Ο βασιλιάς Γεώργιος B'
Προκειμένου να κατανοηθεί η δομή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, είναι απαραίτητο να φωτιστεί μια προσωπικότητα που συχνά υποτιμάται η σημασία της παρά την κρίσιμη θέση που κατείχε στην ιεραρχία του πολιτεύματος. O βασιλιάς Γεώργιος Β' έβλεπε με καχυποψία την ελληνική πολιτική ζωή. Η οικογένειά του και o ίδιος είχαν ταλαιπωρηθεί πολύ κατά την περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού, από τους Έλληνες πολιτικούς, ιδίως του αντιμοναρχικού πολιτικού συνασπισμού. Από το 1923 που ανακηρύχτηκε η Δημοκρατία στην Ελλάδα μέχρι το 1935 (που έγινε το αποτυχημένο πραξικόπημα του Πλαστήρα) ήταν εξόριστος στην Αγγλία. Εκεί συνδέθηκε με πολλούς Άγγλους πολιτικούς και έγινε ένθερμος οπαδός των αγγλικών πολιτικών θεσμών και της αγγλικής κουλτούρας. Στο συναισθηματικό του δέσιμο με την Αγγλία πιθανότατα έπαιξε ρόλο και ένας «διακριτικός δεσμός» που είχε με μια Αγγλίδα .O Γεώργιος, αντίθετα από το γερμανόφιλο Κωνσταντίνο, ήταν ξεκάθαρα αγγλόφιλος και ταυτόχρονα έβλεπε με χαρακτηριστικά «αγγλικού» τύπου υπεροπτική διάθεση την ελληνική πολιτική ζωή και την ελληνική κοινωνία. Ηταν ιδιαίτερα συνδεδεμένος με τον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα, σερ Σίντνεϊ Γουότερλοου. Η φιλική τους σχέση φαίνεται ότι ήταν τόσο στενή ώστε, σύμφωνα με τον πρέσβη, ο βασιλιάς τού εξέφραζε σκέψεις όπως η παρακάτω: «Υπάρχει μόνο μία αληθινή λύση και αυτή είναι ότι θα πρέπει την Ελλάδα να αναλάβουν οι δικές σας δημόσιες υπηρεσίες και να τη διοικήσετε σαν βρετανική αποικία. Μακάρι να ήταν δυνατό». Στην αναφορά του στο Λονδίνο o πρέσβης πρόσθεσε ότι ο βασιλιάς ανέλαβε το καθήκον του «με το πνεύμα εκείνου που κουβαλάει το βάρος του λευκού ανθρώπου μεταξύ των φυλών της ζούγκλας».
Ο διορισμός του Μεταξά ως πρωθυπουργού της χώρας από το βασιλιά τον Μάρτιο του 1955 και η εγκαθίδρυση της δικτατορίας λίγο αργότερα έδωσαν τη δυνατότητα στο βασιλιά να μην ασχολείται πια με τους πολιτικούς τους οποίους απεχθανόταν και να αφοσιωθεί στην αναδιοργάνωση του Στρατού ή στις μακροχρόνιες διακοπές του στην Κέρκυρα και το Λονδίνο. Ο βασιλιάς, αν και ίσως προτιμούσε το κοινοβουλευτικό μοντέλο διακυβέρνησης σύμφωνα με το αγγλικό πρότυπο, τελικά πείστηκε από τον Μεταξά ότι μια δικτατορία θα ήταν επωφελέστερη τόσο για τον ίδιο όσο και για τη χώρα στο βαθμό που θα εξασφάλιζε την παραμονή των βενιζελικών εκτός της κυβερνητικής εξουσίας και την πρόσδεση της χώρας στη βρετανική συμμαχία.
