 |
Ο περίφημος Άγγλος αρχαιολόγος κατάσκοπος Τζων Πεντέλμπουρυ στο Σταυροχώρι του Ηρακλείου |
Η Κρήτη ως γεωστρατηγικός παράγοντας έχει έκπαλαι αυξημένο ενδιαφέρον για την πολιτική των υπερδυνάμεων, με αποτέλεσμα πολλές φορές - ακόμη και πρόσφατα, ίσως και σήμερα - να αποτελεί πόλο έλξης υπόπτων συμφερόντων. Στο πλαίσιο αυτό έχει παρατηρηθεί ότι ακόμη και τεχνητά ρεύματα αυτονομισμού καλλιεργούνται
(Η Κρήτη, της οποίας η ελληνικότητα βέβαια ούτε στην πιο απίθανη φαντασία θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, αποτελεί κατά καιρούς στόχο υπόπτων συμφερόντων. Ακόμη και στα τελευταία χρόνια καλλιεργείται παρασκηνιακά, δυστυχώς με τη συνδρομή ελαχίστων γεννημάτων της Κρήτης, προφανώς με ιδιοτελή και πάντως ανίερα επιχειρήματα, τάση αυτονομισμού της μεγαλονήσου για τη δημιουργία «ανεξάρτητου» κρατιδίου! οι ενδιαφερόμενοι, που ρίχνουν αφειδώς τα ύποπτης προέλευσης χρήματά τους, ονειρεύονται ότι θα καταφέρουν να δημιουργήσουν ένα κρατίδιο τύπου Μάλτας, το οποίο θα διοικούν οι ίδιοι. Το φαινόμενο αυτό είχε παρατηρηθεί και σε κάποιες άλλες συγκυρίες, χωρίς όμως να έχει καμιά άλλη κατάληξη, παρά να περιπέσουν οι υποκινητές στην κοινή περιφρόνηση).Με λιγότερο ξεκάθαρες τάσεις είχαν εμφανιστεί δύο αντίπαλες παρασκηνιακές επιρροές στα τελευταία χρόνια του Μεσοπολέμου. Με πρόσχημα τις επιστημονικές και πολιτιστικές δραστηριότητες, η Αγγλία και η Γερμανία, η καθεμία για λογαριασμό της, είχαν στείλει πράκτορες που κατέκλυσαν τη μεγαλόνησο, στο ούτως ή άλλως φιλόξενο έδαφος της οποίας παρατηρήθηκε ένας ανταγωνισμός. Και από τις δύο αυτές χώρες είχαν δημιουργηθεί αντίστοιχες μικρές, αλλά δυναμικές, παροικίες.
Ήδη πριν αρχίσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος η Κρήτη είχε γίνει το επίκεντρο Άγγλων και Γερμανών πρακτόρων και όχι μόνο ενώ ένας τρίτος παράγοντας, η Ιταλία, είχε έντονο ενδιαφέρον για να την θέσει υπό τον πλήρη έλεγχό της, χωρίς όμως να είναι σε θέση να το κάνει πράξη. Αργότερα, τον Απρίλιο του 1940, διπλωματικές πληροφορίες έφεραν την Ιταλία να ετοιμάζεται για την κατάληψη της Κρήτης. Ωστόσο, και όταν ακόμη άρχισε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, παρά τις έντονες φημολογίες, δεν επιχειρήθηκε καν από τους Ιταλούς να υλοποιηθεί ένα τέτοιο σχέδιο, αν και διέθεταν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στη Δωδεκάνησο.
Πριν από την άνοιξη του 1940, οι Άγγλοι είχαν καταλήξει στην απόφαση να ενδιαφερθούν για την τύχη της Κρήτης, ανεξάρτητα από τις ελληνικές διαθέσεις. Πίστευαν ότι στη δεδομένη στιγμή και αφού δηλαδή θα έφθανε η ώρα να εισέλθει στον παγκόσμιο πόλεμο η Ιταλία (κάτι που συνέβη ελάχιστες εβδομάδες αργότερα), θα μπορούσαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την Κρήτη για να έχουν ευχέρεια ναυτικών κινήσεων στη Μεσόγειο, ενδεχομένως όμως για να επιχειρήσουν την κατάληψη της Δωδεκανήσου.
