Δευτέρα, Ιανουαρίου 29, 2024

ΓΟΡΓΩ

Ένα από τα πια παράξενα γνωρίσματα της Γοργώς ήταν το όνομά της. Τι άραγε να σκεφτόταν ο πατέρας της, o Κλεομένης A', όταν της έδωσε αυτό το όνομα; Ότι θα πέτρωνε όποιον την κοίταγε στα μάτια; Ασφαλώς όχι. Παρ' όλα αυτά, το όνομά της παραπέμπει στο θαλάσσιο τέρας της μυθολογίας, τη Μέδουσα, που είχε αποκεφαλίσει ο Περσέας για να σώσει την Ανδρομέδα. Το όνομά της ήταν λοιπόν πράγματι τρομακτικό, ίσως όμως στη Σπάρτη να μη θεωρούσαν ότι ήταν τόσο παράξενο όσο το θεωρούσαν οι άλλοι Έλληνες. Ένας μεγαλύτερος σε ηλικία και σύγχρονός της άντρας ονομαζόταν Γόργος και ήταν ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος που είχε υπηρετήσει ως πρόξενος της Φίλιδας στη Σπάρτη. Για να τιμήσουν τον πρόξενό τους, οι Ηλείοι είχαν κατασκευάσει ένα μαρμάρινο κάθισμα γι' αυτόν στην Ολυμπία - όπου τελούνταν οι Ολυμπιακοί αγώνες - και είχαν γράψει πάνω του το όνομά του. H επιγραφή αυτή χρονολογείται το 525 π.Χ.

H Γοργώ γεννήθηκε δεκαπέντε χρόνια αργότερα και πρέπει να ήταν οχτώ ή εννέα ετών όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ιστορία του Ηρόδοτου. Το γεγονός ότι μια συγκεκριμένη Ελληνίδα εμφανίζεται να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στην ιστορία της Ελλάδας θα είχε αναμφίβολα προκαλέσει την κατάπληξη του ιδιοφυούς διαδόχου του Ηρόδοτου, του Θουκυδίδη, καθώς στο δικό του έργο δεν υπάρχει σχεδόν καμία αναφορά στις γυναίκες, είτε ως άτομα είτε ως μέλη ενός ευρύτερου συνόλου, και ασφαλώς δεν παρουσιάζει καμία γυναίκα να ασκεί καθοριστική επίδραση στην πορεία του Πελοποννησιακού Πολέμου. Αντίθετα, στο έργο του Ηρόδοτου υπάρχουν πολλές αναφορές στις γυναίκες τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, ενώ οι σχέσεις ανάμεσα στις γυναίκες και τους άντρες, και ιδίως οι ερωτικές αποτελούν μία από τις βασικές παραμέτρους της εθνογραφικής διάστασης του έργου του. Οι περισσότερες από αυτές τις αναφορές έχουν σχέση με γυναίκες που δεν είναι Ελληνίδες, καθώς o βασικός σκοπός της εθνογραφικής διάστασης του έργου του Ηρόδοτου είναι να καταδειχθεί πόσο πολλά και ποικίλα είναι τα κοινωνικά και ερωτικά έθιμα των ανθρώπων και πόσο διαφορετικά -όχι όμως κατ' ανάγκην και χειρότερα - ήταν τα έθιμα των άλλων λαών από τις νόρμες των Ελλήνων. 

Ωστόσο η Σπάρτη αποτελούσε μια μείζονα εξαίρεση στον κανόνα ότι οι ελληνικές πόλεις είχαν σε γενικές γραμμές τα ίδια έθιμα αναφορικά με τη θέση και τη συμπεριφορά των γυναικών. O Ηρόδοτος καθιστά απόλυτα σαφές, και μάλιστα με πολλούς τρόπους, ότι οι γυναίκες της Σπάρτης ήταν διαφορετικές, «αλλιώτικες». Ως παράδειγμα, αναφέρουμε τις εκδοχές που παραθέτει για τη θαυματουργή σύλληψη και γέννηση του βασιλιά Δημάρατου, αλλά και την υποτιθέμενη διγαμία του βασιλιά Αναξανδρίδα, την οποία χαρακτηρίζει ως κάτι "ανήκουστο για τα δεδομένα της Σπάρτης». Ένα όμως ακόμα πιο εύγλωττο παράδειγμα είναι o ρόλος που διαδραματίζει η Γοργώ στο έργο του Ηρόδοτου, ή μάλλον οι ρόλοι που της αποδίδει ο Ηρόδοτος.

