Σάββατο, Ιουνίου 25, 2022

Ο Πόντος στο Μεγάλο Πόλεμο, 1914-1918

Η έκρηξη του Α ' Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε τους Έλληνες στον Πόντο σε μία ιδιόμορφη κατάσταση, καθώς από τη μία πλευρά, παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί εναντίον τους, είχαν διατηρήσει σημαντικό μέρος της ισχύος τους, από την άλλη η πολιτική των Νεοτούρκων έδειχνε ξεκάθαρα πως το μέλλον ήταν δυσοίωνο. Η δυνατότητα προσωρινής απαλλαγής από την επιστράτευση αποτέλεσε για μία ακόμη φορά ένα μέσο οικονομικής αφαίμαξης των Ελλήνων. Παράλληλα, άρχισε να δημιουργείται ένα κλίμα τρομοκράτησης των Ελλήνων με επιθέσεις, βιαιοπραγίες και δολοφονίες, οι οποίες πραγματοποιούνταν από σώματα εθελοντών τσετών, συνήθως απελευθερωμένων ποινικών κρατουμένων, που συγκροτήθηκαν αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου. Με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο, τον Οκτώβριο του 1914, η κατάσταση επιδεινώθηκε όχι μόνο με την αύξηση της τρομοκράτησης, αλλά και με τη λεηλασία ελληνικών περιουσιών με αφορμή τις επιτάξεις, την ολοκληρωτική εφαρμογή του αποκλεισμού, την επιβολή νέων φόρων, εισφορών υπέρ του στρατού κ.ά. Έτσι, μέχρι το τέλος του πολέμου ελάχιστοι Ελληνες έμποροι επιβίωσαν οικονομικά.

Πτώματα Αρμενίων θυμάτων σφαγής από τους Τούρκους

Περισσότερο, στην αρχή του πολέμου, υπέφερε από τις οθωμανορωσικές συγκρούσεις ο ανατολικός Πόντος, καθώς αποτέλεσε ένα από τα μέτωπα του πολέμου. Τα οθωμανικά στρατεύματα που στρατοπέδευσαν εκεί προέβησαν σε ποικίλες αυθαιρεσίες κατά των ελληνικών χωριών των συνόρων, τα οποία είχαν να αντιμετωπίσουν και τα δεινά του κυρίως πολέμου. Τα χωριά αυτά μάλιστα μετά την ήττα του οθωμανικού στρατού τον Ιανουάριο του 1915 δέχθηκαν επιθέσεις και λεηλατήθηκαν από Οθωμανούς στρατιώτες και από ομάδες τσετών. Αλλά και οι παράλιες πόλεις της περιοχής, κυρίως η Τραπεζούντα και η Τρίπολη, δέχτηκαν βομβαρδισμούς από ρωσικά πλοία με την έναρξη του πολέμου. Οι Νεότουρκοι, προκειμένου να δικαιολογήσουν και τις συντριπτικές ήττες στον Καύκασο, τις απέδωσαν στη στάση των Ελλήνων και των Αρμενίων. Έτσι, οι Ελληνες στρατιώτες δεν τοποθετούνταν σε ένοπλα σώματα του οθωμανικού στρατού, αλλά στα γνωστά τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), που είχαν δημιουργηθεί τον Σεπτέμβριο του 1914. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στη φυγοστρατία ή στη λιποταξία ακόμη περισσότερους Έλληνες, οι οποίοι κατέφυγαν περισσότερο στα βουνά του Πόντου, αφού η φυγή στη Ρωσία ήταν δύσκολη, και σχημάτισαν τα πρώτα ανταρτικά σώματα.

Οι Νεότουρκοι, με αφορμή τη φιλορωσική στάση των Αρμενίων στον πόλεμο, αποφάσισαν τον εκτοπισμό τους, δηλαδή την εξόντωσή τους, από την ανατολική Μ. Ασία. Η εξόντωση, που ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1915, γρήγορα έλαβε ολοκληρωτική μορφή, συμπεριλαμβάνοντας και τους Αρμενίους του Πόντου (περίπου 60.000), ο εκτοπισμός και η εξόντωση των οποίων πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο του 1915. Αν και οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Αρμενίων του Πόντου δεν θα χαρακτηρίζονταν καλές, οι Έλληνες προσπάθησαν, και σε ένα ορισμένο βαθμό κατάφεραν, να τους βοηθήσουν, όπως έγινε στην Τραπεζούντα από το μητροπολίτη Χρύσανθο και στην Αμισό από το μητροπολίτη Γερμανό. Η βοήθεια προς τους Αρμενίους έδωσε την αφορμή στους Νεοτούρκους να προχωρήσουν σε διώξεις Ελλήνων και να δημιουργήσουν ένα κλίμα τρομοκρατίας προοιωνίζοντας τους διωγμούς των Ελλήνων. Στο δυτικό Πόντο, μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 1915 πραγματοποιήθηκε εκτοπισμός οικογενειών φυγόστρατων και λιποτακτών, χωρίς όμως να λάβει ιδιαίτερη έκταση. Φαινόταν ότι το καθεστώς σκλήραινε τη στάση του με νέες επιτάξεις, βαριές φορολογίες και εξισλαμισμούς ορφανών Ελληνόπουλων. Την ίδια περίοδο όμως άρχισαν να κάνουν πιο αισθητή την παρουσία τους κάποιες ελληνικές ανταρτικές ομάδες, όπως αυτή του καπετάνιου Βασιλείου Ανθόπουλου (Βασίλ Αγά ή Βασιλούστα) που κατάφερε στη Σεβάστεια να απελευθερώσει ένα Ρώσο στρατηγό.

Ομάδα από τις δεκάδες χιλιάδες που κατέφυγαν στη Ρωσία
 κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Στις αρχές του 1916 η κατάσταση στο μέτωπο του Καυκάσου άλλαξε, καθώς οι Ρώσοι με οργανωμένη επίθεση κατάφεραν να κάμψουν την αντίσταση του οθωμανικού στρατού και να προελάσουν στον ανατολικό Πόντο, όπου οι Ελληνες τους υποδέχονταν σαν απελευθερωτές. Τα οθωμανικά στρατεύματα, όμως, κατά την υποχώρησή τους προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες ελληνικών χωριών, φόνους και εκτοπισμό Ελλήνων. Η ρωσική προέλαση στις αρχές Απριλίου έφτασε στην Τραπεζούντα και στις 5-18 Απριλίου οι Ρώσοι κατέλαβαν την πόλη χωρίς αντίσταση, τη διοίκηση της οποίας είχε παραδώσει ο Βαλής Μεχμέτ Τζεμάλ Αζμή στον μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο, λέγοντας «από εσάς την πήραμε και σε εσάς την παραδίδουμε». οι Ρώσοι έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό από τους Ελληνες, πολλοί από τους οποίους πίστεψαν ότι ο οθωμανικός ζυγός είχε λήξει οριστικά. Η ρωσική προέλαση σταμάτησε στο τέλος Ιουλίου κοντά στην Τρίπολη, περίπου στα όρια των περιοχών που είχαν συμφωνηθεί να δοθούν στη Ρωσία με τη μυστική Συμφωνία των Σάικς-Πικώ (15/26 Απριλίου 1916), απογοητεύοντας τους Ελληνες του δυτικού Πόντου που ήλπιζαν και αυτοί σε κατάληψη της περιοχής τους από το ρωσικό στρατό. Ωστόσο, ορισμένοι καπετάνιοι ανταρτικών ομάδων από τον δυτικό Πόντο ήρθαν σε επαφή το καλοκαίρι του 1916 με Ρώσους αξιωματικούς προκειμένου να τους πείσουν να προελάσουν, διαβεβαιώνοντάς τους για τη βοήθεια που θα τους προσέφεραν. Εκτός όμως κάποιας ενίσχυσης σε όπλα και πολεμοφόδια, δεν πέτυχαν τίποτε περισσότερο, αφού το όριο της προέλασης ήταν αποφασισμένο. Ας σημειωθεί ότι αυτές οι ανταρτικές ομάδες είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο ισχύος ώστε είχαν πετύχει νίκες κατά του οθωμανικού στρατού, όπως η ομάδα του Ελληνα καπετάνιου Αντών πασά τον Απρίλιο του 1916.