Έτσι, o βασιλιάς ουσιαστικά αγνόησε την πρόταση των αρχηγών των δύο μεγάλων κομμάτων της χώρας ότι ήταν έτοιμοι να συνεργαστούν στο πλαίσιο ενός (με σύγχρονη ορολογία) «μεγάλου συνασπισμού» προκειμένου να υπάρχει κοινοβουλευτική διακυβέρνηση στη χώρα. Συγκεκριμένα, o διάδοχος του Βενιζέλου στην ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων, Θεμιστοκλής Σοφούλης, και ο αρχηγός της δεύτερης σε δύναμη παράταξης του φιλοβασιλικού συνασπισμού, Ιωάννης Θεοτόκης, συνεννοήθηκαν, τον Ιούλιο του 1936, για το σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού με στόχο τη διενέργεια εκλογών με πλειοψηφικό σύστημα. Ταυτόχρονα οι αντιβενιζελικοί πολιτικοί δέχτηκαν την επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία όσων αξιωματικών δεν είχαν καταδικαστεί, είχαν απλώς αποταχθεί ως ανεπιθύμητοι. Η κυβέρνηση συνασπισμού θα παρέμενε στην εξουσία για ένα χρόνο τουλάχιστον και σε αυτό το διάστημα θα έπαιρνε μέτρα για την προστασία του κοινωνικού καθεστώτος από τον κομμουνισμό. Ο Σοφούλης ανακοίνωσε αυτή τη συμφωνία στο βασιλιά στις 22 Ιουλίου 1956. Ο βασιλιάς φέρεται να έδωσε συγχαρητήρια στον Σοφούλη, τον οποίο διαβεβαίωσε για την εμπιστοσύνη του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του στενού συνεργάτη του Ιωάννη Μεταξά, Ιωάννη Διάκου, ο βασιλιάς πληροφόρησε τον πρωθυπουργό για τη συμφωνία αυτή το ίδιο βράδυ της συνομιλίας, οπότε και του έδωσε το «πράσινο φως» για την επιβολή της δικτατορίας.
Συνεπώς, ο βασιλιάς ήταν εκείνος που βρισκόταν πίσω από το πραξικόπημα Μεταξά, σύμφωνα και με τον πρεσβευτή της Αγγλίας, o οποίος σε έκθεσή του πληροφορούσε το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών: «Ο ίδιος ο βασιλεύς, όχι ο Μεταξάς, ξεκίνησε την όλη υπόθεση». Ως δικαιολογία για το πραξικόπημα προβλήθηκε η κομμουνιστική απειλή, καθώς και το παράδειγμα του ισπανικού εμφυλίου. Η Δημοκρατία ήταν μια «πολυτέλεια που η χώρα τη στιγμή αυτή δεν μπορούσε να αντέξει» για το βασιλιά, ενώ, σύμφωνα με τις βρετανικές εκθέσεις, o βασιλιάς δεν αισθανόταν Ελληνας, περιφρονούσε τον ελληνικό λαό, που τον αντιλαμβανόταν ως απείθαρχο, χωρίς εποικοδομητικό πνεύμα και συνεπώς ανίκανο για ένα γνήσιο δημοκρατικό σύστημα.
Αν προσπαθήσουμε να δούμε την τότε πολιτική πραγματικότητα με τα μάτια του βασιλιά, ο τότε συσχετισμός δυνάμεων στο Κοινοβούλιο δεν επέτρεπε την κυβερνητική σταθερότητα σε μια εποχή που η Ελλάδα είχε ανάγκη σταθερής κυβέρνησης. Επιπλέον, η δικτατορία έθετε τέρμα στην ανασφάλειά του για το μέλλον του αφού έβαζε φρένο στις πολιτικές ζυμώσεις που μπορούσαν να οδηγήσουν στην επαναφορά των απότακτων στρατιωτικών που ταυτίζονταν με το βενιζελικό και αντιβασιλικό στρατόπεδο. Η δικτατορία εξασφάλιζε μια συνέχεια στο θρόνο για το βασιλιά, o οποίος αισθανόταν ασφαλής έχοντας έναν πιστό σε αυτόν Στρατό, κάτι που θα αμφισβητείτο αν σε ενδεχόμενες εκλογές νικούσε το αντιμοναρχικό κόμμα των Φιλελευθέρων.