Μία ημέρα του 500 π.Χ., όταν η Γοργώ ήταν οχτώ ή εννέα ετών, ο πατέρας της, ο βασιλιάς Κλεομένης, επέστρεψε οτο σπίτι συνοδευόμενος από έναν ξένο, τον Αρισταγόρα από τη Μίλητο. Είχε πάει στη Σπάρτη για ένα εξαιρετικά επείγον διπλωματικό ζήτημα: να προσπαθήσει να πείσει τον Κλεομένη να υποστηρίξει τη σχεδιαζόμενη επανάσταση των ιωνικών και άλλων ελληνικών εναντίον του Μεγάλου Βασιλιά της Περσίας Δαρείου A'. O Κλεομένης όμως αρνιόταν να στείλει το σπαρτιατικό στρατό εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας, καθώς μια τέτοια εκστρατεία θα υποχρέωνε τους Σπαρτιάτες να πραγματοποιήσουν μια πορεία πολλών μηνών στα ενδότερα της Μικράς Ασίας και να απομακρυνθούν από την οικεία Μεσόγειο θάλαοοα. Διέταξε λοιπόν το Μιλήσιο να εγκαταλείψει τη Σπάρτη πριν από τη δύση του ήλιου. Έχοντας αποτύχει να πείσει τον Κλεομένη με τα επιχειρήματά του, ο Αρισταγόρας, γνωρίζοντας προφανώς τη φήμη ότι οι Σπαρτιάτες είναι επιρρεπείς στη δωροδοκία, του πρόσφερε δέκα τάλαντα (που αντιστοιχούσαν σε ένα πολύ μεγάλο ποσό), Τότε όμως παρενέβη η μικρή Γοργώ "Πατέρα, καλύτερα να φύγεις, γιατί o ξένος θα σε διαφθείρει».

Φυσικά, ούτε ο Ηρόδοτος ούτε οι πληροφοριοδότες του γνώριζαν στην πραγματικότητα τι ακριβής είχε πει η Γοργώ, παρόλο που η υποτιθέμενη χρησιμοποίηση της λέξης ξένος απεικονίζει ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Σπάρτης, την ξενοφοβία. Από ιστορική άποψη, το ενδιαφέρον στοιχείο αυτού του ιστορικού ανεκδότου είναι ότι η Γοργώ παρουσιάζεται ως μια συνετή δύναμη πίσω από το θρόνο, παρά τη νεαρή ηλικία της. Δεκαπέντε περίπου χρόνια αργότερα, όταν πια ο Κλεομένης είχε πεθάνει κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, η Γοργώ, που είχε εν τω μεταξύ παντρευτεί τον ετεροθαλή αδελφό και διάδοχο του πατέρα της Λεωνίδα και ήταν πλέον μητέρα του μελλοντικού βασιλιά Πλείσταρχου, εμφανίζεται να παρεμβαίνει για δεύτερη φορά και με πολύ πιο καθοριστικό τρόπο στην ιστορία της Σπάρτης και της Ελλάδας. Είχε φτάσει στη Σπάρτη ένας αγγελιοφόρος μεταφέροντας δύο φαινομετικά άγραφες ξύλινες πινακίδες που ήταν καλυμμένες με κερί και δίπλωναν η μια πάνω οτην άλλη. «Κανείς», αφηγείται ο Ηρόδοτος, "δεν μπορούοε νο μαντέψει το μυστικό" κανείς εκτός από τη Γοργώ. Είπε ήρεμα στους άρχοντες της πόλης ότι, αν έξυναν το κερί, θα έβρισκαν ένα μήνυμα γραμμένο πάνω στο ξύλο. Δεν αποδείχτηκε μόνο ότι η Γοργώ ειχε δίκιο, αλλά και ότι επρόκειτο για ένα πολύ σημαντικό μήνυμα, καθώς το είχε o εξόριστος πρώην βασιλιάς Δημάρατος για να προειδοποιήσει τους Σπαρτιάτες για την απόφαση του Ξέρξη να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας.