Η προέλαση του ρωσικού στρατού έδωσε την αφορμή στο νεοτουρκικό καθεστώς να εκτοπίσει οργανωμένα και μαζικά τους ελληνικούς πληθυσμούς του δυτικού Πόντου. Η τακτική εξόντωσης ήταν διαφορετική από αυτήν που εφάρμοσαν κατά των Αρμενίων, πιθανόν για να μην προκαλέσουν την Ελλάδα. Η εξόντωση πραγματοποιείτο όχι τόσο άμεσα με εκτελέσεις και σκηνοθετημένες επιθέσεις άτακτων μουσουλμάνων, αλλά με έμμεσο τρόπο μέσω του «λευκού θανάτου», δηλαδή την υποβολή τους σε μακρές πορείες υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες με σκοπό το θάνατό τους. Οι εκτοπισμοί των Ελλήνων ξεκίνησαν οργανωμένα τον Νοέμβριο του 1916 από την Τρίπολη και συνοδεύτηκαν από λεηλασίες και δηώσεις ελληνικών περιουσιών. Σύντομα οι διωγμοί επεκτάθηκαν στις περιοχές των μητροπόλεων Κολωνίας και Χαλδίας και στο τέλος του χρόνου στην περιοχή της Αμισού. Οι μόνες περιοχές που δεν υπέστησαν εκτεταμένο εκτοπισμό ήταν αυτές του εσωτερικού Πόντου. Στην περιοχή της Αμισού και της Πάφρας σώθηκαν μόνο τα χωριά που προστατεύονταν από τους αντάρτες, οι ομάδες των οποίων ενισχύθηκαν από νέους που κατέφυγαν στα βουνά. Το επόμενο διάστημα, μάλιστα, έλαβε χώρα σειρά συγκρούσεων μεταξύ οθωμανικού στρατού και ανταρτών, σε αρκετές από τις οποίες επικράτησαν οι αντάρτες. Τελικά, όμως, μετά και τη δολοφονία του καπετάνιου Αντών πασά τον Αύγουστο του 1917 και πολύ περισσότερο με την παύση της βοήθειας από το ρωσικό στρατό λόγω της Μπολσεβικικής Επανάστασης, το αντάρτικο αποδυναμώθηκε.

Στον ανατολικό Πόντο οι σχέσεις Ελλήνων και Ρώσων ήταν στο μεγαλύτερο μέρος της ρωσικής παρουσίας αρκετά καλές με μικρά μόνο κατά καιρούς προβλήματα. Οπως και πολλοί άλλοι στον Πόντο, ο Χρύσανθος, που έχαιρε της εκτίμησης των Ρώσων, τασσόταν υπέρ της ρωσικής παρουσίας, καθώς πίστευε ότι μέσω των εξελίξεων αυτών ο Πόντος θα έλυνε το εθνικό του πρόβλημα με κάποια μορφή αυτοδιάθεσης. Οι Έλληνες, με επικεφαλής τον Χρύσανθο, ακολούθησαν μία μετριοπαθή πολιτική έναντι των εκεί μουσουλμάνων παρά τις διώξεις των Ελλήνων στον δυτικό Πόντο. Δεν ήταν δε λίγες οι φορές που ο Χρύσανθος προστάτεψε τους μουσουλμάνους από Αρμενίους στρατιώτες του ρωσικού στρατού. Η ήπια στάση του οδήγησε πολλούς μουσουλμάνους πρόσφυγες στην επιστροφή τους στην περιοχή της Τραπεζούντας. O Χρύσανθος ακολούθησε αυτή την πολιτική γνωρίζοντας το αβέβαιο των εξελίξεων, καθώς ήταν πιθανό να επανέλθει ο οθωμανικός στρατός, και εκτιμώντας πως σε περίπτωση δίωξης των μουσουλμάνων οι Νεότουρκοι του δυτικού Πόντου θα απαντούσαν με πολλαπλάσια αντίμετρα. Γι'αυτό και ο Χρύσανθος απέτρεψε τους Ελληνες μουσουλμάνους του Όφεως, που υπολογίζονταν σε 200.000, να αποκαλύψουν την αληθινή χριστιανική τους πίστη, συστήνοντάς τους να το κάνουν όταν τελειώσει ο πόλεμος.

Την κατάσταση στο ρωσοκρατούμενο Πόντο ανέτρεψε η Φεβρουριανή Επανάσταση και πολύ περισσότερο η Οκτωβριανή. Η πρώτη αποτέλεσε το έναυσμα για εθνικές διεκδικήσεις των λαών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Η προσωρινή κυβέρνηση όμως που προέκυψε από αυτήν αναγνώρισε αυτό το δικαίωμα μόνο στα «μεγάλα» έθνη της αυτοκρατορίας, ενώ διεμήνυε ότι δεν θα διεκδικούσε την προσάρτηση των νεοαποκτηθέντων περιοχών όπως ο Πόντος. Μολαταύτα, στο τέλος Μαΐου του 1917 υπήρξε πρόταση από Ρώσους αξιωματικούς για τη δημιουργία αυτόνομης παράλιας «αποικίας» για τους Ελληνες, που θα εκτεινόταν από τα Σούρμενα έως την Πάφρα, χωρίς όμως να υπάρξει έγκρισή της από τη ρωσική ηγεσία. Προς αυτή την κατεύθυνση προσπάθησε να κινηθεί και ο Χρύσανθος, διαβλέποντας την αποχώρηση των Ρώσων, χωρίς όμως επιτυχία παρά την έγκριση των ενεργειών του και από την ελληνική κυβέρνηση. Οι Ελληνες της Ρωσίας που πραγματοποίησαν το καλοκαίρι του 1917 συνέδριο στο Ταϊγάνιο δεν έλαβαν κάποια απόφαση για διεκδίκηση ανεξαρτησίας ή αυτονομίας του ρωσοκρατούμενου Πόντου, αλλά ασχολήθηκαν περισσότερο με τη θέση τους μέσα στη Ρωσία. Η σημαντικότερη κίνηση αυτοδιάθεσης, η οποία είχε και συνέχεια μετά τον πόλεμο, ήταν αυτή που εκδηλώθηκε από τον Κ. Κωνσταντινίδη στο Παρίσι τον Οκτώβριο του 1917 με την οποία διεκδικείτο, αν και αρκετά θεωρητικά, για πρώτη φορά η ανεξαρτησία του Πόντου.

