Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2022

Αθηναΐς-Ευδοκία

Ψηφιδωτή αποτύπωση σε
σκληρή πέτρα της
Αθηναΐδας-Ευδοκίας, συζύγου του
 αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β'
και μετέπειτα αγίας, σε εικόνα του
10ου αιώνα (Αρχαιολογικό Μουσείο,
 Κωνσταντινούπολη).

Το 421 ο Θεοδόσιος Β' παντρεύτηκε την Ελληνίδα Αθηναΐδα (που μετονομάστηκε σε Ευδοκία), κόρη του εθνικού καθηγητή φιλοσοφίας στη σχολή των Αθηνών Λεοντίου. Οι χρονογράφοι του 7ου αιώνα αναφέρουν μία γοητευτική παράδοση σχετικά με την επιλογή της νύφης.

H γαμήλια τελετή τελέστηκε, κατά πάσα πιθανότητα, από τον πατριάρχη Αττικό στην αυτοκρατορική εκκλησία του Εβδόμου - όπου πολλές φορές τελούνταν δημόσιες τελετές - ή στην Αγία Σοφία, στις 7 Ιουνίου 421. Όλα τα επιθαλάμια προς το αυτοκρατορικό ζεύγος, τα οποία πιθανόν να συνέθεσαν επί τη ευκαιρία ποιητές της βυζαντινής Αυλής, χάθηκαν. Δεν έχει διασωθεί καμία μαρτυρία που να αναπαριστά την καταπληκτική λαμπρότητα του γαμήλιου μυστηρίου. Οι χρονογράφοι αναφέρουν απλά και σύντομα ότι η Κωνσταντινούπολη γιόρτασε τους αυτοκρατορικούς γάμους με δημόσια θεάματα και ιπποδρομίες.

Αμέσως μετά τον εκχριστιανισμό της η Ευδοκία επέδειξε αρκετό ζήλο ενασχολούμενη με τη θρησκευτική ποίηση και ίσως συμμετέχοντας στην έκδοση νέων νόμων (Απρίλιος 423, Αύγουστος 425) κατά των αιρετικών και των εθνικών. Όμως σίγουρη είναι η μεσολάβηση της Ελληνίδας αυτοκράτειρας στη σημαντική μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων που παραχώρησε το 424 ο Θεοδόσιος Β' στη διοίκηση της Μακεδονίας, όπου συμπεριλαμβανόταν και ο ελλαδικός χώρος. Εκτός αυτού, όμως, η επίδραση της Ευδοκίας φάνηκε και αλλού. Ενώ από το 415 έως το 423 κανένας νόμος δεν είχε ψηφιστεί κατά της μεγάλης ιδιοκτησίας, από τον Μάιο του 424 άρχισαν να επιβάλλονται έκτακτοι φόροι σε όλους όσοι είχαν λάβει ως δώρο αυτοκρατορικές γαίες από το 395 και εξής. Με άλλον νόμο, το 430, επιβλήθηκαν νέοι έκτακτοι φόροι στους μεγαλογαιοκτήμονες και μειώθηκαν όλες οι φορολογικές διευκολύνσεις που τους είχαν παρασχεθεί Γενικά, η περίοδος αυτή της βασιλείας του Θεοδοσίου έλαβε έναν ιδιαίτερα ανθρωπιστικό χαρακτήρα.

Κατά πάσα πιθανότητα, όταν η επιρροή της Αθηναΐδας-Ευδοκίας άρχισε να εδραιώνεται στα ανάκτορα, τροποποίησε αισθητά τον αυστηρό μοναστικό χαρακτήρα που είχε επιβάλει στην Αυλή η Πουλχερία. Εξαιτίας αυτού οι ρήξεις με την αδελφή του Θεοδοσίου δεν ήταν σπάνιες, εφόσον και οι δύο γυναίκες είχαν αποφασιστικό χαρακτήρα. Βασικός στόχος και των δύο ήταν να χειραγωγήσουν τον άβουλο Θεοδόσιο και βαθμιαία έγινε αισθητό ότι υπήρχαν στο παλάτι δύο μάλλον αντίρροπες δυνάμεις. Καταρχάς θέση ισχύος απέκτησε η Ευδοκία, χάρη στον πριμικήριο (υποδιοικητή) των αυτοκρατορικών ενδιαιτημάτων Χρυσάφιο που υποδαύλιζε την αντίθεση Ευδοκίας-Πουλχερίας, για να κυριαρχήσει τελικά ο ίδιος επάνω στον Θεοδόσιο. H Πουλχερία αναγκάστηκε, υπό τις δεδομένες συνθήκες, να εγκαταλείψει το παλάτι και να αποσυρθεί στο ανάκτορο του Εβδόμου. Ελεύθερη πλέον η Ευδοκία καλλιέργησε την κλίση της στα αρχαιοελληνικά ιδεώδη.

Αρωγός στην υλοποίηση των ιδεωδών της Αθηναΐδας-Ευδοκίας ήταν ο Κύρος ο Πανοπολίτης, έπαρχος Κωνσταντινουπόλεως από το 435 και έπαρχος Ανατολής μετά την επιστροφή της αυτοκράτειρας από την περιοδεία της στους Αγίους Τόπους (439). Χάρη στην επιρροή του, το 439 ψηφίστηκε νόμος με τον οποίο επιτρεπόταν χωρίς περιορισμούς η σύνταξη διαθηκών στην ελληνική γλώσσα.

Επίσης ο ίδιος εισήγαγε την ελληνική γλώσσα στην απονομή δικαιοσύνης, ενώ έως τότε χρησιμοποιείτο μόνο η λατινική. Δικά του έργα ήταν ο νυκτερινός φωτισμός της Κωνσταντινούπολης και, μάλλον, το θαλάσσιο τείχος της πόλης. Εξαιτίας της πολιτικής του ο Κύρος απέκτησε δημοτικότητα και προκάλεσε τον φθόνο του Θεοδοσίου. Περίπου το 441 κατηγορήθηκε για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, εξορίστηκε, ως επίσκοπος, στο Κοτυάειο της Φρυγίας και η περιουσία του δημεύτηκε.

Την ίδια άσχημη κατάληξη είχε και η Ευδοκία, πέφτοντας θύμα των οπαδών της Πουλχερίας που έβλεπαν με καχυποψία την αγάπη της αυτοκράτειρας για την αρχαία παιδεία. Βυζαντινοί χρονογράφοι αναφέρουν ότι η αυτοκράτειρα Ευδοκία και ο Παυλίνος, παλαιός φίλος του Θεοδόσιου και μάγιστρος των θείων οφικίων, κατηγορήθηκαν ότι διατηρούσαν ερωτικό δεσμό και ο μεν Παυλίνος «έξορισθήναι είς Καππαδοκίαν κακεί σφαγήναι», το 444, ενώ η αυτοκράτειρα αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα (περίπου το 443), όπου παρέμεινε έως το τέλος της ζωής της (460). Μετά την πτώση της Ευδοκίας την επίδραση επί του Θεοδοσίου Β' διεκδίκησαν η Πουλχερία και ο Χρυσάφιος. Τελικά υπερίσχυσε ο Χρυσάφιος, ο οποίος εξουδετέρωσε σε τέτοιον βαθμό την πρωτοβουλία του αυτοκράτορα ώστε αυτός έφτασε στο σημείο να υπογράφει έγγραφα χωρίς καν να τα διαβάζει.

Εντούτοις, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του ο Θεοδόσιος, υποκύπτοντας στις πιέσεις της Πουλχερίας και του αρχηγού των Ισαύρων στρατιωτών της ανακτορικής φρουράς Ζήνωνα, εξόρισε τον Χρυσάφιο. Μετά δε τον θάνατο του Θεοδοσίου, η Πουλχερία φρόντισε να τον θανατώσει.

Πηγή κειμένου, εικόνας: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, τ.5 ,εκδ. ΔΟΜΗ 

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 22, 2022

Μακεδονία και Μακεδόνες - ιστορική αναδρομή

Θέση και Στρατιωτική Αξία της Μακεδονίας

Η εξασθένηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα προσέλκυσε τον Πανσλαβισμό των Τσάρων προς τη θερμή θάλασσα της Μεσογείου ενώ η Ευρωπαϊκή Διπλωματία προσπαθούσε να ανακόψει την κάθοδο αυτή. Τη χρονική εκείνη περίοδο, Μακεδονία θεωρούνταν τα τρία τουρκικά βιλαέτια της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου και του Κόσοβου (Σκοπίων). Η Μακεδονία όμως, προϋπήρχε από τους Τούρκους και τους Σλάβους αλλά και την Ευρωπαϊκή διπλωματία. Αποτελούσε το βόρειο λίκνο του Ελληνισμού, ενώ οι Μακεδόνες μεγαλουργούσαν στη Βαλκανική μία χιλιετηρίδα πριν εγκατασταθούν οι Σλάβοι στην περιοχή.

