Κυριακή, Δεκεμβρίου 26, 2021

Γεώργιος Καραϊσκάκης: Ο γιος της καλογριάς


O Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος ήταν Έλληνας επαναστάτης, αρχικά υπήρξε κλέφτης και, στη συνέχεια, σπουδαίος αρματολός και στρατηγός της Επανάστασης του 1821. 

Το επίθετό του είναι χαϊδευτικό υποκοριστικό του Καραΐσκος, που έφερε o πατέρας του ήρωα, Δημήτριος Ίσκος ή Καραΐσκος, Καράς επειδή ήταν μελαμψός. Πρόκειται για σύνθετη λέξη από το τουρκικό kara (μαύρος) και το παλαιότερο οικογενειακό όνομα Ίσκος. 


Καταγωγή - Οικογένεια 

Γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1782, νόθος γιος της Ζωής Διμισκή, από τη Σκουληκαριά. Η μητέρα του, μετά τον θάνατο του Ιωάννη Μαυρομματιώτη, που ήταν ο πρώτος σύζυγός της, έγινε καλόγρια (γι' αυτό και του έμεινε η προσωνυμία «ο γιος της καλογριάς»). Για την ταυτότητα του πατέρα του δεν υπάρχει βεβαιότητα. Θεωρείται πιθανότερο ότι ήταν o αρματολός του Βάλτου Δημήτριος Καραΐσκος. 

Δεν είναι απολύτως εξακριβωμένος ο τόπος γέννησης του Καραϊσκάκη. Οι πρώτοι του βιογράφοι είτε δεν αναγράφουν τον τόπο γέννησης, είτε αναφέρουν διαφορετικές περιοχές όπως ότι γεννήθηκε σε σπηλιά πλησίον του χωριού Μαυρομμάτι Καρδίτσας ή σε μοναστήρι στη Σκουληκαριά Αρτας. 

Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα λόγω του οικογενειακού του ιστορικού αλλά και επειδή αναγκάστηκε να ζει μόνος χωρίς την υποστήριξη των γονέων του. Ήταν φιλόνικος, βλάσφημος και βωμολόχος, χαρακτηριστικά που απέκτησε από αυτά τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Από την παιδική του ηλικία ήδη, έκανε τα πρώτα βήματά του ως κλέφτης. Νεαρός έπεσε στα Χέρια του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, όπου και φυλακίσθηκε για παράνομες πράξεις, εκεί όμως έμαθε και κάποια γράμματα. Έτσι αρχικά υπηρέτησε στην αυλή του Αλή Πασά και τον ακολούθησε στην εκστρατεία του κατά του περίφημου πασά Πασβάνογλου στο Βιδίνιο της Βουλγαρίας, φίλου του Ρήγα Φεραίου. Στη εκστρατεία εκείνη ο Καραϊσκάκης αιχμαλωτίσθηκε από τις δυνάμεις του Πασβάνογλου και κρατήθηκε για κάποιο χρόνο. Στη συνέχεια επέστρεψε στην αυλή του Αλή Πασά. 

Η πιο σκοτεινή περίοδος της ιστορίας του Καραϊσκάκη θεωρείται η παραμονή του στην αυλή του Αλή Πασά, μέχρι που λιποτάκτησε και πήγε στον Κατσαντώνη, όπως σημειώνει ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Λέγεται πως όταν ο Αλή Πασάς ρώτησε κάποτε τον Καραϊσκάκη τι θα ήθελε να του προσφέρει, εκείνος του απάντησε: «Αν με γνωρίζεις άξιο για αφέντη, κάνε με αφέντη, αν για δούλο, κάνε με δούλο, αν για τίποτα ρίξε με στη λίμνη». 

Κατά την πρώτη παραμονή του στην αυλή του Πασά παντρεύτηκε την Εγκολπία Σκυλοδήμου και απέκτησε την Πηνελόπη, κατόπιν σύζυγο του Ανδρέα Νοταρά υπουργού του Όθωνα και αργότερα απέκτησε την Ελένη και τον Σπύρο. Στη δεύτερη διαμονή του ασχολήθηκε με το εμπόριο σφαγίων. Από μικρός όμως υπέφερε από φυματίωση και τακτικά κατέφευγε σε γιατροσόφους αλλά και Έλληνες και ξένους γιατρούς. Νοσοκόμα του ήταν η περίφημη Μαριώ, νεοφώτιστη τουρκοκόρη που ακολουθούσε τον στρατηγό σε όλες του τις μετακινήσεις και επιχειρήσεις. Η Μαριώ θεωρήθηκε ερωμένη του, πράγμα που δεν επιβεβαιώνεται από την επιστημονική έρευνα. 


Η δράση του πριν την επανάσταση 

Όταν το καλοκαίρι του 1820 πολιορκήθηκε o Αλή Πασάς από τα σουλτανικά στρατεύματα, o Καραϊσκάκης παρέμεινε μαζί του και αγωνίστηκε υπέρ του. Αργότερα όμως προσχώρησε στους πολιορκητές, αλλά γρήγορα απομακρύνθηκε και απ' αυτούς. Κατάφερε δε τότε να αποσύρει από τα πολιορκούμενα Ιωάννινα την οικογένειά του και να τη στείλει στη νήσο Κάλαμο που τότε θεωρούνταν ασφαλές μέρος για τους Έλληνες αμάχους. 

Κατά τους πρώτους μήνες του 1821 προσπάθησε να εξεγείρει σε επανάσταση κατά των Τούρκων την περιοχή της Βόνιτσας, στην αρχή ανεπιτυχώς διότι οι προύχοντες της περιοχής θεωρούσαν πως δεν ήταν ακόμη κατάλληλος ο καιρός. Στη συνέχεια πήγε στα Τζουμέρκα όπου εκεί ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης, η οποία διαδόθηκε πολύ γρήγορα στις όμορες επαρχίες και από εκεί στο Μακρυνόρος όπου και συμμετείχε ο ίδιος στις γενόμενες εκεί συμπλοκές.


Η δράση του την επανάσταση 

Μόλις ξέσπασε η Επανάσταση o Γώγος Μπακόλας και ο Καραϊσκάκης έκαψαν τον οχυρό πύργο του χωριού Καλύβια του Μάλιου στην επαρχία Ραδοβυζίου. Τα Άγραφα και το αρματολίκι τους, στα τελευταία χρόνια πριν την Επανάσταση, τα κατείχαν οι απόγονοι του περίφημου Γιάννη Μπουκουβάλα. Ο Καραϊσκάκης από νεαρή ηλικία φιλοδοξούσε να γίνει κάποια μέρα καπετάνιος των Αγράφων και το κατόρθωσε το 1821 βοηθούμενος και από τον Γιαννάκη Ράγκο και τους περί αυτόν Βαλτινούς. 

Κάτοχος πλέον των Αγράφων, στην αρχή απέφυγε να προσβάλει τους Τούρκους, υποκρινόμενος υποταγή στον Σουλτάνο προκειμένου να αποφύγει επιδρομές Τούρκων στη περιοχή του. Το 1822 ήλθε σε έντονες προστριβές με τον Ράγκο που αξίωνε και αυτός την αρχηγία των Αγράφων. 

Με την εισβολή των Τούρκων στη Στερεά Ελλάδα το Νοέμβριο του 1822, o Καραϊσκάκης ειδοποίησε από τα Άγραφα τον γέροντα Πανουργιά «ότι διαπραγματεύθηκε προσωρινά με τους Τούρκους να αρχηγέψει στα Άγραφα και έτσι αυτοί να μην έλθουν» ενώ «τα «δικαιώματα» θα τα έστελνε o ίδιος σ' εκείνους». 

Έτσι ενωμένοι ο Καραϊσκάκης με τους Στορνάρη και Λιακατά, προέβησαν σε συμφωνία με τον Βαλή της Ρούμελης Χουρσίτ Πασά, κερδίζοντας χρόνο και περιμένοντας τα αποτελέσματα των εκστρατειών του κατά του Μεσολογγίου, κατά της Ανατολικής Ελλάδας καθώς και της εκστρατείας του Δράμαλη. Και «αν χρειάζονται στρατιωτική βοήθεια να τους πέμψει» έγραφε τότε o Καραϊσκάκης. 

Μετά τη λύση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τα Άγραφα και να μεταβεί στην Ιθάκη προκειμένου να συναντήσει έμπειρους γιατρούς για την αντιμετώπιση της φυματίωσης από την οποία έπασχε. Οι γιατροί έδωσαν λίγες ελπίδες ζωής στον ήρωα και του συνέστησαν να μείνει στο νησί. 


Επιστροφή στα Άγραφα - Η δίκη του 

Ο Καραϊσκάκης, νοσταλγώντας τη Ρούμελη και τα Άγραφα, επέστρεψε από την Ιθάκη στο Μεσολόγγι και ζήτησε επίμονα να διορισθεί αρχηγός των ελληνικών πλέον όπλων της επαρχίας των Αγράφων. Ο Α.Μαυροκορδάτος δεν δέχθηκε. Συνέβησαν τότε και κάποιες συμπλοκές μεταξύ οπαδών του Καραϊσκάκη και Μεσολογγιτών όταν εκείνοι κατέλαβαν το Αιτωλικό, και αιφνίδια το Βασιλάδι, τα οποία αργότερα περιήλθαν στην υπό τον Μαυροκορδάτο διοίκηση του Μεσολογγίου. 

Τότε ο Μαυροκορδάτος κατηγόρησε τον Καραϊσκάκη μετά από ομολογία του Κωνσταντίνου Βουλπιώτη, που είχε μεταβεί στα Γιάννενα, ότι: «ο γιος της Καλογριάς είχε στείλει επιστολή στον Ομέρ Βρυώνη με την υπόσχεση να του, παραδώσει το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό». Έτσι διόρισε επιτροπή προκειμένου να εξετάσει την «αποκάλυψη προδοσίας». 

Στις 30 Μαρτίου 1824 συστάθηκε η παραπάνω επιτροπή και στις 2 Απριλίου 1824 εκδόθηκε προκήρυξη των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη με τον τίτλο «Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος». Κατά την προκήρυξη η εν λόγω επιτροπή έκρινε τον Καραϊσκάκη ένοχο «εσχάτης προδοσίας» άνευ δίκης. Έτσι στερήθηκε όλων των βαθμών και των αξιωμάτων του και διατάχθηκε να αναχωρήσει από το Αιτωλικό. 

Οι δε πολίτες διατάχθηκαν να αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τον «εχθρό της πατρίδας», τον Καραϊσκάκη, εφόσον αυτός «δεν μετανοήσει και προσπέσει στο έλεος των Ελλήνων και ζητήσει συγχώρησιν». Στις 3 Μαΐου 1824 ο Καραϊσκάκης με πολλούς οπαδούς του αναχώρησε από το Αιτωλικό και επιχειρώντας ανεπιτυχώς να καταλάβει τα Άγραφα μετέβη στο Καρπενήσι. Στις 27 Μαΐου του ίδιου έτους ζήτησε εγγράφως συγνώμη από τον Α. Μαυροκορδάτο, που όμως δεν εισακούσθηκε. Τελικά στις 25 Ιουνίου 1824 κατέφυγε στο Ναύπλιο όπου η Κυβέρνηση του αναγνώρισε όλους τους βαθμούς και τα αξιώματά του. 

Αμέσως μετά την αποκατάστασή του ο Καραϊσκάκης διατάχθηκε από την Κυβέρνηση να εκστρατεύσει στην Ανατολική Στερεά επικεφαλής 300 μισθοφόρων. Επίσης, χωρίσθηκε και η περιοχή των Αγράφων σε δύο τμήματα και το μεν ανατολικό αποδόθηκε στον Καραϊσκάκη, το δε δυτικό στον Ράγκο. Έτσι κοντά στα Σάλωνα συγκροτήθηκε το πρώτο ελληνικό στρατόπεδο, ο δε Καραϊσκάκης, που είχε αποκτήσει την γενική εκτίμηση των οπλαρχηγών, εκλέχθηκε από εκείνους «στρατοπεδάρχης απολύτου εξουσίας». 

Στα τέλη του 1824 και χωρίς σχετική διαταγή της Κυβέρνησης, ο Καραϊσκάκης έλαβε μέρος μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλλα και άλλους Ρουμελιώτες στον 20 εμφύλιο πόλεμο, κατά των λεγομένων ανταρτών, προχωρώντας ο ίδιος στη λεηλασία των οικιών των Ζαΐμηδων στη στα Καλάβρυτα. Έπειτα έσπευσε και συμμετείχε στη μάχη του Κρομμυδίου (περιοχή Μεθώνης). 

Στις αρχές του Μαΐου του 1825 ο Καραϊσκάκης επανέρχεται στη Στερεά και κατά τα μέσα του καλοκαιριού βρίσκεται σε πλήρη δράση διορισμένος ως γενικός αρχηγός όλων των εκτός Μεσολογγίου ελληνικών στρατευμάτων, κατά τον ίδιο χρόνο που αυτό πολιορκείτο από τον Κιουταχή και έπειτα από τον Ιμπραήμ Πασά της Αιγύπτου. Τότε ο Καραϊσκάκης μαζί με τον Τζαβέλλα καταστρώνουν ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο περικύκλωσης από ξηράς όλων των Τούρκων που πολιορκούσαν το Μεσολόγγι, σε συνεννόηση πάντα με τους πολιορκημένους. Το περίφημο εκείνο σχέδιο άρχισε να εκτελείται τμηματικά από τις 21 μέχρι 25 Ιουλίου 1825 χωρίς όμως να ολοκληρωθεί. Επέφερε όμως διακοπή της πολιορκίας ενώ οι απώλειες των Τούρκων υπήρξαν σοβαρότατες, το δε ηθικό των πολιορκημένων αναπτερώθηκε. Στη συνέχεια ο Καραϊσκάκης με 3.000 άνδρες έσπευσε στα Άγραφα όπου εκεί αποδεκάτισε πολλούς Τούρκους καθώς και τουρκίζοντες χριστιανούς. Από εκεί προχώρησε στη περιοχή Βάλτου και μέσω των τουρκικών οχυρωμάτων, διήλθε την «Λάσπη του Καρβασαρά» όπου έδωσε νικηφόρα μάχη ( 1 Νοεμβρίου 1825) και τελικά στρατοπέδευσε στο Δραγαμέστο. 

Τον Απρίλιο του 1826 που το Μεσολόγγι έπεσε, ο Καραϊσκάκης βρισκόταν ασθενής στον Πλάτανο της Ναυπακτίας. Πάραυτα έστειλε στη «Γέφυρα της Βαρνάκοβας» παρατηρητές να δουν πόσοι και ποιοι σώθηκαν από την ηρωική εκείνη φρουρά του Μεσολογγίου. Στις 17 Ιουνίου φθάνει στο Ναύπλιο. Η Επανάσταση ήδη στη Δυτική Στερεά είχε σβήσει και στην Ανατολική μόνο η Ακρόπολη των Αθηνών, η Κάζα και τα Δερβενοχώρια κατέχονταν από τους Έλληνες. 

Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, αν και βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο φυματίωσης, υπό την θεραπεία του Ελβετού γιατρού Baily, πρότεινε στην εδρεύουσα «Διοικητική Επιτροπή» να αναλάβει o ίδιος τον αγώνα στην Στερεά. Στις 19 Ιουλίου 1826 0 Καραϊσκάκης επικεφαλής 680 περίπου ανδρών ξεκίνησε από το Ναύπλιο για την Στερεά στην οποία είχε εισβάλει ο Ομέρ Πασάς (της Καρύστου) και ο Κιουταχής (από Θήβα). Πολύ σύντομα ο Κιουταχής, λόγω της στρατιωτικής δεινότητας του Καραϊσκάκη, βρέθηκε από πολιορκών σε θέση πολιορκούμενου. Με υπόδειξη του Καραϊσκάκη συγκροτήθηκε στην Ελευσίνα γενικό ελληνικό στρατόπεδο. Στις 5-7 Αυγούστου του ίδιου έτους επήλθε η πρώτη αψιμαχία στο Χαϊδάρι, την οποία ακολούθησαν κι άλλες, φοβούμενος ο Κιουταχής την κατά μέτωπο επίθεση από τα κυκλωτικά πάντα σχέδια του Καραϊσκάκη. Στις αψιμαχίες εκείνες o Καραϊσκάκης και o Φαβιέρος διαφώνησαν περί της τακτικής του πολέμου. Όταν όμως ο Κιουταχής κατέλαβε την κάτω πόλη των Αθηνών, ο Καραϊσκάκης ενίσχυσε την φρουρά της Ακρόπολης με περιορισμένο σώμα υπό τον Κριεζώτη που κατάφερε και εισήλθε στις 10 Οκτωβρίου 1826. Τον ίδιο μήνα και 25 Οκτωβρίου, ο Καραϊσκάκης εκστράτευσε στη Βοιωτία, στη Φθιώτιδα και στη Φωκίδα, απ' όπου και απέκοψε τις τουρκικές εφοδιοπομπές, ολοκληρώνοντας έτσι τον αποκλεισμό του ανεφοδιασμού των Τούρκων. 

Προχωρώντας στη συνέχεια στην πολιορκία των πύργων της Δόμβραινας, διέταξε να αρχίσει και η προσβολή των Τούρκων που βρίσκονταν στην πεδιάδα του χωριού (12 Νοεμβρίου 1826). Δύο μέρες μετά μετέφερε το στρατόπεδό του από τη Δόμβραινα και την Κεκόση στη Μονή Δομπού του Αγίου Σεραφείμ και από εκεί στη Μονή του Όσιου Λουκά και στις 18 Νοεμβρίου στρατοπέδευσε στο Δίστομο, έχοντας ολοκληρώσει τις εκκαθαρίσεις σε όλη την περιοχή. Τις κυκλωτικές αυτές κινήσεις αντελήφθη γρήγορα o Κιουταχής και ειδοποιεί να σπεύσουν σε βοήθειά του o Μουστάμπεης από την Αταλάντη και o Καχαγιάμπεης που βρισκόταν νοτιότερα. Αυτοί ενώνοντας τις δυνάμεις τους έσπευσαν να καλύψουν τα νώτα των Τούρκων που πολιορκούσαν την Ακρόπολη. 