Οι εξελίξεις όμως στον ανατολικό Πόντο μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων κατέτειναν στην αντίθετη ακριβώς προοπτική, της επανόδου δηλαδή της οθωμανικής εξουσίας στην περιοχή, αφού οι μπολσεβίκοι είχαν δηλώσει ότι θα αποχωρούσαν από τα κατεκτημένα εδάφη και ο ρωσικός στρατός βρισκόταν υπό διάλυση. Η προσπάθεια του Προσωρινού Επιτροπάτου της Υπερκαυκασίας (στο οποίο συμμετείχαν η Γεωργία, η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν) να αμυνθεί στην αναμενόμενη οθωμανική προέλαση δημιουργώντας εθνικές μεραρχίες, περιλαμβανομένης και ελληνικής, δεν είχε επιτυχία. Από την Ελληνική Μεραρχία επανδρώθηκαν μόνο τρεις λόχοι, οι οποίοι έπειτα από περιορισμένη δράση διαλύθηκαν σταδιακά, φανερώνοντας την αδυναμία των ελληνικών πληθυσμών του Καυκάσου να λειτουργήσουν συλλογικά και πολύ περισσότερο την αδυναμία δημιουργίας ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων από τις ρωσικές περιοχές, τα οποία θα βοηθούσαν στην απελευθέρωση του Πόντου, όπως προτείνονταν κατά καιρούς στα διάφορα σχέδια που εκπονούνταν για απελευθέρωση του Πόντου. Οι Έλληνες της Τραπεζούντας από την πλευρά τους προσπάθησαν να οργανωθούν στρατιωτικά πολύ αργά, αφού ήδη ο οθωμανικός στρατός είχε ξεκινήσει την προέλασή του στις αρχές του Δεκεμβρίου του 1917. Πριν από την έλευση του οθωμανικού στρατού προηγούνταν πάντοτε οι τσέτες, οι οποίοι μαζί με μέρος των μουσουλμάνων της κάθε περιοχής προχωρούσαν σε εκτεταμένες λεηλασίες των ελληνικών περιουσιών, κατατρομοκράτηση των Ελλήνων, βιαιοπραγίες, ληστείες και καταστροφές. Όταν στο τέλος του Ιανουαρίου του 1918 η όποια ρωσική αντίσταση στο μέτωπο του Πόντου κατέρρευσε, ο οθωμανικός στρατός στις 10 Φεβρουαρίου 1918 κατέλαβε την Τραπεζούντα με «200 ρακένδυτους στρατιώτες» οι οποίοι προέβησαν σε λεηλασίες ελληνικών περιουσιών. Η αποχώρηση των Ρώσων και η έλευση και πάλι της νεοτουρκικής κυριαρχίας προκάλεσαν μεγάλη φυγή Ελλήνων προς τη Ρωσία, ο αριθμός των οποίων έφτασε τους 85.000. Με τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόβσκ, τον Μάρτιο του 1918, ο Πόντος, το Καρς, το Αρνταχάν και το Βατούμ παραχωρήθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η προέλαση του οθωμανικού στρατού συνεχίστηκε έως τον Ιούνιο καταλαμβάνοντας το Καρς, το μεγαλύτερο μέρος της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν και μικρό μέρος της Γεωργίας. Οι περισσότεροι από τους Ελληνες του Καρς έφυγαν πριν έρθει ο οθωμανικός στρατός και κατευθύνθηκαν προς το Βατούμ. Επειτα από συγκρούσεις και μεγάλη ταλαιπωρία κατάφεραν οι περισσότεροι από αυτούς τους πρόσφυγες να καταφύγουν στην Ελλάδα το 1920. Η κατάσταση στον Πόντο έως το τέλος του πολέμου παρέμεινε σχεδόν ως είχε χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές, με τις διώξεις των Ελλήνων να συνεχίζονται. Η ανακωχή του Μούδρου τον Οκτώβριο του 1918 βρήκε τον Ελληνισμό του Πόντου σε σημαντικό ποσοστό εκτοπισμένο, με μεγάλες πληθυσμιακές απώλειες και οικονομικά κατεστραμμένο.

Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ: Ένοχοι και συνένοχοι 


Δευτέρα, Ιουνίου 20, 2022

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Μία φωτεινή θεατρική πορεία με απροσδόκητο τέλος

Την Ελένη Παπαδάκη, οι περισσότεροι από τους συγχρόνους της την αναγνώριζαν, δίπλα στην Κυβέλη και τη Μαρίκα Κοτοπούλη, σαν το τρίτο λαμπερό αστέρι. Τη θεωρούσαν άξια διάδοχο της Μαρίκας. Ξεχώριζε ανάμεσα στα μεγάλα γυναικεία ονόματα της σκηνής του μεσοπολέμου , όχι μόνο για τις καλλιτεχνικές της δυνατότητες, αλλά και την παιδεία της καί την προσπάθειά της να πλουτίσει με τη συνεχή μελέτη τον εσωτερικό κόσμο της για την ολοκλήρωση του ταλέντου της. Ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα, και η παρουσία της στον καλλιτεχνικό κόσμο της δεκαετίας του 1930 και της αρχής της δεκαετίας του 1940 άφησε έποχή.

Με την πάροδο των ετών όμως διαπιστώνει κανείς ότι η προσφορά της αυτή τείνει να ξεχαστεί. Ούτε ένα θέατρο φέρει το όνομά της, ούτε ένα ίδρυμα, ούτε βραβείο θεσπίστηκε στη μνήμη της. Θα έλεγε κανείς ότι το έργο της το περιβάλλει ένα σχέδιο να περιπέσει στη λήθη, ώστε οι νεότερες γενιές ή να αγνοούν την ύπαρξή της ή νά αναφέρουν σπάνια το όνομα που μεσουρανούσε στην εποχή κυρίως της πρώτης δεκαετίας Εθνικού Θεάτρου.

Σ' αυτό συνέβαλε οτι τα τελευταία χρόνια της σταδιοδρομία της συνέπεσαν με μια ιστορική περίοδο γεμάτη αρνητικά γεγονότα, όπως ήταν γερμανοϊταλική Κατοχή. Και ότι το τέλος της συνδέθηκε με μια από τις τραγικότερες σελίδες της νεότερης ιστορίας μας, όπως ήταν το Δεκεμβριανό Κίνημα του 1944.

Πολλά από τα γεγονότα, που είχαν σχέση με την Ελένη Παπαδάκη, φυσικό είναι να ξυπνούν και να προκαλούν θύμησες μιας εφιαλτικής κατοχικής ατμόσφαιρας και μιας αδελφοκτόνου εμφύλιας σύρραξης, που όλοι θέλουν να ξεχαστεί όσο γίνεται. Γι' αυτό δεν συζητήθηκαν ποτέ διεξοδικά όσο θα έπρεπε, αλλά έγινε προσπάθεια από όλες τις μεριές να σκεπαστούν, να θαφτούν, χωρίς ποτέ να έχουν αναλυθεί όσο θα έπρεπε.

Η Ελένη Παπαδάκη κοντά στις καθαρά καλλιτεχνικές πλευρές της είχε και άλλες, που ως σήμερα παρέμειναν στο ημίφως, γιατί τους αποδόθηκαν αδυναμίες και γνωρίσματα, που κατά τη γνώμη μερικών δεν ταίριαζαν στα φωτεινά πλεονεκτήματα της θεατρικής της τροχιάς. Η πολύχρονη, εσφαλμένη προσπάθεια, να αποσιωποιηθούν ορισμένες πτυχές μιάς κατά τα άλλα τόσο ευεργετικής για το θέατρο προσωπικότητας και παρουσίας, οδήγησε στο αποτέλεσμα η «υπόθεση Παπαδάκη » να θεωρηθεί «ταμπού » για πολλούς. Η πλευρά της αυτή, που ως σήμερα δέν έχει φωτιστεί αρκετά, την παρέσυρε στο μονοπάτι της λησμονιάς. Και το λάθος αυτό οφείλεται στη στάση και των δύο αντικρουόμενων παρατάξεων: Οι μέν δικοί της που κουκούλωσαν ορισμένες προσωπικές της επιλογές, κι ας απέβησαν πολλές από αυτές θετικότατες. Οι δε άλλοι, οι αντίθετοι, που αποσιώπησαν ή παραποίησαν γεγονότα ώστε να οδηγηθεί η όλη υπόθεση σε εξωπραγματικά συμπεράσματα.

Η Ελένη Παπαδάκη στη ζωή της γνώρισε ένα σκοπό, ένα πάθος - το θέατρο - και πρέπει να χαρακτηριστεί ως τελείως απολιτικό πρόσωπο. Κανονικά θα έπρεπε να περάσει απαρατήρητη μέσα από τη δίνη των πολιτικών γεγονότων της περιόδου 1941-1944. Χωρίς όμως να το καταλάβει αναδείχτηκε με την τελευταία στάση της και το τελος της σε τραγική ηρωίδα, εκεί που τίποτα το ηρωικό δέν είχε να παρουσιάσει η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας της. Είναι και εκείνη ένα από τα παραδείγματα, όπου τα ίδια τα γεγονότα και οι συνθήκες δημιουργούν ανθρώπινες μοίρες που ξεπερνούν το καθημερινό πλαίσιο.

Κάποτε η Ελένη Βλάχου, σε μιά επιφυλλίδα της στην Καθημερινή (26 Φεβρουαρίου 1961), είχε γράψει: «Για σκεφτείτε τι θα είχε γίνει στην Ελλάδα και στον κόσμο όλο, αν η Ελένη Παπαδάκη ήταν κομμουνίστρια. Τί ποιήματα, τί θρήνος, τί βιβλία, τί αγάλματα θα είχε εμπνεύσει, τί δρόμοι, τί θέατρα θα έφεραν το όνομά της. Αλλά ήταν δικιά μας και συνεπώς δεν την κλάψανε ούτε οι άλλοι ούτε εμείς».