Η Μακεδονία αποτελεί το προωθημένο τμήμα, τον προμαχώνα της Ελλάδας, κι η ιστορία της εκφράζει την ιστορία του ελληνικού μεγαλείου. Τις πρώτες πληροφορίες για τη Μακεδονία δίνει ο Όμηρος, όταν αναφέρει στην Ιλιάδα ονόματα διαφόρων Πελασγικών κι ελληνικών φύλων που κατοικούσαν στην περιοχή και παρέχει μάλιστα τοπογραφικές πληροφορίες. «Εστί μέν ουν Έλλάς καί ή Μακεδονία» αναφέρει ο Στράβων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, το φύλο των Μακεδόνων ήταν δωρικό, ονομαζόταν «Μακεδνόν» κι από τη λέξη αυτή, ονομάστηκε Μακεδονία η χώρα όπου κατοίκησαν. Ο ίδιος ιστορικός, θεωρεί θεμελιωτή του μακεδονικού κράτους τον Ηρακλείδη Περδίκκα από το Άργος, απόγονο του Τήμενου, κι επιβεβαιώνει μάλιστα την ελληνικότητα των Μακεδόνων : «Έλληνας δέ ειναι τούτους τους άπό Περδίκκεω γεγονότας, κατά περ αύτοί λέγουσι, αύτός τε ούτω τυγχάνω έπιστάμενος». Ο Παυσανίας ονομάζει τον Κάρανο γενάρχη της Μακεδονικής Δυναστείας, Αργείος κι αυτός, με καταγωγή από τους Τημενίδες Ηρακλείδες. Όποιος όμως κι αν θεμελίωσε το μακεδονικό κράτος, είναι βέβαιο ότι οι Δωριείς Μακεδόνες όπως και οι άλλοι Έλληνες, επέβαλαν την κυριαρχία τους στους ντόπιους, κι επέκτειναν το κράτος τους προς το Βορρά και τη θάλασσα του Αιγαίου, μετά την εγκατάστασή τους στις Αιγές. Μετά την επέκταση αυτή, το μακεδονικό κράτος ταύτισε την τύχη του με τα άλλα ελληνικά κράτη που είχαν ιδρυθεί γύρω από τον Αιγαιοπελαγίτικο χώρο.

Η άνοδος του Φιλίππου στο θρόνο της Μακεδονίας αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία ολόκληρης της Ελλάδας. Όμηρος στη Θήβα (368-5 π.Χ.) γνώρισε τους στρατηγούς Επαμεινώνδα και Πελοπίδα, το ρήτορα Ισοκράτη και τους φιλόσοφους Αριστοτέλη και Πλάτωνα. Οργάνωσε το στρατό κι έγινε ιδρυτής του πολιτικού μεγαλείου πς Μακεδονίας, αν και παρέλαβε ένα εξασθενημένο από την ήττα κράτος. Επέβαλε τη Μακεδονία στο βαλκανικό χώρο και δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε να ηγηθεί στον ελληνικό. Θεωρείται πατέρας πς ευρωπαϊκής ιδέας, δηλαδή της ένωσης της Ευρώπης, γιατί πρώτος ένωσε όλες τις ελληνικές πόλεις κράτη. 

Από τη Μακεδονία ξεκίνησε ο Μέγας Αλέξανδρος για την αποφασιστική εκστρατεία του, όχι μόνο ως βασιλιάς των Μακεδόνων αλλά και ως αρχιστράτηγος όλων των Ελλήνων. Το μακεδονικό κράτος, αυξήθηκε σε έκταση, υποτάχτηκαν τα βαρβαρικά κράτη, άλλαξε η ζωή και η πορεία της ανθρωπότητας. Ο ίδιος και οι Μακεδόνες διάδοχοί του, καθιέρωσαν την ελληνική σαν επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας και διέδωσαν τον ελληνικό πολιτισμό. Στην αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι πολίτες, ανεξάρτητα από την καταγωγή, τη φυλή, τη γλώσσα, την εθνικότητα και τη θρησκεία, αμίλλονταν στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας καθώς και στην αφομοίωση του ελληνικού πνεύματος για να θεωρούνται μορφωμένοι

Η Μακεδονία αποτελεί το γεωγραφικό χώρο με σύνορα στο Βορρά μέχρι τη γραμμή που ορίζουν τα όρη Σκόμιο (Ρίλα Πλάνινα) -Μπαμπούνα (Γιακουπίτσα) - νότιες κλιτύς του Σκάρδου (Σαρ) - βόρειο άκρο της λίμνης Αχρίδας, στο Νότο μέχρι τον Όλυμπο και τα όρη Χάσια, στην Ανατολή μέχρι τη Ροδόπη και το Νέστο και στη Δύση μέχρι τα όρη Κάμια, Οστροβίτσα, Γράμμο, Βόρεια Πίνδο.

Βρίσκεται στο κέντρο της Βαλκανικής χερσονήσου και το ορεινό της έδαφος διασπούν πολλά λεκανοειδή κοιλώματα που σχηματίζονται από τις κοιλάδες των ποταμών ή είναι απλά λοφώδη λεκανοπέδια. Διακρίνουμε τους ποταμούς Νέστο, Στρυμόνα, Αξιό και Αλιάκμονα καθώς και τα λεκανοπέδια των λιμνών Λαγκαδά - Βόλβης, Βεγορίτιδας - Άρνισσας, Δοϊράνης, Καστοριάς και Πρεσπών - Αχρίδας. Όλες οι κοιλάδες των ποταμών έχουν κατεύθυνση από τα βορειοδυτικά προς τα νοτιοανατολικά και καταλήγουν στις ακτές του Αιγαίου Πελάγους. Έτσι, από την αρχαιότητα ακόμη, αποτελούν τη φυσική οδό όσων κατέβαιναν από το Δούναβη και την Κεντρική Ευρώπη στη Μεσόγειο. Αλλά και όσοι ακολουθούσαν κίνηση από τη Δύση προς την Ανατολή στην κατεύθυνση της Εγνατίας οδού, εύκολα μπορούσαν να διασχίσουν κάθετα τις λεκάνες των κύριων ποταμών καθώς τους διευκόλυναν οι πολλές δευτερεύουσες κοιλάδες, τα οροπέδια κι οι ορεινές διαβάσεις. οι κοιλάδες αυτές και οι διαβάσεις δημιούργησαν τις πανάρχαιες οδούς επικοινωνίας που διέσχιζαν τη Μακεδονία με κατεύθυνση άλλες προς το Δούναβη και Κεντρική Ευρώπη, άλλες προς τη Θράκη και τη Μικρά Ασία κι άλλες προς την Ήπειρο και την Αδριατική.

Οι οροσειρές της Μακεδονίας καλύπτονται από δάση κι είναι κατάσπαρτες από κατοικημένους τόπους με αραιό οδικό δίκτυο. Είναι ιδιαίτερα κατάλληλες για καταφύγια άτακτων ομάδων κι αποτελούν πρόσφορο έδαφος για τη διεξαγωγή του ανορθόδοξου πόλεμου. Από τις οροσειρές που περιβάλλουν το μακεδονικό χώρο, ξεκινούν τέσσερις ορεινοί όγκοι με αδιάσπαστη συνέχεια, οι οποίοι διαχωριζουν τις κοιλάδες των ποταμών κι έχουν παράλληλη κατεύθυνση μ' αυτές, από τα βορειοδυτικά προς τα νοτιοανατολικά. Είναι οι παρακάτω: 

Στη Δυτική Μακεδονία : Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα) - Ρουντόκα - Σούχα Γκόρα - Μπίστρα - Βίγλα - Πλακένσκα - Περιστέρι (Βαρνούς) - Βέρνο (Βίτσι) - Μουρίκι - Άσκιο (Σινιάτσικο) - Βούρινος. Επίσης, Γκολέσνιτσα - Μπαμπούνα - Ντρένσκα - Σελένσκα - Βόρας ή Νίτσε Καϊμακτσαλάν - Οσμανάκος - Βέρμιο - Πιέρια - Όλυμπος και Βόρας Μαριάνσκα - Τζένα - Πάικο.

Στην Κεντρική Μακεδονία : Οσογκόφσκα - Δυτικός Όρβηλος - Πλασκοβίτσα - Κερκίνη (Μπέλες) Κρούσια Βερτίσκος - Κερδύλια.

Στην Ανατολική Μακεδονία : Σκόμιο - Ανατολικός Όρβηλος (Πιρίν) - Αλή Μπουντούς - Καρά Νταγ (Μαύρο Βουνό) - Μενοίκιο Παγγαίο και Καρά Νταγ - Μποζ Νταγ (Φαλακρό Βουνό) -Όρη Λεκάνης.

Η Μακεδονία, χάρη στο πλούσιο συγκοινωνιακό δίκτυο στους Πεδινούς χώρους και την κεντρική και παράλια θέση της στη χερσόνησο της Βαλκανικής, δεσπόζει από πολιτική και στρατιωτική άποψη σ' ολόκληρη τη χερσόνησο. Κέντρο βάρους της πολιτικής και οικονομικής αξίας της, αποτελούσε η ενδοχώρα του Θερμαϊκού κόλπου, το λιμάνι δηλαδή της Θεσσαλονίκης. Από στρατηγική άποψη, ιδιαίτερη αξία έχουν τα υψίπεδα της Πελαγονίας και της λίμνης Βεγορίτιδας από όπου εύκολα μπορούν να προσβληθούν τόσο η ενδοχώρα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όσο και η κύρια συγκοινωνιακή αρτηρία της λεκάνης του Αξιού. Ιδιαίτερη επίσης στρατηγική, πολιτική και οικονομική αξία έχει η κοιλάδα της Στρώμνιτσας, η οποία συνδέει τις δύο βασικές κοιλάδες του Αξιού και του Στρυμόνα. Διαχωριστικό όριο του είναι οι ορεινοί όγκοι της Οσογγόφσκας, του Δυτικού Όρβηλου, του Μπέλες, των Κρουσίων και των Κερδυλίων.

Για την εξέχουσα θέση της Μακεδονίας στη Βαλκανική, συντέλεσαν και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές του εδάφους της. Το κλίμα της - μεσογειακό προς το Αιγαίο και ηπειρωτικό προς το εσωτερικό οι γόνιμες εκτάσεις στον κάτω ρου των ποταμών της, τα χλοερά λιβάδια και τα πυκνά δάση στα ορεινά εδάφη της, συνέτειναν στην ανάπτυξη τόσο γεωργίας όσο και της κτηνοτροφίας. Επίσης, είχε παραγωγή άφθονων βιοτεχνικών προϊόντων, ήταν αυτάρκης σε ξυλεία και παρουσίαζε πάντα αρκετά σημαντικό ορυκτό και θαλάσσιο πλούτο.

