Σάββατο, Δεκεμβρίου 27, 2025

ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΠΑΥΛΟΥ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ. 7 ΣΦΑΙΡΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η πορεία του νεαρού από τα Βελωτά Ευρυτανίας στην πανεπιστημιακή έδρα του Μονάχου. Ο πόλεμός του με τη Χούντα και η εκπομπή από την «Ντόιτσε Βέλε». Ο «προαναγγελθείς φόνος» στην οδό Ομήρου. Ο εμπνευστής της ιδέας της εθνικής συμφιλίωσης θύμα της οξύτατης πόλωσης του 1989. Η στάση της Αριστεράς εναντίον του φαινομένου της τρομοκρατίας. Πώς κατέγραψε και έκρινε τα γεγονότα και τα κίνητρα ο Τύπος της εποχής και η ιδέα του «ιστορικού συμβιβασμού» αλά ελληνικά.

Νωρίς το πρωί της Τρίτης 26 Σεπτεμβρίου 1989, ο Παύλος Μπακογιάννης, εν ενεργεία βουλευτής της Ν.Δ. και εξέχων δημοσιογράφος, έπεφτε νεκρός στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου στεγαζόταν το γραφείο του (οδός Ομήρου 52), από σφαίρες της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη». 

Το αίμα του Παύλου Μπακογιάννη,
νωπό στο πεζοδρόμιο και το
οδόστρωμα μπροστά
από την πολυκατοικία της
οδού Ομήρου.
Η είδηση διαδίδεται αστραπιαία από στόμα σε στόμα και ολόκληρη η Ελλάδα «παγώνει». Το γεγονός αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές της κοινωνίας, που νιώθει ότι πλήττεται θανάσιμα ένα διακεκριμένο μέλος της, αφού το θύμα είναι εκπρόσωπος μιας ισχυρής μερίδας της στο Κοινοβούλιο και μια προσωπικότητα δημοφιλής και αποδεκτή από όλο το φάσμα του πολιτικού κόσμου. «Στην κουβέντα “χάσαμε το δικό μας άνθρωπο” συνοψίζονταν τα συναισθήματα των κατοίκων της Ευρυτανίας για τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη», έγραφε η «Καθημερινή» την επομένη της δολοφονίας. Ο Μπακογιάννης θα είναι ο πρώτος Ελληνας πολιτικός που σκοτώνεται από τρομοκράτες. Γεννημένος το 1935 στα Βελωτά Ευρυτανίας, ο Παύλος Μπακογιάννης σπούδασε Πολιτικές και Κοινωνικές Επιστήμες στην Πάντειο και τα Πανεπιστήμια Μονάχου, Τίμπιγκεν και Κωστάντσας, από το οποίο και ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ των Κοινωνικών Επιστημών. Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ‘60 και για 10 περίπου χρόνια διηύθυνε το ελληνόφωνο πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας της Βαυαρίας. Από την πρώτη στιγμή του πραξικοπήματος αντιτάχθηκε στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Τα σχόλια και οι ειδήσεις που μετέδιδε το ελληνόφωνο πρόγραμμα αυτού του ραδιοφωνικού σταθμού μεταδίδονταν και από την «Deutsche Welle» και πολύ γρήγορα έγιναν σημείο αναφοράς για όλους τους Ελληνες που αγωνίζονταν για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Το 1974, αμέσως μετά την πτώση της Χούντας, επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου ανέλαβε αναπληρωτής γενικός διευθυντής του τότε Ε.Ι.Ρ.Τ. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Ντόρα Μητσοτάκη, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, την Αλεξία και τον Κώστα. Αργότερα, εργάσθηκε ως πολιτικός συντάκτης και αναλυτής στην εφημερίδα «Το Βήμα», ενώ το 1982 ανέλαβε εκδότης - διευθυντής του εβδομαδιαίου περιοδικού «ΕΝΑ», έως τον Φεβρουάριο του 1985. Από τον Νοέμβριο του 1985 μέχρι το θάνατό του, διετέλεσε πολιτικός σύμβουλος του προέδρου της Ν.Δ, Κώστα Μητσοτάκη. Στις εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989, η Νέα Δημοκρατία δεν κατορθώνει να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και αρχίζει επαφές με τα υπόλοιπα κόμματα για το σχηματισμό κυβέρνησης. Με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και των ηγετών της Αριστεράς, Χαρ. Φλωράκη και Λεων. Κύρκου, δημιουργείται τελικά κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ενιαίου τότε Συνασπισμού. Το νέο κυβερνητικό σχήμα με πρωθυπουργό τον Τζαννή Τζαννετάκη έχει διττή αποστολή: τη δρομολόγηση των διαδικασιών της κάθαρσης και την προετοιμασία αδιάβλητων εκλογών, βάσει του ισχύοντος εκλογικού νόμου. 