Όσο αντιφατικό και αν φαίνεται, η Ελένη Παπαδάκη σίγουρα δεν υπήρξε συνειδητοποιημένο άτομο, που απο προσωπική της πεποίθηση και επιλογή άνηκε στη «δεξιά» παράταξη. Από την καταγωγή της και την κοινωνική της θέση τοποθετήθηκε στη Δεξιά, όταν η ίδια σίγουρα δεν είχε την παραμικρότερη γνώση του διαχωρισμού αυτού. Για την ίδια, σημασία είχε ο Άνθρωπος και η προσωπική του αξία ως ατόμου και μονάδας και όχι οι πολιτικές του πεποιθήσεις. Γι' αυτό και στο άμεσο περιβάλλον της συναντιούνται μορφές σαν του Βεάκη και του Γληνού, της Αλεξίου και της Καζαντζάκη, του Σικελιανού και άλλων προσωπικοτήτων του Πνεύματος, που άνηκαν στην «αριστερή» διανόηση της εποχής. Κοινωνικές ταξικές τοποθετήσεις δεν την απασχολούσαν, την απορροφούσε μονάχα και αποκλειστικά η Τέχνη και το Θέατρο. Αυτός ήταν ο κόσμος της, μέσα σ' αυτόν ανέπνεε και εκινήτο, τίποτε άλλο δεν υπήρχε γι' αύτήν.

Πριν από πολλά χρόνια ο Τήλεφος της Καθημερινής (10 Ιανουαρίου 1984) είχε εκφράσει την επιθυμία να βρεθεί κάποιος που θα ερευνούσε σε βάθος την "υπόθεση Παπαδάκη". Κάποιος που να σκύψει πάνω στο θέμα της, να κάμει μια επίμονη και επίπονη έρευνα πρός κάθε κατεύθυνση. Με αγάπη για την αλήθεια όποια κι αν είναι η όψη της, φωτεινή ή σκοτεινή, σαν την άλλη όψη της Σελήνης. Ελένη εξ άλλου σημαίνει Σελήνη».

Μιά και πέρασαν πάνω από πενήντα χρόνια από τα γεγονότα εκείνα, θα ήταν σωστό να εξεταστούν ορισμένες πλευρές της "υπόθεσης Παπαδάκη". Και αυτό όχι για να γίνει αναμόχλευση παθών, που κατά κανέναν τρόπο θα ήταν επιθυμητό. Αλλά για να φωτιστούν επιτέλους, χάρη της ιστορικής αλήθειας, ορισμένα συμβάντα, που παρέμειναν στο σκοτάδι. Και που μέσα σ' αυτά αναδεικνύονται άγνωστες πλευρές του χαρακτήρα της, που είναι απαραίτητες για να ολοκληρώσουν σωστά τη σκιαγραφία της. 

(Το κείμενο είναι από τον πρόλογο του βιβλίου: "ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Μία φωτεινή θεατρική πορεία με απροσδόκητο τέλος "του Πολύβιου Μαρσάν, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


Με την αγαπημένη της Νας, από τις ικανότητες
πρώτες σοφερίνες της εποχής 

Η ελληνική φύση, από τις μεγαλύτερες αδυναμίες της

Ο πατέρας Νικόλαος Παπαδάκης,
με τη μεγάλη του αδυναμία,
τη μικρή του κόρη Ελένη 

Η μητέρα Αικατερίνη, το γένος 
Στυλιανού Κωνσταντινίδη
 

Ο Κώστας Μουσούρης και η Ελένη Παπαδάκη 
στο "γιόκα μας" του Δημήτρη Ιωαννόπουλου
-Ιούλιος 1926


Ελένη Παπαδάκη και Κατίνα Παξινού 

Ελένη Παπαδάκη και Κατίνα Παξινού 


"Οι μετρέσες του μπαμπά " Ελένη Παπαδάκη,  Νίκος Δενδραμής 


Με τη μητέρα της και τον αδερφό 
της Μιχάλη
 


Κυριακή, Ιουνίου 12, 2022

ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ: Ο ΠΟΝΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (1908-1922)

Η κυρίαρχη θέση των Ελλήνων στην οικονομία του Πόντου και η πνευματική τους ανάπτυξη στα τέλη του 19ου αιώνα. Τα ανθελληνικά οικονομικά μέτρα των Νεοτούρκων και η κατάργηση των εκκλησιαστικών και των εκπαιδευτικών προνομίων. Η υποχρεωτική στράτευση των Ελλήνων στον οθωμανικό στρατό. Η οργανωμένη και μαζική εκτόπιση του ελληνικού στοιχείου. Η αισιοδοξία για εθνική αποκατάσταση μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία δεν ευοδώθηκε. Το σχέδιο της μαζικής εξόντωσης των Ποντίων και ο διωγμός τους από τις πατρογονικές τους εστίες.


Μια αντιφατική περίοδος: η ανάπτυξη των Ποντίων μέσα στο απολυταρχικό καθεστώς του Αβδούλ Χαμίτ (1878-1908)

Η περίοδος λίγο πριν και μετά τα μέσα του 19ου αι. ήταν μία περίοδος σημαντικών αλλαγών σε πολλά επίπεδα για τους Ελληνες του Πόντου με θετικά κυρίως αποτελέσματα. Οι κυριότερες από αυτές τις αλλαγές προήλθαν από τις μεταρρυθμίσεις του 1839 και κυρίως του 1856, που είχαν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση, έστω αργή και μερική, της θέσης των Ελλήνων, τη φανέρωση χιλιάδων κρυπτοχριστιανών και την αναδιάρθρωση της κοινοτικής αυτοδιοίκησης με τη θέσπιση των Εθνικών Κανονισμών. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές βέβαια δεν εφαρμόστηκαν άμεσα και σε όλο το εύρος τους, όπως προβλέπονταν, αλλά υπήρχαν συνεχώς παλινωδίες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της φανέρωσης των κρυπτοχριστιανών, η οποία, καθώς άρχισε μετά το 1857 να λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις, προκάλεσε την παρέμβαση των οθωμανικών αρχών, με αποτέλεσμα, λόγω του εκφοβισμού και των απειλών, τη ματαίωση της διαδικασίας. Οι δε Εθνικοί Κανονισμοί, σύμφωνα με τους οποίους οι λαϊκοί διέθεταν πλέον την πλειοψηφία σε σχέση με τους κληρικούς στην τοπική αυτοδιοίκηση της Κάθε κοινότητας, δημιούργησε εσωτερικές προστριβές στο ελληνικό στοιχείο. Πιθανόν σε ένα βαθμό οι ενδοκοινοτικές συγκρούσεις στην Τραπεζούντα κατά το β' μισό του 19ου αιώνα, όπως αυτή του 1875, οφείλονταν σε αυτή την αλλαγή.

Ο Ναός της Αγίας Τριάδος και το Ελληνικό
 Σχολείο Σαμψούντας (K. Φωτιάδης και Ιάκ. Μιχαηλίδης,
Πόντος. Ο Ποντιακός Ελληνισμός.
 Ιστορικό Λεύκωμα, National
Geographic, Αθήνα 2010).

Και άλλες όμως αλλαγές, που δεν ήταν άμεσα συνυφασμένες με τις μεταρρυθμίσεις, είχαν σημαντικές επιπτώσεις στη ζωή των Ποντίων, όπως ήταν η κατάλυση τη δεκαετία του 1840 του καταπιεστικού καθεστώτος των ντερεμπέηδων και n εμπορική συμφωνία Βρετανίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1838, n οποία προκάλεσε σε σημαντικό βαθμό την άνοδο του διαμετακομιστικού εμπορίου στον Πόντο κυρίως με την Περσία, αλλά και τη Μεσοποταμία, μέσω των δρόμων Τραπεζούντας-Ταυρίδας και Αμισού-Βαγδάτης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1869 το 40% του εξωτερικού εμπορίου της Περσίας περνούσε από την Τραπεζούντα. Αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών ήταν να αναπτυχθεί η οικονομική ζωή των Ελλήνων και να εποικιστούν οι παράλιες πόλεις από Ελληνες της ενδοχώρας, οι οποίοι είχαν αποτραβηχτεί από τα παράλια στις ορεινές περιοχές λόγω της αυθαιρεσίας της εξουσίας των τοπικών αξιωματούχων. Οι νέες βελτιωμένες συνθήκες βοήθησαν τη γενικότερη πολιτιστική ανάπτυξη των Ελλήνων με την ίδρυση σχολείων και συλλόγων και συνέβαλαν στην πληθυσμιακή ανάπτυξη των Ελλήνων.

