμμ. Μπαντουβάς, σημαίνοντες αντιστασιακοί του νησιού. Στις αρχές Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε ότι ο Σούμπερτ θα μεταφερθεί στην Κρήτη με στρατιωτικό αεροπλάνο, γιατί «εκφράζονται φόβοι λυντσαρίσματος». Τελικά στις 17 Δεκεμβρίου μεταφέρθηκε αεροπορικώς στα Χανιά για να λογοδοτήσει ενώπιον του Στρατοδικείου Χανίων «στο οποίο με ειδικό νόμο [...] παρασχέθηκε το δικαίωμα της ασκήσεως έργου δικαστηρίου εγκληματιών Κατά τη μεταφορά του ο Σούμπερτ συνεχώς τόνιζε στους συνοδούς του ότι «κανένα Έλληνα δεν σκότωσε», υιοθετώντας την τακτική αθώας περιστεράς, στην οποία παρέμεινε ανυποχώρητος μέχρι το θάνατό του. Τον Σούμπερτ, ο οποίος έμεινε έγκλειστος στις Επανορθωτικές Φυλακές Χανίων τουλάχιστον μέχρι το Φεβρουάριο του 1946, επισκέφθηκαν, κατόπιν αδείας των στρατιωτικών αρχών, Κρητικοί για να ζητήσουν πληροφορίες κυρίως σχετικά με δωσιλόγους

Η απόφαση της Κυβέρνησης Σοφούλη να δικασθεί ο Σούμπερτ όχι στην Κρήτη αλλά στην Αθήνα από το Ειδικό Στρατοδικείο Εγκληματιών Πολέμου ελήφθη βάσει της Συντακτικής Πράξης 90 της 31 Δεκεμβρίου 1945, η οποία κατέστησε το Ειδικό Στρατοδικείο της Αθήνας αποκλειστικά αρμόδιο για αλλοδαπούς εγκληματίες.


δ) H «σύλληψη » του Σούμπερτ στη Θεσσαλονίκη και το πιστόλι μυστήριο

Στην περίπτωση του Σούμπερτ αφθονούν οι φανταστικές αφηγήσεις γύρω από τη ζωή, τις μετακινήσεις, δραστηριότητες και το θάνατό του. Σχετικά με την καταγωγή του o ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, συνέβαλε στη δημιουργία μιας τέτοιας μυθικής ατμόσφαιρας. Θέματα, όπως η ξαφνική απομάκρυνσή του, η δράση του στη Μακεδονία, η διαφυγή του στην Αυστρία και προπαντός η επιστροφή, αναγνώριση και σύλληψή του έγιναν αντικείμενο αχαλίνωτης φαντασίας.

Για πολλούς Κρητικούς ο Σούμπερτ ποτέ δεν έφυγε από την Κρήτη, αλλά με την ομάδα του συνέχισε τις δραστηριότητές του μέχρι την παράδοση των Γερμανών στα Χανιά το Μάιο 1945. Τότε διαδόθηκε ότι μαζί με άλλους εγκληματίες, Γερμανούς και Ιταλούς, ήταν κρατούμενος των Βρετανών περιμένοντας να μεταφερθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα για ανάκριση και εν συνεχεία να αποσταλεί σε συμμαχικό στρατόπεδο της Ευρώπης. Ο Σούμπερτ όμως μεταμφιεσμένος σε απλό πολίτη εξαπάτησε τη βρετανική φρουρά, επέστρεψε στη Γερμανία, όπου έλαβε το απολυτήριό του και ακολούθως εγκαταστάθηκε στη Βιέννη. Από εδώ επικοινώνησε με την Ελληνίδα (γενικά στις πηγές αυτή συνδέεται με τη Θεσσαλονίκη), την οποία ερωτεύθηκε κατά τη θητεία του στην Ελλάδα και συνεννοήθηκε να συναντηθούν στη Θεσσαλονίκη. 

