Τετάρτη, Μαρτίου 23, 2022

Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα (β' μέρος)

Στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας, μέσα στη μοναχική αψίδα όπου λάμπουν ια χρυσά μωσαϊκά, η Θεοδώρα μας παρουσιάζεται o' όλη τη λάμψη του μεγαλείου της. Η ενδυμασία της έχει ασύγκριτη λαμπρότητα. ο' ένα μακρύ μανδύα από μοβ πορφύρα, στο κάτω μέρος του οποίου ένα φαρδύ χρυσό κέντημα ξετυλίγεται οε πολλές πτυχές, φοράει στο κεφάλι της που περιβάλλεται από φωτοστέφανο ένα ψηλό διάδημα από χρυσό και πολύτιμες πέτρες. Στα μαλλιά της είναι πλεγμένα πολύτιμα πετράδια και μαργαριτάρια και στους ώμους της άλλες πολύτιμες πέτρες πέφτουν σαν εκθαμβωτικοί καταρράκτες.Έτσι εμφανίζεται σ' αυτή την επίσημη προσωπογραφία στα μάτια των μεταγενέστερων και έτσι ήθελε όσο ζούσε να παρουσιάζεται στους συγχρόνους της. Σπάνια μια τυχάρπαστη συνήθισε πιο γρήγορα στις απαιτήσεις της νέας της ζωής. Σπάνια ηγεμονίδα από καταγωγή αγάπησε περισσότερο τις πολλαπλές χαρές, τις ηδονές της πολυτέλειας και τις μικροϊκανοποιήσεις της περηφάνιας που μπορεί να δώσει η άσκηση της υπέρτατης εξουσίας. Πολύ γυναίκα, πάντα κομψή και γεμάτη επιθυμία να αρέσει, ήθελε πολυτελή διαμερίσματα, θαυμάσια ρούχα, υπέροχα κοσμήματα, ένα τραπέζι σερβιρισμένο πάντα με εξαιρετικό γούστο. Φρόντιζε πολύ την ομορφιά της. Για να φαίνεται ξεκούραστο το πρόσωπό της, κοιμόταν πολλές ώρες στη διάρκεια της ημέρας. Για να διατηρεί τη λάμψη του δέρματός της έκανε συχνά λουτρά και στη συνέχεια αναπαυόταν επί πολλές ώρες. Αισθανόταν ότι η γοητεία της ήταν η πιο σίγουρη εγγύηση της επιρροής της. 

Αγαπούσε ακόμη περισσότερο τον εξωτερικό διάκοσμο της εξουσίας. Χρειαζόταν μια αυλή, ακολούθους, φρουρούς, ακολουθίες. Σαν αληθινή τυχάρπαστη λάτρευε και πολλαπλασίαζε γύρω της τις περίπλοκες λεπτομέρειες του τελετουργικού. Για να της είναι κάποιος αρεστός έπρεπε να είναι πρόθυμος να της αποδίδει τιμές, να γονατίζει μπροστά της, να μένει κάθε μέρα, την ώρα των ακροάσεων, πολλές ώρες στους προθαλάμους της. Είχε διατηρήσει από το πέρασμά της από το θέατρο την αγάπη και τη γνώση της σκηνοθεσίας. Αλλά κυρίως, καθώς ήταν περήφανη, ήθελε να δείχνει την τάξη της και να κρατάει τις αποστάσεις, νιώθοντας ίσως μια κρυφή ευτυχία καθώς έβλεπε να σκύβουν ταπεινά πάνω στον ποδόγυρό της τόσοι μεγάλοι άρχοντες που ποτε της φέρονταν με μεγαλύτερη οικειότητα. 

Μήπως αυτό σημαίνει ότι αυτή η αγάπη για την πολυτέλεια, η φαινομενική ενασχόληση με την ετικέτα και τα αξιώματα αποκλείουν υποχρεωτικά τις περιπέτειες που απέδωσε στη Θεοδώρα ο Sardou; θα ήταν λίγο αφελές να το πιστέψουμε και εξάλλου είναι βέβαιο ότι, στον γυναικωνίτη του αυτοκρατορικού παλατιού μπορούσαν να συμβούν πολλά μυστηριώδη πράγματα, για τα οποία ο Ιουστινιανός δεν είχε ιδέα: αυτό αποδεικνύεται από την ιστορία του πατριάρχη Άνθιμου που διηγήθηκα ήδη. Επίσης δεν θα ήθελα να γελοιοποιηθώ υπερασπιζόμενος επίμονα την αρετή της Θεοδώρας μετά το γάμο της. Εκτός του ότι, όπως είναι γνωστό, είναι πάντα πολύ δύσκολο να είσαι σίγουρος γι' αυτά τα πράγματα, δεν επιμένω ότι η Αυγούστα ήταν άψογη. Πιστεύω ότι στα νιάτα της γλέντησε πολύ τη ζωή της. θα μπορούσε να συνεχίσει αργότερα χωρίς να σκανδαλιστώ καθόλου και στο κάτω-κάτω, μόνο ο Ιουστινιανός θα είχε δικαίωμα να παραπονεθεί. Αλλά τα γεγονότα είναι γεγονότα και πρέπει να τα παίρνουμε όπως είναι.

Το γεγονός είναι ότι κανένας από τους σύγχρονούς της συγγραφείς, αλλά και κανένας από τους μεταγενέστερους ιστορικούς - που ανάμεσά τους υπήρχαν πολλοί που επέκριναν σκληρά τη Θεοδώρα για τη "λαιμαργία” της, για τον αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα της, για την υπερβολική επιρροή που άσκησε στον Ιουστινιανό, για το σκάνδαλο που δημιούργησε με τις ετερόδοξες απόψεις της— δεν είπε κάτι που να μας επιτρέψει να αμφισβητήσουμε τη διόρθωση της ιδιωτικής ζωής της μετά το γάμο της. Ο ίδιος ο Προκόπιος, που τη συκοφάντησε τόσο, που της απέδωσε τόσες περιπέτειες στα νιάτα της, που διηγήθηκε, με την αφθονία των λεπτομερειών που γνωρίζουμε, τις δολιότητες, τις σκληρότητες, τις ατιμίες της ωριμότητάς της, δεν αποδίδει μετά το γάμο — όσο προσεκτικά κι αν διαβάσει κανείς το κείμενο — καμία ερωτική περιπέτεια σ' αυτή την τόσο βαθιά διεφθαρμένη γυναίκα. Δε νομίζω να δυσκολευτεί κανείς να παραδεχτεί ότι εάν η ηγεμονίδα του είχε δώσει το παραμικρό πρόσχημα, ο επιφυλλιδογράφος δεν θα είχε παραλείψει να διηγηθεί διά μακρών τις μοιχείες της. Δεν είπε τίποτα. Αυτό σημαίνει ότι πραγματικά δεν είχε τίποτα να πει. 

Δεν θέλω να βγάλω συμπεράσματα απ' αυτό για τις ηθικές ιδιότητες της Θεοδώρας. Εκτός από το γεγονός ότι δεν ήταν πια νέα όταν ανέβηκε στο θρόνο -- ήταν γύρω στα τριάντα: σ' αυτή την ηλικία, μια Ανατολίτισσα είναι σχεδόν γριά -- ήταν πολύ έξυπνη και φιλόδοξη για να ρισκάρει να καταστρέψει με ερωτικές ίντριγκες τη θέση που είχε κατακτήσει. Η υπέρτατη εξουσία άξιζε ορισμένες θυσίες για να την διατηρήσει και η αξιοπρεπής ζωή της oφειλόταν ίσως εξίσου στο πρακτικό μυαλό της Θεοδώρας όσο και στο αίσθημα της ηθικής της. Κυρίως όμως αυτή η γυναίκα με το ανώτερο πνεύμα, αυτή η μεγάλη φιλόδοξη που διψούσε για εξουσία, είχε στο μυαλό της άλλες έγνοιες από το κυνηγι χυδαίων ερώτων. Είχε μερικές από τις ιδιότητες που κάνουν νόμιμη την αναζήτηση της υπέρτατης εξουσίας, περήφανη ενεργητικότητα, σταθερότητα, ήρεμο θάρν ρος, που την έκανε να σταθεί στο ύψος των πιο δύσκολων περιστάσεων. Μ' αυτά τα προσόντα, στα είκοσι ένα χρόνια που βασίλεψε στο πλευρό του Ιουστινιανού, άσκησε βαθιά — και νόμιμη -επιρροή σ' ένα σύζυγο που τη λάτρευε. 

Υπάρχει ένα γεγονός που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ όταν μιλάμε για τη Θεοδώρα. Αυτό είναι ο ρόλος που έπαιξε εκείνη την τραγική ημέρα της 18ης Ιανουαρίου 532, όπου οι στασιαστές βρίσκονταν προ των πυλών του αυτοκρατορικού παλατιού, όπου ο Ιουστινιανός πανικόβλητος, έχοντας χάσει το μυαλό του, έβλεπε σαν μοναδική σωτηρία τη φυγή. Η Θεοδώρα παρευρισκόταν στο συμβούλιο. Μέσα στη γενική αποθάρρυνση, μόνο εκείνη διατηρούσε το θάρρος και την ηρεμία της. Δεν είχε μιλήσει ακόμη. Ξαφνικά, μέσα στη γενική σιωπή σηκώθηκε και, εξοργισμένη από τη γενική δειλία, υπενθύμισε το καθήκον του στον αυτοκράτορα και στους υπουργούς που εγκατέλειπαν τον αγώνα: 'Όταν δε θα μένει άλλη σωτηρία εκτός από τη φυγή”, δήλωσε, "δε θα ήθελα να φύγω. Όσοι φόρεσαν το στέμμα δεν πρέπει να επιζούν ποτέ μετά την απώλειά του. Δε θα δω ποτέ την ημέρα που θα πάψουν να με χαιρετούν σαν αυτοκράτειρα. Αν θέλεις να φύγεις, Καίσαρ, έχει καλώς: έχεις χρήματα, τα πλοία είναι έτοιμα, η θάλασσα είναι ανοιχτή. Εγώ θα μείνω. Μου αρέσει το παλιό ρητό ότι η πορφύρα είναι ωραίο σάβανο". Εκείνη την ημέρα όπου, κατά τα λεγόμενα ενός συγχρόνου, "η αυτοκρατορία φαινόταν να βρίσκεται στην παραμονή της πτώσης της", η Θεοδώρα έσωσε τον θρόνο του Ιουστινιανού και μέσα στον υπέρτατο αγώνα όπου παιζόταν ο θρόνος της και η ζωή της, υψώθηκε πραγματικά με τη φιλοδοξία της μέχρι τον ηρωισμό. Εκείνη την αποφασιστική ώρα, η Θεοδώρα είχε αποδείξει τα προσόντα της ως πολιτικός, με την ψυχραιμία και την ενεργητικότητά της. Και μ' αυτά είχε κερδίσει πραγματικά με την αξία της τη θέση στο συμβούλιο της αυτοκρατορίας που μέχρι τότε όφειλε ίσως αποκλειστικά στην αδυναμία του αυτοκράτορα. Τη διατήρησε έκτοτε και ο Ιουστινιανός δεν της την αμφισβήτησε ποτέ. Ερωτευμένος με πάθος, μέχρι την τελευταία στιγμή με τη γυναίκα που είχε λατρέψει νέος, υποδουλωμένος από την ανώτερη ευφυΐα της, από την αποφασιστική και δυνατή θέλησή της, δεν της αρνήθηκε τίποτε, ούτε τις τιμές, ούτε τις πραγματι κότητες της υπέρτατης εξουσίας.

