Το οχυρό αυτό ευρισκόμενο στο ακραίο δυτικό τμήμα της Γραμμής Μεταξά», αποτελούσε και τον συνδετικό κρίκο με τις οχυρώσεις επί του όρους Μπέλες. Ανήκε στον Υποτομέα Ρουπέσκο, στο ομώνυμο ύψωμα του οποίου (1.828 μέτρα) υπήρχε φρουρά 350 ανδρών ενώ ακόμη δυτικότερα, επίσης οχυρωμένο, ήταν και το ύψωμα Φούρκα (1.954 μέτρα) που αποτελούσε και την υψηλότερη κορυφή ολοκλήρου του χώρου δράσεως της 5ης Ορεινής Μεραρχίας.
Κατά του οχυρού διατέθηκε από γερμανικής πλευράς το 1/85 Τάγμα Ορεινών Κυνηγών ενισχυμένο με τον 2ο Λόχο του 95ου Τάγματος Ορεινού Μηχανικού. Ως άμεση υποστήριξη διατέθηκαν 3 αντιαρματικά των 37 χλστ. και 1 ορεινό πυροβόλο των 75 χλστ.
Ωστόσο λόγω του εξαιρετικά δυσβάτου εδάφους μόνο το ορειβατικό πυροβόλο έγινε δυνατό να ταχθεί σε ύψος 1.600 μέτρων - για πραγματοποίηση απευθείας βολών κατά των θυρίδων των ελληνικών οχυρώσεων. Με την έλευση της νύκτας 5ης προς 6ης Απριλίου, τα τμήματα εφόδου κινήθηκαν προς την γραμμή εξορμήσεως που είχε προπαρασκευασθεί και είχε γίνει τις προηγούμενες ημέρες μια στοιχειώδης προσπάθεια παραλλαγής της.
Στις 05.20 της 6ης Απριλίου εκπέμφθηκαν γερμανικά στοιχεία για την εξουδετέρωση των μεθοριακών φυλακίων. Αυτά ούτως ή άλλως δεν προεβλέπετο να αντιτάξουν παρατεταμένη άμυνα και κατ' αυτόν τον τρόπο η κατάληψή τους δεν απαίτησε ιδιαίτερο κόπο. Η εν συνεχεία όμως προχώρηση αντιμετώπισε δυσκολίες. Μια διμοιρία που είχε ως αποστολή την κατάληψη του υψώματος Φούρκα απωθήθηκε από σφοδρό πυρ που είχε ως αποτέλεσμα 4 νεκρούς και 7 τραυματίες.
Μια περίπολος, ωστόσο, κατάφερε με την χρήση ορειβατικών σκοινιών να καταρριχηθεί από χαράδρες 20 - 80 μέτρων στο ρεύμα της Σουλτανίτσας, που βρίσκεται σε απόσταση 600 περίπου μέτρων από το Ποποτλίβιτσα και από εκεί να επιδιώξει να προωθηθεί και αποφεύγοντας την ελληνική παρατήρηση, να καταλάβει την γέφυρα του Στρυμώνος στην Βυρώνεια.
Κατά τις 05.40 το γερμανικό πυροβολικό άρχισε τον βομβαρδισμό των ελληνικών οχυρώσεων που διήρκεσε 24 ώρες με κατανάλωση χιλιάδων βλημάτων. Ενδιάμεσα και από ώρα 06.10 - 06.20, πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίθεση των Στούκα κατά του οχυρού. Τα αποτελέσματα όμως όλου αυτού του όγκου πυρός ήσαν σχεδόν μηδαμινά. Όταν το γερμανικό πεζικό εξόρμησε κατά των ελληνικών θέσεων αντιμετώπισε ευθύς εξαρχής άγρια αντίσταση από τα χαμηλότερα ήδη σημεία της ελληνικής αμυντικής τοποθεσίας, υποχρεούμενο τελικά να τις παρακάμψει για να συνεχίσει την επίθεση κατά των κυρίως εγκαταστάσεων του οχυρού.
Καθώς όμως οι Ορεινοί Κυνηγοί πλησίασαν το οχυρό εξαπολύθηκε εναντίον τους πυκνό και εύστοχο πυρ με συνέπεια να καθηλωθούν. Προκειμένου να συνεχισθεί η επίθεση η γερμανική διοίκηση έδωσε προτεραιότητα στην εξασφάλιση του δυτικού πλευρού με την εκτέλεση πυρών κατά της Φούρκας. Ζητήθηκε ακόμη μια φορά η συνδρομή των Στούκα αλλά και πάλι τα αποτελέσματα δεν ήσαν τα αναμενόμενα γιατί τα μεν αεροσκάφη δεν μπορούσαν να εκτελέσουν τις αναγκαίες βυθίσεις για την προσβολή των στόχων λόγω των πέριξ κορυφογραμμών τα δε ελληνικά οχυρά επεδείκνυαν ιδιαίτερη αντοχή με τον παχύ θώρακά τους από σκυρόδεμα.
Εξ' ίσου ανεπιτυχές ήταν και το πυρ του πυροβολικού, το οποίο βάλλοντας από χαμηλά και εκτελώντας έμμεση βολή είχε μεγάλο ποσοστό αστοχίας καθώς πολλά βλήματα πέρασαν επάνω από την κορυφο γραμμή καταλήγοντας στις πίσω πλαγιές. Η απόπειρα ενός λόχου Ορεινών Κυνηγών να ανέλθει από τις απότομες βόρειες πλαγιές απέτυχε πλην μιας διμοιρίας, η οποία κατάφερε να προσεγγίσει το πρώτο οχυρωματικό έργο. Χρησιμοποιήθηκαν τότε εκρηκτικά για την καταστροφή του χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ένας άλλος λόχος πέτυχε να καταλάβει δύο οχυρωματικές θέσεις χαμηλά στις βορειοδυτικές πλαγιές αλλά στην συνέχεια δέχθηκε πλευρικά πυρά από το Ιστίμπεη και την περιοχή της Σουλτανίτσας και καθηλώθηκε και αυτός.
