Παρασκευή, Μαΐου 01, 2026

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ «Χ»

Ο Αρχηγός της «Χ», αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, στην έκθεσή του επί των Εθνικών Σκοπών και του Εθνικού Έργου της Οργανώσεως «Χ» που δημοσιεύθηκε το Νοέμβριο του 1944 και απεστάλη στο Γενικό Επιτελείο Στρατού αναφέρει τα εξής:

«Κατά μήνα Ιούνιο 1941, εν τω μέσω της γενικής απαισιοδοξίας και απογοητεύσεως, ήτις επεκράτει, λόγω της κατοχής της Ελλάδος υπό των Ιταλών και Γερμανών κατακτητών, συνεστήθη παρ' όμαδος Αξιωματικών η κατόπιν αποκληθείσα Εθνική Οργάνωση «Χ». Πράγματι, την άνοιξη του 1941, στελέχη της ΙΙ Μεραρχίας, που είχαν επιστρέψει από το μέτωπο, συγκρότησαν μία μυστική οργάνωση που ονόμασαν Άγνωστη Μεραρχία «Χ». Ιδρυτές της ήταν οι στρατηγοί Γεώργιος Λάβδας (Διοικητής της 2ας Μεραρχίας) και Βασίλειος Βραχνός (Διοικητής της 1ης Μεραρχίας), οι συν/ρχες Θεμιστοκλής

Κετσέας, Κων/νος Παπακωνσταντίνου, Αγησίλαος Σινιώρης και ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, επιτελάρχης της 2ας Μεραρχίας κατά το αλβανικό έπος. Ο Γεώργιος Γρίβας ορίσθηκε επιτελάρχης και της μυστικής αυτής Οργανώσεως.

Πριν περάσει λίγος χρόνος από την ίδρυση της Άγνωστης Μεραρχίας «Χ», ο Γεώργιος Γρίβας διεφώνησε με τους στρατηγούς Λάβδα και Βραχνό για τους παρακάτω λόγους:

1. Οι στρατηγοί ήθελαν να καθυστερήσει η δράση της Οργάνωσης, ενώ ο Γ. Γρίβας επέμενε ν' αρχίσουν το συντομώτερον δυνατόν.

2. Οι στρατηγοί ήθελαν η οργάνωση να περιοριστεί μόνο σε αξιωματικούς ενώ ο Γρίβας επέμενε ότι σ' αυτήν θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και πολίτες έτσι ώστε ν' αποκτήσει ευρύτερο λαϊκό έρεισμα και να μπορέσει ν' αναπτύξει μεγαλύτερη δραστηριότητα.

Μετά τη διαφωνία, ο Γ. Γρίβας προχώρησε στην ίδρυση νέας Οργανώσεως, στην οποία έδωσε το όνομα Εθνική Οργάνωση «Χ». Να πώς περιγράφει την ίδρυση της «Χ» ο τότε ταγματάρχης Ι. Μπουσμπουρέλης: «Ο κ. Π. Σιφναίος εκπροσωπών την “Εθνικήν Δράσιν” όπισθεν της οποίας ευρίσκοντο οι κ. κ. Σ. Μαρκεζίνης, Χ. Ζαλοκώστας και αρκετοί άλλοι, επρότεινε εις τον Γ. Γρίβαν ν' αρχίση την αναγραφήν διαφόρων πατριωτικών συνθημάτων εις τας οδούς των Αθηνών κατά το υπόδειγμα των γενομένων εις τας άλλας κατεχομένας υπό του εχθρού χώρας. Διηρωτήθημεν τότε ημείς, οι αποτελούντες το επιτελείαν και τους Διοικητάς των ταγμάτων της πατριωτικής μας οργανώσεως, ποία θα έπρεπε να είναι η υπογραφή κάτω από τα πατριωτικά συνθήματα εις τους τοίχους. Οι περί τον κ. Σιφναίο μάς υπέδειξαν να γράφωμεν το Ε.Δ., δηλαδή "Εθνική Δράσις" που ήτο έμβλημα ιδικόν των. Ημείς ηρνήθημεν. Συνήλθομεν υπό τον Αρχηγόν μας Γ. Γρίβαν, ο υποφαινόμενος ως επιτελάρχης και δεκατέσσερις διοικηταί ταγμάτων εις το πατάρι του αρτοποιείου Γατοπούλου παρά τον Νέον Κόσμον, ίνα αποφασίσωμεν περί του τίτλου της Οργανώσεώς μας. Επρότεινα τότε ως τίτλον το γράμμα «Χ» διότι εξέφραζε το πνεύμα των αγωνιστών (ως π. χ. ο Άγνωστος Στρατιώτης) και διότι εγράφετο ταχύτερον. Διότι η αναγραφή εις τους τοίχους την εποχήν εκείνην υπό τα οπλοπολυβόλα των καραμπινιέρων, των Ες-Ες, των ανδρών της Ράιχσφύρερ και των ομμάτων της Γκεστάπο δεν ήτο και τόσον απλούν πράγμα. Αρχηγός και επιτελείς της Οργανώσεως συνεφωνήσαμεν τότε επί της ονομασίας της. Και από τότε οι τοίχοι της Πρωτευούσης επλημμύρισαν με το σύνθημα “ΦΥΓΕΤΕ ΚΑΙΤΑΚΤΗΤΑΙ” Υπογραφή Χ.

Υπολοχαγός Όμηρος Παπαδόπουλος.
Διοικητής τ.χ. 10 και Δ/τής του γραφείου
του Αρχηγού της «Χ».

Στο ξεκίνημά της, τον Ιούνιο του 1941, η διάρθρωση της «Χ» είχε ως εξής:

ΑΡΧΗΓΟΣ: Γεώργιος Γρίβας

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ: Ζαφείριος Βάλβης, Δικηγόρος

Διευθυντής | Γραφείου: Νικόλαος Μπόντζος, ταγματάρχης

Διευθυντής ΙΙ Γραφείου: Παντελής Πολύζος, ταγματάρχης

Διευθυντής ΙΙΙ Γραφείου: Νικόλαος Παπαρρόδου, ταγματάρχης

Επιτελάρχης: Ιωάννης Μπουσμπουρέλης, ταγ/ρχης



Διοικηταί Ταγμάτων

1. Ασημακόπουλος Μιχαήλ, Υπολοχαγός

2. Βαρδάνης Νικόλαος, Λοχαγός

3. Κουρουπός Μιχαήλ, Υπολοχαγός

4. Ευσταθόπουλος Κων., Φοιτητής

5. Ευσταθόπουλος Μιχαήλ, Φοιτητής

6. Ξένος Μιχαήλ, Λοχαγός

7. Παπαγεωργίου Νικόλαος, Εύελπις

8. Παπαδόπουλος Όμηρος, Υπολοχαγός

9. Σταυρόπουλος Χαράλαμπος, Αν/χης

10. Τσιχλής Γεώργιος, Ταγ/ρχης

11. Φουστάνος Παναγιώτης, Γενικός αρχίατρος

12. Χαμόδρακας Αριστείδης, Ταγματάρχης

13. Θεοχαρόπουλος Γ., Λοχαγός - Βαρδάνης Δ. μετά τη δολοφονία του Θεοχαρόπουλου.

Δυστυχώς, το δέκατο τέταρτο όνομα που λείπει δεν μπόρεσα να το προσδιορίσω...

Το αρχηγείο της «Χ» ήταν εύλογο να εγκατασταθεί στην περιοχή που βρισκόταν η κατοικία του αρχηγού της στο Θησείο. Ο Γεώργιος Γρίβας έμενε στην οδό Νηλέως 6 σ' ένα απλό μεσοαστικό διαμέρισμα με τη σύντροφο της ζωής του, κυρία Κική. Το πραγματικό όμως αρχηγείο της οργανώσεως βρισκόταν στην αρχή της οδού Ηρακλειδών, στο παλαιό κτίριο του Δημοτικού σχολείου. Εκεί βρήκαν κατάλυμα αρκετοί από τους μαχητές της «Χ». Στο διάστημα της κατοχής, η οργάνωση «Χ», πέρα από τους στρατιωτικούς, πλαισιώθηκε από εκατοντάδες νέους ανθρώπους, κυρίως εργάτες, μαθητές, φοιτητές και ευέλπιδες που αγωνίστηκαν με πάθος κατά των ναζιστών. Μετά την απελευθέρωση της πατρίδας μας, τα παιδιά αυτά δεν δίστασαν ν' αντιμετωπίσουν τις ορδές του κόκκινου φασισμού θυσιάζοντας, με το χαμόγελο στα χείλη, την ίδια τους τη ζωή. Γιατί για τα παιδιά αυτά, πάνω κι από τη ζωή τους μετρούσε η ΕΛΛΑΔΑ.

Μέχρι τα τέλη του 1941 η «Χ», είχε οργανώσει μαχητικά τμήματα στις περισσότερες συνοικίες των Αθηνών και συγκεκριμένα σε Θησείο, Άνω και Κάτω Πετράλωνα, Πλάκα, Κυψέλη, Άνω και Κάτω Πατήσια, Αμπελοκήπους, Παγκράτι, Νέο Κόσμο, Κουκάκι, Κολωνάκι, Ιπποκράτους, Καλλιθέα, Νέα Σμύρνη, Μεταξουργείο, Πλατεία Βάθης, Πλατεία Αττικής, Άγιο Παντελεήμονα, Υμηττό, Βύρωνα, Καισαριανή. Ακόμη στην πόλη του Πειραιά με αιχμή του δόρατος την Αγία Σοφία (Μανιάτικα), στο Χαλάνδρι, την Αγία Παρασκευή, το Νέο Ηράκλειο, το Μαρούσι, την Κηφισιά, το Κορωπί και στις περιοχές της Γραβιάς, Κορίνθου, Αιγίου και Χαλκίδας.

Σχετικά με την ίδρυση της «Χ» την άνοιξη του 1941, καταθέτω και άλλες δύο μαρτυρίες. Ο αείμνηστος φίλος μου Βασίλης Φουστάνος, Δ/της των Οικονομικών Υπηρεσιών των ανακτόρων, μου είχε πει ότι αρχές Ιουνίου 1941 έγινε σύσκεψη στο σπίτι του, στην οδό Σικελίας 11 στο Κουκάκι, όπου εκτός του Γ. Γρίβα παρευρίσκοντο ο πατέρας του αρχίατρος Παναγιώτης Φουστάνος, ο Ζαφείρης Βάλβης, ο Ν. Παπαρρόδου, Ι. Μπουσμπουρέλης, Αρ. Χαμόδρακας και κάποιοι άλλοι που δεν θυμόταν. Κατά τον αείμνηστο Βασίλη αυτή η συνάντηση ήταν η πρώτη για την ίδρυση της «Χ». Το πόσο πλήρωσε η οικογένεια Φουστάνου την αγάπη της για την Ελλάδα λίγοι το γνωρίζουν. Ο μεγαλύτερος γιός, ο Γιώργος, φοιτητής της Ιατρικής, αφού τραυματίστηκε στη μάχη του Θησείου μεταφέρθηκε στο ΝΙΜΙΤΣ απ' όπου τραυματία όντα τον συνέλαβαν οι δολοφόνοι της ΟΠΛΑ και τον εκτέλεσαν με άλλους δύο τραυματίες μαχητές της «Χ» στο χώρο που βρίσκεται σήμερα το Μέγαρο Μουσικής. Τα οστά των νεκρών ηρώων βρέθηκαν κατά την ανασκαφή των θεμελίων του Μεγάρου. Τον αείμνηστο αρχίατρο, οι εκτελεστές της ΟΠΛΑ Κουκακίου, καπετάν Γρηγόρης και Κοντοκωνσταντής, τον πυροβόλησαν τραυματίζοντάς τον βαριά, στην είσοδο του σπιτιού του. Συνεπεία των τραυμάτων του πέθανε αφού πάλεψε με τον πόνο για δυο χρόνια. Αλλά η ΟΠΛΑ δεν είχε ικανοποιηθεί. Μετά τη μάχη της Αθήνας, κατά την αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, συνέλαβαν την μητέρα του Βασίλη, μία πραγματική αρχόντισσα, την κυρία Ευτέρπη και την πήραν όμηρο μέχρι τη Θήβα. Στη διαδρομή αυτή την υπέβαλαν σε πλήθος εξευτελισμών με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να συνέλθει μέχρι του θανάτου της.

Η δεύτερη μαρτυρία είναι δική μου. Ήταν περί τα τέλη Μαΐου 1941 όταν ένα απόγευμα ο πατέρας μου, που είχε επιστρέψει μετά την αιχμαλωσία του από τους Γερμανούς, πήρε την μητέρα μου και εμένα για μια βόλτα στην Ακρόπολη. Είχαμε φτάσει στην πλατεία του Θησείου, όταν μας πλησιάζει ένας κύριος και λέει στον πατέρα μου, ενώ χάιδευε το κεφάλι μου: «Αριστείδη, μπορώ να σου μιλήσω»; «Βεβαίως, Συνταγματάρχα μου», απαντά ο πατέρας μου. Οι δύο άντρες τραβήχτηκαν λίγο παραπέρα και συνομίλησαν για μερικά λεπτά. Όταν τελείωσαν, γύρισε ο πατέρας μου για να συνεχίσουμε τον περίπατο. Κάποια στιγμή κι ενώ βρισκόμαστε στην οδό Αποστόλου Παύλου ακούω τη μητέρα μου να λέει: «Αριστείδη, ποιος ήταν ο κύριος και τι σε ήθελε;» «Ήταν ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας και μου πρότεινε να κάνουμε μία οργάνωση κατά των Γερμανών» απαντά ο πατέρας μου. «Αριστείδη, έχεις τέσσερα παιδιά, τέσσερα αγόρια που σε χρειάζονται, μην ανακατευτείς», ψιθυρίζει η μητέρα μου. «Έλα Παγώνη μου, αντιγυρίζει ο πατέρας μου, μια ζωή την έχουμε, αν δεν τη δώσουμε για την Ελλάδα για ποιον θα τη δώσουμε;»

Και τα λόγια του επαληθεύτηκαν στο ακέραιο. Αλλά δεν θυσίασε μόνο τη δική του ζωή αλλά και των τριών μεγαλύτερων γιων του, όταν θα μπορούσε να τους έχει σώσει.