Στο περιστατικό που αφηγείται ο Ηρόδοτος δε γίνεται καμία μνεία αν η Γοργώ ήταν εγγράμματη, παρόλο που υπάρχουν αξιόπιστες αιιοδείξεις ότι οι Σπαρτιάτισσες μπορούσαν, τουλάχιστον, να διαβάζουν και ενδεχομένως να γράφουν. Πάντως, υπάρχει ένας σαφής υπαινιγμός ότι η γραφή δεν ήταν άγνωστη για τη Γοργώ. Ωστόοο, το βαοικό σημείο είναι ότι η Γοργώ ήταν πιο οξυδερκής και πιο ευφυής από τους άλλους Σπαρτιάτες, και ιδίως αυτούς που ασκούσαν την εξουσία, και ότι είχε τη δυνατότητα να παρεμβαίνει στο δημόσιο βίο, κάτι που στις υπόλοιπες πόλεις της Ελλάδας αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο των αντρών. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνειαι και από τα έξι αποφθέγματα που της αποδίδει o Πλούταρχος στο έργο του Λακαινών Αποφθέγματα.

Δύο από αυτά είναι παραλλαγές του περιστατικού με τον Αριοταγόρα. Tο ένα από τα δύο "βελτιώνει» τις λέξεις που είχε βάλει στο στόμα της ο Ηρόδοτος

Θα σε διαφθείρει. πατέρα, ο τιποτένιος τούτος ξένος, αν δεν τον πετάξεις από το σπίτι σου το συντομότερο.

Το τρίτο απόφθεγμα αναφέρεται οτο υποτιθέμενο πρόβλημα αλκοολισμού που αντιμετώπιζε o πατέρας της, καθώς η Γοργώ εμφανίζεται να τον προειδοποιεί ότι, όσο περισσότερο κρασί πίνουν οι άνθρωποι, τόσο περισσότερο άοωτοι και εξαχρειωμένοι γίνονται. Είναι φανερό ότι εν προκειμένω εκφράζεται μία εκ των υστέρων γνώση. Έχουμε άδη αναφερθεί στο τέταρτο απόφθεγμα, που περιλαμβάνει το διάλογο της Γοργώς με το σύζυγό της Λεωνίδα πριν αυτός ξεκινήσει για τις Θερμοπύλες οδεύοντας προς το θάνατο. Τα υπόλοιπο δύο παρουσιάζουν, από μια άποψη, περισσότερο ενδιαφέρον, καθώς αφορούν τη θέση ανάμεσα στην πολιτική και τα δύο φύλα. Τα παραθέτω αυτούσια:

Όταν κάποιος ξένος της πρόσφερε στολή με στολίδια, τον απώθησε και είπε: "Φύγε από δεν είσαι άξιος να κάνεις ούτε ό,τι κάνουν οι γυναίκες.

Όταν ρωτήθηκε από κάποια γυναίκα της Αττικής «Γιατί μόνον οι Λάκαινες, έχετε εξουσία πάνω στους άνδρες;», απάντησε: "Επειδή είμαστε και οι μόνες που γεννάμε άντρες».

Το πρώτο υπαινίσσεται την υποτιθέμενη περιφρόνηση των Σπαρτιατών για το θέατρο και την υποκριτική τέχνη, καθώς και την ανδροκρατική άποψή τους ότι οι άντρες που φορούν πολυτελή ρούχα είναι θηλυπρεπείς. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι πλούσιοι Σπαρτιάτες ήταν οι πρώτοι Έλληνες που σταμάτησαν να φορούν πολυτελή ενδύματα και άρχισαν να ντύνονται με τα ίδια απλά ρούχα που φορούσαν οι απλοί, φτωχοί άνθρωποι.

Το δεύτερο από τα παραπάνω αποφθέγματα είναι ακόμα πιο αποκαλυπτικό. To περιεχόμενό του επαναλαμβάνεται, με ελαφρώς διαφοροποιημένο λόγια, σε ένα άλλο απόφθεγμα που ο Πλούταρχος αποδιδει στον Λυκούργο στο έργο του Αποφθέγματα Λακωνικά. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την άμεση ουνάφεια του αποφθέγματος με την κοινωνική οργάνωση της «λυκούργειας» Σπάρτης. Πρέπει να επισημάνουμε ότι, σύμφωνα με τις νόρμες που ίσχυαν στην αρχαία Ελλάδα για τα δύο φύλα και τους ρόλους των φύλων, οι γυναίκες θεωρούνταν εκ φύσεως κατώτερες από τους άντρες, τόσο διανοητικά όσο και ψυχικά. Επομένως, ήταν αναγκαίο όλες οι γυναίκες να είναι στην πράξη υποταγμένες στους άντρες.          