Στις 18 Νοεμβρίου 1826 0 επικεφαλής των τουρκαλβανικών σωμάτων Μουστάμπεης στρατοπέδευσε στη Δαύλεια, δίπλα στη Μονή της Ιερουσαλήμ, προκειμένου να διανυκτερεύσει. 

Ο Καραϊσκάκης πληροφορούμενος τις κινήσεις και τις προθέσεις αυτές, την νύχτα της 18ης προς 19η Νοεμβρίου, έσπευσε με 560 άνδρες και προκατέλαβε την Αράχοβα, την οποία οχύρωσε με την αμέριστη βοήθεια των κατοίκων. 

Στις έξι ημέρες που ακολούθησαν οι μάχες που δόθηκαν εντός και εκτός της Αράχοβας υπήρξαν συντριπτικές για τούς Τούρκους, που από 2.000 που ήταν, μόλις που διασώθηκαν περί τους 300. Στις μάχες εκείνες σκοτώθηκαν και τέσσερις Τούρκοι αρχηγοί σωμάτων: ο Μουστάμπεης, o αδελφός του Καριοφίλμπεης, ο Ελζάμπεης καθώς και ο Κεχαγιάμπεης. Δυτικά του Ναού του Αγίου Γεωργίου της Αράχοβας, στο τέλος των μαχών, ο Καραϊσκάκης έστησε πυραμίδα από 1.500 κεφάλια τουρκαλβανών στρατιωτών. 

Στη συνέχεια, προβλέποντας πως o Κιουταχής δεν θα μπορέσει να συνεχίσει την πολιορκία χωρίς ανεφοδιασμό, συνέχισε τις εκκαθαρίσεις των περιοχών της Στερεάς. Αρχές Δεκεμβρίου εισήλθε στο Τουρκοχώρι το οποίο και κατέλαβε ενώ με τα ίδια του τα χέρια σκότωσε τον Μεχμέτ Πασά.Στις αρχές Φεβρουαρίου 1827 ανάγκασε και τον Ομέρ Πασά της Εύβοιας που είχε σπεύσει εναντίον του να παραιτηθεί του αγώνα και να επιστρέψει νικημένος στην έδρα του. 

Στις 23 Φεβρουαρίου 1827 ο Καραϊσκάκης επιστρέφει στην Ελευσίνα αφού είχε ελευθερώσει όλη την Στερεά Ελλάδα, εκτός του Μεσολογγίου, της Βόνιτσας και της Ναυπάκτου. 


Το τέλος του Γεωργίου Καραϊσκάκη 

Το μεσημέρι όμως της 22ας Απριλίου 1827 κάποιοι Έλληνες άρχισαν να ακροβολίζονται κατά μήκος της τουρκικής γραμμής στο Νέο Φάληρο. Παρά την προσπάθεια μερικών οπλαρχηγών, μεταξύ των οποίων κι ο Νικηταράς, να δώσουν τέλος στη συμπλοκή, ακολούθησε μάχη «ης ήρξαντο ανωφελώς μέθυσοι τινές Κρήτες και Υδραίοι εν τη εκβολή του Ιλισού», όπως γράφει ο Γκούσταβ Φρίντριχ Χέρτσβεργκ στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Λέγεται ότι το κρασί με το οποίο μέθυσαν, τους είχε σταλεί από τον Τσορτς και τον Κόχραν! Ο Καραϊσκάκης, που ήταν φιλάσθενος, κοιμόταν όταν άρχισε η μάχη. 

Ξύπνησε από τους πυροβολισμούς και τον θόρυβο, ανέβηκε στο άλογό του κι έτρεξε στο πεδίο της μάχης, συνοδευόμενος από πολλούς έφιππους αξιωματικούς και το άτακτο ιππικό. Πηγαινοερχόταν σε διάφορα σημεία και μετά από 3 ώρες περίπου η κατάσταση έδειχνε να ομαλοποιείται. Το ισχυρότερο από τα οχυρώματα των Τούρκων ήταν μια μάντρα σε πεδινό έδαφος. Καθώς ο Καραϊσκάκης πήγαινε προς τη μάντρα, δέχτηκε μια σφαίρα στο υπογάστριο. Αν και κατάλαβε ότι η πληγή του ήταν σοβαρή, συνέχισε έφιππος να «μαζεύει» τους στρατιώτες και τελικά γύρισε στη σκηνή του. 

Εκείνη τη μέρα, το ελληνικό ιππικό αντιμετώπισε με επιτυχία μια εχθρική ίλη που συνάντησε. Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν 17 Έλληνες. Μεταξύ των πληγωμένων ήταν ο Νικηταράς και ο Άγγλος Χουίτκομ. Ο υπασπιστής του Χατζημιχάλη Νταλιάνη, Παναγιώτης Χρυσανθόπουλος ή Κακλαμάνος, έχασε το δεξί του Χέρι. 

Ο Καραϊσκάκης όταν έφτασε στη σκηνή, οι στρατιώτες τον κατέβασαν από το άλογο και τον μετέφεραν στον γιατρό, που διαπίστωσε ότι είχε τραυματιστεί θανάσιμα στη βουβωνική χώρα. Τότε τον πήγαν στο πλοίο των Βρετανών οτο Φάληρο, έστρωσαν ένα χαλί στην καμπίνα του Τσορτς και τον τοποθέτησαν εκεί. 

Είχε καταλάβει ότι η πληγή του ήταν θανάσιμη. Κάλεσε αμέσως ιερέα, εξομολογήθηκε, μετάλαβε, ζήτησε συγχώρεση απ' όλους τους παρόντες και ζήτησε να τον θάψουν στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου της Σαλαμίνας. Αστειεύτηκε με τους συναγωνιστές του, τους συμβούλευσε να παραμείνουν ενωμένοι για το καλό της πατρίδας και τουλάχιστον ως τις 3 π.μ. της 23ης Απριλίου, είχε πλήρη διαύγεια. Κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη («Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης»), πέθανε γύρως τις 4 π.μ. «Εν μέσω δριμύτατων πόνων» κατά τον Λάμπρο Κουτσονίκα, ενώ σύμφωνα με άλλες πηγές στις 8 π.μ. Ο θάνατός του προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού στους αντιπάλους. Ο Κασομούλης αναφέρει πως ήδη από το βράδυ της 22ας Απριλίου οι Τουρκαλβανοί φώναζαν στους φρουρούς των ελληνικών θέσεων : «Ωρέ ο Καραϊσκάκης ο γιος της καλόγριας πέθανε. Όλοι να βάλετε μαύρα γιατί άλλον σαν κι αυτόν δεν έχετε». Πραγματικά, κανένας άλλος Έλληνας δεν είχε τις αρχηγικές του ικανότητες. Η σορός του μεταφέρθηκε στο ναό του Αγίου Δημητρίου της Σαλαμίνας όπου ετάφη και θρηνήθηκε από το πανελλήνιο. 

Χαρακτηριστική εικόνα όταν ο Κολοκοτρώνης έμαθε τον θάνατο του Καραϊσκάκη κάθισε σταυροπόδι και μοιρολογούσε σαν γυναίκα. 


Φήμες γύρω από το θάνατό του 

Ο Δημήτριος Αινιάν, γραμματέας του Καραϊσκάκη που έγραψε την βιογραφία του το 1833, αναφέρει τον τραυματισμό του αρχιστράτηγου και ότι ο Καραϊσκάκης πριν πεθάνει εμπιστεύτηκε στους Χατζηπέτρο και Γρίβα πως «...Λέγουν ότι εν παρόδω τρόπον τινά ανέφερε εις αυτούς ότι επληγώθη από το μέρος των Ελλήνων, ότι εγνώριζεν τον αίτιον και ότι, αν ήθελε ζήση, ήθελε τον κάμει γνωστόν και εις το στρατόπεδον». 

Στο έργο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» του Ιωάννη Ζαμπέλιου, ο αρχιστράτηγος φέρεται να λέει προς τους Χατζηπέτρο και Γρίβα : «Αύριον αν είμαι ζωντανός ακόμη, ελάτε να σας τιω έναν μυστικόν», αλλά σε υποσημείωση του βιβλίου του αναφέρει ότι το «μυστικό» αυτό παρεξηγήθηκε και ερμηνεύθηκε εσφαλμένως ως «δολοφονία από κάποιον Έλληνα». 

Μόνο ένας συγγραφέας, αυτόπτης απομνημονευματογράφος, υποστήριξε επίμονα την εκδοχή της δολοφονίας. Η συντριπτική πλειονότητα των πρωτογενών πηγών, μεταξύ των οποίων επίσης αυτόπτες, δέχεται ότι ο Καραϊσκάκης πυροβολήθηκε από Τούρκους. Από τους νεώτερους συγγραφείς ο Γιάννης Βλαχογιάννης υποστήριξε ότι o Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος οργάνωσε την δολοφονία του Καραϊσκάκη. Την γνώμη του υιοθέτησαν οι Δημήτρης Φωτιάδης και Δημήτρης Σταμέλος. 

Ο Γιάννης Κορδάτος διερωτάται αν «Οι Τούρκοι τον πυροβόλησαν ή κάποιος Έλληνας όργανο του Κιουταχή ή του Κόχραν». οι Αναστάσιος Ορλάνδος, Μέντελσον-Μπαρτόλντι, Κωνσταντίνος Ράδος, Απόστολος Βακαλόπουλος,Κυριάκος Σιμόπουλος,και Χρήστος Λούκος πιστεύουν ότι πυροβολήθηκε από Τούρκους. οι Τρικούπης (που εκφώνησε τον επικήδειο), Παπαρρηγόπουλος, Κόκκινος και πλείστοι άλλοι δεν ασχολούνται με το θέμα.



Κυριακή, Δεκεμβρίου 19, 2021

ΔΟΥΡΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ: Το παιχνίδι της μοίρας για το επτάχρονο αγγελούδι

Πάγωσε όλη η Ελλάδα παραμονή της Πρωτοχρονιάς και το γιορταστικό κλίμα έγινε σμπαράλια στο άκουσμα της είδησης ότι ένας ελαιοχρωματιστής από την Αργολίδα είχε βιάσει κτηνωδώς το επτάχρονο αγοράκι του και στη συνέχεια το έπνιξε και το έκρυψε σε σημείο όπου δύσκολα μπορούσε να ανευρεθεί. Τις επόμενες ώρες μάλιστα, δήθεν έψαχνε μαζί με συγχωριανούς του να βρει το παιδί, και τελικά το «εντόπισε» ο ίδιος στο σημείο όπου το είχε τοποθετήσει. Καταριόταν συνέχεια τον δολοφόνο του παιδιού του. Ακόμα και στην κηδεία, και έπαιζε θέατρο μέχρι τη στιγμή που περιέπεσε σε αντιφάσεις και ομολόγησε το φρικιαστικό του έγκλημα. 

Καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά. καθώς το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για την ανθρωποκτονία και τον βιασμό του ίδιου του σπλάχνου του. Δύο χρόνια αργότερα, και ενώ υποστήριζε κατά διαστήματα ότι ήταν αθώος, βρέθηκε απαγχονισμένος με καλώδιο της τηλεόρασης στην τουαλέτα των φυλακών Τρίπολης, δίνοντας έτσι τέλος στην πολυτάραχη ζωή του. Πολλοί. ανάμεσά τους και η σύζυγος του δράστη, πιστεύουν ότι άλλος ήταν o δολοφόνος του παιδιού και ότι ο Δουρής ήταν αθώος. Τη συγκλονιστική υπόθεση κάλυψα τότε με επιτόπιο ρεπορτάζ στην Αργολίδα και στην Αθήνα, μαζί με τους συναδέλφους τεχνικούς Κώστα Ζέρβα και Γιάννη Κρητικό. 

Ας δούμε όμως αναλυτικά πώς διαδραματίστηκαν τα ανατριχιαστικά γεγονότα αυτής της φοβερής παιδοκτονίας που απασχόλησε την ελληνική κοινή γνώμη για πολύ καιρό. 

Δουρής Εμμανουήλ του Αντωνίου και της Γεωργίας. ελαιοχρωματιστής. παντρεμένος και πατέρας έξι παιδιών. τα τέσσερα αγόρια και τα δύο κορίτσια. Είχε γεννηθεί το 1953 στο Περιστέρι Αττικής και κατοικούσε με την οικογένειά του στην Ερμιόνη της Αργολίδας. Πρόκειται για τον πρωταγωνιστή της ανατριχιαστικής ιστορίας που αποκαλύφθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1993 και, όπως ήταν επόμενο, τράβηξε σαν μαγνήτης το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων σε όλη τη χώρα. 

Ο Μανώλης Δουρής και η σύζυγός του Γεωργία είχαν μετακομίσει στην Ερμιόνη μόλις παντρεύτηκαν. Απέκτησαν επτά παιδιά, ενώ τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του δούλευαν σκληρά για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα. Εκείνος εργαζόταν ως οικοδόμος, κι έπειτα ως ελαιοχρωματιστής, κάνοντας ταυτόχρονα και άλλες εργασίες, ενώ η γυναίκα του δούλευε όπου έβρισκε μεροκάματο. Οι στερήσεις, βέβαια, ήταν μεγάλες, καθώς η οικογένεια ήταν πολυμελής και οι απαιτήσεις πάρα πολλές. 

Όταν αποκαλύφθηκε η υπόθεση και πήγαμε στην Αργολίδα για επιτόπιο ρεπορτάζ, μάθαμε από συγγενείς, γείτονες, γνωστούς και κατοίκους της όμορφης κωμόπολης διάφορα πράγματα, επιβαρυντικά για την οικογένεια Δουρή. Ο πατέρας, μας είπαν, κακομεταχειριζόταν τα παιδιά του. Τα χτυπούσε, τα έβριζε χυδαία και τους συμπεριφερόταν με τον χειρότερο τρόπο. Τα παιδιά δεν πήγαιναν σχολείο. Γυρνούσαν εδώ κι εκεί. πολλές φορές νηστικά, ξυπόλυτα, και κάποιες φορές σε κακή κατάσταση. Μας είπαν και άλλα πολλά, που δεν μπορώ να τα γράψω. επειδή χρειάζονται διασταύρωση που είναι αδύνατον πια να γίνει. Μεταφέρω όμως το εξής χαρακτηριστικό περιστατικό που απασχόλησε τις αρχές και τη μικρή κοινωνία της Ερμιόνης. 

Δύο χρόνια πριν από το φοβερό γεγονός με τον Νικολάκη. είχε δημιουργηθεί σάλος με μια σοβαρότατη καταγγελία. Σύμφωνα με αυτή. κάποιος συμπατριώτης του Δουρή, ηλικίας 76 χρονών, είχε κακοποιήσει σεξουαλικά ένα από τα παιδιά του (όχι τον άτυχο Νικολάκη). Είχαμε βρει τότε την αδελφή του εβδομηνταεξάχρονου, η οποία μας είχε πει ότι ο Δουρής με την καταγγελία που είχε κάνει επιδίωκε να βγάλει λεφτά. Και συνέχισε:

«Ο Δουρής πήγε στην αστυνομία και έκανε μήνυση εναντίον του αδελφού μου για βιασμό ενός από τα αγόρια του, με αποτέλεσμα να τον συλλάβουν και να τον βάλουν φυλακή. Στη συνέχεια o Δουρής ζήτησε από τον αδελφό μου 2.000.000 δρχ. κι ο αδελφός μου του τα έδωσε. Τότε ο Δουρής πήγε και απέσυρε τη μήνυση. Το ίδιο είχε κάνει ο Δουρής και σε κάποιον άλλον και του πήρε 1.000.000 δρχ. Η καταπελία για τον αδελφό μου ήταν άδικη. Δεν ήταν αλήθεια. Δυστυχώς για μας, o αδελφός μου, μετά από αυτό που έγινε, βγήκε από τη φυλακή. αλλά πέθανε από τη στενοχώρια του. Δεν άντεξε». 

Επιστρέφουμε τώρα στη μοιραία Πέμπτη. 30 Δεκεμβρίου 1993. O επτάχρονος Νίκος είχε πάει στο γήπεδο και έπαιζε με άλλα παιδάκια. Γύρω στις 6:00 το βράδυ. επέστρεψε στο σπίτι μαζί με έναν συνομήλικο εξάδελφό του, που ήταν και o τελευταίος άνθρωπος που είδε τον Νικολάκη πριν από το τραγικό γεγονός. Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει η αστυνομία, στο προαύλιο o πατέρας συνάντησε το παιδί του και το ρώτησε πού ήταν και γιατί είχε αργήσει να γυρίσει στο σπίτι. Ανυποψίαστο το παιδί για όσα θα ακολουθούσαν, του απάντησε ότι είχε πάει με τον εξάδελφό του και με άλλα παιδιά στο γήπεδο για να παίξουν. 

Ο Δουρής του έριξε μερικές καρπαζιές και με τη βία το οδήγησε μέσα στη μικρή αποθήκη, στο προαύλιο του σπιτιού. Το παιδί αντιδρούσε και εκείνος το ξαναχτύπησε. Το τοποθέτησε πάνω σε έναν πάγκο, του έβγαλε τα ρούχα και, αφού το φίμωσε για να μη φωνάζει. το βίασε. Ίσως μάλιστα να έβαλε στον πρωκτό του παιδιού και κάποιο αντικείμενο, όπως είχε πει o ιατροδικαστής. Στη συνέχεια, του έφραξε το στόμα και τη μύτη με τα χέρια για να μην αναπνέει, με αποτέλεσμα το παιδί να πεθάνει. Με μυτερό αντικείμενο το τρυπούσε, όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος ο δράστης, για να διαπιστώσει αν αντιδρούσε. Στη συνέχεια βγήκε για λίγο έξω, είδε ότι δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας, επέστρεψε στην αποθήκη. έντυσε το παιδί, το σήκωσε στην αγκαλιά του και το μετέφερε στο σημείο όπου βρέθηκε αργότερα. Κατόπιν, επέστρεψε στο σπίτι και γεμάτος απορία ρωτούσε τη γυναίκα του και τα άλλα παιδιά τι είχε γίνει o Νίκος, πού ήταν και γιατί αργούσε. 

Όσο περνούσε η ώρα και ο Νίκος δεν εμφανιζόταν, ο Δουρής και τα μέλη της οικογένειάς του βγήκαν από το σπίτι και άρχισαν να ψάχνουν παντού, χωρίς αποτέλεσμα. 