Πράγματι μετά την απελευθέρωση παρουσιάστηκε κατόπιν εντολής της Εθνικής Κυβερνήσεως του Γ. Παπανδρέου στο Α' Σώμα Στρατού. Εκεί ο Διοιητής Λεοντόπουλος, Υποστράτηγος, του είπε μια μέρα: «Αριστείδη, πάρε τα παιδιά σου από το Θησείο και φέρε τα στα παλιά ανάκτορα». Ο πατέρας μου κούνησε το κεφάλι του και απάντησε: «Στρατηγέ μου, αν πάρω τα παιδιά μου, με τι μούτρα θα βλέπω τους γονείς των άλλων παιδιών»;

Σχετικά με τη δική μου μαρτυρία, πολλοί θα πουν «Μα είναι δυνατόν ένα παιδί έξι χρονών να θυμάται τέτοιες λεπτομέρειες;» Και όμως, αυτή είναι η αλήθεια. Η εικόνα του άνδρα που μου χάιδεψε το κεφάλι παραμένει ζωντανή στο μυαλό μου, όπως και η συνάντησή μας στο σπίτι του μετά τη θριαμβευτική του επιστροφή από την Κύπρο.


ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ «Χ»

Οι βασικοί στόχοι της «Χ» από της ιδρύσεώς της ήσαν καθαρώς

εθνικοί και παρέμειναν αναλλοίωτοι καθ' όλην την διάρκειαν της υπάρξεώς της. Οι στόχοι αυτοί δύνανται να συνοψισθούν ως εξής:


1. Συμβολή διά παντός μέσου εις την εκδίωξιν των κατακτητών από την πατρώαν γην.

2. Συγκρότηση εθνικών πυρήνων τόσον διά την επιδίωξιν του πρώτου στόχου, όσον και διά την ευχερεστέραν συνέχιση του πολέμου, μετά την απελευθέρωση της χώρας παρά το πλευρόν των συμμάχων.

Εξ αρχής επεδιώχθη η επαφή της οργανώσεως με την επίσημον Κυβέρνησιν Καΐρου. Τα στελέχη της οργανώσεως υπήρξαν καθαρώς στρατιωτικά, προερχόμενα εκ μονίμων και εφέδρων αξιωματικών του στρατού, ουδεμία δε πολιτική χροιά εδόθη εις το έργον της οργανώσε ως, δι' ο και ουδέν κομματιζόμενον ή πολιτικόν πρόσωπον υπεισήλθεν εις αυτήν. Προς τούτο απεφασίσθη ο σχηματισμός μαχητικών ομάδων με στρατιωτικόν χαρακτήρα, απηλλαγμένον πάσης πολιτειακής ή πολιτικής επιδιώξεως εις τας περιοχάς Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων, επεζητήθη δε η συγκρότησις παρομοίων ομάδων και εις άλλας περιοχάς της Ελλάδος και ιδιαίτερα σε περιοχές ζωτικές για τις συγκοινωνίες του εχθρού, όπως στις περιοχές Άμφισσας, Γραβιάς, Ελικώνος, Λαμίας, Κορίνθου, Κιάτου.

Ο Γ. Γρίβας είχε εκπονήσει σχέδιο που προνοούσε την κατάληψη και υπεράσπιση μιας παραλίας στην Πελοπόνησσο για να μπορέσουν τα βρετανικά στρατεύματα ν' αποβιβαστούν στην Ελλάδα. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε την κατασκευή από πριν μιας σειράς υπογείων κρυψώνων και εξασφάλιζε τη διαφύλαξη της ακτής ελεύθερης με 1000 άνδρες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν πρώην αξιωματικοί και οπλίτες του Ελληνικού Στρατού.

Ο Γ. Γρίβας ήταν αντίθετος σε μεμονωμένες ενέργειες ανταρτικών ομάδων γιατί θεωρούσε ότι αυτές θα είχαν ως αποτέλεσμα δυσανάλογες απώλειες και καταστροφές του ελληνικού στοιχείου έναντι μικρής βλάβης του κατακτητή. Τα αντίποινα των Γερμανών ήταν τρομακτικά οσάκις γινόταν απόπειρα εναντίον στρατιωτών ή εγκαταστάσεών τους. Οι ναζί συγκέντρωναν μεγάλο αριθμό πολιτών της περιοχής και τους εκτελούσαν εν ψυχρώ. Καλάβρυτα, Δίστομο, Μονοδένδρι, είναι από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα που διεπράχθησαν στον τόπο μας από τα γερμανικά στρατεύματα.

Τους πρώτους μήνες της ιδρύσεως της «Χ», ο Γρίβας και οι επιτελείς του είχαν στρέψει την προσοχή τους σε δύο τομείς. Πρώτον, στη μύηση σημαντικού αριθμού αξιωματικών και, δεύτερον, στην εξεύρεση χρημάτων για την αγορά όπλων.

Η μύηση των μελών έπρεπε να γίνει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην πέσει στην αντίληψη των αρχών κατοχής. Έτσι, τα πρώτα μέλη που στελέχωσαν την «Χ» προήρχοντο κατά πλειοψηφία από αξιωματικούς και οπλίτες της 2ας Μεραρχίας που είχαν πολεμήσει μαζί με τον Γρίβα στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας. Στη συνέχεια, άρχισε η μύηση μελών στις διάφορες γειτονιές της Αθήνας, του Πειραιά και στα προάστια. Οι μυηθέντες προήρχοντο από στρατιωτικές οικογένειες ή οικογένειες γνωστές για τα εθνικά τους φρονήματα.

Το δεύτερο πρόβλημα, η εξεύρεση χρημάτων για την αγορά όπλων, δεν ήταν εύκολο να λυθεί. Οι περισσότεροι αξιωματικοί είχαν ως μοναδικό εισόδημα το μισθό τους. Παρά ταύτα, όποιοι απ' αυτούς είχαν κάποιες δυνατότητες συνεισέφεραν έτσι ώστε έγινε δυνατό να αγορασθούν κάποια πιστόλια και χειροβομβίδες από Ιταλούς στρατιώτες. Το πρόβλημα όμως παρέμενε, όταν σαν από μηχανής θεός εμφανίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Από τους πρώτους που μυήθηκαν στην Οργάνωση «Χ», ήταν ο τότε ανθυπολοχαγός Όμηρος Παπαδόπουλος, Κύπριος την καταγωγή. Ο Όμηρος Παπαδόπουλος αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1938 με το βαθμό του ανθ/γού. Κατά τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, ο Όμηρος Παπαδόπουλος υπηρέτησε στο θρυλικό οχυρό Ιστίμπεη στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Για την ανδρεία που επέδειξε ο νεαρός ανθυπολοχαγός παρασημοφορήθηκε μετά την απελευθέρωση, με το Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας. Κατά την κατοχή της Ελλάδος, γύρισε στην Αθήνα όπου, τον Ιούνιο του 1941, τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων, διευθυντής της οποίας είχε τοποθετηθεί ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας. Τα γραφεία ήσαν στην οδό Πανεπιστημίου 31. Ο Όμηρος Παπαδόπουλος όταν ήρθε στην Ελλάδα από την Κύπρο είχε, και ως μαθητής του Βαρβακείου και ως εύελπις, φιλική σχέση με τον εξόριστο Μητροπολίτη Κυρηνείας Μακάριο που κατοικούσε στο Παγκράτι, στην οδό Πρόκλου 31, μαζί με το συνεξόριστο συμπατριώτη του Σάββα Λοϊζίδη. Οι δύο άνδρες είχαν οργανώσει το Γραφείο Εθναρχίας Κύπρου και εργάζονταν για την προώθηση του ζητήματος της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Ο Όμηρος Παπαδόπουλος, με την έγκριση του Γρίβα, γνωστοποίησε την ίδρυση της «Χ» στον Μητροπολίτη της Κυρηνείας Μακάριο (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Β'), ο οποίος εξεδήλωσε την επιθυμία να συναντηθεί με τον συνταγματάρχη Γρίβα. Η συνάντηση των δύο ανδρών έγινε στο σπίτι των αδελφών Παπαδόπουλου, στην οδό Βρυούλων 29 στο Παγκράτι. Εκεί αποφασίστηκε να μεσολαβήσει  Μητροπολίτης Κυρηνείας στον εκθρονισμένο από την κυβέρνηση Τσολάκογλου, Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο, για μία συνάντησή του με τον Γεώργιο Γρίβα. Η συνάντηση του Γρίβα με τον λαμπρό ιεράρχη έγινε στο σπίτι του τελευταίου που βρισκόταν στην οδό Σουμελά 4 στην Κυψέλη. Στη συνάντηση αυτή παρευρίσκετο και ο Μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος με τον οποίο ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος είχε στενή συνεργασία. Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος, αφού άκουσε τους στόχους της οργάνωσης που του ανέπτυξε ο αντισυνταγματάρχης Γρίβας, του ζήτησε να ορκιστεί στο ιερό ευαγγέλιο «Ότι η αντιστασιακή οργάνωση «Χ» θα είναι πιστή και νομιμόφρων προς την εν Καΐρω νόμιμον Ελληνικήν Κυβέρνησιν». Μετά από πρόταση του Μητροπολίτη Κυρηνείας Μακαρίου, ορίστηκε ο Όμηρος Παπαδόπουλος να είναι ο απευθείας σύνδεσμος μεταξύ του Ιεράρχου και του Γ. Γρίβα. Ο ορισμός συνδέσμου ήταν απολύτως απαραίτητος για λόγους ασφαλείας και όχι μόνο. Οι δύο άνδρες έπρεπε να αποφεύγουν τις απευθείας συναντήσεις. Έτσι, ο Χρύσανθος, από τις πρώτες μέρες της «Χ», γίνεται σύμβουλος και καθοδηγητής του αρχηγού της στο πολιτικό πεδίο. Αλλά και η πρώτη οικονομική βοήθεια προς τη «Χ» για την αγορά όπλων και πυρομαχικών προήλθε από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Για το σκοπό αυτό ο Χρύσανθος συγκρότησε επιτροπή υπό την προεδρία του Χ. Ζαλοκώστα και η οποία επιτροπή σ' όλο το διάστημα της κατοχής βοήθησε όσο μπορούσε οικονομικά την οργάνωση «Χ».

Αλλά, πέρα από την οικονομική βοήθεια, ο ξεχωριστός ιεράρχης βοήθησε πολλαπλώς την οργάνωση «X», λόγω του κύρους που είχε και των επαφών που διατηρούσε με εξέχουσες προσωπικότητες τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό. Ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος διατηρούσε στενή επαφή και με τον αείμνηστο Βασιλέα Γεώργιο Β΄ τον οποίο ενημέρωνε για την αντιστασιακή δράση στην Ελλάδα.

Σχετικά με τον εξοπλισμό της οργάνωσης, ο Γ. Γρίβας στην έκθεσή του το 1944, αναφέρει τα εξής:

«Με την κατάρρευσιν της Ιταλίας κατά Σεπτέμβριον 1943, η οργάνωσις κατέβαλεν εντόνους προσπαθείας διά την εξεύρεσιν οικονομικών πόρων προς αγοράν ιταλικού οπλισμού, του οποίου το εμπόριον κατά την εποχήν εκείνην ενεργείτο εις ευρείαν κλίμακα. Οι οικονομικοί πόροι που διέθετεν η οργάνωσις προήρχοντο αποκλειστικώς από εκουσίας εισφοράς ιδιωτών ή από οικονομικάς επιτροπάς ενισχύσεως του εθνι κού αγώνος. Ουδεμία βία ή πίεσις εξησκήθη ποτέ εναντίον τινός. Τα γνωστά εκβιαστικά μέτρα άτινα εχρησιμοποίησε το ΚΚΕ και ΕΑΜ διά την περισυλλογήν χρημάτων ήρχοντο εις πλήρη αντίθεσιν προς την υφ' ημών τηρηθείσαν τακτικήν εις το κεφάλαιον τούτον». Αλλά και στο βιβλίο του C. FOLEY, Memoirs of General Grivas, ο Διγενής λέει τα εξής: «Ήταν μετά την κατάρρευση της Ιταλίας, ύστερα από την πτώση του Μουσολίνι, το καλοκαίρι του 1943, που τελικά μπόρεσα να εξασφαλίσω μερικά όπλα, τα οποία αγοράσαμε από τους αποχωρούντας Ιταλούς, με λεφτά που μας διέθεσε μία επιτροπή κάτω από τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Ξανά τον Δεκέμβριο, μου δόθηκε η διαβεβαίωση προμηθείας αφθόνου οπλισμού από Βρετανό μυστικό πράκτορα, αλλά τίποτε ποτέ δεν έφτασε».