Ενώ για το βασιλιά η δικτατορία γινόταν αντιληπτή ως «παρένθεση», ως προσωρινή εκτροπή, για τον Μεταξά η δικτατορία ήταν n καταλληλότερη μορφή διακυβέρνησης για τις ανάγκες της χώρας.
Την άποψη αυτή την εξέφραζε δημόσια ήδη πολύ πριν από την 4η Αυγούστου. Για παράδειγμα, στις 6 Ιανουαρίου 1934 δήλωνε στην «Καθημερινή»: «... Δι' ημάς τους Έλληνας, το πρόβλημα δεν είναι πώς θα μείνωμεν εις τον κοινοβουλευτισμόν, αλλά διά ποίας θύρας θα εξέλθωμεν εξ αυτού. Διά της θύρας του κομμουνισμού ή διά της θύρας του εθνικού κράτους»
Ο πολιτικός δυαδισμός στην κορυφή της ιεραρχίας του νέου κράτους στοιχειοθετείται από το γεγονός ότι ο βασιλιάς είχε τον πλήρη έλεγχο του Στρατού και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να επιβάλλει τη θέλησή του. Μια απόδειξη αυτής της κατάστασης είναι η άρνησή του να επιτρέψει στον Μεταξά την ίδρυση ενός μαζικού φορέα που πιθανό να εξασφάλιζε μια λαϊκή βάση στον τελευταίο με πιθανή συνέπεια την αμφισβήτηση του πρώτου. Ο βασιλιάς επιθυμούσε μεν να αναθέσει την καθημερινή πολιτική διαχείριση της εξουσίας στον Μεταξά αλλά δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να περιοριστεί σε ένα διακοσμητικό ρόλο, όπως συνέβη με τον Βίκτωρα Εμμανουήλ τον Γ' στην Ιταλία, κάτω από τη δικτατορία του Μουσολίνι. Από την άλλη, αντίθετα από άλλους βασιλιάδες, όπως o Αλέξανδρος της Γιουγκοσλαβίας το 1929, o Μπόρις της Βουλγαρίας το 1935 ή o Κάρολος της Ρουμανίας το 1938, δεν επέλεξε να ασκήσει δικτατορία, την ευθύνη της οποίας θα την αναλάμβανε εξ ολοκλήρου o ίδιος. Ετσι, οι στρατηγικές επιλογές στην εξωτερική πολιτική, ο Στρατός και μέχρι το 1938 και η Παιδεία αποτελούσαν πεδία που την πολιτική τους χάραζε έμμεσα ή άμεσα ο ίδιος o βασιλιάς.
Χαρακτηριστικές για τις δυνατότητες του Μεταξά ιδίως κατά την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησής του (μέχρι το 1938) ήταν οι εκτιμήσεις της βρετανικής κυβέρνησης, οι οποίες συμπυκνώνονταν στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Είναι ευτύχημα ότι o στρατηγός (Μεταξάς), o οποίος στερείται δημοτικότητας και δεν διαθέτει προσωπικούς οπαδούς μεταξύ των πολιτικών και των αξιωματικών, μπορεί εύκολα να αποπεμφθεί όταν γίνει επικίνδυνος ή και όταν απλώς παύσει να είναι χρήσιμος».
Συνεπώς, η στήριξη της Αγγλίας στο βασιλιά, σε συνδυασμό με την αμέριστη υποστήριξη του Στρατού, καθιστούσε το βασιλιά ρυθμιστή του πολιτεύματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολύ συχνά o Μεταξάς όταν τόνιζε τις βασικές αξίες της ιδεολογίας του καθεστώτος που επέβαλε αναφερόταν πρώτα στο βασιλιά, ύστερα στην πατρίδα και μετά στη θρησκεία και την οικογένεια.