«Θα πάω στην αστυνομία» είπε στη σύζυγό του, και πραγματικά μετέβη μαζί της στο Αστυνομικό Τμήμα Κρανιδίου και κατήγγειλε την «εξαφάνιση» του παιδιού του. Όπως μας έλεγαν οι αστυνομικοί αργότερα, όταν έκανε την καταγγελία έμοιαζε βέβαιος ότι το παιδί του δεν ήταν ζωντανό. Από την πλευρά του, o αξιωματικός υπηρεσίας προσπαθούσε να του δώσει κουράγιο λέγοντάς του ότι θα βρισκόταν το παιδί και δεν χρειαζόταν να ανησυχεί. 

«Μου το σκότωσαν το παιδί και δεν πρόκειται να το βρούμε. Δεν είναι ζωντανό» έλεγε ο Δουρής και παρίστανε τον απαρηγόρητο. 

«Σας είπα, μην ανησυχείτε. θα ψάξουμε και θα το βρούμε το παιδί σας» του έλεγε ξανά ο αξιωματικός υπηρεσίας για να τον καθησυχάσει. 

Συγχωριανοί, συγγενείς, φίλοι και αστυνομικοί άρχισαν να χτενίζουν όλα τα σημεία της Ερμιόνης, αλλά πουθενά δεν μπόρεσαν να βρούνε το παιδί. Σε κάποια φάση των ερευνών, ο Δουρής πήγε μαζί με ένα από τα αγόρια του στο σημείο όπου είχε τοποθετήσει το πτώμα του παιδιού του και είπε ότι το βρήκε, κλαίγοντας και ρίχνοντας κατάρες στον δολοφόνο του Νικολάκη! Το άψυχο κορμί του παιδιού το μετέφερε στο Κέντρο Υγείας ο ταξιτζής Γιώργος Πολίτης, ο οποίος, μάλιστα. είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα σε μια προσπάθεια να σώσει το παιδί. Πίστευε ότι θα μπορούσε να προλάβει το κακό. Δυστυχώς, όμως, ο γιατρός είπε ότι ήταν πολύ αργά. Το πτώμα του Νικολάκη μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο για τη διενέργεια νεκροψίας και νεκροτομής. Το έργο ανέλαβε o ιατροδικαστής Φίλιππος Κουτσάφτης, ο οποίος διαπίστωσε ότι: 

«Ο θάνατος επήλθε από ασφυξία εξ αποφράξεως των έξω αναπνευστικών στομίων μετά εκτεταμένων κακώσεων του πρωκτού. Βαρεία σεξουαλική κακοποίηση και ανθρωποκτονία». 

Διαπίστωσε επίσης ο ιατροδικαστής ότι το παιδί έφερε τραύματα και αμυχές σε διάφορα σημεία, και επιπλέον διάσπαρτα εγκαύματα που προκλήθηκαν μετά θάνατον, και συγκεκριμένα:

«Εγκαύματα προκληθέντα εκ ξηράς φλογός επί της αριστεράς παρειάς, επί ολοκλήρου της προσθίας θωρακικής επιφανείας ιδίως αριστερά, αριστερού ώμου, αριστερού βραχίονος, έξω επιφανείας του αριστερού μηρού, γόνατος και κνήμης. Διάσπαρτα μικροεγκαύματα επί του οπισθίου θωρακικού τοιχώματος». 

Αναφέρει επίσης ότι «ελήφθησαν αίμα, τρίχες και πρωκτικό υλικό και παρεδόθησαν στα εργαστήρια της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας», ενώ στα εργαστήρια στάλθηκαν και 12 τρίχες που βρέθηκαν στο πρόσωπο του παιδιού, γύρω από τα χείλη του, 9 τρίχες που βρέθηκαν στον πρωκτό του, και 22 τρίχες που βρέθηκαν στο μπουφάν του. Από την εξέταση στα εργαστήρια, όπως έγινε γνωστό, προέκυψε πως μία από τις τρίχες που βρέθηκαν στον πρωκτό του παιδιού ανήκε στον Μανώλη Δουρή. Σπερματικό υγρό δεν ανιχνεύτηκε σε κανένα από τα πειστήρια που είχαν σταλεί στα εργαστήρια. 

Επιστρέφουμε πίσω στην Ερμιόνη και στα γεγονότα. που βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη. 

Επί περίπου εξήντα ώρες μετά τη φοβερή παιδοκτονία, ο Μανώλης Δουρής έπαιζε θέατρο και έλεγε ότι θα εκδικούνταν τον φονιά του παιδιού του κι ότι δεν θα τον άφηνε ζωντανό. Κι όλα αυτά μέχρι που η ανάκριση προχώρησε σε σημείο ώστε να κριθεί o ίδιος ύποπτος. 

Τελικά, κατά την ανάκριση στην αστυνομία, o δράστης «έσπασε» και ομολόγησε ότι αυτός είχε σκοτώσει το παιδί του, περιγράφοντας μάλιστα με λεπτομέρειες τις συνθήκες του αποτρόπαιου εγκλήματος, καθώς και του βιασμού που είχε προηγηθεί. Όταν οι αστυνομικοί τον ρωτούσαν για ποιον λόγο είχε κακοποιήσει σεξουαλικά το παιδί του και γιατί το είχε σκοτώσει, εκείνος προσπαθούσε να δικαιολογηθεί λέγοντας ότι δεν ήξερε τι έκανε επειδή βρισκόταν σε κρίση και ότι πάθαινε κρίσεις και διαλείψεις εδώ και πολλά χρόνια. 

Ο Μανώλης Δουρής κατέθεσε τρεις φορές στο Τμήμα Ασφαλείας Κρανιδίου, όπου είχε κληθεί προς εξέταση. Την πρώτη φορά στις 7:00 το πρωί της Κυριακής, 2 Ιανουαρίου 1994. Έδωσε και δύο συμπληρωματικές καταθέσεις την ίδια μέρα: τη μία στις 8:00 το πρωί και την άλλη στις 12:00 το μεσημέρι. 

Στην πρώτη του κατάθεση αναφέρεται στο τραγικό περιστατικό, παραδέχεται ότι σκότωσε το παιδί του αλλά αρνείται τον βιασμό. [...]Ο κατηγορούμενος κρίθηκε προφυλακιστέος και οδηγήθηκε προσωρινά στις φυλακές του Ναυπλίου. Λίγες μέρες αργότερα διατάχθηκε η μεταγωγή του στις φυλακές της Κέρκυρας. Αυτή η μεταγωγή συζητήθηκε ιδιαίτερα, καθώς ο Δουρής, κατά τη μεταφορά του από το Ναύπλιο στα Γιάννενα και εν συνεχεία στην Κέρκυρα, ξυλοκοπήθηκε άγρια. Σε κάποια φάση της διαδρομής, οι συγκρατούμενοί του μέσα στην κλούβα της Υπηρεσίας Μεταγωγών άρχισαν να χτυπάνε με μανία τον Δουρή. Του κατάφεραν γροθιές και κλοτσιές, κυρίως στα γεννητικά του όργανα, και του τραβούσαν τα μαλλιά. Όταν το πήραν είδηση οι αστυνομικοί που συνόδευαν τις μεταγωγές, ο Δουρής ήταν αναίσθητος και σε κακή κατάσταση. 

Στην Κέρκυρα τον πήγαν αμέσως στο νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε για μέρες ώσπου να γίνει εντελώς καλά. Στο λιμάνι της Κέρκυρας, δεκάδες κάτοικοι τον περίμεναν με άγριες διαθέσεις αλλά τελικά απομακρύνθηκαν από τους αστυνομικούς. Αλλά και στο νοσοκομείο πολλοί ασθενείς τον αποδοκίμασαν εντονότατα και, αν δεν βρισκόταν κοντά του ισχυρή αστυνομική δύναμη, θα τον ξυλοκοπούσαν άγρια. 

Στις φυλακές παρουσιάστηκε κι άλλο πρόβλημα. Δεν τον ήθελαν ανάμεσά τους οι φυλακισμένοι, και μάλιστα υπήρχαν στους δεσμοφύλακες πληροφορίες ότι θα τον λίντσαραν και θα τον σκότωναν. Έτσι αποφασίστηκε να κρατηθεί για λίγο σε χώρο εκτός της κύριας φυλακής. μέχρι να κοπάσουν οι αντιδράσεις. 

Θα πρέπει εξάλλου να επισημάνω ότι άγριες διαθέσεις —έγιναν και κάποιες επιθέσεις— παρατηρήθηκαν και στις φυλακές του Ναυπλίου, του Κορυδαλλού. όπου o δράστης κρατήθηκε για μια μέρα, και των Ιωαννίνων, μέχρι ο Δουρής να καταλήξει στις φυλακές υψίστης ασφαλείας στην Κέρκυρα. 

Τον Νοέμβριο του 1994 έγινε η δίκη του Μανώλη Δουρή στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κορίνθου. Είχαν ληφθεί έκτακτα μέτρα ασφαλείας επειδή επαναλαμβανόταν συνέχεια το ίδιο σκηνικό. Δηλαδή ανά πάσα στιγμή υπήρχε κίνδυνος να λιντσάρουν τον Δουρή δεκάδες άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα κι έξω από το δικαστήριο. 

Μετά από ακροαματική διαδικασία τεσσάρων ημερών, το δικαστήριο εξέδωσε στις 23 Νοεμβρίου 1994 την απόφασή του, η οποία, σημειωτέον, ήταν ομόφωνη. Το δικαστήριο επέβαλε στον Δουρή: 

Ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. 

Κάθειρξη 20 ετών για τον βιασμό του παιδιού του. 

Φυλάκιση 1 έτους για ασέλγεια (αιμομιξία). 

Στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του για 10 χρόνια. Πολλοί κάτοικοι της Κορινθίας που βρίσκονταν μέσα στο δικαστήριο άρχισαν να φωνάζουν προς την έδρα των δικαστών: «Μπράβο. μπράβο». 

Ψύχραιμα άκουσε την ποινή που του επιβλήθηκε από το δικαστήριο ο παιδοκτόνος. Το μόνο που είπε με δύο λέξεις ήταν: 

«Είμαι αθώος». 

Όπως μου είπαν συνάδελφοι που παρακολούθησαν όλες τις μέρες τη δίκη, σε κάποιοι φάση ο Δουρής είχε δηλώσει ότι αυτός ήταν πραγματικά αθώος και ως δράστες κατονόμασε τη σύζυγό του και τον εραστή της. 

Από την πλευρά της, η σύζυγός του Γεωργία Δουρή, η οποία βρισκόταν σε μια άκρη της αίθουσας του δικαστηρίου μαζί με τις δύο κορούλες της, υποστήριξε για άλλη μια φορά και μετά την έκδοση της απόφασης ότι o Μανώλης ήταν αθώος. Επίσης, η μία από τις κόρες έλεγε στους συναδέλφους που κάλυπταν τη δίκη: «Δεν σκότωσε o πατέρας μου τον Νικολάκη. Άλλος τον σκότωσε». Ο συνήγορος υπεράσπισης Βασίλης Καρύδης υποστήριζε επίμονα ότι ο Δουρής ήταν αθώος, ενώ στην αγόρευσή του είχε ισχυριστεί ότι ο Δουρής δεν ήθελε να σκοτώσει το παιδί του και ότι έπρεπε να κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, και όχι από πρόθεση. Υποστήριξε επίσης ότι η αστυνομία συνέθεσε το σενάριο της δολοφονίας και του βιασμού του παιδιού. 

Ο Δουρής οδηγήθηκε στις φυλακές για την έκτιση της ποινής του, ενώ η σύζυγός του έλεγε ότι θα έφτανε μέχρι τον Άρειο Πάγο για να αποδείξει την αθωότητα του Μανώλη. Και ενώ o Δουρής βρισκόταν κρατούμενος στις φυλακές της Τρίπολης, έσκασε η βόμβα της αυτοκτονίας του. 

Ήταν 6:00 το απόγευμα της Κυριακής. 25 Φεβρουαρίου 1996. Η φυλακή της Τρίπολης αναστατώθηκε όταν οι δεσμοφύλακες βρήκαν τον Μανώλη Δουρή κρεμασμένο με καλώδιο της τηλεόρασης στις τουαλέτες. Όπως μου δήλωσε σωφρονιστικός υπάλληλος των εκεί φυλακών, τον βρήκαν σε κωματώδη κατάσταση και τον μετέφεραν επειγόντως στο Παναρκαδικό Γενικό Νοσοκομείο της Τρίπολης, οι γιατροί προσπάθησαν να τον σώσουν αλλά δεν τα κατάφεραν. Μία ώρα αργότερα, γύρω στις 7:00. υπέκυψε. 

Κάποιοι είχαν ισχυρισθεί ότι δολοφονήθηκε ο Δουρής μέσα στη φυλακή, ο ιατροδικαστής όμως ήταν κατηγορηματικός: επρόκειτο για καθαρή περίπτωση αυτοκτονίας. Έτσι τερματίστηκε η πολυκύμαντη ζωή του Μανώλη Δουρή. Η κηδεία του έγινε την επόμενη μέρα στην Ερμιόνη και ετάφη κοντά στο επτάχρονο αγοράκι του, τον Νικολάκη. 

O διευθυντής των φυλακών μας είχε πει τότε ότι για αρκετούς μήνες κανένας δεν είχε επισκεφθεί τον Δουρή, ενώ κάποιος φύλακας είχε πει ότι ακόμα και η γυναίκα του δεν τον ήθελε. Λίγο πριν απαγχονιστεί. πάλι φώναζε ότι ήταν αθώος! 

Και τα πελώρια ερωτήματα που πλανώνται είναι: 

Ήταν πραγματικά αθώος ο Δουρής; Κρυβόταν μήπως πίσω από τη δολοφονία και τον βιασμό κάποιο άλλο πρόσωπο; 

Αν έτσι έχουν τα πράγματα. Τότε ο σαραντάχρονος ελαιοχρωματιστής πήρε το μυστικό στον τάφο του. 

Η σύζυγός του Γεωργία Δουρή επέμενε και επιμένει ότι ο άντρας της ήταν αθώος και ότι δεν μπορεί να τον κατηγορούν για μια τρίχα που βρέθηκε στον πρωκτό του παιδιού και που ανήκε —όπως διαπιστώθηκε επιστημονικά στα εργαστήρια— στον Δουρή. 

Αν με ρωτήσετε «εσύ τι λες;», σας απαντώ ως εξής: Από τα όσα έζησα και είδα στην Ερμιόνη, το Κρανίδι και το Ναύπλιο, κάνοντας επιτόπιο ρεπορτάζ, είχα πεισθεί τότε ότι o δράστης ήταν σίγουρα ο Δουρής. Δεν μπορώ όμως να πω με βεβαιότητα ότι δεν υπήρχε κι άλλο πρόσωπο στην υπόθεση. Θυμάμαι ότι δεν ήθελα να πιστέψω ότι εκ προθέσεως έφραξε o δράστης τις αεροφόρους οδούς (στόμα και μύτη) του παιδιού για να το σκοτώσει, παρά τα όσα αντίθετα μου έλεγαν οι αρμόδιοι. 

Ακόμα και τώρα. δεν θέλω να πιστέψω ότι o Δουρής εκλεισε το στόμα και τη μύτη του παιδιού για να το σκοτώσει. Μπορεί να τα έφραξε με τα χέρια του επειδή ο μικρός πονούσε και φώναζε. Τα κράτησε κλειστά λίγο περισσότερο και το παιδί πέθανε. Δεν μπορεί να αποκλειστεί αυτό το ενδεχόμενο. 

Ωστόσο. εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω με πάσα βεβαιότητα είναι το γεγονός ότι αυτό το αθώο αγγελούδι πλήρωσε με τη ζωή του και τα όσα προηγήθηκαν του φρικτού θανάτου του, χωρίς να έχει φταίξει σε τίποτα. Δυστυχώς, ήταν πολύ άτυχο στη ζωή του αυτό το άμοιρο επτάχρονο παιδί! 

Κλείνοντας, θα αναφέρω και μια άλλη πτυχή που θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου. Όταν έφεραν τον Νικολάκη στο νεκροτομείο της Αθήνας, είχα πάει να δω τι θα προέκυπτε από την εξέταση. Ενώ συζητούσα με τον νεκροτόμο Θανάση Σαρλή, έναν άνθρωπο θρύλο του νεκροτομείου, με φώναξε o ιατροδικαστής Φίλιππος Κουτσάφτης να πάω κοντά του. 

«Έλα εδώ να σου δείξω κάτι και θα πάθεις σοκ» μου είπε. Πλησιάζω στο μαρμάρινο τραπέζι όπου ήταν τοποθετημένο το πτώμα του αθώου παιδιού. 

«Πλησίασε» μου λέει και, όπως ήταν μπρούμυτα τοποθετημένο το παιδί, μου δείχνει τον πρωκτό του. Ανατρίχιασα κι εγώ, που τόσα έχουν δει τα μάτια μου. Ήταν πραγματικά σακατεμένος, κι απ' ό.τι μου έλεγε ο ιατροδικαστής —άλλωστε φαινόταν καθαρά—, εκτός από το πέος του, ο δράστης θα πρέπει να είχε τοποθετήσει στο εσωτερικό και κάποιο αντικείμενο! Πραγματικά, φρίκη! 

Μπορεί να έχουν δει τα μάτια μου στη δημοσιογραφική μου καριέρα τα πάντα. όταν πρόκειται για μικρά παιδιά όμως, όσο ψύχραιμος κι αν είμαι, σίγουρα συγκλονίζομαι. Εύχομαι να μη συμβεί τέτοιο πράγμα σε κανένα παιδάκι του κόσμου.


Πηγή κειμένου: ΠΑΝΟΣ ΣΟΜΠΟΛΟΣ "ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ", Εκδ. Πατάκη 


Σάββατο, Δεκεμβρίου 18, 2021

Η εκστρατεία των επτά στρατηγών στη Θήβα

 Μετά την εξορία του Οιδίποδα, οι γιοι του Ετεοκλής και Πολυνείκης συμφώνησαν να βασιλεύουν με τη σειρά, τη μια χρονιά ο ένας, την άλλη ο άλλος κι όσο βασιλευε ο ένας, ο άλλος θα ζούσε μακριά από τη Θήβα. 