Ήταν αναμενόμενο λοιπόν, κάτω από τέτοιες στρατηγικές και πλουτοπαραγωγικές προϋποθέσεις, να προσελκύσει η Μακεδονία το ενδιαφέρον πολλών επιδρομέων και να περάσει πολυτάραχο ιστορικό βίο.

Πηγή κειμένου: ΤΟ ΒΗΜΑ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, Α' ΜΕΡΟΣ, ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ 

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 18, 2022

Ο Μακεδονικός Αγώνας: Μήτρα των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων

Παύλος Μελάς. Στις 13 Οκτωβρίου
 τον κύκλωσαν οι Τούρκοι στο χωριό
 Στάτιστα. Με τον ηρωικό θάνατό του
 έγινε αμέσως θρύλος που ενέπνευσε
 αμέτρητους μαχητές του Αγώνα

Ο Μακεδονικός Αγώνας, που αποτελεί ουσιαστικά την ιστορική «μήτρα» των μεγάλων νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων, δεν βρίσκεται μόνο στην καρδιά της προσπάθειας της Ελλάδας να πετύχει την εθνική της ολοκλήρωση, αλλά και στο επίκεντρο του διεθνούς Ανατολικού ζητήματος, στο οποίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχαν άμεση ή έμμεση εμπλοκή όλες οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Η μακεδονική γη ήταν πολύτιμη για τη γεωπολιτική και ειδικότερα τη γεωστρατηγική της σημασία και η κυριαρχία επ' αυτής, άμεση ή έμμεση, αποτελούσε, ευθέως ή μη, πεδίο ισχυρών εθνικών ανταγωνισμών και βλέψεων επιρροής. Λίγο πριν από την έναρξη αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, η Ελλάδα ζούσε τη μακρά περίοδο επούλωσης των μεγάλων πληγών με τις οποίες έκλεισε για τη χώρα ο 19ος αιώνας: ο Ατυχής Πόλεμος του 1897 και η κατ' ουσίαν παράλληλη υπαγωγή της χώρας στον διεθνή οικονομικό έλεγχο έφεραν από πολλές απόψεις την Ελλάδα σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Ωστόσο, αν και ο Ατυχής Πόλεμος ήταν μια από κάθε άποψη απροετοίμαστη και επιπόλαιη για τη χώρα ενέργεια, που την πλήρωσε ακριβά και που οφειλόταν αφενός σε καθαρά εσωτερικούς μικροπολιτικούς λόγους και αφετέρου σε αδυναμία στάθμισης της διεθνούς διπλωματικής και στρατιωτικής πραγματικότητας, πίσω από όλα αυτά υπήρχε ένα αληθινό, και ισχυρό, τίμιο εθνικό αλυτρωτικό αίτημα. Αίτημα που με τον Μακεδονικό Αγώνα και τα γεγονότα στη Θράκη καλλιεργήθηκε, έβγαλε γερές ρίζες και προετοίμασε το έδαφος για τους πολέμους του Ελευθέριου Βενιζέλου οι οποίοι διπλασίασαν τελικά την Ελλάδα.

Η Ελλάδα από το 1830 και έπειτα μεγάλωνε σταδιακά μέσα στον 19ο αιώνα και ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1860 είχε πια ενσωματώσει και τα Ιόνια νησιά στον εθνικό κορμό, ως δώρο της Μεγάλης Βρετανίας για την ανάδειξη του βασιλέως Γεωργίου στον ελληνικό θρόνο μετά την αποχώρηση του Όθωνα. Είχε όμως πολλές ανοιχτές εθνικές πληγές. Μεγάλοι ελληνικοί πληθυσμοί που είχαν διακαή πόθο να ενωθούν με την πατρίδα ζούσαν ακόμη υπό τον οθωμανικό ζυγό, στην κρήτη, στη Μακεδονία, στη Βόρεια Ήπειρο, στην Κύπρο κ.α. Συνεπώς οι εθνικοί αγώνες δεν ήταν μια υπόθεση κάποιων πολιτικών ή στρατιωτικών παραγόντων οι οποίοι τους σχεδίαζαν εν κενώ σε κλειστά επιτελικά δωμάτια για τους όποιους δικούς τους λόγους, αλλά η αδήριτη ανάγκη πληθυσμών ολόκληρων που πάλλονταν με το αίτημα απαλλαγής τους από τον ξένο ζυγό τόσων και εκείνο της ένωσής τους με την Ελλάδα. Με αυτές τις ανοιχτές πληγές η Ελλάδα εισήλθε στον 20ο αιώνα. 

Όλες αυτές οι φωτιές σιγοκαίνε στο γύρισμα της νέας εποχής, αλλού με μεγαλύτερη και αλλού με μικρότερη ένταση. Από την αρχή της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, δυναμικές ενέργειες υπέρ των αλύτρωτων Ελλήνων εκδηλώνονται σε διάφορα γεωγραφικά σημεία όμορα με την τότε επίσημη ελληνική επικράτεια. Τα χρονικά όρια αυτών των εξελίξεων σε ορισμένες περιπτώσεις βαδίζουν, κατά κάποιο τρόπο και ώς ένα βαθμό, παράλληλα: όπως είναι φυσικό, τα νέα για τους εθνικούς αγώνες σε ένα μέτωπο τροφοδοτούν τις εξελίξεις σε άλλο, ενώ πυκνά είναι και τα περιστατικά στα οποία μαχητές από άλλα μέρη της Ελλάδας πηγαίνουν για να παλέψουν εκεί όπου υπάρχει η πιο μεγάλη ανάγκη• όχι αναγκαστικά οργανωμένοι από το ελληνικό κράτος, αλλά ενίοτε και με υψηλό βαθμό δικής τους πρωτοβουλίας - χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των κρητών μαχητών στον Μακεδονικό Αγώνα, καθώς κρήτες εθελοντές απαρτίζουν το πρώτο σώμα που πέρασε από τα ελληνοτουρκικά σύνορα για να συνδράμει τον εθνικό αγώνα στη Μακεδονία. Αντίθετα, η ίδια η Ελλάδα και πολλοί από τους θεσμούς της πολλές φορές, ιδίως στα πρώιμα στάδια, απογοητεύουν τα εθνικά αιτήματα ενσωμάτωσης: είναι επίσης ιδιαίτερα χαρακτηριστική η πολύ μεγάλη προσπάθεια που είχε καταβάλει η ελληνική κυβέρνηση στο γύρισμα του αιώνα να πείσει το διοικητικό συμβούλιο της Εθνικής Τράπεζας να χρηματοδοτήσει κρυφά τον αγώνα στην Κρήτη, προσπάθεια που εν πολλοίς κατέληξε άκαρπη καθώς το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας προέβαλε σθεναρές αντιστάσεις...

Ο Ατυχής Πόλεμος του 1897, λοιπόν, διέγραψε έναν πολύ μεγάλο, δωδεκαετή κύκλο ώσπου να καταλήξει, με όλες του τις επιπτώσεις, στο 1909, όταν η Επανάσταση στο Γουδί έφερε στην Αθήνα τον Ελευθέριο Βενιζέλο και του ανέθεσε την εξουσία, για να οδηγήσει σε εκλογές το 1910. Από αυτές τις εκλογές ξεκίνησαν η ριζική μεταπολίτευση, η αλλαγή πλεύσης και η περίοδος «εκτίναξης» της Ελλάδας. Σε αυτό τον κύκλο της Ιστορίας, ο αγώνας των Κρητών για ένωση με την Ελλάδα, στον οποίο ο Βενιζέλος υπήρξε πρωταγωνιστής, δεν ήταν ο μόνος• ο άλλος μεγάλος αγώνας, ο Μακεδονικός, έλαβε χώρα από τον Ιούνιο - Ιούλιο του 1903 έως και τον Αύγουστο του 1909 και τον ερχομό του Βενιζέλου στην Αθήνα, όταν η νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε ήταν πλέον σαφής και έφερε ένα κύριο χαρακτηριστικό: όλοι αυτοί οι αγώνες θα γίνονταν πλέον επί της ουσίας η κεντρική πολιτική του ελληνικού κράτους, το οποίο, από την πρώτη κιόλας ημέρα ανάληψης της εξουσίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προετοιμάζεται με όλες του τις δυνάμεις ακριβώς για να φέρει εις πέρας την εθνική ολοκλήρωση σε όλα της σχεδόν τα μέτωπα. Η στρατιωτική και διπλωματική κατεύθυνση της Ελλάδας αλλάζει ριζικά και ευθυγραμμίζεται δυναμικά και συστηματικά με εκείνη της Δύσης, της Γαλλίας και της Αγγλίας, μέσα σε συνθήκες πυρετώδους πολεμικής προετοιμασίας της χώρας με τη βοήθεια των μεγάλων δυτικών δυνάμεων και με τελική κατάληξη τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913. Έτσι, στην ουσία, ο Μακεδονικός Αγώνας, έστω και εκ του αποτελέσματος, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η επίμονη προετοιμασία αυτών των πολέμων, η περίοδος κατά την οποία η Ελλάδα θέτει για πρώτη φορά σε έμπρακτη εφαρμογή το μεγάλο αίτημα εθνικής ολοκλήρωσης με διαφορετικό τρόπο από εκείνο του 1897, που οδήγησε στην καταστροφή και προτού ακόμη η χώρα ανασυνταχθεί με την αποτελεσματικότητα που πέτυχε ο Βενιζέλος λίγα χρόνια αργότερα, φέρνοντας την τελική νίκη.