Πάνω στους τοίχους των εκκλησιών της εποχής, πάνω από την πόρτα των πύργων, διαβάζουμε ακόμη και σήμερα, μαζί με το όνομα του αυτοκράτορα, το όνομα της Θεοδώρας. Στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας η εικόνα της αποτελεί προσάρτημα της εικόνας του αυτοκρατορικού συζύγου της, και στα μωσαϊκά που διακοσμούσαν τα διαμερίσματα του Ιερού Παλατιού, η θέληση του Ιουστινιανού είχε συνδέσει τη Θεοδώρα με τους στρατιωτικούς θριάμβους και τις πιο λαμπρές δόξες του βασιλείου. Η ευγνωμοσύνη των λαών της έστησε αγάλματα, όπως και στον Ιουστινιανό. Οι ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί έδιναν όρκο πίστης, όπως και στον Ιουστινιανό, σ' εκείνη που όλη της ζωή ήταν ίση με τον αυτοκράτορα. Στις σοβαρότερες υποθέσεις, ο Ιουστινιανός συμβουλευόταν τη "σεβαστή σύζυγο που του είχε δώσει ο θεός”, εκείνη που του άρεσε να αποκαλεί την πιο γλυκιά γοητεία του” και οι σύγχρονοι συμφωνούν ότι χρησιμοποίησε αδίστακτα την απεριόριστη επιρροή που την άφησε να αποκτήσει ο ηγεμόνας, ότι άσκησε την εξουσία όσο και ο ίδιος και ίσως και περισσότερο. 

Στα είκοσι ένα χρόνια της βασιλείας της έβαλε το Χέρι της παντού, στη διοίκηση που γέμισε με τους προστατευόμενούς της, στη διπλωματία, στην πολιτική, στην Εκκλησία, ρυθμίζοντας τα πάντα κατά βούληση, διορίζοντας και παύοντας πάπες και πατριάρχες, υπουργούς και στρατηγούς, εξίσου πρόθυμη να σπρώξει την τύχη των ευνοουμένων της και να καταστρέψει την πίστη και τη δύναμη των αντιπάλων της, μη φοβούμενη, όταν το έκρινε απαραίτητο, να αντιταχθεί ανοιχτά στη θέληση του ηγεμόνα και να αντικαταστήσει τις διαταγές του Ιουστινιανού με τις δικές της. Σε όλες τις μεγάλες υποθέσεις ήταν ενεργός συνεργάτιδα του συζύγου της και αν και η επιρροή της ήταν μερικές φορές κακή, αν και η λαιμαργία της, η βιαιότητά της, η αλαζονεία της, αυξάνοντας την αλαζονεία και τη λαιμαργία του αυτοκράτορα, ενέπνευσαν λυπηρά μέτρα, πρέπει να αναγνωρίσουμε επίσης ότι συχνά είχε σωστή αντίληψη για τα συμφέροντα του Κράτους και ότι η πολιτική που ονειρευόταν, αν ο χρόνος της είχε επιτρέψει να ολοκληρώσει το έργο της, θα είχε ίσως αλλάξει την ίδια την πορεία της ιστορίας κάνοντας τη βυζαντινή αυτοκρατορία πιο στερεή και πιο ισχυρή. 

Ενώ ο Ιουστινιανός, γοητευμένος από το μεγαλείο των ρωμαϊκών αναμνήσεων, επιδιδόταν σε μεγαλεπήβολες και αόριστες σκέψεις, ενώ ονειρευόταν να παλινορθώσει την αυτοκρατορία των Καισάρων και να εξασφαλίσει τη βασιλεία της ορθοδοξίας με την ένωση με τη Ρώμη, η Θεοδώρα, πιο έξυπνη και διορατική, έστρεφε το βλέμμα της προς την Ανατολή. Έτρεφε ανέκαθεν μεγάλη συμπάθεια για τους μοναχούς της Συρίας και της Αιγύπτου, όπως ο Ζωοράς, ο Ιάκωβος Βαραδαίος και πολλοί άλλοι, που τους δεχόταν στο παλάτι και τους ζητούσε να προσεύχονται γι' αυτήν παρά τα άκομψα ράσα τους και την τραχιά ειλικρίνειά τους. Σαν καλή Βυζαντινή, ήταν ειλικρινά ευσεβής Είχε όμως πολλή εξυπνάδα και αίσθηση της πολιτικής για να καταλαβαίνει ποια ήταν η σημασία των θρησκευτικών ζητημάτων σε ένα χριστιανικό κράτος και ποιους κινδύνους συνεπαγόταν η παραμέλησή τους. Αισθανόταν λοιπόν ότι οι πλούσιες και ανθηρές επαρχίες της Ασίας, της Συρίας, της Αιγύπτου, αποτελούσαν πραγματικά τις ζωντανές δυνάμεις της μοναρχίας. Αισθανόταν τον κίνδυνο που δημιουργούσαν για την αυτοκρατορία οι θρησκευτικές αιρέσεις με τις οποίες, σ' αυτές τις περιοχές, οι εθνότητες της ανατολής εκδήλωναν τις χωριστικές τάσεις ένιωθε την ανάγκη να γαληνέψει με κατάλληλες παραχωρήσεις και μεγάλη ανοχή τις απειλητικές δυσαρέσκειες και όταν προσπαθούσε να κατευθύνει προς αυτό το στόχο την αυτοκρατορική πολιτική μπορούμε να βεβαιώσουμε χωρίς να παραδοξολογούμε ότι έβλεπε πιο καθαρά από τον αυτοκρατορικό σύντροφό της και προαισθανόταν πιο καθαρά το μέλλον. 

Ενώ ο Ιουστινιανός, θεολόγος στην ψυχή, ασχολούταν με τα θρησκευτικά ζητήματα από αγάπη για τη συζήτηση και για τη στείρα απόλαυση του δογματισμού, η Θεοδώρα ανήκε στην οικογένεια των μεγάλων βυζαντινών αυτοκρατόρων που διέκριναν κάτω από την παροδική και μεταβαλλόμενη μορφή των θεολογικών ερίδων το μόνιμο υπόβαθρο πολιτικών προβλημάτων. Γι' αυτό, στο όνομα των συμφερόντων του Κράτους, ακολούθησε αποφασιστικά το δρόμο της προστατεύοας ανοιχτά τους αιρετικούς, αψηφώντας την παποσύνη, συμπαρασύροντας τον αναποφάσιστο Ιουστινιανό και ορμώντας στη μάχη χωρίς να θέλει ποτέ να ομολογήσει ότι ηττήθηκε. Η αιρετική Αίγυπτος όφειλε πολλά χρόνια ανοχής στην προστασία της. Η αιρετική Συρία όφειλε στην προστασία της την αποκατάσταση της διωκόμενης εθνικής εκκλησίας της. Χάρη στην προστασία της, οι διαφωνούντες μπόρεσαν να ξαναρχίσουν ελεύθερα την προπαγάνδα τους και αργότερα να αψηφήσουν τους αφορισμούς των συνόδων και τις τιμωρίες της λαϊκής εξουσίας Τέλος, οι μονοφυσιτικές ιεραποστολές όφειλαν στην ενθάρρυνση και τη βοήθειά της τις επιτυχίες τους στην Αραβία, τη Νουβία, την Αβησσυνία. Μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής της αγωνίστηκε για τις πεποιθήσεις της, επίμονα, σαν πολιτικός, αλλά και με πάθος, σαν αληθινή γυναίκα, "απαλή” ή βίαιη ανάλογα με τις περιστάσεις, αρκετά τολμηρή ώστε να διατάξει τη σύλληψη και την εκθρόνιση ενός πάπα, αρκετά έξυπνη για να υποτάξει έναν άλλο στις θελήσεις της, αρκετά θαρραλέα για να προστατεύει τους διωκόμενους φίλους της και να τους δίνει τα μέσα να αναμορφώσουν την εκκλησία τους, αρκετά επιδέξια για να επιβάλει συχνά την πολιτική της στον αυτοκράτορα. 

Η Εκκλησία δε συγχώρησε στη Θεοδώρα ούτε τη βίαιη εκθρόνιση του πάπα Σιλβέρου, ούτε την επίμονη πίστη της στον μονοφυσιτισμό, ούτε τη βιαιότητά της στην ικανοποίηση των μνησικακιών της κατά των ανθρώπων της εκκλησίας, την οποία δοκίμασε κυρίως ο Βιγίλιος. Από αιώνα σε αιώνα, οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί σκέπασαν το όνομά της με κατάρες και προσβολές. Η Θεοδώρα αξίζει να κριθεί με λιγότερο πάθος και πιο δίκαια. Ασφαλώς χρησιμοποίησε για να εξυπηρετήσει τα σχέδιά της πολλή παθιασμένη θέρμη, πολλή σκληρότητα, πολλές επίμονες μνησικακίες, ακόμη και πολλή ψυχρή σκληρότητα. Είχε όμως και ξεχωριστές αρετές, ένα πολύ ζωντανό αίσθημα των αναγκών της διακυβέρνησης, μια ξεκάθαρη αντίληψη της πραγματικότητας και η πολιτική που ονειρεύτηκε τιμά τη δικαιοσύνη του πνεύματός της και φαίνεται, σε τελευταία ανάλυση, αρκετά αντάξια ενός αυτοκράτορα. 