Επιπλέον, σχεδόν σε όλους τους λόγους του ο Μεταξάς τόνιζε ότι το νέο κράτος «προήλθε από απόφασιν της Αυτού Μεγαλειότητας του βασιλέως», που είχε «εγκρίνει» και «εμπνεύσει» τη δράση της κυβέρνησής του, την οποία περιέβαλλε έκτοτε «διά της απόλυτης εμπιστοσύνης του» και της «υποστήριξής του». «Μπροστά μας», έλεγε, "βαδίζει o Βασιλεύς το σύμβολον της Πατρίδος μας ακολουθεί η κυβέρνησις». Οι σχέσεις των δύο ανδρών βρίσκονταν σε μια εύθραυστη ισορροπία και δεν έλειπαν οι διενέξεις μεταξύ τους, κάτι που προκαλούσε ανασφάλεια στον πιο αδύναμο πολιτικά από τους δύο, που, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν ο Μεταξάς. Είναι χαρακτηριστικό το ότι ο Μεταξάς στα απομνημονεύματά του επανειλημμένα αναφέρει την αγωνία του μπροστά στο ενδεχόμενο να πέσει στη δυσμένεια του βασιλιά.
Μετά το 1938 n θέση του Μεταξά ενισχύθηκε με μεγαλύτερες εξουσίες (ιδίως λόγω της στελέχωσης των Σωμάτων Ασφαλείας με έμπιστους του καθεστώτος) και ο δικτάτορας εξασφάλισε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, χωρίς σοβαρές παρεμβάσεις από το βασιλιά. Οι εξουσίες του βασιλιά περιορίστηκαν κυρίως στο Στρατό και στην εξωτερική πολιτική. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι δύο αυτοί βασικοί πόλοι εξουσίας, ο βασιλιάς και Μεταξάς, δεν λειτουργούσαν ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Οπως σημειώνει ο ιστορικός Ιωάννης Κολιόπουλος: «Είχε δημιουργηθεί μια πλήρης ταύτιση των συμφερόντων των δύο φορέων που συνδέονταν πλέον με δεσμούς αλληλεξάρτησης: μοναρχία και δικτατορία παρέμεναν ή έπεφταν μαζί. Πτώση της δικτατορίας θα σήμαινε έξωση της μοναρχίας και το αντίθετο». Το αποτέλεσμα ήταν η ισχυροποίηση του δικτατορικού καθεστώτος, το οποίο σταδιακά σκλήραινε όλο και περισσότερο απέναντι στους διαφωνούντες.Σύμφωνα με τον Νίκο Αλιβιζάτο: «O βασιλιάς δεν ασχολείτο με τις τρέχουσες ανάγκες και την καθημερινότητα της άσκησης της εξουσίας, με αποτέλεσμα να μην πιστώνεται και τις αρνητικές συνέπειες των αυθαίρετων τακτικών, της αστυνομοκρατίας και της δίωξης των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος»
Η αντιδημοτικότητα του καθεστώτος Μεταξά, λόγω ακριβώς της δυσαρέσκειας που προκαλούσε ο αστυνομοκρατικός του χαρακτήρας (που περιλάμβανε βασανιστήρια, φυλακίσεις και εξορίες), ανησυχούσε τον Βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα, που στις εκθέσεις του προς το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών εξέφραζε το φόβο του ότι αυτή η δυσαρέσκεια πιθανόν να στραφεί και προς το βασιλιά, που ολοένα και περισσότερο από τους Ελληνες ταυτιζόταν με το καθεστώς. Μάλιστα ο Βρετανός πρέσβης επισκέφθηκε το βασιλιά και του είπε ότι είχε την πεποίθηση πως όλοι πίστευαν «ότι η πραγματική εξουσία βρισκόταν τώρα στα χέρια μιας διεφθαρμένης κλίκας», καθώς και ότι ο βασιλιάς, συνεργαζόμενος με το δικτατορικό καθεστώς, «είχε χάσει όχι μόνο κάθε δημοτικότητα, αλλά και το σεβασμό της μεγάλης μάζας του λαού. Αυτή η παρέμβαση κατακρίθηκε από το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών, καθώς ο Μεταξάς θεωρείτο πιστός φίλος της χώρας («οι σχέσεις μας με τον νυν πρωθυπουργό υπήρξαν πολύ πιο ομαλές παρά με οποιονδήποτε προκάτοχό του») ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την «τακτοποίηση» σχεδόν όλων των «εκκρεμών υποθέσεων που στο παρελθόν καθιστούσαν τις σχέσεις μας με την Ελλάδα δυσάρεστες και κάποτε δύσκολες». Λόγω αυτής της διαφωνίας μεταξύ του Βρετανού πρέσβη και του αγγλικού υπουργείου Εξωτερικών, ο πρώτος αντικαταστάθηκε στις αρχές Ιουνίου 1939.