Πρώτος βασιλεψε ο Ετεοκλής σαν μεγαλύτερος που ήταν, αλλά όταν τέλειωσε ο χρόνος της βασιλείας του αρνήθηκε να παραδώσει την εξουσία στον αδελφό του. Επιπλέον, του απαγόρευσε να γυρίσει στη Θήβα και πρόσταξε να κλείσουνε οι πύλες της πόλης. Ο Πολυνείκης κατέφυγε στο Άργος, όπου παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Άδραστου, Δηιπύλη και αποφάσισε να διεκδικήσει το θρόνο του με τη βοήθεια του πεθερού του και πέντε ακόμα φιλων του: του Τυδέα, γιου του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα και γαμπρού του Άδραστου, του Αργείτη μάντη Αμφιάραου, του Καπανέα, βασιλιά των Μυκηνών, του Ιππομέδοντα από την Τίρυνθα και του Παρθενοπαίου από την Αρκαδία. 

Σαν έφτασε ο στρατός τους στη Νεμέα, οι πολεμιστές βασανίζονταν από τη δίψα. Δεν έβρισκαν όμως πουθενά νερό, γιατί ο Δίας, που ήταν αντίθετος στην εκστρατεία, είχε προστάξει τις νεράιδες να σφραγίσουν όλες τις πηγές. Οι στρατιώτες στην αναζήτηση νερού συναντήθηκαν με τη βασιλισσα της Λήμνου Υψιπύλη, που οι συμπατριώτισσές της είχανε πουλήσει στο βασιλιά της Νεμέας Λυκούργο, για να την τιμωρήσουν που γλίτωσε τον πατέρα της Θόα, όταν εκείνες εξολόθρευσαν όλους τους άντρες του νησιού. Η αλλοτινή βασίλισσα ήτανε τώρα σκλάβ και μεγάλωνε το γιο του Λυκούργου, Οφέλτη. Η Υψιπύλη άφησε το παιδί και οδήγησε τους πολεμιστές στο δάσος σε μια κρυφή πηγή. Μα ένα φίδι βγήκε απ' τα χαμόκλαδα κι έπνιξε το παιδί. Ο Λυκούργος όρμησε να σκοτώσει την Υψιπύλη, που την υπερασπίστηκε ο Τυδέας και οι ήρωες έθαψαν το μικρό Οφέλτη κι οργάνωσαν νεκρικούς αγώνες προς τιμήν του, απ' τους οποίους προήλθαν τα Νέμεα. Ο μάντης Αμφιάραος κατάλαβε ότι ο θάνατος του παιδιού ήταν κακό σημάδι για την εκστρατεία. Ονόμασε τον Οφέλτη Αρχέμορο, που σημαίνει «αυτός που φέρνει το θάνατο», και συμβούλευσε μάταια να σταματήσει η εκστρατεία. 

Οι εφτά αρχηγοί έφτασαν κοντά στη Θήβα κι έστειλαν τον Τυδέα να διαπραγματευτεί με τους άρχοντες της πόλης. Εκείνοι τον προκάλεσαν κι ο Τυδέας πάλεψε μαζί τους και τους νίκησε με τη βοήθεια της Αθηνάς. Εκείνοι μάνιασαν από θυμό κι έστειλαν πενήντα παλικάρια να του στήσουν καρτέρι, μα ο Τυδέας όχι μόνο δεν έπαθε τίποτα αλλά τους σκότωσε όλους εκτός από έναν, που τον άφησε να ζήσει, για να γυρίσει στη Θήβα και να πει το κατόρθωμά του. Οι Θηβαίοι ορκίστηκαν v' αναμετρηθούν με τους εφτά αρχηγούς, που αφού θυσίασαν στο θεό του πολέμου Άρη ορκίστηκαν ή να πατήσουν τα τείχη της Θήβας ή να ποτίσουν με το αίμα τους τη θηβαϊκή γη. 

Ο στρατός του Άργους μοιρασμένος μπροστά από τις εφτά πύλες της Θήβας ετοιμάστηκε για την επιθεση. Απέναντι από τον Πολυνείκη παρατάχτηκε o αδελφός του Ετεοκλής. Η μάχη ήταν λυσσαλέα και οι θεοί με το μέρος των Θηβαίων. Οι πολεμιστές του Άργους οπισθοχώρησαν και τα δύο αδέλφια, μονομαχώντας λυσσαλέα πέσαν ο ένας πάνω στο κουφάρι του άλλου. 

Απ' όλους τους Αργίτες ήρωες γλίτωσε μονάχα ο Άδραστος. Οι Θηβαίοι έθαψαν με τιμές τους δικούς τους νεκρούς, αλλά αφήσανε άταφους τους εισβολείς κι αρνήθηκαν στις γυναίκες και στις μητέρες τους να παραδώσουν τις σωρούς τους. Εκείνες Ζήτησαν τη βοήθεια του Θησέα, ο οποίος εκστράτευσε ενάντια στη Θήβα και υποχρέωσε τους Θηβαίους να παραδώσουν τα κουφάρια των νεκρών πολεμιστών, που έκαψε με τις απαιτούμενες νεκρικές τιμές στις Ελευθερές και των αρχηγών τους στην Ελευσίνα. Στη συνέχεια, ο Θησέας παρέδωσε τη στάχτη στις Αργίτισσες - μονάχα η στάχτη του Καπανέα, που σκοτώθηκε από κεραυνό του Δία έμεινε στην Ελευσίνα, ενώ στη νεκρική πυρά του έπεσε κι η γυναίκα του, η ωραία Ευάδνη, γιατί δεν άντεχε να ζήσει χωρίς τον αγαπημένο της άντρα.

Πηγή κειμένου: Μυθολογία των Ελλήνων,  Σοφία Ν. Σφυρόερα

Το Μάζι της Μεγαρίδας κατά τους Μέσους Χρόνους και την Τουρκοκρατία

Τα τοπωνύμια που φέρουν το όνομα Μάζι είναι πολλά σ' όλόκληρο τον γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας. Γι' αυτό όμως είναι και πολλές οι ετυμολογικές ερμηνείες του, από τις οποίες επικρατέστερες είναι δύο: η πρώτη συνδέει το Μάζι με την αρβανίτικη λέξη maje= κοίλωμα, αυλάκι, και θεωρεί ότι είναι η περιοχή με τις πολλές ρεματιές και τα χαντάκια. Τη δεύτερη υποστηρίζει ο Σαλαμίνιος καθηγητής (της δεκαετίας του 1930) Π. Φουρίκης ο οποίος δέχεται μέν ότι η λέξη είναι αρβανίτικη, αλλά την ερμηνεύει ως ένα χώρο με καλλιεργούμενες εκτάσεις ανάμεσα στα βουνά. Η ερμηνεία αυτή είναι και η πιθανότερη. Η περιοχή Μάζι Μεγάρων εντοπίζεται σε απόσταση 20 περίπου χιλιομέτρων από τα Μέγαρα, όπου και το ομώνυμο παλαιό μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής σε υψόμετρο 350 μέτρων. Η αρχαία ονομασία της περιοχής ήταν Τριποδίσκος ή Τριποδίσκοι, ενώ γενικότερα η περιοχή φέρεται στα γεωγραφικά αρχεία ως Σπάρτα. Ο Τριποδίσκος ήταν ένα από τα πέντε χωριά, στα οποία είχε διαιρεθεί κατά την αρχαιότητα η Μεγαρίδα. Το όνομά του το χρωστά στον τρίποδα που μετέφερε ο Αργείος Ολυμπιονίκης Κόροιβος (776 π.Χ.) από τούς Δελφούς στην περιοχή και ίδρυσε ιερό του Απόλλωνα. Στην περιοχή ήταν γνωστές τρείς θέσεις ερειπωμένων οικισμών, σε μικρές αποστάσεις μεταξύ των, που ανάγονται στον 13ο -14ο αιώνα. Το 1256 ο ηγεμόνας του Μορέως Βιλλεαρδουίνος είχε καταλάβει την περιοχή και είχε εξασφαλίσει τον δρόμο των Γερανείων που οδηγούσε στην Κόρινθο και από τον οποίο περνούσαν οι μεταφορείς σιτηρών. 

Αργότερα, το 1373, ο Νέριος Ατζαγιώλι, απέσπασε από τους Καταλανούς τα Μέγαρα και ενίσχυσε την ευρύτερη περιοχή της Μεγαρίδας (Μάζι-Σπάρτα, Βίλλια, Κούντουρα, Κούτσι, κλπ.), με αποτέλεσμα να μετακινηθούν πληθυσμοί από τα χωριά της Κορινθίας και της Αργολίδας και να εγκατασταθούν εδώ για ασφάλεια. 

Λίγο πρίν από τη μεγάλη επιδρομή των Τούρκων, οι οποίοι κατέλυσαν τη Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, έγινε στην περιοχή ισχυρότατος και πολύ καταστροφικός σεισμός (το 1402). Όπως ήταν φυσικό, γκρεμίστηκαν τά περισσότερα σπίτια των οικισμών και μαζί μ' αυτά και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο χωριό Μάζι. Το 1446 πέρασε από την περιοχή των Γερανείων ο Σουλτάνος Μουράτ Β ο οποίος στρατοπέδευσε για ένα διάστημα στή θέση Μιγγιές (;), όπως παραδίδει ο Χαλκοκονδύλης, προετοιμαζόμενος να βαδίσει εναντίον της Κορίνθου. Οι λίγοι κάτοικοι τής περιοχής, Χριστιανοί, ασχολούνταν τότε με την κτηνοτροφία και με τη συλλογή ρετσινιού, ενώ δεν έλειπε και το πλιατσικολόγημα. 

Στα μέσα του 15ου αιώνα οι κάτοικοι του Μαζίου και πολλοί Μεγαρίτες, οργανωμένοι σε μια ημιστρατιωτική οργάνωση, αποτέλεσαν το αρματολίκι των Μεγάρων. Το αρματολίκι είχε ως αποστολή να προστατεύει τα περάσματα της περιοχής. Ειδικότερα οι Μαζιώτες, λόγω της θέσεώς των, εκτελούσαν χρέη φρουρών του περάσματος των Γερανείων. Η αποστολή τους αυτή παγιοποιήθηκε ύστερα από φιρμάνι του σουλτάνου Σουλεϊμάν Β' (το 1553), που διέταζε να συγκροτούνται οι φρουρές των περιοχών από μόνιμους κατοίκους. 

Κατά τους επόμενους δύο αιώνες (16ο-17ο) η περιοχή του Μαζίου εξελίχθηκε και αναπτύχθηκε, παρέχοντας ασφάλεια στη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών. Οι Μαζιώτες εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους πρός την Υψηλή Πύλη -και έτσι κρατούσαν «ελεύθερο το πέρασμα», όπως άναφέρει ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπί που πέρασε από τα μέρη αυτά το 1667. 

Όταν το 1676 οι πειρατές του Γάλλου Czevilliris κατέστρεφαν και λεηλατούσαν από το Σαρωνικό τα παράλια τής Ελευσίνας και των Μεγάρων, ενισχύθηκε η ορεινή διαδρομή από τα Γεράνεια και το Μάζι. Και οι Τούρκοι, όμως, φρόντισαν να κάνουν πιο ασφαλή τη διακίνηση των ανθρώπων και των εμπορευμάτων, εισπράττοντας ωστόσο δικαιώματα γι' αυτή την εξασφάλιση. Αυτά συνέβαιναν ως και το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα (1764). Επειδή η απόσταση από τα Μέγαρα ως την Κόρινθο ήταν για τους πεζοπόρους της εποχής εκείνης 9 ώρες, τα καραβάνια με τα εμπορεύματα είχαν ανάγκη από κάποια στάθμευση για ξεκούραση και ανεφοδιασμό. Άλλωστε η τοποθεσία ήταν δύσβατη, λόγω του ορεινού όγκου, και η κόπωση ανθρώπων και ζώων αναπόφευκτη. Έτσι, χτίστηκε την περίοδο εκείνη το Χάνι, που φυλασσόταν από φρουρά και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στους περαστικούς. Το Χάνι ονομάστηκε αρχικά Χάνι-Δερβένι, αργότερα όμως, επικράτησε η απλή ονομασία Χάνι Μεγάρων, με την οποία το γνωρίζουμε σήμερα.






Ο ρόλος των ελληνικών κυβερνήσεων συνεργασίας

Οι Έλληνες «σωτήρες» 

Οι συζητήσεις για το ποιος θα αναλάμβανε τη διοίκηση της κατεχόμενης Ελλάδας είχαν ξεκινήσει πριν ακόμα από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Τις ημέρες εκείνες της κατάρρευσης του παλιού κόσμου υπήρξαν και κάποιοι που αυτοπροτάθηκαν στους Γερμανούς, δηλώνοντας ότι είναι οι καλύτεροι για να οδηγήσουν τη χώρα στη γερμανική «Νέα Ευρώπη». Η πορεία αυτή, κατά την άποψή τους, θα ήταν προς το κοινό συμφέρον Ελλάδας και Γερμανίας. Ολοι τους βρίσκονταν πλησιέστερα στις Αρχές Κατοχής, είτε ως παλιοί γερμανόφιλοι πολιτικοί όπως ο Τουρκοβασίλης είτε ως ηγέτες φασιστικών ελληνικών κομμάτων όπως ο Μερκούρης ή ο Γιάνναρος (του οποίου η υποψηφιότητα εξετάστηκε σοβαρά, αφού προβαλλόταν ως ηγέτης του κυρίαρχου ελληνικού εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος με 100.000 υποστηρικτές). Κανείς όμως δεν κατάφερε τελικά να επιλεγεί από τους Γερμανούς για την ηγεσία της κατεχόμενης χώρας. 

Ο τρίτος κατοχικός πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης.
Η κυβέρνησή του προχώρησε στην απελευθέρωση των απολύσεων.
Οι νέοι άνεργοι αποφάσισαν να αναζητήσουν εργασία στη Γερμανία.

Η αρχική γερμανική επιλογή ήταν μιας ομάδας αποτελούμενης κυρίως από στελέχη του ελληνικού Στρατού, που έτρεφαν βεβαίως συμπάθειες προς τη Γερμανία, αλλά ως μη πολιτικοί θα δημιουργούσαν λιγότερες αντιδράσεις και πολιτικές συζητήσεις στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση Τσολάκογλου ανέλαβε την ανασύσταση του κρατικού μηχανισμού μέσω του οποίου θα διοικείτο n χώρα από τις Αρχές Κατοχής. Οι ίδιοι αργότερα θα προέβαλλαν ως αιτιολογία για τη στάση τους -και φαίνεται ότι κάποιοι τουλάχιστον από αυτούς το πίστευαν πραγματικά- πως δρώντας ως ενδιάμεσοι, ανάμεσα στο νικητή του πολέμου και τον ελληνικό λαό, θα κατάφερναν να διασώσουν την Ελλάδα από εδαφικό ακρωτηριασμό και τους Ελληνες από την πείνα, την καταστροφή και την «αναρχία». Ταυτόχρονα η νέα κυβέρνηση ήθελε να διαχωρίσει τον εαυτό της από το μεταξικό παρελθόν και προέβαλε την ήττα ως ευκαιρία για αναγέννηση. Αυτή την προσδοκία της «δημιουργικής καταστροφής» μοιραζόταν και μια μερίδα Ελλήνων, που -όπως τουλάχιστον έδιναν την εντύπωση στους Γερμανούς- σέβονταν την πολιτική των Αρχών Κατοχής και ήλπιζαν οι ξένοι (δηλ. οι Γερμανοί) να «καθάριζαν» τη χώρα τους, αφού οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις δεν το είχαν καταφέρει. Οι ίδιες οι Αρχές Κατοχής, από την άλλη, θεωρούσαν τη λύση αυτή ως ιδανική, αφού στηριζόμενες στις υπάρχουσες δομές του κατακτημένου κράτους θα το διοικούσαν με τις μικρότερες δυνατές ανάγκες σε πολύτιμο γερμανικό προσωπικό.

Στην πράξη τα αποτελέσματα αποδείχθηκαν μάλλον απογοητευτικά, ειδικά από ελληνικής πλευράς. Οι γερμανικές αρπαγές, η πείνα και η μαύρη αγορά αλλά και οι εκτελέσεις που ακολούθησαν τη Μάχη της Κρήτης (αλλά και εκείνες των Βουλγάρων στη Δράμα) γρήγορα δημιούργησαν αποστροφή στον κατεχόμενο πληθυσμό για τους κατακτητές και για τα τοπικά ανδρείκελά τους. Περίπου 1 χρόνο μετά τη έναρξη της Κατοχής η κυβέρνηση Τσολάκογλου παραιτήθηκε με αφορμή τα έξοδα κατοχής και αντικαταστάθηκε από την άχρωμη «πολιτική» κυβέρνηση του γερμανόφιλου γιατρού Λογοθετόπουλου. Η διάρκεια ζωής της νέας κυβέρνησης συνεργασίας ήταν σύντομη και την άνοιξη του 1943 ανέλαβε ως τελευταίος κατοχικός πρωθυπουργός ο Ιωάννης Ράλλης, η υποψηφιότητα του οποίου κυκλοφορούσε στα παρασκήνια για πολλούς μήνες. Η κυβέρνηση Ράλλη είχε το χαρακτήρα πραγματικής πολιτικής κυβέρνησης συνεργασίας, αφού Κάποια από τα μέλη της (όπως και o ίδιος o πρωθυπουργός της) ήταν χρόνια πολιτικοί. Στην τελευταία αυτή κυβέρνηση συνασπίστηκε ένα μέρος της συντηρητικότερης «εθνικόφρονος» μερίδας των πολιτικών της χώρας, με σκοπό να «προασπίσουν το κοινωνικό καθεστώς» απέναντι στο φούντωμα της Αντίστασης και στο φόβο που τους προκαλούσε ο ΕΛΑΣ. Ταυτόχρονα αυτή n κυβέρνηση έμεινε στην Ιστορία και για Κάποιες αποφάσεις της σχετικά με την ελληνική οικονομία. 