Η ελληνική μεγαλόνησος ήταν διάσπαρτη από πράκτορες των δύο κυρίων αντιπάλων, της Αγγλίας και της Γερμανίας, οι οποίοι είχαν αναπτύξει μεγάλο δίκτυο πληροφοριών. Στις αρχές Μαΐου 1940, ο Μεταξάς μιλώντας σε Άγγλο δημοσιογράφο ανέφερε ότι συνολικά οι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα Γερμανοί (κατά τεκμήριο, πράκτορες οι περισσότεροι) είναι 1.959 ακριβώς. Αν και δεν υπάρχουν συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία για την Κρήτη, οπωσδήποτε την υπεροχή είχαν οι Άγγλοι, δοθέντος μάλιστα ότι διατηρούσαν το πλεονέκτημα να έχουν πολυάριθμη αρχαιολογική αποστολή εκεί.
H Κρήτη, ακριβώς λόγω της στρατηγικής σημασίας της, δεν ήταν μόνο ιταλικός στόχος. Ήταν και στόχος της θαλασσοκράτειρας ακόμα Αγγλίας. Το θέμα της κατάληψης της Κρήτης συζητείται πολλές φορές πριν από την 28η Οκτωβρίου 1940, όταν δηλαδή η Ελλάδα ήταν ένα ουδέτερο και ανεξάρτητο κράτος, όπως αυτό το θέμα εμφανίζεται στα αρχεία του Φόρεϊν Όφις:
 |
Ο Μεταξάς μιλώντας σε Άγγλο δημοσιογράφο ανέφερε ότι συνολικά οι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα Γερμανοί (κατά τεκμήριο, πράκτορες οι περισσότεροι) είναι 1.959 ακριβώς. |
Στις 28 Μαΐου 1940, ο Άγγλος πρεσβευτής στη Ρώμη (η Ιταλία δεν είχε εισέλθει ακόμα στον πόλεμο και συνεπώς διατηρούσε διπλωματικές σχέσεις με την Αγγλία) σερ Πέρσυ Λοραίν έγραφε στο Λονδίνο: «Θα ήταν άκρως σημαντικόν διά την κυβέρνησιν της Α.Μ. να λάβη παν δυνατόν μέτρον, ώστε να αποτρέψη ιταλικήν εγκατάστασιν στην Κρήτην και να μη επιτρέψη την χρησιμοποίησιν του όρμου της Σούδας από τις ιταλικές ναυτικές δυνάμεις... »
Στις 4 Ιουνίου 1940, κατά τη συνεδρίαση της Ανώτερης Επιτροπής Κοινών Σχεδίων, στην οποία συμμετείχαν και παράγοντες του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, θέμα αποτελεί πάλι η κατάληψη της Κρήτης από τους Άγγλους. Αποσπούμε από τα πρακτικά:
«...Το ειδικόν ζήτημα, το οποίον ηγέρθη από την πρότασιν να καταληφθή η Κρήτη, εις την περίπτωσιν εχθρότητος από μέρους της Ιταλίας, ήτο κατά πόσον οι Σύμμαχοι προστίθεντο να διενεργήσουν την επιχείρησιν και υπό άλλο πρόσχημα εκτός από την εισβολήν των Ιταλών εις το ελληνικόν έδαφος. Εάν, επί παραδείγματι, οι Ιταλοί εκήρυτταν τον πόλεμον εναντίον των Συμμάχων όπως καταλάβουν την Κρήτην θα είναι αναμφιβόλως ότι (οι Έλληνες) θα προτιμούσαν να έμεναν οι Σύμμαχοι έξω (της Κρήτης), εκτός εάν τους εδίδετο θετική εγγύησις προστασίας από ιταλικήν επίθεσιν. Από την άλλην πλευράν, οι Σύμμαχοι θα ήσαν υποχρεωμένοι εξ αιτίας των συμβατικών υποχρεώσεών των να καταλάβουν την Κρήτην ως τρόπον παροχής βοηθείας προς την Ελλάδα, αν η χώρα αυτή υφίστατο ιταλικήν εισβολήν.