Όμως - και εδώ έγκειται το μεγάλο ενδιαφέρον αυτής της μορφής - κάτω από τις πολιτικές αρετές της η Θεοδώρα παρέμενε γυναίκα.Ήταν γυναίκα στην αγάπη της για την πολυτέλεια και την κομψότητα, κι ακόμη περισσότερο στην ένταση των παθών της και στη φλόγα του μίσους της. Όταν διακυβευόταν το συμφέρον της δεν γνώριζε ούτε δισταγμούς ούτε ηθικούς φραγμούς. Απομάκρυνε από το δρόμο της χωρίς έλεος όλους εκείνους των οποίων η επιρροή θα μπορούσε να αντισταθμίσει τη δική της. Τσάκιζε χωρίς οίκτο όλους εκείνους των οποίων η φιλοδοξία ήταν να κλονίσουν την εξουσία της ή να καταστρέψουν την πίστη της. Για να εκδικηθεί για τις προσβολές, για να διατηρήσει την εξουσία της, όλα τα μέσα ήταν καλά, η δύναμη και η απιστία, το ψέμα και η διαφθορά, η δολοπλοκία και η βία. Και αν μερικές φορές ένιωσε να ξεφεύγει από την κυριαρχία της η αναποφάσιστη ψυχή του Ιουστινιανού αν, μπροστά στις περιστάσεις ή μπροστά σε πιο ισχυρές επιρροές έδειξε να υποχωρεί για μια στιγμή, πάντοτε το τολμηρό και έξυπνο πνεύμα της ήξερε να ετοιμάζει φοβερές εκδικήσεις για το μέλλον: φιλόδοξη και πονηρή, ήθελε πάντα να έχει την τελευταία λέξη σε όλα και το κατάφερε. 

Οι αργόσχολοι της Κωνσταντινουπόλεως διηγούνταν για το άτομό της σκοτεινές ιστορίες για μυστικές εκτελέσεις, υπόγειους κρυψώνες, σιωπηλές και φοβερές φυλακές όπου η Θεοδώρα φυλάκιζε και βασάνιζε τα θύματά της. Δεν πρέπει να παίρνουμε κατά γράμμα αυτά τα ανέκδοτα. Μερικά από τα πιο διάσημα θύματα της αυτοκράτειρας τα πήγαν γενικά πολύ καλά και έκαναν αρκετά καλή σταδιοδρομία παρά τις παροδικές δυσμένειες. Εξάλλου είναι γεγονός ότι οι πιο επικίνδυνοι αντίπαλοί της πλήρωσαν όχι με θάνατο, αλλά με εξορία, την αντίσταση που τόλμησαν να της προβάλουν. 

Όμως, χωρίς να μεγαλώνουμε υπερβολικά τον κατάλογο των σκληρών πράξεών της, δεν θα πρέπει να κάνουμε τη Θεοδώρα να φαίνεται υπερβολικά επιεικής και καλή. Όταν μισούσε, ήταν γυναίκα που δεν υποχωρούσε μπροστά σε τίποτα, ούτε μπροστά στο σκάνδαλο μιας άδικης δυσμένειας, ούτε και μπροστά στο θόρυβο μιας δολοφονίας. Η περιπέτεια του Γερμανού, του ανιψιού του αυτοκράτορα, του γραμματέα Πρίσκου, του Φωτίου, του γαμπρού του Βελισαρίου, θα ήταν αρκετές για να δείξουν τη δύναμη του μίσους της. Η πτώση του έπαρχου Ιωάννη της Καππαδοκίας, του επίφοβου και τολμηρού υπουργού που κλόνισε για μια στιγμή την πίστη της και την έκανε να φοβηθεί για την παντοδυναμία της, μαρτυρεί ακόμη καλύτερα την αδίστακτη ενεργητικότητα της φιλόδοξης ψυχής της και τις απίστευτες επινοήσεις της μεγαλοφυΐας της. Επίσης, και μ' ένα παρόμοιο μίγμα εξυπνάδας και βιαιότητας, έκανε τον μεγάλο στρατηγό Βελισάριο να μετανιώσει για τις σπάνιες εξάρσεις της ανεξαρτησίας του και με την επίδραση που άσκησε στην Αντωνίνα, τη γυναίκα του πατρικίου, μπόρεσε να τον κάνει πολύ ταπεινό και υπάκουο υπηρέτη της. Και εδώ και πάλι πρέπει να θαυμάσουμε, εκτός από τη μεγαλοφυΐα της στην εξύφανση μιας δολοπλοκίας, την αδιαφορία της αυτοκράτειρας για τα μέσα και τα όργανα που εξυπηρετούσαν τα σχέδιά της. Η Αντωνίνα, μετά από μια ταραχώδη νεότητα, απατούσε ένα σύζυγο που τη λάτρευε. Ήταν όμως έξυπνη, τολμηρή, δολοπλόκα, ικανή, όπως λέει ο Προκόπιος που τη γνώρισε καλά, να πετύχει ακόμη και το αδύνατο. Η Θεοδώρα κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι αν προστάτευε τους έρωτες αυτής της γυναίκας θα την έκανε αφοσιωμένη υπηρέτρια της πολιτικής της και την καλύτερη εγγύηση της πίστης του Βελισάριου. Η Αντωνίνα έβαλε την καπατσοσύνη της στην υπηρεσία της βασίλισσας και στην εκθρόνιση του πάπα Σιλβέρου όπως και στη δυσμένεια του Ιωάννη της Καππαδοκίας έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο και έδωοε ένα δείγμα των ικανοτήτων της. Σε αντάλλαγμα, η Θεοδώρα κάλυψε όλες τις απρονοησίες της, όλες τις απιστίες της και πολλές φορές επέβαλε στον αδύνομο Βελισάριο τη συμφιλίωση και τη συγνώμη. Έτσι έχοντας αποκτήσει επιδέξια πλήρη επιρροή πάνω στην ευνοούμενή της, η αυτοκράτειρα κρατούσε μέσω αυτής τον στρατηγό. 

Από την εύνοια που έδειξε στην Αντωνίνα μπορούμε να συμπεράνουμε, όπως βεβαιώνει η Μυστική ιστορία, ότι η ηγεμονίδα έδειχνε μεγάλη ανεκτικότητα για τις αδυναμίες των γυναικών και ότι κάλυπτε πολλά σφάλματα με τον αυτοκρατορικό μανδύα της Τα γεγονότα μας δίνουν μάλλον την αντίθετη εντύπωση. Ίσως, λόγω της αυταρχικότητάς της και της συνήθειάς της να υποτάσσει τα πάντα στους σκοπούς της πολιτικής της, η Θεοδώρα να ανακατεύτηκε μερικές φορές λίγο αδιάκριτα σε οικογενειακές και συζυγικές υποθέσεις που δεν την αφορούσαν καθόλου και να κανόνιζε γάμους με τον ίδιο δεσποτισμό με τον οποίο κυβερνούσε το Κράτος. Όμως, στους νόμους που ενέπνευσε σχετικά με το διαζύγιο και τη μοιχεία και στις πράξεις της, έδειχνε σταθερά μία φροντίδα για την παγίωση του θεσμού του γάμου, "αυτού του ιερότατου από όλα τα πράγματα", όπως λέει ένας νόμος της εποχής, και για την εξασφάλιση του σεβασμού των νόμιμων και ιερών δεσμών του από όλους. Η αλήθεια είναι ότι, κατά τα λεγόμενα ενός ιστορικού, είχε "μια φυσική τάση να βοηθάει τις γυναίκες που είχαν ατυχίες” και αυτή η αλληλεγγύη εκδηλώνεται στα μέτρα που πήρε υπέρ των γυναικών που έπεφταν θύματα κακοποίησης ή κακοπαντρεύονταν και τα μέτρα που σύστησε σχετικά με τις ηθοποιούς και τις γυναίκες της απωλείας. Γνώριζε καλά τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της πρωτεύουσας και ήξερε πόσες δυστυχίες και ντροπές έκρυβαν μέσα τους. Από πολύ νωρίς χρησιμοποίησε την επιρροή της για να τις διορθώσει. Ήταν όμως και πολύ σεμνότυφη, αυστηρός φύλακας της δημόσιας ηθικής, και έταξε ως σκοπό της να εξαγνίσει και να ηθικοποιήσει την πρωτεύουσά της. 

Μήπως πρέπει να πιστέψουμε ότι σ' αυτά τα μέτρα υπεισερχόταν για τη Θεοδώρα μια ανάμνηση των προσωπικών εμπειριών της και κάποια μετάνοια για το παρελθόν της; Είναι πιθανό, για να μην πούμε βέβαιο και αυτό δεν βλάπτει καθόλου την ιδέα μας για τη Θεοδώρα. Υπάρχει μοναδική ευγένεια στο κείμενο ενός αυτοκρατορικού διατάγματος του οποίου ήταν χωρίς καμία αμφιβολία η εμπνεύστρια: "Συστήσαμε δικαστήρια για να τιμωρούμε τους ληστές και τους κλέφτες. Δεν θα πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να καταδιώξουμε τους ληστές της τιμής και τους κλέφτες της αγνότητας;" θα ήταν ασφαλώς παιδαριώδες να θελήσουμε να συγκαλύψουμε τα ελαττώματα και τις κακίες της Θεοδώρας. Αγαπούσε το χρήμα και την εξουσία. Εξασφάλισε το μέλλον των δικών της δίνοντας ίσως υπερβολική σημασία στους οικογενειακούς δεσμούς και για να κρατήσει το θρόνο όπου είχε ανέβει ήταν αδίστακτα επίορκη, βίαιη, σκληρή, ανελέητη στη μνησικακία της, άκαμπτη για όσους είχαν επισύρει το μίσος της. Ήταν μια μεγάλη φιλόδοξη που αναστάτωσε πολύ το παλάτι και τη μοναρχία με τις δολοπλοκίες της. Είχε όμως και τις αρετές της. Οι φίλοι της την ονόμαζαν "η πιστή αυτοκράτειρα". Της άξιζε αυτό το όνομα. Είχε και άλλες αρετές, όπως ανδρική σταθερότητα, περήφανη ενεργητικότητα, ευφυΐα πολιτικού. Η επιρροή της δεν ήταν πάντοτε καλή. Όμως άφησε βαθιά ίχνη στη διακυβέρνηση του Ιουστινιανού. Μετά το θάνατό της άρχισε μια παρακμή μέσα στην οποία τελείωσε θλιβερά μια βασιλεία που υπήρξε ένδοξη για πολύ καιρό. 

Όταν στις 29 Ιουνίου 548, η Θεοδώρα πέθανε από καρκίνο, μετά από μακροχρόνια αρρώστια, ο Ιουστινιανός έκλαψε πικρά για μια απώλεια που θεωρούσε δικαίως ανεπανόρθωτη. Όσο ζούσε, την είχε λατρέψει. Μετά το θάνατό της, φύλαξε ευλαβικά την ανάμνησή της. Θέλησε σ' ανάμνησή της, να κρατήσει στην υπηρεσία του όλους όσους την είχαν πλησιάσει και πολλά χρόνια αργότερα, όταν ήθελε να δώσει μια επίσημη υπόσχεση, συνήθιζε να ορκίζεται στο όνομα της Θεοδώρας, και όσοι ήθελαν να του γίνουν αρεστοί του θύμιζαν "την εξαίρετη, ωραία και σοφή ηγεμονίδα” που, αφού υπήρξε η πιστή του συνεργάτιδα σ' αιπό τον κόσμο, παρακαλούσε τώρα τον θεό για τον σύζυγό της. 