Το έργο των κυβερνήσεων συνεργασίας 

Όπως αναφέρεται συχνά, οι κυβερνήσεις της Κατοχής είχαν μεγάλη παραγωγή νομοθετικού έργου, με σχεδόν 2.000 νόμους και αρκετά περισσότερα διατάγματα, γεγονός που εκλαμβάνεται ως απόδειξη των αλλαγών που επέφεραν οι κυβερνήσεις αυτές. Οι αριθμοί αυτοί όμως λένε τη μισή μόνο αλήθεια. Αρκετές από τις νομοθετικές πράξεις των κυβερνήσεων συνεργασίας αποτελούσαν απλώς επικαιροποιήσεις (τροποποιήσεις) προηγουμένων, κυρίως σε ζητήματα που επηρέαζε ο πληθωρισμός (μισθοί, ασφαλιστικά, διατιμήσεις). Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς πως δεν υπήρξαν νομοθετικές αλλαγές, κυρίως σε ό,τι αφορούσε την ένταση της καταστολής και τη νομοθετική κάλυψη της δράσης των Αρχών Κατοχής. Ομως, είναι σαφές ότι οι Αρχές Κατοχής και οι κυβερνήσεις που διόρισαν στην Ελλάδα επιδίωξαν να χρησιμοποιήσουν τους υπάρχοντες μηχανισμούς για την επιθυμητή λειτουργία των οποίων μια απλή τροποποίηση μπορεί να έφτανε. Από την άλλη, παρά την όποια ταύτιση συμφερόντων, οι κυβερνήσεις αυτές δεν ήταν άβουλες μαριονέτες χωρίς στόχους και χωρίς απολύτως κανένα περιθώριο άσκησης πολιτικής. 

Ποιο ήταν όμως συνοπτικά το έργο τους; Η κυβέρνηση Τσολάκογλου κινήθηκε σε τρεις κυρίως άξονες: Από τη μια, ήταν η προσπάθεια διακοπής με το παρελθόν, που συνοδευόταν από μια πολιτιΚή «τάξης και ασφάλειας» και «αναδημιουργίας». Από την άλλη, χαρακτηριζόταν και από ένα είδος στρατιωτικού συνδικαλισμού, αφού πολλές από τις πρώτες νομοθετικές της πράξεις αφορούν στην προσπάθεια εξεύρεσης θέσεων (συνήθως σε δημόσιες επιτροπές, υπουργεία Κ.λπ.) στις χιλιάδες των αξιωματικών του διαλυθέντος ελληνικού Στρατού. Στον οικονομικό τομέα, ο Τσολάκογλου επανέφερε σε ισχύ την αναγκαστική απαλλοτρίωση για ίδρυση ή επέκταση βιομηχανιών (Ν.Δ. 282/41), ενώ τροποποίησε (Ν.Δ. 424/1942) και τον παλιότερο νόμο του 1939 για την καταπολέμηση της ανεργίας. Η τροποποίηση αυτή περιόριζε τις δυνατότητες για απολύσεις, σε μια προσπάθεια να αποφύγει τη μαζική ανεργία και τις αναταραχές που θα προκαλούσε. Η σχετική απόφαση φαίνεται μάλιστα να είχε και υποστηρικτές ανάμεσα στους Ελληνες βιομηχάνους που φοβόντουσαν ότι αν ένα σημαντικό μέρος των απολυμένων δεχόταν να εργαστεί σε γερμανικά εργοστάσια ίσως έχαναν τη δεξαμενή του φθηνού εργατικού δυναμικού για τις επιχειρήσεις τους. 

Ενώ ο λαός λιμοκτονούσε, η κυβέρνηση προέβαλλε
προπαγανδιστικές εικόνες περί «αναδημιουργίας
».

Ταυτόχρονα, σε μια προσπάθεια ελέγχου των εξόδων κατοχής, η κυβέρνηση Τσολάκογλου αντικατέστησε το σύστημα των νομισμάτων κατοχής, με τα οποία χρηματοδοτούνταν οι ανάγκες των δυνάμεων Κατοχής, με πληρωμές σε δραχμές μέσω των λογαριασμών εξόδων κατοχής στην Τράπεζα της Ελλάδος. Επιπλέον δημιούργησε τοπικές Επιτροπές Ελέγχου Προμηθειών Αρχών Κατοχής (γνωστές και ως ΕΕΠΑΚ ή ΕΠΑΚ), οι οποίες θα αναλάμβαναν να προμηθεύσουν διάφορα είδη ή να κατασκευάσουν έργα για τις Αρχές Κατοχής. Το επίσημο σκεπτικό πίσω από τη δημιουργία των επιτροπών αυτών ήταν ο περιορισμός των ποσών που ξοδεύονταν για τις ανάγκες των Αρχών Κατοχής, αφού -σωστά, τουλάχιστον στην πρώτη περίοδο- θεωρούνταν πως αυτές δεν νοιάζονταν για τις τιμές, μιας και πλήρωναν με ξένο χρήμα. Το γεγονός ότι εργάζονταν τυπικά για το ελληνικό κράτος και όχι απευθείας για τους Ιταλούς ή τους Γερμανούς θα αποτελούσε μια επιτυχημένη γραμμή άμυνας στα μεταπολεμικά δικαστήρια δωσιλόγων για όσους επιχειρηματίες πληρώνονταν μέσω συμβολαίων των ΕΠΑΚ. 

Η δεύτερη -και η συντομότερη σε διάρκεια- κυβέρνηση (Λογοθετόπουλου) χαρακτηρίστηκε από την περίοδο των μέτρων του Νοϋμπάχερ, αλλά ήταν μάλλον αυτή που έδειξε τη μικρότερη επιθυμία για να περάσει κάποια δική της πολιτική. Επί των ημερών της είχαμε κάποιες από τις μεγαλύτερες και πλέον επιτυχημένες διαδηλώσεις της Κατοχής, που πέτυχαν να καταργήσουν τα σχέδια για πολιτική επιστράτευση. Επίσης η κυβέρνηση αυτή προχώρησε τελικά σε μία ακόμη τροποποίηση του νόμου για την προστασία των ανέργων, αφαιρώντας κάποιους από τους ποσοτικούς περιορισμούς για τις απολύσεις, χωρίς όμως να τις απελευθερώνει. 

Η απελευθέρωση των απολύσεων ήρθε τελικά από την κυβέρνηση Ράλλη (Νόμος 1058/43). Κάποιοι από τους νέους αυτούς ανέργους αποφάσισαν να μεταβούν στη Γερμανία για να εργαστούν, όπως ήταν εξάλλου και το σκεπτικό των Γερμανών που απαίτησαν την αλλαγή του νόμου. Ενα μέρος τους όμως φαίνεται να πήγε και στα Τάγματα Ασφαλείας, τις μονάδες που ζήτησε και πέτυχε να δημιουργήσει η τελευταία κυβέρνηση συνεργασίας για να πολεμήσουν μαζί με τους Γερμανούς εναντίον του «ερυθρού κινδύνου» που αντιπροσώπευε η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση (ΕΛΑΣ). Ταυτόχρονα εντάθηκε και η προπαγάνδα, περιλαμβάνοντας πια και οικονομικές πτυχές, όπως την οδηγία προς όλα τα σχολεία του Ηρακλείου Κρήτης να σκοπεύουν στη διδασκαλία τους όχι μόνο στην τόνωση του «εθνικού αισθήματος της θρησκείας, της οικογένειας», αλλά και «της ιδιοκτησίας». Τώρα πια οι «άρπαγες» Γερμανοί και οι συνεργάτες τους παρουσιάζονταν ως εγγυητές όχι μόνο της τάξης και της πατρίδας, αλλά και της περιουσίας των Ελλήνων, απέναντι στην «απειλή» που αντιπροσώπευε η μερίδα του λαού που είχε ταχθεί με τον ΕΛΑΣ! Αν και εστιάστηκε περισσότερο στη σωτηρία του υπάρχοντος «κοινωνικού καθεστώτος», η κυβέρνηση Ράλλη προχώρησε και στην ικανοποίηση Κάποιων πάγιων αιτημάτων της ελληνικής βιομηχανίας, όπως n δημιουργία αρκετών τεχνικών επαγγελματικών σχολών (π.Χ. ΣΚΥΠ). 

Ένα κοινό σημείο της πολιτικής των κατοχικών κυβερνήσεων ήταν και η προσπάθεια προσεταιρισμού πολιτικών φίλων -ή απλά εξαρτημένων που δεν θα τολμούσαν να διαμαρτυρηθούν έντονα μέσω των μοναδικών οικονομικών «καρότων» που (πέραν των συμβολαίων των ΕΠΑΚ) είχαν υπό τον έλεγχό τους: την βοήθεια και τα συσσίτια, αφενός, και τις θέσεις του Δημοσίου, αφετέρου. Ετσι, ειδικά προς το τέλος της Κατοχής, έγινε προσπάθεια να περιοριστεί n πρόσβαση στα κρατικά συσσίτια σε περιοχές που ελέγχονταν από τους αντάρτες. Ταυτόχρονα συνεχίζονταν τα κονδύλια του προϋπολογισμού για οργανισμού χωρίς αντικείμενο όπως n Ολυμπιακή Επιτροπή ενώ υπήρξε και ένα κύμα διορισμού σε υπηρεσία και οργανισμούς του Δημοσίου, μέσω του οποίοι κάποιες χιλιάδες Αθηναίων και κατοίκων άλλων μεγάλων πόλεων θα εξασφάλιζαν την επιβίωσή τους. Οι διορισμοί στις κεντρικές υπηρεσίες του κατοχικού κράτους, τα «ρουσφέτια και οι κακοήθειες» υπερέβαιναν, όπως ανέφερε μια έκθεση προς τον πρωθυπουργό της εξόριστης κυβέρνη σης, «και αυτήν την αλησμόνητον κοσμογονία του μακαρίτου Κονδύλη του έτους 1935». Μάλιστα, η κυβέρνηση κατάφερε να αποφύγει και τις απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων που απαιτούσαν οι Γερμανοί, προβάλλοντας τα περιορισμένα οικονομικά οφέλη, αλλά κυρίως την αναταραχή και την απώλεια πολιτικής υποστήριξης που θα δημιουργούσε ένα κύμα απολύσεων. 


Πηγή: "ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ", Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, Η μάχη των οχυρών. 




Κυριακή, Δεκεμβρίου 12, 2021

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΥΣΙΜΑΧΟΣ ΦΟΥΚΑΣ: Το άγριο έγκλημα στο Αγρίνιο

Τους σκότωνε τον έναν μετά τον άλλον σαν να ήταν θηράματα 

Ο ένας εκ των δύο δολοφόνων, Διονύσης 
Φούκας (Πηγή εικόνας: You Tube)
Η υπόθεση των πέντε κυνηγών στην περιοχή του Αγρινίου ήταν φρικιαστική και απασχόλησε για πολύ καιρό την κοινή γνώμη. Ο κόσμος έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον εκείνη την περίοδο και ζητούσε να μάθει με κάθε λεπτομέρεια όλες τις πτυχές. 

Επρόκειτο για ένα έγκλημα πρωτοφανές σε αγριότητα, που διαπράχθηκε σχεδόν για μια μικροπαρεξήγηση, για το τίποτα, όπως αποδείχθηκε αργότερα. Όμως, όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η ουσία είναι ότι ο θάνατος και η συμφορά έκλεισαν πέντε σπίτια, πέντε νέοι άνθρωποι κατέληξαν στον τάφο και παιδάκια έμειναν ορφανά στους πέντε δρόμους. 

Και μια άλλη τραγική πτυχή στην όλη υπόθεση: Περίπου δύο χρόνια μετά, η μάνα του μικρότερου σε ηλικία θύματος αυτοκτόνησε. Δεν μπόρεσε να αντέξει άλλο τον χαμό του παιδιού της. Ακολούθησε και δεύτερη αυτοκτονία - η κόρη της. Έτσι, τα θύματα συνολικά σε αυτή τη φοβερή υπόθεση ανήλθαν σε επτά! 

Τα τραγικά γεγονότα διαδραματίσθηκαν στην αγροτική περιοχή Τσάικα του χωριού Καλύβια Αγρινίου, απογευματινές ώρες της 25ης Νοεμβρίου του 2006. Οι πρωταγωνιστές του μακελειού ήταν πατέρας και γιος, και συγκεκριμένα οι: 

Διονύσιος Φούκας, αγρότης. που γεννήθηκε το 1969 στα Καλύβια (τότε ήταν 37 χρονών), και 

Λυσίμαχος Φούκας, συνταξιούχος ΟΓΑ, που γεννήθηκε κι αυτός στα Καλύβια το 1933 (Τότε 73 χρονών). 

Το όνομα Φούκας μου ήταν πολύ γνωστό. Όχι επειδή κατάγομαι κι εγώ από την Αιτωλοακαρνανία, αλλά επειδή με απασχόλησε πολλές φορές κατά τη δημοσιογραφική μου καριέρα. Ο Διονύσης Φούκας του Λάμπρου, που είναι συγγενής των παραπάνω πατέρα και γιου, είχε συλληφθεί στο παρελθόν για επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα. ληστείες και διάφορες άλλες εγκληματικές πράξεις. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήταν το δεξί χέρι του διαβόητου κακοποιού Βαγγέλη Ρωχάμη και είχε κάνει αρκετά χρόνια στη φυλακή. 

Αλλά ας συνεχίσουμε με την πολύκροτη υπόθεση: 

Τα θύματα των πατέρα και γιου Φούκα ήταν πέντε φίλοι κυνηγοί, που, ανυποψίαστοι για το τι θα ακολουθούσε, είχαν πάει στην περιοχή για να κυνηγήσουν πουλιά. Η μοίρα είχε γράψει να βρουν εκεί τραγικό θάνατο και τα πτώματά τους να εντοπιστούν διάσπαρτα στα χωράφια. Είναι οι: 

1. Λάμπρος Αντρέσσας, Ιδιωτικός υπάλληλος, που είχε γεννηθεί το 1973 στο Αγρίνιο, όπου και διέμενε. Ήταν παντρεμένος και πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών. Δούλευε οδηγός στο Μεσολόγγι και προσπαθούσε να ζήσει την οικογένειά του τίμια. Λάτρευε το κυνήγι. Το μικρό κυνηγόσκυλό του βρέθηκε κοντά στο άψυχο κορμί του αφεντικού του μετά το μακελειό, να τρέμει απ' τον φόβο! 

Βασίλης Νικολόπουλος του Νικολάου, γυψοτεχνίτης, που είχε γεννηθεί στο Μαρούσι το 1983 και έμενε στο Αγρίνιο. Όπως μου είπαν συγγενείς του, είχε βρει μια εργολαβία στην Κρήτη κι είχε βγάλει κάποια χρήματα, με τα οποία επρόκειτο να αγοράσει ένα αγροτικό αυτοκίνητο για να βοηθάει τον πατέρα του στα χωράφια. 

Χρήστος Νικολόπουλος. αδελφός του Βασίλη. που είχε γεννηθεί το 1985 στο Μαρούσι και έμενε στο Αγρίνιο. Κι αυτός γυψοτεχνίτης. Γι' αυτόν μου είπαν συγγενείς του ότι ήθελε από μικρός να γίνει πυροσβέστης. Έδωσε εξετάσεις αλλά δεν πέτυχε. κι έτσι δούλευε στις γυψοσανίδες με τον πατέρα του. Του είχε βρει o πατέρας του μια εργολαβία στην Άμφισσα. από την οποία επρόκειτο να βγάλει αρκετά χρήματα, και με αυτά σκόπευε να φύγει για την Αθήνα, για να βρει καλύτερη τύχη. Η μοίρα του όμως ήταν γραμμένη τελείως διαφορετικά. 

Αλέξιος Νικολόπουλος του Παναγιώτη, ετών 17. που είχε γεννηθεί στο Αγρίνιο και έμενε στην Καμαρούλα, έξω από το Αγρίνιο, ιδιωτικός υπάλληλος. Τη μέρα δούλευε σε ένα κρεοπωλείο και το βράδυ πήγαινε στο νυχτερινό σχολείο για να μάθει γράμματα. Είχε όνειρα για τη ζωή. αλλά... 

Ηλίας Πίππας, ιδιωτικός υπάλληλος. που γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα και έμενε στην Πετρούπολη Αττικής. 

Ας δούμε τώρα πώς ξεκίνησαν όλα και πώς φτάσαμε στο πενταπλό αποτρόπαιο έγκλημα. 

Είναι Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2006. Έξι φίλοι που συναντιούνται στο Αγρίνιο συνεννοούνται για να πάνε την επομένη το απόγευμα για κυνήγι, έξω από το χωριό Καλύβια. Ήταν τα δύο αδέλφια, Βασίλης και Χρήστος Νικολόπουλος, τα ξαδέλφια τους, Λάμπρος Αντρέσσας. Αλέξης Νικολόπουλος και Ηλίας Πίππας, και ο αδελφικός τους φίλος Θανάσης Βαβάτσικος, 23 χρονών. Όλοι τους είχαν πάθος με το κυνήγι και πήγαιναν συχνά. περνώντας πολύ καλά. 

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου. Ο Βαβάτσικος ενημερώνει τους φίλους του ότι δυστυχώς δεν θα τους ακολουθήσει στο κυνήγι επειδή του ζήτησε ο πατέρας του να πάνε μαζί σε μια δουλειά. Στενοχωρήθηκε τότε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Πού να ήξερε o άνθρωπος ότι ήταν o τυχερότερος όλων! 

