Σάββατο, Νοεμβρίου 25, 2023

Μάιος 1941: Οι Σύμμαχοι εγκαταλείπουν την Κρήτη

Ο χάρτης της τριπλής κατοχής της Ελλάδας 

Η Μάχη της Κρήτης συνεχίζόταν με ιδιαίτερη σφοδρότητα και με βαριές απώλειες για τις δύο αντίπαλες παρατάξεις. Κύριο χαρακτηριστικό της ατμόσφαιρας είναι οι συνεχείς γερμανικοί βομβαρδισμοί από τον αέρα και η αδιάκοπη αποστολή γερμανικών ενισχύσεων.

Όλο το βάρος τους οι Γερμανοί το έχουν ρίξει στο Μάλεμε, στην προσπάθειά τους να εξουδετερώσουν κάθε εστία αντίστασης στην περιοχή.Το Μάλεμε το θέλουν για ορμητήριο και είναι το μόνο αεροδρόμιο που ελέγχουν. Ο στρατηγός Φράυμπεργκ το αντιλαμβάνεται και διατάζει αντεπίθεση, που εκτελείται τη νύχτα 21 προς 22 Μαΐου. Μόλις ξημερώνει, τα τελευταία συμμαχικά τμήματα αποσύρονται, αφού χάνουν διακόσιους άνδρες. Νέα προσπάθεια που διατάζει ο Φράυμπεργκ το απόγευμα της 22ας Μαΐου αποτυγχάνει και αυτή, ιδιαιτέρως εξ αιτίας του σφοδρού αεροπορικού βομβαρδισμού. Οι αποτυχημένες αντεπιθέσεις έχουν αποτέλεσμα τη δημιουργία ρήγματος μεταξύ της 4ης και της 5ης Αγγλικής Ταξιαρχίας, ενώ παραχωρούν οριστικά στους Γερμανούς το Μάλεμε.

Στις 22 Μαΐου οι Γερμανοί επιχειρούν εισβολή στην πόλη του Ηρακλείου και κατορθώνουν να φθάσουν μέχρι την κεντρική πλατεία της πόλης. Όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις του Φρουραρχείου, μαζί και εθελοντές πολίτες, διενεργούν αντεπίθεση και αναγκάζουν τους Γερμανούς να υποχωρήσουν στην Πύλη Χανίων, από όπου και είχαν εισβάλει. Ως το απόγευμα, οι ελληνοσυμμαχικές δυνάμεις του Ηρακλείου κατορθώνουν να εκκαθαρίσουν την πόλη από τον εχθρό, συλλαμβάνοντας και αρκετούς αιχμαλώτους.

Την επόμενη μέρα και ενώ οι γερμανικές δυνάμεις έχουν περικλείσει το Ηράκλειο, αρχίζει επικοινωνία μεταξύ του Έλληνα φρουράρχου και του διοικητή των γερμανικών δυνάμεων. Στο ελληνικό μήνυμα, που μεταβιβάζει αιχμάλωτος Γερμανός αξιωματικός (ανθυπίατρος) και o γερμανομαθής διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ηρακλείου Σπ. Μπουρλώτος, ζητείται η παράδοση των Γερμανών για να αποφευχθεί η εξόντωσή τους, αφού η όλη στρατιωτική κατάσταση εκτυλίσσεται δυσμενώς για τους επιτιθέμενους - όπως υποστήριξε ο φρούραρχος. Επί πλέον, ζητεί από τους Γερμανούς «vα μη χρησιμοποιήσει τα γυναικόπαιδα ως προκάλυμμα της προελάσεώς του, όπως έγινε μέχρι τότε, πράγμα που αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση των διεθνών κανόνων, γιατί στην αντίθετη περίπτωση οι ελληνικές δυνάμεις θα εφάρμοζαν αντίποινα επί των αιχμαλώτων...».

Η συνέχεια της επικοινωνίας αυτής περιγράφεται στο βιβλίο του στρατηγού Αλεξ. Εδιπίδη:

«..,Αμέσως μετά την κατάπαυσι του πυρός ενεφανίσθη επιστρέφοντας από το γερμανικό στρατόπεδο ο ανθυπίατρος με τον οδηγό του, που έφερνε μαζί του επιστολή του αρχηγού των γερμανικών δυνάμεων, o οποίος δεχόταν v' αφήση ελεύθερα τα γυναικόπαιδα, αρκεί να του υπεδείκνυαν μια ουδέτερη ζώνη, από την οποία να περάσουν για να φθάσουν στις ελληνικές γραμμές. Όσο για τους πολίτες, που είχε συλλάβει, αυτούς, καθώς και τους στρατιώτες, θα τους κρατούσε ως αιχμαλώτους πολέμου, γιατί ήσαν οπλισμένοι. Ηρνείτο την κατηγορία ότι παρεβίαζε τους διεθνείς κανόνες πολέμου, ισχυριζόμενος ότι οι Έλληνες τους είχαν παραβιάσει, γιατί ενώ την προηγούμενη ημέρα τα τμήματά του είχαν φθάσει στο κέντρο της πόλεως και πολλοί κάτοικοι είχαν υψώσει λευκές σημαίες, επετέθησαν δολίως εναντίον των Γερμανών, με αποτέλεσμα τον φόνον πολλών αλεξιπτωτιστών».

Το απόγευμα της ίδιας μέρας (23 Μαΐου) οι νεοζηλανδικές δυνάμεις στην περιοχή Μάλεμε, Χανίων και Σούδας υφίστανται πρωτοφανή βομβαρδισμό, τον σφοδρότερο από την έναρξη της γενικής επίθεσης. Τότε γίνεται πρώτη φορά εμφάνιση συμμαχικών αεροπλάνων, όταν δώδεκα αγγλικά καταδιωκτικά Χαρικέιν φεύγουν από την Αίγυπτο, με σκοπό να προσγειωθούν στο Ηράκλειο. Μόνο το ένα όμως κατορθώνει να φθάσει στο Ηράκλειο, ενώ τα υπόλοιπα καταρρίφθηκαν ή γύρισαν άπρακτα στη βάση τους.

Ο Φράυμπεργκ, εν τω μεταξύ, διαπιστώνοντας την αδυναμία των ελληνοσυμμαχικών στρατευμάτων να κρατήσουν την Κρήτη, έχει τώρα ζητήσει ενισχύσεις από τον Ουέιβελ, χωρίς τις οποίες δηλώνει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει τον αγώνα. Η απάντηση είναι ότι δεν μπορούν να σταλούν ενισχύσεις από τη θάλασσα, αλλά ωστόσο θα σταλούν τμήματα κομάντος στα νότια παράλια της νήσου, καθώς και αεροπλάνα. Ούτε κομάντος ούτε αεροπλάνα έφθασαν τελικά.

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ δεν έχει πιστέψει ακόμα ότι η Κρήτη χάνεται. Τηλεγραφεί στον Ουέιβελ (23 Μαΐου):

«Η Μάχη της Κρήτης πρέπει να κερδηθή. Και αν ακόμη ο εχθρός εξασφαλίση καλά προγεφυρώματα, η μάχη πρέπει να συνεχισθή επ' αόριστον εις την νήσον διά να κρατήσωμεν ούτω καθηλωμένην εις το έργον αυτό την κυρίαν γερμανικήν δύναμιν κρούσεως. Τούτο θα σας δώση τουλάχιστον τον αναγκαίον χρόνον διά να κινητοποιήσετε τας "Τίγρεις" και να κυριαρχήσετε της καταστάσεως εις την Δυτικήν Έρημον. Εν όσω εξακολουθεί η αντίστασίς μας εις Κρήτην, προστατεύομεν συγχρόνως και την Κύπρον. Ελπίζω ότι θα δυνηθήτε να ενισχύετε την Κρήτην καθ' εκάστην νύκτα, μέχρι του ανωτάτου δυνατού ορίου. Δεν είναι δυνατόν να σταλούν περισσότερα άρματα μάχης και να επανακτήσωμεν ούτω οιαδήποτε καταληφθέντα υπό του εχθρού αεροδρόμια; Αι πιέσεις και αι απώλειαι εις στρατεύματα ανωτέρας κλάσεως, τας οποίας υφίσταται o εχθρός θα είναι αναμφιβόλως πολύ σοβαραί. Δεν είναι δυνατόν να κρατήση επ' άπειρον. Διαβιβάσατε τα ακόλουθα εις τον στρατηγόν Φράυμπεργκ εκ μέρους μου: "Ολόκληρος ο κόσμος σάς παρακολουθεί εις την λαμπράν μάχην την οποίαν διεξάγετε, επί της οποίας βασίζονται σπουδαία γεγονότα.

Την επόμενη ημέρα (24 Μαΐου), πέμπτη από την επίθεση, νέοι ισχυροί γερμανικοί βομβαρδισμοί στα Χανιά, το Ηράκλειο και άλλες πόλεις της Κρήτης δυσχεραίνουν περισσότερο τη θέση των ελληνοσυμμαχικών δυνάμεων, που εξακολουθούν να αμύνονται. Ο στρατηγός Φράυμπεργκ αναφέρει στον Ουέιβελ ότι οι Άγγλοι έχουν ήδη 1.000 νεκρούς και το 220 Νεοζηλανδικό Τάγμα έχει αποδεκατισθεί και αναγκάζεται πλέον να εγκαταλείψει τις θέσεις του στο Μάλεμε.

Για την έκταση των βομβαρδισμών και των μεγάλων καταστροφών, που έχουν προκληθεί στα Χανιά, την άλλη μέρα (25 Μαΐου) ο παραμένων στην πόλη, ενώ ήδη έχει αποχωρήσει o πρωθυπουργός του από την Κρήτη, υπουργός Εργασίας Αριστείδης Δημητράτος προβαίνει στις ακόλουθες δηλώσεις:

«H γερμανική αεροπορία, στη μέχρι τούδε δράση της προσέθεσε νέα σειρά εγκλημάτων με την καταστροφή της προσωρινής πρωτευούσης της Ελλάδος, των Χανίων, που ήταν πόλις τελείως ανοχύρωτος. Κάτω από τα ερείπια της πόλεως αυτής έχουν ταφή άμαχοι πληθυσμοί, γέροι, γυναίκες και παιδιά.

»Εκατοντάδες βομβαρδιστικών αεροπλάνων καθέτου εφορμήσεως ρίχνοντας δέσμες βομβών αυλάκωναν την πόλη σε παράλληλες ευθείες και κατόπιν αντιστρόφως σε κάθετες, ώστε, επί των ερειπίων της πόλεως να σχηματίζωνται τετραγωνίδια αγκυλωτών σταυρών, ενώ τεράστιες γλώσσες πυρκαϊών που είχαν προκληθή από εμπρηστικές βόμβες ξεπηδούσαν από το κέντρο της πόλεως και τα δυό της άκρα και κατέκαιαν τους ευρισκομένους στα νοσοκομεία αρρώστους. Το απαίσιο αυτό έργο της καταστροφής συνεπλήρωσε ακολούθως ο μυδραλλιοβολισμός από πολύ χαμηλό ύψος, κατά σύστημα γαζώματος ραπτομηχανής, που αποτελείωνε όσους από τους γέρους, τις γυναίκες και τα παιδιά ζητούσαν την σωτηρίαν διά της φυγής, μέσω των ερειπίων της καιομένης πόλεως. Το θέαμα ήτο αφαντάστως τραγικό και προσέδιδε σ' αυτό ακόμη πιο απαισιώτερη μορφή η μάχη που εφαίνετο 20 χιλιόμετρα μακρυά, στη βάση του αεροδρομίου του Μάλεμε.

»Αυτό το φρικτό και απαίσιο θέαμα μέσα στο οποίο εζήσαμε στα Χανιά, πιστεύω να ζήσουν και o Χίτλερ με τους επιτελείς του, για να ιδούν με τα ίδια τους τα μάτια να χαράσσωνται επί των γερμανικών πόλεων ομοίας φύσεως αγκυλωτοί σταυροί».


Η ΜΑΧΗ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ

Ουίνστον Τσώρτσιλ. Βρετανός 
Πρωθυπουργός στο Β' Παγκόσμιο 
Πόλεμο και ηγετική φυσιογνωμία 
των Συμμάχων

Παρά την ηρωική άμυνα που προβάλλουν οι Νεοζηλανδοί στην περιοχή Γαλατά, οι Γερμανοί ενεργούν στις 25 Μαΐου σφοδρή επίθεση, αφού προηγήθηκε σκληρός βομβαρδισμός το μεσημέρι. Έτσι, διασπούν τις γραμμές των νεοζηλανδικών δυνάμεων και καταλαμβάνουν τον Γαλατά. Την ίδια νύχτα όμως πραγματοποιείται συμμαχική αντεπίθεση από δύο νεοζηλανδικούς λόχους, που είχαν και την υποστήριξη δύο αρμάτων μάχης. H νυχτερινή αντεπίθεση υποχρεώνει τους Γερμανούς σε υποχώρηση, αλλά και οι Νεοζηλανδοί δεν μπορούν να κρατήσουν τον Γαλατά και αναγκάζονται να φύγουν και αυτοί.

Ο στρατηγός Φράυμπεργκ είχε ήδη από τις 23 Μαΐου καταλήξει στην εκτίμηση ότι η Κρήτη δεν μπορεί να κρατηθεί. Ενώ o Στούντεντ έπαιρνε συνεχώς ενισχύσεις, ο ίδιος ελάχιστες είχε πάρει από την Αίγυπτο. Στις 26 Μαΐου, ύστερα από σύσκεψη με το επιτελείο του, τηλεγραφεί στον Ουέιβελ ότι οι δυνάμεις του έφθασαν στο έσχατο όριο αντοχής:

«Μετά λύπης μου αναφέρω, ότι κατά την γνώμην μου, τα υπό την διοίκησή μου εις τον λιμένα της Σούδας στρατεύματά μας έχουν φθάσει εις το ανώτατον όριον αντοχής. Ασχέτως της τελικής αποφάσεως υπό των αρχιστρατήγων, η θέσις μας ενταύθα είναι απελπιστική. Μία μικρά, κακώς εφωδιασμένη και καθηλωμένη δύναμις, όπως είναι η Ιδική μας, δεν δύναται να αντεπεξέλθη επιτυχώς εις τον συγκεντρωμένον βομβαρδισμόν τον οποίον αντιμετωπίζομεν από επτά ολοκλήρων ημερών. Νομίζω καθήκον μου να σας είπω, ότι από διοικητικής απόψεως αι δυσκολίαι της απαγκιστρώσεως της δυνάμεως αυτής είναι ανυπέρβλητοι. Υπό την προϋπόθεσιν ότι θα ληφθή αμέσως σχετική απόφασις ένα ποσοστόν της δυνάμεως αυτής θα ηδύνατο να επιβιβασθή πλοίων. Εφ' όσον o τομεύς αυτός εκκαθαρίζεται, η κατάληψις του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου διά των αυτών μεθόδων θα είναι απλώς ζήτημα χρόνου. Τα στρατεύματα τα οποία διαθέτομεν, εξαιρουμένου του συντάγματος Ουαλλών και των κομμάντος, δεν δύνανται πλέον v' αποδυθούν εις επιθετικήν δράσιν. Εάν αποφασίσετε εν όψει της όλης καταστάσεως εις Μέσην Ανατολήν, ότι η παρέλευσις ολίγων ωρών θα βοηθήση την κατάστασιν, ημείς θα συνεχίσωμεν. Θα πρέπει να ίδω κατά ποίον τρόπον δύναται να επιτευχθή τούτο καλύτερον. Ο κόλπος της Σούδας θα ευρίσκεται πιθανώς υπό το πυρ του εχθρού εντός 24 ωρών. Αι τελευταίαι απώλειαι ήσαν βαρείαι και απωλέσαμεν το πλείστον των μονίμων πυροβόλων μας».

Και πραγματικά, οι απώλειες ήταν φοβερές, τα δε μέσα ανύπαρκτα. Το μέτωπο δυτικά από τα Χανιά είχε διασπασθεί και οι ελληνοσυμμαχικές δυνάμεις υποχωρούσαν ατάκτως. Από 1.200 άνδρες, μόνο 350 είχαν απομείνει. Το Ρέθυμνο είχε αποκοπεί εντελώς και για τους εκεί Άγγλους ετίθετο το ερώτημα αν θα αιχμαλωτισθούν ή θα έρθουν τα πλοία για να τους πάρουν από την Κρήτη. Υπό Ιδιαιτέρως δύσκολες συνθήκες, η Νεοζηλανδική Μεραρχία συνέχιζε την υποχώρησή της. οι ελληνικές δυνάμεις υπό τον στρατηγό Σκουλά στερούνταν τροφίμων και υλικού και βάλλονταν από τα γερμανικά βομβαρδιστικά.

Αγνοώντας την κατάσταση και εξακολουθώντας να τρέφει αυταπάτες, ο Τσώρτσιλ τηλεγραφεί στον Φράυμπεργκ το πρωί της επομένης: «H ένδοξος άμυνά σας προσελκύει τον διεθνή θαυμασμόν. Γνωρίζομεν ότι ο εχθρός επιέσθη σκληρώς. Κάθε δυνατή βοήθεια αποστέλλεται».

Ταυτόχρονα o Τσώρτσιλ τηλεγραφούσε στον Ουέιβελ: «Η νίκη εις την Κρήτην είναι ζωτικής σημασίας κατά την κρίσιμον αυτήν στιγμήν του πολέμου. Εξακολουθήσατε να ρίπτετε όσας δυνάμεις δύνασθε εις την μάχην».

Λίγο αργότερα όμως, ο Βρετανός πρωθυπουργός μάθαινε ότι κάθε ελπίδα είχε χαθεί. Ο Ουέιβελ του ανέφερε:

«Φοβούμαι ότι η κατάστασις εις Κρήτην είναι λίαν σοβαρά. Το μέτωπον Χανίων έχει καταρρεύσει και o κόλπος της Σούδας είναι δυνατόν να προστατευθή μόνον επί άλλας είκοσι τέσσαρας ώρας, το πολύ. Δεν υπάρχει δυνατότης να ρίψωμεν ενισχύσεις εις τον αγώνα...

»3. Τηλεγράφημα μόλις ληφθέν από τον Φράυμπεργκ αναφέρει ότι η μόνη πιθανότης διασώσεως της εις περιοχήν Σούδας δυνάμεως είναι να αποσυρθή αύτη εις τας ακτάς νοτίως της νήσου, όπου και να κρύπτεται κατά την διάρκει της ημέρας και να κινήται κατά την διάρκειαν της νυκτός. Ανεφέρθη ότι η δύναμις εις το Ρέθυμνον απεκόπη και στερείται εφοδίων. Η εις Ηράκλειον δύναμις φαίνεται ότι είναι περικυκλωμένη.

»4. Φοβούμαι ότι πρέπει να αναγνωρίσωμιεν ότι η Κρήτη δεν δύναται πλέον να κρατηθή και ότι τα στρατεύματά μας πρέπει να αποσυρθούν το ταχύτερον δυνατόν. Κατέστη αδύνατον να ανθίστανται το βάρος των εχθρικών από αέρος επιθέσεων, αι οποίαι αυξάνονται άνευ προηγουμένου και αι οποίαι υπό τας παρούσας συνθήκας δεν είναι πρακτικώς δυνατόν να αντιμετωπισθούν».

Η ανάγνωση του τηλεγραφήματος αυτού του Ουέιβελ στα μέλη του Πολεμικού Συμβουλίου, που συνήλθε στο Λονδίνο στις 10.30 π.μ. της 27ης Μαΐου, αφαιρεί κάθε πιθανότητα να κρατηθεί η Κρήτη. Τότε ο Τσώρτσιλ παίρνει τη μεγάλη απόφαση, όπως αναφέρουν τα επίσημα πρακτικά του Πολεμικού Συμβουλίου:

«Ο Πρωθυπουργός είπεν ότι κάθε ευκαιρία να κερδίσωμεν την μάχην εις την Κρήτην εφαίνετο τώρα απωλεσθείσα και θα έπρεπε να αντιμετωπίσωμεν την προοπτικήν της απωλείας του μεγαλυτέρου μέρους των εκεί δυνάμεών μας. Εις ουδεμίαν ενέργειαν ήτο δυνατόν να προβώμεν επί του ζητήματος τούτου ημείς εδώ».

Ο στρατηγός Φράυμπεργκ αρχίζει πλέον την οργάνωση της αποχώρησης των συμμαχικών στρατευμάτων. H Κρήτη έχει χαθεί. Τη νύχτα 26 προς 27 Μαΐου φθάνουν στο λιμάνι της Σούδας τρία βρετανικά πλοία με εφόδια και ένα τάγμα κομάντος, που είχε αποστολή να καλύψει την υποχώρηση.

Στο Ρέθυμνο οι αποκομμένες ελληνοαυστραλιανές δυνάμεις, που δεν μπόρεσε ο Φράυμπεργκ να τις ειδοποιήσει για την εκκένωση, ύστερα από μια αποτυχημένη απόπειρα να αντιμετωπίσουν τη γερμανική πολιορκία με έξοδο, αναγκάσθηκαν να παραδοθούν.

Αντίθετα, οι δυνάμεις που βρίσκονται στο Ηράκλειο στις 28 Μαΐου κατορθώνουν να επιβιβασθούν στα βρετανικά πλοία, που έχει στείλει ο ναύαρχος Κάνιγκαμ. Το Ηράκλειο, μετά από την κατάληψη της Σούδας από τους Γερμανούς την προηγούμενη μέρα, είναι το μόνο κρητικό λιμάνι όπου μπορούν να πλησιάσουν τα συμμαχικά πλοία. Τα Χανιά είχαν ήδη καταληφθεί από τις 27 Μαΐου.


Πηγή κειμένου: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΣ, Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, εκδ. HISTORIA 


Κυριακή, Νοεμβρίου 19, 2023

Ναπολέων Ζέρβας

Ναπολέων Ζέρβας 
Γεννήθηκε στην Αρτα το 1891. Μετά την αποπεράτωση των γυμνασιακών του σπουδών κατατάχθηκε στο στρατό ως εθελοντής (1910). Στους Βαλκανικούς Πολέμους έλαβε επ' ανδραγαθία το βαθμό του ανθυπασπιστή. Στη συνέχεια, φοίτησε στη Σχολή Υπαξιωματικών και ονομάστηκε ανθυπολοχαγός. Προσχώρησε από τους πρώτους στο Κίνημα της Εθνικής Αμύνης και διακρίθηκε στο μακεδονικό μέτωπο (1917 -1918) προαγόμενος επ' ανδραγαθία έως τον βαθμό του ταγματάρχη. Μετά την ήττα των Φιλελευθέρων το 1920, διέφυγε στην Κωνσταντινούπολη αλλά επέστρεψε το 1922 και κατατάχθηκε εκ νέου στον Στρατό.

Κατά την διάρκεια της δικτατορίας του Πάγκαλου (1925), ο Ζέρβας διορίστηκε φρούραρχος των Αθηνών και παράλληλα διοικητής του Β' Τάγματος Δημοκρατικής Φρουράς γενόμενος μαζί με τον διοικητή του Α' Τάγματος αντισυνταγματάρχη Παναγιώτη Ντερτιλή ένα από τα κύρια στηρίγματα του καθεστώτος. Παρ' όλα αυτά, συμμετείχε στο Κίνημα του Κονδύλη (Αύγουστος 1926) που ανέτρεψε τον Πάγκαλο.

Όταν όμως τον Σεπτέμβριο ο Κονδύλης αποφάσισε τη διάλυση της Δημοκρατικής Φρουράς, ο Ζέρβας προέβαλε αντίσταση με συνέπεια τη διεξαγωγή πολύνεκρων μαχών μεταξύ των ανδρών του και αυτών του κυβερνητικού στρατού. Για αυτή του την πράξη ο Ζέρβας καταδικάστηκε σε ισόβια αλλά αμνηστεύθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1928 και ονομάστηκε αντισυνταγματάρχης εν αποστρατεία.

Τον Σεπτέμβριο του 1941, ίδρυσε μαζί με άλλους βενιζελικούς στρατιωτικούς και πολιτευτές τον ΕΔΕΣ. Λίγο αργότερα, με υπαρχηγό της οργάνωσης και πολιτικό του σύμβουλο τον Κομνηνό Πυρομάγλου βγήκε στα βουνά της Ηπείρου και συγκρότησε τις «Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών» (ΕΟΕΑ). Τον Νοέμβριο του 1942, δυνάμεις του ΕΔΕΣ-ΕΟΕΑ μαζί με ομάδες του ΕΛΑΣ υπό τον Αρη Βελουχιώτη και σε συνεργασία με Βρετανούς σαμποτέρ, ανατίναξαν την γέφυρα του Γοργοποτάμου. Ο ΕΔΕΣ έφθασε στο σημείο να ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Κατά τα Δεκεμβριανά, οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ δέχθηκαν επίθεση από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και υποχρεώθηκαν να αναδιπλωθούν και να καταφύγουν στην Κέρκυρα. Στις 15 Φεβρουαρίου 1945 ο Ζέρβας αποφάσισε να διαλύσει τις ένοπλες ομάδες του και να πολιτευθεί. ίδρυσε το «Εθνικόν Κόμμα» και στις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 εξελέγη βουλευτής Ιωαννίνων, ενώ το κόμμα του απέσπασε 25 έδρες. Στην κυβέρνηση Μαξίμου ανέλαβε το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως (23 Φεβρουαρίου 1947) στο οποίο παρέμεινε μέχρι τις 29 Αυγούστου 1947. Αργότερα, το Κόμμα του ενώθηκε με αυτό των Φιλελευθέρων και επανεξελέγη βουλευτής Ιωαννίνων. Το 1950 ανέλαβε υπουργός Δημοσίων Εργων στην κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου. Στις επόμενες δεν κατόρθωσε να εκλεγεί βουλευτής και αποσύρθηκε από την πολιτική.


Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ: 1940 - 1949, Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΕ ΤΗ ΣΎΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΑΔΑ 

Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2023

ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΦΟΥΛΙΔΗΣ (β' μέρος)


Δέκα ημέρες μετά τον νέο αυτόν άθλο του Φουλίδη, άρχισε υπό την ηγεσία του στρατηγού Μύλλερ η γερμανική επίθεση κατά της Σεβαστούπολης.

Ο στρατηγός Μύλλερ υπήρξε στα χρόνια 1941-42 στρατιωτικός διοικητής του φρουρίου της Κρήτης και ως τέτοιος κατηγορήθηκε ως εγκληματίας πολέμου. οι Άγγλοι τον παρέδωσαν για να δικασθεί στις ελληνικές αρχές και ύστερα από δίκη καταδικάσθηκε το 1946 σε θάνατο. Ο Μύλλερ τυφεκίσθηκε στο Χαϊδάρι μαζί με τον επίσης Γερμανό στρατηγό Μπρόιερ, που ήταν επί κεφαλής των Γερμανών αλεξιπτωτιστών που έπεσαν την άνοιξη του 1941 στην Κρήτη.

Η επίθεση εναντίον της Σεβαστούπολης, η οποία μελετήθηκε και σχεδιάσθηκε από τον στρατηγό Μύλλερ με βάση κυρίως τις πληροφορίες του Φουλίδη, κατέληξε μετά από λίγες μέρες στην πλήρη συντριβή των ρωσικών δυνάμεων της Κριμαίας και την άλωση της Σεβαστούπολης.

Ως λοχαγός πλέον του γερμανικού στρατού o Φουλίδης ανέλαβε και νέα αποστολή. Τη φορά αυτή έπρεπε να οργανώσει την εξέγερση κατά των Ρώσων των μακριά από τον Ντον Κοζάκων, για να διευκολυνθεί η προς τον Καύκασο προέλαση του γερμανικού στρατού.

O Φουλίδης και οι άνδρες του μιλούσαν άριστα τα ρωσικά και κρυπτόμενοι την ημέρα στις λόχμες των ρωσικών στεπών, εμφανίζονταν τη νύχτα ως Ρώσοι δυσαρεστημένοι κατά του σοβιετικού καθεστώτος, για να εξάψουν με φλογερά λόγια το φρόνημα των χωρικών εναντίον της θεομηνίας που εξαπέλυσε κατά της Αγίας Ρωσίας το κομμουνιστικό καθεστώς.

Η δραστηριότητα αυτή του Φουλίδη δεν άργησε να γίνει γνωστή στους Ρώσους, οι οποίοι τέθηκαν αμέσως προς καταδίωξή του. O Φουλίδης όμως ασύλληπτος μετεκινείτο με τους λίγους στην αρχή άνδρες του από περιοχή σε περιοχή, στρατολογώντας πάντοτε και νέους οπαδούς, τους οποίους έσερνε μαζί τους άοπλους. Οι άνδρες του, με την πάροδο του χρόνου πλήθαιναν και δημιουργήθηκε πλέον ζήτημα εξοπλισμού και ανεφοδιασμού τους, διότι όλοι αυτοί έπρεπε να τρέφονται. Εγκατέστησε τότε το στρατηγείο του σ' ένα απέραντο δάσος της Νότιας Ρωσίας, απ' όπου με τον ασύρματο ειδοποίησε τον προϊστάμενό του συνταγματάρχη φον Κλαούζεβιτς να μεριμνήσει για την αποστολή και ρίψη αυτομάτω όπλων και πυρομαχικών, καθώς και αρκετών τροφίμων, διότι το σώμα του αριθμούσε πλέο 400 άνδρες.

Από τότε o Φουλίδης με το σώμα του ανεφοδιαζόταν συχνά τις νύχτες από γερμανικά αεροπλάνα, τα οποία πετούσαν στην περιοχή όπου είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο το και όπου το σώμα του κρυβόταν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τη νύχτα ο Φουλίδης με το άνδρες του έκανε διάφορες επιδρομές κατά των εφοδιοπομπών του ρωσικού στρατού που κατευθύνονταν στο μέτωπο, κι έτσι αργότερα κατόρθωσε όχι μόνο να λύσει το πρόβλη του ανεφοδιασμού του και να απαλλάξει τον φον Κλαούζεβιτς από τη φροντίδα αυτή, και να πληθύνει ακόμη περισσότερο τις τάξεις των ανδρών του, γιατί πλέον δεν του έλει ούτε οπλισμός για να τους εξοπλίσει, αλλά ούτε και στολές για να τους ντύσει. Μέσα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να τους ντύσει όλους με ρωσικές στολές κ να παρουσιάζεται πλέον, τόσο ο ίδιος όσο και οι άνδρες του, ως λιποτάκτες Ρώσοι στρατ ώτες, δυσαρεστημένοι κατά του σοβιετικού καθεστώτος.

Στην περίοδο αυτή ο Φουλίδης με τους άνδρες του έγιναν ο φόβος και ο τρόμος τη ρωσικής στρατιωτικής ηγεσίας του νοτίου μετώπου. Δεν υπήρχε πλέον, χάρη στη δράση του Φουλίδη, καμία ασφάλεια για τις ρωσικές συγκοινωνίες του νοτίου μετώπου και τις εφοδιοπομπές που κατευθύνονταν προς το μέτωπο. Κάθε βράδυ καταστρεφόταν και ένα σιδηροδρομικός σταθμός. Καθημερινά ανατινάζονταν ολόκληρα τραίνα και καθημερινά οι σιδηροδρομικές γραμμές που οδηγούσαν στο μέτωπο ήταν κατεστραμμένες σε πολλά σημεία, έτσι ώστε να δυσχεραίνονται αφάνταστα οι ρωσικές μεταφορές.

Εφοδιοπομπές, που την αποτελούσαν ολόκληρες φάλαγγες φορτηγών αυτοκινήτω καταστρέφονταν και πυρπολούνταν στη διάρκεια των επιθέσεων που πραγματοποιούσα εναντίον τους οι άνδρες του Φουλίδη.

Την εποχή αυτή η φήμη του Φουλίδη και το γόητρό του στους επιτελικούς γερμανικούς κύκλους είχαν φθάσει πλέον στο ζενίθ. Ο Φουλίδης, εκτός από το σαμποτάζ σε ευρεία κλίμακα που καθημερινά διενεργούσε κατά των Ρώσων, κατόρθωσε με το γόητρο του ηρωικού αγωνιστή υπέρ της ελευθερίας και της απολύτρωσης από την κομμουνιστική σκλαβιά στους πληθυσμούς των Κοζάκων του Ντον και των γύρω περιοχών, να δημιουργήσει και πολιτικό ζήτημα, σε ώρα πολέμου, στη Σοβιετική Ένωση.

Την εξέγερση που προκάλεσε o Φουλίδης, ήταν πλέον κίνδυνος να την μιμηθούν κα άλλες περιοχές, οπότε ολόκληρο το εσωτερικό ρωσικό μέτωπο θα κατέρρεε σαν χάρτινο πύργος, στην περιοχή αυτή τουλάχιστον.

Οι επιτυχίες του Φουλίδη υπήρξαν καταπληκτικές και υπεράνθρωπες. Η ρωσική ηγεσία του νότου, έχοντας σαφή επίγνωση του κινδύνου που αποτελούσε γι' αυτήν ο Φουλίδης με το σώμα του, επεκήρυξε τόσο τον ίδιο όσο και τους άνδρες του έναντι ενός εξωφρενικο ποσού σε ρούβλια «για κάθε κεφάλι» που αντιπροσώπευε την εποχή εκείνη περί τις 30 χρυσές λίρες.

Παρ' όλα αυτά όμως ο Φουλίδης δεν αναχαιτίζεται στη δράση του, αλλά αντίθετα την εντείνει. Στέλνει με τους ασυρμάτους του κάθε είδους πληροφορίες στρατιωτικής φύσεως στον φον Κλαούζεβιτς, διανέμει μυστικό τύπο που εκδίδεται στα ρωσικά με προπαγανδιστικές πληροφορίες στο Κίεβο και που στέλνεται κάθε βράδυ με αεροπλάνα σε χιλιάδε αντίτυπα και προετοιμάζει τη γερμανική επίθεση και την προέλαση προςτο Στάλινγκραντ την ισχυρή γερμανική επίθεση, που προετοιμάσθηκε έτσι, επακολούθησε μεγάλη συμφορά για τη ρωσική στρατιά του νότου, η οποία εξαρθρώθηκε σχεδόν τελείως, χάρη στις στρατηγικές πληροφορίες του Φουλίδη και τη δράση του σώματός του εναντίον των συγκοινωνιών της στα μετόπισθεν.

Μπροστά στο Στάλινγκραντ όμως, οι Ρώσοι ανασυγκροτούνται και επιτίθενται. Το αποτέλεσμα της επίθεσης αυτής είναι γνωστό. Χάρη σε μια ξεροκεφαλιά του Χίτλερ, μία ολόκληρη γερμανική στρατιά υπό τον στρατάρχη Πάουλους καταστράφηκε και άρχισε πλέον η γερμανική υποχώρηση στο νότιο ρωσικό μέτωπο.

Ο Φουλίδης όμως πλέον βρισκόταν πολύ μακριά. Με την προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων προς το Στάλινγκραντ, έλαβε διαταγή του συνταγματάρχη φον Κλαούζεβιτς να κατευθυνθεί προς την περιοχή του Κουμπάν. οι Γερμανοί, μετά την κατάληψη του Στάλινγκραντ, είχαν προφανώς υπ' όψιν να στραφούν κατά του Καυκάσου, για να καταλάβουν τόσο τα λιμάνια στη Μαύρη Θάλασσα, όσο και εφ' όσον αυτό ήταν δυνατό και τις πετρελαιοπηγές του.

Ο Φουλίδης και στο Κουμπάν δεν διέψευσε τις ελπίδες που στήριζε επάνω του και επάνω στους άνδρες του το ανώτατο γερμανικό στρατηγείο. Ο Φουλίδης εδώ υπερέβη σε κατορθώματα και τη δράση του θρυλικού Άγγλου πράκτορα Λώρενς, o οποίος κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου κατόρθωσε να εξεγείρει εναντίον της Τουρκίας τις αραβικές φυλές της Εγγύς Ανατολής. Η Τουρκία ήταν την εποχή εκείνη σύμμαχος των Γερμανών.

Ο Φουλίδης εξεγείρει εκεί δύο μικρές αυτόνομες σοβιετικές δημοκρατίες, τη δημοκρατία των Τσετσένων και μία άλλη, και δημιούργησε τόση αναταραχή και σύγχυση στη σοβιετική εσωτερική διοίκηση, ώστε και μετά τη λήξη του πολέμου ακόμη να θεωρεί η σοβιετική διοίκηση τις δύο αυτές δημοκρατίες ότι δεν μπορούν να αποβάλουν «το σπέρμα της προδοσίας», με το οποίο τους διέβρωσαν «οι Γερμανοί κατά τη διάρκεια του πολέμου».

Αποτέλεσμα της επίσημης αυτής σοβιετικής αντίληψης για τις δύο αυτές δημοκρατίες, υπήρξε να διαταχθεί το 1947 η μετακίνηση προς Σιβηρία του συνόλου του πληθυσμού τους, που υπερβαίνει τα 500.000 άτομα.

Ο Φουλίδης ήταν πλέον ένδοξος με τις ανώτατες γερμανικές διακρίσεις και για τρίτη φορά προάγεται επ' ανδραγαθία στο πεδίο της μάχης, στον βαθμό του ταγματάρχη του γερμανικού στρατού. Έτσι περί το τέλος του 1941 ο Φουλίδης άρχισε τη σταδιοδρομία του ως ανθυπολοχαγός και στις αρχές του 1943 ήταν ήδη ταγματάρχης!

Την περίοδο αυτή άρχισε πλέον να δύει το άστρο του και να τον εγκαταλείπει η τύχη. Οι ατυχίες του γερμανικού στρατού επέδρασαν πολύ στο ηθικό των ανδρών του, που ένας-ένας πλέον άρχισαν να τον εγκαταλείπουν και να σκέφτονται πώς θα εξασφάλιζαν τη σωτηρία τους από το σοβιετικό καθεστώς, που εμφανιζόταν και πάλι νικηφόρο και ισχυρό. Έτσι άρχισε ανάμεσα στους άνδρες του η προδοσία. οι πρώτοι που τον εγκατέλειψαν κατέφυγαν στις ρωσικές αρχές, παρέδωσαν τον οπλισμό τους και είπαν πως στρατολογήθηκαν βιαίως. οι Ρώσοι σκόπιμα τους φέρθηκαν, όπως θα φερόταν ένας πατέρας στον άσωτο υιό του που επιστρέφει και ζητεί συγγνώμη.

Άνδρες της ΡΟΑ, 
Μεταξύ των οποίων 
πολέμησαν και 
Ελληνοπόντιοι εθελοντές

Έτσι οι υπόλοιποι αναθάρρησαν και άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπουν κατά ομάδες τον Φουλίδη, ο οποίος πλέον με υπόλοιπο μικρό σώμα του, αναγκαζόταν λόγω των πολλών προδοσιών να δίνει σκληρές και αιματηρές μάχες προς τμήματα του ρωσικού στρατού, που τον καταδίωκαν. Η ζωή του την περίοδο αυτή ήταν ένα μυθιστόρημα γεμάτο από περιπέτειες, στις οποίες ενέδρευε πάντοτε ο θάνατος. Τον θάνατο αυτόν κατόρθωσε ο Φουλίδης με ολιγάριθμους μόνο πιστούς του να τον αποφύγει. H ζωή του όμως πολύ μακριά από το μέτωπο εντός του εσωτερικού της Ρωσίας και χωρίς τη δύναμη πλέον να διενεργεί επιδρομές για τον ανεφοδιασμό του σε τρόφιμα, κατέστη αφόρητη.

Αλλά πώς να ειδοποιήσει γι' αυτό τον φον Κλαούζεβιτς;

Βρισκόταν, όπως είπαμε, πολύ μακριά από το μέτωπο και ο ένας ασύρματος που το απέμεινε είχε μικρή ισχύ και παρ' όλες τις προσπάθειές του, επί ένα μήνα, δεν κατόρθωσε να επικοινωνήσει με το Στρατηγείο.

Έπειτα οι μπαταρίες με τις οποίες λειτουργούσε ο ασύρματός του, εξηντλούντο καθημερινά και το εκ νέου γέμισμά τους ήταν αδύνατο αν όχι επικίνδυνο.

Υπό τις συνθήκες αυτές αποφάσισε μέσα στον χειμώνα, πεζοπορώντας με τη μικρή του πλέον ομάδα τις νύχτες, και κρυπτόμενος την ημέρα, να προσεγγίσει τις γερμανικές γραμμές καμιά διακοσαριά έως τριακόσια χιλιόμετρα για να μπορέσει να επικοινωνήσ μέσω του ασυρμάτου του, με τον φον Κλαούζεβιτς.

Έπειτα από αφάνταστες περιπέτειες, που περιγράφονται με δραματικό τρόπο στι εκθέσεις του, ο Φουλίδης κατορθώνει να διαφύγει επί δεκαήμερο παγίδες και ενέδρες κα να ακούσει επιτέλους τη συνηθισμένη ώρα των ακροάσεων του ασυρμάτου του, την υπηρεσία του Κλαούζεβιτς να τον καλεί. Γεμάτος χαρά ο ασυρματιστής του, του αναγγέλλει:

-Αρχηγέ, αποκατέστησα επαφή.

-Μεταβίβασέ τους, λέει ο Φουλίδης, πως σε πέντε λεπτά θα επανέλθουμε.

Με ψυχή συντετριμμένη, στο διάστημα αυτό o Φουλίδης έβγαλε από την τσέπη του τον μυστικό του κώδικα και συνέταξε το κρυπτογράφημα που προόριζε για τον φον Κλαούζεβιτς.

Του καθόριζε το ακριβές σημείο της Στέππας όπου βρίσκονταν και του έδινε σημεία αναγνωρίσεως για να έλθουν τα μεσάνυχτα δύο ελικόπτερα να τον παραλάβουν με του άνδρες του.

Σε πέντε λεπτά αποκαταστάθηκε και πάλι η επαφή, διαβιβάσθηκε δε το κρυπτογράφημα του Φουλίδη. Το ίδιο βράδυ τα δύο ελικόπτερα παρελάμβαναν τον Φουλίδη, με του λίγους πιστούς του και το πρωί τους μετέφεραν και πάλι στις γερμανικές γραμμές.

Ήταν πλέον εξαντλημένος. Έπρεπε να αναπαυθεί. Πήρε μηνιαία άδεια και αναχώρη σε για το Βερολίνο.

Μετά το τέλος της αδείας του, επέστρεψε στην υπηρεσία του. Με νέο θάρρος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, αναλαμβάνει και νέα αποστολή, η οποία όμως επέπρωτο να είναι και η τελευταία του.

Στον νότιο τομέα αναμενόταν από τους Γερμανούς την εποχή εκείνη και νέα ρωσική επίθεση. Η υπηρεσία πληροφοριών όμως της Ομάδας Στρατιών Νότου, του γερμανικο στρατού, είχε χάσει κυριολεκτικά τα νερά της. Το Στρατηγείο τής ζητούσε πληροφορίες τις οποίες αδυνατούσε να δώσει και αποφάσισε για να ανταποκριθεί, να χρησιμοποιήσει και πάλι ποιον άλλο: Τον Φουλίδη.

Ήθελε να μάθει μέσα σε δέκα ημέρες το πολύ τον αριθμό των ρωσικών στρατευμάτων στο Νότιο μέτωπο, τους αριθμούς των εκεί διατεταγμένων μεραρχιών για να πληροφορηθεί απ' αυτούς ποιοι ήταν οι διοικητές τους, καθώς και τη διάταξη τόσο αυτών όσο και των μηχανοκινήτων δυνάμεων του εχθρού.

Με ένα ασυρματιστή ως μοναδικό σύντροφο, ο Φουλίδης έπρεπε εντός δέκα ημερών να διανύσει πεζή απόσταση 300 περίπου χιλιομέτρων κατά μήκος του μετώπου για να δια βιβάσει τις πληροφορίες που του ζητήθηκαν.

Θα περνούσε τις ρωσικές γραμμές από ένα σημείο του μετώπου, το οποίο όπως είχ διαπιστωθεί από νυκτερινές αναγνωρίσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1943 κατεχόταν από πολλές ασθενείς εχθρικές δυνάμεις.

Στις 11 Δεκεμβρίου το βράδυ ξεκίνησε και πάλι η γερμανική αναγνωριστική περίπολος, που θα διευκόλυνε τον Φουλίδη και τον ασυρματιστή του, στο πέρασμα των ρωσικών γραμμών και θα τον προστάτευε σ' αυτό, εν ανάγκη και με πυρά της. Προηγείτο o επικεφαλής της περιπόλου ανθυπολοχαγός με τους άνδρες του, έρποντας σχεδόν μέσω της νεκράς ζώνης του μετώπου.

Ο Φουλίδης με τον ασυρματιστή του ακολουθούσαν σε απόσταση λίγων βημάτων. Είχαν διανύσει απόσταση σχεδόν 500 μέτρων και δεν απείχαν παρά 20 μέτρα από τις ρωσικές θέσεις, όταν ξαφνικά το ηλεκτρικό φανάρι που είχε κρεμασμένο στον λαιμό του ο Γερμανός ανθυπολοχαγός, άναψε για μια στιγμή, από μια αδέξια κίνηση του χεριού του. Για λίγο η μικρή συνοδεία σάστισε μην ξέροντας τι συμβαίνει, ο Φουλίδης μάλιστα θέλησε γι' αυτό να σκοτώσει επιτόπου τον ανθυπολοχαγό, όπως κατέθεσαν εκ των υστέρων οι υπόλοιποι στρατιώτες. Το περιστατικό αυτό πάντως ήταν αρκετό, για να γίνει αντιληπτή η παρουσία της γερμανικής περιπόλου, μέσα σχεδόν στις ρωσικές γραμμές, από ένα Ρώσο σκοπό που αγρυπνούσε και που άρχισε να πυροβολεί προς την κατεύθυνση που φάνηκε το φως με τροχιοδεικτικά βλήματα, με σφαίρες δηλαδή που αφήνουν πίσω τους μια φωτεινή γραμμή για να δείχνουν πού κατευθύνονται.

Σε λίγο άναψε όλο το τμήμα αυτό του ρωσικού μετώπου. οι σφαίρες έπεφταν βροχή από τα ρωσικά αυτόματα. Μια σφαίρα βρήκε τον Γερμανό ανθυπολοχαγό στο στήθος και τον άφησε νεκρό. Πλήρωσε με τη ζωή του την απροσεξία του.

Δύο Γερμανοί στρατιώτες τον έσυραν νεκρό πλέον μέχρις ενός σημείου, προσπαθώντας κατά την υποχώρησή τους προς τις γερμανικές γραμμές να τον μεταφέρουν πίσω. Τον εγκατέλειψαν όμως διότι οι Ρώσοι άρχισαν πλέον, καθώς υποπτεύονταν για γερμανική επίθεση, να βάλλουν με πυκνά πυρά φραγμού των όλμων τους, εναντίον της ανάμεσα στις δύο εχθρικέςγραμμές ζώνης και οι άνδρες της μικρής περιπόλου άρχισαν όλοι μαζί να υποχωρούν με βιασύνη.

Σε απόσταση 200 μέτρων από τις γερμανικές γραμμές, ένα βλήμα βαρέος ρωσικού όλμου έπεσε σε απόσταση 6 μέτρων περίπου δεξιά του Φουλίδη και ένα θραύσμα του τον βρήκε στον κρόταφο, σφηνώθηκε στον εγκέφαλό του και τον άφησε νεκρό. Άλλα θραύσματα σκότωσαν τον ασυρματιστή του και έναν ακόμη Γερμανό στρατιώτη.

Το επεισόδιο έλαβε χώρα στις 10 το βράδυ της 11ης Δεκεμβρίου 1943. Όταν μετά από πολλή ώρα το μέτωπο ησύχασε και πάλι, στις 2 ακριβώς το πρωί της 12ης Δεκεμβρίου, εξήλθε άλλη γερμανική περίπολος για να περισυλλέξει τα πτώματα του φονευθέντος ανθυπολοχαγού, του Γερμανού στρατιώτη, του Φουλίδη και του ασυρματιστή του.

Στις 3 το πρωί, η περίπολος επέστρεψε με τα πτώματα. O Φουλίδης ήταν πλέον νεκρός. Μαζί του, επειδή επρόκειτο να διασχίσει τις ρωσικές γραμμές, δεν είχε τίποτε άλλο εκτός από 5000 ρούβλια και μια ψεύτικη ρωσική ταυτότητα. Στο δωμάτιό του, όμως, κατά την έρευνα που επακολούθησε για τη συγκέντρωση των ατομικών του πραγμάτων, εκτός των άλλων βρέθηκε και μια επιστολή του που απευθυνόταν στον εδώ εγκατεστημένο Γερμανό Ερρίκο Χάινε, που μαζί με τον Διονύσιο ή Νιόνιο Φιλιππόπουλο, για τη δράση των οποίων θα μιλήσουμε προσεχώς, διεύθυναν το Ναυπηγείο του Γερμανικού Ναυτικού «Αμπελάκι» του Σκαραμαγκά.

Με την επιστολή, που προφανώς δεν είχε προλάβει να ταχυδρομήσει o Φουλίδης, παρακαλούσε τον Χάινε, επειδή δεν γνώριζε αν θα ζούσε λόγω των δυσχερών αποστολών που αναλάμβανε, να ενδιαφερθεί για την Ελληνίδα μνηστή του, τη «Φούλη», για την οποία μιλήσαμε στην αρχή, «σαν πατέρας». Πράγμα βέβαια που δεν έκανε o Χάινε, γιατί μετά τον θάνατο του Φουλίδη, είδα τυχαία μια ημέρα τη «Φούλη» στον δρόμο και μου είπε που φρόντιζε να προσληφθεί σε μια εμπορική επιχείρηση ως αλληλογράφος για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της ζωής».

Οι περιγραφές αυτές ίσως δεν είναι και τόσο ακριβείς. Ακόμη και η αναφορά πε χρήσης γερμανικών αεροπλάνων θα πρέπει να εκτιμηθεί ανάλογα. Οπωσδήποτε όμως η εγκαταλειφθείσα μνηστή του Φουλίδη, ονόματι Φούλη κατά σύμπτωση, ίσως δεν πληροφορήθηκε ποτέ τι πραγματικά απέγινε με τον δαιμόνιο Έλληνα από τον Πόντο...

Πηγή κειμένου: Δημοσθένης Κούκουνας, ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ, Εκδόσεις HISTORIA


ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΦΟΥΛΙΔΗΣ (α' μέρος)

H περίπτωση του Πόντιου Έλληνα Σεβαστιανού Φουλίδη έχει γίνει θέμα για πολλά δημοσιεύματα στο παρελθόν, που στηρίζονται περισσότερο σε μυθικά στοιχεία παρά σε πραγματικά. Η δραστηριότητά του είναι εντοπισμένη από τα χρόνια της δεκαετίας 1910 όταν o ίδιος εργαζόταν στη ρωσική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης. Είναι το πρόσωπο εκείνο που έσωσε τότε από βέβαιο θάνατο τον μετέπειτα γνωστό δημοσιογράφο Ανδρέα Καβαφάκη, όταν ο τελευταίος για εθνικούς λόγους είχε γίνει στόχος των τουρκικών διωκτικών αρχών, κρύβοντάς τον στο κτίριο της ρωσικής πρεσβείας.

Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση o Φουλίδης έγινε ορκισμένος εχθρός των Μπολσεβίκων και εξόριστος πλέον εκινείτο ανάμεσα στους κύκλους των Λευκορώσων προσφύγων. Όπως φαίνεται γρήγορα διασυνδέθηκε με τις διεθνείς αντικομμουνιστικές οργανώσεις, στις οποίες μετά το 1933 ήταν αρκετά σαφής η γερμανική επιρροή. Την εποχή εκείνη εμφανιζόταν ως καπνέμπορος με διασυνδέσεις στη Γερμανία και διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως την Ολλανδία και το Βέλγιο. Σύμφωνα με τον Ζάιτς, ο Φουλίδης «φοίτησε σ' ένα μυστικό σχολείο κατασκόπων στο Αμβούργο, στο οποίο δίδασκε προσωπικά ο ίδιος o Κανάρις». Στη συνέχεια, εφοδιασμένος με όλα τα απαραίτητα έγγραφα και γνωρίζοντας απταίστως τα ρωσικά, εγκαταστάθηκε στις Βαλτικές χώρες, όπου παρουσιαζόταν πολλές φορές ως Ρώσος. Επί χρόνια διηύθυνε από τις πρωτεύουσες των χωρών αυτών την εργασία κατά της Ρωσίας και κατόρθωσε επανειλημμένα να ταξιδέψει και στο εσωτερικό της κομμουνιστικής Ρωσίας προς συλλογή διαφόρων πληροφοριών στρατιωτικής φύσεως, που προορίζονταν για το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο.

Ο Ζάιτς προσθέτει ότι ο Φουλίδης, «ως ειδικός για τα ζητήματα που αφορούσαν τη Νότιο Ρωσία, διατάχθηκε το 1939 να εγκαταστήσει το στρατηγείο του στα Βαλκάνια». Η πρώτη επιλογή ήταν η Κωνσταντινούπολη, όπου ευχερέστερα θα διεξαγόταν η κατασκοπεία κατά της Ρωσίας. Εκεί όμως τον καταζητούσαν για τη δράση του, όταν υπό άλλη οπτική γωνία και υπέρ της Ρωσίας είχε δράσει κατά της Τουρκίας και της Γερμανίας. Αφού διαπιστώθηκε ότι ήταν αδύνατο να εγκατασταθεί εκεί, προτιμήθηκε ως βάση του η Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Γερμανό αρχικατάσκοπο, ο Φουλίδης επισκέφθηκε τον τότε αρχηγό της ελληνικής αντικατασκοπίας αστυνόμο Σπύρο Παξινό και «του ανακοίνωσε ειλικρινέστατα την εντολή που είχε και η οποία συνίστατο στην οργάνωση δικτύου πρακτόρων, το οποίο θα στρεφόταν κατά της Ρωσίας με αντικειμενικό σκοπό τη συλλογή στρατιωτικών και πολιτικών πληροφοριών πάσης φύσεως και τη μεταβίβασή τους στο ανώτατο αρχηγείο του γερμανικού στρατού».

Ο Φουλίδης έθεσε αμέσως σε ενέργεια την αποστολή του και κατόρθωσε να στρατολογήσει κατ' αρχήν Έλληνες ναυτικούς, οι οποίοι υπηρετούσαν ως πληρώματα τουρκικών ατμοπλοίων, ώστε μέσω αυτών να αποκατασταθεί επαφή με την Κωνσταντινούπολη. Ένας από τους βασικούς συνεργάτες του ήταν ο εγκαταστημένος από το 1930 στην Ελλάδα Νικόλαος Δούλγερ ή Σέικιν, η εν προκειμένω δράση του οποίου αναφέρεται αναλυτικότερα σε επόμενες σελίδες.

Οι πληροφορίες που συγκέντρωναν οι πράκτορες του Φουλίδη στη Ρωσία έφθαναν με διάφορους τρόπους κρυφά μέχρι την Κωνσταντινούπολη, από όπου παραλαμβάνονταν από τους εκεί πράκτορές του που τις διοχέτευαν στην Αθήνα. Η δραστηριότητα αυτή, που ήταν πολύ επωφελής για τα κράτη που λάμβαναν γνώση των πληροφοριών από τη Σοβιετική Ένωση, συνεχίστηκε μέχρι τις παραμονές της Κατοχής. Σύμφωνα με τον Ζάιτς, o Φουλίδης είχε και περαιτέρω δράση όταν άρχισε η γερμανική επίθεση κατά της Ρωσίας τον Ιούνιο 1941 : «Οργάνωσε σώμα από Λευκορώσους που βρίσκονταν στην Ελλάδα φανατικούς αντικομμουνιστές, το οποίο έθεσε στη διάθεση της υπηρεσίας αντικατασκοπίας του ανωτάτου γερμανικού στρατηγείου. Λίγο αργότερα ο Φουλίδης με τους πράκτορές του αυτούς, μεταξύ των οποίων ήταν ο Θεόδωρος Βλασώφ, υιός Κοσένκο, Νικόλαος Μπεντανάκωφ, Παύλος Σιχμάνωφ και άλλοι, πήγε στο ρωσικό μέτωπο όπου εκπαίδευσε κατάλληλα τους καλύτερους απ' αυτούς και τους έριξε με αλεξίπτωτα πίσω από τις ρωσικές γραμμές προς συλλογή πάσης φύσεως στρατιωτικών πληροφοριών, διάδοση ηττοπαθών ειδήσεων, διανομή παντοειδούς προπαγανδιστικού υλικού και διενέργεια σαμποτάζ».

Ο Άρθουρ Ζάιτς αναφέρει με λεπτομέρειες συγκεκριμένα για τον Σεβαστιανό Φουλίδη, ο οποίος τον Αύγουστο του 1941 είχε σχηματίσει στην Αθήνα μια εθελοντική ομάδα Ρώσων προσφύγων για να δράσει στο Ρωσικό Μέτωπο. Ο Φουλίδης και οι άνδρες του εκτέλεσαν πολλές επιτυχείς αποστολές πίσω από τις εχθρικές γραμμές, που φυσικά όμως δεν ανέτρεψαν την πορεία του πολέμου. Γράφει ο Ζάιτς για τον Φουλίδη και τη δράση του:

«Ο Φουλίδης υπήρξε άνθρωπος ευπροσήγορος και απλοϊκός. Όταν για πρώτη φορά έφθασε στην Αθήνα, εμφανίσθηκε ως καπνέμπορος από τη Γερμανία που ήλθε δήθεν στην Ελλάδα για να προβεί σε αγορά μεγάλων ποσοτήτων καπνών από το Αγρίνιο κ τη Μακεδονία. Έτσι,ήταν γνωστός στα κέντρα που σύχναζε και όπου ξόδευε ηγεμονικά τα χρήματά του. Ως καπνέμπορος ήταν ο γνωστός ο Φουλίδης και στο ζαχαροπλαστείο «Αστόρια» στα Χαυτεία, όπου σύχναζε ιδίως τις απογευματινές ώρες και όπου συνδέθηκε με τον υπάλληλο του Δήμου Αθηναίων Βουδούρη, ο οποίος εν συνεχεία τον συνέστησε στον διευθυντή του ζαχαροπλαστείου φίλο του Φωτόπουλο και τους φίλους του Σταμάτη Σταματίου, μηχανικό, και Σταύρο Σταματίου, μηχανικό του εμπορικού ναυτικού.

Στην «Αστόρια» σύχναζε σχεδόν καθημερινά ο Φουλίδης με μια νέα, την οποία υπεραγαπούσε και την οποία επρόκειτο να παντρευτεί μόλις τελείωνε ο πόλεμος. Η νέα αυτή, που ήταν ένα σεμνότατο κορίτσι της αθηναϊκής κοινωνίας - το όνομά της ήταν Φούλη - δεν ήξερε φυσικά τίποτε για την ιδιαίτερη δραστηριότητα του Φουλίδη, όπως δεν ήξεραν επίσης και τα πρόσωπα που προαναφέραμε και με τα οποία συχνά ο Φουλίδης συναναστρεφόταν στη «Αστόρια». Για όλους αυτούς ο Φουλίδης ήταν ο πλούσιος καπνέμπορος από τη Γερμανία που διέθετε τόσο πολλά χρήματα, ώστε να μπορεί αγόγγυστα να πληρώνει εξογκωμένου λογαριασμούς και να βοηθά πολλές φορές και τους αναξιοπαθούντες.

Με αυτό το προσωπείο εμφανιζόταν o Φουλίδης στους γνωστούς που είχε στην Αθήνα. Στις αρμόδιες όμως ελληνικές αρχές, όπως είπαμε, δεν έκρυψε τίποτε από τον σκοπό τη αποστολής του. Υπ' αυτόν τον όρο άλλωστε ανέλαβε να εργασθεί κατασκοπευτικά στη Ελλάδα, εναντίον της Ρωσίας.

Για την κατασκοπευτική του δράση και τις πληροφορίες του, ενημέρωνε καθημερινά τις αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες, ώστε να μην μένει σ' αυτές ούτε η παραμικρή αμφιβολία ότι ήταν ποτέ δυνατόν να μπλοφάρει μαζί τους. Προ παντός άλλου, ο Φουλίδης, σαν Έλληνας που είχε ζήσει από μικρό παιδί μακριά από την πατρίδα του, δεν ήθελε να αφήσει εδώ εντυπώσεις ενός κακού Έλληνα, γι' αυτό και όταν ανέλαβε τη δουλειά της Ελλάδος είχε πει καθαρά στον φον Κανάρη:

-Θα πάω στην Ελλάδα και θα φτιάξω το ρωσικό δίκτυο. Αλλά εγώ είμαι Έλληνας. Πάω για πρώτη φορά στην πατρίδα μου και δεν θέλω να αφήσω εκεί κακές αναμνήσεις. Θα παίξω το παιχνίδι μου με ανοιχτά χαρτιά.

Ο Κανάρης δεν έφερε αντίρρηση και πράγματι έτσι έγινε. Ο Φουλίδης έπαιξε με ανοιχτά χαρτιά. Για τον λόγο αυτόν δε ακριβώς και όταν κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και όταν αργότερα εισέβαλαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, ο Φουλίδης ποτέ δεν ενοχλήθηκε από τις ελληνικές αρχές. Ενώ Ιταλοί, Γερμανοί και πολλοί Έλληνες ύποπτοι περιορίσθηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ο Φουλίδης περιφερόταν ελεύθερος.

Δεν είχαν άδικο οι ελληνικές αρχές να φερθούν έτσι στον Φουλίδη. Όταν αργότε κατελήφθη η Αθήνα από τα γερμανικά στρατεύματα και έγινε λόγος για είσοδο και των ιταλικών στρατευμάτων, είδαν τον Φουλίδη να κλαίει σαν μικρό παιδί από την αγανάκτηση και να λέει:

-Είναι ντροπή! Αυτό δεν πρέπει να γίνει ποτέ. Είναι ύβρη για τον υπερήφανο ελληνικό λαό, ο οποίος νίκησε στην Αλβανία.