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπάρχει κάποια υπερβολή σ' αυτή την αποθέωση. Η χορεύτρια Θεοδώρα δεν είχε τις αρετές που οδηγούν κατευθείαν στον παράδεισο. Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, παρά την ευλάβειά της, είχε ελαττώματα που δεν την έκαναν άξια για το φωτοστέφανο των αγίων. Αλλά το γεγονός παραμένει ένα: αυτή η μεγάλη φιλόδοξη, που ήταν τόσο γυναίκα, είχε, ακόμη και πέρα από τον ίδιο το θάνατο, ασυγκριτη δύναμη γοητείας.

Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ , CHARLES DIEHL

Κυριακή, Μαρτίου 20, 2022

Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα (α' μέρος)

Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα
 με μια κυρία της αυλής σε
 χαρακτικό σαφέστατα
επηρεασμένο από το ψηφιδωτό
στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας
.

Η περιπέτεια της Θεοδώρας, αυτοκράτειρας του Βυζαντίου, που από τα παρασκήνια του Ιπποδρόμου ανέβηκε στο θρόνο των Καισάρων είχε το προνόμιο να κεντρίζει την περιέργεια και να ερεθίζει τη φαντασία.Όσο ζούσε, η μεγάλη τύχη της ξάφνιασε τόσο πολύ τους συγχρόνους της, ώστε οι αργόσχολοι της Κωνσταντινουπόλεως εφηύραν για να την εξηγήσουν τις πιο απίστευτες ιστορίες, όλα τα κουτσομπολιά που ο Προκόπιος, στη Μυστική Ιστορία, συγκέντρωσε με φροντίδα για τους μεταγενέστερους. Μετά το θάνατό της, ο θρύλος ασχολήθηκε ακόμη περισσότερο μαζί της: Ανατολικοί και Δυτικοί, Σύριοι, Βυζαντινοί και Σλάβοι ομόρφαιναν κατά βούληση το ρομαντικό πεπρωμένο της με ρομαντικές λεπτομέρειες. Και χάρη σ' αυτή τη φήμη, ακόμα και στις μέρες μας, μόνη ανάμεσα στις τόσες ηγεμονίδες που πέρασαν από το θρόνο του Βυζαντίου, η Θεοδώρα εξακολουθεί να είναι γνωστή και σχεδόν δημοφιλής. 

Ο πατέρας της Θεοδώρας ήταν αρκτοτρόφος στον ιππόδρομο. Η μητέρα της ήταν μια ελάχιστα αυστηρή γυναίκα, απ' αυτές που αφθονούσαν στον αρκετά μπερδεμένο κόσμο των παρασκηνίων και του ιπποδρόμου. Από αυτή την καλλιτεχνική οικογένεια γεννήθηκαν τρεις κόρες: η δεύτερη, η μελλοντική αυτοκράτειρα, ήρθε στον κόσμο γύρω στο έτος 500. 

Από πολύ νωρίς η Θεοδώρα ήρθε σε επαφή με τον λαό που θα γοήτευε αργότερα σαν ηθοποιός προτού τον κυβερνήσει ως ηγεμονίδα. Ο Ακάκιος είχε πεθάνει, αφήνοντας σε μεγάλη φτώχεια τη χήρα του και τις τρεις κόρες του. Για να διατηρήσει τη δουλειά ιου μακαρίτη που ήταν το μοναδικό έσοδο της οικογένειας, η μητέρα δεν βρήκε άλλο τρόπο μ' έναν άλλο άνδρα που, διαδεχόμενος τον φύλακα των άρκτων, θα φρόντιζε ταυτόχρονα το σπιτικό της και τα ζώα. Για να πετύχει όμως ο συνδυασμός χρειαζόταν η έγκριση του Αστερίου, του γενικού αρχηγού της φατρίας των πρασίνων και ο Αστέριος είχε πάρει χρήματα για να ευνοήσει έναν άλλο υποψήφιο. Για να ξεπεράσει τις αντιδράσεις του, η μητέρα της Θεοδώρας θέλησε να τραβήξει την προσοχή του κόσμου στην υπόθεσή της και μια ημέρα που το πλήθος ήταν συγκεντρωμένο στον ιππόδρομο, εμφανίστηκε στην αρένα, σπρώχνοντας μπροστά της τις τρεις κόρες της που φορούσαν στεφάνια από λουλούδια και άπλωναν ικετευτικά τα χέρια τους προς το πλήθος. Οι Πράσινοι γέλασαν μ' αυτή τη συγκινητική ικεσία. Ευτυχώς η άλλη φατρία του ιπποδρόμου, οι Βένετοι, πάντοτε έτοιμοι να κοντράρουν τους αντιπάλους τους, δικαίωσε το αίτημα που εκείνοι είχαν απορρίψει και έδωσε στην οικογένεια του Ακάκιου μια θέση παρόμοια με εκείνη που έχανε. Η Θεοδώρα δεν θα ξεχνούσε ποτέ την άδικη αδιαφορία με την οποία οι Πράσινοι είχαν αντιμετωπίσει τις ικεσίες της και από εκείνη τη στιγμή παρατηρούμε στο παιδί από το στοιχείο του χαρακτήρα που εμφανίζεται τόσο έντονα στη γυναίκα, τις μακρόχρονες μνησικακίες και την ακόρεστη δίψα για εκδίκηση. 

Έτσι η Θεοδώρα μεγάλωσε μέσα στον αρκετά ύποπτο κόσμο που σύχναζε στα παρασκήνια του Ιπποδρόμου και προετοιμάστηκε πολύ φυσικά για το μελλοντικό της πεπρωμένο. Η μεγαλύτερη από τις αδελφές της είχε πετύχει στο θέατρο: η Θεοδώρα την ακολούθησε. Από πολύ νωρίς συνόδευε τη μεγάλη αδελφή της στο σανίδι, παίζοντας δίπλα της ρόλους υπηρετριούλας. Τη συνόδευε κυρίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις και γνώρισε στην ελευθεριότητα των προθαλάμων, πολλές βρώμικες επαφές και αδιάκριτες οικειότητες. Μετά ανέβηκε με τη σειρά της στη σκηνή. Δεν θέλησε όμως, όμως τόσες άλλες, να γίνει παίκτρια φλάουτου, τραγουδίστρια ή χορεύτρια. Προτίμησε να εμφανίζεται στις ζωντανές εικόνες, όπου μπορούσε να δείχνει χωρίς πέπλα μια ομορφιά για την οποία ήταν πολύ περήφανη και οιις παντομίμες όπου η κωμικά φλέβα της έβρισκε την ευκαιρία να εκδηλωθεί ελεύθερα. 

Ήταν πραγματικά όμορφη, μάλλον κοντή αλλά με πολύ μεγάλη χάρη. Και το χαριτωμένο πρόσωπό της, λίγο χλωμό, φωτιζόταν από μεγάλα μάτια γεμάτα έκφραση, ζωντάνια και φλόγα. Από αυτή την παντοδύναμη γοητεία απομένουν ελάχιστα πράγματα στην επίσημη προσωπογραφία της που βλέπουμε στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας. Κάτω από τον βαρύ αυτοκρατορικό μανδύα, το ανάστημά της φαίνεται πιο στητό και ψηλότερο. Κάτω από το διάδημα που κρύβει το μέτωπο, το μικροκαμωμένο, λεπτό πρόσωπο με το λίγο αδύνατο οβάλ του, και τη μεγάλη ίσια και λεπτή μύτη, έχει μια επίσημη, σχεδόν μελαγχολική σοβαρότητα. Μόνο ένα χαρακτηριστικό διατηρείται σ' αυτή τη μαραμένη μορφή: αυτό είναι, κάτω από τη σκούρα γραμμή των ομιχτών φρυδιών, τα όμορφα μάτια για τα οποία μιλούσε ο Προκόπιος, που φωτίζουν ακόμη και μοιάζουν να τρώνε το πρόσωπο.

Όμως η Θεοδώρα είχε υπέρ αυτής και κάτι άλλο εκτός από την ομορφιά της. Ήταν έξυπνη, πνευματώδης, διασκεδαστική. Είχε κωμικό ταλέντο, που το ασκούσε ευχαρίστως εις βάρος των ηθοποιών που έπαιζαν μαζί της, ευχάριστο και αστείο πνεύμα με το οποίο τραβούσε ακαταμάχητα τους πιο ανόητους από τους θαυμαστές της. Δεν ήταν πάντα καλή και η σκωπτική διάθεσή της δεν υποχωρούσε μπροστά σε μια σκληρή λέξη, αν επρόκειτο να κάνει τους άλλους να γελάσουν. Όταν όμως ήθελε να αρέσει ήξερε να αναπτύσσει μια ακαταμάχητη δύναμη γοητείας. Εκτός αυτού ήταν εφευρετική, τολμηρή, αναιδής, δεν περίμενε να έρθουν οι εκδηλώσεις θαυμασμού μόνες τους αλλά τις προκαλούσε ή τις ενθάρρυνε με χαρούμενη τόλμη. Και επειδή είχε ελάχιστη αίσθηση της ηθικής - δεν βλέπουμε από πού θα μπορούσε να τη μάθει — και είχε μια σπάνια και ακατάβλητη ιδιοσυγκρασία ερωμένης, για όλους αυτούς τους λόγους πέτυχε αμέσως και σε άλλους τομείς εκτός από το θέατρο. Σ' ένα επάγγελμα που δεν υπονοεί αναγκαστικά την αρετή, διασκέδασε, γοήτευσε και σκανδάλισε την Κωνσταντινούπολη. Στη σκηνή ρισκάριζε τις πιο τολμηρές επιδείξεις, τα πιο άσεμνα εφέ. Στην πόλη, έγινε πολύ γρήγορα διάσημη για τις τρέλες των δείπνων της, για την τόλμη του λόγου της και για το πλήθος των εραστών της. Κυρίως όμως αυτά τα παιχνίδια την έκαναν πολύ γρήγορα να αποκτήσει τόσο κακή φήμη ώστε οι έντιμοι άνθρωποι που τη συναντούσαν στο δρόμο ν' απομακρύνονται από κοντά της από φόβο μήπως λερωθούν απ' αυτή τη βρώμικη επαφή, και μόνο το γεγονός ότι τη συναντούσαν θεωρούταν κακός οιωνός Και δεν είχε κλείσει ακόμα τα είκοσι. 

