ΤO ΕΛΙΑ απέκτησε πρόσφατα το αρχείο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρύσανθου (1881-1949), του ιεράρχη που αρνήθηκε να ορκίσει την εγκαθιδρυμένη από τους Γερμανούς κυβέρνηση του στρατηγού Γ. Τσολάκογλου με συνέπεια να χάσει τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Το αρχείο αποτελεί πολύτιμο ιστορικό απόκτημα ενισχύοντας την επετειακή σηματοδότηση του ιστορικού γεγονότος.
Χαρακτηριστικό της στάσης του Χρύσανθου είναι το γεγονός ότι την ίδια κιόλας μέρα της επίθεσης της Γερμανίας κατά της Ελλάδας (6 Απριλίου 1941), o αρχιεπίσκοπος, ως εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου, απευθύνει διάγγελμα με το οποίο εμψυχώνει τον «ευσεβή ελληνικόν λαόν» και τον «φιλόχριστον στρατόν» ενάντια στους κατακτητές. Το διάγγελμα δημοσιεύεται στο επίσημο δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος Εκκλησία στις 17 Απριλίου
1941. Στο ημερολόγιο του αρχιεπισκόπου καταγράφεται το βάθος της ανησυχίας του:
«29 Απριλίου. Πληροφορούμαι ότι o Στρατηγός Τσολάκογλου, αφού συνήψε την επονείδιστον συμφωνίαν με τους Γερμανούς επάνω εις το μέτωπον, κατελθών εις Αθήνας πρόκειται εντολή των Γερμανών να σχηματίση Κυβέρνησιν. Τούτο με στενοχωρεί πολύ διότι θα περιπέσωμεν εις δύο δεινά, την τυραννίαν των Γερμανών και την τυραννίαν της ψευδοκυβερνήσεως Τσολάκογλου, ήτις, συμφώνως προς όσα φρονεί και o Hitler εις το έργον του O αγών μου, θα είναι χειροτέρα της των Γερμανών. Προτιμότερον μόνοι οι Γερμανοί να έχουν τας ευθύνας της διοικήσεως οπότε θα είναι προσεκτικώτεροι».
Αργότερα, όταν έχει αρχίσει η μεθόδευση για την απομάκρυνσή του, καταγράφει:
«27 Μαΐου. Επιτροπή του βιομηχανικού και εμπορικού κόσμου αποτελουμένη εκ των κ.κ. Θωμά Λαναρά, Σ. Τεγοπούλου και Μάκη Σινιόσογλου επισκέπτονται τον Τσολάκογλου εφιστούν την προσοχήν του να μην δημιουργήση ζήτημα εκκλησιαστικόν και ταράξη την Εκκλησίαν της οποίας η τάξις και η δύναμις είναι απαραίτητος κατά τους χαλεπούς τούτους καιρούς. Απαντά ότι τον Αρχιεπίσκοπον Χρύσανθον δεν τον θέλουν οι Γερμανοί και δια τούτο είμαι υποχρεωμένος να τον παύσω».
O αρχιεπίσκοπος μοιάζει να έχει απόλυτη συνείδηση ότι η πορεία των γεγονότων έχει προδιαγραφεί και τα περιθώρια της προσωπικής του αντίστασης εκμηδενίζονται:
«18 Ιουνίου. Εξεδόθη η Εφημερίς της κυβερνήσεως περιέχουσα την εισηγητικήν έκθεσιν και την Συντακτικήν Πράξιν της ψευδοκυβερνήσεως Τσολάκογλου. Διά της συντακτικής ταύτης Πράξεως παύεται o κανονικός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος και ως εκτελεστικόν όργανον της Κυβερνήσεως καλούνται 22 εγκάθετοι αρχιερείς εκ των ψηφισάντων τον Δαμασκηνόν άνευ σειράς και τάξεως και αποκαλούνται Μείζων Σύνοδος, η απόφασις της τοιαύτης παρασυναγωγής θεωρείται τελεσίδικος και ανέκκλητος, αποκλείεται δε οιαδήποτε προσφυγή ενώπιον παντός και πάσης φύσεως δικαστηρίου, δικαιοδοσίας και αρχής, ως και του Συμβουλίου της Επικρατείας». Τα παραπάνω παραθέματα είναι απλώς ενδεικτικά της σημασίας της προσωπικότητας, του υψηλού κύρους και του ήθους του ιεράρχη. Η παρουσίαση εδώ ορισμένων από τα τεκμήρια του αρχείου προσφέρει μια πρώτη εικόνα υπομνηματισμού των γνωστών ημερολογιακών του αποσπασμάτων. Η ολοκληρωμένη και συστηματική αξιοποίηση των περιεχομένων του αρχείου μένει να αποτελέσει αντικείμενο της προσεχούς ιστορικής έρευνας.
Πηγή κειμένου: Μάνου Χαριτάτου, Προέδρου του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού αρχείου
Παλιές, ξεχασμένες αναμνήσεις που έχουν «οξειδωθεί» από τον χρόνο – σαν σκουριασμένα αντικείμενα που ήταν κάποτε λαμπερά, αλλά τώρα είναι θαμπά και εύθραυστα. Παλιές φωτογραφίες που κιτρινίζουν σε συρτάρια. Μελαγχολική εικόνα νοσταλγίας, αλλά και λίγο πικρή: μνήμες που δεν τις φροντίζουμε, σκουριάζουν και χάνονται σιγά-σιγά, όμως παράλληλα αποκτούν μια δική τους, τραχιά ομορφιά. Ιστορικές αναμνήσεις, παλιές πολεμικές ιστορίες που ξεθωριάζουν αν δεν τις συντηρούμε.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 29, 2021
Δευτέρα, Οκτωβρίου 25, 2021
Ιμέρα
H ονομασία της πόλης προέρχεται από τον ομώνυμο ποταμό της περιοχής, o οποίος με τη σειρά του βαπτίστηκε έτσι από τη νύμφη Ιμέρα. H πόλη κτίστηκε κοντά στα βόρεια παράλια της Σικελίας το 648 π.Χ., δυτικά των εκβολών του ποταμού. Ιδρυτές της αποικίας ήταν κάτοικοι της Ζάγκλης και εξόριστοι Συρακούσιοι. Οι κάτοικοι, θέλοντας να τιμήσουν την προστάτιδα θεότητα της περιοχής, Ιμέρα, την απεικόνισαν στα ασημένια νομίσματα που έκοψαν τον 5ο αι. π.Χ, Το 409 π.Χ. τα καρχηδονιακά στρατεύματα κατέκτησαν την πόλη, σφάζοντας πολλούς κατοίκους και εξαναγκάζοντας σε φυγή τους επιζήσαντες (η πόλη αριθμούσε τότε 40.000 κατοίκους), Τα καρχηδονιακά στρατεύματα κατάφεραν να ερημώσουν μια ευρεία περιοχή, η οποία έως την κατάληψή της γνώριζε ακμή λόγω των ιαματικών πηγών της. Τις ίδιες πηγές θέλησαν αργότερα να εκμεταλλευτούν και οι Καρχηδόνιοι, γι' αυτό και ίδρυσαν στα δυτικά της ερημωμένης Ιμέρας Ιμεραίες Θέρμες (σημερινή πόλη Τέρμινι Ιμερέζε).
Η Ιμέρα άκμασε στη διάρκεια του 6ου και του 5ου αι. π.Χ. Εκεί διέπρεψε ο σπουδαίος λυρικός ποιητής Στησίχορος. H οικονομική ανάπτυξη της πόλης οφείλεται και στις δύο μεγάλες δυνάμεις της Σικελίας, τις Συρακούσες και τον Ακράγαντα, οι τύραννοι των οποίων έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον για την πόλη, επειδή βρισκόταν σε κομβικό εμπορικό και στρατιωτικό σημείο. H Ιμέρα έγινε το θέατρο της επικής νίκης των συνασπισμένων Ελλήνων της Δύσης εναντίον των Καρχηδονίων (480 πχ). Στα επόμενα χρόνια χρονολογείται η ανέγερση του επιβλητικού ναού της Νίκης, σε ένα σημείο της πεδιάδας όπου έλαβε χώρα η μάχη. O περίπτερος ναός (6 χ 14 κίονες , δωρικού ρυθμού, βρισκόταν πάνω σε ένα υπερυψωμένο κατά τέσσερις αναβαθμούς επίπεδο και αποτελείτο από τον πρόναο, τον σηκό και τον οπισθόδομο, O ιερός αυτός χώρος παρουσιάζει στοιχεία ανάλογα με αυτά των ιερών χώρων των υπόλοιπων ελληνικών αποικιών.
Από την πόλη, η οποία εκτεινόταν σε δύο λόφους —στα ανατολικά και στα δυτικά—, έχουν ανασκαφεί τμήματα του τριγωνικού υψιπέδου του ανατολικού λόφου, το οποίο ονομάζεται Πεδιάδα της Ιμέρας. Στο βορειοανατολικό τμήμα είναι ορατά τα ερείπια του μεγάλου ιερού χώρου της πόλης. Μεταξύ των ερειπίων συγκαταλέγονται τα θεμέλια του μικρού ναού Α, κτισμένου ανάμεσα στο 620 και στο 570 π.Χ., από τον οποίο έχουν έρθει στο φως, σχεδόν από την αρχή των ανασκαφών, αξιόλογα αναθηματικά αντικείμενα. Πάνω στον ναό Α ανεγέρθηκε ένας μεγαλύτερος, ο ναός B, χωρίς περιστύλιο. Από τον ναό B έχουν έρθει στο φως αναρίθμητα θραύσματα από πολύχρωμη τερακότα, τα οποία αποτελούσαν τμήματα μετοπών, αετωμάτων και ακρωτηρίων. Τα θραύσματα αυτά χρονολογούνται σε δύο —τουλάχιστον— διαφορετικές χρονικές περιόδους. Λίγο πιο μακριά βρίσκονται τα ερείπια του ναού C, ενός μικρού κτίσματος που χρονολογείται στο 490-480 π.Χ. Στη βορειοδυτική και στη νοτιοδυτική πλευρά του υψιπέδου αξιοπρόσεκτη είναι η σχεδόν τέλεια ορθογώνια διάρθρωση των οικοδομικών τετραγώνων της πόλης με μεγάλους και μικρότερους δρόμους η οποία αποκαλύπτει τη μεγαλειώδη αναδιοργάνωσή της η οποία συντελέστηκε, υπό την αιγίδα των τυράννων των Συρακουοών και του Ακράγαντα, στις πρώτες δεκαετίες του 5ου αι. π.Χ.
Πηγή: Εκδ. ΔΟΜΗ, τ. 21
Τυνδαρίς
H Τυνδαρίς, μία από τις τελευταίες ελληνικές αποικίες στη Σικελία, ιδρύθηκε το 396 π.Χ. από τον Διονύσιο Α' των Συρακουσών στο υπερυψωμένο μέρος ενός βραχώδους ακρωτηρίου, στη βορειοανατολική ακτή της Σικελίας. H πόλη σύντομα κατοικήθηκε κυρίως από Μεσσήνιους.Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου (404 π.Χ.) οι Μεσσήνιοι είχαν διωχθεί από τους Σπαρτιάτες και είχαν καταφύγει στην Κεφαλονιά και στη Ναύπακτο. Στη συνέχεια εκδιώχθηκαν και από τους τόπους αυτούς και στρατολογήθηκαν από τον τύραννο των Συρακουσών. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στη Μεσίνα (Μεσσήνη) και στη στη νεοϊδρυθείσα Τυνδαρίδα. H ονομασία της πόλης οφείλεται στον μυθικό βασιλιά της Μεσσηνίας, Τυνδάρεω, πατέρα της Ελένης και των Διόσκουρων. Αργότερα η πόλη διευρύνθηκε με την εγκατάσταση και άλλων αποίκων.
Η πόλη-οχυρό, κτισμένη σε προνομιακή θέση και προστατευμένη γεωγραφικά, ήταν κυρίως προσβάσιμη από τα δυτικά. Το γεγονός αυτό επέτρεψε στους αποίκους να προβούν σε οχυρώσεις μόνο στα πιο ευάλωτα σημεία.
Το τυπικό πολεοδομικό σχέδιό της χαρακτηριζόταν από τρεις φαρδιές πλατείες παράλληλες με την ακτογραμμή, οι οποίες τέμνονταν, κατά διαστήματα περίπου 30 μ., από δευτερεύοντες δρόμους, οι οποίοι ακολουθούσαν την κλίση του λόφου. Τα οικοδομικά τετράγωνα, μήκους περίπου 78 μ., ήταν παράλληλα με την ακτή. Το θέατρο και η Αγορά της αρχαίας ελληνικής αποικίας, τέλεια ενσωματωμένα στο ορθογωνισμένο τοπογραφικό σχέδιο της πόλης, βρίσκονταν στην κορυφή της πιο υπερυψωμένης βασικής οδικής αρτηρίας. H Τυνδαρίς υπήρξε από τις πρώτες αποικίες που συμπαρατάχθηκαν στο πλευρό του Τιμολέοντα αμέσως μετά την άφιξή του στη Σικελία το 344 π.Χ. Τις επόμενες δεκαετίες, μέσα σε ένα ειρηνικό κλίμα, κατασκευάστηκαν στην πόλη τα μνημεία Το θέατρο των τελών του 4ου αι. αποτελεί το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της περιόδου. Την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το θέατρο, του οποίου η σκηνή ευθυγραμμιζόταν ουσιαστικά με τη μεγάλη πλατεία στο κέντρο της πόλης, υπέστη τροποποιήσεις για να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της αρένας: κατεδαφίστηκε η σκηνή, αφαιρέθηκαν τα κατώτερα εδώλια και μειώθηκε το ύψος της ορχήστρας.
Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ η Τυνδαρίς, υπό την απειλή της εξέγερσης των Μαμερτίνων, προχώρησε στην ανακατασκευή του πρώτου αμυντικού της συστήματος. Τα τείχη ενισχύθηκαν με την προσθήκη πύργων και κρυφών εισόδων. Από το αμυντικό σύστημα της πόλης σώζεται μια αψιδωτή πύλη, οχυρωμένη με τετράγωνους πύργους, στην περιοχή της ακρόπολης, στο άκρο δηλαδή του ακρωτηρίου.
Κατά τη διάρκεια του Α' Καρχηδονιακού πολέμου η Τυνδαρίς συμμάχησε με τους Καρχηδονίους. Τελικά, το 254 π.Χ. κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Τα ερείπια της βασιλικής, όπως αποκαλείται ένα από τα αψιδωτά περίστυλα της Αγοράς, ανάγονται στην ύστερη δημοκρατική περίοδο της πόλης (1ος αι. π.Χ).Έχει όψη μνημειακού προπυλαίου με πέντε αψίδες η κεντρική των οποίων οδηγούσε σε μια μακριά στοά. Στην εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας χρονολογείται η συνοικία (insula) στα νότια της σημαντικότερης πλατείας, όπου βρέθηκαν ερείπια από εργοστάσια (tabernae), λουτρά και από δύο πολυτελείς κατοικίες
Η πόλη-οχυρό, κτισμένη σε προνομιακή θέση και προστατευμένη γεωγραφικά, ήταν κυρίως προσβάσιμη από τα δυτικά. Το γεγονός αυτό επέτρεψε στους αποίκους να προβούν σε οχυρώσεις μόνο στα πιο ευάλωτα σημεία.
Το τυπικό πολεοδομικό σχέδιό της χαρακτηριζόταν από τρεις φαρδιές πλατείες παράλληλες με την ακτογραμμή, οι οποίες τέμνονταν, κατά διαστήματα περίπου 30 μ., από δευτερεύοντες δρόμους, οι οποίοι ακολουθούσαν την κλίση του λόφου. Τα οικοδομικά τετράγωνα, μήκους περίπου 78 μ., ήταν παράλληλα με την ακτή. Το θέατρο και η Αγορά της αρχαίας ελληνικής αποικίας, τέλεια ενσωματωμένα στο ορθογωνισμένο τοπογραφικό σχέδιο της πόλης, βρίσκονταν στην κορυφή της πιο υπερυψωμένης βασικής οδικής αρτηρίας. H Τυνδαρίς υπήρξε από τις πρώτες αποικίες που συμπαρατάχθηκαν στο πλευρό του Τιμολέοντα αμέσως μετά την άφιξή του στη Σικελία το 344 π.Χ. Τις επόμενες δεκαετίες, μέσα σε ένα ειρηνικό κλίμα, κατασκευάστηκαν στην πόλη τα μνημεία Το θέατρο των τελών του 4ου αι. αποτελεί το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της περιόδου. Την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το θέατρο, του οποίου η σκηνή ευθυγραμμιζόταν ουσιαστικά με τη μεγάλη πλατεία στο κέντρο της πόλης, υπέστη τροποποιήσεις για να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της αρένας: κατεδαφίστηκε η σκηνή, αφαιρέθηκαν τα κατώτερα εδώλια και μειώθηκε το ύψος της ορχήστρας.
Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ η Τυνδαρίς, υπό την απειλή της εξέγερσης των Μαμερτίνων, προχώρησε στην ανακατασκευή του πρώτου αμυντικού της συστήματος. Τα τείχη ενισχύθηκαν με την προσθήκη πύργων και κρυφών εισόδων. Από το αμυντικό σύστημα της πόλης σώζεται μια αψιδωτή πύλη, οχυρωμένη με τετράγωνους πύργους, στην περιοχή της ακρόπολης, στο άκρο δηλαδή του ακρωτηρίου.
Κατά τη διάρκεια του Α' Καρχηδονιακού πολέμου η Τυνδαρίς συμμάχησε με τους Καρχηδονίους. Τελικά, το 254 π.Χ. κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Τα ερείπια της βασιλικής, όπως αποκαλείται ένα από τα αψιδωτά περίστυλα της Αγοράς, ανάγονται στην ύστερη δημοκρατική περίοδο της πόλης (1ος αι. π.Χ).Έχει όψη μνημειακού προπυλαίου με πέντε αψίδες η κεντρική των οποίων οδηγούσε σε μια μακριά στοά. Στην εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας χρονολογείται η συνοικία (insula) στα νότια της σημαντικότερης πλατείας, όπου βρέθηκαν ερείπια από εργοστάσια (tabernae), λουτρά και από δύο πολυτελείς κατοικίες
Πηγή: Εκδ. ΔΟΜΗ, τ. 21
Σάββατο, Οκτωβρίου 23, 2021
Ο γάμος στα παλιά Μέγαρα
| Ο γαμπρός με τη νύφη, τα συμπεθεριά, τα όργανα και οι καλεσμένοι ξεκινούν |
Αλλάζουνε τη νύφη μας της βάζουν τα καλά της, την καμαρώνει η μάνα της και τα πεθερικά της.
Άσπρα είν' τα ρούχα που φορεί
άσπρη κι η φορεσιά της άσπρα λουλούδια πέφτουνε απ' την περπατησιά της. Πως πρέπουν τα τριαντάφυλλα μες στην χρυσή την κούπα, έτσι μοιάζει κι η νύφη μας στα νυφικά της ρούχα.
Σήμερα πέντε ποταμοί ειναι σταματημένοι κι η νύφη απ' το σπίτι της εγν' αποχωρισμένη.
Το μεσημέρι της Κυριακής αρχίζουν να συγκεντρώνονται οι καλεσμένοι στα σπίτια των μελλονύμφων. Πρώτοι καλεσμένοι είναι οι οργανοπαίχτες, που κάνουν και την έναρξη του γλεντιού. Το πρώτο τραγούδι το αποδίδουν οι ίδιοι με τη βοήθεια καλλιφώνων καλεσμένων:
Μας περηφανεύτει ο ήλιος που παντρεύεται η Μαριώ και του θάμπωσε το φώς του με τα μάτια της τα δυό.
Που πας Ελένη και Μαριώ βιολιά βαρούν και πάω να ιδώ.
| Φεύγοντας από το σπίτι τα όργανα παίζουν |
Αφού συγκεντρωθεί όλο το συμπεθεριό στο σπίτι του γαμπρού ξεκινούν με τα όργανα και πάνε στο σπίτι του κουμπάρου. Τον παίρνουν και ξαναγυρίζουν στο σπίτι του γαμπρού. Τον κουμπάρο τον συνοδεύουν δυό παιδιά που το ένα κρατάει τις λαμπάδες και το άλλο τα κουφέτα με τα στέφανα. Άλλα παιδιά κρατούν διάφορα δώρα για τη νύφη.
Όταν τελικά οριστεί η μέρα του γάμου, που συνήθως ειναι Κυριακή, αρχίζει η χαρά στα Μέγαρα από την Πέμπτη της εβδομάδας. Από αυτή την ημέρα η νύφη βουτάει το μικρό της δάχτυλο σ' ένα κίτρινο χρώμα που λέγεται κ ν ά ς και σημαίνει ότι άπ' αυτή την ημέρα είναι μελλόνυμφη διακρίνεται δε από τις άλλες κοπέλες. Ακόμα την ίδια ημέρα η νύφη εκθέτει την ποικιλία των προικιών της τοποθετώντας τα σε καλλιτεχνικό σωρό, γιούκο, όπου τρείς γυναίκες από το σόϊ του γαμπρού την επισκέπτονται και ραίνουν το γιούκο με βαμβάκι αξεκούκιστο, ρύζι, κουφέτα, αμύγδαλα και τελικά τον ασημώνουν με φλουριά η χαρτονομίσματα και σήμερα με λίρες.
Συγχρόνως ο γαμπρός με τον πεθερό του πάνε στο συμβολαιογράφο και, σύμφωνα με το προσύμφωνο, το ξωφύλλι, υπογράφουν τα οριστικά συμβόλαια της προίκας, οπότε ο πεθερός καταθέτει στο γαμπρό και τα μετρητά, αν βέβαια τα ανέφερε το ξωφύλλι. Συνήθως όμως ο γαμπρός είτε από ευχαρίστηση, είτε από οικονομική του ευχέρεια, ή ακόμα επειδή ο πεθερός του αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και έχει να παντρέψει κι άλλα κορίτσια, του επιστρέφει ένα μέρος από τα μετρητά, ώστε να μαθευτεί την επομένη στους συγχωριανούς του και να πούν ότι ο τάδε γαμπρός δώρησε στον πεθερό του τόσα. Μετά την υπογραφή του συμβολαίου γίνεται ένα μικρό συμπόσιο, που τις περισσότερες φορές καλούν και όργανα. Μάλιστα εγώ έτυχα σε μιά τέτοια περίπτωση ενός γαμπρού μοναχογιού που κατά επιθυμία του πατέρα του πήγαμε με τα όργανα στο συμβολαιογραφείο.
Την επομένη ημέρα, την Παρασκευή, μαζεύονται τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και στο σπίτι της νύφης τα κορίτσια της γειτονιάς τους και πιάνουν τα προζύμια για το ψωμί που θα φάνε οι καλεσμένοι στο τραπέζι του γάμου, καθώς και για τα καλέσματα του γάμου, τα κ α τ σ ο υ λ έ ρ ι α που γίνονται με μεγάλη τέχνη, ανάλογα με τις καλλιτεχνικές ικανότητες των κοριτσιών.
Τα κατσουλέρια αναλαμβάνουν να τα μοιράσουν στο χωριό σαν κάλεσμα οι κοπέλες. Αυτό γίνεται την Κυριακή το πρωί. Άν όμως θέλουν να καλέσουν και άλλους στην τελετή του γάμου χωρίς να καθήσουν στο επίσημο γεύμα, δεν τους στέλνουν κατσουλέρια, αλλά απλώς μιά μπουμπουνιέρα με κουφέτα. Το πράγμα όμως παίρνει ακόμα πιο επίσημη μορφή, όταν ο γαμπρός επισκεφθεί προσωπικά τους χωριανούς του μετά από το κάλεσμα με κατσουλέρια και μπουμπουνιέρες.
Μετά όλοι μαζί, γαμπρός, κουμπάρος και συμπέθεροι ξεκινούν για το σπίτι της νύφης. Της όλης πομπής προπορεύονται ένα ή και περισσότερα κάρα η αυτοκίνητα στολισμένα με υφαντά, ανάλογα με την αξία της προίκας που διαθέτει η νύφη για τον γαμπρό. Εάν είναι κάρα η μητέρα του γαμπρού βάζει στο μέτωπο των ζώων μεταξωτά άσπρα μαντήλια, ενώ αν είναι αυτοκίνητα τα κρεμάει στο καπό τους. Οι οργανοπαίχτες σ' όλη τη διαδρομή παίζουν μια μελωδία που λέγεται νυφιάτικη πατινάδα ή Χ ι τ ζ α ϊ ρ ι . Λένε ότι είναι τούρκικο μάρς. Κατά πόσο αληθεύει δε γνωρίζω. Υπάρχουν όμως κι άλλες πατινάδες νυφιάτικες που παίζουν οι βιολιτζήδες κατά την επιστροφή από τα στέφανα.
Μόλις φτάσει το συμπεθεριό στην αυλόπορτα της νύφης τραγουδάει τις εξής πατινάδες: Άνοίχτε μας την πόρτα σας και δώστε μας την κόρη και δώστε μας την πέρδικα που κελαϊδεί στα όρη. Για δώστε μας τη νύφη μας το όμορφο περιστέρι πούρθ' ο γαμπρός, πούρθ' ο αητός για να την κάνει ταίρι.
Φωνάχτε και τη μάνα της να 'ρθεί να τήνε ζώσει και να της δώσει την ευχή και να την καμαρώσει. Έβγα νυφούλα μας καλή κι όμορφο περιστέρι ήρθ' ο γαμπρός, ήρθ' ο αητός που θα σε κάνει ταίρι.
Τότε ο πατέρας της νύφης που κρατάει ένα ρογάκι με ποτό κερνάει κατά σειρά το γαμπρό, τον κουμπάρο, την κουμπάρα, τον πατέρα του γαμπρού και όσους προφτάσει μέχρις ότου σωθεί το ποτό. Έπειτα βάζει ένα φλουρί -σήμερα λίρα- στο πέτο του γαμπρού, τον ασπάζεται και τον περνάει στην αυλή. Εκεί περιμένει η μητέρα της νύφης κρατώντας ένα κάνιστρο που περιέχει μπαμπάκι αξεκούκιστο, ρύζι, κουφέτα και ραίνει τον γαμπρό. Με τη σειρά της του κρεμάει κι αυτή ένα φλουρί, τον ασπάζεται και τον οδηγεί στην πόρτα του δωματίου της νύφης, ενώ τα όργανα εξακολουθούν να παίζουν την ίδια πατινάδα. Στην πόρτα του δωματίου παραστέκει ένας στενός συγγενής της νύφης, συνήθως νέος, που έχει κρεμασμένο στο λαιμό του ένα μεγάλο μαντήλι (Καλαμάτα) και στα χέρια ένα ποτήρι με μέλι και γουλιές από αμύγδαλο. Εκεί γίνεται ένα αστείο παιγνίδι, όπου ο νέος, ενώ προσφέρεται να κεράσει με μέλι το γαμπρό, τον εξαπατά και το προσφέρει σε άλλον. Το ίδιο συνεχίζεται ώσπου να σωθεί σχεδόν το μέλι με το αμύγδαλο. Τελικά ο νέος δίνει το ποτήρι στο γαμπρό κι εκείνος βουτώντας το μικρό του δάχτυλο κάνει ένα σταυρό στο αριστερό μέρος της πόρτας ένα στο δεξιό κι έναν στη μέση. Στη συνέχεια ο νέος προσφέρει στο γαμπρό ένα ξερό ρόδι, που αφού το χτυπήσει πάνω στους τρείς σταυρούς το πετάει πίσω του.Πολλές φορές όμως το ρόδι αυτό αν δεν προφτάσει να το πιάσει στα χέρια του κάποιος ευκίνητος νέος, πέφτει ή σε κανένα κεφάλι καλεσμένου ή και σε κανένα όργανο που συχνά το αχρηστεύει.
Τη στιγμή αυτή οι οργανοπαίχτες αλλάζουν μελωδία και παίζουν τα πρ ο ι τ σ ί α , όπως λένε. Η τελετή της υποδοχής του γαμπρού που περιέγραψα λέγεται στα Μέγαρα "το μπόγιασμα του γαμπρού".
Αφού λοιπόν ο γαμπρός πετάξει το ρόδι, ο νέος βγάζοντας το μαντήλι από το λαιμό του, το πετάει στους ώμους του γαμπρού και τον τραβάει στο δωμάτιο της νύφης. Τώρα πώς υποδέχεται η νύφη τον γαμπρό δεν είδα ποτέ μου, γιατί σαν βιολιτζής που ήμουν δεν κατόρθωσα ποτέ να εισχωρήσω στο νυφικό δωμάτιο. Πάντως εξ ακοής μπορώ να πω ότι δεν είναι και τόσο ευκαταφρόνητη. Μια συντροφιά από δροσερές κοπέλες, φιλενάδες της νύφης, περιτριγυρίζουν τον γαμπρό. Είναι οι ίδιες που στόλισαν τη νύφη.
Τους συγγενείς του γαμπρού τους υποδέχεται ο πεθερός του μ' ένα πρόχειρο τραπέζι από μεζεδάκια, εκλεκτή μεγαρίτικη ρετσίνα και διάφορα άλλα ειδικά για την περίπτωση αυτή, όπως στραγάλια με σταφίδες και φυστίκια. Οι συμπεθέροι πίνουν το κρασί κάνοντας την ευχή «τίμια και καλά στέφανα» εννοώντας ότι ο γαμπρός δεν θα έχει πειράξει τη νύφη πριν τα στέφανα. Όσοι από τους νέους και τα κορίτσια έχουν μητέρα και πατέρα αναλαμβάνουν τη φόρτωση των προικιών τα οποία τα παλιά χρόνια αποτελούνταν από δύο μπαούλα (κασέλες) φτιαγμένα από τεχνίτη του χωριού. Σήμερα όμως ειναι τόσα πολλά που είναι περιττά τα μπαούλα.
Αφού φορτωθούν πρώτα τα βαριά έπιπλα ακολουθεί ο ρουχισμός που γίνεται με επιδεικτικό τρόπο για να τον βλέπουν τόσο οι συγγενείς του γαμπρού όσο και οι άλλοι καλεσμένοι. Στο διάστημα αυτό οι οργανοπαίχτες επαναλαμβάνουν τη μελωδία "τα προιτσία".
Μόλις τελειώσει το φόρτωμα των προικιών στα κάρα, και σήμερα στα αυτοκίνητα ανεβάζουν επάνω μερικά αγοράκια που σημαίνει ότι η νύφη επιθυμεί ν' αποκτήσει αγόρια.
Η πομπή λοιπόν είναι έτοιμη για την Εκκλησία. Ο γαμπρός με τη νύφη, τα συμπεθεριά, τα όργανα και οι καλεσμένοι ξεκινούν. Ο γαμπρός κρατάει τη νύφη από το χέρι, ο κουμπάρος από το άλλο μέρος τον γαμπρό και η κουμπάρα τη νύφη. Ποτέ ο κουμπάρος δεν στεφανώνει αν δεν έχει μαζί του γυναίκα. Αν είναι παντρεμένος θα έχει τη δική του γυναίκα, αν είναι ελεύθερος την αδελφή του ή κάποια στενή συγγενή του.
Φεύγοντας από το σπίτι τα όργανα παίζουν και οι καλεσμένοι τραγουδούν τις εξής πατινάδες που έχουν πειραχτικό περιεχόμενο για τους συμπέθερους της νύφης: Σας πήραμε την πέρδικα την μοσχαναθρεμένη κι αφήσαμε τη γειτονιά σαν χώρα κουρσεμένη.
Σαν εκκλησιά αλειτούργητη, σαν νερατζιά κομμένη, σαν λεμονιά απότιστη που είναι μαραμένη. Σας πήραμε την πέρδικα όπου σας τραγουδούσε, που κάθε αυγή κελάιδαγε και σας γλυκοξυπνούσε.
Σας πήραμε την πέρδικα μέσ' άπ' την αγκαλιά σας και άδειασε το σπίτι σας και όλη η γειτονιά σας.
Με το ξεκίνημα λοιπόν αυτό οι οργανοπαίχτες αρχίζουν τη νυφιάτικη πατινάδα χιτζαϊρι.
Μέχρι σήμερα επικρατεί το έθιμο νέοι και νέες αρραβωνιασμένοι να χορεύουν έξω από την εκκλησία ώσπου να τελειώσει το Μυστήριο του γάμου.