Έπειτα από δύο ημέρες έφυγε αεροπορικώς για το Βερολίνο για να συναντήσει το φον Κανάρη, με τον οποίο συνδεόταν προσωπικά, και να τον παρακαλέσει να μεσολαβήσει στον Χίτλερ, και να μην επιτρέψει την προσβολή αυτή κατά του ελληνικού λαού.

Γύρισε απογοητευμένος και μου ανακοίνωσε πως δεν κατάφερε να κάνει τίποτα και πως έλαβε μόνον αόριστες υποσχέσεις ότι δεν θα γινόταν προσάρτηση των Ιονίων Νήσων από την Ιταλία.

Είπαμε πως ο Φουλίδης δεν ενοχλήθηκε από τις ελληνικές αρχές, και όταν η Αθήνα κατελήφθη από τα γερμανικά στρατεύματα, πρώτη του δουλειά ήταν να πάει στο στρατόπεδο που κρατούνταν οι Γερμανοί της Αθήνας και να απελευθερώσει τον φίλο του διευθυντή τότε της εταιρίας «Ιντερκοντινεντάλ» και αργότερα του ναυπηγείου «Αμπελάκι» Ερρίκο Χάινε.

Για τη Ρωσία έφυγε ο Φουλίδης στις αρχές Αυγούστου του 1941, με ένα μικρό απόσπασμα που κατάρτισε εδώ από εθελοντές Ρώσους πρόσφυγες, διαπνεόμενους όλους, όπως και o ίδιος, από φανατικά αντικομμουνιστικά φρονήματα. Ήταν όλοι άνθρωποι που υπέστησαν πολλά κι έχασαν πολλούς δικούς τους, εκτός από την περιουσία τους, κατά τη θύελλα που επακολούθησε μετά την επανάσταση στη Ρωσία. Ανάμεσά τους ήταν, όπως είπαμε, ο Θεόδωρος Βλασώφ, ο υιός Κοσένκο, ο Νικόλαος Μπεντανάκωφ, o Παύλος Σιχμάνωφ και άλλοι, όλοι άνδρες με θάρρος και αδάμαστη αποφασιστικότητα.

Το αρχηγείο του Κανάρη διέταξε τον Φουλίδη να μεταβεί μαζί με τους άνδρες του και να παρουσιασθεί στην υπηρεσία πληροφοριών της γερμανικής Ομάδας Στρατιών του Νότου, η οποία διεξήγε την εποχή εκείνη επιχειρήσεις στην Ουκρανία, όπου, ιδίως στην περιοχή γύρω από το Κίεβο, διεξάγονταν λυσσώδεις και φονικότατες μάχες.

O αρχηγός της υπηρεσίας κατασκοπείας της Ομάδας Στρατιών του Νότου συνταγματάρχης φον Κλαούζεβιτς, που είχε εν τω μεταξύ πληροφορηθεί από το Βερολίνο για την επικείμενη άφιξη της ομάδας Φουλίδη, τον δέχθηκε με ανοικτές αγκάλες και του παραχώρησε όλα τα μέσα για την ταχύτερη εκπαίδευση των ανδρών του στα ζητήματα κατασκοπείας και σαμποτάζ.

Μέσα σε λίγες μέρες έμαθαν να κατασκευάζουν και να χρησιμοποιούν εκρηκτικές βόμβες, να διακρίνουν από τα διακριτικά των Ρώσων στρατιωτών τις μονάδες στις οποίες ανήκαν κλπ., και αφού εφοδιάσθηκαν με άφθονο προπαγανδιστικό υλικό, ένα βράδυ ένα γερμανικό μεταφορικό αεροπλάνο παρέλαβε με τον Φουλίδη επί κεφαλής και δύο Γερμανούς λοχίες ασυρματιστές και τους έριξε στα μετόπισθεν του ρωσικού μετώπου. Είχαν εντολή να συλλέξουν πληροφορίες για τη διάταξη των ρωσικών στρατευμάτων και να διανείμουν κατάλληλα το προπαγανδιστικό υλικό, που ήταν μια δήθεν παράνομα εκδιδόμενη ρωσική εφημερίδα, η οποία ήταν γεμάτη από ψεύτικες και υποβολιμαίες ηττοπαθείς ειδήσεις που απέβλεπαν στη διάβρωση του ηθικού και της δύναμης αντίστασης του ουκρανικού λαού.

Ο Φουλίδης με την ομάδα του τα κατάφερε μια χαρά. Δεν επέτυχε μόνο να δώσει στους δύο λοχίες ασυρματιστές του πολύτιμες πληροφορίες για τη ρωσική παράταξη μπροστά και μέσα από την πόλη του Κιέβου, και Ιδίως την ακριβή θέση των ρωσικών αρμάτων μάχης, τον αριθμό τους και τις θέσεις των αεροδρομίων που χρησιμοποιούσαν στην περιοχή εκείνη οι Ρώσοι, αλλά κατόρθωσε, σύμφωνα με την εντολή που πήρε, μόλις εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση, που εξελίχθηκε σύμφωνα με τις πληροφορίες του, να περάσει μαζί με τον Κοσένκο και τον Σιχμάνωφ τις ρωσικές γραμμές. Αφού και οι τρεις διακινδύνευσαν επανειλημμένα τη ζωή τους, μόλις βρέθηκαν σε ασφάλεια έσπευσαν να αναφέρουν στο στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου τις εντυπώσεις και πληροφορίες τους από τον πανικό που υπέστησαν τα ρωσικά στρατεύματα, λόγω της αιφνιδιαστικής αλλά και κεραυνοβόλας επίθεσης των γερμανικών δυνάμεων κατά των ρωσικών θέσεων της περιοχής, Ιδίως των τεθωρακισμένων ρωσικών δυνάμεων, στην εξόντωση των οποίων απέβλεπαν οι Γερμανοί.

Μία ημέρα, μετά την εκδήλωση της επίθεσης, η πρωτεύουσα της Ουκρανίας, το Κίεβο, καταλαμβανόταν από τα γερμανικά στρατεύματα και δύο ημέρες αργότερα γινόταν για πρώτη φορά εύφημη μνεία της ηρωικής ομάδας Φουλίδη στο καθημερινό ανακοινωθέν των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. O Φουλίδης, που έφυγε από την Ελλάδα με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, προήχθη επ' ανδραγαθία στο πεδίο της μάχης στον βαθμό του υπολοχαγού. 

Στις αρχέςτου 1942, o Φουλίδης μαζί με τον Μπεντανάκωφ, τον Κοσένκο και τρεις άλλους Ουκρανούς, τους οποίους είχε στρατολογήσει στο μεταξύ o Φουλίδης, και έναν Γερμανό υπαξιωματικό ως ασυρματιστή, έπεσαν με αλεξίπτωτα στην περιοχή της Σεβαστούπολη την οποία λόγω των εξαιρετικών της οχυρώσεων παρέκαμψαν τα προελαύνοντα προς τον ποταμό Ντον γερμανικά στρατεύματα. Οι Γερμανοί ήθελαν τώρα να ξέρουν ακριβώς για τις οχυρώσεις της περιοχής, τη διάταξή τους και γενικά τον οπλισμό τους, ώστε να στραφούν στην κατάλληλη ώρα εναντίον τους και με μια επιθετική ενέργεια να καταλάβουν Σεβαστούπολη.

O Φουλίδης και οι λίγοι άνδρες του κατόρθωσαν πράγματι να ανταποκριθούν πλήρως στις εντολές που πήραν και να διαβιβάσουν τις πιο εμπεριστατωμένες και ακριβείς εκθέσεις που έλαβε ποτέ στρατιωτική ηγεσία από τους πράκτορές της. O Φουλίδης δεν αρκέσθη όμως στον άθλο του αυτόν, θέλησε δε επιστρέφοντας και πάλι στις γερμανικές γραμμές να φέρει στον προϊστάμενό του συνταγματάρχη φον Κλαούζεβιτς και ένα δώρο, και ως τέτοιο επέλεξε τον επιτελάρχη της 138ης φρουριακής ρωσικής μεραρχίας της Σεβαστούπολη συνταγματάρχη Τσέρκωφ.

Το επιτελείο της εν λόγω μεραρχίας βρισκόταν σε μία εξοχική έπαυλη στις ακτές τη Κριμαίας. Σε απόσταση έξι χιλιομέτρων περίπου από την έπαυλη αυτή, βρισκόταν μία αγροικία, σ' ένα δωμάτιο της οποίας έμενε ο Τσέρκωφ. Την απόσταση ανάμεσα στα δύο σπίτια o Τσέρκωφ την έκανε με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ρώσος σωφέρ του Βλαδίμηρο Βασίλιεβιτς, που ήταν και μοναδικός του σύντροφος. Ο Φουλίδης αποφάσισε να απαγάγει τον Τσέρκωφ. Από την παρακολούθησή του ο Φουλίδης γνώριζε πλέον πως αυτός κάθε βράδυ, στις εννιάμιση, αφού γευμάτιζε στη λέσχη των αξιωματικών του επιτελείου, επέστρεφε από τον εξοχικό ερημικό δρόμο στο σπίτι του.

Ειδοποίησε μια ημέρα με τον ασύρματό του τον Κλαούζεβιτς για την πρόθεσή το και τον παρακάλεσε στις 12 ακριβώς τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας, να αποσταλούν δύο ελικόπτερα του γερμανικού στρατού σε ένα χώρο κοντά σε ρωσικό χωριό, μακριά από τη οχυρωμένη ρωσική ζώνη περί τα 30 χιλιόμετρα, για να τους παραλάβουν.

Τα ελικόπτερα θα κατευθύνονταν, σύμφωνα με τις οδηγίες του Φουλίδη, στο σημείο όπου κόκκινα ηλεκτρικά φαναράκια θα σχημάτιζαν ένα σταυρό. Το κόλπο ήταν βέβαια εξαιρετικά τολμηρό, αλλά η τύχη ευνόησε τον Φουλίδη και τους άνδρες του. Από τις εννέα το βράδυ, o Φουλίδης με τους αφοσιωμένους συντρόφους του, μεταμφιεσμένοι σε Ρώσους χωρικούς της Κριμαίας, ενέδρευαν σε μια στροφή του δρόμου, από τον οποίον έπρεπε απαραιτήτως να περάσει ο συνταγματάρχης Τσέρκωφ για να πάει στο σπίτι του.