Πηγή: Πολ Κάρτλεντζ, ΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ, εκδ. Λιβάνη

Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2024

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Έλληνες επίσημοι χαιρετούν ναζιστικά,
 παρουσία Γερμανών αξιωματικών
 

Τον Φεβρουάριο 1942, λίγους μόνο μήνες μετά την κατάληψη του νησιού και την ανάληψη του αξιώματος του δημάρχου, ο Νικ. Σκουλάς ζητούσε από έναν από τους επιφανέστερους διανοουμένους της πόλης των Χανίων να του εγχειρίσει ένα σημείωμα εν είδει αναμνήσεων από την περίοδο πριν και μετά τη Μάχη της Κρήτης. Ο διανοούμενος αυτός ήταν ο διαπρεπής βυζαντινολόγος και νεοελληνιστής Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, μετέπειτα καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, που από το 1933 υπηρετούσε ως διευθυντής του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης.

Η εκτενής αφήγηση του Τωμαδάκη περιελάμβανε πλήθος πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση στην Κρήτη από τον Απρίλιο έως το καλοκαίρι του 1941. Ένα περιστατικό όμως τονιζόταν ιδιαίτερα, προκειμένου να ικανοποιηθεί ο Σκουλάς, που ανησυχούσε ότι η ανάληψη του δημαρχικού αξιώματος θα μπορούσε να του δημιουργήσει προβλήματα στο άμεσο μέλλον. Το περιστατικό αυτό είχε ως εξής:

Ο κ. Τσίβης με συνώδευσεν εις την οικίαν του κ. Σκουλά την 8.15 της πρωίας της Μεγάλης Τετάρτης της 16ης Απριλίου. Εις τον κ. Ν. Σκουλάν τον οποίον δεν έβλεπον τότε συχνά διεκείμην μάλιστα και μετά τινος ψυχρότητος, δι' άσχετον προς τα παρόντα ζητήματα λόγον, ανέπτυξα επί ώραν τας σκέψεις μου, επιμείνας ότι ο πόλεμος διά την Ελλάδα εκρίθη και ότι η τύχη της Κρήτης δεν δύναται να είναι διαφορετική. Τούτο εκείνος δεν παρεδέχετο ανεπιφυλάκτως, μετά προσοχής ουχ' ήττον ήκουε προδιαγραφομένας του τόπου τας συμφοράς μετά την εγκατάλειψίν μας υπό των Άγγλων και των Ελλήνων Κυβερνητών. Η απάντησίς του ήτο ότι δεν θα ήθελε να κηλιδώση το όνομα της οικογενείας του, αναλαμβάνων μίαν τοιαύτην πρωτοβουλίαν. Η ιδική μου άποψις ήτον ότι δεν θεωρώ ολιγώτερον Έλληνα εκείνον ο οποίος θα εβοήθει τον τόπον να εξέλθη από το αδιέξοδον από τον στρατιώτην ο οποίος θα τον υπερασπισθεί με το τουφέκι του. Ετόνισα δε ότι αν εζητείτο από εμέ ό,τι εζήτουν εγώ από εκείνον, θα ηδιαφόρουν περί των αμέσων κρίσεων και θα απέθετον την πίστιν μου εις την δικαιοσύνην της Ιστορίας.

-Και θα εδεχόσαστε να γίνετε ένας μικρός Πεταίν; με ηρώτησε.

-Εγώ, του απήντησα, δεν έχω το κύρος και την αντοχήν διά να γίνω. Αλλά θα επεδοκίμαζον το θάρρος και τον πατριωτισμόν εκείνου που θα έθετεν εαυτόν εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος του εις τοιαύτας στιγμάς. Θα τον συνέτρεχον δε ως πνευματικός άνθρωπος.

H τελική απάντησις του N. Σκουλά υπήρξεν αρνητική. Ο κ. Τσίβης ηρκείτο επιδοκιμάζων τον τέως Δήμαρχον, ο οποίος και μου απηύθυνε την εξής τελευταίαν σύστασιν.