Το ξεκίνημα του Μακεδονικού Αγώνα στις 13 Ιουνίου 1903 είχε όμως μία ακόμη ιδιαιτερότητα: αφού είχε γίνει πια φανερό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα βρισκόταν κάποια στιγμή αντιμέτωπη με τους τριγμούς της διάλυσης κατά τη διαδικασία επίλυσης του Ανατολικού ζητήματος, ένας άλλος κίνδυνος είχε αναδυθεί ως ο πλέον σοβαρός για την τύχη της Μακεδονίας και των ελληνικών πληθυσμών της, και αυτός ήταν η επίμονη και βίαιη προσπάθεια των Βουλγάρων να την καταλάβουν και να βγουν μέσα από τη Μακεδονία στο Αιγαίο, έχοντας στήριξη από διάφορες χώρες με κοινά συμφέροντα. Ως εκ τούτου o Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε κατά κάποιο τρόπο διμέτωπος: τόσο κατά των κυρίαρχων Οθωμανών όσο, κυρίως, κατά των Βουλγάρων, που ήθελαν να καταλάβουν τη θέση τους όταν εκείνοι θα έχαναν την κυριαρχία. Άλλωστε σε πολλές περιοχές η αδύναμη αλυσίδα διοίκησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε de facto δώσει από καιρό τη θέση της σε μορφώματα άτυπης τοπικής βουλγαρικής διοίκησης, ενώ η εγγύτητα της Βουλγαρίας στην περιοχή ήταν ένας παράγοντας που ευνοούσε αποφασιστικά τις δράσεις των βουλγάρων κομιτατζήδων, κάτι που συχνά υποστηριζόταν και από την πολυεθνική σύνθεση των κατοίκων πολλών περιοχών. Παράλληλα, ένας άλλος παράγοντας στήριξης για τον Μακεδονικό Αγώνα ήταν, ιδίως κατά την προετοιμασία του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο - συνέβαλε αποφασιστικά στην ενίσχυση της ελληνικότητας της περιοχής με τη συστηματική αποστολή ιερωμένων και δασκάλων, και γι' αυτό ακριβώς οι Βούλγαροι στράφηκαν εναντίον τους αμέσως και με φοβερή αγριότητα. Άλλωστε, αν και οι εχθροπραξίες άρχισαν στις αρχές του 20ού αιώνα, η μάχη των συνειδήσεων είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1870. 

Οι ήρωες του Μακεδονικού Αγώνα είναι αμέτρητοι. Από τον Καπετάν Στρεμπενιώτη, τον Καπετάν Κώττα, την Περιστέρα Κράκα ώς την εμβληματική μορφή του Αγώνα, τον Παύλο Μελά, τα παραδείγματα ηρωισμού είναι αξεπέραστα. Το Σώμα του Ανθυπολοχαγού Πυροβολικού Γεώργιου Τσόντου (Βάρδα) είχε συγκροτηθεί από τις αρχές του 1903 προκειμένου να συνδράμει στρατιωτικά τον ήρωα Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, ο οποίος υπήρξε κορυφαία μορφή έμπνευσης, οργάνωσης και ανάφλεξης του Αγώνα. Επίσης, ο μεγάλος Έλληνας και πνευματικός άνθρωπος Ίων Δραγούμης, ως πρόξενος στο Μοναστήρι, στις Σέρρες και αλλού στη Μακεδονία και στη Θράκη, συνέβαλε τα μέγιστα στον Αγώνα, όπως αντίστοιχα και ο άλλος μεγάλος Έλληνας Λάμπρος Κορομηλάς ως πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη συνένωση και ενεργοποίηση των δυνάμεων του Αγώνα. Μορφές κυριολεκτικά μυθικού πνευματικού διαμετρήματος και αγωνιστικού εθνικού φρονήματος, που η προσφορά τους στην πατρίδα δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί. Ένας από αυτούς ήταν φυσικά και ο Παύλος Μελάς, ο οποίος με το επιχειρησιακό όνομα Μίκης Ζέζας πέρασε τα σύνορα επικεφαλής Κρητών, Μακεδόνων και Σπαρτιατών πολεμιστών στις 28 Αυγούστου 1904 για να πολεμήσει κατά των Βουλγάρων, ορισμένος από την «καρδιά» του Αγώνα, το Μακεδονικό Κομιτάτο της Αθήνας, ως αρχηγός όλων των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων της Δυτικής Μακεδονίας στην περιοχή Μοναστηρίου - Καστοριάς. Στις 13 Οκτωβρίου τον κύκλωσαν οι Τούρκοι στο χωριό Στάτιστα. Με τον ηρωικό θάνατό του έγινε αμέσως θρύλος που ενέπνευσε αμέτρητους μαχητές του Αγώνα, όπως και εκείνος του άλλου ήρωα, του Τέλλου Άγρα, o οποίος πέθανε με φρικτά βασανιστήρια. Αγνοί αγωνιστές, πέθαιναν νέοι και υπερήφανοι για τα ιδανικά.

Ο Μακεδονικός Αγώνας εξελίσσεται με σημαντικές ελληνικές νίκες από το 1906 και μετά. Αλλά τον Νοέμβριο του 1908 η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνταράσσεται πια από τα δικά της ανοιχτά εσωτερικά ζητήματα νομής της εξουσίας: η επανάσταση των Νεοτούρκων, που επαγγέλλεται ισονομία και ισοπολιτεία, αναγκάζει τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ να χορηγήσει γενική αμνηστία. Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν στην απόφαση τερματισμού του Μακεδονικού Αγώνα, καθώς η αναμονή για ένα νέο καθεστώς στην κυρίαρχη δύναμη είχε δημιουργήσει στις αντιμαχόμενες πλευρές την ψευδαίσθηση ότι το ζήτημα θα λυθεί πλέον με διαφορετικό τρόπο από τους Νεοτούρκους. Οι ελπίδες γρήγορα διαψεύδονται και έτσι η Ελλάδα εισήλθε από το 1910 στην τελική ευθεία της διπλωματικής και στρατιωτικής προπαρασκευής για τους μεγάλους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους, με τον Βενιζέλο να έχει φθάσει πια στην Αθήνα την επαύριον της αναστολής του Μακεδονικού Αγώνα, έχοντας πίσω του τους άλλους του αγώνες, εκείνους στο Θέρισο της Κρήτης. Ο Μακεδονικός Αγώνας είχε ήδη προετοιμάσει πολλαπλά και με επιτυχία το έδαφος για όλα όσα ακολούθησαν στη μεγάλη προσπάθεια της Ελλάδας να απελευθερώσει αρχέγονους ελληνικούς πληθυσμούς και περιοχές με κρίσιμη, ευρύτερη γεωστρατηγική σημασία, όπου η ελληνική γλώσσα ακουγόταν αδιάλειπτα επί χιλιάδες χρόνια. Ταυτόχρονα, οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις, η Γαλλία και η Αγγλία, έβλεπαν στον Βενιζέλο και στην Ελλάδα σημαντικό μέρος της λύσης του Ανατολικού ζητήματος, γεγονός που επέδρασε ως καταλύτης αλλά και ως ικανή και αναγκαία συνθήκη για όσα ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια.


Πηγή κειμένου: ΤΟ ΒΗΜΑ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, Α' ΜΕΡΟΣ, ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ 


Σάββατο, Σεπτεμβρίου 17, 2022

Η γερμανική επίθεση στη Δυτική Θράκη

Πορτρέτο του διοικητή
του Εχίνου, ταγματάρχη
Δρακούση

Εξαιτίας του πεδινού περιβάλλοντος της Δυτικής Θράκης, το ελληνικό Γενικό Επιτελείο γνώριζε ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο ο στρατός να την υπερασπιστεί στην περίπτωση που μεγάλες δυνάμεις εισέβαλλαν στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία. Για το λόγο αυτό η περιοχή είχε επανδρωθεί μόνο με δύο ταξιαρχίες πεζικού, την Ταξιαρχία Νέστου με έδρα διοίκησης την Ξάνθη και την Ταξιαρχία Έβρου με έδρα το Σουφλί. Καθώς δεν υπήρχε καν η ψευδαίσθηση ότι οι μικρές αυτές δυνάμεις θα μπορούσαν να νικήσουν μεγάλους εχθρικούς σχηματισμούς, ως αποστολή τους ορίστηκε η επιβράδυνση των εχθρικών τμημάτων που θα προωθούνταν στο κυρίως μέτωπο της Ανατολικής Μακεδονίας. Οταν οι δύο ταξιαρχίες δεν θα μπορούσαν πλέον να συγκρατήσουν τον εχθρό, η Ταξιαρχία Νέστου θα διερχόταν τον ποταμό Νέστο από τα δυτικά προκειμένου να ενωθεί με της δυνάμεις του ΤΣΑΜ. Από την άλλη πλευρά της Θράκης, οι άνδρες της Ταξιαρχίας Εβρου θα περνούσαν μέσω του ποταμού Εβρου στην Ανατολική Θράκη, όπου θα παραδίδονταν στους Τούρκους.

Στη Θράκη είχαν ανεγερθεί δύο οχυρά, ο Εχίνος στον τομέα της Ταξιαρχίας Νέστου και η Νυμφαία στον τομέα της Ταξιαρχίας Εβρου. Η άμυνα των δύο αυτών οχυρών ήταν κατώτερη σε σχέση με τα υπόλοιπα οχυρά της «Γραμμής Μεταξά». Επιπλέον, η θέση των οχυρών ήταν τέτοια που παρείχε τη δυνατότητα στον εχθρό να τα περικυκλώσει αμέσως και να τα αποκόψει από τα μετόπισθεν. Η αποστολή των φρουρών τους ήταν να καθυστερήσουν την εχθρική προέλαση στο βαθμό που αυτό ήταν δυνατόν και στη συνέχεια, όταν πλέον κάθε αντίσταση θα ήταν αδύνατη, να προσπαθήσουν να υποχωρήσουν. Ομως, n σύμπτυξη των φρουρών του Εχίνου και της Νυμφαίας δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση, αφού θα βρίσκονταν περικυκλωμένες από εχθρικές ισχυρές δυνάμεις.