Με το ψευδώνυμο Κωνσταντινίδης επέστρεψε σιδηροδρομικώς στη Θεσσαλονίκη. Στο σημείο αυτό παραδίδονται δύο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Σούμπερτ, όταν αφίχθηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, αναγνωρίσθηκε από Κρητικό αστυνομικό, ο οποίος με πολιτικη περιβολή παρακολουθούσε τις κινήσεις υπόπτων επιβατών. Στην αρχή, ο Σούμπερτ αρνήθηκε την ταύτιση και επέμενε ότι ήταν επαναπατριζόμενος Έλληνας εργατης από γερμανικό στρατόπεδο εργασίας. Η τελική αποκάλυψη στηρίχθηκε σε τεκμήρια που προσκομίσθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες. 

Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, ο Σούμπερτ ανενόχλητος μετά την αποβίβασή του εξασφάλισε κατάλυμα σε ξενοδοχείο της πόλης, όπου ήταν άγνωστος στους κατοίκους, επειδή η Θεσσαλονίκη ποτέ δεν είχε γίνει χώρος των δραστηριοτήτων του. Μια μέρα, όμως, στο δρόμο προς το ξενοδοχείο του, κάποιος Κρητικός που έτυχε να βρίσκεται τότε στην πόλη, τον αναγνώρισε, τον ακολούθησε μέχρι το ξενοδοχείο και ειδοποίησε αμέσως τη χωροφυλακή, η οποία τον συνέλαβε στο δωμάτιό του. Ο Κρητικός, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτη μαρτυρία, ονομαζόταν Αντώνιος Ψιλάκης από το Ρέθυμνο, του οποίου τον πατέρα, Νικόλαο, ο Σούμπερτ είχε εκτελέσει ως τροφοδότη του καπετάν Πετρακογιώργη και τον ίδιο με δυο εξαδέλφια του είχε εξορίσει σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στη Ένας από τους χωροφύλακες που συμμετέσχε στη σύλληψη του Σούμπερτ ήταν ο Χανιώτης Κελαϊδής, ο οποίος αργότερα αφηγήθηκε την εμπειρία του: «Μόλις μπήκα στο δωμάτιό του, είδα στο κρεβάτι του μια δερμάτινη βαλίτσα με τα ρούχα του και πάνω σ' αυτά ένα πιστόλι. Εγώ πρόλαβα, το άρπαξα, το έβαλα στην τσέπη μου και δεν με είδαν οι άλλοι χωροφύλακες. Το έκρυψα και δεν το παρέδωσα στην έρευνα που έγινε». Το περίστροφο, περασμένης τεχνολογίας, ογκώδες και άγαρμπο, κίνησε την περιέργεια του Κελαϊδή, ο οποίος επισκέφθηκε τον Σούμπερτ στις φυλακές του Γεντί Κουλέ και τον ρώτησε: «Εσύ γιατί κρατάς αυτό το περίεργο πράμα και όχι ένα Λούγκερ ή νεότερο όπλο;». O Σούμπερτ κοιτάζοντάς τον με ένα ειρωνικό χαμόγελο του είπε: «Εγώ είμαι τραντισιονέλ Γερμανός». O Χανιώτης θυμόταν τη λέξη «τραντισιονέλ» [παραδοσιακός], αν και δεν ήξερε τι εσήμαινε.