Κατά την τέλεση του Μυστηρίου επικρατεί η συνήθεια να τρέχουν οι γυναίκες να αρπάζουν τα φυτίλια που κόβει ο παπάς από τις λαμπάδες των νεονύμφων, από ενδιαφέρον μήπως και πέσουν σε χέρια εχθρικά, γιατί με αυτά μπορούν να δέσουν τον γαμπρό, όπως πιστεύουν, και δεν μπορεί να εκτελέσει τα συζυγικά του καθήκοντα. Πολλές φορές ο γαμπρός αχρηστεύεται και δεν είναι λίγοι εκείνοι που κατέληξαν σε χωρισμό. Αν το δέσιμο γίνει από φίλους τότε κρατάει μόνο δυο-τρεις μέρες.
Όταν τελειώσει το Μυστήριο γαμπρός και νύφη βγαίνουν από την εκκλησία συνοδευμένοι απο τους κουμπάρους κρατώντας ακόμα τις λαμπάδες αναμμένες καθώς και τα στέφανα στο κεφάλι μέχρι να φτάσουν στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί οι νεόνυμφοι σβήνουν τις λαμπάδες όχι φυσώντας τις αλλά με μια απότομη κίνηση ο ένας πάνω στον άλλον. Μόλις βγουν από την εκκλησία και τους δουν οι οργανοπαίχτες αρχίζουν μια νέα πατινάδα που λέγεται στα Μέγαρα «πατρινιά».
Όλη η πομπή ξεκινάει για το σπίτι του γαμπρού.
Εάν καθοδόν συναντήσουν σταυροδρόμι σταματούν επί τόπου όπου νέοι και νέες χορεύουν μπροστά στα νιογάμπρια το καγκέλι «πάνω σε όρη σε βουνό». Τελειώνοντας ο χορός αυτός η πομπή συνεχίζει το δρόμο με τη συνοδεία νέας πατινάδας.
Αν μέχρι να φτάσουν στο σπίτι του γαμπρού συναντήσουν περισσότερα από τρία σταυροδρόμια τότε θα σταματήσουν να χορέψουν σε τρία απ' αυτά συμπληρώνοντας έτσι την Αγία Τριάδα. Φτάνοντας στο σπίτι ο πατέρας του γαμπρού, που τρέχει πρώτος, υποδέχεται τη νύφη με τον ίδιο τρόπο που υποδεχτήκανε το γιό του στο σπίτι της νύφης. Τα παλιότερα χρόνια τα νιογάμπρια τα υποδεχόταν η μάνα του γαμπρού. Μόλις δηλαδή η πομπή έφτανε στην αυλόπορτα τραγουδούσε προς την πεθερά τους εξής στίχους:
Έβγα μανούλα του γαμπρού και πεθερά της νύφης, καμάρωσ' τον υγιόκα σου με την ωραία νύφη.
Φωνάξατε την πεθερά τη νύφη για να πάρει την πέρδικα και τον αητό που έγιναν ζευγάρι.
Και η πεθερά απαντούσε:
Ώρα καλή σου νύφη μου νιά και χαριτωμένη φεγγαροπροσωπάτη μου κι αγγελοκαμωμένη.
Ώρα καλή σου νύφη μου, ώρα καλή σου, γειά σου μόσχους και ροδοστάλαχτα στα καμαρόφρυδά σου.
Κατά την υποδοχή λοιπόν της νύφης θα της δώσουν το ρόδι όπως έδωσαν και στο γαμπρό, κι εκείνη θα το πετάξει να σπάσει μέσα στο νυφικό δωμάτιο κι όχι έξω όπως έκανε ο γαμπρός, συμβολίζοντας έτσι την ευτυχία που έφερε μαζί της στο σπιτικό τους. Η υποδοχή του συμπεθεριού περιορίζεται σ' ένα απλό κέρασμα. Ακολουθεί η εκφόρτωση των προικιών με τη συνοδεία των οργάνων που παίζουν κι εδώ τη μελωδία «τα προιτσία». Απ' αυτή τη στιγμή ρυθμιστής του γλεντιού είναι ο κουμπάρος. Τα παλιότερα χρόνια όμως υπήρχε ειδικός ρυθμιστής ο λεγόμενος μπαϊρακτάρης που τον όριζε ο γαμπρός βάζοντάς του μια μεγάλη πετσέτα στους ώμους σταυρωτά σαν εξάρτηση για την επισημότητα της θέσης του. Ο πρώτος που θα χορέψει τα νιογάμπρια είναι ο κουμπάρος κι ύστερα η κουμπάρα και νέες κοπέλες. Το γλέντι αρχίζει με το τραγούδι «ένα Σαββάτο βράδυ» που η μελωδία του δεν παίζεται πουθενά αλλού παρά μόνο σε γάμο:
Ένα Σαββάτο βράδυ μιά Κυριακή πρωί βγήκα να συργιανήσω μέσ' στην οβριανή
Βρίσκω μια Εβραιοπούλα και λουζότανε με φυλτισένιο χτένι εχτενιζότανε.
Της λέω, Εβραιοπούλα γίνεσαι χριστιανή να λούζεσαι Σαββάτο ν' άλλάζεις Κυριακή και να μεταλαβαίνεις
Χριστού και την Λαμπρή;
Επωδοί
Άντε λούσου και χτενίσου κι έλα αντάμα μου κοιμήσου.
Τα ματάκια σου κυρά μου έχουν κάψει την καρδιά μου. Άσε κείνα τα ινάτια κι έλα φίλα με στα μάτια,
Το γλέντι συνεχίζεται με διάφορα τραγούδια, που αναφέρω παρακάτω, και χορούς που ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι μπάλλοι και οι αράπικοι συρτοί, όπως λέγονται.
Αφού τελειώσει ο νυφιάτικος χορός οι συμπεθέροι της νύφης ετοιμάζονται να φύγουν για το σπίτι τους όπου θα συνεχίσουν το γλέντι. Πρίν φύγουν επικρατεί η συνήθεια να φιλοδωρούν τη νύφη με χρήματα.
Την ίδια στιγμή τα όργανα, οι κομπανίες, νύφης και γαμπρού μοιράζουν τα κέρδη τους σε ϊσα μέρη που καμιά φορά το συνολικό ποσό δε χωρίζεται ακριβώς, οπότε αρχίζει ο τσακωμός για το ποιός θα πάρει τη διαφορά. Είπα πιο πάνω κομπανίες και παρέλειψα να γράψω απ' την αρχή ότι τόσο ο γαμπρός όσο και η νύφη έπρεπε απαραίτητα να είχαν τους δικούς τους οργανοπαίχτες που αποτελούσαν ξεχωριστές κομπανίες ή συγκροτήματα μουσικά και που έπαιζαν εναλλάξ στο γλέντι. Τα παλιότερα χρόνια τις κομπανίες τις αποτελούσαν μόνο βιολιά και λαούτα. Από το 1924 και εδώ ήρθαν τα σαντούρια με τον ερχομό των προσφύγων της Μ. Άσίας κι ακόμα πιο αργότερα προστέθηκαν τα κλαρίνα, τα ακορντεόν και οι κιθάρες.
Γίνεται λοιπόν ο αποχωρισμός με το εξής τραγούδι που παίζουν οι βιολιτζήδες του συμπεθεριού της νύφης.
Σ' αφήνω την καληνυχτιά, πέσε γλυκοκοιμήσου και στ' όνειρό σου να με ιδείς σκλάβο και δουλευτή του.
Επωδός
Πώς να σου πω το έχε γειά που κλαίει η δόλια μου καρδιά. Σ' άφήνω την καληνυχτιά μηλιά μου με τους κλώνους κι εγώ πάω να κοιμηθώ με βάσανα και πόνους.
Επωδός
Σένα τα λέω με καημό με λαύρα κι αναστεναγμό.
Την έξοδο του συμπεθεριού της νύφης την συνοδεύουν λίγα μέτρα οι συγγενείς του γαμπρού με τα μουσικά όργανα. Τώρα πια στο σπίτι του γαμπρού αρχίζει η ετοιμασία του επίσημου τραπεζιού, που την έναρξή του την κάνουν νέοι και νέες, με τους γονείς τους στη ζωή, κόβοντας τα κατσουλέρια, για τα οποία μιλήσαμε πιο πάνω.
Απαραίτητα τα κατσουλέρια τα κόβουν με τα χέρια κι όχι με μαχαίρι, κάνοντας την ευχή «να μας ζήσουν» και παίρνοντας την απάντηση «και στα δικά σας». Από δω και μετά επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν μαχαίρι για τα κατσουλέρια. Οι ευχές προς τους νεόνυμφους, τους κουμπάρους και τους λοιπούς καλεσμένους δίνουν και παίρνουν. Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν και στο σπίτι της νύφης όπου συνεχίζεται το γλέντι. Μετά το γεύμα τα όργανα θ' αρχίσουν με παινέματα του γαμπρού, της νύφης, των κουμπάρων και των συμπεθέρων.
Ύστερα από τα παινέματα αρχίζουν τα επιτραπέζια τραγούδια, όπως λέγονται, και κατόπιν τα χορευτικά. Πρώτος αρχίζει το χορό ο κουμπάρος και ακολουθούν η κουμπάρα, οι γονείς και τ' αδέλφια του γαμπρού και στη συνέχεια οι υπόλοιποι συγγενείς και φίλοι του γαμπρού. Ο πρώτος χορός γίνεται με το τραγούδι «ένα Σαββάτο βράδυ» όπως έγινε και με την έναρξη του νυφιάτικου χορού. Και εδώ παίζονται διάφορες μελωδίες, ξεχωρίζουν όμως οι καρσιλαμάδες που χορεύονται συνήθως από γυναίκες και ο χορός χατζηχρήστος που χορεύεται κυρίως απο τους γεροντότερους γιατί είναι ασίκικος χορός σε δύο διαφορετικούς ρυθμούς, συρτό καί τσάμικο. "Οταν έρθει ή σειρά του πατέρα να χορέψει, οι οργανοπαίχτες παίζουν το τραγούδι:
Πουλάκι είχα στο κλουβί και τόχα 'μερωμένο το τάϊζα με ζάχαρη το πότιζα με μόσχο.
κι άπ' την πολλή τη ζάχαρη κι' απ' τον πολύ τον μόσχο εσκανδαλίσθη το πουλί και μού 'φυγε μια μέρα.
Παίρνω τα όρη σκούζοντας και τα βουνά ρωτώντας μην ειδαν το πουλάκι μου μην ειδαν το πουλί μου.
Στο γλέντι αυτό ξεχωρίζουν και οι πηδηχτοί χοροί όπως ειναι το «μπόδα τα περιστέρια» και ο «Λουλουβίκος».
Ο «βαθύς τσάμικος» σε δύο διαφορετικούς ρυθμούς, ο πρώτος σε 4/4 αργός χορός και ο δεύτερος σε 3/4 τσάμικος, γεμάτος λεβεντιά που λόγω της ιδιορρυθμίας του χορευόταν από πολύ λίγους χορευτές.
Τέλος διακρίνονται οι χοροί «σούστα πολίτικη» που μάλλον κατάγεται από τη M. Ασία και ηρθε στα Μέγαρα από τους παλιούς θαλασσινούς Μεγαρίτες που ταξίδευαν πολύ τακτικά στην Πόλη, καθώς κι ένας μπάλλος που παίζεται σε τόνο λά-ματζόρε και κλίμακα χιντζάζ.
Το γλέντι τελειώνει με το χορό «Μανωλέϊκο». Είναι αντρικός χορός όπου οι χορευτές αγκαλιασμένοι γονατίζουν ενώ οι βιολιτζήδες σιγά-σιγά επιταχύνουν το ρυθμό για να κουραστούν οι χορευτές κι εκείνοι να απαλλαγούν από το πολύωρο παίξιμο που έχουν κάνει. Γι' αυτό και ο χορός λέγεται «τελευταίος » (Λούρτιμο).
Τελειώνοντας λοιπόν το γλέντι γινόταν το στρώσιμο του νυφικού κρεβατιού από νέους και νέες που απαραίτητα έπρεπε να έχουν στη ζωή και τους δυο γονείς τους. Μόλις τελείωνε το στρώσιμο που συνοδευόταν από τη μελωδία των βιολιτζήδων «τα προιτσία», επτά-οκτώ νέοι ξάπλωναν πάνω στο κρεβάτι και δεν κατέβαιναν αν δεν τους έταζαν τα νιογάμπρια ένα τραπέζι ή ένα αρνί να το φάνε σε τρεις-τέσσερεις μέρες. Πολλές φορές όμως έμεναν ικανοποιημένοι από λίγα χρήματα που πετούσε πότε ο γαμπρός πότε η νύφη στο κρεβάτι. Κατά την ώρα του στρωσίματος λέγονταν και διάφορα πειραχτικά αστεία τόσο για τη νύφη όσο και για το γαμπρό που πολλές φορές ευχαριστημένος έδινε και κανένα φιλοδώρημα στους βιολιτζήδες. Εδώ βασικά τελειώνει η χαρά του γάμου.
Πηγή κειμένου: "ΤΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΡΩΝ" Ιακώβ. Αναστ. Ηλία, εκδ. ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ 1982
Σάββατο, Οκτωβρίου 16, 2021
Ελέα
H Ελέα, έδρα μίας από τις πιο σημαντικές φιλοσοφικές σχολές της αρχαιότητας, αυτής των περίφημων στοχαστών Παρμενίδη και Ζήνωνα, ονομάστηκε έτσι από μια ιερή πηγή, την Υέλη, η οποία είναι ορατή στις νότιες πλαγιές της ακρόπολης και απεικονίζεται στα νομίσματα που θρυλείται ότι κόπηκαν εκεί. Η μεγάλη περιπλάνηση των προσφύγων από τη Φώκαια προς την ακτή της Μικράς Ασίας -που άρχισε στο 545 π.Χ. υπό την απειλή της εκστρατείας των Περσών και συνεχίστηκε ύστερα από την ήττα που υπέστησαν στη ναυμαχία της Αλαλίας (540 π.Χ) από τους Ετρούσκους και τους Καρχηδονίους- ολοκληρώθηκε πριν από το 535 π.Χ. στην καρδιά του Τσιλέντο. Εκεί ιδρύθηκε η νέα αποικία, σε μια περιοχή όπου προϋπήρχαν κοινότητες αυτοχθόνων, οι οποίοι ήταν από καιρό εξοικειωμένοι με τους ελληνικούς λαούς χάρη στις εμπορικές τους συναλλαγές. O σημαντικός ρόλος που κατέκτησε αμέσως η πόλη στις ανταλλαγές ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τυρρηνία και η ευμάρεια που απέκτησε μαρτυρούνται από τη μνημειώδη ακρόπολη, όπου διακρίνεται καθαρά η εντυπωσιακή κρηπίδα του ναού μιας θεότητας η οποία δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί (σε διάφορα σημεία αναγνωρίστηκαν άλλοι τόποι λατρείας της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου), αλλά και από τις άνετες πέτρινες κατοικίες της ακμαίας τοπικής τάξης των βιοτεχνών και των εμπόρων.
Τον 5ο αι. π.Χ. η Ελέα εντάχθηκε στην εμπορική και πολιτική τροχιά της Αθήνας. Σε αυτή την περίοδο ανάγονται η περαιτέρω πολεοδομική ανάπτυξη και η δημιουργία των μεγαλοπρεπών τειχών με τους πύργους, τα οποία διευρύνθηκαν και ενισχύθηκαν ανάμεσα στον 4ο και στον 3ο αι. π.Χ. Ακόμη και σήμερα είναι δυνατόν να διανύσει κάποιος την πολύ μεγάλη περίμετρό τους από βορρά προς νότο και, με κατεύθυνση την ανατολή, έως το στρατηγικό φρούριο του Καστελούτσιο, που αποτελεί ένα είδος εσωτερικού κάστρου ενάντια στους τυχόν εισβολείς από το εσωτερικό.