Το οχυρό Εχίνος βρισκόταν στο βορειοανατολικό αντέρεισμα του ομώνυμου υψώματος με υψόμετρο 780 μ. Αποτελείτο από το βασικό συγκρότημα που ήταν στο ψηλότερο σημείο της κορυφής και κάποια άλλα συγκροτήματα έργων. Η φρουρά αποτελείτο συνολικά από 26 αξιωματικούς και 806 στρατιώτες. Η αποστολή τους ήταν να παρεμποδίσουν τη διέλευση εχθρικών δυνάμεων στην οδό Πασμάκη-Εχίνος-Ξάνθη. Το οχυρό Νυμφαία είχε κατασκευαστεί στο ύψωμα 510 σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων από το ομώνυμο χωριό και 15 χλμ. από την Κομοτηνή. Το οχυρό αποτελούνταν από τρία στεγανά συγκροτήματα και επτά μεμονωμένα πολυβολεία. Τη φρουρά αποτελούσαν 14 αξιωματικοί και 464 στρατιώτες, αποστολή των οποίων ήταν να παρεμποδίσουν τον εχθρό να χρησιμοποιήσει την οδό Κίρτσαλη - Νυμφαία-Κομοτηνή.

Η άμυνα της Θράκης ήταν λοιπόν εξαιρετικά ευάλωτη, ενώ n γερμανική δύναμη που εισέβαλε στη Δυτική Θράκη ήταν τεράστια και δυσανάλογα ισχυρή σε σχέση με την ελληνική. Απέναντι στις δύο ταξιαρχίες και τις φρουρές των δύο οχυρών, οι Γερμανοί παρέταξαν το 30ό Σώμα Στρατού που αποτελείτο από δύο μεραρχίες πεζικού, την 50ή και την 164η. Το γερμανικό Γενικό Επιτελείο είχε σχεδιάσει με τέτοιο τρόπο τις επιχειρήσεις στη Θράκη, ώστε η δύναμη αυτή να μπορούσε στη συνέχεια να εισβάλει στην Ανατολική Μακεδονία από ανατολικά. Πρώτα όμως θα έπρεπε να εξουδετερωθούν οι δυνάμεις στη Δυτική Θράκη και να εξασφαλιστεί ο έλεγχος της περιοχής. Οι Γερμανοί ασφαλώς και γνώριζαν ότι η Δυτική Θράκη δεν είχε οχυρωθεί και διέθετε μόνο μερικές αδύναμες μονάδες. Από την άποψη αυτή, ο αριθμός των στρατευμάτων που έστειλαν οι Γερμανοί στη Θράκη φαντάζει υπερβολικά μεγάλος και ίσως ερμηνεύεται και με πολιτικά κριτήρια. Οι Γερμανοί μάλλον ήθελαν να κλείσουν το μέτωπο στη Θράκη ταχύτατα διότι τυχόν συνεχιζόμενη εμπλοκή τους εκεί θα μπορούσε να τους δημιουργήσει προβλήματα με τους Τούρκους.


Επίθεση στη Δυτική Θράκη

Στις 05:20 της 6ης Απριλίου 1941 ξεκίνησε η εισβολή στη Θράκη. Το 30ό Σώμα Στρατού με τις δύο μεραρχίες πεζικού, την 164η και την 50ή, επιτέθηκε στη Δυτική Θράκη μέσω δύο παράλληλων συγκοινωνιακών αξόνων με αφετηρία το έδαφος της Βουλγαρίας. Ο δυτικός άξονας, όπου έδρασε η 164η Μεραρχία, ακολουθούσε το δρόμο Φιλιππούπολης-Ξάνθης και στόχος της ήταν η κατάληψη της τελευταίας. Τομέας δράσης της 50ης Μεραρχίας ήταν ο δρόμος από τη Βουλγαρία στην Κομοτηνή με βασικούς στόχους την Κομοτηνή και την Αλεξανδρούπολη. Μετά την κατάληψη των δύο αυτών πόλεων, η 50ή Μεραρχία θα κινούνταν δυτικά με στόχο την Καβάλα. Στον ανατολικό αυτό άξονα της γερμανικής εισβολής στη Θράκη, το μόνο σημαντικό εμπόδιο αποτελούσε το οχυρό Νυμφαία. Η Ταξιαρχία Εβρου, που βρισκόταν στον τομέα δράσης της 50ης Μεραρχίας, είχε μειωμένο αριθμό στρατιωτών και ελάχιστα μέσα ώστε να θεωρείται σοβαρή απειλή γι' αυτήν.

Η 50ή Μεραρχία επιτέθηκε στον ανατολικότερο τομέα της Δυτικής Θράκης σε τρεις φάλαγγες. Οι άνδρες στην αριστερή φάλαγγα απώθησαν γρήγορα την Ταξιαρχία Εβρου και έφθασαν μέσα σε λίγες ώρες στην Κομοτηνή, την οποία και κατέλαβαν. Παρά τη μειονεκτική θέση της, η ελληνική ταξιαρχία προσπάθησε να παρεμποδίσει την περαιτέρω προώθηση των Γερμανών μετά την Κομοτηνή αλλά δέχτηκε ισχυρή πίεση. Κινδυνεύοντας να περικυκλωθεί από τους αριθμητικά υπέρτερους Γερμανούς, πέρασε αναγκαστικά τον Έβρο και μπήκε στην Ανατολική Θράκη. Οι Τούρκοι συνέλαβαν και αφόπλισαν τους 100 αξιωματικούς και τους 2.000 στρατιώτες της. Ο διοικητής της ταξιαρχίας έφεδρος υποστράτηγος Ζήσης, μη αντέχοντας την ντροπή εξαιτίας της παράδοσης των όπλων στους Τούρκους, στις 9 Απριλίου 1941 αυτοκτόνησε στο χωριό Ύψαλα της Ανατολικής Θράκης.

Από την 50ή Μεραρχία, τη δυσκολότερη αποστολή ανέλαβαν οι άντρες στην κεντρική φάλαγγα που αντιμετώπισαν τη φρουρά του οχυρού Νυμφαία. Μόλις οι Γερμανοί πλησίασαν το οχυρό, οι Ελληνες υπερασπιστές τούς καθήλωσαν με τα πυρά τους. Οι Γερμανοί δεν είχαν μαζί τους πυροβόλα καθώς οι δρόμοι και οι γέφυρες στην ευρύτερη περιοχή είχαν καταστραφεί από το ελληνικό Μηχανικό. Μέχρι να αφιχθεί το πυροβολικό τους μπροστά στο οχυρό Νυμφαία, πραγματοποιούσαν εφόδους με πεζοπόρα τμήματα υπό την κάλυψη εναέριων βομβαρδισμών από στούκας. Μέχρι και το πρωί της 7ης Απριλίου η φρουρά του Νυμφαία είχε αποκρούσει 4 γερμανικές εφόδους, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους επιτιθεμένους. Ομως, εκείνη την ημέρα οι γερμανικές δυνάμεις που πολιορκούσαν το οχυρό Νυμφαία ενισχύθηκαν με πυροβολαρχίες και έτσι ξεκίνησε μαζικός βομβαρδισμός του οχυρού με αντιαρματικά και αντιαεροπορικά πυροβόλα. Στις 18:00 τμήματα σκαπανέων εφόδου μπόρεσαν να καταλάβουν την κορυφή του οχυρού. Αφού κατέστρεψαν με εκρηκτικά τα πολυβολεία του οχυρού, έριξαν καπνογόνα στο εσωτερικό του. Ο διοικητής του οχυρού, ταγματάρχης Αναγνώστου, αναγκάστηκε να το παραδώσει στους Γερμανούς στις 23:50 της 7ης Απριλίου.