Αξίζει να σταθεί κάποιος στη λέξη «ξανά» που αναφέρει ο Γεώργιος Γρίβας. Το Σεπτέμβριο είχαν υποσχεθεί οι Βρετανοί ότι θα κάνουν ρίψη όπλων και πυρομαχικών στον Κιθαιρώνα προκειμένου να εξοπλιστεί τουλάχιστον ένας αριθμός ανδρών για τη συγκρότηση μιας αντάρτικης μονάδας στην περιοχή από άνδρες της «Χ». Οι ρίψεις δεν έγιναν ποτέ. Το πρόβλημα της εξεύρεσης όπλων μετά την ουσιαστική άρνηση των Βρετανών, αλλά και κάποιων μελών της ελληνικής κυβερνήσεως, να ενισχύσουν την οργάνωση «Χ», γινόταν κάθε μέρα επιτακτικότερο. Το πρόβλημα αυτό, που υπήρχε από την ίδρυση της οργάνωσης τον Ιούνιο του 1941, στα μέσα του 1943 είχε γίνει οξύτατο γιατί η «Χ» δεν αντιμετώπιζε μόνο τον κίνδυνο των δυνάμεων κατοχής, αλλά και την επιθετικότητα των κομμουνιστών που είχαν αρχίσει να δείχνουν το πραγματικό τους πρόσωπο και τις προθέσεις τους.

Στις 26 Οκτωβρίου του 1943, μετά την επιστροφή της ομάδας από τον Κιθαιρώνα, ο αρχηγός της «Χ» και στελέχη της οργάνωσης συναντήθηκαν στο σπίτι του στενού συνεργάτη του Γρίβα, Ιωάννη Σκλαβενίτη, για να εξετάσουν το θέμα του εξοπλισμού της «Χ». Στη σύσκεψη εξουσιοδοτήθηκαν οι Αριστείδης Χαμόδρακας, Μιχαήλ Κουρουπός, Μπάμπης Σταυρόπουλος, Μιχαήλ Ξένος, Νικόλαος Βαρδάνης και οι αδελφοί Μιχαήλ και Κωνσταντίνος Ευσταθόπουλος, να οργανώσουν ειδικές ομάδες για την εξεύρεση οπλισμού.


ΦΑΝΗΣ Α. ΧΑΜΟΔΡΑΚΑΣ - ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ,σελ.42-51


Τρίτη, Απριλίου 28, 2026

Η σύλληψη της Λέλας.

Μέχρι την τελευταία στιγμή αγωνιζόταν να σώσει τους άλλους 

Η Λέλα είχε νοσηλευθεί στον Ερυθρό Σταυρό από τις 23 Μαρτίου μέχρι τις 4 Ιουνίου του '44. Για δεύτερη φορά θα εισαχθεί στις 8 Ιουλίου του '44. Σε όλο αυτό το διάστημα μάθαινε με αγωνία για τις απανωτές συλλήψεις συνεργατών της και στελεχών του «Απόλλωνα». Παρ' όλο που είχε πάθει υπερκόπωση και οι γιατροί φοβούνταν για την καρδιά της, η Λέλα ησχολείτο συνεχώς με την ασφάλεια των δικών της ανθρώπων. Σε μια περίπτωση πήρε άδεια εξόδου από το Νοσοκομείο, μεταμφιέσθηκε σε ζητιάνα κι έτρεχε από σπίτι σε σπίτι να ειδοποιήσει αυτούς που κινδύνευαν! Προσπάθησε επίσης να εξαφανίσει όσα χαρτιά ήσαν ενοχοποιητικά. Φαίνεται δε ότι μόνο μία από τις στενές συνεργάτιδές της, η Μάρτζορυ Δημοπούλου, δεν υπάκουσε στις υποδείξεις της να κρυφτεί και την έπιασαν οι Γερμανοί. 

Τον Ιούνιο συνελήφθη και ο ηλικιωμένος συνεργάτης της, ο θαρραλέος ξεναγός της Ακροπόλεως, ο Σκηνίτης. Από τις 8 Ιουλίου του '44, όταν η Λέλα μπήκε για δεύτερη φορά στον Ερυθρό Σταυρό, προσπαθεί με το προσωπικό τηλέφωνο του γιατρού της Σαρακηνού να ειδοποιήσει όσους δεν είχε προλάβει ακόμη. Σε λίγο από το ακουστικό του τηλεφώνου άρχισαν ν' ακούγονται παράξενοι ήχοι... Έμπειρη η Καραγιάννη κατάλαβε πως το τηλέφωνο του Σαρακηνού έχει παγιδευθεί και παρακολουθείται. Αυτό σημαίνει ότι ο κλοιός των Γερμανών έχει αρχίσει να κλείνει. Είναι προφανές πως οι μυστικές υπηρεσίες τους γνωρίζουν από την ανάκριση του Ριζόπουλου το όνομά της, αλλά προχωρούν σιγά σιγά για να είναι βέβαιοι ότι δεν θα τους ξεφύγει το θήραμα.

Στις 11 Ιουλίου του '44 μια μαύρη κούρσα με συμβατικές πινακίδες σταματάει μπροστά στο όμορφο περιστύλιο της κεντρικής εισόδου του Νοσοκομείου. Από το αυτοκίνητο βγαίνουν δύο άνδρες ντυμένοι με πολιτικά. Όσοι τους βλέπουν δεν έχουν αμφιβολίες. Το αγέρωχο ύφος, το βλέμμα κρύο και ατσάλινο, το μαλλί ξυρισμένο πάνω από τους κροτάφους...

Μαζί τους ένας Έλληνας με ύφος κακομοίρικο, σαν να ντρέπεται για την αποστολή του. Είναι ο διερμηνέας. Λίγη ώρα νωρίτερα είχε χτυπήσει το τηλέφωνο του Σαρακηνού, στο δωμάτιό του, αριθμός 301. Στο τηλέφωνο είναι και ο Νίκος Καραγιάννης, ο σύζυγος της Λέλας. Ο γιατρός φωνάζει τη Λέλα που βρίσκεται στο δωμάτιό της, το 306. Αυτή τρέχει κι αρπάζει το ακουστικό. Ο άνδρας της με σβησμένη φωνή της λέει: «Λέλα, φύγε, φύγε, ήρθαν οι Γερμανοί και πιάσαν τα παιδιά μας...» Η Λέλα του απαντάει αποφασιστικά: «Νίκο μου, δεν φεύγω... Ας έρθουν να με πιάσουν και μένα. Είναι προτιμότερο αυτό, διότι έτσι μπορεί ν' απαλλαγούν τα παιδιά...» Η απάντηση δείχνει τον χαρακτήρα της Καραγιάννη.

Δεν τη νοιάζει πια για τον εαυτό της. Έχει προετοιμασθεί ψυχικά για να πιει το πικρό ποτήρι. Από την άλλη πλευρά, ξυπνάει η αγάπη της μάνας – καλύτερα να παραδοθώ εγώ μήπως γλιτώσουν τα παιδιά μου... Αλλά τι είχε συμβεί με τα παιδιά; Οι τρεις κόρες, η Ιωάννα, η Ηλέκτρα και η Νεφέλη, βρίσκονταν στο οικογενειακό σπίτι, στην οδό Λήμνου. Η Ηλέκτρα ήταν νιόπαντρη μ' έναν πλούσιο λεβεντάνθρωπο, τον Σπύρο Κρασσά, που είχε σπίτι στη Γλυφάδα. Από τους τρεις γιους, ο Γιώργος, ο καταζητούμενος από το 1941, πηγαινοερχόταν μυστικά από τα βουνά στην Αθήνα, ο Νέλσων βρισκόταν στο σπίτι του γαμπρού του, στη Γλυφάδα, και ο τρίτος γιος, ο Βύρων, είχε πάει στην οδό Λήμνου ξαφνικά το βράδυ της 10ης Ιουλίου για να δει τις αδελφές του. Ο πατέρας του του είχε συστήσει να μη διανυκτερεύει στην οικογενειακή κατοικία, αλλά ο «Βυρωνάκος» είχε επιθυμήσει να δει τις αδελφούλες του. Τα τέσσερα αδέλφια έφαγαν μαζί, διασκέδασαν και μετα σύμφωνα με τα καλοκαιρινά έθιμα άπλωσαν στρώματα στη δροσερή ταράτσα και κοιμήθηκαν ευχαριστημένα.

Κατά τη μιάμιση ξημερώματα της 11ης Ιουλίου, ξύπνησαν από τα γαβγίσματα του σκύλου τους, του Ρεξ, που φύλαγε μπροστά στον μικρό κήπο. Ακούνε το απαίσιο φρενάρισμα αυτοκινήτων και διαισθάνονται αμέσως ποιοι θα είναι οι νυχτερινοί επισκέπτες. Ο Βύρων προτείνει στις αδελφές του να πηδήξουν από την πίσω μάντρα του περίβολου και να το σκάσουν. Μες στο σκοτάδι όμως ακούνε τα τρεξίματα των εισβολέων γύρω γύρω από το σπίτι. Έχουν κυκλωθεί.

Πρώτα παραβιάζεται η εξώπορτα του μικρού κήπου και ακούνε ένα κλαψούρισμα του δύστυχου του Ρεξ. Οι Γερμανοί τον έχουν κλωτσήσει. Τώρα οι επιδρομείς χτυπάνε άγρια την εξώπορτα της κατοικίας. Τα τέσσερα παιδιά είναι πλέον παγιδευμένα. Οι τρεις αδελφές, πρόχειρα ντυμένες, κατεβαίνουν στο χωλ και περιμένουν σε μια γωνιά αγκαλιασμένες. Ο Βύρων, ο μόνος άνδρας του σπιτιού, πηγαίνει στην πόρτα, την ξεκλειδώνει και ανοίγει στους βαρβάρους. Είναι τέσσερις, φορούν πολιτικά και κρατούν αυτόματα στα χέρια, εκτός από έναν που φαίνεται πως είναι ο διερμηνέας. Από τους εισβολείς ο ένας μοιάζει να είναι ο επικεφαλής, μέτριος στο ανάστημα, σχετικά παχύς, με καιστανά μαλλιά, δεν έχει τα χαρακτηριστικά της αρείας φυλής. Τα μάτια του είναι κατακόκκινα και καθώς πλησιάζει τις αδελφές μια μυρωδιά κρασιού αναδύεται από το στόμα του, αλλά δεν είναι μεθυσμένος. Από την πρώτη στιγμή απευθύνει απανωτές ερωτήσεις στις κόρες. Ο στρατηγός Ντερτιλής έχει έρθει στο σπίτι τους; Τον Ριζόπουλο τον ξέρουν; Ποιος άλλος έρχεται στο σπίτι τους τακτικά; Και οι τρεις αδελφές απαντούν αρνητικά.

Αυτός που κάνει την πρόχειρη προανάκριση είναι ο Μπέκε (Fritz Backe), ο οποίος έχει ήδη αποκτήσει τη φήμη ενός από τους πιο απάνθρωπους ανακριτές. Όλο αυτό το διάστημα, ένας Γερμανός με το αυτόματό του κρατάει τον Βύρωνα ακινητοποιημένο κοντά στην εξώπορτα. Ο Μπέκε μοιάζει απογοητευμένος. Η πρόχειρη ανάκριση δεν απέδωσε. Με μια διαταγή του και τα τέσσερα παιδιά επιβιβάζονται στα αυτοκίνητα. Μέσα στην άγρια νύχτα τα αυτοκίνητα διασχίζουν την πόλη. Τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν πού τους πάνε. Κάποια στιγμή τους φάνηκε ότι είδαν ένα κομμάτι του Βασιλικού Κήπου κι αμέσως τ' αυτοκίνητα στρίβουν σ' έναν μικρό δρόμο. Προλαβαίνουν να δουν μερικές όμορφες μονοκατοικίες και τ' αυτοκίνητα σταματούν. Είναι η οδός Μέρλιν, αριθμός 61.

Αργότερα, στη Γλυφάδα, θα συλληφθεί και ο Νέλσων κι έτσι συνολικά πιάστηκαν πέντε μέλη της οικογενείας Καραγιάννη. Ο πατέρας, ο Νίκος, τουλάχιστον είχε μείνει ελεύθερος. Ο Γιώργος Καραγιάννης, ο «διαγγελέας» μεταξύ των ορέων και της «Μπουμπουλίνας», βρισκόταν κατά σύμπτωση στην πρωτεύουσα και κρυβόταν στο εργοστάσιο ποτοποιίας του γαμπρού του, του Κρασσά. Θα δούμε σε λίγο πώς γλίτωσε ως εκ θαύματος τη σύλληψη.


Πίσω στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού.