»Τα συμπεράσματα εξ όλων αυτών είναι: α) Εάν προσπαθήσωμεν να εξασφαλίσωμεν την προηγουμένην συγκατάθεσιν των Ελλήνων διά την κατοχήν της Κρήτης, θα συναντήσωμεν άρνησιν, υποχρεούμενοι να αποκαλύψωμεν τας αδυναμίας μας. β) H κατάληψις της Κρήτης θα πρέπει να περιορισθή εις την μόνην περίπτωσιν, κατά την οποίαν θα είχομεν δικαίωμα να αναλάβωμεν τοιαύτην ενέργειαν εις την περίπτωσιν επιθέσεως της Ιταλίας κατά της Ελλάδος».
Στις 7 Ιουνίου 1940 σε νέο μνημόνιο γίνεται αναφορά για την οριστική απόφαση περί κατάληψης της Κρήτης, αλλά να μην γνωστοποιηθεί στην αμέσως ενδιαφερόμενη ελληνική κυβέρνηση:
«Οι αρχηγοί των Επιτελείων επανεξήτασαν το θέμα της Κρήτης και απεφάσισαν: α) Να διατηρήσουν εν ισχύι την υφισταμένην απόφασιν, κατά την οποίαν εκστρατευτική δύναμις θα αποσταλή εις Κρήτην μόνον εις την περίπτωσιν ιταλικής επιθέσεως εναντίον του ελληνικού εδάφους και β) Να διατηρήσουν εν ισχύι προηγουμένην απόφασιν κατά την οποίαν δεν θα πρέπει να ενημερωθή η ελληνική κυβέρνησις περί του σχεδίου, μέχρις ότου έλθη η στιγμή να πραγματοποιηθή τούτο...».
Και ενώ η κατάληψη της Κρήτης είναι ένα θέμα, που κατά την άποψη των Άγγλων ιθυνόντων δεν πρέπει να το πληροφορηθεί η ελληνική κυβέρνηση, αυτό το ίδιο θέμα, το γνωστοποιούν στους Τούρκους! Ιδού το σχετικό ντοκουμέντο, ένα τηλεγράφημα του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής προς το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών:
«Εις την διάσκεψιν της Χάϊφα εγνώσθη ότι ο Βασιλεύς της Ελλάδος είπεν εις τον αεροπορικόν ακόλουθον Αγκύρας ότι εάν οι Σύμμαχοι προτίθενται να χρησιμοποιήσουν το ελληνικόν έδαφος, η ελληνική κυβέρνησις πρέπει να ενημερωθή πλήρως. Οι στρατηγοί Μεταξάς και Παπάγος υπεγράμμισαν την ανάγκην στενής συνεργασίας.
»οι τρεις αντιστράτηγοι θεωρούν ότι δεν είναι επιθυμητόν να ενημερωθούν οι Έλληνες επί των προθέσεών μας εν σχέσει με την Κρήτην και την Μήλον. Ο στρατηγός Μιτελχώσερ αντιτίθεται εις το να ενημερωθούν.
»οι τρεις αντιστράτηγοι συμφωνούν επί της επιτακτικής ανάγκης μυστικότητος και του κινδύνου να καταστούν γνωσταί αι προθέσεις μας. Επειδή όμως κατέστη αναγκαίον να λεχθούν εις τους Τούρκους (τον στρατηγόν Γκουντούζ και τον κ. Ατσικαλίν) και ενώ προτείνομεν να μη λεχθούν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν απομένει προς εξέτασιν κατά πόσον θα πρέπει να παρασχεθούν πληροφορίαι εις τον Βασιλέα ή τον Μεταξάν».
Καθώς η δραματική αυτή συμπεριφορά επιδεικνύεται προς την Ελλάδα, οι Άγγλοι διπλωμάτες σπεύδουν να δημιουργήσουν το κατάλληλο κλίμα. Παραθέτουμε από σχετικό τηλεγράφημα εκείνων των ημερών, που έστειλε ο Άγγλος πρεσβευτής στην Αθήνα Πάλαιρετ στο Φόρεϊν Όφις:
«Ο υποπρόξενος εις το Ηράκλειον, αναφέρει ότι πολλοί, οι οποίοι επισκέπτονται το προξενείον, μεταξύ των οποίων Κρήτες οπλαρχηγοί, είναι πρόθυμοι να τεθούν εις την διάθεσίν μας, εάν παραστή ανάγκη. Του είπα να ευχαριστή και να κρατή σημείωσιν ονομάτων και άλλων στοιχείων. Ως ετηλεγράφησε προς το υπουργείον Στρατιωτικών την 25ην Μαΐου o στρατιωτικός ακόλουθος, οιονδήποτε σχέδιον αποστολής αποβατικού αποσπάσματος εις την Κρήτην καλόν θα ήτο να περιλαμβάνη και 5000 τυφέκια και πυρομαχικά προς διανομήν εις τους εθελοντάς».
Οι Βρετανοί αδυνατούν να εξασφαλίσουν την επαρκή άμυνα της Κρήτης και εγκαταλείπουν το σχέδιο να την καταλάβουν ερήμην της ελληνικής κυβέρνησης. Ύστερα από διάφορες διαβουλεύσεις, εμφανίζονται πρόθυμοι να συνεργασθούν με τους Έλληνες για την άμυνα της Κρήτης. Ένα μήνα πριν από την ιταλική επίθεση, ο Πάλαιρετ τηλεγραφεί στο Λονδίνο:
«Ο πρωθυπουργός εξουσιοδότησε τους στρατιωτικούς ακολούθους μας να συζητήσουν συντονισμένον σχέδιον αμύνης της Κρήτης με τον αρχηγόν του Γενικού Επιτελείου ως πρόεδρον του Ελληνικού Συμβουλίου Αμύνης. Ο τελευταίος εδήλωσε σήμερον ότι ήτο πρόθυμος να ανταλλάξη απόψεις, εάν δυνάμεθα να περιγράψωμεν τα μέτρα, τα οποία πρόκειται να λάβωμεν και, επίσης, κατά ποίον τρόπον αι ελληνικαί δυνάμεις δύνανται να συνεργασθούν. Περισσότεροι από 12.000 άνδρες ευρίσκονται υπό τα όπλα εις την Κρήτην, αλλά η κατάστασις παραμένει αμετάβλητος χωρίς αντιαεροπορικόν ή επάκτιον πυροβολικόν...».
Στις 9 Οκτωβρίου 1940 ο Πάλαιρετ αναφέρει στο υπουργείο του:
«...Η σημασία της εξασφαλίσεως της Κρήτης είναι προφανώς τόσον από την άποψιν του αποτελέσματος της εκεί (παρασχεθησομένης) βοηθείας επί της ελληνικής αποφασιστικότητος δι' αντίστασιν όσον και διά να παρασχεθή ασφαλές καταφύγιον εις την Ελληνικήν Βασιλικήν Οικογένειαν και την Κυβέρνησιν εις την περίπτωσιν που θα υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν την ηπειρωτικήν Ελλάδα».
Ήδη δηλαδή από τότε, ίσως δε και πολύ νωρίτερα, είχε προσδιορισθεί η βρετανική σχεδίαση που χρησιμοποιήθηκε τον Μάιο του 1941, χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθοριστικό γεγονός ότι διοικητής των δυνάμεων ήταν ένας αποφασιστικός στρατηγός όπως ο Φρέυμπεργκ και όχι οι προκάτοχοί του. Η Βρετανία κάθε άλλο παρά προετοιμάστηκε για να καταστήσει την Κρήτη ένα απόρθητο φρούριο, χωρίς να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι την εποχή εκείνη βρισκόταν σε μια από τις δυσχερέστερες περιόδους της κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.
Πηγή κειμένου: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΣ, Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, εκδ. HISTORIA