- Ο κόσμος είναι κακός, μπορεί να σας παρεξηγήση. Εγώ δεν λέω τίποτα γι' αυτά που μου είπατε. Αλλά καλόν είναι να μη συνεχίσετε. Μην πήτε σε κανένα τίποτα.

Πράγματι, ο Σκουλάς είχε αρνηθεί κατηγορηματικά οποιαδήποτε σκέψη συνεργασίας τον Απρίλιο 1941 και τελικά αποδέχθηκε τη θέση του δημάρχου μόνο μετά την κατάληψη της Κρήτης, όταν πολλοί ήταν οι πρόκριτοι του νησιού που σκέπτονταν ότι μια πρώτη συνεννόηση με τις κατοχικές αρχές ήταν αναγκαία προκειμένου να περισωθεί ό,τι ήταν δυνατόν να περισωθεί.

Ο Τωμαδάκης, ωστόσο, δεν πτοήθηκε από την κατηγορηματική άρνηση του Σκουλά και ήλθε σε επαφή και με άλλες εξέχουσες προσωπικότητες, προκειμένου να τις πείσει ότι οποιαδήποτε αντίσταση ήταν μάταιη και ότι ήταν ανάγκη να υπάρξει άμεση συνεννόηση με την άρτι σχηματισθείσα κυβέρνηση Τσολάκογλου. Μεταξύ άλλων, ο Τωμαδάκης συναντήθηκε με τον Επίσκοπο Αγαθάγγελο, προκειμένου να αναλάβει ο ίδιος πρωτοβουλία υπέρ της αποτροπής της αντίστασης στην αναμενόμενη επίθεση των Γερμανών και της συνεννόησης με τις γερμανικές αρχές στην Αθήνα. Και ο Αγαθάγγελος αρνήθηκε κατηγορηματικά τη συζήτηση, πιστεύοντας μάλιστα ότι ο Τωμαδάκης ενεργούσε υπό καθεστώς φόβου. Γράφει ο Τωμαδάκης σχετικά με τη συνάντηση μεταξύ των δύο:

Μετά δύο ημέρας τα πράγματα είχον εκτραχυνθεί. Μετά την αποκαθήλωσιν, την τελετήν της οποίας παρηκολούθησα εις την Τριμάρτυρην, εζήτησα να ιδώ ιδιαιτέρως τον Επίσκοπον Θεοφ. Αγαθάγγελον Ξηρουχάκην, μετά του οποίου συνεδεόμην από πολλών ετών και εις τον ανδρισμόν και το θάρρος καθώς και τας αγαθάς προαιρέσεις του οποίου είχον ανέκαθεν πίστιν. Διετέλεσε δ' ούτος επί μακρόν εφημέριος εν Ιταλία και Αυστρία, ωμίλει δε και Γερμανικά και Ιταλικά, εγνώριζε τα κατά τας χώρας του Άξονος, αλλά είχε παρασυρθεί εις ατόπους επιδείξεις (π.χ. ευλογίαν των προτεσταντικών όπλων των συμμάχων διά του σταυρού, εξαπόλυσιν δριμείας και υβριστικής διά τα πρόσωπα του Μουσολίνι και Χίτλερ ποιμαντορικής εγκυκλίου επί τω Πάσχα), αι οποίαι δεν έπρεπε να δεσμεύσουν αυτόν, πρόσωπον εκτός πολιτικής, οφείλων να αγρυπνή επί της ζωής και των ψυχών του ποιμνίου του. Εις μάτην προσεπάθησα να τον προσγειώσω. Ήτον εκτός πάσης πραγματικότητος και μοι ωμίλει περί εφοδιασμών, αριθμών και πετρελαίων, ενόμιζε δ' ότι είχον ανάγκην ενθαρρύνσεως. Παρετήρησα ότι τας σκέψεις μου εξέφραζον όλως εμπιστευτικώς προς εκείνον και όχι τον τυχόντα. Αλλά δεν έκρινα ότι ηδυνάμην να προχωρήσω. Επαναστάτης τω 97, στρατιωτικός ιερεύς των ορθοδόξων κατά την πολιορκίαν της Ενετίας από τους Αυστριακούς, εθεώρει φυσικόν να ευρεθώμεν και εδώ εις πολεμικήν κατάστασιν, πλην δεν αντελαμβάνετο πού αύτη θα ωδήγει.

H προσεκτική ανάγνωση του κειμένου του Τωμαδάκη, που στη μετέπειτα επίσημη βιογραφία του φρόντισενα επιβάλει τη λανθασμένη πληροφορία ότι «μετά την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη και να έλθει στην Αθήνα, λόγω της προγραφής του από τους Γερμανούς», δείχνει ότι o ίδιος δεν κινήθηκε, κατά τις κρίσιμες στιγμές του Απριλίου 1941, υπό καθεστώς φόβου ή εξαιτίας υπερβολικής σύνεσης, όπως έκαναν για παράδειγμα o Σκουλάς και ενδεχομένως η Επιτροπή του Λαού των Χανίων. Αντίθετα, φαίνεται ότι η σκέψη και οι πράξεις του διαπνέονταν, αν όχι από φιλικά αισθήματα απέναντι στα καθεστώτα των χωρών του Άξονα (o ίδιος σπούδαζε στην Πίζα από το 1938 έως την ιταλική επίθεση) τουλάχιστον από εχθρικά αισθήματα απέναντι στους Άγγλους και την κυβέρνηση Μεταξά, τα στελέχη της οποίας αποκαλούσε «αποπλανητές της μάζας».


Πηγή κειμένου και φωτογραφίας: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΣ, "ΔΟΣΙΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΔΟΣΙΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ 1941-1945