Οι δύο Γερμανοί με τον διερμηνέα τους ρωτούν στο θυρωρείο σε ποιο δωμάτιο νοσηλεύεται η κυρία Καραγιάννη. Στο 306... Προχωρούν γρήγορα, όμως δεν κρατούν όπλα φανερά. Προφανώς σέβονται στοιχειωδώς το Νοσοκομείο και τη σκέπη του Ερυθρού Σταυρού. Στο δωμάτιό της η Λέλα συνομιλεί με την Παπαδοπούλου, την πιστή της υπάλληλο των Φυλακών Αβέρωφ. Γνωρίζει ότι από στιγμή σε στιγμή θα φθάσουν οι Γερμανοί, αλλά με παροιμιώδη ψυχραιμία δίνει στη συνεργάτιδά της κάποιες τελευταίες οδηγίες για αγωνιστές που κρατούνται στου Αβέρωφ. Οι δύο Γερμανοί είναι έξω από το δωμάτιό της κι ο διερμηνέας χτυπάει την πόρτα. Ρωτάει: «Η κυρία Καραγιάννη;» Η Λέλα σκέπτεται πως δεν πρέπει να βρουν την Παπαδοπούλου κοντά της –ίσως την πιάσουν κι αυτήν και μ' εκπληκτική ετοιμότητα απαντάει: «Όχι, η κυρία Καραγιάννη είναι στο διπλανό δωμάτιο», κι αμέσως διώχνει την Παπαδοπούλου. Οι Γερμανοί ξαναγυρίζουν... Έχουν αντιληφθεί ότι η Λέλα τους εξαπάτησε κι αρχίζουν να χάνουν την ψυχραιμία τους. Μέσω του διερμηνέα λένε στην Καραγιάννη να μαζέψει γρήγορα τα πράγματά της. Αυτή το κάνει αργά αργά, σχεδόν επιδεικτικά. Ο ένας Γερμανός οργίζεται και λέει στον διερμηνέα: «Schneller, schneller», πιο γρήγορα... Η Λέλα έχει βαλθεί να τους πάρει τον αέρα. « Ο κύριος», απευθύνεται στον διερμηνέα, «μπορεί να είναι νευρικός, αλλά εγώ δεν βιάζομαι».

Ο διερμηνέας θέλοντας να δείξει στ' αφεντικά του τον υπερβάλλοντα ζήλο των υποτελών, γυρίζει στη Λέλα και της λέει επιτακτικά: «Μάζεψε τα κουρέλια σου, να φύγουμε...»

Αυτό ήταν. Η γυναίκα αυτή δεν σηκώνει αυθάδειες από συνεργάτες του εχθρού. Του αστράφτει ακαριαίως ένα γερό χαστούκι λέγοντάς του: «Παλιόπαιδο, προδότη...» Νεκρική σιγή ακολουθεί. Ο νεαρός στρέφεται προς τους Γερμανούς, περιμένοντας κάποια αντίδραση. Παραδόξως αυτοί παρακολουθούν και δεν επεμβαίνουν. Καθώς εξέρχεται υπό συνοδείαν, η Καραγιάννη σφίγγει πρώτα το χέρι του γιατρού Σαρακηνού που τόσο της συνμπαραστάθηκε, κι έπειτα ευχαριστεί όλες τις αδελφές και το προσωπικό που έχουν συγκεντρωθεί στον διάδρομο. Σημειώνει στη μεταπολεμική του έκθεση ο Μιχαήλ Σαρακηνός σε ωραία καθαρεύουσα: «... Εκ των παραθύρων του Νοσοκομείου πολλοί δακρύοντες οφθαλμοί παρηκολούθουν μέχρις ότου εξηφανίσθη το απάγον την Εθνομάρτυρα αυτοκίνητον μετά των δημίων της ...»

Πηγή κειμένου: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΖΑΟΥΣΗΣ - Λέλα Καραγιάννη: Η Μπουμπουλίνα της Κατοχής, σελ.200-205

Πέμπτη, Απριλίου 23, 2026

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

«Αν τα τελευταία δύο χρόνια είχαμε δώσει στους Έλληνες τη μισή βοήθεια σε υλικό από αυτά που έλαβε ο Κεμάλ από τους Συμμάχους μας, πιθανότατα η τωρινή καταστροφή δεν θα είχε συμβεί» 

(11.00 το βράδυ της 5ης Σεπτεμβρίου 1922. Βρετανός πρέσβης Τσαρλς Χένρι Μπέντινκ από την Αθήνα με απόρρητο τηλεγράφημά του προς το War Office)


«Ας καούν κι ας γκρεμιστούν τα πάντα».

(Τα λόγια αυτά αποδίδονται στον Μουσταφά Κεμάλ, μόλις πληροφορήθηκε τη φωτιά στη Σμύρνη. Βλ. Ιπέκ Τσαλιλάρ, Η κυρία Ατατούρκ, ελληνική μετάφραση Γιώργος Σαγκριώτης, Αθήνα 2014, σ. 38.)

Η κατάρρευση του μετώπου υπήρξε ολοκληρωτική και ταχεία πέραν πάσης προσδοκίας. Από τη στιγμή της επίθεσης των κεμαλικών δυνάμεων στον νότιο τομέα, στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ, έως και την εισβολή των Τούρκων στη Σμύρνη μεσολάβησαν μόλις δεκατέσσερις ημέρες. Το μεσοδιάστημα αποτέλεσε κατά τα φαινόμενα την πιο ατιμωτική στιγμή στην ιστορία του ελληνικού στρατεύματος και την πιο μαύρη σελίδα στην ιστορία του μικρασιατικού ελληνισμού. Ανθρώπινα λείψανα με ξεσκισμένες στρατιωτικές στολές προσπαθούσαν να διαφύγουν με κάθε τρόπο από την ενδοχώρα, αναζητώντας ένα ασφαλές λιμάνι και ένα μέσο για να διαπεραιωθούν στα ελληνικά νησιά. Ακολουθούνταν από δεκάδες χιλιάδες χριστιανούς πρόσφυγες, ένα ανθρωπομάνι δυστυχισμένων πλασμάτων σε μια μαρτυρική πορεία προς τα παράλια προκειμένου να γλυτώσουν από την εκδίκηση του Κεμάλ. Προορισμός για τους περισσότερους ήταν το διαμάντι της Ανατολής, η πόλη της Σμύρνης, εκεί όπου ήλπιζαν πως οι ελληνικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές αλλά και οι συμμαχικές δυνάμεις θα τους παρείχαν προστασία. Πόσο γελασμένοι, αλήθεια, στάθηκαν. «Χριστιανικοί πληθυσμοί εσωτερικού, βλέποντες στρατιωτικούς φυγάδας κατερχομένους εκ του μετώπου και ενσπείροντας τον πανικόν, εγκαταλείπουσι εστίας των και περίτρομοι και πεινώντες κατευθύνονται Σμύρνην» ενημέρωνε γεμάτος ανησυχία ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης. Στη Σμύρνη οι εξελίξεις από το μέτωπο γίνονταν γνωστές με καθημερινές αναφορές από το πυκνό δίκτυο των διπλωματών αλλά και των κατασκόπων που οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν σπείρει στην ιωνική γη. Τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου του 1922 όλες οι πληροφορίες συνέκλιναν πως η ελληνική γραμμή άμυνας είχε σπάσει και πως οι τουρκικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς τα δυτικά.

Πρόσφυγες πάνω σε πλοιο
(Φ.Α. ΕΛΙΑ.) Η φωτογραφία 
είναι επιχρωματισμένη 
Η τραγική κατάσταση του μετώπου καταδεικνύεται με τον πιο γλαφυρό τρόπο στα αγωνιώδη τηλεγραφήματα που καθημερινά έστελνε στην Αθήνα ο Στεργιάδης μετά τα μέσα Αυγούστου του 1922. Σε ένα από αυτά, στις 30 Αυγούστου, ο ύπατος αρμοστής αποτιμούσε την κατάσταση ως «σοβαροτάτην, εξελισσομένην προς καταστροφήν ραγδαίαν». Εκτιμούσε, μάλιστα, ότι η Σμύρνη κινδύνευε να δεχτεί εισβολή από το ελαφρύ ιππικό του εχθρού, την ίδια στιγμή που οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις αδυνατούσαν να αντιτάξουν οποιαδήποτε αντίσταση. «Σμύρνη παραμένει εντελώς αφρούρητος» έγραφε ο Στεργιάδης, ζητώντας να αποσταλεί άμεσα στρατός και στόλος για την προστασία του ελληνικού πληθυσμού. Λίγες ώρες αργότερα ο Στεργιάδης είχε σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα για το αποτέλεσμα της μικρασιατικής περιπέτειας. Σε ένα άκρως εμπιστευτικό όσο και δραματικό τηλεγράφημά του προς το υπουργείο Εξωτερικών συμπύκνωνε την προσωπική του άποψη για τα αίτια της καταστροφής: «Πείθομαι ότι ηττήθημεν ανεπανορθώτως. Δεν προκύπτει ευθύνη ουδεμία διά τον αρχηγόν και τους ανωτέρους διοικητάς της Στρατιάς ουδέ πρέπει βασίσωμεν ελπίδας σωτηρίας εις προσωπικάς μεταβολάς. Προέχοντα αίτια καταστάσεως ψυχικός κάματος στρατιωτών, δεύτερον βαθύς κλονισμός ουχί απλώς της στρατιωτικής πειθαρχίας αλλά και της ηθικής πειθαρχίας μεγάλου αριθμού αξιωματικών διαφόρων βαθμών, οίτινες διά της ασυγκαλύπτου και επί μακρόν χρόνον ατιμωρήτου διαγωγής αυτών έχασαν το σέβας και πάσαν επιβολήν αυτών επί των οπλιτών. Δέον προστεθή ως σοβαρός λόγος η πεποίθησις παρά του στρατού ότι θα αναγκασθώμεν εις εκκένωσιν Μ. Ασίας και ότι αι περαιτέρω θυσίαι είναι μάταιαι». Ύστερα από δύο μέρες, την 1η Σεπτεμβρίου, ο Στεργιάδης με νεότερο τηλεγράφημά του προς το υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε ότι η διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας δεν τον ενημέρωνε για την κατάσταση του μετώπου. Ωστόσο, οι πληροφορίες που είχε συλλέξει ο ίδιος έδειχναν ότι το μέτωπο κινδύνευε να καταρρεύσει ολοκληρωτικά. Για τον λόγο αυτόν ζητούσε την αποστολή πολεμικών πλοίων για την προστασία της Σμύρνης.

Λίγο αργότερα σε νέο του εμπιστευτικό τηλεγράφημα ο ύπατος αρμοστής ενημέρωνε για την πλήρη κατάρρευση του μετώπου. Θεωρούσε πως έπρεπε να αποκλειστεί κάθε σκέψη για αντίσταση έστω και έξω από τη Σμύρνη ή τα Μουδανιά. Εξέφραζε, τέλος, τη βεβαιότητά του ότι η Σμύρνη θα καταστρεφόταν εκτός και αν οι Σύμμαχοι λάμβαναν τα αναγκαία μέτρα. Εις μάτην. Όλες οι εκκλήσεις του ύπατου αρμοστή έπεσαν στο κενό. Οι χειρότεροι φόβοι του για τη Σμύρνη επρόκειτο πολύ σύντομα να επαληθευτούν.


ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Στις 6 Σεπτεμβρίου τα απομεινάρια της άλλοτε κραταιάς ελληνικής Στρατιάς Μικράς Ασίας έφτασαν στα προάστια της Σμύρνης ακολουθούμενα από χιλιάδες χριστιανούς πρόσφυγες, περισσότερους από διακόσιες χιλιάδες, που διέφευγαν για να αποφύγουν την τουρκική οργή. Καθισμένη στο σπίτι της στο αρχοντικό προάστιο του Μπουρνόβα, όπου δέσποζαν πολλά αρχοντικά που ανήκαν σε οικογένειες Λεβαντίνων, η μαντάμ Ορτάνς Γουντ αντιλήφθηκε την κοσμοσυρροή. «Ήταν ένας αξιολύπητος όχλος από ρακένδυτους, αποκαμωμένους και χλωμούς στρατιώτες και μαζί τους υπήρχαν εκατοντάδες πρόσφυγες, τόσο Έλληνες όσο και Τούρκοι, που έσερναν τα βήματά τους κάτω από τον ανελέητο ήλιο, μέσα σε σύννεφα καυτής σκόνης που περιδινούνταν στην ατμόσφαιρα» σημείωνε ατενίζοντας με μελαγχολία το θλιβερό θέαμα. Πλέον κανείς στην πόλη της Σμύρνης δεν διατηρούσε επιφυλάξεις για το τι είχε συμβεί στο μέτωπο. Τις δύο επόμενες μέρες τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού επιβιβάστηκαν σε πλοία είτε στο λιμάνι της Σμύρνης είτε στη χερσόνησο της Ερυθραίας και αναχώρησαν για την Ελλάδα. Το απόγευμα της Παρασκευής 8 Σεπτεμβρίου εγκατέλειψαν τη Σμύρνη και όλες οι ελληνικές στρατιωτικές και πολιτικές αρχές. Τελευταίος αναχώρησε υπό τις αποδοκιμασίες του πλήθους ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, ο οποίος επιβιβάστηκε στη βρετανική ναυαρχίδα Άιρον Ντιούκ. Ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν εξολοκλήρου έκθετος. Μόνο ο μητροπολίτης Χρυσόστομος είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την πόλη, παραμένοντας κοντά στο ποίμνιό του. Λίγα χρόνια αργότερα, εκφράζοντας την πίκρα του για την εγκατάλειψη των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, ο Κοσμάς Πολίτης θα γράψει: «Αυτοί δεν τον πονέσανε τον τόπο. Δεν πονέσανε τις ανθρώποι του τόπου».  Οι πρώτες τουρκικές δυνάμεις εισήλθαν στη Σμύρνη το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου. Οι περιγραφές που έχουν δώσει για την άφιξή τους τα μέλη των ξένων διπλωματικών και στρατιωτικών αποστολών συγκλίνουν σε πολλά μεταξύ τους. Επρόκειτο για άντρες του τουρκικού ιππικού, ντυμένους στα μαύρα. Στο πέρασμά τους οι χριστιανοί της πόλης πανικοβλήθηκαν. Αντίθετα, στην τουρκική συνοικία σήμανε γενικός ξεσηκωμός. 