Τα χαρακτηριστικά του πολιτεύματος
Όμως ήταν η βασιλομεταξική δικτατορία ένα φασιστικό πολίτευμα; Ηταν πράγματι αντίφαση το γεγονός ότι η Ελλάδα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του παγκόσμιου αντιφασιστικού αγώνα, πετυχαίνοντας μάλιστα και την πρώτη σημαντική νίκη εναντίον του, τη στιγμή που η ίδια είχε ένα φασιστικό καθεστώς;
Η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί καθώς το ίδιο το καθεστώς δεν αυτοπροσδιοριζόταν ποτέ ως φασιστικό, αν και είχε πολλά κοινά σημεία με τα φασιστικά καθεστώτα, με σημαντικότερο όλων τον αντικοινοβουλευτισμό και τον περιορισμό βασικών ελευθεριών. Οπως υποστήριζε ο ίδιος o Μεταξάς, το καθεστώς που επιδίωκε να εγκαθιδρύσει στη χώρα ήταν ένα «κράτος αντικομμουνιστικό, κράτος αντικοινοβουλευτικό, κράτος ολοκληρωτικό», με αστυνομοκρατία και ποινικοποίηση των πολιτικών απόψεων των πολιτών, στοιχεία που αναμφισβήτητα είχε το ιταλικό και το γερμανικό πολίτευμα.
Όμως, σε αντίθεση με το φασισμό του Μουσολίνι και τον εθνικοσοσιαλισμό του Χίτλερ, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν προήλθε από κάποιο μαζικό κίνημα και δεν διέθετε καμία λαϊκή βάση. Επιπλέον δεν είχε ούτε κάποια συγκεκριμένη και συστηματική θεωρία ούτε κάποιους διανοουμένους που θα πρόσφεραν μια τέτοια θεωρία. Η ρητορική του καθεστώτος ήταν ένας συνδυασμός αντικομμουνισμού, αντικοινοβουλευτισμού και εθνικισμού.
Επιπλέον ο Στρατός δεν είχε άμεση εμπλοκή στην πολιτική διακυβέρνηση της χώρας, αν και στην κυβέρνηση του Μεταξά το μεγαλύτερο ποσοστό των υπουργών του ήταν πρώην αξιωματικοί του Στρατού ή του Ναυτικού (29 ήταν πρώην αξιωματικοί του Στρατού ή του Ναυτικού, 19 ήταν πρώην πολιτικοί, 10 ήταν πρώην τραπεζίτες). Μάλιστα, ιδιαίτερα σημαντικός ήταν o αριθμός των στρατιωτικών που είχαν συμμετάσχει μαζί με τον Μεταξά στο αποτυχημένο φιλοβασιλικό κίνημα των Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη του 1925 ή ήταν μεταξύ των αξιωματικών που είχαν υποστεί τις συνέπειες της συνακόλουθης εκκαθάρισης του στρατεύματος.