H Ελέα, η μοναδική εξελληνισμένη πόλη της Καμπανίας που άντεξε την εξάπλωση των Σαμνιτών και των Λευκανών προς την ακτή, κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο παρέμεινε ένα ακμάζον κέντρο φιλοσοφίας, ενώ ανέδειξε επίσης μια διακεκριμένη ιατρική σχολή. Το άρτιο οδικό δίκτυο, τα πολλά σπίτια με περιστύλιο —χαρακτηριστικά της ελληνιστικής περιόδου— και κάποια δημόσια μεγαλοπρεπή συγκροτήματα, με ένα γυμνάσιο αξιοσημείωτων διαστάσεων φανερώνουν ότι η πόλη παρακολουθούσε από κοντά τις πολεοδομικές, αρχιτεκτονικές και καλλιτεχνικές καινοτομίες της εποχής αυτής. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σειρά των λατρευτικών συγκροτημάτων που ήταν τοποθετημένα στις θεαματικές αναβαθμίδες, οι οποίες ακολουθούν την ανάπτυξη των τειχών της πόλης προς την ανατολή. Το εντυπωσιακότερο αρχιτεκτονικό στοιχείο είναι αναμφίβολα ο βωμός του Δία ο οποίος χρονολογείται στον 3ο-2ο αι. π.Χ.
Το 272 π.Χ. συνομολογήθηκε συμμαχία με τη Ρώμη, η οποία διατηρήθηκε και στον πόλεμο εναντίον των Καρχηδονίων του Αννίβα.
Με τη μετατροπή της σε ρωμαϊκό municipium (αυτοδιοικούμενη πολιτεία) και τη μετονομασία της σε Βέλια, η πόλη αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο, όπως αποδεικνύουν τα ερείπια των δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων που είχαν ανεγερθεί, με το σύνηθες μεγαλείο, από τον 1ο έως τον 2ο αι. μ.Χ.
H καλή γεωγραφική θέση και τα άφθονα αποθέματα νερού διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο για την επιλογή της τοποθεσίας από τους αποίκους. Το εκτεταμένο ακρωτήριο, το οποίο πριν από 26 αιώνες εκτεινόταν έως τη θάλασσα, απέχει σήμερα 600 μ. από την ακτή, λόγω των προσχώσεων που δημιούργησαν οι ποταμοί Αλέντο και Παλίστρο στον βορρά και ο χείμαρρος Σάντα Μπάρμπαρα στον νότο. Αρχικά, επομένως, η πόλη διέθετε δύο λιμάνια: το βόρειο ήταν αρκετά μεγάλο, φιλόξενο, καλά προστατευμένο, όπως δείχνει η πορεία του συγχρονου δρόμου που εκτείνεται κατά μήκος της αρχαίας ακτογραμμής, και φαινόταν καλά από την ακρόπολη. Από την πλευρά της εισόδου στην ανασκαμμένη περιοχή δεσπόζει το εκτεταμένο νότιο οικοδομικό τετράγωνο, με το αρμονικό οδικό δίκτυο στο οποίο ξεχωρίζει, λόγω του μεγέθους του, ένα οικοδόμημα που ίσως είναι δυνατόν να συνδεθεί με την ιατρική σχολή της Ελέας — σύμφωνα με κάποιους πρόκειται για Ασκληπιείο. Ένας μακρύς πλακόστρωτος δρόμος άψογα διατηρημένος έως σήμερα, ανεβαίνει στην απότομη πλαγιά της ακρόπολης. Από το υψίπεδο που βρίσκεται στην κορυφή, όπου κυριαρχεί
το κυκλικό ακροπυργιο του της ύστερης νορμανδικής περιόδου (13ος αι.), γύρω από το οποίο δημιουργήθηκε ο οικισμός του Καστελαμάρε ντελ Βρούκα που εγκαταλείφθηκε το 18ο αι., αρχίζει o δρόμος προς την ενδοχώρα. Η οδογέφυρα της φημισμένης Ερυθράς Πύλης συνδέει τον παραπάνω δρόμο ακόμα και σήμερα με τις οχυρώσεις και τις λατρευτικές αναβαθμίδες της ανατολικής περιοχής της πόλης. H Ερυθρά Πύλη, που υψώθηκε στα μέσα του 4ου αι.π.Χ. ή λίγο αργότερα, επέτρεψε τη σύνδεση των βόρειων οικοδομικών τετραγώνων με τα νότια, απ όπου ανέβαινε ο κύριος δρόμος για την ακρόπολη. Πρόκειται για το πρώτο δείγμα εφαρμογής της τεχνικής του ημικυκλικού τόξου και θόλου στην Ιταλία, που εδώ υλοποιήθηκαν αριστοτεχνικά από έναν άγνωστο αρχιτέκτονα, προφανώς εξοικειωμένο με αυτές τις κατασκευαστικές λύσεις, οι οποίες εκείνη την περίοδο ήταν διαδεδομένες στη Μακεδονία. Τελείως παραλληλεπίπεδοι ή καμπύλοι ασβεστολιθικοί όγκοι στον θόλο, συνδεδεμένοι με προσοχή σε κανονικές σειρές, σχηματίζουν μια αψίδα με 6 μ. βάθος, 7,55 μ. ύψος και 2,70μ. πλάτος, με αμφότερες τις προσόψεις κλειστές από μεγαλοπρεπή αντιτειχίσματα και διακοσμημένες με τόξα από τετράγωνη πέτρα με ακτινωτή διάταξη.
Τον 5ο αι. π.Χ. η Ελέα εντάχθηκε στην εμπορική και πολιτική τροχιά της Αθήνας. Σε αυτή την περίοδο ανάγονται η περαιτέρω πολεοδομική ανάπτυξη και η δημιουργία των μεγαλοπρεπών τειχών με τους πύργους, τα οποία διευρύνθηκαν και ενισχύθηκαν ανάμεσα στον 4ο και στον 3ο αι. π.Χ. Ακόμη και σήμερα είναι δυνατόν να διανύσει κάποιος την πολύ μεγάλη περίμετρό τους από βορρά προς νότο και, με κατεύθυνση την ανατολή, έως το στρατηγικό φρούριο του Καστελούτσιο, που αποτελεί ένα είδος εσωτερικού κάστρου ενάντια στους τυχόν εισβολείς από το εσωτερικό.
H Ελέα, η μοναδική εξελληνισμένη πόλη της Καμπανίας που άντεξε την εξάπλωση των Σαμνιτών και των Λευκανών προς την ακτή, κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο παρέμεινε ένα ακμάζον κέντρο φιλοσοφίας, ενώ ανέδειξε επίσης μια διακεκριμένη ιατρική σχολή. Το άρτιο οδικό δίκτυο, τα πολλά σπίτια με περιστύλιο —χαρακτηριστικά της ελληνιστικής περιόδου— και κάποια δημόσια μεγαλοπρεπή συγκροτήματα, με ένα γυμνάσιο αξιοσημείωτων διαστάσεων φανερώνουν ότι η πόλη παρακολουθούσε από κοντά τις πολεοδομικές, αρχιτεκτονικές και καλλιτεχνικές καινοτομίες της εποχής αυτής. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σειρά των λατρευτικών συγκροτημάτων που ήταν τοποθετημένα στις θεαματικές αναβαθμίδες, οι οποίες ακολουθούν την ανάπτυξη των τειχών της πόλης προς την ανατολή. Το εντυπωσιακότερο αρχιτεκτονικό στοιχείο είναι αναμφίβολα ο βωμός του Δία ο οποίος χρονολογείται στον 3ο-2ο αι. π.Χ.
Το 272 π.Χ. συνομολογήθηκε συμμαχία με τη Ρώμη, η οποία διατηρήθηκε και στον πόλεμο εναντίον των Καρχηδονίων του Αννίβα.
Με τη μετατροπή της σε ρωμαϊκό municipium (αυτοδιοικούμενη πολιτεία) και τη μετονομασία της σε Βέλια, η πόλη αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο, όπως αποδεικνύουν τα ερείπια των δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων που είχαν ανεγερθεί, με το σύνηθες μεγαλείο, από τον 1ο έως τον 2ο αι. μ.Χ.
H καλή γεωγραφική θέση και τα άφθονα αποθέματα νερού διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο για την επιλογή της τοποθεσίας από τους αποίκους. Το εκτεταμένο ακρωτήριο, το οποίο πριν από 26 αιώνες εκτεινόταν έως τη θάλασσα, απέχει σήμερα 600 μ. από την ακτή, λόγω των προσχώσεων που δημιούργησαν οι ποταμοί Αλέντο και Παλίστρο στον βορρά και ο χείμαρρος Σάντα Μπάρμπαρα στον νότο. Αρχικά, επομένως, η πόλη διέθετε δύο λιμάνια: το βόρειο ήταν αρκετά μεγάλο, φιλόξενο, καλά προστατευμένο, όπως δείχνει η πορεία του συγχρονου δρόμου που εκτείνεται κατά μήκος της αρχαίας ακτογραμμής, και φαινόταν καλά από την ακρόπολη. Από την πλευρά της εισόδου στην ανασκαμμένη περιοχή δεσπόζει το εκτεταμένο νότιο οικοδομικό τετράγωνο, με το αρμονικό οδικό δίκτυο στο οποίο ξεχωρίζει, λόγω του μεγέθους του, ένα οικοδόμημα που ίσως είναι δυνατόν να συνδεθεί με την ιατρική σχολή της Ελέας — σύμφωνα με κάποιους πρόκειται για Ασκληπιείο. Ένας μακρύς πλακόστρωτος δρόμος άψογα διατηρημένος έως σήμερα, ανεβαίνει στην απότομη πλαγιά της ακρόπολης. Από το υψίπεδο που βρίσκεται στην κορυφή, όπου κυριαρχεί
το κυκλικό ακροπυργιο του της ύστερης νορμανδικής περιόδου (13ος αι.), γύρω από το οποίο δημιουργήθηκε ο οικισμός του Καστελαμάρε ντελ Βρούκα που εγκαταλείφθηκε το 18ο αι., αρχίζει o δρόμος προς την ενδοχώρα. Η οδογέφυρα της φημισμένης Ερυθράς Πύλης συνδέει τον παραπάνω δρόμο ακόμα και σήμερα με τις οχυρώσεις και τις λατρευτικές αναβαθμίδες της ανατολικής περιοχής της πόλης. H Ερυθρά Πύλη, που υψώθηκε στα μέσα του 4ου αι.π.Χ. ή λίγο αργότερα, επέτρεψε τη σύνδεση των βόρειων οικοδομικών τετραγώνων με τα νότια, απ όπου ανέβαινε ο κύριος δρόμος για την ακρόπολη. Πρόκειται για το πρώτο δείγμα εφαρμογής της τεχνικής του ημικυκλικού τόξου και θόλου στην Ιταλία, που εδώ υλοποιήθηκαν αριστοτεχνικά από έναν άγνωστο αρχιτέκτονα, προφανώς εξοικειωμένο με αυτές τις κατασκευαστικές λύσεις, οι οποίες εκείνη την περίοδο ήταν διαδεδομένες στη Μακεδονία. Τελείως παραλληλεπίπεδοι ή καμπύλοι ασβεστολιθικοί όγκοι στον θόλο, συνδεδεμένοι με προσοχή σε κανονικές σειρές, σχηματίζουν μια αψίδα με 6 μ. βάθος, 7,55 μ. ύψος και 2,70μ. πλάτος, με αμφότερες τις προσόψεις κλειστές από μεγαλοπρεπή αντιτειχίσματα και διακοσμημένες με τόξα από τετράγωνη πέτρα με ακτινωτή διάταξη.
29 Μαΐου 1453 Η τελευταία λειτουργία στην Αγία Σοφία
Η τελευταία Ορθόδοξη λειτουργία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ στην Αγία Σοφία, στις 29 Μαΐου 1453. O έσχατος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Κωνσταντίνος ΙΑ' Δραγάσης Παλαιολόγος, αφού προσευχήθηκε μαζί με τον λαό και απολογήθηκε για τα λάθη του, έφυγε για τα τείχη της πόλης όπου και έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 26 Μάϊου 1453, κι αφού προηγήθηκαν δύο γενικές έφοδοι χωρίς αποτέλεσμα, ο Μωάμεθ είχε στείλει πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη για να προτείνει στον αυτοκράτορα: «Να παραδώσει την Πόλη, αν θέλει τη ζωή του, και να απέλθει ανενόχλητος μετά των μεγιστάνων και των θησαυρών του στην Πελοπόννησο ή όπου αλλού θέλει και να σταματήσει τον απελπισμένο πόλεμο». Ο Κωνσταντίνος, τιμώντας τη ρίζα και τους προγόνους του, απάντησε: «Την Πόλη ούτε εγώ δύναμαι να παραδώσω, ούτε άλλος κανείς των εν αυτή κατοικούντων, διότι ομοφώνως και αυτοπροαιρέτως προτιμούμε τον θάνατο από την άδοξη ζωή». Ο Μωάμεθ, αποφάσισε τρίτη γενική έφοδο. Όταν το έμαθε ο Κωνσταντίνος, προσκάλεσε τους στρατηγούς του και σε κλίμα φόρτισης, τούς είπε: «Στα χέρια σας, παραδίδω το ταπεινωμένο σκήπτρο μου και την περίδοξο αυτή βασιλίδα των πόλεων, την Πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η οποία είναι η ελπίδα και η χαρά όλων των Ελλήνων».
Νωρίς το πρωί της 27ης Μαΐου, Κυριακή των Αγίων Πάντων, ο αυτοκράτορας, πήγε για τελευταία φορά στον ναό της Αγίας Σοφίας για να εκκλησιασθεί. Ο ναός ήταν κατάμεστος. Ο λαός μαζί με τον κλήρο προσεύχονταν για την σωτηρία του. Κλάματα και βοή κάλυπταν τις δεήσεις των διακόνων. Όσο η λειτουργία προχωρούσε, τόσο η ταραχή αυξάνονταν. Μέσα στη γενική θλίψη και στο φόβο, ο αυτοκράτορας έκανε την εμφάνισή του. Ο λαός παραμέρισε για να περάσει. Ο Κωνσταντίνος, προχώρησε προς το Άγιο Βήμα, χωρίς στέμμα, σκοτεινός και δακρυσμένος. Ο αυτοκράτορας προσευχήθηκε με κατάνυξη. Γονάτισε τρείς φορές μπροστά στην εικόνα του Δεσπότη Χριστού και της Θεοτόκου και στη συνέχεια, απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα, είπε με δυνατή φωνή: «Χριστιανοί, συγχωρήσατε με και ο Θεός ας σας συγχωρήσει». Αφού μετέλαβε, όλοι, με μια φωνή απάντησαν: Έσο συγχωρημένος!». Ο Κωνσταντίνος τους παρακίνησε να κοινωνήσουν και να δώσουν τον τελευταίο υπέρ πάντων αγώνα. «Εν τήδε τη ώρα» διηγείται ο Φραντζής, «τίς διηγήσεται τους τότε κλαυθμούς και θρήνους; Εάν από ξύλου άνθρωπος ή εκ πέτρας ήν, ούκ ηδύνατο μή θρηνήσαι».
Καθώς δυνάμωνε ο κρότος των σπαθιών και των ασπίδων, οι μητέρες αποχαιρέτησαν τα παιδιά τους και οι σύζυγοι τις συζύγους τους. Ο αυτοκράτορας με τη συνοδεία του, αναχώρησε από το ναό της Αγίας Σοφίας για τα ανάκτορα κι από εκεί κατευθύνθηκε στα τείχη, όπου γράφτηκε η τελευταία πράξη του δράματος. ..
H πόλις εάλω!
Οι Τούρκοι, σφάζοντας, λεηλατώντας και αιχμαλωτίζοντας, έφτασαν στο ναό της Αγίας Σοφίας. Βρήκαν τις πύλες κλειστές και επιχείρησαν να τις ανοίξουν με τσεκούρια. Οι θρήνοι από το εσωτερικό του ναού, δυνάμωναν, με κάθε τσεκουριά. Φωνές παιδιών και μοιρολόγια.
Έξαφνα, μια δυνατή φωνή ακούστηκε: «Όσοι πιστοί, παύσετε τους κλαυθμούς και ακροασθήτε των λόγων μου!». Ήταν ο Πατριάρχης Γεννάδιος. Όρθιος στον άμβωνα, με τα χέρια τεντωμένα πάνω από χιλιάδες κεφάλια...