Έτσι, ώρα 4:00 το απόγευμα. οι υπόλοιποι πέντε συναντήθηκαν στην περιοχή της Λεύκας και με το φορτηγό κλούβα του Λάμπρου Αντρέσσα ξεκίνησαν για τα Καλύβια. Σταμάτησαν στην αγροτική περιοχή Τσάικα. Πάρκαραν την κλούβα στην άκρη του δρόμου και μπήκαν στα χωράφια για να κυνηγήσουν τσίχλες και άλλα πουλιά. Ο Αντρέσσας είχε μαζί του και το κυνηγόσκυλό του. Περπάτησαν προς διάφορες κατευθύνσεις, χωρίς ωστόσο να απομακρυνθούν πολύ ο ένας από τον άλλον. Έγιναν αντιληπτοί από τον κτηνοτρόφο Ν.Φ., κάτοικο Καλυβίων, ο οποίος έχει χωράφι σε απόσταση περίπου πεντακοσίων μέτρων από τον τόπο όπου διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα και βόσκει τα πρόβατά του στην ίδια περιοχή. Ο συγκεκριμένος κτηνοτρόφος είδε τους κυνηγούς να πλησιάζουν στο μεγάλο χωράφι με το τριφύλλι το οποίο χρησιμοποιούσε ο Λυσίμαχος Φούκας ως βοσκότοπο για τα πρόβατά του. Αυτό το χωράφι συνόρευε με αρδευτικό κανάλι, ενώ περιμετρικά έφερε φυσικούς φράχτες. ενισχυμένους με αγκαθωτά κλαδιά κι άλλα εμπόδια, προκειμένου να διατηρούνται κλειστά τα περάσματα, οι λεγόμενες «ποριές» που δημιουργούσαν τα ζώα. ώστε να μην μπορούν να περάσουν σε γειτονικούς αγρούς.

O Ν.Φ. σκέφθηκε ότι τα πρόβατα του Φούκα κινδύνευαν από τους κυνηγούς. Έτσι, με το μοτοποδήλατό του έτρεξε προς τον στάβλο του Φούκα. Βρήκε απέξω τον Διονύση και του είπε: 

«Πηγαίνετε γρήγορα να μαζέψετε τα πρόβατα, γιατί κάτι κυνηγοί κι ένα σκυλί τα τρομάζουν και θα κάνουν ζημιές. Τα πρόβατα που είναι έγκυοι με τους πυροβολισμούς μπορεί να αποβάλουν ή να προγκήξουν και να πάνε σε άλλα. γειτονικά αγροκτήματα». 

Σύμφωνα με τον κτηνοτρόφο, o τριανταεπτάχρονος Διονύσης δεν αντέδρασε και μάλλον ήρεμος φαινόταν. Αφού τον ενημέρωσε, έφυγε για να πάει στο δικό του κοπάδι, που ήταν σε άλλο χωράφι. 

Βγαίνοντας μετά από λίγο από το εσωτερικό του στάβλου, ο εβδομηντατριάχρονος πατέρας, o οποίος μέχρι τότε ήταν μέσα με τη σύζυγό του. Αμαλία Φούκα, ενημερώνεται γι' αυτά που είπε ο συγχωριανός τους και γίνεται έξαλλος! Αμέσως δίνει εντολή στον γιο του να πάρει την καραμπίνα του και να φύγουν για τα ζώα. Με το αυτοκίνητο του πατέρα, μέσα στο οποίο είχε κι αυτός κρυμμένο ένα δίκαννο και φυσίγγια, τραβάνε προς τα πρόβατά τους για να τα συμμαζέψουν. Δεν λένε τίποτα στην Αμαλία. Στον δρόμο ξαναβρίσκουν τον κτηνοτρόφο, για τον οποίο και οι δύο ισχυρίζονται ότι θα πρέπει να είχε διαπληκτισθεί με τους κυνηγούς και να τους είχε εκνευρίσει. 

Φτάνοντας στα ζώα, πατέρας και γιος είδαν ότι ήταν ήρεμα και δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Έτσι, o Διονύσης πήρε το όπλο του και πήγε να κυνηγήσει σε ένα αγρόκτημα του Γαλανόπουλου που βρίσκεται εκεί κοντά. 

Εδώ θα πρέπει να επισημάνω το εξής: Επιζών θύμα ή αυτόπτες μάρτυρες δεν υπάρχουν, και επομένως στηριζόμαστε σε όσα ισχυρίζονται οι δύο δράστες, αλλά και στα ευρήματα της Σήμανσης, στην αυτοψία των συνεργείων της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας στον χώρο,καθώς και στα ευρήματα της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας. 

Ο πατέρας, προχωρώντας, ήλθε αντιμέτωπος με τους τρεις από τους πέντε κυνηγούς, και συγκεκριμένα τον Αντρέσσα. τον Βασίλη και τον Αλέξη Νικολόπουλο, οι οποίοι μπήκαν στο χωράφι με το τριφύλλι από το πίσω μέρος, όπου βρίσκεται το αγρόκτημα του Καραθάνου. Πάτησαν πάνω σε έναν πρόχειρο φράχτη από παλιούρια. Σχεδόν αμέσως μετά, εμφανίστηκε, περνώντας από την ίδια δίοδο, ο τέταρτος κυνηγός. ο Χρήστος Νικολόπουλος. Ο Λυσίμαχος Φούκας άρχισε να φωνάζει δυνατά και να διαπληκτίζεται έντονα μαζί τους, ζητώντας τους να μη χαλάνε τον φράχτη γιατί τα πρόβατά του θα έβγαιναν και θα έκαναν ζημιές στις γειτονικές καλλιέργειες. O τριανταεπτάχρονος Διονύσης άκουγε τα όσα γίνονταν, επειδή δεν είχε απομακρυνθεί πολύ. Να τι λέει στην απολογία του: 

Ο πατέρας του Διονύση, Λυσίμαχος Φούκας 
(Πηγή εικόνας: You Tube)
«Μόλις άκουσα τον πατέρα μου να φωνάζει σε κάποιους και κάποιοι άλλοι να φωνάζουν στον πατέρα μου, να τον βρίζουν και να τον απειλούν, τα παράτησα. Έφυγα γρήγορα και πήγα στο χωράφι να δω τι γίνεται. Εκεί είδα τέσσερα άτομα κι ένα σκυλί. Τα παιδιά είχαν τσακωθεί με τον συγχωριανό μας Ν.Φ. και ήταν ήδη εξαγριωμένα, γι' αυτό φώναζαν με τον πατέρα μου».

«Φτάνοντας, τους είπα να ηρεμήσουν και να μην πατάνε τις ποριές, γιατί θα φύγουν τα πρόβατα και θα κάνουν ζημιές. Εκείνοι όμως, εκνευρισμένοι όπως ήταν με τον Ν.Φ., δεν ηρεμούσαν. Τους είπα να ηρεμήσουν, αλλά είχαν ξεσπάσει κι έβριζαν χυδαία τον πατέρα μου και δεν ήθελαν να φύγουν από το χωράφι. Ο πατέρας μου δεν μίλησε καθόλου εκείνη τη στιγμή. Ούτε εγώ έβρισα. Ένας από τους κυνηγούς κινήθηκε από το σημείο που βρισκόταν και πήγε να με πιάσει από το χέρι. Εγώ φοβήθηκα και τραβήχτηκα πίσω, για να μη μου πάρει το όπλο,το οποίο είχα γεμάτο επειδή πήγα για "καρτέρι”. Την ώρα που τραβήχτηκα και το ξεκρέμασα από τον ώμο μου, ένας από αυτούς είπε: "Θα σε τουφεκίσω”, κι έστριψε το όπλο του και πυροβόλησε στα πόδια μου. Έτσι ξεκίνησε το κακό. Εγώ μετά δεν ξέρω τι έκανα. Πυροβόλησα τα τέσσερα παιδιά, από μια στον καθένα, τους τρεις πρώτα και μετά ξαναγέμισα και πυροβόλησα και τον τέταρτο. Όλοι πυροβολήθηκαν από κάτω από είκοσι μέτρα. H τουφεκιά στον Αντρέσσα είναι από τρία τέσσερα μέτρα. Δεν έδωσα καμιά χαριστική βολή στον Αντρέσσα όπως με κατηγορείτε, δεν γίνεται να τον πυροβολήσω στην κοιλιά και μετά πάλι να τον πυροβολήσω στην κοιλιά. Όταν ξεκίνησε το κακό, θόλωσε το μυαλό μου και έριχνα σε όποιον έβλεπα μπροστά μου. Ο μικρότερος, ο Αλέξης, ήταν τραυματισμένος. Πήγε να ξεφύγει και τον κυνήγησα και του έριχνα, ό,τι έβλεπα πυροβολούσα, έτσι πυροβόλησα και τον πέμπτο, τον Πίππα. O Πίππας πυροβόλησε εναντίον μου αλλά δεν με πήρε. Γυρνώντας πίσω, ξαναπυροβόλησα τον Πίππα. που είδα ότι ήταν τραυματισμένος. Τον Αλέξη τον βρήκα όταν πήρα το αυτοκίνητο και γυρνώντας του έριξα ενώ ήταν κάτω». 

Αυτά υποστήριξε στην απολογία του o Διονύσης Φούκας, ο οποίος επαναλάμβανε κατά διαστήματα ότι ο πατέρας του δεν πυροβόλησε ποτέ και ότι άδικα τον κατηγορούσαν κι αυτόν. Δηλαδή τα πήρε όλα πάνω του για να γλιτώσει τον πατέρα του! Τώρα, το κατά πόσον έχουν βάση αυτοί οι ισχυρισμοί κανένας δεν ξέρει - το δικαστήριο πάντως αποφάνθηκε ότι ο Φούκας δεν έλεγε όλη την αλήθεια και ότι τα ευρήματα τον διέψευδαν. Εξάλλου, σε σχετικές ερωτήσεις των δικαστών ισχυρίστηκε ότι o ένας από τους κυνηγούς, ο Χρήστος Νικολόπουλος, προσπάθησε κι αυτός να φύγει, και μάλιστα ότι του είχε ανταποδώσει τα πυρά. Να πώς απάντησε ακριβώς: 

«Ο Χρήστος ξαναπυροβόλησε και του έριξα κι εγώ. Πιστεύω ότι, όταν κάποιος πυροβολεί, πυροβολεί για να με σκοτώσει, και καλά έκανε, ένα σκάι με πέτυχε μόνο. Εγώ πιστεύω ότι ήθελαν να με σκοτώσουν, αλλά δεν με πέτυχαν, δυστυχώς. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν με πέτυχαν. Εγώ πιστεύω ότι o Χρήστος ήθελε να με πετύχει»

Σε άλλη ερώτηση, για χαριστικές βολές, απάντησε :

«Έχω χτυπήσει από κοντά τον Πίππα και τον Βασίλη Νικολόπουλο μόνο, πέστε το χαριστική βολή. Κανέναν άλλον από κοντά δεν χτύπησα». 

Το δικαστήριο, που έλαβε υπόψη του όλα τα στοιχεία της πολύκροτης υπόθεσης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κανένας δεν είχε πυροβολήσει στο έδαφος, καθώς από τις εξονυχιστικές έρευνες των αστυνομικών πραγματογνωμόνων δεν εντοπίστηκε τουφεκιά στο έδαφος και στο συγκεκριμένο σημείο που υπέδειξε ο Φούκας. Σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα, o Διονύσης Φούκας πυροβόλησε πρώτα τον Λάμπρο Αντρέσσα, αιφνιδιάζοντας και τους άλλους κυνηγούς, οι οποίοι δεν περίμεναν μια τέτοια εξέλιξη. Για αυτό ο Αλέξης και o Βασίλης Νικολόπουλος άρχισαν να τρέχουν για να σωθούν, ενώ είχαν τα όπλα στον ώμο τους. Ο τριανταεπτάχρονος δεν τους άφησε περιθώρια, τους πυροβόλησε από πίσω. 

Ειδικότερα, ο Αντρέσσας είχε τραυματισθεί σοβαρά και o Φούκας τον αποτελείωσε με χαριστική βολή. Ο ανήλικος Αλέξης Νικολόπουλος, με βαρύτατα τραύματα στους πνεύμονες, κατόρθωσε να βγει στον δρόμο για να γλιτώσει. Μετά από κάποια απόσταση. δεν μπορούσε να κρατάει άλλο το όπλο κι έτσι το άφησε κάτω, συνεχίζοντας να περπατάει με δυσκολία. O Βασίλης, κι αυτός βαρύτατα τραυματισμένος. κατάφερε να βγει ως τον δρόμο, αλλά εκεί τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του και σωριάστηκε στο έδαφος πριν προλάβει να περπατήσει πάνω από δέκα μέτρα. Τον ξαναβρήκε μπροστά του o δράστης και του έριξε τη χαριστική βολή. 

Ο Χρήστος Νικολόπουλος, όταν είδε τον Φούκα να ρίχνει στο ψαχνό, έριξε κι αυτός εναντίον του με το δίκαννό του δύο φορές, αλλά από μεγάλη απόσταση, περίπου πενήντα μέτρων. Τα σκάγια ήταν μικρά, για πουλιά. Όπως διαπιστώθηκε, μόνο ένα από τα σκάγια έπληξε τον μικρό Φούκα, στη μασχαλιαία χώρα, και φυσικά o τραυματισμός ήταν ελαφρότατος. Από την πλευρά του, o δράστης έριξε στον Χρήστο Νικολόπουλο εννιάβολα, που είναι για αγριογούρουνα! Τον πέτυχαν στον θώρακα και το μέτωπο, με αποτέλεσμα να σωριασθεί νεκρός στο χώμα. 

Βγαίνοντας προς τον δρόμο o Φούκας, για να κυνηγήσει τον Αλέξη, βρήκε αιμόφυρτο, σωριασμένο στο έδαφος, τον Βασίλη Νικολόπουλο, o οποίος έριξε μια βολή κατά του Φούκα, χωρίς να τον πετύχει. Ο Φούκας του έριξε τρεις μπαταριές και τον έστειλε στον άλλο κόσμο! 

Γέμισε εκ νέου το όπλο του και κατευθύνθηκε προς το μέρος όπου είχε δει να πηγαίνει o Αλέξης. Εκεί συνάντησε τον Πίππα. ο οποίος φαίνεται ότι δεν γνώριζε τα όσα είχαν προηγηθεί και, βλέποντας τον Φούκα, κατάλαβε ότι εκείνος κυνηγούσε τον Αλέξη — τον οποίο σχεδόν ταυτόχρονα είδε τραυματισμένο. Προσπάθησε να του ανακόψει την πορεία. Ο Διονύσης ανταπέδωσε τα πυρά και τραυμάτισε τον Πίππα στα πόδια, σωριάζοντάς τον στην άκρη του χωματόδρομου. Έψαξε για τον Αλέξη, κι επειδή δεν τον βρήκε, πήρε το αυτοκίνητό του και ξαναπήγε στο σημείο ψάχνοντας. Περνώντας κοντά από τον Πίππα. τον πυροβόλησε ξανά, δύο φορές. από απόσταση περίπου τριών μέτρων, στο κεφάλι και την κοιλιά, και τον αποτελείωσε. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάκρισης, στη συνέχεια o Φούκας πήρε και τον πατέρα του στο αυτοκίνητο και πήγαν πάλι στο σημείο όπου είχε κρυφτεί ο Αλέξης. Τον εντόπισαν σε απόσταση περίπου είκοσι μέτρων από τον νεκρό Πίππα. Τον πλησίασαν και o γιος τού έριξε από απόσταση περίπου τριών μέτρων και τον σκότωσε. To άμοιρο παιδάκι προσπαθούσε να προστατευθεί με τα χέρια του και δεν αποκλείεται να ικέτευε πατέρα και γιο, αλλά ποιος τον άκουγε! 

Έτσι ολοκληρώθηκε η επιχείρηση θανάτου. Πατέρας και γιος επέστρεψαν στον στάβλο, χωρίς να πούνε τίποτα για τα τραγικά γεγονότα. O Λυσίμαχος πήρε τη σύζυγό του, Αμαλία, και με το δικό του αυτοκίνητο επέστρεψαν στο σπίτι τους στα Καλύβια. Το ίδιο έκανε κι o γιος με το δικό του αυτοκίνητο. Αμέσως μετά, ο πατέρας πήρε τα δύο όπλα. τα καθάρισε καλά και τα έκρυψε στην ντουλάπα του σπιτιού τους. Ο γιος άλλαξε τα ρούχα του, που ήταν ματωμένα, αφού και ο ίδιος είχε τραυματισθεί ελαφρά. Τα λερωμένα ρούχα τα εξαφάνισε στον βόθρο του σπιτιού του. Αφού ντύθηκε και πλύθηκε. βγήκε στην πλατεία. Πήγε σε καφενείο του χωριού, δείχνοντας απόλυτα ήρεμος. Το ίδιο έκανε και την επομένη και τη μεθεπομένη, ενώ o ίδιος και o πατέρας του συνέχιζαν να πηγαίνουν στα πρόβατα και στις δουλειές τους σαν να μη συνέβαινε τίποτα. 

Πάμε τώρα στους συγγενείς των κυνηγών. Επειδή οι κυνηγοί είχαν αργήσει να δώσουν σημεία ζωής, πέρα από ένα τηλεφώνημα που πρόλαβε να κάνει ο Αλέξης, στο οποίο είχε πει μόνο τη λέξη «πατέρα», οι συγγενείς τους ανησύχησαν και βγήκαν προς αναζήτησή τους. Ψάχνοντας την αγροτική περιοχή μέσα στη νύχτα, βρήκαν πρώτα την κλούβα του Αντρέσσα και στη συνέχεια ανακάλυπταν ένα ένα τα πτώματα των κυνηγών! H αστυνομία απέκλεισε αμέσως τον χώρο και σήμανε παντού συναγερμό. 

Από νωρίς το πρωί, με το συνεργείο του ΜΕΓΚΑ, με οπερατέρ τον Κώστα Σοροβό. βρεθήκαμε στα Καλύβια, και συγκεκριμένα στον τόπο του μακελειού, για να καλύψουμε το συγκλονιστικό γεγονός. Υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον από την κοινή γνώμη. Θυμάμαι ότι στο μεσημβρινό δελτίο (2:00 μ.μ.) κρατήσαμε τη ζωντανή μετάδοση από τον τόπο περίπου για μισή ώρα. Θα αναφέρω εδώ και μια ανθρώπινη δική μας δημοσιογραφική σκηνή, χωρίς να θέλω να θεωρηθεί αυτό εγωιστικό. Ο παρουσιαστής του δελτίου, o συνάδελφος Αντώνης Λιάρος, μου έλεγε την επομένη. λίγο πριν από το μεσημέρι:

«Πάνο, σκίσαμε! Πετύχαμε το ακατόρθωτο... Πιάσαμε τηλεθέαση 49%. Περίπου οι μισοί Έλληνες έβλεπαν εμάς...» Την ίδια μέρα είχαμε και μια άλλη δημοσιογραφική επιτυχία. Γνώρισα έναν συμπατριώτη μου που είχε σχέση με την αερολέσχη Αγρινίου. Τον παρακάλεσα να με βοηθήσει να τραβήξουμε μερικά πλάνα από πάνω, επειδή η περιοχή ήταν ασφυκτικά αποκλεισμένη και κανένας δεν επιτρεπόταν να πλησιάσει τα σημεία όπου κείτονταν νεκροί, διάσπαρτα, οι πέντε κυνηγοί. Πραγματικά, o άνθρωπος με βοήθησε. Με τον Κώστα Σοροβό ανεβήκαμε σε ένα μικρό μονοκινητήριο αεροπλάνο, πετάξαμε πάνω από τον φρουρούμενο χώρο και καταγράψαμε όλες τις σκηνές της φρίκης και τα σημεία όπου ήταν πεσμένα τα αθώα θύματα. Θυμάμαι ότι το θέαμα ήταν συγκλονιστικό! 