Πρωταγωνιστής στις συζητήσεις για τη σύγκλιση μεταξύ Ν.Δ. και Συνασπισμού ώστε να δοθεί κυβερνητική διέξοδος είναι ο Παύλος Μπακογιάννης, που έχει εν τω μεταξύ εκλεγεί βουλευτής στη μονοεδρική περιφέρεια της γενέτειράς του, Ευρυτανίας. Συγχρόνως το καλοκαίρι εκείνο, ο Π. Μπακογιάννης εισηγείται εκ μέρους της Ν.Δ. το νομοσχέδιο για την «άρση των συνεπειών του Εμφυλίου πολέμου» (Ν. 1863/89) που επικύρωνε την πολιτική της εθνικής συμφιλίωσης. Ηδη όμως από τα μέσα του 1988, η χώρα συγκλονίζεται από τις αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Ο Γ. Κοσκωτάς, νεαρός τραπεζίτης, ιδιοκτήτης της Τράπεζας Κρήτης, που είχε καταφέρει να κυριαρχήσει στις τραπεζικές και εκδοτικές επιχειρήσεις, αντιμετωπίζει ύστερα από έλεγχο που πραγματοποιείται στην τράπεζά του, ποινική δίωξη για υπεξαίρεση δισεκατομμυρίων δραχμών. Ο Τύπος κάνει λόγο για εμπλοκή στο σκάνδαλο του ίδιου του πρωθυπουργού Ανδρ. Παπανδρέου, αλλά και κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Ανάμεσά τους, ο υπουργός Δικαιοσύνης Μένιος Κουτσόγιωργας, ο οποίος κατηγορείτο ότι εμπόδιζε τον έλεγχο στην τράπεζα, και ο πρώην υπουργός Γιώργος Πέτσος, για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών (παράνομη έκδοση άδειας για την ανέγερση κτιρίων της «Γραμμής Α.Ε.» του Γιώργου Κοσκωτά στην Παλλήνη), για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (καταθέσεις των ΕΛΤΑ στην Τράπεζα Κρήτης) και για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος. Εναντίον μάλιστα του τελευταίου θα γίνει δολοφονική απόπειρα από τη «17Ν», τον Μάιο του 1989. Η πολιτική σκηνή αναστατώνεται και η κάθαρση αποτελεί πλέον παλλαϊκό αίτημα. Είναι επίσης γνωστό ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Παύλος Μπακογιάννης είχε συνεργαστεί με τον Κοσκωτά στη δημιουργία της εκδοτικής επιχείρησης «Γραμμή», αναλαμβάνοντας και τη διεύθυνση του περιοδικού «ΕΝΑ». Την εποχή όμως εκείνη κανείς δεν γνώριζε ότι τα χρήματα του νεαρού επιχειρηματία από την Αμερική ήσαν προϊόν απάτης. Οπως είναι φυσικό, οι εφημερίδες της εποχής δίνουν τεράστια δημοσιότητα στη στυγερή δολοφονία -κάποιες μάλιστα προχωρούν και σε έκτακτες εκδόσεις- και σχολιάζουν η καθεμία από τη δική της οπτική τα αίτια και τις επιπτώσεις της δολοφονίας στην πολιτική ζωή του τόπου. «Η δολοφονία μονοπώλησε το ενδιαφέρον του Τύπου κι επέτρεψε να εκδηλωθεί μια ιδιότυπη εθνική ενότητα στην καταδίκη της αποτρόπαιας πράξης», έγραφε χαρακτηριστικά «Το Βήμα» της 1ης Οκτωβρίου 1989.   