«Εάν εκρημνίσθη, η Αυτοκρατορία των Ρωμαίων, η παναγιωτάτη όμως θρησκεία των Γραικών-όχι!-μα τις πολλές παντοειδείς δυστυχίες σας, μα το αθώο αίμα, το οποίο χύθηκε κι ακόμη θα χυθεί-δεν καταβλήθηκε ούτε θα καταβληθεί έως ότου υπάρχει ουρανός και γη. Τα προσκυνήματά σας αλλάζουν θέση, το ιερό αυτό θυσιαστήριο μετατοπίζεται ήδη, αλλά η πίστη, η μέλλουσα να σας σώσει, διαφυλάχτηκε από ανήκουστους κινδύνους, και με τον τρόπο αυτό διαφυλαχθείσα θα σας διαφυλάξει.. ...Και λοιπόν αδελφοί, παυσάμενοι τους γογγυσμούς, υπακούστε με θρησκευτική μεγαλοψυχία και σε τούτο το θέσπισμα του Υψίστου! Ναι, βέβαια, γινόμαστε αιχμάλωτοι, αλλά θα είμαστε ελεύθεροι εν πνεύματι Κυρίου. Θα γίνουμε αναγκαστικά και αληθινά ταπεινοί, αλλά θα 'ρθεί ο καιρός που θα ξανασηκωθούμε. Ο Θεός μαζί μας! Ακούστε τι σας φωνάζει ο Θεός από το άγιο βήμα: «Υπάγω και έρχομαι προς υμάς. και υμείς ουν λύπην μεν νυν έχετε. Πάλιν δε όψομαι υμάς και χαρήσεται υμών η καρδία και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ' υμών». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Ευαγγελίου, τα οποία ακούσθηκαν στον Ναό Της του Θεού Σοφίας...
Ο Μωάμεθ στην Αγία Σοφία
Τρεις μέρες μετά την πτώση της Πόλης, ο Μωάμεθ, μπήκε στον ναό της Αγίας Σοφίας. Έστησε την σημαία του στο Ιερό Βήμα και απηύθυνε το πρώτο μωαμεθανικό κάλεσμα για προσευχή, μέσα στο ναό της χριστιανοσύνης
Σύμφωνα με την παράδοση, ένας από τους αγάδες του Σολάκ, αφού σκότωσε με το αριστερό του χέρι έναν «άπιστο», έβαψε με το αίμα του και το δεξί του χέρι. Στη συνέχεια, παρόντος του Μωάμεθ, πήδηξε ψηλά και αποτύπωσε το όλο αίματα χέρι του σε μία μαρμάρινη στήλη, αποτύπωμα που είναι ευδιάκριτο, ακόμη και σήμερα. Άλλη παράδοση αναφέρει ότι το αποτύπωμα ανήκει στο χέρι του Μωάμεθ..
Όπως και να 'χει, ο κατακτητής της Βασιλίδας των Πόλεων, κρατώντας ένα τετραπτέρυγο βέλος, τόξευσε στο κέντρο του θόλου είπε: «Τούτο είναι το εμόν σημείον». Στη συνέχεια, μιλώντας με λόγια θαυμασμού για τον ναό, είπε ότι αξίζει να γίνει ευκτήριος οίκος του Ισλαμισμού, που άλλος στον κόσμο να μην υπάρχει όμοιός του σε μεγαλοπρέπεια. Διέταξε λοιπόν να πλύνουν τα αίματα των «απίστων», να τον θυμιάσουν και να οικοδομηθούν ένας άμβωνας κι ένας μιναρές. Όσα διέταξε, έγιναν. Τότε, παρουσία του Μωάμεθ, τελέσθηκε στην Αγία Σοφία-τζαμί πλέον-η προσευχή της Παρασκευής «Χουτβά». Τον Μωάμεθ συνόδευαν οι μουσουλμάνοι ιμάμηδες Άη Σαμσεδίν και Καρά Σαμσεδίν. Ο πρώτος τοποθέτησε στο κεφάλι του Μωάμεθ την τιάρα, την οποία ο ίδιος φορούσε, αφού της πρόσθεσε ένα φτερό ερωδιού και στη συνέχεια του έδωσε στο χέρι ένα γυμνό ξίφος. Κατόπιν, ο Άη Σαμσεδίν ανέβηκε στον άμβωνα και είπε την Χουτβά μ' όλη τη δύναμη του, υμνώντας τον Αλλάχ. Όταν κατέβηκε από τον άμβωνα, ζήτησε να λάβει το αξίωμα του Ιμάμη της Αγίας Σοφίας. Ο Μωάμεθ δεν του το αρνήθηκε.
Ο ναός απογυμνώθηκε από τα χριστιανικά του σύμβολα και τα πολύτιμα σκεύη του. Αλλες εικόνες καταστράφηκαν κι άλλες καλύφθηκαν με κονιάματα. Η Παναγία του
Τέμπλου, κατά το δημοτικό τραγούδι, ταράχθηκε: «... Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ 'άγια Παπάδες, πάρτε τα ιερά και σεις, κεριά, σβηστείτε. Γιατί είναι θέλημα θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά να' ρθούν τρία καράβια: το 'να να πάρη το Σταυρό και τ' άλλο το Ευαγγέλιο, το τρίτο το καλύτερο την άγια τράπεζά μας. H Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες. -Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύξης, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά. μας είναι.
Έτσι τελείωσε η χριστιανική ζωή του μεγαλύτερου και λαμπρότερου οικοδομήματος στον κόσμο.
Πηγή κειμένου: Ευγενία Γαβριηλίδου - ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ , το αιώνιο σύμβολο της Ορθοδοξίας 1500 χρόνια από την ανέγερση της
Παρασκευή, Οκτωβρίου 15, 2021
Ηράκλεια
Κοντά στον ποταμό Σίρι (σήμερα, Σίνι), στην άκρη μιας εύφορης πεδιάδας η ιστορική παράδοση αναφέρει έναν αρχαιότατο οικισμό που ιδρυσαν Ίωνες άποικοι από τον Κολοφώνα. H καταγωγή τους από την Τροία επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη της λατρείας και του ξύλινου ομοιώματος της Αθηνάς Ιλιάδος. H πόλη στην αρχή ονομάστηκε Πολιείον, ενώ αργότερα απέκτησε το όνομα Σίρις από το ομώνυμο ποτάμι της περιοχής.
Στο σημερινό Πολικόρο, εκεί όπου το 433 π.Χ. ιδρύθηκε η αποικία των Ταραντίνων Ηράκλεια, στην περιοχή Κολίνα ντελ Μπαρόνε, κάτω από άλλα στρώματα οικισμών της ελληνιστικής εποχής βρέθηκαν ίχνη από ένα τείχος περίφραξης κατασκευασμένο με ωμές πλίνθους μήκους περίπου 4 καθώς και ίχνη από φούρνους και τάφους που χρονολογούνται στον 7ο αι. π.Χ.Τα ευρήματα αυτά πιθανότατα συνδέονται με κάποιο αρχαϊκό οικισμό. Από την πόλη Σίρις στις εκβολές του Σίνι, δεν υπάρχουν καθόλου ευρήματα. H υπόθεση ότι ο αρχαϊκός οικισμός που ανακαλύφθηκε οτην τοποθεσία της κατοπινής Ηράκλειας ήταν μια αγροτική περιοχή της αρχαίας πόλης Πολιείον/Σίρις έρχεται σε αντίθεση με τα ευρήματα ανασκαφών. Μέχρι σήμερα, το ζήτημα της σχέσης μεταξύ των δύο οικισμών παραμένει άλυτο. Μια συμβιβαστική λύση είναι να θεωρήιηυμε τον αρχαϊκό οικισμό ως αγροτικό που ανήκε στην επικράτεια του πολιτικού, εμπορικού και θρησκευτικού κέντρου που βρισκόταν στις εκβολές του ποταμού, δηλαδή στην επικράτεια της Σίρης, προορισμένο να παιξει σημαντικό ρόλο αργότερα, όπως επιβεβαιώνει η κατασκευή οχυρωματικών έργων.
Οταν η Σίρις κατακτήθηκε και καταστράφηκε από τους Μεταποντίνους σε συμμαχία με τους Συβαρίτες και τους Κροτωνιάτες, η πόλη έχασε ουσιαστικά την ανεξαρτησία της περίπου για έναν αιώνα, παρότι επιγραφές του 5ου αι. π.Χ. αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο η περιοχή της αρχαίας αποικίας του Κολοφώνα να μην ερήμωσε ποτέ απόλυτα. Το 433 πχ, πάντως, η ίδρυση της Ηράκλειας (που ονομάστηκε έτσι προς Τιμήν του Δωριέα εθνικού ήρωα), στη θέση του σημερινού Πολικόρο, σηματοδότησε μια νέα πολιτική κατάσταση στον κόλπο του Τάραντα. Η αποικία αυτή άκμασε μία δεκαετία πριν από την ίδρυση της πανελλήνιας αποικίας των Θουρίων. H διαμάχη για την κατοχή της Σίρης ανάμεσα στους Θουρίους και στους Ταραντίνους έληξε με την επικράτηση των δεύτερων και έτσι κυριάρχησε το λακωνικό στοιχείο τόσο στη γλώσσα όσο και στους θεσμούς. Το 374 π.Χ. η Ηράκλεια έγινε η έδρα της Ιταλιώτικης Ένωσης μετά την πτώση του Κρότωνα, υπό την αιγίδα των Συρακουσών. Το 280 π.Χ. ο Πύρρος διέλυσε τα ρωμαϊκά στρατεύματα επιστρατεύοντας τους ελέφαντες. Στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. η παρακμή έγινε πλέον μη αναστρέψιμη, όταν οι κάτοικοι της Ηράκλειας παγιδεύτηκαν από τα στρατεύματα του Αννίβα, κατά τη διάρκεια του B ' Καρχηδονιακού πολέμου.
H αρχαιολογική έρευνα —που βρίσκεται σε εξέλιξη— για την Ηράκλεια, της οποίας οι σχέσεις με την αρχαϊκή πόλη δεν έχουν ακόμη διαλευκανθεί, έφερε στο φως μερικά βασικά στοιχεία της αστικής όψης. Οι τυπικής μορφής εγκαταστάσεις καταλάμβαναν ένα οροπέδιο με προσανατολισμό από τα ανατολικά προς τα δυτικά, μήκους περίπου 1700 μ., που έφθανε μέχρι το λεγόμενο Καστέλο ντελ Μπαρόνε. Μια βασική πλατεία διέσχιζε κατά μήκος όλη την έκταση, ενώ δευτερεύοντες δρόμοι πλάτους 4-5,50 μ. την έτεμναν κάθετα. Στη νότια πλευρά η διάταξη των οικοδομικών τετραγώνων συνεχιζόταν πέρα από το χείλος του οροπεδίου, στην κατηφορική δηλαδή πλαγιά. Μια σημαντική συνοικία τεχνιτών της αρχαίας Ηράκλειας, ο Κεραμεικός, καταλάμβανε μια περιοχή καθαρά αστική, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες αποικίες της Δύσης, όπου οι αντίστοιχες συνοικίες βρίσκονταν εκτός των ορίων της πόλης, οι κατοικίες των τεχνιτών ήταν λιτές και η καθεμιά διέθετε φούρνο για το ψήσιμο των κεραμικών
Κατά τις ανασκαφές βρέθηκαν πολλά καλούπια κεραμικών αντικειμένων.O πυρήνας της πόλης ήταν περιφραγμένος με τείχη, τα οποία χρονολογούνται, όπως και το οδικό δίκτυο, στον 4ο αι. π.Χ. Δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα η θέση της Αγοράς, υπολογίζεται όμως ότι βρισκόταν στην επίπεδη πλευρά της αστικής διάταξης, στη μικρή κοιλάδα προς τον νότο. Το θεσμοφόριον έχει ταυτοποιηθεί στο οροπέδιο και κατά πάσα πιθανότητα αποτελούσε σημαντικό χώρο λατρείας της αρχαϊκής πόλης, όπως υποδεικνύουν τα διάφορα αναθήματα που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη. Συμπεριλήφθη εντός των τειχών αργότερα, μετά την ίδρυση της Ηράκλειας. Ο ιερός περίβολος του ναού, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στη Δήμητρα, κτίστηκε τον 4ο αι. π.Χ., μόνο από πέτρες, χωρίς λάσπη. Εντός του περιβόλου υπήρχαν και μερικοί ορθογώνιοι οίκοι που διέθεταν πηγάδια. Στους οίκους αυτούς κατασκεύαζαν αξιόλογο αριθμό κεραμικών αναθημάτων, μεταξύ των οποίων και ειδώλια της θεάς. Στη θεά Δήμητρα ήταν αφιερωμένα και εγχάρακτα κείμενα πάνω σε λεπτές ορειχάλκινες πλάκες όπου αναγραφόταν επίσημα ότι κάποιες γυναίκες αφιερώνονταν στη θεά. Πιθανόν, λοιπόν, ο ναός να αποτελούσε άσυλο.
Η εικόνα της πόλης ολοκληρώνεται από τρεις νεκροπόλεις εκτός των τειχών, προς τα δυτικά, τα ανατολικά και τα νότια. Στη νότια ακρόπολη εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τάφος του 5ου αι.π.Χ, όπου βρέθηκαν τα διάσημα αγγεία με τις ερυθρές απεικονίσεις, που αποδοθεί στον ζωγράφο του Πολικόρο. Ένα πολύτιμο ντοκουμέντο που εξηγεί πολλά γύρω από τους θεσμούς, τόσο τους αστικούς όσο και τους θρησκευτικούς, αλλά και τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου, αποτελούν οι ορειχάλκινες εγχάρακτες πινακίδες που βρέθηκαν στην Ηράκλεια τον 18ο αι. Στις πινακίδες αυτές αναφέρονται η καταμέτρηση, ο καθορισμός των συνόρων και η ανακατανομή, μεταξύ 4ου και 3ου αι. π.Χ., των ιερών γαιών που ανήκαν στον ναό της Αθηνάς και του Διονύσου, αλλά είχαν καταπατηθεί από ιδιώτες που εκμεταλλεύτηκαν τις κοινωνικές αναταραχές. Οι νέοι κανονισμοί, οι υποχρεώσεις οι ποινές, οι απαιτούμενες εγγυήσεις καθορίζονταν πλέον από τους αρμόδιους αξιωματούχους. Έτσι, αποδεικνύεται η άμεση εμπλοκή των αρχόντων της πόλης στην οικονομική διαχείριση των ναών.
Στο σημερινό Πολικόρο, εκεί όπου το 433 π.Χ. ιδρύθηκε η αποικία των Ταραντίνων Ηράκλεια, στην περιοχή Κολίνα ντελ Μπαρόνε, κάτω από άλλα στρώματα οικισμών της ελληνιστικής εποχής βρέθηκαν ίχνη από ένα τείχος περίφραξης κατασκευασμένο με ωμές πλίνθους μήκους περίπου 4 καθώς και ίχνη από φούρνους και τάφους που χρονολογούνται στον 7ο αι. π.Χ.Τα ευρήματα αυτά πιθανότατα συνδέονται με κάποιο αρχαϊκό οικισμό. Από την πόλη Σίρις στις εκβολές του Σίνι, δεν υπάρχουν καθόλου ευρήματα. H υπόθεση ότι ο αρχαϊκός οικισμός που ανακαλύφθηκε οτην τοποθεσία της κατοπινής Ηράκλειας ήταν μια αγροτική περιοχή της αρχαίας πόλης Πολιείον/Σίρις έρχεται σε αντίθεση με τα ευρήματα ανασκαφών. Μέχρι σήμερα, το ζήτημα της σχέσης μεταξύ των δύο οικισμών παραμένει άλυτο. Μια συμβιβαστική λύση είναι να θεωρήιηυμε τον αρχαϊκό οικισμό ως αγροτικό που ανήκε στην επικράτεια του πολιτικού, εμπορικού και θρησκευτικού κέντρου που βρισκόταν στις εκβολές του ποταμού, δηλαδή στην επικράτεια της Σίρης, προορισμένο να παιξει σημαντικό ρόλο αργότερα, όπως επιβεβαιώνει η κατασκευή οχυρωματικών έργων.