Εκείνη τη στιγμή εξαφανίστηκε ξαφνικά. Είχε εραστή ένα Σύριο ονόματι Εκήβολο, που διορίστηκε κυβερνήτης της Πενταπόλεως στην Αφρική. Η Θεοδώρα αποφάσισε να τον ακολουθήσει στη μακρινή επαρχία του. Δυστυχώς το ρομάντζο δεν κράτησε πολύ: ξαφνικά, άγνωστο γιατί, ο Εκήβολος έδιωξε τη Θεοδώρα και η δυστυχισμένη γυναίκα, χωρίς χρήματα, μη έχοντας ούτε τα απαραίτητα, αναγκάστηκε όπως λέγεται να σέρνει για ένα διάστημα τη δυστυχία της σε ολόκληρη την Ανατολή. Τότε έμεινε αρκετό καιρό στην Αλεξάνδρεια και η παραμονή αυτή σημάδεψε τη ζωή της. Η αιγυπτιακή πρωτεύουσα δεν ήταν μόνο μια μεγάλη εμπορική πόλη, μια κομψή και πλούσια, εύκολη και διεφθαρμένη πόλη, η αγαπημένη πόλη των διάσημων εταίρων. Από τον 4ο αιώνα ήταν επίσης μία από τις πρωτεύουσες του χριστιανισμού. Πουθενά οι θρησκευτικοί αγώνες δεν ήταν πιο έντονοι, οι θεολογικές έριδες πιο λεπτές και πιο φλογερές, ο φανατισμός σε μεγαλύτερη έξαρση. Επίσης, σε κανένα άλλο μέρος η ανάμνηση των μεγάλων θεμελιωτών του μοναστικού βίου δεν είχε δημιουργήσει μεγαλύτερη άνθηση μοναστηριών, μυστικιστών και ασκητών. Τα προάστια της Αλεξάνδρειας ήταν γεμάτα μοναστήρια και η έρημος της Λιβύης ήταν τόσο γεμάτη από ερημίτες ώστε άξιζε να ονομαστεί "η έρημος των αγίων” 

Μέσα στη θλίψη της η Θεοδώρα δεν έμεινε καθόλου αναίσθητη στην επίδραση του περιβάλλοντος όπου την είχαν ρίξει τα γεγονότα. Πλησίασε τους αγίους ανθρώπους, τον πατριάρχη Τιμόθεο, τον Σεβήρο της Αντιοχείας, του οποίου το κήρυγμα απευθυνόταν και στις γυναίκες και μπορούμε να αναρωτηθούμε, χωρίς αυτό να φαίνεται εντελώς απίθανο, μήπως χάρη σ' αυτούς η μετανοούσα εταίρα μπήκε, τουλάχιστον για λίγο σε μια πιο χριστιανική και πιο αγνή ζωή. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη ήταν πιο φρόνιμη, ώριμη, κουρασμένη από τις περιπλανήσεις και τις τρελές περιπέτειες. Προσπαθεί, είτε ειλικρινά ή όχι, να ζήσει μια αποτραβηγμένη και αγνή ζωή. Μια παράδοση αναφέρει ότι κατοικούσε, σεμνή και διακριτική σ' ένα ταπεινό σπιτάκι, μένοντας στο σπίτι και γνέθοντας μαλλί όπως οι ματρόνες της παλιάς καλής ρωμαϊκής εποχής. Εκεί συνάντησε τον Ιουστινιανό. 

Πώς κατάφερε να γοητεύσει και να κρατήσει αυτόν τον άνδρα που δεν ήταν πια νέος — κόντευε τα σαράντα - αυτόν τον πολιτικό που είχε μια κατάσταση να διευθύνει κι ένα μέλλον που δεν έπρεπε να καταστρέψει; Δεν το ξέρουμε. Ο Προκόπιος μιλάει για μαγεία και φίλτρα. Αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα και αγνοεί τη λεπτή εξυπνάδα, την άνετη χάρη, το χιούμορ της με το οποίο η Θεοδώρα είχε σαγηνεύσει τόσους θαυμαστές και κυρίως το διαυγές και σταθερό πνεύμα της με το οποίο επρόκειτο να επηρεάσει πολύ την αναποφάσιστη και αδύναμη ψυχή του εραστή της. Το γεγονός είναι ότι ο ηγεμόνας έγινε σκλάβος της. Απελπιστικά ερωτευμένος, δεν αρνιόταν να ικανοποιήσει καμία από τις απαιτήσεις της ερωμένης του. Εκείνη αγαπούσε το χρήμα. Τη γέμισε πλούτη. Της άρεσαν οι τιμές. Κατάφερε να της εξασφαλίσει το ανώτατο αξίωμα της πατρικίας χάρη στην αδυναμία του αυτοκράτορα θείου του. Εκείνη ήταν φιλόδοξη, διψούσε για επιρροή. Εκείνος υποτάχτηκε στις συμβουλές της, έγινε ο υπάκουος υπηρέτης των συμπαθειών και των μνησικακιών της. Σε λίγο έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε να θέλει να την παντρευτεί με κάθε θυσία. Ο καλός αυτοκράτορας Ιουστίνος που ενδιαφερόταν ελάχιστα για τους τίτλους ευγενείας δεν φαίνεται να δυσκολεύτηκε να δώσει τη συγκατάθεσή του στον αγαπημένο του συγγενή. Η αντίθεση στα σχέδια του Ιουστινιανού προήλθε από αλλού, και μάλιστα από εκεί που θα την περίμενε κανείς λιγότερο. Με τη λογική της χωρικής η αυτοκράτειρα Ευφημία σοκαρίστηκε βλέποντας μια Θεοδώρα προορισμένη για διάδοχό της και παρά την αγάπη της για τον ανιψιό της, παρά τη συνηθισμένη υποχώρησή της στη θέλησή του, δεν ήθελε ν' ακούσει τίποτε γι' αυτό το θέμα. Ευτυχώς, η Ευφημία πέθανε το 523. Μετά το θάνατό της όλα κανονίστηκαν χωρίς δυσκολία. Ο νόμος απαγόρευε στους συγκλητικούς και τους ανώτερους αξιωματούχους να παντρεύονται δούλες, κοπέλες από οίκους ανοχής, ηθοποιούς ή εταίρες. Για να ευχαριστήσει τον Ιουστινιανό, ο Ιουστίνος κατάργησε το νόμο. Κι έκανε και κάτι ακόμη. Όταν τον Απρίλιο του 527 σύνδεσε επίσημα τον ανιψιό του με την αυτοκρατορία, η Θεοδώρα μοιράστηκε την άνοδο και το θρίαμβο του συζύγου της. Μαζί του, το Πάσχα, μέσα στην Αγία Σοφία που έλαμπε στο φως των κεριών, στέφτηκε επίσημα. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη συνήθεια των ηγεμονίδων του Βυζαντίου, ήρθε να δεχθεί τις επευφημίες του λαού στον ίδιο Ιππόδρομο απ' όπου είχε ξεκινήσει τη σταδιοδρομία της. Το όνειρό της είχε πραγματοποιηθεί. 

Αυτή είναι η ιστορία της νιότης της Θ3εοδώρας, όπως τουλάχιστον την αφηγείται ο Προκόπιος. Και στα διακόσια πενήντα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την ανακάλυψη της Μυστικής Ιστορίας, αυτή η αρκετά σκανδαλώδης αφήγηση έγινε δεκτή με σχεδόν γενική εμπιστοσύνη. Σημαίνει όμως αυτό ότι πρέπει να τη δεχθούμε πλήρως; Ένα φυλλάδιο δεν είναι ιστορία, και έχουμε το δικαίωμα ν' αναρωτηθούμε πόση αλήθεια υπάρχει σ' αυτές τις εκπληκτικές περιπέτειες. 

"Κανείς δεν μπορεί να επινοήσει τόσο απίστευτα πράγματα", έλεγε κάποτε ο Γίβων. "Επομένως πρέπει να είναι αληθινά". Τα τελευταία χρόνια, αντίθετα, μερικά καλά πνεύματα αμφισβήτησαν επανειλημμένως την αυθεντία του μοναδικού αυτού μάρτυρα, του Προκόπιου, και μίλησαν με μεγάλη σοβαρότητα για το "θρύλο της Θεοδώρας". Χωρίς να θέλουμε να μπούμε ξανά σ' αυτή τη συζήτηση, και χωρίς να παραγνωρίζουμε την αξία μερικών από τις παρατηρήσεις που έχουν γίνει, θα θεωρούσα ασύνετο να θελήσει κανείς να λευκάνει υπερβολικά αυτή που "μαύρισε” τόσο εξοργιστικά η Μυστική Ιστορία. Είναι κρίμα που ο Ιωάννης, επίσκοπος Εφέσου, που πλησίασε και γνώρισε καλά τη Θεοδώρα παρέλειψε, από σεβασμό για τους μεγάλους της γης, να μας παραθέσει εκτενώς τις ύβρεις που απηύθυναν πολλές φορές στην αυτοκράτειρα οι ευσεβείς μοναχοί, άνθρωποι με ωμή ειλικρίνεια. Είναι τουλάχιστον βέβαιο ότι, μεταξύ των συγχρόνων της, και άλλοι εκτός από τον Προκόπιο έβρισκαν αφορμή για να κουτσομπολέψουν σε βάρος της και ότι οι άνθρωποι του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος, ο γραμματέας Πρίσκος, ο έπαρχος Ιωάννης ο Καππαδόκης ήξεραν ότι είχε ορισμένα αδύνατα σημεία στα οποία μπορούσαν να τη χτυπήσουν. Δεν ξέρω αν απέκτησε στα νεανικά της χρόνια το γιο που της αποδίδει ο Προκόπιος, του οποίου η γέννηση ήταν φοβερό ατύχημα γι' αυτήν, όπως φαίνεται. Πάντως ήταν βέβαιο ότι είχε μία κόρη, και ότι αυτή αναμφισβήτητα δεν ήταν του Ιουστινιανού, χωρίς εξάλλου αυτή η ανάμνηση ενός λίγο σκοτεινού παρελθόντος να ενοχλούσε την αυτοκράτειρα ή τον αυτοκράτορα, αν κρίνουμε από την τύχη που είχε στην αυλή ο γιος αυτής της κόρης. Τέλος, ορισμένα χαρακτηριστικά της ψυχολογίας της Θεοδώρας, η αλληλεγγύη που έδειχνε στις φτωχές κοπέλες που, στην πρωτεύουσά της, έπαιρναν τον κακό δρόμο συχνότερα από ανάγκη παρά από βίτσιο, τα μέτρα που πήρε για να σώσει αυτές τις δυστυχισμένες και να τις ελευθερώσει, όπως λέει ένας συγγραφέας της εποχής, "από τα δεσμά της επονείδιστης σκλαβιάς τους", η λίγο περιφρονητική σκληρότητα που έδειχνε πάντα για τους άντρες, ταιριάζουν με όσα αναφέρονται για τη νεότητά της. Και αν τα δεχθούμε όλα αυτά, που είναι αναμφισβήτητα, δεν θα πρέπει να μην απορρίψουμε στο σύνολό τους όσα μας αφηγήθηκε ο Προκόπιος, 