Από πολλούς η εκτέλεση του Παύλου Μπακογιάννη χαρακτηρίστηκε ως «προαναγγελθείς θάνατος», καθώς η εφημερίδα «Αυριανή» δεκαπέντε μέρες πριν από τη δολοφονία (στις 11/9/89) είχε γράψει σε ένα πολυσυζητημένο της άρθρο ότι «ετοιμάζεται προεκλογική προβοκάτσια σε βάρος του ΠΑΣΟΚ, που θα έχει σχέση με τη δράση της “17Ν”». Αναλυτικότερα το δημοσίευμα έγραφε: «Σατανική προβοκάτσια εις βάρος του ΠΑΣΟΚ μαγειρεύουν εγκάθετοι της Κρατικής Ασφάλειας σε πλήρη συνεννόηση με δύο απόστρατους αξιωματικούς που ανήκουν στην κλαδική της Ρηγίλλης. Στο τέλος Σεπτεμβρίου σχεδιάζουν να παρουσιάσουν κάποια ενέργεια που θα έχει σχέση με τη «17Ν». Το πιθανότερο είναι να κατασκευάσουν γιάφκα και μέσα σε αυτή θα βρεθούν όπλα και άλλα υλικά, που δήθεν χρησιμοποιεί η «17Ν» στις επιθέσεις της. Στα σχέδια είναι η ανεύρεση στοιχείων με τα οποία θα κατηγορούν ανθρώπους του ΠΑΣΟΚ. Στόχος της προβοκάτσιας είναι να κατηγορηθεί το ΠΑΣΟΚ για τις τρομοκρατικές ενέργειες εν όψει εκλογών».

[...] Η «Απογευματινή» της 27/9/89 δημοσίευε ολόκληρη την προκήρυξη με την οποία η «17Ν» ανελάμβανε την ευθύνη για τη δολοφονία και όπως ήταν φανερό περιείχε πολλές «ειδήσεις»: «Από αυτές ξεχώριζε ο μακάβριος τίτλος της προκήρυξης: «Αρχισε η κάθαρση». «Αυτό», σχολίαζε η εφημερίδα, «μπορεί να είναι ειρωνικό, αλλά είναι σίγουρα και απειλητικό, για να μην πούμε κυρίως απειλητικό». Στην προκήρυξη αυτή, που η «17Ν» άφησε στον τόπο της εκτέλεσης, μεταξύ άλλων, γράφονταν τα εξής: «Αν λοιπόν δούμε μέσα απ’ το πάρα πάνω πρίσμα την “κάθαρση” -και πρέπει να τη δούμε-, είναι τελείως εύλογο και προφανές ότι αυτή δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, και ότι δεν πρόκειται να τιμωρηθεί απολύτως κανένας υπεύθυνος για το σκάνδαλο Κοσκωτά, ούτε καν ο ίδιος ο Κοσκωτάς. Και είναι ηλίου φαεινότερον ότι όχι μόνο το ΠΑΣΟΚ, αλλά κυρίως η Ν.Δ. έχουν συμφέρον να προχωρήσουν στη μεθόδευση της παραγραφής και ότι η σημερινή “κάθαρση” στη Βουλή είναι στάχτη στα μάτια του κόσμου, καθαρή κοροϊδία και εμπαιγμός του. Αλλωστε στην ίδια αυτή διαδικασία της “κάθαρσης” υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που βγάζουν μάτι, που την καθιστούν έωλη, που την αυτογελοιοποιούν. Ενα απ’ αυτά είναι το ζήτημα Μπακογιάννη.