Στις 5.00 το απόγευμα της Κυριακής 10 Σεπτεμβρίου 1922 ο Μουσταφά Κεμάλ μπήκε
στην πόλη της Σμύρνης επιβαίνοντας σε μια ανοιχτή Μερσεντές του 1911. Τον συνόδευε τιμητικά ένα απόσπασμα ιππικού, ενώ πλήθος κόσμου είχε ξεχυθεί στους δρόμους για να τον υποδεχτεί. Ο Κεμάλ κατευθύνθηκε πρώτα στο Διοικητήριο, το Κονάκι, όπου είχε συνεργασία με τον Νουρεντίν πασά, φρούραρχο της πόλης. Την επομένη μετέβη στην προκυμαία και σταμάτησε στο περίφημο ξενοδοχείο Σπλέντιτ (Κράιμερ Παλάς). Αρκετοί Σμυρνιοί, ανάμεσά τους και Έλληνες, έπιναν το ποτό τους, επιχειρώντας έτσι να αποδράσουν από τη ζοφερή καθημερινότητα στην οποία είχε περιέλθει η πόλη. Μόλις τον αναγνώρισαν, απλώθηκε σιωπή. Ο Κεμάλ ατάραχος, πίνοντας το ποτό του, αδιαφορώντας για τις συστάσεις των γιατρών να απέχει από το αλκοόλ λόγω των επίμονων αρυθμιών που τον ταλαιπωρούσαν, στράφηκε στους Έλληνες και τους ρώτησε: «Αλήθεια, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος πέρασε ποτέ από εδώ να πιει μια ρακή;». Εκείνοι απάντησαν αρνητικά. «Τότε γιατί μπήκε στον κόπο να καταλάβει τη Σμύρνη;» ανταπάντησε με περιπαικτικό ύφος. Η πόλη είχε αποκτήσει
νέο αφέντη και εκείνος έδειχνε να το απολαμβάνει. Ξημέρωσε η Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 1922. Η Σμύρνη στέναζε από το βάρος των προσφύγων που συνεχώς κατέφταναν από την ενδοχώρα. Στις γειτονιές της, παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις των κεμαλικών πως δεν επρόκειτο να συμβεί το παραμικρό,
είχαν αρχίσει οι σφαγές και οι λεηλασίες πρώτα στην αρμενική συνοικία και ακολούθως στην ελληνική. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και το βοριαδάκι, που έως τότε πρόσφερε κάποιες ανάσες δροσιάς, είχε παραχωρήσει τη θέση του σε έναν καυτό νότιο άνεμο. Ξαφνικά ξέσπασαν πυρκαγιές στην αρμενική γειτονιά. Τα πρώτα λεπτά κανείς δεν ανησύχησε. Επρόκειτο για συνηθισμένο φαινόμενο, ιδιαίτερα τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες. Όμως μέχρι το απόγευμα η φωτιά είχε δυναμώσει, το μήκος της ξεπερνούσε ήδη το ενάμισι χιλιόμετρο, ενώ νέες εστίες άναψαν και στις ελληνικές συνοικίες. Όσο περνούσε η ώρα γινόταν αντιληπτό ότι εκείνη η φωτιά δεν είχε καμία σχέση με τις προηγούμενες, καθώς έτεινε να γίνει ανεξέλεγκτη. Πλήθος άνθρωποι έβγαιναν έντρομοι από τα σπίτια τους, απειλούμενοι από τις φλόγες που διαρκώς πλησίαζαν, και μαζί με τους πρόσφυγες κατευθύνονταν προς τη θάλασσα. Εκεί οι ναύτες από τα πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων είχαν ήδη ξεκινήσει την επιχείρηση απομάκρυνσης των υπηκόων τους. Ο ήλιος πάνω από τη Σμύρνη είχε χαθεί μέσα σε ένα πέπλο μαύρου καπνού που διαρκώς μεγάλωνε. Η επέκταση της φωτιάς βρήκε τον Μουσταφά Κεμάλ σε διαρκείς συσκέψεις με τους συνεργάτες του προκειμένου να εμπεδωθεί η τουρκική κυριαρχία στην πόλη. Τον βρήκε όμως
απασχολημένο και με μια γλυκιά Τουρκάλα Σμυρνιά, κόρη μιας από τις ευπορότερες οικογένειες, τη Λατιφέ χανούμ. Η Λατιφέ εισέβαλε δυναμικά στη ζωή του Κεμάλ και πολύ σύντομα το μεταξύ τους ειδύλλιο κατέληξε σε γάμο. Στο σπίτι της Λατιφέ άλλωστε, στο Κορδελιό (Καρσίγιακας), ένα από τα πλέον αριστοκρατικά προάστια της πόλης, μακριά από τη δυσοσμία των εκατοντάδων πτωμάτων και την αποπνικτική ατμόσφαιρα από τους καπνούς, είχε καταφύγει ο Τούρκος ηγέτης, εγκαθιστώντας μάλιστα το στρατηγείο του. Απολαμβάνοντας το ποτό τους στη βεράντα της λευκής έπαυλης με φόντο την καιγόμενη πόλη, ο Μουσταφά ρώτησε τη Λατιφέ αν υπήρχαν και σπίτια που ανήκαν στην οικογένειά της στις περιοχές όπου μαινόταν η φωτιά. Η Λατιφέ αποκρίθηκε θετικά, εκφράζοντας όμως ταυτόχρονα τη λατρεία της για τον ίδιο με τα εξής λόγια: «Πασά μου, ας καούν όλα, αρκεί που είστε εσείς καλά στην υγεία σας. Τι αξία έχει η ιδιοκτησία για τους ανθρώπους αυτές τις μέρες της ευτυχίας; Η χώρα μας είναι ελεύθερη. Αργότερα θα ξαναχτίσουμε όλα αυτά τα κτίρια και θα είναι ομορφότερα». Η απάντησή της ικανοποίησε τον Κεμάλ. «Ναι! Ας καούν κι ας γκρεμιστούν τα πάντα» είπε «όλα αυτά μπορούν να αντικατασταθούν».


ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΚΑΙ ΕΚΔΙΚΗΣΗ

Η σκληρότητα του Τούρκου ηγέτη για το ολοκαύτωμα της Σμύρνης πιθανότατα δεν οφειλόταν μόνο στην αγριότητα των πρόσφατων πολεμικών συγκρούσεων. Φαίνεται πως είχε την αφετηρία της αρκετά χρόνια πίσω, όταν την πρωτοεπισκέφτηκε το 1905 βρίσκοντάς την κατάμεστη από χριστιανούς κατοίκους. «Είδα αυτή την πανέμορφη προκυμαία γεμάτη από μέλη μιας φυλής που ήταν ορκισμένοι εχθροί μας και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Σμύρνη είχε ξεγλιστρήσει μέσα απ' τα χέρια των αληθινών και ευγενικών Τούρκων κατοίκων της» παρατήρησε με απαξία. Έχω την εντύπωση πως η πυρπόληση της ελληνικής, της αρμενικής και της ευρωπαϊκής συνοικίας της Σμύρνης υπήρξε η επιδιωκόμενη ενέργεια από πλευράς των Τούρκων επαναστατών προκειμένου να διακηρύξουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο όχι τόσο τη δική τους νίκη, όσο τον ενταφιασμό οποιασδήποτε χριστιανικής παρουσίας στην Ανατολία και το οριστικό τέλος του κοσμοπολιτισμού στον εθνικό τους χώρο. Ουσιαστικά, στα ερείπια της μητρόπολης του μικρασίατικού ελληνισμού οικοδομήθηκε η νέα τουρκική εθνικιστική ταυτότητα. Επιπλέον, η συνειδητή διαγραφή της μεγάλης φωτιάς -από την πρώτη κιόλας στιγμής από την τουρκική συλλογική μνήμη φιλοτέχνησε με εντυπωσιακά αλαζονικό τρόπο πολλά από τα χαρακτηριστικά αυτής της ταυτότητας. 

Εκτός από τις οικίες και τα σοκάκια της Σμύρνης, που γέμισαν από πτώματα δολοφονημένων χριστιανών και σώματα βιασμένων κοριτσιών, το δράμα κορυφώθηκε στην προκυμαία της, επί αιώνες σύμβολο της ευμάρειας, της αρχοντιάς και του κοσμοπολιτισμού της βασίλισσας της Ιωνίας. Εκεί, σύμφωνα με αξιόπιστα στοιχεία, κατέφυγαν χιλιάδες πρόσφυγες -ίσως να άγγιξαν το ένα εκατομμύριο- αναζητώντας σωτηρία στη θάλασσα. Με μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές επιχειρήσεις στην ιστορία, και παρά την αρχική αβελτηρία, οι περισσότεροι από αυτούς μεταφέρθηκαν από πλοία διάφορων χωρών στην Ελλάδα μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1922. Ποτέ δεν θα μάθουμε πόσοι ακριβώς έχασαν τη ζωή τους στην προκυμαία της Σμύρνης. Πόσοι αποσπάστηκαν από τις οικογένειές τους, αφού, σύμφωνα με τις εντολές του Κεμάλ, όλοι οι άντρες ηλικίας 18 έως 50 χρονών διαχωρίστηκαν και στάλθηκαν σε πορείες θανάτου στο εσωτερικό. Στην προκυμαία της Σμύρνης ξεδιπλώθηκαν αναρίθμητα ανθρώπινα δράματα που κατατάσσονται στις πιο μελανές σελίδες της ιστορίας του 20ου αιώνα. Διαπράχτηκαν αναρίθμητα εγκλήματα, χιλιάδες ιστορίες βίαιου αποχωρισμού. Σημειώθηκαν όμως και σπουδαίες πράξεις ηθικού μεγαλείου από άντρες και γυναίκες ξένων φιλανθρωπικών οργανώσεων, όπως τον Αμερικανό μεθοδιστή πάστορα Έισα Τζένιγκς και την Έστερ Πολ Λάβτζοϊ, 15 επικεφαλής της Αμερικανικής Ένωσης Νοσοκομειακών Γιατρών. Αλλά και οι ένστολοι δεν συμπεριφέρθηκαν όλοι το ίδιο, σε όποια εθνικότητα και αν ανήκαν. Σε αντιδιαστολή με τον ναύαρχο Μαρκ Μπρίστολ, ο οποίος στις 13 Σεπτεμβρίου, ημέρα που ξέσπασε η πυρκαγιά στη Σμύρνη, κατέγραφε με ευχαρίστηση το «διασκεδαστικό» ματς τένις στο οποίο συμμετείχε, οι ΗΠΑ μπορούσαν να καυχώνται για τον πλωτάρχη Χάλσεϊ Πάουελ, κυβερνήτη του πλοίου Έντσαλ, που αγνοώντας τις εντολές των προϊσταμένων του ανέλαβε πρωτοβουλία για τη σωτηρία των προσφύγων στη Σμύρνη, διατάζοντας επίσης τους ναύτες του να είναι έτοιμοι να βάλλουν εναντίον των Τούρκων σε περίπτωση που επιχειρούσαν να εμποδίσουν την απομάκρυνση των αμάχων.