Οταν η Σίρις κατακτήθηκε και καταστράφηκε από τους Μεταποντίνους σε συμμαχία με τους Συβαρίτες και τους Κροτωνιάτες, η πόλη έχασε ουσιαστικά την ανεξαρτησία της περίπου για έναν αιώνα, παρότι επιγραφές του 5ου αι. π.Χ. αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο η περιοχή της αρχαίας αποικίας του Κολοφώνα να μην ερήμωσε ποτέ απόλυτα. Το 433 πχ, πάντως, η ίδρυση της Ηράκλειας (που ονομάστηκε έτσι προς Τιμήν του Δωριέα εθνικού ήρωα), στη θέση του σημερινού Πολικόρο, σηματοδότησε μια νέα πολιτική κατάσταση στον κόλπο του Τάραντα. Η αποικία αυτή άκμασε μία δεκαετία πριν από την ίδρυση της πανελλήνιας αποικίας των Θουρίων. H διαμάχη για την κατοχή της Σίρης ανάμεσα στους Θουρίους και στους Ταραντίνους έληξε με την επικράτηση των δεύτερων και έτσι κυριάρχησε το λακωνικό στοιχείο τόσο στη γλώσσα όσο και στους θεσμούς. Το 374 π.Χ. η Ηράκλεια έγινε η έδρα της Ιταλιώτικης Ένωσης μετά την πτώση του Κρότωνα, υπό την αιγίδα των Συρακουσών. Το 280 π.Χ. ο Πύρρος διέλυσε τα ρωμαϊκά στρατεύματα επιστρατεύοντας τους ελέφαντες. Στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. η παρακμή έγινε πλέον μη αναστρέψιμη, όταν οι κάτοικοι της Ηράκλειας παγιδεύτηκαν από τα στρατεύματα του Αννίβα, κατά τη διάρκεια του B ' Καρχηδονιακού πολέμου.
H αρχαιολογική έρευνα —που βρίσκεται σε εξέλιξη— για την Ηράκλεια, της οποίας οι σχέσεις με την αρχαϊκή πόλη δεν έχουν ακόμη διαλευκανθεί, έφερε στο φως μερικά βασικά στοιχεία της αστικής όψης. Οι τυπικής μορφής εγκαταστάσεις καταλάμβαναν ένα οροπέδιο με προσανατολισμό από τα ανατολικά προς τα δυτικά, μήκους περίπου 1700 μ., που έφθανε μέχρι το λεγόμενο Καστέλο ντελ Μπαρόνε. Μια βασική πλατεία διέσχιζε κατά μήκος όλη την έκταση, ενώ δευτερεύοντες δρόμοι πλάτους 4-5,50 μ. την έτεμναν κάθετα. Στη νότια πλευρά η διάταξη των οικοδομικών τετραγώνων συνεχιζόταν πέρα από το χείλος του οροπεδίου, στην κατηφορική δηλαδή πλαγιά. Μια σημαντική συνοικία τεχνιτών της αρχαίας Ηράκλειας, ο Κεραμεικός, καταλάμβανε μια περιοχή καθαρά αστική, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες αποικίες της Δύσης, όπου οι αντίστοιχες συνοικίες βρίσκονταν εκτός των ορίων της πόλης, οι κατοικίες των τεχνιτών ήταν λιτές και η καθεμιά διέθετε φούρνο για το ψήσιμο των κεραμικών
Κατά τις ανασκαφές βρέθηκαν πολλά καλούπια κεραμικών αντικειμένων.O πυρήνας της πόλης ήταν περιφραγμένος με τείχη, τα οποία χρονολογούνται, όπως και το οδικό δίκτυο, στον 4ο αι. π.Χ. Δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα η θέση της Αγοράς, υπολογίζεται όμως ότι βρισκόταν στην επίπεδη πλευρά της αστικής διάταξης, στη μικρή κοιλάδα προς τον νότο. Το θεσμοφόριον έχει ταυτοποιηθεί στο οροπέδιο και κατά πάσα πιθανότητα αποτελούσε σημαντικό χώρο λατρείας της αρχαϊκής πόλης, όπως υποδεικνύουν τα διάφορα αναθήματα που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη. Συμπεριλήφθη εντός των τειχών αργότερα, μετά την ίδρυση της Ηράκλειας. Ο ιερός περίβολος του ναού, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στη Δήμητρα, κτίστηκε τον 4ο αι. π.Χ., μόνο από πέτρες, χωρίς λάσπη. Εντός του περιβόλου υπήρχαν και μερικοί ορθογώνιοι οίκοι που διέθεταν πηγάδια. Στους οίκους αυτούς κατασκεύαζαν αξιόλογο αριθμό κεραμικών αναθημάτων, μεταξύ των οποίων και ειδώλια της θεάς. Στη θεά Δήμητρα ήταν αφιερωμένα και εγχάρακτα κείμενα πάνω σε λεπτές ορειχάλκινες πλάκες όπου αναγραφόταν επίσημα ότι κάποιες γυναίκες αφιερώνονταν στη θεά. Πιθανόν, λοιπόν, ο ναός να αποτελούσε άσυλο.
Η εικόνα της πόλης ολοκληρώνεται από τρεις νεκροπόλεις εκτός των τειχών, προς τα δυτικά, τα ανατολικά και τα νότια. Στη νότια ακρόπολη εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τάφος του 5ου αι.π.Χ, όπου βρέθηκαν τα διάσημα αγγεία με τις ερυθρές απεικονίσεις, που αποδοθεί στον ζωγράφο του Πολικόρο. Ένα πολύτιμο ντοκουμέντο που εξηγεί πολλά γύρω από τους θεσμούς, τόσο τους αστικούς όσο και τους θρησκευτικούς, αλλά και τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου, αποτελούν οι ορειχάλκινες εγχάρακτες πινακίδες που βρέθηκαν στην Ηράκλεια τον 18ο αι. Στις πινακίδες αυτές αναφέρονται η καταμέτρηση, ο καθορισμός των συνόρων και η ανακατανομή, μεταξύ 4ου και 3ου αι. π.Χ., των ιερών γαιών που ανήκαν στον ναό της Αθηνάς και του Διονύσου, αλλά είχαν καταπατηθεί από ιδιώτες που εκμεταλλεύτηκαν τις κοινωνικές αναταραχές. Οι νέοι κανονισμοί, οι υποχρεώσεις οι ποινές, οι απαιτούμενες εγγυήσεις καθορίζονταν πλέον από τους αρμόδιους αξιωματούχους. Έτσι, αποδεικνύεται η άμεση εμπλοκή των αρχόντων της πόλης στην οικονομική διαχείριση των ναών.
Πηγή: Εκδ. ΔΟΜΗ, τ. 21
Τρίτη, Οκτωβρίου 12, 2021
Κωνσταντίνος Κανάρης - Ο πυρπολητής της Επανάστασης
Γεννήθηκε το 1793 στα Ψαρά όπου και μεγάλωσε. Το πραγματικό όνομα του Κανάρη ήταν Κωνσταντής Νικολάου Σπηλιωτέας. Η ετυμολογία του ονόματός του κατά μίαν άποψη προέρχεται από τη λέξη καρνάγιο (ιταλικά carenaggio = ναυπηγείο). Υπάρχει όμως και δεύτερη εκδοχή. Κατά το ημερολόγιο του γιου του, πυρπολητή Αριστείδη Κ. Κανάρη, «...απεκλήθη ο πατήρ μου Κάν-Άρης ή Κανάρης, λόγω του μειλιχίου και σώφρονος χαρακτήρος του, διότι αν και ριψοκίνδυνος, πολεμικός και αποφασιστικός, ενήργει πάντοτε κατόπιν περισκέψεως...». Η τρίτη εκδοχή, είναι να προέρχεται το επώνυμο από το καναρίνι, λόγω του μειλίχιου χαρακτήρα του.
Ήταν το μικρότερο παιδί του Ψαριανού Δημογέροντα Μιχαήλ Κανάριου και της Μαρώς (το γένος Μπουρέκα). Έμεινε πολύ μικρός ορφανός από πατέρα και έτσι άρχισε να δουλεύει σε πλοία συγγενών του, κυρίως σ' αυτό του θείου του Μπουρέκα. Αρχικά το όνομά του ήταν Κανάριος και τελικά έγινε Κανάρης. Όταν πέθανε ο θείος του, στου οποίου το μικρό εμπορικό πλοίο εργαζόταν, ανέλαβε καπετάνιος ο ίδιος σε ηλικία 20 ετών. Πήγε στην Οδησσό για πρώτη φορά το 1820.
Ήξερε για τη Φιλική Εταιρεία αλλά δεν είχε γίνει μέλος της. Όταν έμαθε ότι ξέσπασε η επανάσταση στη Μολδαβία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, έσπευσε αυθόρμητα να πάρει μέρος στον πρώτο «πολεμικό στόλο» των Ψαριανών υπό τον Ν. Αποστόλη. Από τους πρώτους μήνες ο Κανάρης ξεχώρισε για το θάρρος του και την αποφασιστικότητά του, κάνοντας επιδρομές στα μικρασιατικά παράλια ενώ κατόπιν εντάχθηκε στα πυρπολικά. Η ανατίναξη ενός τουρκικού δικρότου στην Ερεσό από τον Δημήτριο Παπανικολή τον παρακίνησε σε ανάλογο εγχείρημα.
Ο Κανάρης θα εκδικηθεί την καταστροφή της Χίου το 1822. Τον Ιούνιο του 1822, αφού ο Ελληνικός Στόλος δεν κατάφερε να σώσει τη Χίο από την οθωμανική σφαγή, ο Κανάρης ανέλαβε να βάλει μπουρλότο στη ναυαρχίδα του Καπουδάν Πασά (στολάρχου) Nasuhzade Ali του επονομαζόμενου και Καρά Αλή λόγω της ωμότητάς του, ο οποίος ήταν επικεφαλής του στρατού που έσφαξε τους κατοίκους και έκαψε το νησί. Η επίθεση ήταν άκρως αποτελεσματική. Τα θύματα ήταν πάρα πολλά. Μεταξύ αυτών ο ναύαρχος Καρά Αλής, αξιωματικοί του και πολλοί ναύτες. Το πυρπολικό του Πιπίνου προσέγγισε την υποναυαρχίδα την οποία πυρπόλησε επιτυχώς.
Την 1η Ιουνίου, τα δύο πυρπολικά, έναν Ψαριανό με κυβερνήτη τον Κωνσταντίνο Κανάρη και ένα υδραϊκό με κυβερνήτη τον Ανδρέα Πιπίνο, ξεκίνησαν προς αναζήτηση του Οθωμανικού Στόλου. Τα δύο πυρπολικά συνόδευαν τέσσερα μπρίκια (δύο ψαριανά με πλοιάρχους τους Νικόλαο Γιαννίτση και Γεώργιο Κουτσούκο και δύο υδραϊκά με τους Ιωάννη Ζάκα και Αντώνιο Ραφαλιά), που θα αναλάμβαναν τη διάσωση των πληρωμάτων μετά την πυρπόληση.
Με αρκετές προφυλάξεις, τα δύο πυρπολικά πλησίασαν τον τουρκικό στόλο, που ναυλοχούσε στη Χίο και περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία για να δράσουν. Επέλεξαν τη νύχτα της 6ης προς 7η Ιουνίου 1822. Ήταν μία νύχτα χωρίς φεγγάρι και οι αξιωματικοί είχαν συγκεντρωθεί στη φωταγωγημένη ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου για να γιορτάσουν τη λήξη του Ραμαζανιού. Ο Κανάρης προσέδεσε το πυρπολικό στην ναυαρχίδα, ενώ ο Καρά Αλή επιβιβάστηκε σε λέμβο αλλά ένα φλεγόμενο κομμάτι του πλοίου τον χτύπησε στο κεφάλι και τον σκότωσε. Οι δύο χιλιάδες άνδρες του οθωμανικού πλοίου χάθηκαν σχεδόν όλοι. Ο Μπεκίρ Μπέης, που ανέλαβε τη διοίκηση του στόλου μετά το θάνατο του Καρά Αλή, αποχώρησε και δεν τόλμησε να επιτεθεί στα Ψαρά ή στην Σάμο και επέστρεψε στον Ελλήσποντο. Οι Τούρκοι στην Χίο, όταν έμαθαν για το περιστατικό, «αποτελείωσαν» το νησί, καταστρέφοντας τα Μαστιχοχώρια.
Ο Κανάρης ακόμη ανέλαβε να φέρει εις πέρας και σχέδιο προσβολής του Αιγυπτιακού Στόλου με πυρπολικά στη βάση του στην Αλεξάνδρεια. Τελικά η επιχείρηση απέτυχε λόγω της νηνεμίας που εμπόδισε τα πυρπολικά να πλεύσουν προς τον στόχο. Στις 10 Αυγούστου του 1825, ο Τομπάζης και ο Αντώνιος Κριεζής, μαζί με τα πυρπολικά του Αντωνίου Βώκου, του Μανώλη Μπούτη και του Κανάρη, έφθασαν έξω από την Αλεξάνδρεια. Ο Κανάρης θεωρώντας τον άνεμο ευνοϊκό για τα πυρπολικά σηκώνοντας ρωσική σημαία μπήκε μόνος του στο λιμάνι. Ο άνεμος όμως κόπασε ξαφνικά με συνέπεια να μην μπορεί να φθάσει τον εχθρικό στόλο. Τότε έγινε αντιληπτός από γαλλικό πολεμικό πλοίο. Ο Κανάρης έβαλε φωτιά στο πυρπολικό και μαζί με τους ναύτες του επιβιβάστηκε στη βάρκα διαφυγής. Το γαλλικό πολεμικό και τα παράκτια πυροβολεία έβαλαν εναντίον του Κανάρη χωρίς όμως επιτυχία. Ο ίδιος ο Μοχάμετ Άλι πήρε μερικά πλοία και κυνήγησε τους Έλληνες μέχρι τις ακτές της Καραμανίας χωρίς αποτέλεσμα. Εμπνευστής της καταδρομικής επιχείρησης ήταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης. Τα Ψαρά έχουν καταστραφεί και ο Κανάρης είχε ενταχθεί στη δύναμη των Υδραίων.
Το 1826 τοποθετήθηκε κυβερνήτης του νέου πλοίου Ελλάς και το 1827 εξελέγη πληρεξούσιος των Ψαρών στη Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Στην απελευθερωμένη Ελλάδα ο Κανάρης θα αναλάβει πολλές φορές υπουργός και πρωθυπουργός.
Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ : 1821-2Ο21, 200 χρόνια από την ανάσταση του έθνους
Δευτέρα, Οκτωβρίου 11, 2021
Μέγαρα: Η γέννηση του παιδιού και η είσοδός του στον κοινωνικό βίο
Η γέννηση παιδιού στη μεγαρική οικογένεια δρομολογούσε ενέργειες, που τα έθιμα επέβαλαν, καθώς και συναισθήματα που η άδολη μεγαρική καρδιά τα εκδήλωνε παντοιοτρόπως.
Αν το πρώτο παιδί ήταν αγόρι, τότε σε όλο το σόι του πατέρα και της μάνας επικρατούσε χαρά, αγαλλίαση, υπερηφάνεια. Το κορίτσι η οικογένεια το δεχόταν με σκεπτικισμό και προβληματισμό.
Προτού όμως κρίνουμε τις συμπεριφορές αυτές, καλόν είναι να μεταφερθούμε στις δύσκολες εκείνες εποχές, όπου το κορίτσι, λόγω της επικρατούσας ηθικής τάξης, ήταν υποχρεωμένο να παραμένει κλεισμένο στο σπίτι, και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να συνεισφέρει στα οικονομικά της οικογένειας.
Αντίθετα, το αγόρι «έβγαινε» νωρίς στην αγορά εργασίας και με την εργατικότητά του βοηθούσε στη βελτίωση των εσόδων της οικογένειας. Το αγόρι ήταν ο στυλοβάτης των αδελφών, γι' αύτό ήταν και υποχρεωμένο να παντρέψει όλες τις αδελφές του, ανεξάρτητα αν ήταν μικρότερές του, και μετά να σκεφθεί για τη δική του αποκατάσταση.
Η «μαμή» λοιπόν προσέφερε τις μαιευτικές της υπηρεσίες στην επίτοκο και οι οικείοι της οικογένειας την τρίτη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού προσέρχονταν να παρακολουθήσουν το πλύσιμο του μωρού, που ήταν έργο τής «μαμής». Τη διαδικασία αυτή οι Μεγαρίτες την αποκαλούσαν «κολυμπίδια».