Όταν κατεβήκαμε και στείλαμε με το δορυφορικό στην Αθήνα τα πλάνα, καθώς και το σχετικό ρεπορτάζ. πληροφορήθηκαν την επιτυχία μας οι συνάδελφοι των άλλων καναλιών και έσπευσαν να νοικιάσουν αεροπλανάκια για να τραβήξουν και εκείνοι πλάνα. Όμως η αεροπορία είχε ενημερωθεί για τη δική μας πτήση και είχε απαγορεύσει πλέον κάθε πτήση στην περιοχή, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν οι υπόλοιποι συνάδελφοι να έχουν εικόνα από τον τόπο του μακελειού. Το γεγονός ότι πρόλαβα πιστεύω πως ήταν τύχη για μένα και το ρεπορτάζ, και δεν οφείλεται στο ότι ήμουν καλύτερος ρεπόρτερ από τους άλλους συναδέλφους μου.

Και κάτι που ίσως σας φανεί περίεργο: Ο πρωταγωνιστής του μακελειού, o τριανταεπτάχρονος Διονύσης Φούκας, ήταν δίπλα μου, όπως και πολλοί συγχωριανοί του, το βράδυ που μετέδιδα από τον τόπο των δραματικών γεγονότων. στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων. Μου έλεγε χαρακτηριστικά o Διονύσης λίγο πριν από την έναρξη του δελτίου: 

«Θα πρέπει να κρεμάσουν τον φονιά, που σκότωσε τους ανθρώπους σαν αρνιά». Δεν τον γνώριζα και φυσικά κανένας δεν ήξερε ότι αυτός o άνθρωπος που ήταν δίπλα μου και μιλούσε μαζί μου ήταν o ίδιος που είχε σκορπίσει τον θάνατο και τη συμφορά. Όταν τον είδα στην Ασφάλεια Αγρινίου μετά από δύο μέρες, αφότου πλέον είχε συλληφθεί ως ύποπτος, τον θυμήθηκα και είπα στον στρατηγό Βασίλη Τσιατούρα. που επόπτευε τις έρευνες, για τον άνθρωπο που είχε παρακολουθήσει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσα μετέδιδα. Θυμάμαι, μάλιστα. πως είχε φύγει σχεδόν τελευταίος από το σημείο, αφότου ολοκλήρωσα τη ζωντανή μετάδοση κι έκλεισε το κύκλωμα. Ήθελε να ακούσει και την τελευταία κουβέντα που θα έλεγα για το μακελειό. Πού να ήξερα κι εγώ ότι αυτός ο άνθρωπος, που φαινόταν να ζητάει εκδίκηση για τον θάνατο των κυνηγών, ήταν ο ίδιος o δράστης της ομαδικής σφαγής! Έφτασε όμως στο σημείο, λίγο πριν συλληφθεί, να δηλώσει, όπως κι άλλοι από τα Καλύβια, στην εκπομπή του συναδέλφου Κώστα Χαρδαβέλλα στο ΑΛΤΕΡ: «O δράστης θέλει σκότωμα». 

Η κατάθεση του Διονύση Φούκα στην Ασφάλεια 

Στην Ασφάλεια Αγρινίου. όπου του πήραν τελικά κατάθεση οι αστυνομικοί στις 28 Νοεμβρίου 2006, κι αφού πλέον είδε ότι δεν τον έπαιρνε να αρνείται, ο Διονύσης Φούκας ομολόγησε τα πάντα. Περιέγραψε κυνικά πώς ξέκανε τους πέντε κυνηγούς, δίνοντας όλες τις λεπτομέρειες. Δημοσιεύω ολόκληρη την αποκαλυπτική κατάθεση του Διονύση Φούκα, με την επισήμανση ότι δεν υπήρξε, πέραν των δραστών, άλλος αυτόπτης μάρτυρας στο μακελειό. 

«Όπως σας είπα και πριν, δεν ήθελα να γίνει αυτό που έγινε. Σίγουρα το έφερε η κακιά ώρα. Δεν έφτασα στον τόπο εκείνο για να τσακωθώ. Πήγαμε με τον πατέρα μου, αυτός να μαζέψει τα πρόβατα κι εγώ να μείνω για λίγο σε ένα καρτέρι για μπεκάτσα, και όχι για να γίνει φασαρία. Το Σάββατο το πρωί, ο πατέρας μου με τη μάνα μου πήγαν τα "στέρφα” πρόβατα από το μαντρί μας στο χωράφι του Ζαμπαντιώτη, που έχει τριφύλλι. Μετά απ' αυτό, είχα πάει με τον πατέρα μου στο βουλκανιζατέρ για να φτιάξω ένα σκασμένο λάστιχο. Μετά πήγα στο καφενείο και βρήκα άλλους φίλους μου κυνηγούς. Το μεσημέρι γύρισα σπίτι και έκανα κάτι δουλειές. Τηλεφώνησα στην Άρτα. Όπως σας είπα, κάποια στιγμή, δεν θυμάμαι την ώρα, πέρασε απ' το σπίτι μου o Αντρέσσας Χρήστος για να πάμε για κυνήγι.Του είπα πως δεν θα πήγαινα γιατί βαριόμουν. Του ζήτησα να μου φέρει σκυλοτροφές και αυτός μου τις έφερε. Σκέφτηκα να πάρω το βυτίο από την αποθήκη και να το γεμίσω νερό και να το πάω στα πρόβατα. Όμως είχε ακόμη νερό και είπα να πάω την άλλη μέρα. Αφού δεν είχα κάτι άλλο να κάνω και μου είπε o πατέρας μου να τον πάω να πάρει τα πρόβατα τα "στέρφα" να τα φέρει κάτω με τα πόδια, τον πήρα με το αγροτικό Ι.Χ. Μιτσουμπίσι, πράσινου χρώματος, και ξεκινήσαμε για πάνω. Εγώ θα έμενα σε ένα καρτέρι για μπεκάτσες, αφού έχω μαζί μου πάντα στο αυτοκίνητο την καραμπίνα μέσα στη θήκη της και τη φυσιγγιοθήκη. Στη φυσιγγιοθήκη είχα φυσίγγια Νο 5 και Νο 8. Είχα όμως και τρία τέσσερα φυσίγγια με "δραμιάρες”, δηλαδή εννιάβολα, και αυτά τα είχα για αδέσποτα σκυλιά. Θέλω να σας εξηγήσω εδώ πως ο πατέρας μου ήδη βρισκόταν στο μαντρί, που είχε πάει με το άλλο αυτοκίνητο που έχουμε, το Λάντα το άσπρο. Εκεί τον συνάντησα εγώ και εκεί ήταν το βυτίο με το νερό που σας είπα. Θυμήθηκα πως ενώ ήμασταν στο μαντρί ήρθε ο φίλος μας, κτηνοτρόφος κι αυτός. και μας είπε ότι στο χωράφι του Ζαπαντιώτη, που είχαμε τα πρόβατά μας, υπήρχαν κυνηγοί που πυροβόλαγαν και μας είπε να πάμε να μαζέψουμε τα πρόβατά μας, για να μη γίνει καμιά ζημιά. Εννοούσε ότι εξαιτίας των πυροβολισμών θα τρόμαζαν τα πρόβατα και θα έμπαιναν σε κανένα περιβόλι, που θα έκαναν ζημιά, ή θα "απόρριχναν”, γιατί ήταν γκαστρωμένα. Του είπα "εντάξει” κι αυτός έφυγε. Φώναξα τον πατέρα για να τον πάω πάνω να μαζέψω τα πρόβατα. Έτσι πήρα το αυτοκίνητο και ανεβήκαμε στο χωράφι. Δεν είδαμε κυνηγούς στο χωράφι με το τριφύλλι. O πατέρας μου πήγε να μαζέψει τα πρόβατα κι εγώ ξεκίνησα για το καρτέρι, όπως είπα. Μπήκαμε και οι δυο στο χωράφι και o πατέρας μου πήγε για αριστερά να τα μαζέψει και εγώ πήγαινα στο περιβόλι του Γαλανόπουλου για να κάτσω για καρτέρι. Τότε εμφανίστηκαν τέσσερις κυνηγοί μέσα από το χωράφι του Καραθάνου. Δεν τους είδα αμέσως, αλλά άκουσα τον πατέρα μου να τσακώνεται φωνάζοντας δυνατά μ' αυτούς τους τέσσερις. Γυρίζω τρέχοντας για να πάω να δω τι γίνεται. Πλησιάζοντας, είδα Κάποιον απ' αυτούς να κάνει στον πατέρα μου απειλητικές κινήσεις με την καραμπίνα του. Μόλις με είδαν να τρέχω προς τα εκεί, νόμιζαν πως θα τους έκανα επίθεση. Ένας απ' αυτούς πέταξε το ντουφέκι του κάτω και ήρθε απειλητικά προς εμένα για να με χτυπήσει, βρίζοντάς με. Εγώ έκανα πίσω. Αυτός ξαναπήρε το όπλο του. Τους είπα: "Ρε παιδιά, μην πατάτε τις ποριές και κάνετε ζημιά, θα μπουν τα πρόβατα σε κάνα περιβόλι. Γι' αυτό σας φωνάζει ο πατέρας μου. Έχει πληρώσει πολλά λεφτά σε τέτοιες ζημιές!” Ένας απ' αυτούς μου απάντησε "στα αρχίδια μου!” Τους είπα "θέλετε να πάρω τηλέφωνο την αστυνομία" απάντησαν "πάρ' την και θα γαμήσουμε και εσένα και την αστυνομία”. Ο ένας απ' αυτούς μου είπε "πάμε παραπέρα που σε θέλω να σε γαμήσω!” Και με έπιασε απ' το χέρι να με τραβήξει. Ένας άλλος πριν μου είπε "θα σας γαμήσουμε και τους δύο!”. Την ώρα που με τράβαγε από το χέρι, τραβήχτηκα παραπίσω και γύρισα το όπλο μου, αφού το ξεκρέμασα από την πλάτη μου, και, ενώ το κρατούσα από το χέρι μου, τους είπα "Φεύγετε. θα σας τουφεκίσω”. Ένας απ' αυτούς μου είπε "τι ήρθες με το τουφέκι. θα σ' το βάλουμε στον κώλο”, και έστρεψαν τα όπλα τους, κάποιοι απ' αυτούς, καταπάνω μου. Ένας απ' αυτούς με πυροβόλησε και τα σκάγια πήγαν μπροστά στα πόδια μου. Δεν ξέρω αν ήθελε να με χτυπήσει ή όχι. Εκείνη τη στιγμή πανικοβλήθηκα. Φοβήθηκα ότι θα σκότωναν εμένα και τον πατέρα μου. Άρχισα να πυροβολώ γιατί κατάλαβα ότι θα με σκότωναν. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι έκανα. Τους πυροβόλησα όλους. Όλα έγιναν μέσα στο τριφύλλι. Εγώ γέμιζα και πυροβολούσα. Με πυροβολούσαν κι αυτοί. Δύο απ' αυτούς έπεσαν μέσα στο τριφύλλι. Ένας άλλος, πιο μικρός σε ηλικία, που ήταν o πιο επιθετικός και ήταν αυτός που πέταξε το όπλο κάτω και ήρθε καταπάνω μου να με χτυπήσει, έφυγε τρέχοντας προς τα αριστερά, επάνω, προς τις ελιές. Πιθανόν αυτός ήταν που πυροβόλησε πρώτος δίπλα από τα πόδια μου. Κυνηγώντας αυτόν, και πυροβολώντας τον, έφτασα κοντά στις ελιές και είδα έναν άλλο κυνηγό, που μόλις με είδε άρχισε να με πυροβολάει. Τον πυροβόλησα και αυτόν και έπεσε. Συνέχισα πιο πάνω αλλά δεν τον είδα τον μικρό. Γύρισα προς τα πίσω και είδα τον τελευταίο που είχα πυροβολήσει, στις ελιές απλωμένο. μάλλον ζωντανό ακόμη. Πλησίασα πιο κοντά, και από φόβο μη με πυροβολήσει του έριξα. Γύρισα προς τα πίσω, και εκεί που είναι η ποριά είδα στον δρόμο τραυματισμένο έναν από αυτούς, που δεν θυμάμαι αν ήταν προηγουμένως εκεί. Γέμισα και πυροβόλησα. χωρίς να θυμάμαι πόσες φορές. Τρέχοντας πυροβολούσα. Δεν νομίζω να ξαναμπήκα στο τριφύλλι. Μάλλον έναν από αυτούς τον πυροβόλησα με "δραμιάρες” γιατί με πυροβολούσε από μακριά. Αφήσαμε τα πρόβατα εκεί και με τον πατέρα μου πήγαμε παραπάνω, μέχρι τη διασταύρωση, και γύρισα και με αναστροφή για τον στάβλο. Γυρνώντας, είδα δεξιά πεσμένο και τον μικρό που δεν είχα δει προηγουμένως. Άφησα τον πατέρα μου στον στάβλο και έφυγα για το σπίτι. Αυτό δεν το είπαμε σε κανέναν. ούτε στη μάνα μου, ούτε στην αδερφή μου. Γυρίζοντας στο σπίτι, είδα πως τα ρούχα μου είχαν αίματα στο πάνω δεξιό μέρος του στήθους. Εκεί κατάλαβα πως είχα τραυματισθεί γιατί είχα ένα σκάγι καρφωμένο στο κρέας. Γι' αυτό τον λόγο θέλω να με δει ιατροδικαστής και να με πιστέψετε ότι με πυροβόλησαν. Έβγαλα τη φανέλα και το πουκάμισο, που είχαν αίματα, και τα πέταξα στον βόθρο του σπιτιού και δεν βγαίνουν από εκεί. Όταν το βράδυ ήρθε σπίτι ο πατέρας μου, συνεννοηθήκαμε να πούμε πως δεν ξέρουμε τίποτε, πως δεν πήγα καθόλου στα πρόβατα, αλλά έμεινα στο σπίτι τη μέρα αυτή, και όλα όσα είπαμε για αυτά που έγιναν την ώρα αυτή στις καταθέσεις μας, εδώ σε εσάς. Θέλω να ξαναπώ ότι λυπάμαι πολύ για αυτό που έγινε και μακάρι να ήμουν εγώ στη θέση τους τώρα, πεθαμένος. Δεν θα γινόταν τίποτε αν δεν με προκαλούσαν, αν δεν με έβριζαν και αν δεν με πυροβολούσαν. Δεν ήξερα κανένα από αυτά τα παιδιά και δεν είχα καμία διαφορά μαζί τους. Τίποτε άλλο δεν έχω να πω, παρά μόνο ότι ο πατέρας μου δεν οπλοφορούσε, είχε το δίκαννο στο αυτοκίνητο και είναι αυτό που δεν το έχουμε δηλώσει. Αυτό το δίκαννο το έχει για κανένα σκυλί. Μετά το συμβάν το πήρε και το μεταφέραμε στο σπίτι και το βάλαμε στην ντουλάπα. Άλλο τίποτε δεν έχω να πω». 