Περιγράφοντας τη δραματική εικόνα της προκυμαίας, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ στο διήγημά του «Στην προκυμαία της Σμύρνης», στηριζόμενος σε αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων, έγραψε: «Το πιο παράξενο ήταν πώς ούρλιαζαν κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα. Δεν γνωρίζω γιατί ούρλιαζαν πάντα εκείνη την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι και ήταν όλοι στην προβλήτα και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Συνηθίζαμε να στρέφουμε τον προβολέα καταπάνω τους για να τους ησυχάσουμε... το χειρότερο πράγμα ήταν οι γυναίκες με νεκρά παιδιά. Δεν θα μπορούσατε με κανέναν τρόπο να τις πείσετε να τα αφήσουν. Ορισμένες κρατούσαν τα νεκρά μωρά τους για έξι ημέρες». Επρόκειτο για μια κατάσταση πανικού, συχνά τρέλας. Παρά τη σύγχυση που επικράτησε τις δεκαετίες μετά την καταστροφή, κυρίως λόγω της κλιμάκωσης μιας προπαγανδιστικής εκστρατείας για τη συσκότιση των όσων είχαν συμβεί στη Σμύρνη, δεν υπάρχουν άξιες λόγου επιφυλάξεις σχετικά με τους υπεύθυνους του εμπρησμού της πόλης. Ούτε είναι κολακευτική για την κοινότητα των ιστορικών η παρατήρηση πως για την προκληθείσα σύγχυση ευθύνονται κυρίως μέλη της, όχι δυστυχώς στο πλαίσιο μιας ενδελεχούς αναζήτησης της πραγματικότητας με τη χρήση αρχειακών πηγών, αλλά εξαιτίας μιας αντιεπιστημονικής μεταμοντέρνας αντίληψης που φαντασιώνεται μια Ιστορία α λα καρτ. Ευτυχώς, τα διαθέσιμα αρχειακά δεδομένα δεν άφησαν εξαρχής ερωτηματικά για το τι είχε συμβεί. Η Μίνι Μιλς, διευθύντρια του Αμερικανικού Διακολεγιακού Ινστιτούτου της Σμύρνης το οποίο βρισκόταν στην αρμενική συνοικία της πόλης, έδωσε μία από τις πρώτες και ξεκάθαρες καταθέσεις δηλώνοντας ότι: «Είδα με τα ίδια μου τα μάτια έναν Τούρκο αξιωματικό να μπαίνει σε ένα σπίτι κρατώντας μικρούς τενεκέδες πετρελαίου ή βενζίνης και μέσα σε λίγα λεπτά το σπίτι να γίνεται παρανάλωμα». Όμως η μαρτυρία της δεν ήταν η μόνη. Πολλά στελέχη ξένων φιλανθρωπικών οργανώσεων, διπλωματικών και στρατιωτικών αποστολών που δραστηριοποιούνταν στην πόλη έχουν αφήσει δεκάδες μαρτυρίες, υποστηρίζοντας ότι Τούρκοι στρατιώτες είχαν προχωρήσει στον εμπρησμό της πόλης. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1942, σε δίκη που έγινε στο Λονδίνο μέσω της οποίας η American Tobacco διεκδίκησε αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρεία Guardian Assurannce για τις ζημιές που είχαν υποστεί οι αποθήκες καπνού που είχε στη Σμύρνη από την ασφαλιστική εταιρεία Guardian Assurance, δεκάδες μάρτυρες κατέθεσαν πως είχαν δει Τούρκους στρατιώτες και ατάκτους να βάζουν φωτιές. Αλλά και οι πρόσφυγες που έφταναν κατά κύματα πανικόβλητοι στην Ελλάδα έδωσαν τη δική τους κατάθεση στις ελληνικές στρατιωτικές αρχές για όσα είχαν δει και βιώσει. Το Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών βρίθει από τις μαρτυρίες
τους, οι οποίες προκαλούν ανατριχίλα για τις βιαιότητες και τα εγκλήματα των Τούρκων ατάκτων αλλά και του τακτικού στρατού. Σε όλα τα μικρασιατικά παράλια από την Προποντίδα μέχρι την Κιλικία οι ελληνικοί πληθυσμοί σφαγιάζονταν, οι νεαρές παρθένες βιάζονταν, οι άντρες στρατεύσιμης ηλικίας εκτοπίζονταν στο εσωτερικό σε πορείες θανάτου δίχως αύριο. Ταυτόχρονα, τα χριστιανικά χωριά παραδίδονταν στην πυρά σε μια προσπάθεια να διαγραφεί κάθε ίχνος της ελληνικής και χριστιανικής παρουσίας στην Ανατολία. Ο εξηνταπεντάχρονος Παναγιώτης Σαρώνης από τη Σμύρνη είδε Τούρκους να ρίχνουν βενζίνη προκειμένου να επεκταθεί η φωτιά, ενώ ευρισκόμενος στην προκυμαία αντίκρυσε πολλά κάρα που κουβαλούσαν πτώματα. Τον εμπρησμό από Τούρκους κατήγγειλε και η Άννα Νομικού αλλά και ο Αθανάσιος Δοξανάκης, που είδε Τούρκους ατάκτους να πυρπολούν σπίτια απέναντι από την εκκλησία της Παναγίας της Μερσιδιώτισσας. Η Χαρίκλεια Ξανθαίου έμεινε τέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα στην
προκυμαία της Σμύρνης. Είδε τους Τούρκους να δολοφονούν αδιακρίτως, να συλλαμβάνουν ομήρους και να ατιμάζουν τα
νεαρά κορίτσια. Ο Ιωάννης Σαμιώτης από το Σαλιχλί περιέγραψε επίσης τη δραματική περιπέτειά του. Τούρκοι άτακτοι μπήκαν στο χωριό του και έστησαν πολυβόλα πάνω σε έναν μιναρέ και από εκεί πυροβολούσαν αδιακρίτως. Ο ίδιος κατέφυγε στη Σμύρνη. Ο Χαράλαμπος Γιανναράκης από το Νυμφαίο είδε Τούρκους ατάκτους να μπαίνουν στο χωριό του και να βάζουν φωτιά σε όλα τα χριστιανικά σπίτια. Οι κάτοικοι έντρομοι πήραν τον δρόμο για τη Σμύρνη. Στον δρόμο όμως τους επετίθετο ο τουρκικός όχλος σκοτώνοντας, κλέβοντας και βιάζοντας. Ο ίδιος έχασε τη σύζυγο και την κόρη του. Ο Βασίλης Ορφανίδης από την Καστοριά στη δική του κατάθεση περιέγραψε με συγκλονιστικό τρόπο τις τελευταίες ημέρες
στη Σμύρνη: «Την Δευτέραν 29 του Αυγούστου εισήρχοντο εις τας οικίας Ελλήνων και Αρμενίων και ελάμβανον τους άνδρας από 18 μέχρι 60 και τους περιέφερον εις πόλιν κτυπούντας αυτούς υπό του υποκοπάνου των όπλων και προτρέποντας τους δυστυχείς να υψώνωσι τας χείρας των υψηλά και να χειροκροτούν και να φωνάζουν “Ζήτω ο Μουσταφά Κεμάλ”. Εἰς γέρων εξηκοντούτης περίπου κατά την ηλικίαν δεν ηδυνήθη να υψώση τας χείρας του. Κεμαλικός τις τού επέφερε ένα δυνατό χτύπημα με τον υποκόπανον εις την κεφαλήν όπου εξέπνευσε. Ο δυστυχής ούτος ήτο Αρμένιος ωνομάζετο Κιρκόρ Καραπετιάν. [...] Μια γυνή εκυνηγάτο υπό Τούρκων οπλιτών, εκράτη εις τας χείρας της μικρόν παιδίον, το έρριψεν εις την θάλασσα και ότε ετοιμάζετο να ριφθή και να συμπνιγή μετά του τέκνου της την προέλαβε εις Γάλλος οπλίτης και ούτως εσώθη αλλά το δυστυχές τέκνο της επνίγη». Ο κλητήρας του ελληνικού γενικού προξενείου στη Σμύρνη Ηλίας Βομβίλης ή Πασχαλίδης στη δική του κατάθεση περιέγραψε αναλυτικά τις τελευταίες ημέρες της ιωνικής πρωτεύουσας. Οι σφαγές των Ελλήνων, υποστηρίζει, υπήρξαν γενικευμένες ιδίως στις συνοικίες του Αγίου Βουκόλου, της Αγίας Κυριακής και του Αγίου Κωνσταντίνου. Το μένος των κεμαλικών το πλήρωσαν όχι μόνο οι Έλληνες και οι Αρμένιοι αλλά ακόμη και οι μουσουλμάνες εκδιδόμενες γυναίκες στα Χιώτικα. Απέναντι, στα ελληνικά νησιά, οι πιο τυχεροί πρόσφυγες βρήκαν ιατρική περίθαλψη. Η Ειρήνη Γεωργιάδου, μαία και διευθύντρια του δημοτικού νοσοκομείου στο Λιμένι Βαθεάς Σάμου, στην κατάθεση που έδωσε τον Νοέμβριο του 1922 διέσωσε ανατριχιαστικές πληροφορίες για την κατάσταση των προσφύγων. «Δεν θυμάμαι να σας περιγράψω την αθλίαν κατάστασιν των γερόντων και γυναικοπαίδων των αποβιβαζομένων εκ των ατμοπλοίων. Εκ της πείνης, της γύμνιας και των ξυλοκοπημάτων άτινα υπέστησαν υπό των Τούρκων στρατιωτών κατά την εισβολήν των εις τα χωρία των μετά την αναχώρησιν του ελληνικού στρατού. Δεν ηδύναντο να βαδίσουν, ενόμιζε κανείς ότι βλέπει σκελετούς περιπατούντας. Αι αφηγήσεις των νοσηλευθέντων διά τα παθήματά των είναι τραγικαί. Ενοσηλεύσαμεν κορασίδας κάτω των δέκα ετών πασχάσας από αιμορραγίαν προελθούσαν επί βιασμών κατά φύσιν και παρά φύσιν. Επίσης γραίας και γέροντας φέροντας πλείστα τραύματα διά μαχαιρών, υποστάντας ταύτα υπό στρατιωτών, διότι δεν άφινον να βιάζωσιν υπό τας όψεις των ή ν' απάγωσι τας θυγατέρας των ή διότι δεν ταις έδιδον χρήματα. Μας έφερον εις το νοσοκομείον δεκαεπτά παιδάκια ανευρεθέντα μόνα εν τοις ατμοπλοίοις, άνευ γονέων ή άλλων συγγενών και τα οποία δεν ηδύναντο να μας είπωσι την ταυτότητά των. Τινά τούτων ήσαν τραυματισμένα διά μαχαιρών εις τους λαιμούς των και τα σώματα. Εξ αυτών τα εννέα απεβίωσαν. Τα άλλα ιαθέντα παρέλαβον διάφοροι φιλάνθρωποι κάτοικοι ενταύθα». Παρόμοιες μαρτυρίες κατακλύζουν τα ελληνικά και ξένα αρχεία, επιβεβαιώνοντας την άποψη πως στην προκυμαία της Σμύρνης, καθώς και στις προκυμαίες των άλλων πόλεων της Δυτικής Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης διαπράχτηκε από τους κεμαλικούς ένα ειδεχθές έγκλημα σε βάρος της ανθρωπότητας.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ - ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ, σελ. 69-81

Σχετικοί σύνδεσμοι:







Κυριακή, Απριλίου 19, 2026

Το δεύτερο βαλκανικό σφαγείο

Κατάληξη αυτής της έρπουσας αναμέτρησης υπήρξε, ως γνωστόν, η μετεξέλιξή της σε γενικευμένη σύρραξη μεταξύ των πρώην συμμάχων, το καλοκαίρι του 1913. Ο δεύτερος αυτός Βαλκανικός Πόλεμος, που έληξε μέσα σ' ενάμιση μήνα με την ολοκληρωτική νίκη της Ελλάδας και της Σερβίας σε βάρος της Βουλγαρίας, υπήρξε για τους χριστιανικούς πληθυσμούς της ζώνης των επιχειρήσεων πολύ πιο καταστροφικός απ' ό,τι ο προηγούμενος. Εδώ δεν είχαμε το ξέσπασμα μιας αχαλίνωτης βίας ενάντια στους «προαιώνιους» εχθρούς, αλλά την εφαρμογή μιας συστηματικής εθνοκάθαρσης των διαφιλονικούμενων περιοχών από τους ανεπιθύμητους κατοίκους τους. Και, τούτη τη φορά, πρωταγωνιστής δεν ήταν άλλος από τον ελληνικό στρατό.


Το έναυσμα και η δικαιολογία θα παρασχεθεί, ως συνήθως, από τις αγριότητες του αντιπάλου. Υποχωρώντας, ο βουλγαρικός στρατός επιδίδεται όχι μόνο σε λεηλασίες και σποραδικές δολοφονίες, αλλά και σε συστηματική καταστροφή των ελληνόφωνων αστικών κέντρων της περιοχής. (Η σχετική ελληνική βιβλιογραφία αναφέρει τέτοια περιστατικά στη Γευγελή, τη Μπογδάντσα, το Στογιάκοβο, τη Νέγκορτσα, τη Στρώμνιτσα, το Μούιν, το Σέχοβο (σημ. Ειδομένη), τη Μπαϊρακλή Τζουμαγιά (σημ. Ηράκλεια), την Αλιστράτη, τη Ζηλιάχοβα (σημ. Ν. Ζίχνη), την Πόριανη (σημ. Αγ. Αθανάσιος) και την Έλσιανη (σημ.Καρπερή). Βλ. Atrocites bulgares en Macédoine (faits et documents). Exposé de la Commission d' enquête de l' Assossiation Macédonienne rendue sur les lieux, Αθήνα 1913 [στο εξής: «Atrocites bulgares»], σ.14 και 19 και, κυρίως, Αι βουλγαρικαί ωμότητες εν τη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, Εν Αθήναις 1914 [στο εξής: «Βουλγαρικαί Ωμότητες»], in passim).