Αλλά θα πρέπει να πιστέψουμε γι' αυτό ότι οι περιπέτειες της Θεοδώρας ήταν τόσο ηχηρά σκανδαλώδεις όσο υποστηρίζει ο Προκόπιος, ότι ήταν πραγματικά, όπως μας την παρουσιάζει, η μεγάλη εταίρα, πραγματικός άγγελος του κακού που χάρη στη θέληση του διαβόλου περιέφερε την ανηθικότητά της στον κόσμο; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Προκόπιος συνηθίζει να δίνει στους ανθρώπους που παρουσιάζει ένα σχεδόν επικό μέγεθος διαστροφής και μόλο που είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε πόσο χαμηλά έπεσε η Θεοδώρα, εγώ έβλεπα μάλλον σ' αυτήν την ηρωίδα μιας πιο κοινότοπης ιστορίας: μια χορεύτρια που, αφού είχε φερθεί όπως φέρονταν πάντοτε οι όμοιές της, κουράστηκε μια μέρα από τους εφήμερους έρωτες και έχοντας βρει το σοβαρό άντρα που θα της εξασφάλιζε μια μόνιμη κατάσταση, "βολεύτηκε” στο γάμο και στην πίστη. Μια τυχοδιώκτρια, αν θέλετε, αλλά έξυπνη, διακριτική, αρκετά επιδέξια για να σώζει τα προσχήματα και που κατάφερε να παντρευτεί, ακόμη και μ' ένα μελλοντικό αυτοκράτορα, χωρίς να δημιουργήσει ένα τρανταχτό σκάνδαλο. Ξέρω ότι αυτή η Θεοδώρα ονομάζεται στον Λουδοβίκο Halèνy, Καρδινάλιος Βιργινία. Αλλά δεν είναι αυτή που μας ενδιαφέρει περισσότερο. Υπάρχει μια άλλη, που τη γνωρίζουμε λιγότερο και που είναι ενδιαφέρουσα και παράξενη από εντελώς διαφορετική άποψη: μια μεγάλη αυτοκράτειρα, που κράτησε στο πλευρό του Ιουστινιανού σημαντική θέση και που έπαιξε συχνά αποφασισηκό ρόλο στην κυβέρνηση, μια γυναίκα με ανώτερο πνεύμα, σπάνια ευφυΐα, ενεργητική θέληση, ένα πλάσμα δεσποτικό και αλαζονικό, βίαιο και παθιασμένο, περίπλοκο και συχνά ανησυχητικό, αλλά πάντοτε άπειρα γοητευτικό.

Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ , CHARLES DIEHL


Η συνέχεια ΕΔΩ

Διόνυσος

Σε όσους μάθαιναν την καλλιέργεια
των αμπελιών, o Διόνυσος πρόσφερε
τη λήθη των δεινών και την ευθυμία.
Στη φωτογραφία, παράσταση από
 ερυθρόμορφη κύλικα του 5ου αι π.Χ.,
όπου ο Διόνυσος παίζει τη βάρβιτο
 βρισκόμενος σε ιερή έκσταση. (Εθνική
 Βιβλιοθήκη. Παρίσι).
Θεός των αμπελιών και του κρασιού, των γονιμοποιών δυνάμεων και της οργιαστικής φύσης. Γιος του Διός και της Σεμέλης, μίας από τις κορες του βασιλιά των Θηβών Κάδμου. Η Ήρα, που ζήλευε την αντίζηλό της αυτή, πήρε τη μορφή της τροφού της και την παρακίνησε να ζητήσει από τον Δία να της εμφανισθεί με όλη του την ουράνια μεγαλοπρέπεια. Οταν όμως άρχισαν να πέφτουν γύρω της οι κεραυνοί του βασιλιά των θεών, γέννησε πρόωρα από το φόβο της και πέθανε κατά τον τοκετό. Ο μικρός Διόνυσος θα καιγόταν κι εκείνος, αν η γη δεν έβγαζε αμέσως μερικούς από τους πρώτους δροσερούς βλαστούς του κισσού, που τύλιξαν και προστάτεψαν το βρέφος. Ο Ζευς τότε έσχισε το μηρό του, τοποθέτησε στη σχισμή το γιο του, την έρραψε, και όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος της εγκυμοσύνης έκοψε τα ράμματα και τον γέννησε για δεύτερη φορά. Άλλη εκδοχή αναφέρει πως ο Διόνυσος είχε κέρατα, και με αυτά τρύπησε το μηρό και βγήκε μόνος του από το πόδι του Διός. Από αυτόν το μύθο βγήκαν οι επωνυμίες Διόνυσος Πυριγενής, Περικιόνιος, Μηρορραφής και Διμήτωρ. θέλοντας να τον εξασφαλίσει οριστικά από την Ηρα, ο Ζευς τον εμπιστεύθηκε στον Ερμή, που τον παρέδωσε στας Νυσαίας Νύμφας για να τον αναθρέψουν. Το μυθικό βουνό Νύσσα είχε πλούσιες πηγές και πολλά σπήλαια, και μέσα σε ένα από αυτά μεγάλωσε ο Διόνυσος. Το σπήλαιο ήταν σκεπασμένο με κλήματα, και όταν πρωτοδοκίμασε o θεός τους καρπούς τους μέθυσε από το χυμό τους και πρόσφερε λίγο στις Νύμφες, στους δαίμονες των δασών και στους βοσκούς που βρέθηκαν κοντά του. Όλοι ένιωσαν τις λύπες τους να εξαφανίζονται και την ψυχή τους να γεμίζει χαρά. 0 Διόνυσος όρμησε τότε, φορώντας μακρύ γυναικείο χιτώνα, στεφανωμένος με χλωρά φύλλα κισσού και δάφνης, και άρχισε την περιοδεία του στον κόσμο, έχοντας γύρω του την ακολουθία του, το θιασόν του, όπως ονομάσθηκε: τις Νύμφες, τους Σατύρους, τους Σιληνούς και τους ακροβάτες. Όλοι κρατούσαν θύρσους και δαδιά, φώναζαν δυνατα, χτυπούσαν τύμπανα και κύμβαλα, ή έπαιζαν σύριγγες (Διόνυσος Βάκχος, Βακχεύς, Βρόμιος κ.λπ.). Σε όσους δέχονταν τη λατρεία του και μάθαιναν την καλλιέργεια των αμπελιών, ο Διόνυσος πρόσφερε τη λήθη των δεινών και την ευθυμία. Στους «ασεβείς» όμως, που τον αρνούνταν ή τον καταπολεμούσαν, έδινε άγρια μανία, και πέθαιναν με σπασμούς. Πρώτες δέχθηκαν τη λατρεία του Διονύσου η Αιτωλία (όπου ο θεός απέκτησε τη Δηιάνειρα, από την Αλθαιά, κορη του Οινέως που τον φιλοξένησε) και η Αττική, με δύο πόλεις της (Ελευθεραί, Ικαρία). Ο Ικάριος και η κόρη του, Ηριγόνη, τον φιλοξένησαν θερμά, αλλά οι συμπολίτες του Ικαρίου, νομίζοντας πως το κρασί που τους είχε δωσει ήταν δηλητήριο, τον σκότωσαν, με αποτέλεσμα η Ηριγόνη να κρεμαστεί από το δέντρο που βρήκε στον ταφο του πατέρα της και να αυτοκτονήσει.

Ο Διόνυσος τιμώρησε τους κατοίκους με λοιμό, εμφυσώντας ταυτόχρονα στις παρθένες του τόπου μανία που τις έκανε να σκοτώνονται. Το αμπέλι, όμως, ρίζωσε στην Αττική, οι κάτοικοί της καθαρίστηκαν από το φόνο και καθιερώθηκαν εύθυμες εορτές προς τιμήν του θεού: α) Τα Μικρά Διονύσια (ή κατ' αγρούς Διονύσια ή θεοίνια), υπαίθριο χειμωνιάτικο πανηγύρι (το γιόρταζαν κατά τον Ποσειδεώνα - Δεκέμβριο), με ανάρτηση μικροαντικειμένων στα κλαδιά των δέντρων (στη μνήμη της κρεμασμένης Ηριγόνης), με λαϊκά άσματα για τον Ικάριο και την κόρη του, με θυσίες, με τον «ασκωλιασμόν» (χορό με ασκό από δέρμα τράγου), με περιφορά του φαλλού και τολμηρά πειράγματα (όπως στις μεταγενέστερες Απόκρεω). Μέσα στην ατμόσφαιρα αυτής της εορτής γεννήθηκε και το αττικό θέατρο. β) Τα Μεγάλα Διονύσια (ή εν άστει), που γίνονταν κατά τον Ελαφηβολιώνα. γ) Τα Ληναία, τον Γαμηλιώνα (Ιανουάριο - φεβρουάριο). δ) Τα Ανθεστήρια, τον Ανθεστηριώνα (φεβρουάριο Μάρτιο). Παντού όπου ευδοκιμούσαν τα αμπέλια διαδόθηκε η λατρεία του Διονύσου και οργανώθηκαν διάφορες εορτές. Η Εύβοια ισχυριζόταν ότι σε ένα από τα βουνά της (που το έλεγαν Νύσα) είχε αναπτυχθεί ο Διόνυσος, με την επίβλεψη του Αρισταίου και της κόρης του, Μάκριδος ή Νύσης. Στη Νάξο έλεγαν πως ο Διόνυσος ανακάλυψε την Αριάδνη, που είχε εγκαταλειφθεί από τον θησέα, και απέκτησε απο αυτήν τον Οινοπίωνα, τον Στάφυλο και την Ευάνθη. Στη Δήλο η κόρη του Σταφύλου, Ροιά, απέκτησε από τον Απόλλωνα τον μάντη Άντον. Στη Χίο, στη Ρόδο, στην Κρήτη, στη Λέσβο, στη Λήμνο, στη Θάσο, ο Διόνυσος συνδυάστηκε με τους τοπικούς μύθους. Στον Ομηρικόν ύμνον περιγράφεται η αιχμαλωσία του Διονύσου στη Νάξο, από Τυρρηνούς πειρατές, που τον πήραν για πλούσιο βασιλόπουλο και, πηδώντας στη στεριά, τον έσυραν στο πλοίο τους και τον έδεσαν. Τα δεσμά του όμως άρχισαν να λιώνουν, τα κατάρτια στολίστηκαν με αμπελόφυλλα και τσαμπιά από σταφύλια, και ο κυβερνήτης, μαντεύοντας τη θεϊκή ιδιότητα του αιχμαλώτου, προσπάθησε να πείσει τους πειρατές να τον ξαναφέρουν στην ακτή. Ξαφνικά, ο θεός μεταμορφωθηκε σε λιοντάρι που μούγκριζε, και εμφανίστηκε στο πλοίο και μια πελώρια αρκούδα. Έντρομοι, οι πειρατές άρχισαν να πέφτουν στο νερό και να μεταμορφώνονται σε δελφίνια. Η τιμωρία τους αυτή ήταν το πρώτο θαύμα του Διονύσου ως θεού, που έλαβε έπειτα μέρος και στη Γιγαντομαχία, μαζί με τους άλλους αθανάτους. Νίκησε τον Τρίτωνα, που εμπόδιζε τις Ταναγραίες να καθαριστούν στη θάλασσα πριν από την τέλεση των μυστηρίων του, τιμώρησε τον Πενθέα, βασιλιά των Θηβών, που εμπόδιζε τη λατρεία του στον Κιθαιρώνα, και κατασπαράχθηκε από την ίδια του τη μητέρα, την Αγαύη, που έγινε Βάκχη (είναι το θέμα των Βακχών του Ευριπίδου), και κατέβηκε στον Άδη, όπου νίκησε τις δυνάμεις του θανάτου, ελευθέρωσε τη μητέρα του, Σεμέλη, και την ξανάφερε στη γη, ονομάζοντάς τη θυώνη και κρατώντας την από τότε κοντά του. Άλλη εκδοχή θεωρεί τον Διόνυσο απλό ημίθεο και θνητό, πεθαίνει και ενταφιάζεται. Υπήρχε, λ.χ., o τάφος του στους Δελφούς, κοντά στο χρυσό άγαλμα του Απόλλωνος. Αλλά ο Διόνυσος ξαναγεννιόταν κάθε χρόνο, όπως η Περσεφόνη, γιατί συμβόλιζε την αδιάκοπη ανανέωση της φύσης. Σ' αυτόν τον κύκλο περιλαμβάνεται ο μύθος του Διονύσου Ζαγρέως, που ήταν γιος της χθονίας θεότητας Δηούς (Δήμητρος) από τον Δία, αλλά τον έπιασαν οι αδελφοί του Τιτάνες, τον τεμάχισαν και τον έβρασαν σε καζάνι. Ένα όμως από τα κομματια του, που περιείχε την καρδιά, παράπεσε, και η Αθηνά το έφερε στον Δία, που το έρραψε στο μηρό του και ο θεός ξαναγεννήθηκε από τον πατέρα του. Ο τελευταίος μύθος σχετικά με τον Διόνυσο τον παρουσιάζει ως εκείνον που είχε κατακτήσει την Ινδία χωρίς όπλα, πριν από τον Μέγα Αλέξανδρο. Έλεγαν, μάλιστα, πως είχε ζέψει τον Τίγρητα και τον Ευφράτη με κλωνάρια κισσού. Στον Διόνυσο δίνονταν περισσότερες από 150 επικλήσεις, όπως γης (από τις γονιμοποιούς βροχές), Δενδρίτης, Εύδενδρος, Μελπόμενος κ.λπ. Το ίδιο το όνομα Διόνυσος προέρχεται από το Διός νύσος (αγορι του Διός) ή οπό το Ζευς κοι Νύσα (το βουνό όπου ανατράφηκε). Σύμβολα και εμβλήματα της λατρείας του Διονύσου είναι το λιοντάρι, η τίγρις, ο ταύρος, ο τράγος, ο γάιδαρος, το δελφίνι, το αμπέλι, ο κισσος, ο μενεξές, το τριαντάφυλλο, ο φαλλός, ο πυρσός, ο θύρσος, τα δοχεία του κρασιού, ο αυλός, το τύμπανο και τα κύμβαλα. Η τέχνη εμπνεύσθηκε πάμπολλα έργα από τους διονυσιακούς μύθους. Ο διθύραμβος, ύμνος προς τον θεό και λυρικό άσμα με βάση τις περιπέτειές του, πηγάζει από τη λατρεία και τις εορτές του Διονύσου. Από αυτές πηγάζει επίσης η αρχαία τραγωδία. Πολλές από τις τραγωδίες έχουν ως θέμα τούς μύθους του Διονύσου (η τετραλογία Λυκούργεια του Αισχύλου, η Ηριγόνη του Σοφοκλέους, η Ηριγόνη του φρυνίχου, αι Βάκχαι του Ευριπίδου κ.ά.). Στις εικαστικές τέχνες, ο Διόνυσος εμφανίζεται αλλοτε ως νήπιο, άλλοτε ως βίαιος άνδρας, άλλοτε ως τρυφερός νέος, και σε διάφορες στασεις: Ως ηνίοχος, επικεφαλής του θιάσου του, ιππεύοντας άγρια θηρία κ.λπ. Στα αγάλματά του παριστάνεται με ένα από τα σύμβολά του, συνήθως το αμπέλι. Από τις ωραιότερες απεικονίσεις του θεού είναι τα δύο έργα της Γλυπτοθήκης του Μονάχου, ο Διόνυσος παις του Βρετανικού Μουσείου, το αντίγραφο έργο του Πραξιτέλους στο Μουσείο του Λούβρου, ο Διόνυσος Αρσενοθήλυς του Μουσείου Πίου Κλημεντίνου, η ανάγλυφη παράσταση στο χορηγικό μνημείο του Λυσικράτους με την ιστορία της αιχμαλωσίας του Διονύσου από Τυρρηνούς πειρατές, καθώς και πάμπολλες παραστάσεις σε αγγεία και δακτυλιολίθους. 


Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδ. ΔΟΜΗ 


Δευτέρα, Μαρτίου 07, 2022

Η αίσθηση και η «περί προδοσίας» συζήτηση

Γερμανοί στρατιώτες σε
 γωνία της οδού Αμερικής και
Φραγκλίνου Ρούσβελτ (σημερινή
 Πανεπιστημίου) της κατεχομενης
 πρωτεύουσας το 1941. Ο δεκανέας
 με κράνος της Βέρμαχτ και
με τουφέκι Mauser. (Βιβλιοθήκη
 του Κογκρέσου)
.
Στις διηγήσεις των ανθρώπων που έζησαν τις πρώτες ημέρες της Κατοχής, αλλά και σε τμήμα τής έως τώρα ιστοριογραφίας, επαναλαμβάνεται με εντυπωσιακή επιμονή, σε διάφορους τόνους, μια κοινή διαπίστωση: ότι, στην αρχή της Κατοχής, οι επίσημοι φορείς, το καθεστώς και τα στελέχη του, οι τοποτηρητές των θεσμών του κράτους πρόδωσαν την πατρίδα τους και εγκατέ λειψαν το λαό τους. Η συνθηκολόγηση του νικητή στρατού της Αλβανίας, η αδιαφορία της βασιλικής κυβέρνησης και μια σειρά αναφορές στην κατεύθυνση κτίζουν ένα πλέγμα αντιλήψεων ποι αντανακλούν το γενικό πνεύμα της εποχής. 

Η πεποίθηση για την ύπαρξη «πέμπτης φάλαγγας» στον ελληνικό στρατό, δραστήριας στις τάξεις ανώτατων αξιωματικών και του επιτελείου, ήτω διάχυτη τις μέρες της κατάρρευσης. Η πεποίθηση αυτή, που ενισχύθηκε και ευνόητα «νομιμοποιήθηκε» με τη συνθηκολόγηση των στρατηγών διοικητών του μετώπου και στη συνεπακόλουθη άμεση δημιουργία κυβέρνησης συνεργασίας με τον κατακτητή από αυτούς τους ίδιους, προκάλεσε μια γενική καχυποψία για το σώμα των μόνιμων αξιωματικών, ιδιαίτερα για τις υψηλές του βαθμίδες. Δεν θα μπορούσε κανείς να αποδώσει ετούτες τις εκφράσεις στην όποια ανατρεπτική προπαγάνδα του ΚΚΕ ή άλλων παραπλήσιων πολιτικών χώρων. Τον Απρίλιο του 1941 n εκτός φυλακών οργανωμένη τους δύναμη και η δυνατότητα άσκησης προπαγάνδας ήταν ασήμαντη ως μηδαμινή. 

Την αντίληψη ότι «κάτι δεν πήγε καλά» και ότι πολλές πτυχές στη διαδικασία της κατάρρευσης ήταν τουλάχιστον σκοτεινές συμμερίζονταν εκείνο τον καιρό ακόμα και τα πλέον ενήμερα των καταστάσεων πρόσωπα. Η υποψία για λειτουργία δικτύων πεμπτοφαλαγγιτισμού και προδοσία διακατείχε αρκετούς από τους επιφανείς συνομιλητές του Αμερικανού πρέσβη Μακ Βη, τις πρώτες ημέρες της Κατοχής. οι υποψίες αυτές και n γενική πεποίθηση της προδοσίας φαίνονται ίσως αφύσικες στο σημερινό παρατηρητή της περιόδου, που έχει την πολυτέλεια να εξετάζει από απόσταση τα δεδομένα της εποχής. Οπωσδήποτε φαίνεται να υπάρχουν πολλά λογικά άλλοθι για τους διαχειριστές των ελληνικών πραγμάτων το μαύρο Απρίλιο του 1941. Η Ελλάδα δεν είχε προφανώς στον Μεσοπόλεμο τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τις ευρωπαϊκές δυνάμεις στο επίπεδο της συγκρότησης σύγχρονου στρατού και δεν μπορούσε να φτιάξει στρατό εφάμιλλο τεχνικά και οργανωτικά με τους δικούς τους. Τεθωρακισμένα οχήματα, μηχανοκίνητα και αεροπλάνα, αδόκιμες ακόμα μηχανές πολέμου πριν από το 1959, κόστιζαν υπερβολικά σε σχέση με τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Αλλωστε, μετά το 1936, ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ώστε δύσκολα θα μπορούσε μία χώρα να προμηθευτεί σύγχρονα όπλα, ακόμα και εάν διέθετε τα απαραίτητα χρήματα. Θα ήταν εξάλλου υπερβολικό να πιστεύει κανείς ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να διακριθεί σε έναν «τεχνολογικό» πόλεμο, όπου τον πρώτο λόγο θα είχαν οι μηχανές και τα σύγχρονα όπλα. Ακόμα πιο υπερβολικό θα ήταν να υποστηρίξει κάποιος ότι στα 1941 η χώρα, μόνη της ουσιαστικά, καθώς η βρετανική βοήθεια ήταν συμβολική, μπορούσε να αντιμετωπίσει νικηφόρα την Ιταλία και τη Γερμανία από κοινού. 