Κύμη

Άποψη από το Άντρο της Κυμαίας
Σίβυλλας, μια στοά που διανοίχτηκε
μέσα στον τόφο, πιθανώς τον
 6ο αι. π.Χ., και η οποία επεκτάθηκε
σταδιακά έως τη ρωμαϊκή εποχή
.
Σε μια περιοχή ήδη κατοικημένη από αυτόχθονες, γύρω στο 740 π.Χ. μερικοί άποικοι που κατάγονταν από την ευβοϊκή πόλη της Χαλκίδας και από την Κύμη (αν και δεν είναι σαφές αν πρόκειται για εκείνη στις βόρειες ακτές του νησιού ή για την ομόηχη πόλη στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας), αφού ενώθηκαν με μια μικρότερη ομάδα από Βοιωτούς αποίκους και κατοίκους της Πιθηκούσας, ίδρυσαν στη φλεγραία ακτή απέναντι από την Ίσκια την πρώτη ηπειρωτική ελληνική αποικία στη Δύση.Έτσι ιδρύθηκε η Κύμη, οχυρωμένη σε μια φυσική απομονωμένη ακρόπολη πάνω στη θάλασσα, το νότιο τμήμα της οποίας έγλειφε ένας μικρός αμμώδης όρμος, ιδανικός για την προσόρμιση πλοίων. Εκτεινόταν κυρίως προς τα νοτιοανατολικά και τα ανατολικά, κατά μήκος των πρανών και των κυματισμών που χωρίζουν το αρχαίο ακρωτήριο από το Μόντε Γκρίλο. H άνθησή της ήταν ραγδαία και διαρκής, αφού από τα τέλη του 8ου αι. π.Χ. την ευνόησε η ταυτόχρονη απώλεια ισχύος της γειτονικής Πιθηκούσας και, κυρίως, η στρατηγική θέση της, γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν οι Κυμαίοι.Έτσι, η πόλη τους εξελίχθηκε σε προπύργιο του ελληνικού εμπορίου με τους αυτόχθονες λαούς της Ετρουρίας, του Λατίου και της Καμπανίας κατά τον 7ο και τον 6ο αι. π.Χ. Ωστόσο, τον 5ο αι. π.Χ. η πόλη ήρθε αντιμέτωπη με μια αργή παρακμή, εξαιτίας της ηγεμονίας των Συρακουσών στη νότια Τυρρηνία, την οποία ευνόησε η εμπορική υπεροχή της Νεάπολης. H κατάκτησή της από τους Σαμνίτες (421 π.Χ.) και η επακόλουθη είσοδός της στη σφαίρα επιρροής των Ρωμαίων (338 π.Χ.) ήταν οι τελευταίοι σταθμοί της μακράς ιστορίας της πόλης, η οποία κληροδότησε ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πολιτισμού στην Ιταλία. Πράγματι, από την Κύμη διαδόθηκε στους Ετρούσκους και στους Λατίνους το αλφάβητο. Σε σχέση με την επιφάνεια που καταλάμβαναν τα τείχη της πόλης η ύπαρξη των οποίων επιβεβαιώνεται από λείψανα και τη μορφολογία του εδάφους, τα ερείπια της ελληνικής πόλης-κράτους είναι λιγοστά, αντιθέτως εκείνα τιις ρωμαϊκής πόλης ήταν πολύ πιο σταθερά κυρίως στο χαμηλότερο μέρος τους. Συνεπώς, μια ιδανική περιήγηση στην ελληνική Κύμη θα μπορούσε να ξεκινήσει από τα ενδιαφέροντα ερείπια των αμυντικών τειχών του τέλους του 6ου αι. μ.Χ., που συντηρούνται στη νότια πλευρά της πόλης, κατά μήκος της πλαγιάς του Μόντε Γκρίλο. Προσεκτική παρατήρηση χρήζει και η πιο σημαντική από τις αρχαίες πύλες που σήμερα είναι από τη θεαματική ρωμαϊκή αψίδα Άρκο Φελίτσε, η οποία δημιουργήθηκε για την ανάσχεση των κατολισθήσεων από την κορυφή του Μόντε Γκρίλο κατά τη διέλευση της Δομιτίας οδού. Επιπλέον, από το νοτιοανατολικό τμήμα της ακρόπολης είναι ορατά τείχη, το ενδιαφέρον των οποίων έγκειται στην παλαιότητα και στην εμφάνισή τους: ένα διπλό προκάλυμμα παραλληλεπίπεδων ογκόλιθων από τόφο περιέβαλλε την περιοχή, ενώ σε αρκετά σημεία αναγνωρίζονται πιο πρόσφατες οικοδομικές φάσεις, και πιο συγκεκριμένα εκεί όπου υπάρχουν εντελώς ευθυγραμμισμένες σειρές. Πάνω σε αυτά τα τείχη οικοδομήθηκαν οι επόμενες οχυρώσεις της σαμνιτικής και της ρωμαϊκής εποχής, ωραία δείγματα των οποίων βρίσκονται στις βόρειες και ανατολικές πλαγιές του ανδήρου όπου υψώνεται το ιερό του Απόλλωνα. Παρ' όλα αυτά, ο μοναδικός τρόπος για να φτάσει κάποιος στην ακρόπολη είναι να διασχίσει τον μεγάλο δρόμο ανάμεσα στις δεντροστοιχίες απ όπου φαίνεται η υπέροχη θέα της πόλης και παρατηρούνται μερικές πηγές φωτισμού της επιλεγόμενης Ρωμαϊκής κρύπτης, μιας μεγάλης σε μήκος και θεαματικής υπόγειας σήραγγας που διέσχιζε ολόκληρο τον λόφο της Κύμης. Το πιο φημισμένο μνημείο της περιοχής είναι και το πιο συζητημένο: το Αντρο της Κυμαίας Σίβυλλας, της μάντισσας που - σύμφωνα με την παράδοση - προμήνυε το μέλλον γράφοντας τις απαντήσεις της πάνω σε φύλλα τα οποία έπαιρνε ο άνεμος. Πρόκειται για έναν μακρύ διάδρομο 135 μέτρων, με τραπεζοειδή τομή στο ανώτερο τμήμα του (αρχαϊκής εποχής και ορθογώνια στο κατώτερο (ελληνιστικής εποχής). Κατεβαίνοντας από τον ναό του Απόλλωνα, ο διάδρομος αναπτύσσεται με μια σειρά από διαμερίσματα και επιπρόσθετες κατασκευές της εποχής με τόσο διαφορετικές λειτουργίες, ώστε ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να αναγνωριστούν. Για παράδειγμα, τα τρία λουτρά που είναι τοποθετημένα περίπου στο μέσον του διαδρόμου πιθανολογείται ότι ήταν ρωμαϊκές δεξαμενές νερού. Στο τέλος, αναμφίβολα στο πιο απόμακρο σημείο του σπηλαίου, βρίσκονται τα θεωρούμενα δωμάτια των μαντείων, τρία διαμερίσματα με σταυρωτή διάταξη, από τα οποία μπορεί κανεις να αναγνωρίσει σε εκείνο που βρίσκεται στα αριστερά, που είναι και το πιο μικρό, την έδρα της Σίβυλλας.


Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ, τ.21, Εκδ. ΔΟΜΗ