Ωστόσο, η βελτίωση της θέσης των Ελλήνων δεν ήταν χωρίς προσκόμματα. Ενδεικτικές είναι οι περιπτώσεις της οικονομικής και της πληθυσμιακής ανάπτυξης. Για παράδειγμα, η οικονομική άνοδος ανακόπηκε μετά το 1870 λόγω της διάνοιξης της διώρυγας του Σουέζ το 1869 και κυρίως της λειτουργίας το 1872 της νέας σιδηροδρομικής γραμμής Τιφλίδος-Πότι, που συνέδεσε το Πότι με την Περσία. Την δε πληθυσμιακή σύνθεση του Πόντου επηρέασε όχι μόνο η ανακοπή της φανέρωσης των κρυπτοχριστιανών και της φυγής μέρους τους προς τη Ρωσία, αλλά και n έλευση στον Πόντο Γεωργιανών μουσουλμάνων προσφύγων από τον Καύκασο μετά την προσάρτηση των περιοχών τους στη Ρωσία στις αρχές της δεκαετίας του 1860. οι πιέσεις, δε, που ασκούσαν οι νέοι αυτοί πληθυσμοί στους χριστιανούς προκάλεσαν νέο κύμα μετανάστευσης Ελλήνων προς τον Καύκασο, που υποβοηθήθηκε και από τη ρωσική πολιτική προσέλκυσης Ελλήνων μεταναστών στις νεοαποκτηθείσες περιοχές στον Καύκασο, προκειμένου να ενισχυθούν οι χριστιανικοί πληθυσμοί εκεί.

Το ελληνικό στοιχείο γνώρισε μία πρόσκαιρη δοκιμασία με την ψήφιση του Συντάγματος του 1876 και τον Ρωσοοθωμανικό Πόλεμο του 1877-1878, αλλά δεν ανακόπηκε n ανάπτυξή του. Η θέσπιση, σύμφωνα με το Σύνταγμα, της ισότητας χριστιανών και μουσουλμάνων προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις από τους μουσουλμάνους στον Πόντο και δημιούργησε ένταση ανάμεσα στους δύο πληθυσμούς, η οποία αυξήθηκε με την έκρηξη του πολέμου με τη Ρωσία. Ιδιαιτέρως υπέστησαν όχι μόνο τα δεινά του πολέμου, αλλά και την εκδικητικότητα των μουσουλμάνων με αλλεπάλληλες επιθέσεις και λεηλασίες τα ελληνικά χωριά που βρίσκονταν κοντά στο μέτωπο. Ο πόλεμος αυτός όμως είχε κυρίως επιπτώσεις στην πληθυσμιακή σύνθεση του πληθυσμού, καθώς και πάλι προκλήθηκε νέο μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα μουσουλμάνων του Καυκάσου προς τον Πόντο, ιδίως μετά την παραχώρηση στη Ρωσία με τη Συνθήκη του 1878 των οθωμανικών περιοχών του Βατούμ, του Καρς και του Αρνταχάν και, αντίστοιχα, λόγω της παρουσίας και της δράσης τους, μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών στις αντίστοιχες περιοχές. οι απώλειες για τον ελληνικό πληθυσμό ήταν μεγάλες: Μόνο στο Καρς κατέφυγαν μεταξύ 1878 και 1886 28.975 Ελλήνων, ενώ υπολογίζονται σε 100.000 οι Έλληνες που έφυγαν από τον Πόντο προς τη νότια Ρωσία και τον Καύκασο την περίοδο 1829 έως 1882. Αντιστοίχως υπολογίζονται σε 500.000 οι μουσουλμάνοι που ήρθαν από τη Ρωσία στον Πόντο στο διάστημα μεταξύ 1881-1914 και οι οποίοι προστέθηκαν στο 1,5 εκατομμύριο Κιρκασίων προσφύγων των προηγούμενων δεκαετιών. Η μεταναστευτική αυτή ροή των Ελλήνων συνεχίστηκε, με βραδύτερους ρυθμούς, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν και εκεί οι Ελληνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1895, λίγα χρόνια δηλαδή μετά την εγκατάστασή τους στο Καρς, πολλοί Ελληνες θέλησαν να μεταναστεύσουν στην ελεύθερη Ελλάδα.

Εορτασμός για το Σύνταγμα των Νεοτούρκων,
 Σούρμενα Ιούλιος 1908 (Ο Πόντος των Ελλήνων
)

Η πανισλαμιστική και αυταρχική πολιτική του Αβδούλ Χαμίτ δεν φαίνεται να εφαρμόσθηκε με ιδιαίτερη ένταση στον Πόντο, παρά την ύπαρξη πολλών συντηρητικών μουσουλμανικών στοιχείων, ίσως και λόγω του φόβου ρωσικών επεμβάσεων στην περιοχή. Αυτό δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχαν προβλήματα και κυρίως ανησυχία, αβεβαιότητα και ανασφάλεια στους Ελληνες, ιδίως σε περιόδους έντασης, όπως ήταν η περίοδος των πρώτων σφαγών των Αρμενίων το 1889 και κυρίως το 1894-1896. Ενδεικτικό της πολιτικής του οθωμανικού κράτους έναντι των Ελλήνων ήταν n αρνητική στάση του στην επίλυση του αιτήματος κρυπτοχριστιανών, που είχαν φανερωθεί, να θεωρηθούν χριστιανοί και να εξαιρεθούν της στρατολόγησης. οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και μουσουλμάνων μπορεί να μην είχαν τις εντάσεις του παρελθόντος, αλλά κυριαρχούνταν από καχυποψία και υποβόσκουσα εχθρικότητα, έχοντας χαρακτήρα αμοιβαίας αναγκαστικής ανεκτικότητας. Παρά τις αλλαγές που είχαν επέλθει στη θέση των Ελλήνων, ο διαχωρισμός μεταξύ κυριάρχων και υποδούλων ή έστω υποτελών παρέμενε σαφής, καθώς οι μουσουλμάνοι συνέχιζαν να τους βλέπουν και αρκετές φορές να τους αντιμετωπίζουν ως ένα υποτελές έθνος. Οι επαφές μεταξύ τους ήταν περιορισμένες, ιδίως στις πόλεις, όπου ζούσαν σε ξεχωριστές συνοικίες, και αφορούσαν κυρίως εμπορικές συναλλαγές. Σε γενικές γραμμές πάντως στην καθημερινή ζωή στον Πόντο στις αρχές του 20ού αι. θα πρέπει να επικρατούσε σχετική ηρεμία μεταξύ των δύο πληθυσμών καθώς οι Έλληνες για προφανείς λόγους δεν διεκδίκησαν το μόνο στοιχείο ίσως που τους έλειπε, την πολιτική ισχύ. Αυτή η ισχύς συλλογικά για το ρωμαίικο στοιχείο του Πόντου θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσα στο πλαίσιο εθνικών διεκδικήσεων, καθώς ο διαχωρισμός των πληθυσμών στο οθωμανικό κράτος ήταν εθνικοθρησκευτικός. Δεν φαίνεται όμως να εκδηλώθηκε κάποια ιδιαίτερη εθνική δραστηριοποίηση στον Πόντο την περίοδο αυτή από τους Ελληνες. Οι ελάχιστες και αποσπασματικές μαρτυρίες που υπάρχουν είναι είτε τελείως αστήριχτες, όπως αυτή της αναφοράς του Μουσταφά Κεμάλ για επαναστατική κίνηση των Ελλήνων της Ινέπολης το 1849, είτε βασίζονται σε τελείως ανεξακρίβωτες πληροφορίες, όπως αυτή και πάλι του Κεμάλ, για εθνική κίνηση των Ελλήνων μαθητών του Αμερικανικού Κολεγίου Ανατόλια στη Μερζιφούντα το 1904.

Στο οικονομικό πεδίο, παρά τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στο διαμετακομιστικό εμπόριο, κυρίως της Τραπεζούντας, από τη δημιουργία νέων εμπορικών δρόμων, n οικονομική ανάπτυξη των Ελλήνων συνεχίσθηκε κυρίως λόγω της ανόδου της ναυσιπλοΐας στον Εύξεινο Πόντο και της ενασχόλησης με το εμπόριο, εσωτερικό και εξωτερικό. Ακόμη και το εξαγωγικό εμπόριο της Τραπεζούντας γνώρισε μία νέα προσωρινή ανάκαμψη την περίοδο 1897-1906 με τον αποκλεισμό από τη Ρωσία του δρόμου Καυκάσου-Περσίας. Βεβαίως, στην οικονομική άνθηση δεν συμμετείχαν όλοι οι Ελληνες με τον ίδιο τρόπο. Περισσότερη ανάπτυξη γνώρισαν οι παράλιες εμπορικές πόλεις. Λόγω δε του εμπορικού χαρακτήρα των πόλεων αυτών και των δυνατοτήτων που προσέφεραν οι εμπορικές δραστηριότητες παρατηρήθηκε έντονη τάση αστικοποίησης ελληνικών αγροτικών πληθυσμών από την ενδοχώρα του Πόντου. Τη διαδικασία αυτή υποβοήθησε το γεγονός ότι σημαντικό μέρος του εμπορίου αποτελούσε η διακίνηση γεωργικών προϊόντων. Η κυρίαρχη θέση των Ελλήνων στην οικονομία του Πόντου φαίνεται από την ύπαρξη τεσσάρων τραπεζικών και εμπορικών οίκων στην Τραπεζούντα και άλλων τόσων εφοπλιστικών και εμπορικών οίκων στην Κερασούντα. Οι εμπορικές δε δραστηριότητες των Ελλήνων του Πόντου επεκτάθηκαν και πέραν του Πόντου με δημιουργία εταιριών διαμετακομιστικού εμπορίου, εμπορικών υποκαταστημάτων κ.ά. στη νότια Ρωσία, στην Κωνσταντινούπολη, στη Βρετανία, στη Μασσαλία και αλλού. Αλλά και στις διευθυντικές και υπαλληλικές θέσεις εταιριών, τραπεζών, γραφείων, καταστημάτων κ.α. οι Έλληνες κατείχαν τις περισσότερες θέσεις, ενώ και στην όχι και τόσο αναπτυγμένη βιοτεχνία είχαν κυρίαρχη θέση. Το ελληνικό στοιχείο πρωταγωνίστησε και στους αγώνες των εργατών και των αγροτών, αγώνες που κυρίως έλαβαν χώρα στην Αμισό και συνδέονταν με την εμπορία καπνού, η οποία βρισκόταν υπό το μονοπωλιακό έλεγχο της εταιρίας Regie, που εγκαταστάθηκε στην αυτοκρατορία το 1874. Κατά των χαμηλών τιμών που τους έδινε εξεγέρθηκαν το 1877 οι καλλιεργητές καπνού της περιοχής της Αμισού, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν Ελληνες, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η αρωγή του ελληνικού κράτους στην οικονομική προσπάθεια των Ελλήνων του Πόντου ήρθε, κάπως αργά, με την ίδρυση υποκαταστήματος της Τραπέζης Αθηνών στην Τραπεζούντα. Ουσιαστικό όμως και ενεργό ενδιαφέρον για την περιοχή και τους Ελληνες κατοίκους της το ελληνικό κράτος επέδειξε μόνο μετά το 1900 και περισσότερο μετά το 1910. Εξάλλου η παρουσία του ελληνικού στην περιοχή αρχικά ήταν πολύ περιορισμένη έχοντας από το 1849 ένα μόνο υποπροξενείο στην Τραπεζούντα, το οποίο αναβαθμίστηκε αργότερα, ενώ ιδρύθηκε υποπροξενείο στην Αμισό.

Ακόμη στο χώρο της εκπαίδευσης, χώρο κατεξοχήν δραστηριοποίησης των ελληνικών προξενείων στις υπόδουλες περιοχές κυρίως του ευρωπαϊκού τμήματος της αυτοκρατορίας, δεν υπήρξε ιδιαίτερη βοήθεια από το ελληνικό κράτος. Παρά την απουσία του ελληνικού κράτους, ο Ελληνισμός του Πόντου στο χώρο της εκπαίδευσης, πέραν εκείνου της οικονομίας, επέδειξε τη μεγαλύτερη ανάπτυξη. Τα αποτελέσματα της προσπάθειας στην εκπαίδευση ήταν πραγματικά εντυπωσιακά κυρίως μετά το 1880 και παρά τις οποίες δυσκολίες υπήρχαν, είτε εξωτερικές, από το οθωμανικό κράτος, είτε εσωτερικές, από ενδοκοινοτικές διενέξεις. Χτίστηκαν νέα σχολεία, αναπαλαιώθηκαν παλαιά και έγιναν προσλήψεις δασκάλων, κυρίως με έξοδα της Εκκλησίας, των μοναστηριών, των κοινοτήτων, των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων, οι οποίοι γνώρισαν θεαματική αύξηση σε αριθμό μετά το 1870, με εράνους, αλλά και με δωρεές ευκατάστατων Ελλήνων, ιδίως της Ρωσίας. Σύμφωνα με τα στατιστικά που διαθέτουμε, το 1890 πρέπει να υπήρχαν περίπου 500 ελληνικά σχολεία με 20.000 μαθητές και 500 δασκάλους, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα τα σχολεία και οι δάσκαλοι είχαν υπερδιπλασιασθεί (1.050 σχολεία και 1.250 δάσκαλοι), ενώ οι μαθητές είχαν φτάσει τις 70.000. Το Φροντιστήριο Τραπεζούντας αλλά και το αντίστοιχο της Αργυρούπολης συνέβαλαν στην ανάπτυξη της ανώτερης εκπαίδευσης στην περιοχή, ενώ ορισμένοι Ελληνες συνέχισαν τις σπουδές τους στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ή σε άλλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Η συνολικότερη πνευματική ανάπτυξη αντικατοπτρίζεται και στη βραχύβια έστω κυκλοφορία δύο ελληνικών περιοδικών μετά το 1880, έτος λειτουργίας του πρώτου ελληνικού τυπογραφείου στην περιοχή. Η εκπαιδευτική ανάπτυξη των Ελλήνων ανέκοψε, και σε ορισμένες περιπτώσεις ανέστειλε, και τη δυτική προσηλυτιστική προσπάθεια που επιχειρήθηκε στον Πόντο και n οποία διενεργήθηκε μέσω κυρίως της εκπαίδευσης από τις προτεσταντικές πρωτίστως και καθολικές δευτερευόντως ιεραποστολές. Είναι χαρακτηριστικό ότι περισσότερο δραστηριοποιήθηκαν και είχαν επιτυχία οι ιεραποστολές αυτές σε περιοχές των μεσογείων του Πόντου, όπου υπήρχαν λίγα ή καθόλου ελληνικά σχολεία.


Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ: Ένοχοι και συνένοχοι 


Τετάρτη, Ιουνίου 01, 2022

Αιγός Ποταμοί: Η τελική μάχη του Πελοποννησιακού Πολέμου(405/4 π.Χ.)

Χάρτης της περιοχής Αιγός Ποταμοί όπου 
έλαβε χώρα η τελική σύγκρουση μεταξύ 
Αθηναίων και Πελοποννησίων (405 π.Χ)



Μετά τη συντριβή στις Αργινούσες υπήρχε λίγος χώρος για επιλογές και τυπικότητες. Μια δεύτερη πρόταση ειρήνης, με τους ίδιους όρους του 410, έπεσε και πάλι στο κενό, καθώς οι Αθηναίοι προσέβλεπαν σε μεταστροφή της περσικής πολιτικής μετά τη συντριβή του πολυέξοδου συμμάχου τους. Προς στιγμήν φάνηκε να δικαιώνονται, όταν τα πληρώματα του πελοποννησιακού στόλου έπαιρναν το μισθό τους δουλεύοντας τη γη των Χίων. Οι συμμαχικές πόλεις, πιθανώς υπό την επιρροή των επιφανών φίλων του Λυσάνδρου, αιτήθηκαν στη Σπάρτη την επιστροφή του νικητή ναυάρχου και ο Λύσανδρος επέστρεψε ως επιστολεύς, γραμματέας του Αράκου, τύποις μόνο ναυάρχου, υποχρεωμένου μάλιστα να υπακούει τον Λύσανδρο. Στην Αντανδρο, κοντά στις περιοχές με την άριστη ναυπηγική ξυλεία, ναυπηγείτο ο νέος πελοποννησιακός στόλος, όχι δίχως προβλήματα, καθώς ο Κύρος τόνισε στον Λύσανδρο ότι τα χρήματα που έχουν ξοδευτεί είναι πάρα πολλά. Προτού μάλιστα φύγει για να συναντήσει τον Δαρείο Β' παραχώρησε στον Σπαρτιάτη ναύαρχο τη συλλογή των φόρων της περιοχής, αλλά του απαγόρευσε ρητά να συγκρουστεί με τον αθηναϊκό στόλο αν δεν εξασφάλιζε σημαντική αριθμητική υπεροχή. Γίνεται σαφές ότι ακόμη κι ο Κύρος άρχισε να αμφιβάλει για τη δυνατότητα της Σπάρτης να δώσει τέλος στον πόλεμο.

Ο Λύσανδρος ανοίχτηκε στο Αιγαίο και πέτυχε να παρασύρει τον αθηναϊκό στόλο, ώστε να μπορέσει να κατευθυνθεί στον Ελλήσποντο, το νευραλγικό σημείο για τη διατροφή των Αθηναίων. Η αιφνιδιαστική κατάληψη της Λαμψάκου ανάγκασε τον αθηναϊκό στόλο να μπει στα στενά και να προκαλέσει ναυμαχία. Επρεπε απαραιτήτως να επιτηρεί εκ του σύνεγγυς τον Λύσανδρο για να αποτρέψει νέες επιθετικές ενέργειες. Για το λόγο αυτό δεν ελλιμενίστηκε στη Σηστό, όπως συμβούλεψε ο Αλκιβιάδης, αλλά σε μια έρημη παραλία, στην τοποθεσία Αιγός Ποταμοί. Το τίμημα ήταν η χρονοτριβή στη συγκέντρωση προμηθειών. Επειδή n ισχύς της τριήρους βασίζεται στο χαμηλό της βάρος, ελάχιστες προμήθειες αποθηκεύονταν στα πλοία και οι κωπηλάτες συντηρούνταν από τις κατά τόπους φιλικές πόλεις. Ετσι και τώρα, οι Αθηναίοι ήταν αναγκασμένοι Κάθε πρωί να ανοίγονται προς τη Λάμψακο, να προκαλούν ανεπιτυχώς έναν απρόθυμο αντίπαλο σε ναυμαχία, να επιστρέφουν στη βάση τους και να διασκορπίζονται για να συγκεντρώσουν προμήθειες (μια τακτική καταστροφική για την πειθαρχία και το ηθικό κάθε στρατιωτικής μονάδας). Η παρελκυστική τακτική του Λυσάνδρου εξακολούθησε επί τέσσερις ημέρες, αλλά ο Σπαρτιάτης ναύαρχος φρόντιζε να παρακολουθεί τις αθηναϊκές δραστηριότητες και δεν αποβίβαζε τα πληρώματά του μέχρι να φτάσει n αναφορά για τις κινήσεις των Αθηναίων. Την πέμπτη ημέρα η ακταιωρός του Λυσάνδρου παρατήρησε ξανά τους Αθηναίους να σκορπίζονται, εφησυχασμένους από την απροθυμία των αντιπάλων να συγκρουστούν. Οταν πλέον οι περισσότεροι είχαν εγκαταλείψει το στρατόπεδο, μια ασπίδα υψωμένη στον αέρα έδωσε το οπτικό σήμα στη Λάμψακο ότι το αθηναϊκό στρατόπεδο ήταν αποδιοργανωμένο. Αμέσως ο Λύσανδρος σήμανε γενική επίθεση από ξηρά και θάλασσα, βρήκε τους αντιπάλους του εντελώς απροετοίμαστους και η συντριβή ήταν απόλυτη: από τις 180 τριήρεις γλίτωσαν μόλις 8 και οι άλλες έπεσαν στα χέρια του Λυσάνδρου. Το αποφασιστικό χτύπημα είχε δοθεί, n Αθήνα δεν μπορούσε να ανακάμψει μετά την απόλυτη καταστροφή, δίχως τον έλεγχο των στενών το φάσμα της πείνας θα τη γονάτιζε. Ο Λύσανδρος δεν βιαζόταν. Υστερα από διαβουλεύσεις, έσφαξε τους 3.500 αιχμαλώτους Αθηναίους, επισκεύασε τα πλοία του και αργά κινήθηκε προς την Αθήνα.

Ο Ξενοφώντας περιγράφει τη δραματική νύχτα που έζησε η Αθήνα: «Τη νύχτα που έφτασε η Πάραλος διαδιδόταν η είδηση της συμφοράς. Ενας πικρός θρήνος σηκώθηκε από τον Πειραιά και επικάθησε στο άστυ μέσω των μακρών τειχών, μεταδιδόμενος από στόμα σε στόμα. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε κανείς και όλοι πενθούσαν όχι μόνο τους νεκρούς, αλλά πολύ περισσότερο τους ίδιους τους τους εαυτούς. Θεωρούσαν ότι θα πάθαιναν όσα εκείνοι είχαν κάνει στους Μηλίους, τους Ιστιαίους, τους Σκιωναίους, τους Τορωναίους, τους Αιγινήτες και σε πολλούς άλλους Έλληνες. Την επομένη συγκάλεσαν έκτακτη Εκκλησία και αποφάσισαν να επιχωματώσουν τα λιμάνια πλην ενός, να επισκευάσουν τα τείχη, να εγκαταστήσουν φρουρές και να προετοιμάσουν την πόλη για πολιορκία». Πράγματι, την ώρα που ο Λύσανδρος με 150 τριήρεις απέκλειε τον Πειραιά, ο έτερος βασιλιάς, Παυσανίας, κατέφθανε με μεγάλη δύναμη Πελοποννησίων και στρατοπέδευσε στην Ακαδημία. Δεν είχε καμία διάθεση να αφήσει τη δόξα στους υποστηρικτές της διευρυμένης ηγεμονίας. Η Αθήνα θα υπομείνει μεγάλες δοκιμασίες και ένας παλιός γνώριμος προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη συμφορά για μια δεύτερη ολιγαρχική διακυβέρνηση. Οι διαπραγματεύσεις του Θηραμένη θα αποτελούσαν τη βάση για την εγκαθίδρυση μιας στενής ολιγαρχίας, των τριάκοντα «συγγραφέων».