Εναντίον του Εχίνου επιτέθηκε το ενισχυμένο 2ο Τάγμα του 382ου Συντάγματος. Οπως και με τη Νυμφαία έτσι και στον Εχίνο οι Γερμανοί δεν είχαν αρχικά μαζί τους πυροβολικό, λόγω της καταστροφής των δρόμων από το ελληνικό Μηχανικό. Αλλες γερμανικές δυνάμεις της 164ης Μεραρχίας παρέκαμψαν τον Εχίνο και κατέλαβαν την Ξάνθη στις 7 Απριλίου δίχως να συναντήσουν αντίσταση. Στο μεταξύ, οι υπόλοιποι στρατιώτες του 382ου Συντάγματος βρίσκονταν γύρω από τον Εχίνο. οι υπερασπιστές του οχυρού, αν και περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς, δεν έχασαν το θάρρος τους και άνοιγαν πυρ στον εχθρό από οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν εμφανιζόταν. Στις 7 Απριλίου, το 30 Τάγμα του 382ου Συντάγματος έφτασε και αυτό στον Εχίνο προκειμένου να ενισχύσει τις γερμανικές δυνάμεις που βρίσκονταν ήδη εκεί. Ο διοικητής του συγκεκριμένου τάγματος, ταγματάρχης Fett, ανέλαβε επικεφαλής των επιχειρήσεων εναντίον του Εχίνου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας κατέφθασαν και οι γερμανικές πυροβολαρχίες. Οι ισχυρές αυτές δυνάμεις πήραν θέσεις εξόρμησης στους βόρειους πρόποδες του υψώματος του οχυρού Εχίνος. Κατόπιν σκληρής μάχης, στις 8 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το συγκρότημα «Μ» του Εχίνου και να συλλάβουν 60 Ελληνες στρατιώτες. Στη συνέχεια, οι Γερμανοί ξεκίνησαν από εκεί στο συγκρότημα «Αναρρωτηρίου». Σκαπανείς εφόδου έφτασαν δίπλα στα φατνώματα αυτού του συγκροτήματος και άρχισαν να πετάνε καπνογόνα. Ομως, οι υπερασπιστές του συγκεκριμένου συγκροτήματος κατάφεραν να διαφύγουν χρησιμοποιώντας τις εξωτερικές τάφρους επικοινωνίας και να φτάσουν στο κεντρικό συγκρότημα του Εχίνου. Ετσι, τη νύχτα της 8ης προς 9η Απριλίου τα συγκροτήματα «Μ» και «Αναρρωτηρίου» είχαν καταληφθεί από τους Γερμανούς, οι οποίοι είχαν επίσης καταστρέψει όλα τα πολυβολεία του κεντρικού συγκροτήματος του οχυρού. Ο διοικητής του Εχίνου, ταγματάρχης Δρακούσης, κατόπιν σύσκεψης με τους άλλους αξιωματικούς του οχυρού, αποφάσισε να προχωρήσει στην εκκένωση της φρουράς του σύμφωνα με το σχέδιο άμυνας. Στις 03:00 της 9ης Απριλίου, οι 18 αξιωματικοί και οι 550 στρατιώτες διέφυγαν από το οχυρό δίχως οι Γερμανοί να αντιληφθούν το παραμικρό. Η φρουρά προωθήθηκε προς το χωριό Κένταυρος με σκοπό να φτάσει μέχρι την Ξάνθη, όμως στον Κένταυρο ο Δρακούσης πληροφορήθηκε ότι n Ξάνθη και n Κομοτηνή είχαν ήδη καταληφθεί από τους Γερμανούς. Οι άντρες του Εχίνου βρίσκονταν περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς και δεν είχαν οδό διαφυγής. Ετσι, το μεσημέρι της 9ης Απριλίου, παραδόθηκαν στους Γερμανούς, οι οποίοι τους μετέφεραν στο χωριό του Εχίνου και στη συνέχεια στην Ξάνθη.

Ενώ ο Εχίνος αντιστεκόταν ακόμη μεταξύ 6ης και 7ης Απριλίου, n Ταξιαρχία Νέστου δεν μπόρεσε να υπερασπιστεί την Ξάνθη γιατί είχε εμπλακεί σε σκληρό αγώνα με το 440ό Σύνταγμα της 164ης Μεραρχίας. Η αριθμητική υπεροχή των Γερμανών άρχισε να ασκεί μεγάλη πίεση στην ελληνική ταξιαρχία και έτσι ξεκίνησε n σύμπτυξή της προς τον Νέστο με βάση το σχέδιο άμυνας. Μόλις όλοι οι άντρες της ταξιαρχίας πέρασαν πάνω από τη γέφυρα της Σταυρούπολης, Έλληνες μηχανικοί την ανατίναξαν, ενώ n γερμανική εμπροσθοφυλακή βρισκόταν 200 μέτρα μακριά της. Η ανατίναξη της γέφυρας έγινε κυριολεκτικά μπροστά στους Γερμανούς στρατιώτες του 440ου Συντάγματος που έτρεχαν να την καταλάβουν ανέπαφη. Αμέσως μετά οι Ελληνες επάνδρωσαν τις θέσεις μάχης στη δυτική όχθη του Νέστου και άνοιξαν πυρ εναντίον των Γερμανών στην ανατολική όχθη του ποταμού. οι Γερμανοί καθηλώθηκαν από τα ελληνικά πυρά και καθώς τα νερά του Νέστου σε εκείνο το σημείο ήταν ορμητικά, δεν κατόρθωσαν να χρησιμοποιήσουν τα πλωτά τους μέσα για να περάσουν απέναντι. Μετά την κατάληψη του οχυρού Νυμφαίας, στις 7 Απριλίου, και οι δυνάμεις της 50ής Μεραρχίας προωθήθηκαν στην ανατολική όχθη του Νέστου. Οι συγκεκριμένες δυνάμεις έφτασαν στους Τοξότες, απ' όπου βομβάρδισαν με το πυροβολικό τους την περιοχή Παραδείσου στη δυτική όχθη του Νέστου. Οι Γερμανοί θεώρησαν ότι ο βομβαρδισμός αυτός εξουδετέρωσε τους άντρες της Ταξιαρχίας Νέστου σ' εκείνο το σημείο της όχθης και έτσι προσπάθησαν να φτάσουν ως εκεί με λέμβους. Ομως, η Ταξιαρχία Νέστου πήρε θέση ακριβώς απέναντι από το σημείο το οποίο προσέγγιζαν οι γερμανικές λέμβοι. Καθώς αυτές έφταναν στη δυτική όχθη του Νέστου, οι Ελληνες άνοιξαν πυρ με τα πολυβόλα τους. Το αποτέλεσμα ήταν να καταστραφούν οι πρώτες πέντε λέμβους των Γερμανών, οι οποίοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Το πρωί της 10ης Απριλίου 1941 οι άντρες της Ταξιαρχίας Νέστου πληροφορήθηκαν τη συνθηκολόγηση. Πολλοί από αυτούς προσπάθησαν να διαφύγουν στα νησιά του Βορείου Αιγαίου μέσω της Κεραμωτής. Οι Γερμανοί συνέλαβαν πολλούς από αυτούς όταν κατέλαβαν τα νησιά και λίγοι κατάφεραν να διαφύγουν στην Τουρκία και από εκεί στη Μέση Ανατολή. Το απόγευμα της 10ης Απριλίου 1941 οι Γερμανοί διάβηκαν τον Νέστο και κατέλαβαν τη δυτική του όχθη δίχως να συναντήσουν αντίσταση.

Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Η Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα 

Η ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ 9ος - 12ος αιώνας

Οι προσπάθειες ειδικών όπως οι Τζ. Καβάλο, X. Χούνγκερ, Z. Ιριγκουέν, Π. Μορώ, Α. Βαρτέλ και πολλών άλλων, επιτρέπουν την κατάρτιση ενός καταλόγου - που εδώ δεν είναι εξαντλητικός - των χειρογράφων αρχαίων έργων που αντιγράφηκαν στο Βυζάντιο από τον 9ο ως τις αρχές του 13ου. Οι πληροφορίες που ακολουθούν θα παράσχουν κάποιες ενδείξεις στον αναγνώστη που ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα.

Σαν κεντρικό στοιχείο της διδασκαλίας στα σχολεία, ο Όμηρος ήταν πολύ διαδεδομένος ακόμη και αν δεν διαθέτουμε πολλούς μάρτυρες. Ένα χειρόγραφο του 10ου αιώνα που σώζεται στην Βενετία, θεωρείται το καλύτερο κείμενο της Ιλιάδας. Πάλι στον 10ο αιώνα μπορούμε να αναφέρουμε το Laur. 31, 15 (D). Το 1059 (;) αντιγράφηκε ένα άλλο χειρόγραφο, το οποίο σώζεται στο Βρετανικό Μουσείο (Cod. Burn.86 (Τ). Από τον 11ο αιώνα σώζονται πολυάριθμα αντίγραφα. Τέλος, στο Βατικανό φυλάσσεται ένα χειρόγραφο που αποδίδεται στον Ιωαννίκιο, το οποίο περιέχει το κείμενο της Ιλιάδας (Vat. Gr. 1319). Η Οδύσσεια περιέχεται σε χειρόγραφα του 10ου και του 11ου αιώνα. Ο μικρός αριθμός τους οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι είχαν προχωρήσει, όπως και με την Αινειάδα στη Δύση, σε μία επιλογή χωρίων κατάλληλων για την διδασκαλία, και ότι είχαν παραλείψει την μελέτη του υπόλοιπου κειμένου. Το Έργα και Ημέραι του Ησιόδου αντιγράφηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 10ου ή στον 11ο αιώνα.Τον 12ο αιώνα ακολούθησαν και άλλα αντίγραφα καθώς και μεταγραφές της Θεογονίας.

Χριστός εν δόξει (Κωνσταντινούπολη,
τέλη 11ου αιώνα) νωπογραφία Αψίδα
 της βασιλικής του Σαντ' Άντζελο
στο Φόρμις, Κάπουα, Ιταλία.

Η παράδοση των κειμένων του Αριστοτέλη αποτέλεσε αντικείμενο αντιγραφής από τα μέσα του 9ου αιώνα και συγκεκριμένα με τον «Αριστοτέλη της Βιέννης» ( Vind. Phil. Gr. 100 J), που περιλαμβάνει πολλές μελέτες φυσικής και το Μετά τα Φυσικα. Το 954, ο μοναχός Εφραίμ αντέγραψε το Όργανον μαζί με την εισαγωγή του Πορφύριου, ενώ το εργαστήριό του παρήγαγε και ένα δεύτερο αντίγραφο. Άλλα χειρόγραφα προέρχονται από τον 9ο ως τον 10ο αιώνα, ή από τα μέσα του 10ου αιώνα.Το Μετά τα Φυσικά περιέχεται στο Paris.gr. 1853 (E) των αρχών του 10ου αιώνα.

Ανάμεσα στα αντίγραφα του 11ου αιώνα μπορούμε να αναφέρουμε το Όργανον που συνοδεύεται από την Εισαγωγή του Πορφύριου και από σημειώσεις στο περιθώριο που αποδίδονται στον Φιλόπονο. Στους αιώνες που ακολούθησαν, η αντιγραφή και ο σχολιασμός των έργων του Αριστοτέλη συνεχίσθηκαν. Για παράδειγμα, στον 12ο αιώνα χρονολογούνται ένα αντίγραφο του 4ου Βιβλίου του έργου Φυσικά και ένα του Μετά τα Φυσικά.