Ένας άλλος σημαντικός λόγος για τον οποίο το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν μπορεί να καταταχθεί στα φασιστικά καθεστώτα είναι η απουσία ενός αδιαφιλονίκητου ηγέτη. Ο Μεταξάς δεν ήταν Φύρερ και ο λόγος του σίγουρα δεν είχε την ισχύ αναμφισβήτητου νόμου όπως συνέβαινε στη Γερμανία. Ήδη έγινε αναφορά στη δυαδική μορφή του πολιτεύματος, όπου ο Μεταξάς διαχειριζόταν την καθημερινότητα της εξουσίας τη στιγμή που ο πραγματικά ισχυρός άντρας ήταν ο βασιλιάς, o οποίος είχε τη δυνατότητα να ασκήσει βέτο σε οποιαδήποτε πολιτική επιλογή του εκλεκτού του.
Στο πρακτικό επίπεδο καταμερισμού της εξουσίας o Μεταξάς κατείχε μεν τα υπουργικά χαρτοφυλάκια και των τριών σωμάτων των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά μοιραζόταν την εξουσία στις Ένοπλες Δυνάμεις με το βασιλιά, o οποίος ορισμένες φορές αμφισβητούσε τις επιλογές του Μεταξά σε θέματα διορισμών και αποστρατεύσεων. Ο βασιλιάς ασχολείτο συστηματικά με την εκπαίδευση και την ευημερία του Στρατού και του Ναυτικού και συμμετείχε προσωπικά στις στρατιωτικές και τις ναυτικές ασκήσεις. Η αφοσίωση των ανώτερων αξιωματικών στο πρόσωπο του βασιλιά οφειλόταν τόσο στο φόβο μιας επαναφοράς των βενιζελικών αξιωματικών που η διατήρηση της δικτατορίας εξασφάλιζε όσο και στη μεγάλη αύξηση σε όλους τους τύπους των στρατιωτικών δαπανών, συμπεριλαμβανομένου και των μισθών τους.
Στη διακυβέρνηση της χώρας ο Μεταξάς ήταν ο διορισμένος από το βασιλιά αρχηγός της κυβέρνησης και συμπύκνωνε πάνω του όλες τις εξουσίες: τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική. Το «νέο κράτος», όπως το αποκαλούσαν το δικτατορικό καθεστώς οι υποστηρικτές του, υπήρξε στην πράξη ένα αστυνομικό καθεστώς με συστηματική δίωξη των απόψεων που θεωρούνταν εγκλήματα γνώμης. Στους «εγκληματίες της γνώμης» συγκαταλέγονταν όχι μόνο κομμουνιστές αλλά και όσοι διαφωνούσαν πολιτικά με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και θεωρούνταν επικίνδυνοι για αυτό.
Για να αποφευχθεί η παρείσφρηση αντιφρονούντων υπήρχαν σε όλες τις θέσεις του κρατικού μηχανισμού έμπιστοι του καθεστώτος με στόχο τον απόλυτο έλεγχο της κυβέρνησης από τον ίδιο το δικτάτορα. Ο ίδιος ο Μεταξάς έλεγχε τα κυριότερα υπουργεία, Εξωτερικών, Εσωτερικών, τα τρία πολεμικά υπουργεία και από το 1938 και το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων,
Τέλος, μια ακόμη σημαντική διαφορά με την Ιταλία και τη Γερμανία ήταν το ότι το καθεστώς δεν προσπάθησε να καλλιεργήσει επεκτατικές τάσεις αλυτρωτικά οράματα αλλά, αντίθετα, επιδίωκε την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των βαλκανικών χωρών, καθώς και τη διατήρηση του υφιστάμενου εδαφικού καθεστώτος. Μάλιστα, το μεταξικό καθεστώς ήταν ευνοϊκό προς τους Εβραίους και υπήρχε απουσία ρατσιστικής και αντισημιτικής βάσης στην ιδεολογία του Μεταξά.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ: ΤΟ ΟΧΙ ΚΑΙ Ο ΜΕΤΑΞΑΣ
Δείτε επίσης:

