Σάββατο, Ιανουαρίου 24, 2026

Κρητική Πολιτεία: Από την περιορισμένη αυτονομία στην πλήρη ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος.

Το καινούργιο καθεστώς της «αρμοστείας», δηλαδή αυτόνομο κρατίδιο υπό την υψηλή προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων, που επιβλήθηκε στην Κρήτη, αποτέλεσε στο νου των Κρητών ένα απλό μεταβατικό στάδιο προς την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Θεωρήθηκε ως μια προσωρινή ανταμοιβή για τους πολύχρονους απελευθερωτικούς αγώνες που σάρωναν το νησί όλον το 19ο αιώνα. Μία πλευρά όμως του ζητήματος που την κάλυπτε η αχλύς της διπλωματίας ήταν το πόσο θα διαρκού σε η αόριστη κατοχή του νησιού από τα στρατεύματα των Μεγάλων Δυνάμεων. Τελικά, έπειτα από πολλές διαβουλεύσεις μεταξύ των Προστάτιδων Δυνάμεων, επελέγη ο πρίγκιπας Γεώργιος (ο δευτερότοκος γιος του βασιλιά Γεωργίου Α') για να αναλάβει τα ηνία της εξουσίας στην Κρήτη.

Ο Ιταλός λοχαγός Φεντερίκο Κραβέρι με άνδρες της Κρητικής
Χωροφυλακής, την οποία ο ίδιος οργάνωσε
 
Ο ύπατος αρμοστής κατέφθασε στο λιμάνι της Σούδας με τη ρωσική ναυαρχίδα «Νικόλαος Α'» την 9η Δεκεμβρίου 1898 και έγινε δεκτός με φρενήρεις εκδηλώσεις ενθουσιασμού από το λαό. Εγκαταστάθηκε στη Χαλέπα Χανίων και πήρε την εντολή από τις Μ. Δυνάμεις να ασκήσει τα καθήκοντά του για τρία χρόνια, ώστε να εδραιώσει στο νησί το αυτόνομο καθεστώς υπό την υψηλή επικυριαρχία του σουλτάνου. Παράλληλα χορηγήθηκε δάνειο 4.000.000 φράγκων βοηθητικό για την οικονομική ανόρθωση της νεοσύστατης Πολιτείας.

Αφού ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο πρίγκιπας Γεώργιος συγκρότησε 16μελή επιτροπή από 12 χριστιανούς και 4 μουσουλμάνους, με πρόεδρο τον Ιω. Σφακιανάκη, η οποία ανέλαβε να εκπονήσει νέο Σύνταγμα. Ο σχεδιασμός του νέου Συντάγματος αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός συντηρητικού συνταγματικού πλαισίου με κύριο χαρακτηριστικό την ενδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και συνακόλουθα την αποδυνάμωση του κοινοβουλευτισμού. Το Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας εγκρίθηκε από τις Μ. Δυνάμεις και προσυπογράφθηκε από τον ύπατο αρμοστή. Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16 Απριλίου 1899.

Ακολούθως συστάθηκε η πρώτη κυβέρνηση της Κρητικής Πολιτείας, την οποία αποτελούσαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως υπουργός Δικαιοσύνης, ο Κ. Φούμης ως υπουργός Οικονομικών, ο Ν. Γιαμαλάκης ως υπουργός της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, ο Μαν. Κούνδουρος ως υπουργός Εσωτερικών και ο Χασάν Σκυλιανάκης ως υπουργός Δημοσίας Ασφαλείας. Ενα από τα πρώτα μέτρα που έλαβε ο Γεώργιος ήταν να αφοπλίσει τους Κρήτες, με την αιτιολογια ότι έτσι θα εξασφαλίζονταν η νομιμότητα και η ειρήνη στο νησί. Στην πραγματικότητα όμως προχώρησε σ' αυτήν την ενέργεια προκειμένου να απαλείψει κάθε μελλοντική εστία αποσταθεροποίησης της θέσης του στο νησί, που θα λειτουργούσε εναντίον του και κατά των επιλογών του.

Σταδιακά διαμορφώθηκαν ευνοϊκές συνθήκες ως προς την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία του νέου πολιτεύματος και έτσι οι Μεγάλες Δυνάμεις παραχώρησαν τη διοίκηση του νησιού στον ύπατο αρμοστή την 1η Μαΐου του 1899 σε επίσημη τελετή.

Το μεγαλύτερο μέρος του πολεμικού στόλου των Ευρωπαίων είχε ήδη αποχωρήσει από τα παράλια της Κρήτης, αλλά παρέμειναν ορισμένα στρατιωτικά τμήματα, καθώς και κάποιες εκπαιδευτικές αποστολές που θα λειτουργούσαν επικουρικά στο έργο των Αρχών της Κρητικής Πολιτείας. Οργανώθηκε ένα σώμα Κρητικής Χωροφυλακής 1.500 ανδρών, με επικεφαλής τον Ιταλό λοχαγό Κραβέρι.

Η Κρήτη, ως αυτόνομο κράτος, απέκτησε τη δική της σημαία, που αποτελείτο από ένα λευκό σταυρό και ένα λευκό αστέρι στο άνω αριστερό κόκκινο τεταρτημόριο, ενώ τα άλλα τρία τεταρτημόρια ήταν κυανού χρώματος, ευθέως παραπέμποντας στην ελληνική σημαία. Ο Γεώργιος ανέλαβε να προωθήσει την ιδέα της ένωσης στις ευρωπαϊκές αυλές, με τη σύμφωνη γνώμη της ελληνικής βασιλικής αυλής και της κυβέρνησης. Τον Σεπτέμβριο του 1900 επισκέφθηκε τον τσάρο της Ρωσίας, Νικόλαο Β΄. Έπειτα μετέβη στην Αγγλία, στη Γαλλία και την Ιταλία. Τα αποτελέσματα αυτής της περιοδείας ήταν απογοητευτικά, γιατί οι τέσσερις Δυνάμεις απέρριψαν το αίτημά του για ένωση, δείχνοντας έτσι την επιθυμία τους να μην ανακινήσουν πλέον το Κρητικό Ζήτημα. Απλά έδωσαν υποσχέσεις αόριστου χαρακτήρα και με επίσημη διακοίνωσή τους τον Φεβρουάριο του 1901 απέκλεισαν κάθε ενδεχόμενο μετατροπής του καθεστώτος που ίσχυε στο νησί.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όμως, ως πολιτικός άνδρας ήταν κατηγορηματικά αντίθετος προς τη μεθοδολογία προώθησης του ενωτικού αιτήματος από τον Γεώργιο. Ο Βενιζέλος πίστευε ότι για να επιτευχθεί η ένωση θα έπρεπε να ακολουθηθεί μία σταδιακή πορεία, να ολοκληρωθεί η αρμοστειακή διακυβέρνηση και να τερματισθεί η ξένη κατοχή της νήσου, και εν συνεχεία να εκλεγεί εντολοδόχος από τον κρητικό λαό και να οργανωθεί πολιτοφυλακή. Ο Βενιζέλος δεν βρήκε υποστηρικτές στις πολιτικές του θέσεις και αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του στις 6/19 Μαρτίου 1901, που όμως δεν έγινε αποδεκτή από τον ύπατο αρμοστή.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Γεώργιος, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, απέλυσε τον Βενιζέλο από τα καθήκοντά του. Οι απερίσκεπτες όμως ενέργειες του Γεωργίου μορφοποίησαν μια άστατη πολιτική κατάσταση στο νησί. Διαμορφώθηκαν έτσι δύο αντίθετοι πολιτικοί πόλοι, των συντηρητικών, με επικεφαλής τον Μαν. Κούνδουρο, και των φιλελευθέρων, με επικεφαλής τον Ελ. Βενιζέλο. Η έντονη αυτή πολιτική διαμάχη επηρέασε και τον κρητικό λαό, ο οποίος άρχισε να αντιτίθεται στην αρμοστειακή διακυβέρνηση και να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για τη μη επίλυση του Κρητικού Ζητήματος. Το συγκεκριμένο πολιτικό κλίμα προξένησε τη δημιουργία κινήματος από πλευράς των φιλελευθέρων, ώστε να διεκδικήσουν δυναμικά την υλοποίηση των επιδιώξεών τους.

Με τον Βενιζέλο συνέπραξαν ο Κωνσταντίνος Φούμης και ο Κωνσταντίνος Μάνος, οι οποίοι συνέστησαν την ηγετική τριανδρία της εξέγερσης, ενώ μαζί τους τάχθηκαν και τοπικοί οπλαρχηγοί. Ως κέντρο των επαναστατών επιλέχθηκε το χωριό Θέρισο Χανίων, λόγω της οχυρής θέσης του. Με την έναρξη της εξέγερσης στις 10/23 Μαρτίου 1905, πλήθος υποστηρικτών συνέρρευσε από όλη την Κρήτη, ώσπου έφθασε στον αριθμό των 7.000, στοιχείο που κατέδειξε ότι η επαναστατική πράξη της τριανδρίας αντιπροσώπευε τις επιθυμίες ολόκληρου του κρητικού λαού. Επίσης, διοργανώθηκαν διάφορες συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια και εκφωνήθηκαν λόγοι συμπαράστασης από σημαντικές προσωπικότητες του νησιού, όπως ο Ιω. Σφακιανάκης.

Η ηγεσία της επανάστασης αντιλήφθηκε σύντομα ότι, λόγω των διεθνών διπλωματικών περιπλοκών, οι Μ. Δυνάμεις δεν θα προέβαιναν στη βίαιη καταστολή του κινήματος. Η τριανδρία συνάντησε τους διπλωματικούς εκπροσώπους των Μ. Δυνάμεων στις 2/15 Ιουλίου του 1905 στις Μουρνιές Χανίων και ζήτησε την αποστολή διεθνούς Εξεταστικής Επιτροπής, που θα εκτιμούσε τη διαμορφωθείσα κατάσταση. Έτσι, τέθηκε υπό αμφισβήτηση η ικανότητα του Γεωργίου να υπερβεί την πολιτική κρίση και επιτεύχθηκε εμμέσως η αναγνώριση της επανάστασης. Τη 15η Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση με τους εκπροσώπους των Μ. Δυνάμεων και αποφασίσθηκε να τερματισθεί η εξέγερση, αφού έγινε δεκτή η πρόταση για την αποστολή Εξεταστικής Επιτροπής.

Ετσι, ο Βενιζέλος συναντήθηκε με τους ξένους προξένους στην Αγία Μονή των Μουρνιών (2 Νοεμβρίου 1905), όπου υπεγράφη πρωτόκολλο τερματισμού του κινήματος του Θερίσου με την τελική αποδοχή των όρων της επανάστασης. Το κίνημα έτσι δικαιώθηκε και ο Βενιζέλος θριάμβευσε απολύτως. Η Β' Συντακτική Συνέλευση των Κρητών εξέδωσε ενωτικό ψήφισμα την 30ή Ιουλίου του 1906. Υπό το βάρος των περιστάσεων, ο πρίγκιπας Γεώργιος αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του στις 12 Σεπτεμβρίου 1906 και να εγκαταλείψει την Κρήτη.

Με αυτές τις ενέργειες το απολυταρχικό καθεστώς του πρίγκιπα Γεωργίου απομακρύνθηκε και η Κρητική Πολιτεία συνδέθηκε στενότερα με το εθνικό κέντρο. Επίσης, η στελέχωση της Κρητικής Χωροφυλακής από Έλληνες αξιωματικούς οδήγησε στην αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από το νησί. Το κίνημα του Θερίσου αποτέλεσε ένα καταλυτικό γεγονός για την προβολή του Κρητικού Ζητήματος στην επικαιρότητα.

Ο βασιλιάς Γεώργιος διόρισε τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη στη θέση του υπάτου αρμοστή της Κρητικής Πολιτείας, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του την 18η Σεπτεμβρίου του 1906, για πέντε χρόνια. Ο Ζαΐμης υιοθέτησε μια μετριοπαθή πολιτική και αφοσιώθηκε στην επίλυση του Κρητικού Ζητήματος, ώστε να επιτευχθούν η ειρήνευση και η ομαλότητα στο νησί.

Σε διάστημα τεσσάρων μηνών καταρτίσθηκε το σχέδιο για το νέο Σύνταγμα, που χαρακτηριζόταν από στοιχεία εκδημοκρατισμού. Παράλληλα, με διάταγμα τη 13η Οκτωβρίου 1907, συγκροτήθηκε η Πολιτοφυλακή Κρήτης, που αποτελείτο από δύο τάγματα, το ένα στα Χανιά και το άλλο στο Ηράκλειο. Ολα τα παραπάνω, μαζί με τη συνεχή εκπαίδευση και αναδιοργάνωση της Χωροφυλακής, αποτέλεσαν τις προϋποθέσεις για την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από την Κρήτη. Την 24η Ιουλίου 1908 εγκατέλειψαν το νησί μεγάλα τμήματα στρατού των ευρωπαϊκών δυνάμεων, περιορίζοντας τον έλεγχό τους μόνο στα αστικά κέντρα. Οι Μεγάλες Δυνάμεις απέσυραν τα στρατεύματά τους από την Κρήτη στις 13/26 Ιουλίου 1909, ενισχύοντας όμως τις μοίρες του στόλου τους, επειδή φοβούνταν τη δημιουργία προκλήσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Την οριστική λύση στο Κρητικό Ζήτημα έδωσαν οι διεθνείς συγκυρίες. Οι νικηφόροι Βαλκανικοί Πόλεμοι δημιούργησαν την ευκαιρία που η Ελλάδα χρειαζόταν. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου, στις 17/30 Μαΐου 1913, ο σουλτάνος παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα κυριαρχίας στην Κρήτη. Η επίσημη ανακήρυξη της ένωσης έγινε την 1η Δεκεμβρίου 1913, με την τελετή έπαρσης της ελληνικής σημαίας στο φρούριο Φιρκά των Χανίων, παρόντων του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου και του βασιλέως Κωνσταντίνου. Ετσι, δόθηκε η δίκαιη λύση για το Κρητικό Ζήτημα, επιβραβεύοντας τους αγώνες του κρητικού λαού για την ελευθερία.


ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ - 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