Η κατάθεση του Λυσίμαχου Φούκα 

Ομολόγησε και o πατέρας Φούκας, o οποίος προέβαλε τη δικαιολογία ότι οι κυνηγοί θα σκότωναν τον γιο του, Διονύση, αν δεν γινόταν αυτό που έγινε. Ολόκληρη η κατάθεση του Λυσίμαχου Φούκα στην Ασφάλεια του Αγρινίου έχει ως εξής: 

«Θέλω να σας πω ότι αυτά που είπα την προηγούμενη φορά που κατάθεσα δεν ήταν όλα αλήθεια.Έχετε δίκαιο σε αυτά που με κατηγοράτε, αλλά να σας τα πω όπως έγιναν, γιατί χαζαμάρα ήταν αυτό που έκανα, αλλά άμα δεν το έκανα θα μου σκότωναν το παιδί μου. Προχθές το Σάββατο (25-11-06), μετά τις τέσσερις το μεσημέρι, ήμουν στον κάτω τον στάβλο, εξακόσια μέτρα από εκεί που έγινε το έγκλημα, και είχα βάλει τα πρόβατα μέσα. Ετοιμαζόμουν να πάω στα άλλα τα πρόβατα, που βόσκανε εκεί που έγινε το κακό, και τότε ήρθε με το μηχανάκι ο Ν.Φ.,που μένει στα Καλύβια και έχει και αυτός πρόβατα, κοντά στα δικά μου. Μου είπε ο πρόστυχος, που να μην έσωνε να μου το έλεγε, ότι εκεί που βόσκανε τα πρόβατά μου ήταν κάποιοι κυνηγοί που είχαν ένα άσπρο σκυλί που μου κυνηγούσε τα πρόβατα. Ποιος ξέρει τι του είχανε κάνει αυτουνού για να με βάλει να μαλώσω. Πήρα τότε τον γιο μου τον Νιόνιο και πήγαμε στα πρόβατα με το φορτηγάκι, ένα πράσινο Μιτσουμπίσι, για να τα μάσουμε κάτω. Ο Νιόνιος οδηγούσε. Εγώ είχα πάρει μαζί την καραμπίνα την Μπερέτα του Νιόνιου στο αυτοκίνητο, γιατί αυτοί επειδή κυνηγούσανε είχανε όπλα και φοβόμουνα να πάω έτσι. Καμιά εικοσαριά μέτρα πριν φτάσουμε στο χωράφι που ήταν τα πρόβατα, αφήσαμε το αμάξι και κατεβήκαμε. και εγώ πήρα την καραμπίνα στην πλάτη. Ο Νιόνιος δεν είχε καραμπίνα. Αυτοί ήταν στο απέναντι χωράφι και οι πέντε μαζί, τους φώναξα "μην πατάτε τις τσαμπουριές, έτσι τις πατάνε όλοι και φεύγουν τα πρόβατα και πάνε στα περιβόλια". Πρόπερσι είχα πληρώσει ένα εκατομμύριο αποζημίωση. Αυτοί τότε ήρθαν εκεί που ήμασταν εμείς, και ο Νιόνιος τους είπε ότι θα φωνάξει την αστυνομία. Κάποιος απ' αυτούς τότε τον τράβηξε από το σακάκι και του είπε "θα μου κλάσει τα αρχίδια η αστυνομία. να πας να γαμηθείς και εσύ και η αστυνομία”. Μόλις το είπε αυτό, ένας άλλος έριξε στον Νιόνιο μια με την καραμπίνα κάτω στα ποδάρια αλλά δεν τον πήρε, και μια πιο ψηλά και τον πήρε ένα σκάγι στο στήθος. Ο άλλος συνέχισε να τον τραβάει και του είπε "θα σε τουφεκίσω και θα σε πετάξω πέρα στο χαντάκι”. Δεν ξέρω ποιος τα είπε αυτά, γιατί αυτούς πρώτη φορά τους έβλεπα. Εκείνη την ώρα ήμασταν μέσα στο χωράφι που βόσκαγαν τα πρόβατα. Ήμουν σίγουρος ότι θα τον σκοτώνανε τον Νιόνιο. Τότε δεν έβλεπα τίποτα μπροστά μου. Ή κόσμος ήτανε ή ζώα, τον κακό μου τον καιρό. Είχα τρία φυσίγγια στην καραμπίνα και τους τα έριξα όλα. Οι τρεις πέσανε κάτω μέσα στο χωράφι και οι άλλοι δύο τρέχανε προς τον δρόμο. Μπορεί να ήταν οι δύο στο χωράφι που πέσανε και οι άλλοι τρεις που τρέξανε. πού να θυμάμαι τώρα. Γέμισα ξανά και έριξα και στους άλλους. Αυτοί είχαν αρχίσει και τουφέκαγαν, αλλά τους πέτυχα όλους. O ένας έπεσε εκεί μπροστά στον δρόμο, αλλά τους άλλους δύο δεν τους πέτυχα καλά και φύγαν παραπέρα. Πήγα και εγώ από πίσω, γέμισα ξανά, τους έριξα πάλι πιο κάτω και έπεσαν. Πριν πέσουνε, μου ρίχνανε και αυτοί, αλλά δεν με πέτυχαν. 

Όλη αυτή την ώρα ο Νιόνιος φώναζε o φουκαράς να σταματήσω, αλλά κολοκύθια, δεν έβλεπα τίποτα μπροστά μου, τον κακό μου τον καιρό. Τα φυσίγγια τα έβαζα όπως ήταν από την αρμάθα, ούτε και ξέρω τι φυσίγγια ήτανε. Μόλις έγινε αυτό, πήρα τον Νιόνιο και γυρίσαμε στο χωριό. Μόλις φτάσαμε σπίτι, ξεντυθήκαμε και πήγαμε στο καφενείο, o καθένας χώρια σαν καλοί νοικοκυραίοι. Είπα μόνο στον Νιόνιο μην πει τίποτα της μάνας του, γιατί θα πεθάνει. Το όπλο και τα φυσίγγια τα άφησα στο σπίτι στη σοφίτα, εκεί που τα βάζουμε πάντα για να μην τα βρίσκει το παιδί που μένει κάτω. Στη γυναίκα μου ακόμα δεν της έχω πει τι έγινε. Χαζαμάρα μεγάλη έκανα, αλλά τόσο μου κόβει και μένα. Θα μου τον σκοτώνανε όμως σίγουρα τον Νιόνιο, αλλιώς εγώ δεν τράβαγα όπλα με τίποτα. Και το 'πε ο Νιόνιος μετά. "καλύτερα να μ' άφηναν στον τόπο ”, αλλά το άφηνα εγώ το παιδί μου να πάει έτσι; Τώρα τον κακό μου τον καιρό. Το μόνο που θέλω να ξέρετε σίγουρα είναι ότι o Νιόνιος δεν τράβηξε όπλο. Όποιον να ρωτήσετε στα Καλύβια θα σας πει για τον Νιόνιο, πόσο ήσυχος είναι, ούτε έχει βρίσει ποτέ κανέναν. Σκυλί να πνίγεται, θα το τραβήξει έξω. Κάτι άλλο δεν έχω να πω, αλλά και τι να πω όπως γίναν τα πράγματα...» 

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι η υπόθεση των πέντε κυνηγών στο Αγρίνιο ήταν από τα αγριότερα εγκλήματα που έχω καλύψει στην καριέρα μου. Φανερώνει πρωτόγονες καταστάσεις αφού οι δράστες έδειξαν ότι για αυτούς η ανθρώπινη ζωή δεν είχε καμιά αξία. Δυστυχώς για τους κυνηγούς, έπεσαν σε ανθρώπους που η ανθρωπιά μέσα τους δεν υπήρχε, όπως μου έλεγε εκείνη την περίοδο γνωστός μου ψυχίατρος.

 Πηγή κειμένου: ΠΑΝΟΣ ΣΟΜΠΟΛΟΣ "ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ", Εκδ. Πατάκη 

Πλούτωνας

Ο Πλούτων, θεός του Κάτω Κόσμου 
και η σύζυγός του Περσεφόνη σε
ανάγλυφο της περιόδου 470-460 π.Χ 
(Εθνικό Μουσείο, Ρέτζιο ντι Καλάμπρια)
Ο θεός του Κάτω Κόσμου, που ονομαζόταν και Άδης, Αίδης, Αϊδωνεύς, Πλουτεύς. Ήταν γιος του Κρόνου και της Ρέας, αδελφός του Διός και του Ποσειδώνος και, κατά τον Ησίοδο, αδελφός επίσης της Εστίας και της Δήμητρος. Είχε πάρει γυναίκα του την κόρη της Δήμητρος, Περσεφόνη, που την είχε απαγάγει από τον Άνω Κόσμο. Όταν έγινε η διανομή του Κόσμου ανάμεσα στα τρία αδέλφια, ο Πλούτων πήρε το βασίλειο του Κάτω Κόσμου. Ο Πλούτων φορούσε στο κεφάλι του ένα είδος μαγικού σκούφου που τον έκανε αόρατο. Κατά μια παράδοση, αυτόν τον σκούφο του τον είχαν δώσει οι Κύκλωπες έπειτα από την απελευθέρωσή τους από τα Τάρταρα. Ο Πλούτων δάνειζε καμιά φορά τον σκούφο του σε ορισμένους θεούς και ανθρώπους για να τον χρησιμοποιούν προσωρινά. Ήταν ένας από τους πιο μισητούς θεούς των ανθρώπων, και τον περιέγραφαν άγριο και με σκληρό χαρακτήρα. Ωστόσο, τον θεωρούσαν συγχρόνως δίκαιο και φίλο της ανθρωπότητας. Για να μην μπορέσει να ξεφύγει καμιά σκιά από τον Κάτω Κόσμο, ο Πλούτων φρόντιζε να έχει πάντα κλειστές τις πύλες του Άδου, γι' αυτό τον ονόμαζαν και Πυλάρτη. Αυτός που έκανε θυσία στον Πλούτωνα και στην Περσεφόνη έπρεπε να έχει το πρόσωπό του γυρισμένο από την άλλη πλευρά, και θυσίαζε πάντα μαύρα πρόβατα. O Πλούτων κρατούσε ένα σκήπτρο ως σύμβολο της δύναμής του, και με αυτό οδηγούσε τις σκιές προς τον Άδη, όπου καθόταν σε θρόνο, μαζί με τη γυναίκα του, Περσεφόνη, που ήταν κι αυτή βλοσυρή. Ο Πλούτων αναφέρεται πολύ σπάνια στη μυθολογία, και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι απομακρυνόταν πολύ σπάνια από το βασίλειό του: Είχε απομακρυνθεί συνολικά δύο φορές, τη μία για να απαγάγει την Περσεφόνη και την άλλη για να πάει στον Όλυμπο, όπου ζήτησε από τον Παίωνα, τον γιατρό των θεών, να του περιποιηθεί ένα τραύμα που είχε από χτύπημα του Ηρακλέους. Ως Άδης δεν είχε καμία προσωπική λατρεία, εκτός από ένα τέμενος στην Ήλιδα που αναφέρει ο Παυσανίας. Ως Άδης ήταν ο δριμύς και άγονος θεός, που δεν έδινε καρπούς και ήταν άτεγκτος (ως πατέρα των Ερινυών τον παρουσιάζει μεταγενέστερη παράδοση). Υπό την επίδραση όμως των Ελευσινιων μυστηρίων, ο θεός του Κάτω Κόσμου άρχισε να θεωρείται θεός της Γης. Όλα τα προϊόντα της γης, την υλική ευτυχία, τους καρπούς κ.λπ., υποτίθεται πως τα έδινε αυτός στους ανθρώπους, και έτσι άρχισε να λατρεύεται ως Πλούτων, όνομα διαφορετικό από του Πλούτου, που δίνει τα προσωποποιημένα πλούτη. Από τον 5ο αιώνα π.Χ. αναφέρεται από τους αττικούς συγγραφείς με αυτό το όνομα, χωρίς όμως να έχει χαθεί εντελώς και το όνομα Άδης, Ο Πλούτων δεν εμφανίζεται συχνά στις παραστάσεις των έργων τέχνης. Όταν τον παριστάνουν ως Άδη, τα χαρακτηριστικά του μοιάζουν λιγάκι με του Διός- έχει θλιβερά σοβαρό ύφος, τα μαλλιά του είναι πυκνά και τραχιά, και έχει γενειάδα, Ως Πλούτων όμως έχει έκφραση πιο γλυκιά, και ενώ ως Άδης συνοδεύεται άλλοτε από έναν κόκορα και άλλοτε από έναν λύκο ή έναν κέρβερο ως Πλούτων, έχει συνήθως μαζί του το κέρας της Αμαλθείας και ένα σκήπτρο ή δίκρανο. 


Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδ. ΔΟΜΗ, τ.26


Μανώλης Γλέζος: «Κι όλοι οι νέοι οργίστηκαν και σκύλιασαν» 

Στις 25 τ' Απρίλη ήρθεν o πατέρας, αμίλητος και κλειστός. 

Μπήκε μέσα στο σπίτι και το σπίτι δεν γέλασε. Πλύθηκεν, άλλαξε κι ήταν ακόμα αμίλητος και κλειστός. Δεν απαντούσε σε τίποτα, γιατί κανείς δεν τον ρωτούσε. Τα ερωτήματα έφταναν ως τα χείλη, μα δεν τολμούσαν να γίνουν λέξεις. Παράμειναν σκέψεις να στριφογυρίζουν και να βασανίζουν. 

Πύκνωναν ολοένα και πιο πολύ τ' αεροπλάνα με το μαύρο σταυρό που πήγαιναν κι έρχονταν πάνω από την Αθήνα. Οι σειρήνες δεν προλάβαιναν να σφυρίζουν. Οι μπόμπες έσκαζαν και ταρακουνούσαν γης και ουρανό. 

Την άλλη μέρα 26 τ' Απρίλη, οι εφημερίδες έγραφαν πως πρέπει: 

Να διακοπή πάσα κίνησις εν Αθήναις, Πειραιεί και τοις Προαστίοις.

Άπαντα τα καταστήματα θα ώσι κλειστά.Οι κάτοικοι εις τας οικίας των κ.λπ., κ.λπ. 

Ήταν, έγραφαν, στρατιωτική διαταγή του στρατηγού Καβράκου, για να μη μας δούνε στους δρόμους οι κατακτητές, που θα κυρίευαν την πόλη. 

Οι μάνες έκλεισαν τις πόρτες και δεν άφησαν πια τα παιδιά να βγουν στους δρόμους. Και ο πατέρας είχε κλειστεί σ' ένα δωμάτιο μαζί με την ψυχή του και ήταν αμίλητος και κλειστός και δεν έσκαγε τ' αχείλι του τ' άφατο ούτε για μισή κουβέντα. 

Και τα παιδιά καβάλαγαν τους μαντρότοιχους της αυλής και το 'σκαγαν. Ξεχύνονταν στους δρόμους να δουν να καίγονται οι καταυλισμοί των Συμμάχων που 'φυγαν προχτές πάνω στ' αυτοκίνητα για την Κόρινθο. 

Κι οι νέοι γύριζαν μονάχοι στους δρόμους και νόμιζαν πως αν τους έντυναν και τους έστελναν στο Μέτωπο, δεν θα περνούσε ο εχθρός, δεν θα 'σπαγε το Μέτωπο. Αλλά και πως τώρα αν είχαν στα χέρια τους ένα όπλο, έστω κι ένα πιστόλι, θα πήγαιναν εκεί στα βουνά ή εδώ στους λόφους ή και ακόμα εδώ, στα πρώτα σπίτια της Αθήνας, και θα σταμάταγαν τον εισβολέα. 

O καθένας νέος θαρρούσε πως αυτός μόνος του θα δύνονταν να τα κάνει όλα. Κι όλοι οι νέοι οργίστηκαν και σκύλιασαν, καθώς διάβασαν εκείνη τη φαρμακερή διαταγή του στρατηγού Καβράκου και κείνο το θα ώσι κλειστά», κόλλησε σαν τσιρότο στο μυαλό τους και δεν ξεκόλλαγε. Ακούς εκεί θα ώσι κλειστά» « θα ώσι κλειστά»...» 

Το αίμα κόχλαζε στις φλέβες τους από την οργή και την ανημποριά. 

Και γύρναγαν στους δρόμους και δεν ερχόντουσαν στο σπίτι να συμμαζευτούν. Κι όπου έβλεπαν καπνό και φασαρία, έτρεχαν, κι ήταν, όμως, εκείνο τον καιρό κάθε νέος, ένας νέος. 

Την ίδια μέρα 26 τ' Απρίλη, ήρθαν και τα ξαδέρφια από το Μέτωπο, με τα δίκοχα κρυμμένα στις τσέπες τους. Είχαν καμένα τα κούτελά τους από τον ήλιο, από τη μέση και κάτω, και τα χέρια τους ήσαν πρησμένα από τις χιονίστρες και σκασμένο το δέρμα τους από τον Βοριά. Κλεισμένα κι αυτουνών τα χείλια και δεν έσκαγαν να πουν ούτε μια, ούτε μισή κουβέντα. Δεν σε θωρούσαν στα μάτια κι ήσαν ντυμένοι στο χακί και στης ντροπής τη συστολή. 

Υστερις όμως τους κλείσαμε μέσα στο δωμάτιο το δικό μας και τους ριχτήκαμε να μας πουν. Αστραποβόλησαν τότες τα μάτια τους και λύθηκεν η γλώσσα κι άρχισαν να ιστορούνε. Γέμισε το δωμάτιο μάχες και κρύο, χιόνια κι αψιμαχίες. Μάθαμε τότες για τους Μελανοχίτωνες και τους Ναζίδες, που σκοτώνουν ακόμα και τους νεκρούς, κι ανατριχιάσαμε. 

Τα χιόνια, το κρύο κι ο πάγος ήρθαν από το Μέτωπο αντάμα-αντάμα με την αγωνία του  θανάτου και τον ίδιο το θάνατο κι έσφιξαν τις καρδιές μας και τις λαχτάρισαν. 

Έλληνες στρατιώτες παραδίδουν τα όπλα τους σε Γερμανούς. 

Κι αφού μάθαμε για τα χιόνια και τα τουμπανιασμένα μουλάρια, τα ορεινά χειρουργεία και τα μεταγωγικά, για μιαν οβίδα που 'πεσε ξαφνικά κι ήρθε και σκότωσε δεκατέσσερεις μονοκοπανιάς, για τον αφρισμένο Αώο και τη φοβερή Τρεμπεσίνα, για τη γέφυρα της Μέρτζανης και για την Κλεισούρα. κι αφού μάθαμε ακόμα για τα τανκς που πατάνε και λιώνουν τους νεκρούς και τους τραυματίες ακόμα, και προχωράνε ακάθεκτα χωρίς να μπορείς να τα σταματήσεις. κι αφού μάθαμε για το πώς το νιώθεις το τραύμα, μια ζέστη, μια καούρα, ένα κρύο σουβλερό κι o πόνος ο αβάσταχτος, το μικρό, και πώς το τραύμα το μεγάλο, που δεν το νιώθεις, γιατί σ' έχει κιόλας παραλύσει. κι αφού μάθαμε τι είναι οι αλεξιπτωτιστές και τα «στούκας», κι αφού μάθαμε και για εκείνους τους αξιωματικούς που δείλιαζαν και παρέδιναν τις μονάδες τους στον εχθρό και πώς το 'σκαγαν οι φαντάροι κι έπαιρναν τα βουνά και τα ρουμάνια και τα κρυφά μονοπάτια για να μην παραδοθούν, κι αφού ρωτήσαμε και μάθαμε και δεν πειστήκαμε για το πώς δεν μπόρεσαν να φέρουν μαζί τους τα όπλα τους και πού τα πέταξαν και πού τα 'κρυψαν και πού τα 'φησαν κι αν θυμούνται το μέρος, ήρθε μέσα στο δωμάτιο με τα ξαδέλφια —τον Μιχάλη, τον Γιώργο, τον Γιάννη— και κρεμάστηκε στον αέρα επιβλητικά, επιτακτικά το μεγάλο ερώτημα: «Και τώρα τι θα γίνει;» 

Το 'βλεπες, το 'νιωθες, τ' αντίκριζες πια καθαρά. «Τι θα γίνει τώρα;» 

Δεν μπορούσες να ξεφύγεις απ' αυτό. Σ' άδραχνε, σ' άρπαζε στις τρομερές αρπάγες του και σε καθήλωνε. 

«Τι θα γίνει τώρα»;