Αντίθετα, όλα τα αντίγραφα του έργου Πολιτικά χρονολογούνται στον 15ο και 16ο αιώνα, με την σημαντική εξαίρεση του Vat.gr. 1298 που έχει αντιγραφεί στον 10ο αιώνα. Ωστόσο, τον ενδιαφέρον των Βυζαντινών για τις ιδέες του Αριστοτέλη για την πολιτική ήταν πραγματικό και διαφαίνεται εξ ίσου στα αντίγραφα και στις μελέτες του έργου Ηθικά Νικομάχεια, ενώ τα δύο έργα Πολιτικά και Ηθικά εθεωρούντο σαν η θεωρητική και η πρακτική εκδοχή του ίδιου θέματος. Ο αριθμός των αντιγράφων του Πολιτικά τοποθετεί αυτό το κείμενο στο ίδιο επίπεδο με το Ποιητική (40 αντίγραφα) και με την μελέτη Περί Ουρανού (60 αντίγραφα).

Επίσης τα κείμενα του Πλάτωνα αντιγράφηκαν πολύ νωρίς. Τα αρχαιότερα αντίγραφα ανήκουν στα τέλη του 9ου αιώνα. Πρόκειται για το Bodl. Clarkianus 39 (Β) που χρονολογείται στα 895 και αντιγράφηκε από τον Ιωάννη Καλλιγράφο για τον επίσκοπο Αρέθα. Αυτό το χειρόγραφο είναι ο πρώτος τόμος των απάντων του Πλάτωνα. Στο δεύτερο τέταρτο ή στο πρώτο τρίτο του 10ου αιώνα αντιγράφηκε το Vat. Gr. 1 (Ο). Αυτό πρέπει να ήταν, σύμφωνα με την ανάλυση του Z. Ιριγκουέν, ο δεύτερος τόμος της έκδοσης που είχε παραγγείλει ο Αρέθας. Πριν από αυτό, στα τέλη του 9ου αιώνα πρέπει να αντιγράφηκε το Paris. Gr. 1807 [Α], το οποίο περιέχει μεταξύ άλλων την Πολιτεία, τον Τίμαιο και τους Νόμους. Αυτό το πολυτελές χειρόγραφο είναι ο δεύτερος τόμος μίας πλήρους έκδοσης του έργου του Πλάτωνα που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στο δεύτερο ήμισυ του 9ου αιώνα. Ανήκει στην «φιλοσοφική συλλογή» μία ονομασία που δόθηκε σε δέκα πέντε περίπου χειρόγραφα που μάλλον ανήκαν στην βιβλιοθήκη ενός άγνωστου σοφού, για τον οποίο ο Z. Ιριγκουέν υποθέτει ότι ήταν ο ίδιος ο Φώτιος. Τα χειρόγραφα αυτής της «φιλοσοφικής συλλογής» περιλαμβάνουν τα Σχόλια επί της Πολιτείας του Πρόκλου, τα σχόλια του Σιμπλίκιου στα τέσσερα τελευταία βιβλία του έργου Φυσικά του Αριστοτέλη, τα σχόλια του Ιωάννη Φιλόπονου για την αιωνιότητα του κόσμου, αυτά του Ολυμπιόδωρου σε πολλούς πλατωνικούς διαλόγους, τους Γοργία, Αλκιβιάδη και Φαίδωνα, και αυτά του Δαμάσκιου για τον Φαίδωνα και τον Φίληβο, ένα παλίμψηστο των Σχολίων του Αμμώνιου στο Περί Ερμηνείας του Αριστοτέλη και αυτά του Σιμπλίκιου για το Κατηγορίαι, καθώς και τις εργασίες του Αλεξάνδρου Αφροδισιέως Περί Ειμαρμένης και Περί Ψυχής. Επίσης, οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι της σχολής των Αθηνών και της σχολής της Αλεξανδρείας εκπροσωπούνται στο πλευρό των σχολιαστών του Αριστοτέλη. Σ' αυτήν την συλλογή εντάσσεται επίσης ένα αντίγραφο του Μαθηματική Σύνταξις (Αλμαγέστη) του Πτολεμαίου. Δύο χειρόγραφα του 11ου αιώνα περιέχουν το κείμενο της Πολιτείας.

Η ιστορία ήταν μέρος της βυζαντινής κουλτούρας και μετά τον 9ο αιώνα αντιγράφηκαν εκ νέου τα κείμενα των κλασικών συγγραφέων. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Z' Πορφυρογέννητος (944-959), που ήταν αφοσιωμένος στην προώθηση της επιστήμης και της φιλολογίας, φρόντισε να συνταχθεί μία ανθολογία ιστορικών κειμένων σε πενήντα τρεις τόμους, διαιρεμένους σε θέματα, με αποσπάσματα δανεισμένα από μεγάλο αριθμό συγγραφέων (το ένα από αυτά είναι αφιερωμένο στα «πολεμικά τεχνάσματα». Διαθέτουμε έτσι αποσπάσματα έργων που έχουν χαθεί και συμπληρωματικά στοιχεία για ιστορικούς, των οποίων διαθέτουμε μικρό μέρος του έργου τους, όπως ο Πολύβιος, ο Δίων Κάσιος και ο Διόδωρος Σικελιώτης. Το Ιστορίαι του Ηροδότου αντιγράφηκε από το πρώτο ήμισυ του αιώνα (Laur. 70,3 [Α]). Τον 11ο αιώνα ακολούθησαν και άλλα αντίγραφα. Η παράδοση του Θουκυδίδη είναι πιο πολύπλοκη. Η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου μεταβιβάσθηκε μέσα από έξι χειρόγραφα. Τρία από αυτά αποδίδονται σε ένα αντιγραφικό εργαστήριο της Κωνσταντινουπόλεως. Το παλαιότερο, το Palatinus Heidelbergensis gr. 252 [Ε] προέρχεται από τα τέλη του 9ου αιώνα, ενώ το Laur. 69,2 [C] μάλλον ανήκει στον 10ο αιώνα. Επίσης η Κύρου Παιδεία και η Κύρου Ανάβασις του Ξενοφώντα αντιγράφηκαν τον 10ο και 11ο αιώνα. Παρών επίσης είναι και ο Πλούταρχος: οι Βίοι Παράλληλοι περιέχονται σε ένα χειρόγραφο του 10ου αιώνα που σώζεται στο Seitenstetten ([S], 11ος αιώνας), και τα Ηθικά σε αντίγραφα του 10ου-11ου αιώνα. Αν ο Στράβων δεν περιλαμβάνεται στην Βιβλιοθήκη του Φωτίου, είναι πιθανό ότι ο Φώτιος φρόντισε να γραφούν, ή έγραψε ο ίδιος σχόλια στο έργο του. 

Τρία χειρόγραφα του Διοδώρου Σικελιώτη χρονολογούνται στο δεύτερο ήμισυ του 10ου αιώνα (Neapolitanus suppl. gr. 4 — ex Vind. Suppl. gr. 74, το Vat. gr. 130 και το Paris. gr. 668). Ο Διόδωρος έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους χριστιανούς, διότι η Βιβλιοθήκη του τους φαινόταν ότι προσέγγιζε τις δικές τους ηθικές ευαισθησίες και προωθούσε την Ιδέα του πολιτισμικού δανείου των Αιγυπτίων από τους Έλληνες, ενώ επέκρινε τον ευημεριστικό χαρακτήρα του πολυθεϊσμού.

Από τους ιατρούς, αντιγράφηκε ο Ιπποκράτης, αν και τον χρησιμοποιούσαν λιγότερο συχνά από τον Γαληνό. Τα πέντε αρχαιότερα χειρόγραφα αντιγράφηκαν μεταξύ του 10ου και του 12ου αιώνα: δύο αληθινά άπαντα, το Marc. gr. 269 [Μ] των μέσων του 10ου αιώνα, με 60 θεραπείες, και το Vat. gr. 276 [V] (του 12ου αιώνα, που ίσως αντιγράφηκε στην Ιταλία; Σε κάθε περίπτωση, βρίσκεται εκεί από τον 13ο αιώνα) και τρία χειρόγραφα που περιέχουν μικρά σύνολα έξι ως δέκα τριών θεραπειών. Από τα πολυάριθμα έργα του Γαληνού έχουν διασωθεί κάποια αποσπάσματα σε αντίγραφα των 9ου ως 11ου αιώνα, αλλά μόνο μετά την αρχή του 12ου αιώνα αρχίζει να εκπροσωπείται αρκετά (εννέα αντίγραφα ταυτοποιημένα με βεβαιότητα) μεταξύ άλλων χάρη στην εργασία του μοναχού Ιωαννίκιου. Είναι δυνατόν η πληθώρα αντιγράφων ιατρικών κειμένων τον 13ο αιώνα να σχετίζεται με την ίδρυση νοσοκομείων. Δεν πρέπει επίσης να αγνοήσουμε τα αντίγραφα έργων του Διοσκουρίδη, του Αετίου Αμιδηνού και του Παύλου της Αιγίνης, που έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στον κόσμο του Βυζαντίου. Το 948 ο Κωνσταντίνος Ζ'είναι σε θέση να προσφέρει στον χαλίφη της Κόρδοβας Αμπντ αλ-Ραχμάν Γ' έναν εικονογραφημένο χειρόγραφο του Διοσκουρίδη (επειδή κανένας στην αυλή του χαλίφη δεν γνώριζε ελληνικά, τρία χρόνια αργότερα ο αυτοκράτορας έστειλε έναν μοναχό ονόματι Νικόλαο για να βοηθήσει τους μουσουλμάνους ιατρούς να ταυτοποιήσουν και να γρησιμοποιήσουν τα φαρμακευτικά φυτά).