Μέσα στη δεκαετία του 1980, ο Κώστας Μαμαλάκης υπηρετούσε στρατιώτης σε μονάδα που έδρευε στην περιοχή Χανίων. Τον πλησίασε τότε ένας Χανιώτης και του είπε: «Παρατήρησα ότι είσαι καλός σκοπευτής και επιτήδειος στο χειρισμό των όπλων. Γι' αυτό θα σου κάνω δώρο ένα πιστόλι. Αυτό έχει και μια ιστορία. Έχεις ακούσει για κανένα Σούμπερτ;.Ο Μαμαλάκης πάγωσε στο άκουσμα του ονόματος, αλλά προσποιήθηκε ότι δεν ήξερε Τίποτε. Τότε ο Χανιώτης, ονόματι Κελαϊδής, τον πληροφόρησε ότι ήταν απόστρατος χωροφύλακας και εν συνεχεία του διηγήθηκε πώς το περίστροφο του Σούμπερτ περιήλθε στην κατοχή του, όταν υπηρετούσε στη χωροφυλακή Θεσσαλονίκης μετά το τέλος της Κατοχής. Το φερόμενο ως «περίστροφο Σούμπερτ» είναι τύπου Mauser C 96 των 9 mm με μακρά κάνη και φαρδιά λαβή εξ ου και η επωνυμία. Το χρησιμοποίησε o στρατός του Κάιζερ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά πληροφορία του γερμανικού εργοστασίου κατασκευής στο Obendorf, ο Κεμάλ Ατατούρκ παρήγγειλε στο πόλεμο του 1922 εναντίον των Ελλήνων 350 περίστροφα τύπου Mauser C 96 ειδικά για τους αξιωματικούς Το «περίστροφο Σούμπερτ» φέρει έτος κατασκευής 1920 και επομένως έρχεται να ενισχύσει τον ισχυρισμό του Σούμπερτ ότι υπηρέτησε στον τουρκικό στρατό του Κεμάλ και συμμετείχε στη μάχη του Σαγγαρίου. Αν μέρος της ιστορίας που ο Σούμπερτ αφηγήθηκε στους Ρεθυμνιώτες πρόσφυγες το 1941 αληθεύει και δεν είναι αποκύημα φαντασίας, δικής του ή των Ρεθυμνιωτών, μπορεί να υπάρχει κάποια συσχέτιση του περιστρόφου με τον Κεμάλ και τον Σούμπερτ. Αν και η υπόθεση αυτή περιέχει ελκυστικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί εκ των πραγμάτων, διότι απλούστατα ο Σούμπερτ, όπως είναι πια τεκμηριωμένο, δεν αποβιβάσθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά στην Ελευσίνα, και εν συνεχεία αναγνωρίσθηκε και στην αρχή φυλακίσθηκε στο Κέντρο Αλλοδαπών του Πειραιά. Εξάλλου o ίδιος θα πρόδιδε τον εαυτό του, αν πράγματι έφερε μαζί του το απαρχαιωμένο αυτό περίστροφο. Από την άλλη μεριά, υπάρχει η πιθανότητα το περίστροφο του Σούμπερτ να περιήλθε με κάποιο περίεργο τρόπο στα χέρια του Κελαϊδή ως ένα από τα αντικείμενα του περιεχομένου της βαλίτσας, την οποία ο Σούμπερτ, πριν αποχωρήσει για την Αυστρία, εμπιστεύθηκε στην Κατίνα Αγγελίδου. Απλώς εισέφρυσε κι αυτό στο μύθο της αποκάλυψης και σύλληψης του Σούμπερτ στη Θεσσαλονίκη.

Παραλλαγή της πρώτης παράδοσης είναι και η εξής αφήγηση του Μεσκλιώτη M. Μπατάκη. Σύμφωνα με τον Μπατάκη, στην πραγματικότητα ο Σούμπερτ δεν αποχώρησε με τα γερμανικά στρατεύματα, αλλά επί δυο χρόνια κατάφερε να «επιζήση κρυπτόμενος» στην Ελλάδα, ελπίζοντας ότι οι Έλληνες θα ξεχάσουν και τον ίδιο και τα εγκλήματά του, όταν έρθει η κατάλληλη ώρα να δραπετεύσει στο εξωτερικό. Έτσι στις αρχές του 1947, ενώ περίμενε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού να επιβιβασθεί του αεροπλάνου, «αναγνωρίζεται υπό Κρητός χωροφύλακος όστις υπηρετούσε εις την φρουράν του αεροδρομίου, συλλαμβάνεται και οδηγείται εις Χανιά όπου δικασθείς Τουλάχιστον μέχρι το 2003, ημερομηνία έκδοσης των απομνημονευμάτων του Μπατάκη, η μυθοποίηση του Σούμπερτ συνεχιζόταν!

Πηγή κειμένου: Θανάσης Σ. Φωτίου: Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις "επίκεντρο "

Δείτε επίσης:

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ-ΛΑΜΠΡΑΚΗ