Αφίσα «Ο Βουλγαροφάγος» του
 σ. Χρηστίδη, με τον τσολιά που
 καταβροχθίζει ζωντανό ένα
βούλγαρο στρατιώτη

Κατά την τριήμερη κατάληψή της, στην αρχή του πολέμου, η Νιγρίτα καίγεται ολοσχερώς κι ένας απροσδιόριστος αλλά οπωσδήποτε μεγάλος αριθμός κατοίκων της βρίσκει το θάνατο 18 γειτονικά ελληνόφωνα (ή και σλαβόφωνα πατριαρχικά) χωριά, όπως η Μπέροβα, το Δημητρίτσι, η Μέριανη, το Χούμκος ή το Ξυλότρος, πυρπολούνται επίσης. Αγριότερη είναι η τύχη που επιφυλάσσεται σε βορειότερες πόλεις, με το πρόσχημα της καταστολής εξεγέρσεων του ελληνικού πληθυσμού τους. Στο Δεμίρ Χισάρ (σημ. Σιδηρόκαστρο), τουλάχιστον 74 Έλληνες συλλαμβάνονται κι εκτελούνται μέσα το τριήμερο 25-27 Ιουνίου. Στο Δοξάτο της Δράμας, η εξολόθρευση του ελληνικού πληθυσμού παίρνει μαζικές διαστάσεις στις 30 Ιουνίου, με ισοπέδωση του μεγαλύτερου μέρους της κωμόπολης κι εκτεταμένη συμμετοχή των μουσουλμανικών πληθυσμών της γύρω περιοχής στη σφαγή 500 περίπου Ελλήνων. Δραματική είναι τέλος η τύχη των Σερρών, αφού πρώτα ζήσουν ένα διάλειμμα ελευθερίας υπό τον έλεγχο της τοπικής πολιτοφυλακής και μιας τριανταριάς «προσκόπων»: στις 28 Ιουνίου ανακαταλαμβάνονται από το βουλγαρικό στρατό κι εκατοντάδες κομιτατζήδες, που περνάνε την πόλη από φωτιά και σίδερο, καταστρέφοντας τα 2/3 των κτιρίων της (4.000 σπίτια σε σύνολο 6.000) και σκοτώνοντας δεκάδες κατοίκους που δεν πρόλαβαν να φύγουν.(ΑΚΜ/7α, Κων/νου Μαζαράκη, «Έκθεσις της δράσεως του υπό τον ταγματάρχην του πυροβολικού Μαζαράκης-Αινιάνα Κωνστ. Σώματος Προσκόπων κατά τους ελληνοτουρκικόν και ελληνοβουλγαρικόν πολέμους», σ. 4-6 «Βουλγαρικαί Ωμότητες», σ.138 και 155-7 «Atrocites bulgares», σ. 20-28 Dotation Carnegie 1914, σ. 67-73· Σκανδαλάκης 1915, σ. 103-113 Λιβιεράτος 1991, σ. 68-9. Σύμφωνα με τον Πράις (1915, σ. 280), οι νεκροί πολίτες ήταν 57. Από την άλλη, στις παραμονές της βουλγαρικής επίθεσης, περίπου 200 κρατούμενοι από τη σλαβόφωνη συνοικία Καμενίκια και τα γύρω χωριά εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από την ελληνική πολιτοφυλακή (Dotation Carnegie 1914, σ. 69-71 και 288-92).

Οι αγριότητες αυτές θα δώσουν στην ελληνική στρατιωτική ηγεσία το πρόσχημα για την εξαπόλυση μιας γενικευμένης εθνοκάθαρσης, με σκοπό το άδειασμα των στρατηγικά κρίσιμων πεδιάδων που περιβάλλουν τη Θεσσαλονίκη από τον σχεδόν αποκλειστικά αλλοεθνή πληθυσμό τους. Με επίσημη ανακοίνωσή του, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εξαγγέλλει στις 29 Ιουνίου 1913 την κήρυξη ολοκληρωτικού πολέμου κατά των Βουλγάρων.

«των τεράτων τούτων των φερόντων την μορφήν ανθρώπου»: «Θ' αναγκασθώ προς θλίψιν μου να προβώ εις αντίποινα», δηλώνει, υποστηρίζοντας ότι μετά τις εκτελέσεις του Σιδηροκάστρου, οι Βούλγαροι «δεν έχουσι δικαίωμα να τάσσονται μεταξύ των πεπολιτισμένων εθνών» και να επικαλούνται τους νόμους τους. Σε άλλο του μήνυμα, προς τον υπουργό Εξωτερικών Κορομηλά αυτή τη φορά, ο εστεμμένος στρατηλάτης θα μιμηθεί τον Κάτωνα για να εξηγήσει την πολιτική του: «Bulgariam essedelendam», γράφει («Η Βουλγαρία πρέπει να καταστραφεί»). Στην ιδιωτική τέλος αλληλογραφία του, αναρωτιέται αν οι Βούλγαροι -«αυτοί οι Μογγόλοι» που κακώς «απέκτησαν σλαβικό όνομα»- «δεν θα έπρεπε στ' αλήθεια όλοι τους να εξολοθρευτούν». Το κάλεσμά του θα βρει άμεσα ανταπόκριση σ' έναν στρατό σοκαρισμένο από τις σχετικά σοβαρές απώλειες που υφίσταται, ντοπαρισμένο από βουλγαροφάγα κηρύγματα μιας τουλάχιστον δεκαετίας και ποτισμένο από ένα συλλογικό μίσος, χωρίς ισοδύναμο στον πόλεμο κατά της Τουρκίας που είχε προηγηθεί αψευδής μάρτυρας, οι προπαγανδιστικές αφίσες και καρτ-ποστάλ της εποχής, όπου τη θέση των «απελευθερωτικών» επαγγελιών του προηγούμενου πολέμου έχουν πάρει κυριολεκτικά ανθρωποφαγικές απεικονίσεις κάθε λογής.(Χαρακτηριστικό δείγμα η αφίσα «Ο Βουλγαροφάγος» του σ. Χρηστίδη, με τον τσολιά που καταβροχθίζει ζωντανό ένα βούλγαρο στρατιώτη σε μιαν άλλη αφίσα, Έλληνες φαντάροι βγάζουν τα μάτια των βουλγάρων συναδέλφων τους (Dotation Carnegie 1914, εικόνες 12 και 13 εκτός κειμένου Καραβίτης 2001, σ. 256. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913. Ελληνική λαϊκή εικονογραφία, Αθήνα 1999, σ. 261 και 237).

Για ένα τυπικό δείγμα της λαϊκής ιστοριογραφίας των ημερών, που κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος: Αριστείδης Κυριακού. Οι βουλγαροκτόνοι ανά τους αιώνας, Αθήναι 1913). Για τις συγκεκριμένες μορφές που πήρε η υλοποίηση αυτής της πολιτικής στο πεδίο της μάχης, οι πληροφορίες αφθονούν. Μια πρώτη εκδοχή αντιποίνων αποτελούν οι ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλώτων πολέμου: περίπου χίλιοι εξοντώνονται στην περιοχή της Νιγρίτας, ενώ μικρότεροι αριθμοί σκοτώνονται σε διάφορες άλλες περιπτώσεις. Η συστηματικό τερη όμως μέθοδος εκκαθάρισης της ελληνικής Μακεδονίας από τη βουλγαρική παρουσία είναι το συστηματικό κάψιμο των σλαβικών χωριών και τά μήκος της νικηφόρας προέλασης του ελληνικού στρατού.

Η αρχή θα γίνει από την πόλη του Κιλκίς, προπύργιο της βουλγαρικής Εξαρχίας επί μισόν αιώνα και ιδιαίτερη πατρίδα του βούλγαρου πρωθυπουργού Ντάνεφ, που παραδίδεται στις φλόγες στις 21 Ιουνίου, μετά το τέλος της τριήμερης μάχης που δόθηκε στην περιφέρειά του: «Η φωλεά των ληστών, το κέντρον των κομιτατζήδων, η καρδιά των κανιβάλων, η πατρίς του Δάνεφ, το Κιλκίς εξέλιπεν», διαβάζουμε χαρακτηριστικά σ' ένα τυπικό, διθυραμβικό δημοσίευμα της εποχής. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, η πυρκαγιά προκλήθηκε «εκ των πυρών του πυροβολικού, ως και εκ της αναφλέξεως των πυρομαχικών εις τα οποία έθεσαν πυρ οι Βούλγαροι υποχωρούντες», ενώ δεν έλειψαν οι προσπάθειες ο εμπρησμός της να χρεωθεί στο βουλγαρικό στρατό ή και στους ίδιους τους κατοίκους της. 103 Στις δημοσιευμένες αναμνήσεις του, ο τελευταίος βούλγαρος διοικητής του Κιλκίς περιγράφει, αντίθετα, λεπτομερώς τη σταδιακή εκκένωση της πόλης, τις αρκετά περιορισμένες ζημιές που αυτή είχε υποστεί από το ελληνικό πυροβολικό τη δεύτερη μέρα της μάχης και τη διαπίστωση της ολοσχερούς πυρπόλησής της αρκετές ώρες μετά την αποχώρησή του. Η Επιτροπή Κάρνεγκι, τέλος, παραθέτει μαρτυρίες ευρωπαίων κατοίκων σύμφωνα με τις οποίες το μεγαλύτερο μέρος της πόλης ήταν άθικτο μέχρι την είσοδο του ελληνικού στρατού και καταγράφει τουλάχιστον 74 φόνους Βουλγάρων που έμειναν πίσω.  Σε κάθε περίπτωση, επιστέγασμα της ελληνικής νίκης αποτέλεσε όχι μόνο η κατατρόπωση του βουλγαρικού στρατού αλλά αυτή καθ' εαυτή η «διαγραφή του Κιλκισίου εκ του χάρτου», την οποία κάποια στελέχη του Μακεδονικού Αγώνα θεωρούσαν επιβεβλημένη από δεκαετίας τουλάχιστον. «Εισήλθον με τα πρώτα τμήματα εις την πόλιν του Κιλκίς, η οποία ήτο έρημος, όλων των κατοίκων φανατικών βουλγαριζόντων φυγόντων με τον βουλγαρικόν στρατόν», σημειώνει χαρακτηριστικά στα απομνημονεύματά του ο Αλέξανδρος Μαζαράκης. «Αι οβίδες είχαν ανάψει πυρκαϊάς αι οποίαι διαδοθείσαι και τέκαυσαν σχεδόν την πόλιν. Η χαρά μας ήτο μεγάλη, όχι μόνον διά την νίμην αλλά και διότι το Κιλκίς εθεωρείτο από πολλών ετών η φανατικωτέρα βουλγαρική πόλις». Όταν τα απομνημονεύματα του στρατηγού μεταφράστηκαν από το ΙΜΧΑ στα γαλλικά για την ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης, η τελευταία φράση κρίθηκε προτιμότερο να απαλειφθεί.

Όσον αφορά τα χωριά που είχαν παρόμοια τύχη, η έκθεση Κάρνεγκι απαριθμεί 149, στη συντριπτική πλειοψηφία τους σλαβόφωνα εξαρχικά ή μικτού εθνικού προσανατολισμού, πυρπολημένα στο σύνολό τους ή εν μέσρει. Η ευθύνη για την καταστροφή τους αποδίδεται είτε στον ίδιο τον ελληνικό στρατό είτε στους κατά τόπους συμμάχους και συμπολεμιστές του: έλληνες αντάρτες, χριστιανούς αλλά και μουσουλμάνους πολιτοφύλακες, που κλήθηκαν -κι αυτοί- να συνδράμουν στο ξεκαθάρισμα της περιοχής Αντιμέτωπη με καταγγελίες για παραβίαση των κανόνων του πολέμου, η επίσημη Αθήνα θα επιχειρήσει να διαψεύσει κάθε ανάμιξή της σ' αυτό το καταστροφικό έργο, επιρρίπτοντας την ευθύνη πού αλλού; στον αντίπαλο. «Επί σκοπώ δυσφημίσεως του Ελληνικού στρατού και αποστερήσεως αυτού των εφοδίων των χωρίων», διαβάζουμε σε επίσημη ανακοίνωση του επιτελάρχη Δούσμανη, που δημοσιεύθηκε με πρωτοβουλία του Υπουργείου Εξωτερικών στις εφημερίδες των ημερών, «οι Βούλγαροι εκκενούσιν αυτά των κατοίκων των και είτα τα πυρπολούν. Ούτω χθες έθηκαν πυρ εις τα κενά κατοίκων χωρία Δομπρίνιστα και Οβιδίνι παρά την Μαχομίαν, τα οποία από πλήρους καταστροφής σπεύσας διέσωσεν ο στρατός ημών, συλλαβών επ' αυτοφόρω και τινάς των εμπρηστών. Ουδόλως παράδοξον αύριον την πυρπόλησιν και των χωρίων τούτων να καταλογίση εις βάρος του Ελληνικού στρατού η Βουλγαρική κυβέρνησις». Κατά διαβολική σύμπτωση, αποκαλυπτική της σοβαρότητας αυτών των επίσημων διαψεύσεων, υπάρχουν τρεις τουλάχιστον διαφορετικές δημοσιευμένες μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών που περιγράφουν το κάψιμο του ενός από τα δυο αυτά χωριά (της Ντομπρίνιστα) - όχι όμως από τους Βουλγάρους, αλλά από τους έλληνες συναδέλφους τους. 

Απομνημονεύματα και ημερολόγια πολεμιστών ξεχειλίζουν, άλλωστε, από παρόμοιες περιγραφές. «Το ημέτερον πυροβολικόν δεν έλειπε βομβαρδίζον τα εκατέρωθεν της οδού πορείας χωρία, εκτός των δηλούντων εκ τούτων υποταγήν, δι' οιουδήποτε τρόπου», σημειώνει λακωνικά στο ημερολόγιό του ο (τότε) λοχαγός Ζωρογιαννίδης. Γλαφυρότερος είναι ο (μετέπειτα στρατηγός) Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, όταν πληροφορεί τη γυναίκα του για τα τεκταινόμενα: «Φανατισμός φοβερός. Παντού τα βουλγαρικά χωρία καίγονται. [...] Τι πόλεμος είναι αυτός θηριώδης, παντού βασιλεύει η θηριωδία, φωτιές εις όλα τα χωριά». Δεν διστάζει μάλιστα καθόλου να περιγράψει και τη δική του, προσωπική συμβολή σε όλα αυτά: «Εις ένα χωριό, Σέχοβο, παρά την Γευγελήν, κάτι κομιτατζήδες μέσα επυροβόλησαν κατά περιπολιών μου. Διέταξα να το βομβαρδίσουν και να το κάψουν. Αυτοί έτσι θέλουν». Ανάμεσα στα χωριά που μαθαίνουμε από παρεμφερείς πηγές ότι έκαψε ο ελληνικός στρατός συγκαταλέγονται η Κάτω Βροντού της Δράμας, το Κοστούρινο της Στρώμνιτσας, το Αβρέτ Ισάρ (σημ. Παλιό Γυναικόκαστρο) και το Αμπάρκιοϊ [σημ. Μάντρες] του Κιλκίς, " ενώ άλλα παρά τις εντυπωσιακές περιγραφές- παραμένουν ανώνυμα-σε κάποιες περιπτώσεις, όπως η Ζάροβα (σημ. Νικόπολη) του Λαγκαδά ή η εξαρχική συνοικία της Αλιστράτης, πρωτεργάτες της καταστροφής είναι έλληνες χωρικοί των περιχώρων ή ντόπιοι μουσουλμάνοι, εκδικούμενοι για όσα οι ίδιοι τράβηξαν στη διάρκεια του πρώτου πολέμου. Σ' ένα άλλο επίπεδο, πληροφορούμαστε επίσης ότι το συσσίτιο των ελληνικών μονάδων έχει βελτιωθεί αισθητά, χάρη στα πλουσιοπάροχα λάφυρα «από τα καμένα βουλγαρικά χωριά». 