Η ιστορία της μεταβίβασης των κειμένων του Ευκλείδη έχει γραφεί από τον Μπ. Βιτράκ, o οποίος εκθέτει όλες τις αβεβαιότητες της εκδόσεως που αφορούν ιδιαίτερα τις διάφορες εκδοχές των Στοιχείων, οι οποίες ήταν άμεσες ή έμμεσες (σαν αποτέλεσμα των βυζαντινών μεταγραφών, των διαφόρων μεταφράσεων και σχολιασμών). Τα βυζαντινά χειρόγραφα δεν είναι πιστά αντίγραφα των αρχαίων προτύπων. Ο Μπ. Βιτράκ, κατόρθωσε, μετά από μία εντυπωσιακή έρευνα, να επισημάνει προσθήκες και παραλείψεις, αλλαγές στην σειρά του κειμένου και αλλοιώσεις στις αποδείξεις (διπλές αποδείξεις, παράλειψη ή προσθήκη του σχήματος). Αυτές οι επεμβάσεις δεν επηρεάζουν - με λίγες εξαιρέσεις - την μαθηματική αυστηρότητα των αποδείξεων του Ευκλείδη, που προϋπάρχει, ακόμη και αν o Ευκλείδης δεν διέθετε στην εποχή του την σύγχρονη τυποποιημένη γλώσσα για να τις αποδώσει. Από αυτήν την άποψη, η γνώμη της ομάδας «Νικολά Μπουρμπακί» όσον αφορά την ανακάλυψη της αποδεικτικής αυστηρότητας από «τους Έλληνες» φαίνεται ότι παραμένει σε ισχύ. Κάτι που επιβεβαιώνει o Μπ. Βιτράκ, γράφοντας:

[...] αν σ' αυτήν την μακρά διαδικασία μεταβίβασης, το κείμενο των Στοιχείων έχει υποστεί πολυάριθμες αλλαγές, αυτές [...] είχαν μικρό αποτέλεσμα, το λιγότερο στο μαθηματικό επίπεδο, επειδή δεν εισήγαγαν κανένα μαθηματικό αντικείμενο, καμμία θεωρία ή μέθοδο που δεν υπήρχε ήδη οι βυζαντινοί αντιγραφείς προσπάθησαν να μη χάσουν τίποτε από την αρχαία παράδοση. Συνέθεσαν λοιπόν, διάφορες εκδοχές, κάτι που τους οδήγησε να αυξήσουν τον αριθμό των διπλών αποδείξεων.

Το αρχαιότερο πλήρες αντίγραφο των Στοιχείων παρήχθη μεταξύ του 830 και του 850 ( Vat. gr. 150). Πολλά άλλα που ομοιάζουν μεταξύ τους ανάγονται χωρίς αμφιβολία στο κείμενο του Θέωνος της Αλεξανδρείας (του πατέρα της διάσημης Υπατίας) γύρω στο 370. Πρόκειται για ένα χειρόγραφο του 888, που παρήγγειλε ο Αρέθας της Καισαρείας , ένα αντίγραφο του 10ου αιώνα που σώζεται στην Φλωρεντία, ένα άλλο του 11ου ή 12ου αιώνα που βρίσκεται σήμερα στην Βιέννη, και δύο χειρόγραφα του 12ου αιώνα που σώζονται στο Παρίσι. Μία διαφορετική εκδοχή παρέχεται από ένα χειρόγραφο του 11ου αιώνα που βρίσκεται σήμερα στη Μπολόνια. Τέλος, ένα αντίγραφο του 9ου αιώνα ( Vat. gr. 204) περιλαμβάνει μία ομάδα μαθηματικών, ανάμεσα στους οποίους και τον Ευκλείδη (Δεδομένα)".

Τα πρώτα αντίγραφα τραγωδιών κάνουν την εμφάνισή τους λίγο μετά το 950, με ορισμένες παραλείψεις. Έτσι, οι βυζαντινοί αντιγραφείς έσωζαν κατά κανόνα μόνο τρία έργα του Αισχύλου (Προμηθεύς Δεσμώτης Επτά επί Θήβαις, Πέρσαι). Το παλαιότερο όλων χειρόγραφο, το Laur. 32,9 [L] είναι το μόνο που περιέχει τις επτά τραγωδίες του καθώς και έργα του Σοφοκλή και του Απολλώνιου του Ρόδιου (2ο ήμισυ του 10ου αιώνα). Στην ίδια περίοδο χρονολογείται ένα παλίμψηστο των έργων του Σοφοκλή που φυλάσσεται στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη του Λέϋντε (Leidensis B.P.G., 60Α). Τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη έχουν μεταβιβασθεί κυρίως με το Marc. gr. 471 (11ος αιώνας) και το Paris.gr. 2713 που αντιγράφηκε στο πρώτο ήμισυ του 11ου αιώνα ή στα τέλη του 10ου. Στην περίοδο 1150-1160 χρονολογείται χωρίς αμφιβολία το παλίμψηστο της βιβλιοθήκης του πατριαρχείου Ιεροσολύμων (Hierosolymitanus 36, Η), παρά το ότι ορισμένοι συγγραφείς το τοποθετούν νωρίτερα από τον 11ο αιώνα, δηλαδή στα τέλη του 10ου. Έχουμε επίσης στην διάθεσή μας το Laur. 31, 10 που περιέχει τις τραγωδίες του Ευριπίδη και το σύνολο των έργων του Σοφοκλή, το οποίο θα μπορούσε να προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη, εκτός αν αντιγράφηκε στη Νότιο Ιταλία στο δεύτερο ήμισυ του 12ου αιώνα. Πρέπει πάντως να σημειώσουμε ότι χωρίς τα αντίγραφα που έγιναν κατόπιν παραγγελίας του Δημητρίου Τρικλίνιου (περίπου 1280-1340), πολλά από τα έργα του Ευριπίδη δεν θα είχαν διασωθεί. Τέλος, o Αριστοφάνης της Ραβένας (Ravenne, gr., 429, γύρω στο 1000) είναι το μοναδικό μεσαιωνικό χειρόγραφο που περιέχει τα ένδεκα έργα αυτού του συγγραφέα.

Ανάμεσα στους ρήτορες, η τέχνη των οποίων χρησίμευε για την διδασκαλία της ρητορικής, ο Δημοσθένης είλκυσε την προσοχή πολλών αντιγραφέων του 10ου αιώνα. Ο Ισοκράτης είναι παρών σε ένα αντίγραφο του 1063 που έγινε στην Κωνσταντινούπολη. Όσο για τον Λυσία, έχουμε αντίγραφα μεταγενέστερα: για το μεγαλύτερο μέρος των λόγων του, η μοναδική διαθέσιμη πηγή χρονολογείται στον 120 αιώνα (Palatinus 88 [Χ] που σώζεται στην Χαϊδελβέργη). Κάποια στοιχεία περιλαμβάνονται σε άλλα χειρόγραφα, το παλαιότερο των οποίων τοποθετείται στα τέλη του 10ου ή στον 11ο αιώνα. Θα κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο με τον Λουκιανό από τα Σαμόσατα, συγγραφέα σατιρικών διαλόγων, που σώζονται σε πολλά χειρόγραφα του 9ου ( Vat, gr. 90), του 10ου (Harleianus, 56, 94: Laur. C. S. 77: Mutinensis, 193) και του 11ου αιώνα (Marc. gr. 434: Vind. 123).

Κάτω από τις δυναστείες των Λασκάρεων (αυτοκρατορία της Νικαίας) και των Παλαιολόγων το ενδιαφέρον για την αρχαία κουλτούρα γνώρισε μία ανανέωση. Κάτω από τον Ανδρόνικο Β' (1282 -1328), αντιγράφηκαν έργα του Αριστοτέλη, του Αριστοφάνη, του Ησιόδου καθώς και πολυάριθμες επιστημονικές πραγματείες. Στην διάρκεια του 14ου αιώνα αντιγράφηκαν εκ νέου η Οδύσσεια (1335/1336), οι τραγωδίες του Σοφοκλή (1340), οι κωμωδίες του Αριστοφάνη (1361) και η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη (1372).


Ο ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΜΟΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Τα κοσμικά έργα αντιπροσώπευαν περίπου το 10% του συνόλου των χειρογράφων του Αγίου Όρους, σύμφωνα με την εκτίμηση του Χ. Χούνγκερ (2006, σελ. 194) που μας υπενθυμίζουν εξ άλλου ότι από τα 12.000 διασωθέντα έγγραφα μόνο εξήντα ήταν κείμενα κλασικών συγγραφέων! Δεν φαίνεται να έχουν διασωθεί μεσαιωνικοί κατάλογοι του περιεχομένου των βιβλιοθηκών του Άθω. Ο κατάλογος Coislin της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας περιλαμβάνει χειρόγραφα που προέρχονται από την Μεγίστη Λαύρα: μεταξύ άλλων το Coislin 173 (Γεωγραφία του Πτολεμαίου) και το Coislin 161, που συγκεντρώνει τα Ηθικά Νικομάχεια, τα Πολιτικά, Οικονομικά, και τα Μετά τα Φυσικά του Αριστοτέλη, με σχόλια του Ευστρατίου της Νικαίας και του Μιχαήλ της Εφέσου (δες φύλλο 1. 448 : «Βιβλίον των κατηχουμένων της αγίας λαύρας του αγίου Αθανασίου »). Από την Λαύρα προέρχεται επίσης το αντίγραφο του Κύρου παιδεία του Ξενοφώντα που χρονολογείται στον 11ο αιώνα και σώζεται στο Εσκοριάλ (Scolariensis, t. ΙΙΙ. 14; «Βιβλίον [...] τοις κατηχουμένοις της ιεράς λαύρας του Αγίου Αθανασίου»).


Πηγή κειμένου: Συλβαίν Γκουγκενέμ: Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, Εκδ. ΕΝΑΛΙΟΣ