Ο πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός
 Γεώργιος Τσολάκογλου σε ώρα
συνεργασίας με Γερμανούς αξιωματούχους
 (Φωτογραφία, Γενική
Γραμματεία Επικοινωνίας).
Από την άλλη πλευρά, θα ήταν επίσης δύσκολο να υποστηριχθεί ότι η κυβέρνηση Τσουδερού και ο βασιλιάς Γεώργιος είχαν τον Απρίλιο του 1941 άλλη επιλογή από την αναχώρησή τους στο εξωτερικό. Τυχόν παράδοσή τους στον Άξονα θα στερούσε την όποια φιλοσυμμαχική κυβέρνηση στο εξωτερικό από τη θεσμική νομιμότητα που της εξασφάλιζε το απαραίτητο -σε ένα σχήμα χωρίς έδαφος και χωρίς λαό- κύρος. Αντίστοιχα, η όποια φιλοαξονική κυβέρνηση στην κατεχόμενη Αθήνα θα ενίσχυε το δικό της κύρος είτε με την άμεση συνέργεια του μονάρχη σε αυτή είτε εξαιτίας της σχετικής απονομιμοποίησης της εξόριστης κυβέρνησης — αν θα μπορούσε σε αυτές τις συνθήκες να δημιουργηθεί μια τέτοια. Η πολυσυζητημένη μεταφορά του χρυσού της Τραπέζης της Ελλάδος στο εξωτερικό ήταν επίσης μία σχεδόν αναγκαστική επιλογή στις συνθήκες του πολέμου. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να μοιραστεί ο χρυσός αυτός στους δρόμους της Αθήνας τις ημέρες της κατάρρευσης, ενώ, στην περίπτωση που έπεφτε στα χέρια των εισβολέων, θα τους πρόσφερε ένα εξαιρετικά καλοδεχούμενο δώρο. 

Η γενική περί προδοσίας αίσθηση και οι επιμέρους κατηγορίες που παρήχθησαν από αυτήν ελάχιστα συνδέονται με μια αποστασιοποιημένη και νηφάλια θεώρηση των καταστάσεων. Οι διεργασίες που συντελούσαν στο κτίσιμο ετούτων των πεποιθήσεων εδράζονταν σε έναν πραγματικό παρονομαστή, την απογοήτευση από την εξέλιξη ενός πολέμου που ξεκίνησε σε κλίμα ενθουσιασμού και με νικηφόρες προοπτικές. Οι εξελίξεις μετέγραφαν στο χώρο της ψυχολογίας την όποια πολιτική εκτίμηση για την απογοητευτική κατάσταση της άνοιξης του '41. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διεργασίες αυτές δεν ήταν βαθύτατα πολιτικές με την πιο απόλυτη έννοια του όρου. Στην ουσία, μία ολόκληρη κοινωνία μάθαινε, έστω και με τρόπο ατελή, να εξετάζει όσα της συνέβαιναν, να σκέφτεται ανεξάρτητα για τις δικές της τύχες, για τη μοίρα που της επιφύλασσε η Ιστορία. Ανεξάρτητα, δηλαδή, καχύποπτα και άρα κριτικά για όσα η ηγεσία -όχι πολύ δημοφιλής, όχι ιδιαίτερα δημοκρατική, είναι αλήθεια- απεργαζόταν ερήμην των πολλών. Για πορεία προς την απεξάρτηση και τη ρήξη μιλούμε. Και αυτή ουδέποτε στην Ιστορία την έχουμε δει να εξελίσσεται σε κλίμα επιστημονικής νηφάλιας ανάλυσης. 

Ίσως η μετέπειτα γνώση αλλά και τα βέλη της εκατέρωθεν προπαγάνδας ενός εκ των πραγμάτων διαρραγέντος πολιτικού καθεστώτος να συνεισέφεραν στην παγίωση ετούτων των απόψεων. Τις πρώτες εβδομάδες της Κατοχής η μεν κυβέρνηση Τσολάκογλου στην Αθήνα κατηγορούσε τη βασιλική αντίστοιχη του Τσουδερού ως ριψάσπιδες και φυγάδες, ενώ η δεύτερη απαντούσε στην πρώτη προτάσσοντας την προδοσία και την προθυμία για συνθηκολόγηση και συνεργασία με τον εχθρό. Τα εκατέρωθεν εκτοξευόμενα βέλη, όμως, μάλλον εκμεταλλεύονταν μια διάχυτη αίσθηση παρά την κατασκεύαζαν. Η καχυποψία προϋπήρχε και ο καθένας έσπευδε να αθωώσει το δικό του μερίδιο επιβαρύνοντας τη θέση του πρώην συνεταίρου του στη διαχείριση του πολέμου και της ήττας. Οπωσδήποτε οι κριτές, ο λαός στην κατεχόμενη πλέον Ελλάδα, είχαν πλέον πολλά χειροπιαστά προβλήματα μέσα από τα οποία μπορούσαν να προσμετρήσουν το βάρος της πολιτικής αποτυχίας των ηγετών τους. Η κατάρρευση της αγοράς και μαζί της η ακύρωση του κεντρικού ρόλου του κράτους σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όταν εκλείπουν τα στοιχειώδη για τη ζωή των πολιτών, έδιναν τροφή και επιχειρήματα στην ιδέα για γενική έκπτωση των αξιών πάνω στις οποίες η έως τότε πολιτική ηγεσία στηριζόταν. Ο λαός βρέθηκε απελπιστικά μόνος του την ώρα της ανάγκης και αυτή η μοναξιά του μεταγράφηκε συνοπτικά στην έννοια της προδοσίας και της εγκατάλειψης. Σε τελευταία ανάλυση μάλλον δίκαια ήταν ετούτη η αποτίμηση που έκαναν οι απελπισμένοι Έλληνες εκείνου του καιρού. 

Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών των κατηγοριών, όλων των αντιλήψεων που εκθέσαμε, ήταν n ολοκληρωτική χρεοκοπία της κρατικής μηχανής στην κατάρρευση και την αρχή της Κατοχής. Αυτό που αισθάνθηκαν τότε οι άνθρωποι ήταν δύσκολο να το εκφράσουν με διαύγεια, απευθείας. Βρέθηκαν ξαφνικά ανυπεράσπιστοι από τους έως τότε μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας, χωρίς αποδέκτη των αιτημάτων τους, χωρίς ακροατή των προβλημάτων τους και των δεινών τους. Το κράτος χάθηκε! Αυτός ο πανίσχυρος συντονιστής της νεοελληνικής ζωής απλά εξαφανίστηκε. Ετούτη την απρόσμενη έξέλιξη θέλησαν να εκφράσουν με τρόπο έμμεσο οι ατελείωτες διηγήσεις γύρω από την προδοσία και την εγκατάλειψη και θα ήταν μάλλον μάταιο να προσπαθήσει να προσαρμόσει ο σημερινός ερευνητής ετούτο το γενικό αίσθημα σε συγκεκριμμένες πράξεις ή παραλείψεις ή αδυναμίες ή λάθη της τότε πολιτικής ηγεσίας. Η τελευταία, τον Απρίλιο του 1941, δεν έχασε μόνο μια χώρα, έχασε και έναν ολόκληρο λαό. 

Από τα ερείπια του «παλαιού καθεστώτος» μία νέα πολιτική δύναμη θα ερχόταν στους επόμενους μήνες να καλύψει το πολιτικό κενό. Στις ρίζες του ΕΑΜικού κινήματος βρισκόταν ακριβώς αυτή η αίσθηση της αποσύνθεσης της προηγούμενης εξουσίας. Η αποσύνθεση αυτή είχε δύο πλευρές. Η πρώτη ήταν n καταγραμμένη αποτυχία της: Κυβέρνηση, ανάκτορα, στρατηγείο, καθεστώς είχαν αποτύχει στην υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, στην πρόβλεψη και τη διεξαγωγή του πολέμου, ακόμα και στη διαχείριση και αξιοποίηση της πρόσκαιρης νίκης. Απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τις συνθήκες της ήττας, της κατάρρευσης και προπαντός της Κατοχής με αξιοπρεπή και ταυτόχρονα αποτελεσματικό τρόπο. Ως εξουσία μερίμνησε μόνο για τη δική της υπόσταση, έκανε ό,τι χρειαζόταν για να διεκδικήσει αργότερα τη δική της επάνοδο και συνέχεια. Αντίθετα, αδιαφόρησε για την προετοιμασία των δύσκολων καιρών, άφησε τον πολύ κόσμο έρμαιο σκληρών καταστάσεων και γεγονότων, στην κυριολεξία τον άφησε να πεθάνει από την πείνα. 

Η άλλη πλευρά της απαξίωσης βρισκόταν στο εσωτερικό του καθεστώτος, στη διχοτόμησή του. Το πολιτικό σύστημα που διαμόρφωσαν τα γεγονότα του 1935 και η δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936 χωρίστηκε με κριτήριο αποκλειστικό τις προτιμήσεις των στελεχών του για τα εκατέρωθεν στρατόπεδα του Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα τμήμα του βρέθηκε με τους Βρετανούς, ένα άλλο θεώρησε τον Αξονα αξιόπιστο εταίρο και προασπιστή της κοινωνικής τάξης της χώρας και έσπευσε να του προσφέρει κυβέρνηση και υπηρεσίες. 

Όσοι απέμειναν έξω από αυτό το παιχνίδι, όσοι έδωσαν προτεραιότητα στα συμφέροντα του λαού, οι εκπρόσωποι των μικρόκοσμων του πολέμου και της δύσκολης ειρήνης που ακολούθησε κλήθηκαν να διαχειριστούν αυτό που στην ουσία ήταν βαθύ πολιτικό κενό. Ενας νέος πολιτικός χώρος, απρόσωπος ακόμα στα 1941, άρχισε να αναδεικνύεται για να καλύψει το χάος που δημιούργησε η πολλαπλή και απόλυτη καθεστωτική αποτυχία. Για να προασπίσει τα συμφέροντα των πολλών, του λαού, των Ελλήνων, αν θέλετε να το πούμε αλλιώς. 

Όλες οι κατηγορίες που στράφηκαν εναντίον θεσμών ή προσώπων τον καιρό εκείνο ήταν κομμάτια, ήταν ενδείξεις αυτής της βαθύτερης διεργασίας: της μεταφοράς των πρωτοβουλιών, των κοινωνικών λειτουργιών, της εξουσίας σε τελευταία ανάλυση, από τους καθεστωτικούς μηχανισμούς στους πολίτες, στους απλούς ανθρώπους, εργαζομένους και πολεμιστές, από την κρατική μηχανή στην κοινωνία. Η παλαιά ιεραρχία έσβηνε στην πολιτική συνείδηση του λαού, οι αξίες της καταβαραθρώθηκαν, οι λειτουργίες της υποκαταστάθηκαν. Η χώρα πλέον, πολιτικά, ήταν ένα άγραφο χαρτί πάνω στο οποίο τα πάντα μπορούσαν να ξαναγραφούν από την αρχή.

Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