[...]Δεκατρία χρόνια μετά, τις 29 Ιουνίου του 2002, μια βόμβα που εκρήγνυται στα χέρια του Σάββα Ξηρού στον Πειραιά γίνεται η αφετηρία για την εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης «17Ν». Η υπόθεση παίρνει σύντομα το δρόμο της Δικαιοσύνης. Στην πρώτη δίκη, που άρχισε τον Μάρτιο του 2003 στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, συζητήθηκε ασφαλώς και η υπόθεση Μπακογιάννη: «Το “γιατί τον Παύλο Μπακογιάννη” μας βασανίζει όλους και ελπίζουμε ότι η δική σας δίκη θα μπορούσε να μας δώσει κάποιες απαντήσεις», είπε καταθέτοντας στο δικαστήριο η Ντόρα Μπακογιάννη, όπως αναφέρει η «Καθημερινή» της 2/4/2003. «Eγώ έχω καταλήξει σε δύο ενδεχόμενα: ενδεχομένως υπήρχε πληροφόρηση ότι ο Mπακογιάννης ήταν κοντά, ότι κάτι ήξερε. Γνωρίζω ότι έψαχνε το θέμα, γιατί στο δικό του αξιακό σύστημα η τρομοκρατία ισοδυναμούσε με το φασισμό», εξήγησε η κ. Μπακογιάννη και προσέθεσε: «Περίπου δύο μήνες πριν από τη δολοφονία του, μου είχε πει πως “θα παραδώσω τη 17N”. O δεύτερος λόγος, πιστεύω, ήταν ότι δεν άντεχε η τρομοκρατία τη λογική της εθνικής συμφιλίωσης. Γι’ αυτό σκότωσαν και τον Mόρο. Δεν άντεχε η τρομοκρατία τη λογική της συμφιλίωσης της Δεξιάς με την Aριστερά, διότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν ζήσει τον πόνο του Eμφυλίου, αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρανε τι θα πει να είναι μοιρασμένα τα χωριά, οι οικογένειες, να τρέχει αίμα από κάθε πλευρά». Οπως συμπλήρωσε η κυρία Μπακογιάννη, «ο βουλευτής ήταν σε επαφή την περίοδο της χούντας με πολλές οργανώσεις εντός και εκτός Eλλάδος. Πολλές απ’ αυτές δεν είχαν απαρνηθεί την περίοδο εκείνη την ένοπλη βία. Η “17 Νοέμβρη” δεν ήταν η πρώτη που σκέφθηκε να χτυπήσει τον Μπακογιάννη. Το 1970 είχε τοποθετηθεί βόμβα στο σπίτι του στη Γερμανία, στο Μόναχο. Η γερμανική Αστυνομία είχε πει ότι είχε τοποθετηθεί από τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες της εποχής». «Στη δική του λογική», συνέχισε η σύζυγος του Π. Μπακογιάννη, «η τρομοκρατία ήταν συνώνυμη με το φασισμό. Πίστευε ότι στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα». «Επίσης», προσέθεσε η μάρτυς, «ως δημοσιογράφος ο Παύλος Μπακογιάννης ερευνούσε το θέμα της τρομοκρατίας. Κατά τη γνώμη μου έκανε λάθος, μεγάλο λάθος. Πίστευε ότι κάποιοι άνθρωποι που ξεκίνησαν μαζί στη δικτατορία συμμερίζονταν τις δικές του αρχές. Εκανε μεγάλο λάθος». Σύμφωνα με την κ. Μπακογιάννη, ο εκλιπών πέρασε το προηγούμενο βράδυ της δολοφονίας στον Συνασπισμό και έτσι το επίμαχο πρωινό είπε στο σύνοδό του να μην πάει μαζί του στο γραφείο. «Ο Παύλος δεν φυλαγόταν, διότι στην αντίληψή του δεν ταίριαζε η φύλαξη. Αλλο ένα λάθος». Οταν η μάρτυς ρώτησε τον Δημήτρη Κουφοντίνα για τους λόγους που σκότωσαν το σύζυγό της, εκείνος απάντησε: «Η προκήρυξη εξηγεί πολύ καλά τους λόγους», και στη συνέχεια, ερωτηθείς από τον εισαγγελέα αν συμμετείχε στη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, υποστήριξε: «Ημουν μέλος της “17Ν”, συμφωνώ με τις επιλογές της. Δεν μπαίνω όμως στη διαδικασία να σας διευκολύνω και να πω αν ήμουν εκεί και ποιοι άλλοι ήταν. Δεν έχω καμία αγωνία να αποδείξω πού ήμουν. Ξέρω ότι θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στη φυλακή. Θα καταδικαστώ σύμφωνα με το κατηγορητήριο».


ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Κάθε πολιτική δολοφονία δημιουργεί μία τομή στην πολιτική ζωή ενός τόπου. Κατά τη διάρκεια της μετεμφυλιακής περιόδου, η ελληνική κοινωνία συνταράσσεται για πρώτη φορά το 1963, όταν παρακρατικοί σκοτώνουν στη Θεσσαλονίκη το βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγ. Λαμπράκη. Ηταν μια εποχή που το προοδευτικό, αριστερό κίνημα βρισκόταν σε ιδιαίτερη άνθηση. Το 1989, χρονιά-ορόσημο για τη χώρα μας, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο, είναι η δεύτερη φορά που ο ελληνικός λαός θα μείνει άφωνος, όταν τρομοκράτες της «17Ν», περνώντας σε ανώτερο επίπεδο τρομοκρατίας, εκτελούν το βουλευτή Παύλο Μπακογιάννη. Την εποχή εκείνη, η ελληνική πολιτική σκηνή κλυδωνίζεται από την τροπή που λαμβάνει το θέμα Κοσκωτά, με την παραπομπή του Ανδρ. Παπανδρέου και ορισμένων υπουργών του στο Ειδικό Δικαστήριο, ενώ στη διεθνή σκηνή βρίσκεται προ των πυλών η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και η συνακόλουθη προσέγγιση καπιταλιστικού και πρώην σοσιαλιστικού κόσμου. Μια προσέγγιση που κάποιοι ίσως θεωρούσαν πως δεν θα μπορούσε να αντικατοπτρίζεται πλέον στη συμμετοχή της Αριστεράς στο πολιτικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι. Μέσα σε αυτό λοιπόν το θυελλώδες και γεμάτο εντάσεις πολιτικό σκηνικό, γίνεται η στόχευση του Παύλου Μπακογιάννη, ανθρώπου με σημαντικότατη συνεισφορά στον αντιδικτατορικό αγώνα και πρωτεργάτη του ελληνικού «ιστορικού συμβιβασμού» μεταξύ της συντηρητικής Ν.Δ. και της Κομμουνιστικής Αριστεράς. Η δολοφονία του γεννά ουσιώδη ερωτήματα, συζητείται και προβληματίζει έντονα την ελληνική κοινωνία. Συνειδητοποιείται από όλους πόσο επιτακτική είναι πλέον η ανάγκη να θωρακιστεί η Δημοκρατία και να υψωθεί ένα τείχος απομόνωσης στους δολοφόνους. Ανεξάρτητα από τη μετέπειτα εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης, οι ουσιαστικοί λόγοι για τους οποίους τα όπλα στράφηκαν εναντίον του Ελληνα πολιτικού παραμένουν ακόμα υπό διερεύνηση. Εναπόκειται στην Ιστορία να συνθέσει τα υπάρχοντα στοιχεία, αλλά και όσα ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον, ώστε να διατυπώσει την οριστική της ετυμηγορία για τα αίτια που οδήγησαν στη στυγερή δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη.


ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ, ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 

Δείτε επίσης:

ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ Λαμπράκη