Μπάνιο στο μωρό μας λοιπόν από τη «μαμή». Τα νερά που έπλεναν το νεογέννητο τα μάζευαν και τα έχυναν στη θάλασσα. Οι παριστάμενοι συγγενείς τις ευχές τους τις συνόδευαν και με χρηματικά φιλοδωρήματα, τα οποία τα έπαιρνε η «μαμή», ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην επίτοκο και το νεογέννητο. Την πράξη αυτή της κατάθεσης των φιλοδωρημάτων οι Μεγαρείς την αποκαλούσαν «στέρνιασμα».
Σαράντα ημέρες μετά από τη γέννηση του παιδιού η μητέρα του (λουσμένη και ντυμένη με την καλή της φορεσιά) έπαιρνε στην αγκαλιά της το μωρό της, τυλιγμένο στην καλή της κουβέρτα και προσερχόταν στην εκκλησία της ενορίας της για να πάρει ευχή). Στην πορεία της πρός την εκκλησία, προηγείτο ένα αγοράκι. Έως έκείνη την ημέρα, η γυναίκα (λεχώνα) δεν είχε βγει από το σπίτι της.
Η περιποίηση του μωρού, η φροντίδα του, ήταν η πρώτη προτεραιότητα για τη μάνα του, χωρίς όμως να αποτελεί εμπόδιο, ώστε να παραμελεί τις άλλες υποχρεώσεις που την επιφόρτιζαν οι δύσκολες καθημερινές ανάγκες, που ήσαν πολλές, ποικίλες και επίπονες.
H αποκλειστική τροφή του μωρού στους πρώτους μήνες τής ζωής του ήταν το μητρικό γάλα. Οι Μεγαρίτισσες θήλαζαν τα παιδιά τους έως και 24 μήνες, που σε κάποιες περιπτώσεις ανερχόταν στους 36 μήνες.
Το βρέφος το τύλιγαν (το φάσκιωναν) με πανιά (τις φασκιές) αφήνοντας εκτός μόνο το κεφάλι του. Και τα παιδιά μεγάλωναν μέσα σε μια ιεραρχημένη οικογένεια, όπου ο παππούς και η γιαγιά είχαν ισότιμη θέση με τον πατέρα και τη μάνα.Η γιαγιά με τα παραμύθια της, ο παππούς με τις σοφές συμβουλές του, σφυρηλατούσαν τον χαρακτήρα της νέας, του νέου μεγαριτόπουλου και χαλύβδωναν την θέλησή του.
Και ο αγώνας αρχίζει.
Εγγραφή στην πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου, για να μάθουν τα μεγαριτόπουλα ανάγνωση και γραφή.
Για τα κορίτσια ο σχολικός βίος είναι βραχύτατος έως και ανύπαρκτος, αφού αρκετά μένουν αναλφάβητα. Η πλειονότητα βγάζει, δεν βγάζει την Τρίτη τάξη του Δημοτικού. Οι τυχερές, που είναι λίγες, φθάνουν έως την Έκτη τάξη του Δημοτικού.
Τα αγόρια σε μεγάλο ποσοστό φθάνουν έως την Έκτη τάξη του Δημοτικού και μετά ο αγώνας για την επιβίωση. Ελάχιστοι συνεχίζουν στο Σχολαρχείο.
Όπως διηγούνται, σπανιότατα συναντούσες μεγαριτόπουλο στις αρχές του 1900 στο Γυμνάσιο και στο Πανεπιστήμιο.
Για να φθάσουμε στη δεκαετία του 1930, όπου οι Μεγαρίτες, οι οποίοι είχαν ξενιτευτεί στην Αμερική και είχαν ιδρύσει το Σύλλογο «Ο Βύζας», χρηματοδοτούν την ανέγερση ενός θαυμάσιου νεοκλασικού κτηρίου, όπου στεγάσθηκε το Γυμνάσιο Μεγάρων. Πρόκειται για το κτήριο που σήμερα στεγάζει το 2ο Γενικό Λύκειο Μεγάρων. Το κτήριο αυτό κατά καιρούς, κυρίως την εποχή του εμφυλίου, στέγαζε και μαθητές του Δημοτικού Σχολείου.
Με την πάροδο του χρόνου τα μεγαριτόπουλα ανοίγουν τα φτερά τους και αναζητούν πηγές μάθησης. Έτσι ο αριθμός των μαθητών του Γυμνασίου αυξάνει προοδευτικά.
Στη δεκαετία του 1950, το Γυμνάσιο Μεγάρων λειτουργεί, όπως και όλα τα Γυμνάσια της χώρας μας, ως οκτατάξιο. Οι απόφοιτοι του εξαταξίου Δημοτικού Σχολείου, μετά από εισαγωγικές εξετάσεις, εισάγονται στην Τρίτη τάξη του Γυμνασίου, για να καταλήξουν μετά από έξι χρόνια φοίτησης στην όγδοη τάξη.
Το σχολικό έτος 1952-1953 εισάγονται στο οκτατάξιο Γυμνάσιο Μεγάρων 86 μαθητές και μαθήτριες, για να στεγασθούν σε μια αίθουσα όλοι, προκειμένου να παρακολουθούν τις παραδόσεις των καθηγητών τους. Οι 86 αυτοί μαθητές και μαθήτριες της Τρίτης τάξης του 1952, κατέληξαν στην όγδοη τάξη, το σχολικό έτος 1957-1958, 18 (12 μαθητές - 6 μαθήτριες).
Το μαθητικό πηλίκιο, με την κουκουβάγια, ειναι το χαρακτηριστικό της εμφάνισης του μαθητή. Η μπλέ ποδιά, με το άσπρο γιακαδάκι και τα άσπρα σοσόνια, είναι η σεμνή ενδυμασία της μαθήτριας στη σχολική της ζωή. Η «φουφούλα» που έφθανε στον αστράγαλο είναι η φόρμα που ενδύεται η μαθήτρια την ώρα της άθλησής της.
Το πόσο δύσκολα ήταν αυτά τα μεταπολεμικά χρόνια από το 1945 και μετά, και κυρίως τα χρόνια του εμφυλίου, είναι δύσκολο να περιγραφεί.
Ενδεικτικά αναφέρουμε τις δύσκολες συνθήκες της φοίτησης σε αίθουσες παγωμένες, όπου ο δάσκαλος ενστάλαζε στις ψυχές των μαθητών του τα νάματα της πίστης και της ελληνικότητας.
Παράλληλα οι δάσκαλοι είχαν αναλάβει κάθε πρωί να μοιράζουν γάλα στους μαθητές τους και πλακάκια σοκολάτας, που η αμερικάνικη βοήθεια χορηγούσε, καθώς και σταφιδόψωμο.
Υπήρχαν όμως και οι δυσάρεστες προσφορές που με δυσκολία δέχονταν οι μαθητές, αφού οι δάσκαλοι τους υποχρέωναν να καταπίνουν σφαιρίδια που περιείχαν μουρουνέλαιο, να εμβολιάζονται σε τακτά διαστήματα και να εξετάζονται από οφθαλμιάτρους, για να διαπιστωθεί αν πάσχουν από τραχώματα.
Όσοι έπασχαν από τραχώματα φοιτούσαν σε ειδικό σχολείο, στο σχολείο του Τσάκωνα, που είχε κτισθεί στο χώρο όπου σήμερα στεγάζεται το Δημαρχείο.
Σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια τα μεταπολεμικά, τα εμφυλιοπολεμικά και μετεμφυλιοπολεμικά, τα μεγαριτόπουλα έβρισκαν ώρες γαλήνης και παρηγοριάς στα κατηχητικά σχολεία που η τοπική εκκλησία λειτουργούσε με αγάπη.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 παράλληλα με τη δανειστική βιβλιοθήκη των κατηχητικών σχολείων ιδρύεται ο Σύλλογος «Θέογνις», όπου τα μεγαριτόπουλα ξεδιψούν και με την ανάγνωση των βιβλίων από τη βιβλιοθήκη του Συλλόγου.
Έτσι η ζωή κυλούσε με τις δυσκολίες της και τα καθημερινά προβλήματα αντιμετωπίζονταν με καλή καρδιά και χωρίς άγχος. Οι απαιτήσεις των Μεγαριτών ήταν ελάχιστες, ενώ των παιδιών μηδαμινές. Αν τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα τους αγόραζαν παπούτσια, τα παιδιά ήταν ευτυχισμένα. Αν όχι, δεν ήταν δυστυχισμένα. Τα όσα τούς παρείχε η μεγαρική γη και η αυλή τους ήταν αρκετά για την επιβίωσή τους και όλοι ήταν ικανοποιημένοι.
Στα παιδιά, κατά την ολιγόχρονη σχολική τους πορεία, αρκούσε, στα πρώτα βήματά τους, η πλάκα και το κονδύλι, για να γράφουν την Αλφαβήτα που μάθαιναν στην 1η δημοτικού.Η εγγραφή γινόταν στο 7ο έτος της ηλικίας τους. Στη Δευτέρα την πλάκα και το κονδύλι τα αντικαθιστούσε το τετράδιο και το μολύβι.
Στην Τετάρτη ο μαθητής χρησιμοποιούσε πέννα και μελανοδοχείο.
Στην Πέμπτη ο μαθητής προμηθευόταν την πέννα X και το τετράδιο καλλιγραφίας, όπου καλλιγραφούσε ρητά με διαχρονική αξία.
«Έν τούτω νίκα»
«Μηδέν άγαν»
«Μέτρον άριστον»
«Ώ ξειν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοίς κείνων ρήμασι πειθόμενοι»
Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά»
Αυτά και άλλα, συνδυαζόμενα με τα κατάλληλα κείμενα του Γεροστάθη (κείμενα γραμμένα από το Λέοντα Μελά), τη Διάπλαση των Παίδων του Ξενόπουλου και τις ωραιότατες διηγήσεις του αναγνωστικού, που διαβαζόταν κάθε πρωί την πρώτη διδακτική ώρα από όλους τους μαθητές δυνατά για την απόκτηση ορθοφωνίας και ικανότητα κατανόησης, σφυρηλατούσαν τον χαρακτήρα τους.
Κάθε Σάββατο πρωί μέσα στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα περιλαμβανόταν και η ανάγνωση της ευαγγελικής Περικοπής της Κυριακής που ακολουθούσε.
Την Κυριακή το πρωί οι μαθητές μετέβαιναν ομαδικώς στην Εκκλησία, υπό τη συνοδεία του δασκάλου τους, για να λειτουργηθούν.
Το Αναγνωστικό κάθε τάξεως περιείχε κείμενα από τη θρησκευτική ζωή και την ελληνική ιστορία. Το πρωί πριν από την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους οι μαθητές προσεύχονταν ομαδικώς.
Το εκπαιδευτικό σύστημα, σύμφωνα με τα σημερινά κρατούντα, ήταν αυταρχικό. Οι δάσκαλοι χρησιμοποιούσαν τη βέργα, ως μέθοδο σωφρονισμού.
Αυτόν που συλλαμβανόταν αδιάβαστος ή άτακτος, ο δάσκαλος τον τιμωρούσε κτυπώντας τον στις παλάμες και στα πόδια με τη βέργα, που άποτελούσε απαραίτητο «εκπαιδευτικό υλικό» κάθε τάξης.
Στα κορίτσια επέβαλαν οι ανάγκες να καταγίνονται με τις δουλειές του σπιτιού από μικρή ηλικία, αφού η γιαγιά και η μάνα δούλευαν στους αγρούς και στ' αμπέλια.
Τα αγόρια από τα 12 τους χρόνια δούλευαν στους αγρούς, ενώ τα καλοκαίρια έφευγαν με τους μεγαλύτερους για την περιβόητη, μηνιαία και πλέον, μετανάστευσή τους στον κάμπο της Βοιωτίας, προκειμένου να εργασθούν ως θεριστές στους σιτοβολώνες των Βοιωτών γαιοκτημόνων. Μια εργασία που άρχιζε το πρωί στις 6 έως το βράδυ στις 8, μέσα σε ένα απέραντο κάμπο, που δεν τον σκίαζε ούτε ένα δένδρο.
Η μεσημεριανη διακοπή γινόταν μέσα στο λιοπύρι, για να γευματίσουν, κυρίως, με σαρδέλες, νερόβραστα κολοκύθια και άφθονο ψωμί (κάπου κάπου και τυρί) που παρείχε ο αφέντης κτηματίας.
Τα δωδεκάχρονα αγόρια, που ακολουθούσαν τους θεριστές, δεν ήταν σε θέση να χειρισθούν το δρεπάνι και, με την ανοχή του αφεντικού, μάζευαν τα στάχυα που έπεφταν από το θερισμό, για να τα κοπανίσουν το βράδυ ξεχωρίζοντας έτσι το στάρι, το οποίο αποθήκευαν στο σακί τους, για να το φέρουν στα Μέγαρα.
Αυτά τα παιδιά δεν υπολογίζονταν ως θεριστές (χαρακτηρίζονταν σταχολόγοι) και ήταν εκτός προγραμματισμού για τα γεύματα. Έτσι έμεναν εκτός του κύκλου των ανδρών κατά τη διάρκεια των γευμάτων και σιτίζονταν από το ψωμί που τους έδιναν οι συγγενείς τους θεριστές, από τα περισσεύματα της «τράπεζας».
Ήλιος καυτός, κάμπος άδενδρος, 14ωρη κοπιώδης εργασία, που οι Μεγαρείς θεριστές υπέμεναν καρτερικά προφυλασσόμενοι απο τον καύσωνα με τα πλατιά καπέλα τους («στσιάθια» τα έλεγαν) και τις ολόμαλλες χνουδωτές φανέλλες που φορούσαν κατάσαρκα.
Και οι ημέρες κυλούσαν βασανιστικά μεν, ήρεμα δε με προσμονή την επάνοδο στη μεγαρική γή με λάφυρα το στάρι της χρονιάς, που εξασφάλιζαν με αμοιβή τον κόπο τους και με χλωρά ρεβύθια που έφερναν ως δώρο στους προσφιλείς τους.
H μετάβαση στη Θήβα γινόταν διά μέσου του όρους «Πατέρα» και με πεζοπορία, αφού στα γαϊδουράκια της ομάδας είχαν φορτώσει τα χρειώδη που απαιτούνταν για την διαμονή τους στον κάμπο της Βοιωτίας (κλινοσκεπάσματα, κ.λπ.).
Ας σημειωθεί ότι η νυχτερινή κατάκλισή τους γινόταν στο έδαφος.
Πηγή κειμένου: Χρυσόστομος Σύρκος "Ο Μεγαρίτης, η Μεγαρίτισσα" Μέγαρα 2011
Πέμπτη, Οκτωβρίου 07, 2021
Τα Μέγαρα και οι Μεγαρίτες
Θα ήθελα να αρχίσω με λίγα λόγια για την πατρίδα μου, τα Μέγαρα, που τα έχω ακούσει από παλιούς κατοίκους και ιδιαίτερα από τον πατέρα μου Αναστάσιο Γεωργίου Ηλία που ήταν κι αυτός οργανοπαίχτης. Βέβαια δεν γράφω ιστορία γιατί υπάρχουν άλλοι αρμοδιότεροι και δυνατότεροι από μένα που θα μπορούσαν να γράψουν πολύ ακριβέστερα πράγματα. Δικός μου πόθος ειναι να συγκεντρώσω τις παραδόσεις της πατρίδας μου. Και λυπάμαι ειλικρινά που άργησα να το κάνω. Τώρα θυμάμαι και τον συμπατριώτη μου καθηγητή της Θεολογίας Μελέτιο Αντωνίου Μπεναρδή που με υπεραγαπούσε και μου έλεγε «ο Ιάκωβος, ο καλός βιολιστής των Μεγάρων, αλλά συνάμα και ο κακός Μεγαρίτης». Μου το έλεγε δε αυτό γιατί δεν προσπαθούσα να συγκεντρώσω τα τραγούδια του τόπου μου. Είναι γνωστό πως τα Μέγαρα πήραν το όνομά τους από τον Βύζαντα τον Μεγαρέα που εξορίστηκε από τον αδελφό του και ίδρυσε το Βυζάντιο (τρίλοφο) όπως είναι και τα Μέγαρα. Γι' αύτό στα Μέγαρα υπάρχει και η παροιμία: Ντά τα Μέγαρα ντά'ναι ή Πόλις.