Κατά τις δέκα παρά τέταρτο, άκουσαν τον θόρυβο ενός αυτοκινήτου που πλησίαζε σβησμένα τα φανάρια του. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως ήταν το αυτοκίνητο του Τσέρκωφ. Ο Φουλίδης με τους άνδρες του πετάχτηκαν από την κρύπτη τους στον δρόμο και με τα πιστόλια στα χέρια υποχρέωσαν τον σωφέρ Βασίλιεβιτς να σταματήσει. Σε λίγο ο Τσέρκωφ ήταν αιχμάλωτός τους. Επιβιβάσθηκαν όλοι μαζί στο αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε πλέον o Φουλίδης, και στις 11 ακριβώς έφθασαν στο μέρος όπου ο Φουλίδης είχε δώσει ραντεβού στα δύο ελικόπτερα που θα έστελνε ο συνταγματάρχης φον Κλαούζεβιτς.

Στις 11.20' ακριβώς είδαν τις φωτεινές δέσμες των αντιαεροπορικών προβολέων του φρουρίου της Σεβαστούπολης να ερευνούν τον ορίζοντα. Ήταν προφανές πως τα δύο ελικόπτερα είχαν επισημανθεί από τους αντιαεροπορικούς σταθμούς του μετώπου και είχε καθορισθεί η κατεύθυνσή τους προς Σεβαστούπολη. Ευτυχώς που στο μέρος που είχε ορισθεί το ραντεβού δεν υπήρχε αντιαεροπορική βάση, ούτε και έφθαναν οι προβολείς των οχυρών της Σεβαστούπολης. Έτσι τα δύο γερμανικά ελικόπτερα κατόρθωσαν να προσεγγίσουν το σημείο προσγείωσής τους, το οποίο είχε επισημανθεί με τον κόκκινο σταυρό των ηλεκτρικών φαναριών, απαρατήρητα και να παραλάβουν τον Φουλίδη με τους συντρόφους του και τους αιχμαλώτους, τον συνταγματάρχη Ιβάν Τσέρκωφ και τον στρατιώτη Βλαδίμηρο Βασίλιεβιτς.

Την επομένη ημέρα το πρωί, ο Φουλίδης μαζί με τους αιχμαλώτους του, παρουσιάσθηκε στον προϊστάμενό του φον Κλαούζεβιτς. Είναι περιττό να τονίσω τη χαρά του τελευταίου. Ο ηρωικός άθλος του Φουλίδη γιορτάσθηκε μεγαλοπρεπώς στο στρατηγείο. Το ίδιο βράδυ, με τηλεγραφική διαταγή του ίδιου του Χίτλερ, ο Φουλίδης προήχθη στον βαθμό του λοχαγού, ενώ οι άνδρες του έτυχαν της διακρίσεως του Σταυρού των Ιπποτών, που είναι από τα μεγαλύτερα γερμανικά παράσημα του πολέμου.

Ο συνταγματάρχης Ιβάν Τσέρκωφ και ο Ρώσος στρατιώτης Βλαδίμηρος Βασίλιεβιτς υποβλήθηκαν στη συνέχεια σε εξαντλητική ανάκριση από ειδικούς Γερμανούς αξιωματικούς. Ο Τσέρκωφ υπήρξε κατά την ανάκριση αρκετά ομιλητικός, έτσι ώστε να συμπληρωθεί με περισσότερες λεπτομέρειες η έκθεση του Φουλίδη για τις οχυρώσεις και τις στρατιωτικές δυνάμεις της άμυνας της Σεβαστούπολης. 


Η συνέχεια ΕΔΩ

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2023

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΓΚΑΙΡΙΓΚ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Από το επίσημο ταξίδι του στην Ελλάδα, το 1934, o Χέρμαν Γκαίριγκ είχε κατενθουσιασθεί πολύ και είχε αποφασίσει να περάσει στην Ελλάδα τον μήνα του μέλιτος, όταν τον Απρίλη του 1935 πραγματοποίησε τον δεύτερο γάμο του. Αυτό το ταξίδι τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, παρά την επιθυμία του Γερμανού στρατάρχη, για πολιτικούς λόγους.

Τον Φεβρουάριο του 1940 ένας άλλος Γκαίριγκ, ο αδελφός του ονόματι Άλμπερτ, επισκέφθηκε την Αθήνα και απόλαυσε την ελληνική φιλοξενία. Την εποχή εκείνη εκκρεμούσε μια διαπραγμάτευση για την παραγγελία 36 τσεχικών καταδιωκτικών αεροσκαφών, που θα αγόραζε η ελληνική κυβέρνηση, και ο αδελφός Γκαίριγκ ήρθε με το πρόσχημα αυτό. Είχε την ιδιότητα του γενικού διευθυντή των εργοστασίων Skoda, που αντιπροσώπευε στη Αθήνα ο πρώην αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού Παναγιώτης Λυκουρέζος, ο οποίο και τον υποδέχθηκε. Οι δύο άνδρες είχαν συνδεθεί με φιλία στα προηγούμενα ταξίδια του Έλληνα απόστρατου πλωτάρχη στη γερμανοκρατούμενη Τσεχία και αλλού.

Αφότου είχε εκραγεί ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, οι εξοπλιστικές παραγγελίες από εμπόλεμες χώρες είχαν αποκτήσει άλλη διάσταση με πολιτικές παραμέτρους.

Ο Άλμπερτ Γκαίριγκ είχε επιτύχει μεσολάβηση του παντοδύναμου αδελφού του για την άδεια εξαγωγής των τσεχικών αυτών αεροπλάνων στην Ελλάδα, η δε άφιξή του στην Αθήνα δεν ήταν απλώς η εξασφάλιση της πώλησης.

Εκτός από τον Π. Λυκουρέζο, συναντήθηκε με Γερμανούς διπλωμάτες και είχε ιδιαίτερες συσκέψεις με τον Κλεμ φον Χόχενμπεργκ, τον στρατιωτικό ακόλουθο της γερμανικής πρεσβείας και σταθμάρχη της Άμπβερ στην Αθήνα. Αν κατορθωνόταν να πραγματοποιηθεί η πώληση των 36 καταδιωκτικών στην ελληνική κυβέρνηση, αυτομάτως τότε η γερμανική κατασκοπεία θα μπορούσε να συγκροτήσει ένα νέο ισχυρό δίκτυο για τη συλλογή στρατιωτικών πληροφοριών στο ελληνικό έδαφος. Αυτός άλλωστε ήταν και ο πραγματικός λόγος του ταξιδιού που έκανε τότε o αδελφός Γκαίριγκ, o οποίος συνοδευόταν από Γερμανούς αξιωματικούς που εμφανίζονταν φυσικά με πολιτικές ενδυμασίες ως στελέχη της εταιρίας Skoda.

Ο Λυκουρέζος, που από το 1942 (ύστερα από ένα ταξίδι της συζύγου του στην Ελβετία και την εν συνεχεία επιστροφή της στην Ελλάδα) ανέλαβε τη δημιουργία της κατασκοπευτικής-αντιστασιακής οργάνωσης «Κόδρος», είχε ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου 1939, δηλαδή ένα μήνα αφότου άρχισε ο πόλεμος, μια παρατεταμένη συνάντηση στη Ρώμη με τον Άλμπερτ Γκαίριγκ. Στην πολύωρη αυτή συζήτηση, καθώς και σε άλλες που ακολούθησαν, συζητήθηκαν πολιτικά και διεθνή θέματα. Ο Λυκουρέζος είχε τον φόβο μήπως χάσει την αντιπροσωπεία της Skoda και αγωνιούσε μήπως δυσαρεστηθεί o προϊστάμενός του. «Επέστρεψα από τη Ρώμη πιο σίγουρος, παρά ποτέ, για τη δουλειά μου», είπε. Μετά την επάνοδό του ο απόστρατος πλωτάρχης κινήθηκε για την προετοιμασία των συνθηκών, ώστε μετά από τέσσερις μήνες να έλθει ο Α. Γκαίριγκ στην Αθήνα.

Η παραγγελία των καταδιωκτικών, για τα οποία ο τελευταίος είχε επιτύχει από τον αδελφό του την απαραίτητη άδεια, τελικά δεν επιτεύχθηκε. Κάποιοι «επιτήδειοι», σύμφωνα με τον Π. Λυκουρέζο, του αρμοδίου υπουργείου είχαν αντιδράσει αρνητικά και είχαν επιτύχει τη ματαίωση της εξοπλιστικής προμήθειας. Παρ' όλα αυτά, ο Λυκουρέζος είχε ταξιδέψει και πάλι στη γερμανοκρατούμενη Πράγα και βρισκόταν σε καθημερινή επαφή και αλλεπάλληλα γεύματα με τον αδελφό Γκαίριγκ τον Μάρτιο του 1940. Ο στρατάρχης και ο αδελφός του βρίσκονταν στο Μπρένερο, όπου γινόταν η κρίσιμη συνάντηση Χίτλερ-Μουσολίνι, κατά την οποία αποφασίστηκε πώς θα μεθοδευθεί η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο.

Επιστρέφοντας ο Α. Γκαίριγκ στην Πράγα, μετέδωσε στον Λυκουρέζο τι ακριβώς ελέχθη στη συνάντηση Χίτλερ-Μουσολίνι, δηλαδή τις μυστικές αποφάσεις που ελήφθησαν στο Μπρένερο, σύμφωνα με τις οποίες η Ιταλία θα αργούσε να εισέλθει στον πόλεμο επειδή η κοινή γνώμη της δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένη. Ο Λυκουρέζος επέστρεψε στην Αθήνα και θεώρησε υποχρέωσή του να μεταφέρει τα όσα είχε μάθει από τον προϊστάμενό του. Ζήτησε ακρόαση από τον πρωθυπουργό Μεταξά, αλλά εκείνος αρνήθηκε να τον δεχθεί και τον παρέπεμψε στον υπουργό Τύπου Νικολούδη (που σημειωτέον εκείνη την εποχή είχε τη φήμη γερμανόφιλου).

Ο Μεταξάς επέμεινε στην άρνησή του για την προμήθεια των τσεχικών αεροσκαφών και παράλληλα εμποδίστηκε η Άμπβερ να δημιουργήσει ένα ακόμη ισχυρό δίκτυο. Η επιλογή του μπορεί να ελεγχθεί για το τελικό αποτέλεσμα, ότι δηλαδή η ελληνική αεροπορία δεν ενισχύθηκε από τα 36 καταδιωκτικά Skoda, με επακόλουθο να αυξάνεται η εξάρτησή της από τη βρετανική, όταν εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση μερικούς μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο 1940. Απέφυγε όμως έτσι μια άμεση γερμανική διείσδυση περαιτέρω της όσης ήδη υπήρχε.


Πηγή κειμένου: Δημοσθένης Κούκουνας, ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ, Εκδόσεις HISTORIA