Η συνθηκολόγηση της Αθήνας

Οι Αθηναίοι, μετά την ήττα τους στους Αιγός Ποταμούς, πολιορκημένοι από ξηρά και θάλασσα, υπό την απειλή λοιμού, στέλνουν αμέσως πρέσβεις στη Σπάρτη για να ανακοινώσουν ότι είναι έτοιμοι να γίνουν «σύμμαχοι» των Λακεδαιμονίων υπό τον όρο να διατηρήσουν το σύνολο των οχυρώσεών τους. Αυτοί οι όροι απορρίπτονται και τέσσερις μήνες αργότερα, εξασθενημένοι από τον λοιμό, οι Αθηναίοι συμφώνησαν να παραδώσουν το στόλο τους εκτός από δώδεκα πλοία, να κατεδαφίσουν τα Μακρά Τείχη και τις οχυρώσεις του Πειραιά, να προσχωρήσουν στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και «να ακολουθούν τους Σπαρτιάτες όπου και αν τους οδηγούν, κατά γη και κατά θάλασσα». Φαίνεται όμως ότι οι Αθηναίοι απέφυγαν την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης τους, αφού κυρίως οι Κορίνθιοι και οι Θηβαίοι πίεζαν να καταστραφεί η πόλη, ενώ και ορισμένοι Σπαρτιάτες επιθυμούσαν την ισοπέδωση της Αθήνας. Οι σπαρτιατικές αρχές αντιτάχθηκαν σε αυτό το αίτημα επικαλούμενοι τη σημαντική προσφορά των Αθηναίων κατά τους Μηδικούς Πολέμους. Στην πραγματικότητα, είναι πιθανό ότι είχαν αρχίσει να ανησυχούν για τη ραγδαία ανάπτυξη της Θήβας, η οποία πλέον αναδυόταν στη μοναδική ηγεμονική δύναμη της Κεντρικής Ελλάδας. Κατά τη λεηλασία που πραγματοποιήθηκε στην Αττική προέκυψαν πολλές διαφωνίες ανάμεσα στους νικητές: οι Σπαρτιάτες κατηγορούσαν τους Θηβαίους ότι είχαν επωφεληθεί από την εγγύτητά τους για να ιδιοποιηθούν ένα μεγάλο μέρος του πλούτου της Αττικής, ενώ οι Πελοποννήσιοι κατηγορούσαν τους Σπαρτιάτες ότι δεν είχαν προβεί στη συνήθη διανομή λαφύρων.


Η τύχη της Αθήνας. οι τριάκοντα τύραννοι. Επίλογος

Από πολιτικής απόψεως η Δημοκρατία βρισκόταν παντού σε εξασθένηση, αφού ο αθηναϊκός στόλος, το όχημα του προσηλυτισμού της Δημοκρατίας, συρρικνώθηκε σημαντικά το 404 π.Χ. Σχετικά με το πολίτευμα που θα επέβαλλε η Σπάρτη στην Αθήνα ακολουθήθηκε η άποψη του Λύσανδρου: Η Σπάρτη επέβαλε τη λύση της ολιγαρχίας, τους τριάκοντα τυράννους. Ετσι, οι οκτώ επόμενοι μήνες (από τον Απρίλιο του 404 π.Χ. έως το τέλος του έτους) αποτελούν μία από τις πιο πικρές περιόδους της αθηναϊκής ιστορίας. Ο Λύσανδρος φτάνει στον Πειραιά με εκατό πλοία και απειλεί να θεωρήσει διαλυθείσα την ειρήνη, εάν η Εκκλησία του Δήμου δεν αναθέσει την εξουσία σε μία επιτροπή τριάντα ολιγαρχικών. Πριν περάσει πολύς καιρός, οι Σπαρτιάτες υποχρεώθηκαν να στηρίξουν τους τριάκοντα με μία σπαρτιατική φρουρά 700 ανδρών, τα έξοδα της οποίας επιβαρύνθηκαν οι Αθηναίοι με επικεφαλής έναν αρμοστή, τον Καλλίβιο. οι εξόριστοι δημοκρατικοί κατέφυγαν στα Μέγαρα, στο Άργος και κυρίως στη Θήβα, όπου η εξουσία είχε περιέλθει στον Ισμηνία που ακολουθούσε αντιλακωνική πολιτική. Με την παροχή ασύλου στους εξόριστους Αθηναίους, οι Θηβαίοι επιχειρούσαν να αποδυναμώσουν τον έλεγχο της Σπάρτης στην ευρύτερη περιοχή. οι δημοκρατικοί της Αθήνας, με αρχηγό τον Θρασύβουλο, κατέλαβαν τη Φυλή στη βορειοδυτική Αττική, ένα οχυρό πολύ κοντά στα σύνορα με τη Βοιωτία. Εν τω μεταξύ στην Αθήνα οι τριάκοντα έχουν χάσει την υπόληψή τους εξαιτίας των πολλών εγκλημάτων που διαπράττουν. Ο Ισοκράτης αναφέρει ότι οι εγκατεστημένοι από τον Λύσανδρο ολιγαρχικοί «οδήγησαν στο θάνατο χωρίς δίκη περισσότερους ανθρώπους σε τρεις μήνες από όσους δίκασε η δική μας πόλη καθ' όλη τη διάρκεια της κυριαρχίας της». Οι Αθηναίοι που έχουν μείνει στην πόλη εκδιώκουν τους τριάκοντα, χωρίς όμως να συμφιλιώνονται με τους δημοκρατικούς. Υπάρχουν, λοιπόν, τρεις παρατάξεις που διεκδικούν την εξουσία στην Αθήνα: οι τριάκοντα που έχουν καταφύγει στην Ελευσίνα, «οι εν άστει» (μετριοπαθείς ολιγαρχικοί) και οι δημοκρατικοί, που από τη Φυλή «κατέβηκαν» στον Πειραιά. Οι τελευταίοι επικράτησαν σε σύγκρουση με τους ολιγαρχικούς και σκότωσαν τον Κριτία, τον ηγέτη της φιλολακωνικής παράταξης.

Την άνοιξη του 403 π.Χ. ο Λύσανδρος καταφέρνει να διοριστεί αρμοστής στην Αθήνα με στόχο να πολιορκήσει και να αναγκάσει σε λιμοκτονία τους δημοκρατικούς. Τελικά, με παρέμβαση του βασιλιά Παυσανία (απέσπασε την έγκριση τριών από τους πέντε εφόρους), επιτράπηκε στους εξόριστους δημοκρατικούς Αθηναίους να επιστρέψουν τον Σεπτέμβριο του 403 π.Χ. στην πόλη εμποδίζοντας τον Λύσανδρο «να μετατρέψει την Αθήνα σε κτήση του». Σε όποιον ολιγαρχικό ήθελε, δόθηκε το δικαίωμα να καταφύγει στην Ελευσίνα, όπου μία ομάδα ολιγαρχικών εξακολουθούσε να αντιστέκεται μέχρι τα τέλη του 401 π.Χ.

Ο Παυσανίας ενθάρρυνε τη συμφιλίωση μεταξύ των Αθηναίων και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 403). Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς είχε αντιληφθεί ότι το συμφέρον της Σπάρτης δεν είναι να στηριχτεί σε αντιδημοτικά καθεστώτα, αλλά να επωφεληθεί από τη θέση της μοναδικής μεγάλης δύναμης που κατέχει για να διαδραματίσει το ρόλο του διαιτητή στις εμφύλιες διαμάχες στο εσωτερικό των πόλεων. Ομως, μετά την επιστροφή του στη Σπάρτη, ο Παυσανίας δικάστηκε για τις πρωτοβουλίες του στην Αθήνα, αλλά απαλλάχθηκε λόγω ισοψηφίας, γεγονός που φανερώνει μία βαθιά διαίρεση στη σπαρτιατική πολιτική.

Αυτή n επαμφοτερίζουσα στάση είναι ένα πρώτο δείγμα για το πόσο ανέτοιμη ήταν η Σπάρτη να αναλάβει αποκλειστικά την ηγεμονία της Ελλάδας. Το τέλος του μακροχρόνιου Πελοποννησιακού Πολέμου δεν επρόκειτο να επιφέρει την πολυπόθητη ελευθερία, ούτε την πολιτική σταθερότητα στις ελληνικές πόλεις της εποχής. Η σύντομη σπαρτιατική ηγεμονία επέφερε νέες πολεμικές αναστατώσεις και αναβρασμό. Μόλις το 395 π.Χ. αρχίζει ο Κορινθιακός Πόλεμος, o οποίος κρατά μέχρι το 386. Η σπαρτιατική ηγεμονία καταλύεται το 370 π.Χ. στη Μάχη των Λεύκτρων. Επειτα από μια σύντομη υπεροχή των Θηβαίων, των νικητών στα Λεύκτρα, θα χρειαστεί να περιμένουμε μέχρι το 360 π.Χ και την εμφάνιση του Φιλίππου της Μακεδονίας για να ξαναμπεί n Ελλάδα σε τροχιά ανάκαμψης και να συνέλθει από τις επιπτώσεις του μακροχρόνιου Πελοποννησιακού Πολέμου.


Πηγή κειμένου : ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΠΕΛΛΟΠΟΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ: Ο πρώτος "εμφύλιος" των Ελλήνων