Έχω ακούσει ακόμα πως το όνομά τους το πήραν τα Μέγαρα από το γεγονός ότι κανένας Μεγαρίτης που ταξίδευε στη θάλασσα, δεν είχε το δικαίωμα να μπει στήν πόλη αν δεν είχε κερδίσει τόσα χρήματα που να έχτιζε το μέγαρό του. Τους παλιούς λοιπόν Μεγαρείς φαίνεται πως μιμήθηκε και ο Αναστάσιος Κυριακούλης που έζησε πολλά χρόνια στήν Αμερική και γυρίζοντας έχτισε ένα πραγματικό μέγαρο κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό των Μεγάρων. Ο ίδιος μάλιστα πρωτοστάτησε και στην ίδρυση του Πανμεγαρικού Συλλόγου του Σικάγου «ο Βύζας» που με τη συνδρομή του χτίστηκε και το Γυμνάσιο των Μεγάρων «ο Βύζας».
Οι παλιοί λοιπόν Μεγαρίτες ήταν θαλασσινοί στο επάγγελμα και ταξίδευαν συχνά στην Πόλη και στη Σμύρνη. Γυρίζοντας με τα καΐκια τους έφερναν από κεί βιολάτορες και τραγουδιστάδες για να γλεντήσουν μαζί τους και τους κρατούσαν για πολύ καιρό στα Μέγαρα.
Έτσι φαίνεται πως οι Μεγαρίτες κληρονόμησαν πολλά μικρασιάτικα τραγούδια και χορούς. Αυτό το επιβεβαιώνει και η παροιμία που ανέφερα πιό πάνω.
Σ' αυτό ασφαλώς συνέβαλε και ο χαρακτήρας των Μεγαριτών που από τη φύση τους είναι εύθυμοι και καλοί γλετζέδες και ποτέ τους δεν κουράζονται στα γλέντια.
Γι' αυτό ακόμα παρεξηγούνται εύκολα αν διακόψεις με οποιοδήποτε τρόπο τη διασκέδασή τους. Όμως και αυτά τα πείσματα τα ξεχνούν τελείως στα πανηγύρια τους. Σ' αυτά κάθε συντροφιά έχει και τα όργανά της. Πολλές φορές μια παρέα που δέν είχε όργανα πήγαινε κι έλεγε στους βιολιτζήδες της γειτονικής συντροφιάς: παιδιά άμα τελειώσετε από την παρέα αυτή ελάτε και σε μας και τους έδειχναν το μέρος όπου είχαν κατασκηνώσει. Αυτό όμως δεν το παρεξηγούσε καθόλου η παρέα που διέθετε τα όργανα, αντίθετα επισπεύδανε το γλέντι τους για να βρούν καιρό να διασκεδάσουν κι άλλοι συμπατριώτες τους με τα βιολιά. Οι οργανοπαίχτες πάλι είχαν αδελφική φιλία - μέχρι και οικογενειακούς δεσμούς είχαν. Υπήρχε μεταξύ τους κατανόηση, τιμιότητα και σεβασμός, πράγμα που δεν βρίσκεις σήμερα έστω κι αν τα συγκροτήματα αποτελούνται από αδέλφια. Και ήταν πάρα πολλοί οι μουσικοί τα παλιά χρόνια γιατί ένα βιολί κι ένα λαούτο αποτελούσαν το μουσικό συγκρότημα της παρέας. Δηλαδή αυτά τα δύο όργανα αποτελούσαν μια ζυγή κομπανία ή ζυγιά όπως ονομαζόταν στα Μέγαρα.
Τέτοιες λοιπόν ζυγιές υπήρχαν πολλές και αξίζει να αναφέρω μερικές γιατί έπαιξα για πολλά χρόνια μαζί τους. Ήταν λοιπόν ο θείος μου Ιωάννης Ηλίας βιολί με σύντροφό του τον λαουτιέρη Αθανάσιο Ζήση ή Τσέτα. Ήταν αδελφός του πατέρα μου ο Ιωάννης Ηλίας κι ένα από τα καλύτερα βιολιά της εποχής του που μου είχε μάθει και πολλά τραγούδια του τόπου μου.
Άλλη ζυγιά ήταν ο Αλέξανδρος Ηλίας του Μελετίου βιολί με τον Ευκλείδη Ήλία του Παναγή. Ήταν πρώτα ξαδέλφια του πατέρα μου. Τον Αλέξανδρο τον έλεγαν και Σκούρο γιατί ήταν λίγο μαυρειδερός. Έπαιξαν μαζί για πολλά χρόνια όπου μετά ήλθε ένας αδελφός του Αλέξανδρου από την Αμερική, ο Παναγιώτης, λαουτιέρης και από αδελφική αλληλεγγύη ο Αλέξανδρος άφησε τον Ευκλείδη κι έπαιζε με τον Παναγιώτη.
Ύστερα ήταν ο Αργύρης Παπαφράγκος βιολί που τον έλεγαν «πονήρη» γιατί ηταν λίγο πονηρός που έκανε και τον ξύπνιο.
Έπαιζε με τον λαουτιέρη Παναγιώτη Παπαθανασίου ή Αρούρα. Υπήρχε κι ένα κλαρίνο, ο Γεώργιος Σάλτας που έπαιζε με τον λαουτιέρη Δημήτριο Ρήγα. Ο Σπύρος Χατζόπουλος βιολάτορας έπαιζε με τον λαουτιέρη Παναγή Φραγκούλη.
Ένας άλλος βιολιτζής ήταν ο Ηλίας Παπασιδέρης ή Μέρτζος. Αυτός έπαιζε τα παλιά χρόνια με τον πατέρα μου, αλλά μετά έμαθε λαούτο το γιό του Αθανάσιο κι έφερε κι ένα σαντούρι από τήν Αθήνα τον Νικόλαο Χάλαρη.
Από την Αμερική είχε έλθει κι ο βιολίστας Ευάγγελος Τσουνούπης του Αχιλλέα κι έπαιζε μ' ένα σαντούρι τον Μανώλη Σαμούρη.
Ακόμα ο Κώστας Δουμπρογιάννης κλαρίνο έπαιζε με τον πατέρα μου Αναστάσιο βιολί και τον αδελφό μου Ιερόθεο λαούτο.
Ο Αντώνης Ηλίας του Ιωάννη, βιολί έπαιζε με τον αδελφό του Βασίλειο Ηλία.
Αυτούς τους παλιούς οργανοπαίχτες ακολούθησαν και οι νεώτεροι: Ευάγγελος Έμμ. Σαμούρης σαντούρι, Χρήστος Ηλίας Παπασιδέρης σαντουριέρης, και ο Σωτήριος Πάνου ούτι. Ο ΦανούριοςΠαπαφράγκος ούτι και ο αδελφός του, Αναστάσιος ούτι. Ο Χαράλαμπος Ιωάν. Ηλίας λαούτο. Ο Δημήτριος Καλλιπέτσης λαούτο με τον αδελφό του Αθανάσιο σαντούρι, και ο Σωτήριος Γεώργ. Σαμούρης βιολί και ο Φραγκίσκος Γεωργίου Σάλτας.
Αυτές λοιπόν οι ζυγές πήγαιναν τις επίσημες γιορτές στην Πλατεία και παίρνανε θέση κατά σειρά η μια ζυγή δίπλα στην άλλη. Εκεί μαζεύονταν νέοι και νέες με τ' αδέλφια τους καθώς και αρραβωνιασμένοι για να χορέψουν τις αρραβωνιαστικές τους, τις αδελφές τους, τις κουνιάδες τους. Τους καμάρωναν οι δικοί τους κι έδιναν και λεφτά στα όργανα. Έπαιζαν και χόρευαν μέχρι που έπαιρνε η νύχτα. Μετά όλος αυτός ο κόσμος πήγαινε στη Βασιλική Στράτα όπου οι κοπέλες έστηναν πάλι το χορό κι οι νέοι τις καμάρωναν κι άλλοι έκαναν καί γλυκά μάτια. Πολλές φορές από κεί ξεκινούσαν ερωτικά ειδύλλια που άλλα καταλήγανε σε προξενιά κι άλλα σε απαγωγές.
Άλλα πάλι κορίτσια έστηναν χορό στη γειτονιά τους που ήταν στο πίσω μέρος της πόλεως τα Πλακάκια, όπως λέγονται, γι' αυτό λέει κι ο στίχος: Πού πας Ελένη και Μαριώ στον πλακατσιώτικο χορό.
Τώρα που ξανάφερα στη μνήμη μου τα παλιά γλέντια θυμήθηκα και το γέρο-Ματάκια. Ένα καλόκαρδο και πάντα κεφάτο γεροντάκο 95 χρόνων τον καιρό που παιδί ακόμα εγώ μάθαινα το βιολί. Τον έπαιρναν διάφοροι μερακλήδες Μεγαρίτες και τον γύριζαν με τις σούστες από σπίτι σε σπίτι κι από γλέντι σε γλέντι και τον έβαζαν να τους τραγουδήσει. Κι αυτός γλεντούσε μαζί τους και τους τραγούδαγε παλιά μεγαρίτικα τραγούδια με την ωραία και ψιλή φωνή του. Τον έλεγαν «Ματάκια» γιατί είχε δυό μάτια μικρά αεικίνητα και σπινθηροβόλα που κοιτούσαν ασταμάτητα -τριγύρω του. Ήταν περιζήτητος γιά την καλή παρέα του. Αυτός λοιπόν, όπως έχω ακούσει, είχε μια κόρη που την ξελόγιασε κάποιος υπάλληλος και την απήγαγε. Τότε ο γέρο Ματάκιας έξω φρενών πήρε την καραμπίνα του, μπήκε σε μια βάρκα και κίνησε να βρεί τον απαγωγέα της κόρης του τραγουδώντας τους παρακάτω στίχους:
βρε κερατά Παπίρη να σε αγνάντευα και με την καραμπίνα να σε σημάδευα.
Παπίρη μην απλώνεις στον καπλαμούλι μου και μου τόνε χαλάσεις τον ομορφούλη μου.
Δυστυχώς όλα αυτά τα ωραία έθιμα που έζησα κι εγώ από κοντά παίζοντας με το βιολί μου κοντεύουν να χαθούν. Ήταν κι ο πόλεμος του '40 μια από τις αιτίες που λησμονιούνται σιγά σιγά όλες αυτές οι ωραίες ομαδικές λαϊκές εκδηλώσεις των Μεγάρων.
Οι Μεγαρίτες όμως δεν είναι μόνο γλετζέδες κι ευλαβείς. Είναι και πολύ έξυπνοι χωρίς υπερβολή. Έχουν εξυπνάδα έμφυτη απο καταγωγή και παράδοση. Ο Βύζας, για παράδειγμα, όταν εξορίστηκε από τον αδελφό του ρωτήθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, τί θα ήθελε να του χαρίσουν και σε ποιό μέρος να περάσει την εξορία του. Εκείνος είπε τότε: αδελφέ μου να μου δώσεις ένα κομμάτι γής, όσο πιάνει ένα βουβαλοπέτσι. Τον βάλανε λοιπόν σ' ένα πλοίο, του δώσανε κι ένα βουβαλοπέτσι για να μετρήσει τη γη που ήθελε κι αυτός τους είπε να τραβήξουν για τον Ελλήσποντο. Μόλις λοιπόν φθάσανε στην πόλη που ξέρουμε πιάνει ο Βύζας το βουβαλοπέτσι και το κόβει ψιλό-ψιλό σαν κλωστή και το κάνει χιλιάδες μέτρα μάκρος, το κάνει μετά ένα κύκλο πάνω στη γη και τους λέει: αυτό το κομμάτι γής θέλω. Οι συνοδοί του δεν μπορούσαν να κάνουνε αλλιώς και του έδωσαν χιλιάδες στρέμματα κι εκεί έχτισε το πολυθρύλητο Βυζάντιο.
Σκέφτομαι λοιπόν πώς μπορεί οι Μεγαρίτες με τέτοιους προγόνους και τέτοια κληρονομιά να την πάθουνε από τον Παναγή. Ε! λοιπόν αυτό είναι ψέμα γιατί ο Παναγής ούτε απο τα Μέγαρα ήτανε ούτε ξένος ήτανε κι ούτε ήρθε ποτέ στά Μέγαρα ν' άρραβωνιάσει εφτά νυφάδες. Γιατί στα Μέγαρα για να γίνει ένα συνοικέσιο πάνε κι έρχονται οι προξενητάδες ένα χρόνο και ρωτάνε από ποιό σόϊ είναι η νύφη ή ο γαμπρός, ποιά ειχαν γιαγιά, ποιά θεία, ποιά προγιαγιά κι αν τύχει και ανακαλύψουν κάποιο θέμα τιμής ή υγείας χαλάνε αμέσως τα προξενιά.
Έπειτα όταν γίνεται αρραβώνας, δυό μερόνυχτα γλεντάνε με βιολιά και κλαρίνα και το μαθαίνουν όλα τα Μέγαρα. Ο Παναγής λοιπόν ήταν δημιούργημα του σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκου για να μας πειράξει. Γιατί ειναι κοντοχωριανός ο Λάσκος, από την Έλευσίνα. Και τα Μέγαρα με την Ελευσίνα, με τη Μάνδρα και τη Σαλαμίνα, την Κούλουρη, έχουν δημιουργήσει πολλά αστεία και πειράγματα αναμεταξύ τους.
Για παράδειγμα οι Κουλουριώτες λένε εμάς τους Μεγαρίτες τζουτζούληδες που θα πει άνθρωποι κοντοί. Ο πιό κοντός όμως Μεγαρίτης είναι σχεδόν δύο μέτρα. Εμείς πάλι λέμε τους Κουλουριώτες μπιστόλες γιατί κάποτε θέλοντας τάχα να ρίξουν μπιστολιά έδεσαν την μπιστόλα στο δέντρο, έδεσαν τη σκανδάλη με σπάγγο και την τράβηξαν από πέντε μέτρα μακριά.
Και αυτό όμως είναι ψέμα γιατί κι οι Κουλουριώτες ειναι γενναίοι και τό χουν αποδείξει σε πολλούς πολέμους.
Οι Ελευσίνιοι πάλι λένε πως βάλαμε το πατερό στο νερό για να μακρύνει κάνα δυό δάχτυλα γιατί ήτανε κοντό κι εμείς τους λέμε: έκανε τσέ η Λεψίνα στάρι. Το λέμε αυτό γιατί τα παλιά χρόνια οι κάτοικοι της Ελευσίνας καλλιεργούσαν άλλοι περιβόλια κι άλλοι καρποφόρα δέντρα, όχι όμως σιτηρά. Κάποιος λοιπόν έσπειρε κάποτε ένα μικρό χωράφι κι έστησε μια μικρή θυμωνιά γι' αλώνισμα κι όταν την είδαν οι Μεγαρίτες παραξενεύτηκαν κι είπαν: έκανε κι η Λεψίνα στάρι.
Ακόμα οι Μεγαρίτες λέμε τους Μανδρανέους ρετσινόκολους γιατί στην Μάνδρα ήτανε πολλά πεύκα και οι Μανδρανέοι ήτανε όλοι τους ρετσινοσυλλέκτες. Γι' αυτό το σκοπό μάλιστα φτάνανε και μέχρι τη Σκύρο, τη Χαλκιδική, τη Μυτιλήνη και την Πελοπόννησο. Εκείνοι πάλι μάς λένε: βράκανε τα κουτσία; Κι εμείς τους απαντάμε: βράκανε τσε γινήκαν σά σκατία.
Σ' αύτά λοιπόν τ' αστεία βασίστηκε και ο Λάσκος και μας κόλλησε τον Παναγή. Και το αστείο αυτό πήρε φωτιά γιατί οι Μεγαρίτες το πήραν πολύ στα σοβαρά κι έγιναν και πολλά επεισόδια.
Ένας έμπορος από τον Πύργο της Ηλείας, ο Γεώργιος Τσεκούρας, λιγόλογος και σοβαρός είπε μιά μέρα στο καφενείο των Μουσικών σχετικά με το θέμα του Παναγή: Μόνο στα Μέγαρα δεν μπόρεσα να πουλήσω το εμπόρευμά μου, γιατί κατάλαβα πώς οι Μεγαρίτες ειναι ικανοί να σου πουλήσουν αυγό χωρίς κρόκο, τον έχουν κρατήσει για τον εαυτό τους.
Πηγή κειμένου: "ΤΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΡΩΝ" Ιακώβ. Αναστ. Ηλία, εκδ. ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ 1982
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)