Κατά τις 10.30 και ακολούθως στις 11.00, ζητήθηκε αντιστοίχως η επέμβαση του πυροβολικού και των Στούκα αλλά παρ' όλες τις προσπάθειες προωθήσεως, μέχρι το μεσημέρι ουδέν επετεύχθη. Το απόγευμα, το 1/85 Τάγμα Ορεινών Κυνηγών ανέφερε απώλειες 31 νεκρών και 91 τραυματιών. Δόθηκε τότε διαταγή παρακάμψεως του οχυρού και προσβολής του με έναν λόγο από νοτιοανατολική κατεύθυνση.
Ύστερα από αυτό ο 2ος Λόχος ενισχυμένος με Διμοιρία Σκαπανέων κατάφερε να ανέλθει την νύκτα της 6ης/7ης Απριλίου στο ύψωμα αλλά ύστερα από αλλεπάλληλες ελληνικές αντεπιθέσεις και την εξάντληση των πυρομαχικών του, υποχρεώθηκε να οπισθοχωρήσει. Το ίδιο βράδυ έγινε με πολύ κόπο και η μεταφορά των τραυματιών προς τα μετόπισθεν αφού οι τραυματιοφορείς υποχρεώθη και επανειλημμένα να ανεβούν σε υψόμετρο 1.600 μέτρων και κατόπιν να καλύψουν απόσταση 12 χλμ. μέχρι το Πετρίτσι. Τα τμήματα επίσης εφοδιάσθηκαν με μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών καθώς και εκρηκτικών και πετρελαίου που θα εχρησιμοποιούντο αντιστοίχως για την ανατίναξη των έργων και την έκχυση στο εσωτερικό των οχυρών για δημιουργία καπνού.
Το πρωί της 7ης Απριλίου βρήκε τον 1ο Λόχο Ορεινών Κυνηγών καθηλωμένο κάτω από την κορυφή του υψώματος Ρουπέσκο χωρίς δυνατότητα κινήσεως. Οι άνδρες χώθηκαν σε φυσικές τρύπες ανάμεσα στις εδαφικές πτυχώσεις και τους βράχους, υφιστάμενοι στην παραμικρή μετακίνηση το ελληνικό πυρ και υποφέροντας από το ψύχος, το χιόνι και την βροχή. Αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών ήταν και η εμφάνιση των πρώτων κρυοπαγημάτων. Στο οχυρό Ποποτλίβιτσα ο 3ος Λόχος προσπάθησε να προσβάλει τα οχυρώματα με εκρηκτικά χωρίς και πάλι επιτυχία ενώ υποχρεώθηκε παράλληλα να αποδυθεί σε σκληρότατο αγώνα εκ του συστάδην για να αποκρούσει συνεχείς και σφοδρές ελληνικές αντεπιθέσεις. Τέλος ο 2ος Λόχος πέτυχε κατά τις πρώτες απογευματινές ώρες να καταλάβει την βόρεια πλευρά της Σουλτανίτσας καταστρέφοντας τα εκεί οχυρώματα.
Την 8η Απριλίου, η κατάσταση σταδιακά άρχισε να γέρνει υπέρ της γερμανικής πλευράς. Ενώ ο 1ος Λόχος εξακολουθούσε να παραμένει καθηλωμένος στο ύψωμα Ρουπέσκο συμπληρώνοντας 48 ώρες παραμονής σε συνθήκες εξαιρετικού ψύχους και εκτεθειμένος στο ελληνικό πυρ, στο οχυρό Ποποτλίβιτσα έγινε δυνατή η κατάληψη 2 έργων εκ των όπισθεν. Μια διμοιρία Σκαπανέων κινούμενη εν συνεχεία από την κορυφή προς τα κάτω άρχισε την τμηματική εξουδετέρωση των οχυρωμάτων χρησιμοποιώντας εκρηκτικά, πετρέλαιο και δοχεία καπνού.
Η ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του οχυρού άρχισε να γίνεται αποπνικτική από τις αναθυμιάσεις ενώ παράλληλα εξουδετερώνοντο και η μία μετά την άλλη οι θυρίδες βολής. Ύστερα από απελπισμένο αγώνα που διήρκεσε έως την 19.00, η φρουρά υποχρεώθηκε να παραδοθεί. Έτσι από τον Υποτομέα του Ρουπέσκο, απέμεινε μόνη η φρουρά του ομώνυμου υψώματος, ακλόνητη να συνεχίζει την αντίστασή της. Τελικώς, την νύκτα της 9ης/10ης Απριλίου και αφού πληροφορήθηκε την υπογραφείσα εν τω μεταξύ παράδοση του ΤΣΑΜ ολόκληρη η δύναμη αποχώρησε σιωπηλά από το ύψωμα, διαφεύγοντας στα μετόπισθεν. Την επομένη το πρωί και αφού τα σήματά τους προς την ελληνική φρουρά έμειναν, φυσιολογικά, αναπάντητα, οι Ορεινοί Κυνηγοί ανήλθαν προσεκτικά και κατέλαβαν τις έρημες πλέον οχυρώσεις.
ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ, Απρίλιος 2002