Την εικόνα συμπληρώνουν τα ειδικά δελτία για κάθε χωριό του νομού Σερρών που συμπλήρωσε, την επαύριο του πολέμου, ο εκεί επιθεωρητής των ελληνικών σχολείων, δελτία που φροντίζουν να κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στα (τουρκικά) εκείνα χωριά που «επυρπολήθησαν υπό των Βουλγάρων» και τα (βουλγαρικά) που απλώς «επυρπολήθησαν», χωρίς να διευκρινίζεται από ποιόν η ταυτότητα των εμπρηστών προκύπτει, ωστόσο, συχνά από τα συμφραζόμενα - όπως στην περίπτωση του χωριού Καρλίκιοϊ (σημ. Χιονοχώρι), όπου «εκτός ολίγων φυγόντων, ών αι οικίαι εκάησαν, οι μένοντες επανήλθον εις την ορθοδοξίαν», στην «πνευματική» δηλαδή κυριότητα της ελληνικής Εκκλησίας. Ο φόρος του αίματος που καταβλήθηκε σ' αυτή την εκστρατεία εκκαθάρισης του εδάφους από τα ξένα στοιχεία είναι αρκετά δύσκολο να υπολογιστεί. Τα περισσότερα χωριά που κάηκαν από τον ελληνικό στρατο είχαν προηγουμένως εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους, που ακολούθησαν τα βουλγαρικά στρατεύματα στην υποχώρησή τους. Η έκθεση Κάρνεγκι αναφέρει δυο τουλάχιστον περιπτώσεις μαζικών φόνων κι ομαδικών βιασμών σε βάρος σλαβόφωνων προσφύγων από τον ελληνικό στρατό, στη Γευγελή και το χωριό Ακίντζαλι (σημ. Μουριές) του Κιλκίς.

Για «αρπαγάς, εμπρησμούς, ατιμώσεις γυναικών και παντοίας άλλας πράξεις αντικειμένας εις την φιλανθρωπίαν και τον ανθρωπισμόν» κάνει λόγο, στον απολογισμό της δράσης του, και ο διοικητής του 23ου Συντάγματος Πεζικού, ενώ σε ημερολογιακή σημείωση ενός απλού φαντάρου για το χωριό Γκιουρετζίκ (σημ. Γρανίτης) της Δράμας διαβάζουμε ότι την προηγούμενη μέρα είχε περάσει από κεί «το κύριον σώμα του στρατού, και είχε κάμει κυριολεκτικώς όργια. Διήρπασαν τας οικίας και πολλάς παρθένους ητίμασαν».

Υπάρχουν φυσικά και οι συνήθεις αγριότητες των άτακτων σωμάτων και των ένοπλων πολιτοφυλάκων, όπως οι ομαδικές εκτελέσεις 200 περίπου κρατουμένων στις Σέρρες την παραμονή της επίθεσης του βουλγαρι κού στρατού εναντίον της πόλης ή οι αντεκδικήσεις στις οποίες ξέσπασαν αγανακτισμένοι επιζήσαντες την επομένη της πυρπόλησής της. Γεμάτα από αναφορές σε σφαγές και εμπρησμούς είναι τέλος τα γράμματα των φαντάρων του 19ου Συντάγματος που έπεσαν στα χέρια των Βουλγάρων στη Μαχομία τον Ιούλιο του 1913 και αποσπάσματά τους δόθηκαν στη δημοσιότητα από τη βουλγαρική προπαγάνδα.

Ειδική κατηγορία αποτελούν οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης των μετόπισθεν του ελληνικού στρατού από τις ανταρτοομάδες των κομιτατζήδων. Τη δουλειά αναλαμβάνει στις 26 Ιουνίου ο έμπειρος σε κάτι τέτοια μακεδονομάχος λοχαγός Γεώργιος Τσόντος-Βάρδας η σχετική βασιλική διαταγή του ζητά να προχωρήσει στην «διά παντός μέσου εκκαθάρισιν του διαμερίσματος Γιαννιτσών, Γευγελής και Καρατζόβας από των κομιτατζήδων και τυχόν μικρών τμημάτων [βουλγαρικού] στρατού παραμεινάντων εν τη περιφερεία ταύτη», παρέχοντάς του «πάσαν ελευθερίαν ενεργείας» κι εξουσιοδοτώντας τον να στρατολογεί «άνδρας καταλλήλους εκ του τόπου» ή να ζητά όποτε χρειάζεται ενισχύσεις από τη χωροφυλακή. Στο έργο του θα στηριχτεί, όσο τουλάχιστον μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε τα έγγραφα που περιέχει ο σχετικός φάκελος του αρχείου του, στις πληροφορίες Οθωμανών και πατριαρχικών κατοίκων της υπό εκκαθάριση περιοχής. '30 Οι ντόπιοι αυτοί συνεργάτες, εκτός από την τακτοποίηση παλιών λογαριασμών, θα αξιοποιήσουν την παρουσία του ελληνικού στρατού και για να «κερδοσκοπήσουν», αποσπώντας εκβιαστικά κάθε λογής παροχές από τα «βουλγαροχώρια» της περιφέρειάς τους συμπεριφορά μάλλον αναμενόμενη, άλλωστε, αφού, όπως ο ίδιος ο Βάρδας σημειώνει, «οι πάντες εζήτουν να επωφεληθώσι, στρατιώται και αντάρται, ιδίως οι δεύτεροι». Το αρχείο του είναι γεμάτο από καταγγελίες για λεηλασίες, αρπαγές και άλλες μη κατονομαζόμενες «εκτρόπους πράξεις» από μέρους των «προσκόπων» του Γύπαρη και των ντόπιων συμπολεμιστών τους, που τελούν υπό την ηγεσία «οπλαρχηγού τινος Πόγκα, γνωστού [του] κ. Τρουπάκη» ο τελευταίος αυτός, είναι – και θα παραμείνει τα επόμενα χρόνια - ο επικεφαλής της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής σε όλη τη Μακεδονία.

Υπάρχουν βέβαια και κάποια λαμπρά δείγματα ευαισθησίας των επίσημων αρχών, ως επί το πλείστον όμως αφορούν την προστασία της περιουσίας ηγετικών στελεχών του ελληνικού μηχανισμού. Στη μέση π.χ. της πιο κρίσιμης φάσης του πολέμου, το Αρχηγείο Στρατού θα διατάξει τον Τσόντο να αποσπάσει κάποια αποσπάσματα από την καταδίωξη του εχθρού και να τα στείλει στο χωριό Γιάνες (σημ. Μεταλλικό Κιλκίς), για να φέρουν πίσω τα ζώα του τσιφλικά Χατζηλαζάρου που είχαν αρπάξει οι χωρικοί.

Η αυθαιρεσία των άμεσα κατασταλτικών μέτρων θα ολοκληρωθεί διά της δικαστικής οδού. «Κατά δεκάδας συλλαμβάνονται καθημερινώς ανά τα διάφορα χωρία της περιφερείας Φλωρίνης» οι ύποπτοι για συνεργασία με τους κομιτατζήδες, πανηγυρίζει χαρακτηριστικά η έγκυρη Ακρόπολις των ημερών. «Πλουσία η παρελθούσα εβδομάς εις συλλήψεις κι εξοντώσεις. Έχουν, βλέπετε, το κουράγιο να θέλουν να συμπλέκωνται με τα αποσπάσματα των διαφόρων λόχων κατοχής, τα οποία τόσο καλά έχουν τοποθετηθεί ανά τα βουνά, τους κάμπους και τας κοιλάδας, ώστε ν' αποτελούν ένα ολόκληρον θαυμάσιον δίκτυον, ένα πολυπλόκαμον οκταπόδι, από τα νύχια του οποίου να μην ημπορεί να ξεφύγη ούτε κουνούπι"

Κατά κανόνα, τις λίστες αυτών που πρέπει να συλληφθούν (αλλά κι εκείνων που πρέπει να ελευθερωθούν, άγνωστο με τι ακριβώς ανταλλάγματα) υποβάλλουν στις στρατιωτικές κι αστυνομικές αρχές τοπικοί παράγοντες, όπως ο Γεώργιος Πέτσος στη Γουμένισσα, που τα επόμενα χρόνια θ' αναδειχθούν σε ανθρώπους-κλειδιά της ελληνικής διοίκησης στις σλαβόφωνες μακεδονικές περιοχές. Η έκταση του κυνηγητού είναι τέτοια, που στα τέλη Σεπτεμβρίου ο γενικός διοικητής Στέφανος Δραγούμης διαμαρτύρεται στο Βενιζέλο για την απαράδεκτη καθυστέρηση των στρατοδικείων, που δεν έχουν ακόμη ξεκαθαρίσει τις «εκκρεμείς ανακρίσεις κατά αθρόως προφυλακισμένων βουλγαριζόντων», ώστε όσοι κριθούν «ανυπαίτιοι» να μπορέσουν να επανέλθουν στις οικογένειες και τα χωριά τους. Για τη σοβαρότητα δε των κριτηρίων που πρυτάνευσαν σ' αυτές τις εκκαθαρίσεις αποκαλυπτικά είναι τα πρακτικά της δίκης χωρικών από το Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, για ένοπλη αντίσταση και τά του ελληνικού στρατού στον κάμπο του Αμυνταίου: στο (μάλλον κλασικό) αίτημα των κατηγορουμένων για αναβολή, ώστε να σταθεί δυνατόν να προσέλθουν και να καταθέσουν μάρτυρες υπεράσπισης, η απάντηση του δικαστηρίου ήταν ότι κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται, «καθ' όσον ο ισχυρισμός αυτών θα ηδύνατο να αποδειχθή και διά των μαρτύρων κατηγορίας» από τους 26 κατηγορούμενους, οι 23 καταδικάστηκαν τελικά σε θάνατο. Μια σειρά στελέχη του βουλγαρικού μηχανισμού θα εξοντωθούν επίσης στα μουλωχτά, με την κλασική δικαιολογία ότι σκοτώθηκαν στις μάχες. Τυπικό δείγμα ο εξαρχικός μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευλόγιος που, αφού βασανίστηκε πάνω στο πλοίο που τον μετέφερε στο στρατόπεδο αιχμαλώτων του Τρίκερι, ρίχτηκε στη συνέχεια στο πέλαγος  την ίδια τύχη είχε κι ο γραμματέας της εξαρχικής κοινότητας της πόλης (και ιδρυτικό μέλος της ΕΜΕΟ) Χρήστο Μπαταντζήεφ, ενώ πολίτες από τη Γευγελή και τα πέριξ δολοφονήθηκαν με βασανιστήρια πάνω στο πλοίο «Καλυψώ» που τους μετέφερε από τη Θεσσαλονίκη στις φυλακές της Χαλκίδας. 140 Άλλοι πάλι συλληφθέντες, οι οποίοι δεν βαρύνονταν με τίποτα περισσότερο από κομιτατζήδικη δράση πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους (για επαναστατικές τουτέστιν ενέργειες εναντίον όχι του ελληνικού κράτους αλλά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), κρίθηκε προτιμότερο, αφού δεν μπορούσαν να κρατηθούν άλλο στη φυλακή, ν' απελαθούν με συνοπτικές διαδικασίες στη Βουλγαρία. 

Τελικό αποτέλεσμα αυτής της εκκαθάρισης είναι η μαζική, πανηγυρική προσέλευση των «βουλγαριζόντων» εξαρχικών χωρικών στο Πατριαρχείο και, κατ' επέκταση, το ελληνικό έθνος. «Εις την ύπαιθρον χώραν και τα μικρά κέντρα γενικώς, η διάκρισις εις Πατριαρχικούς και Εξαρχικούς εξέλιπεν», ενημερώνει περιχαρής το Βενιζέλο ο γενικός διοικητής Μακεδονίας, Στέφανος Δραγούμης, «του σχίσματος εξαφανισθέντος κατόπιν αθρόας προσελεύσεως των εξαρχικών μετά των ιερέων, δηλωσάντων αυθορμήτως μετάνοιαν, παραδιδόντων εκκλησίας, σχολεία και σλαυικά λειτουργικά βιβλία και τυχόντων συγχωρήσεως και ευλογίας παρά των ορθοδόξων Μητροπολιτών και του Πατριαρχείου». Το ίδιο και στα αστικά κέντρα, όπου «οι πλείονες επανήλθον κατ' όμοιον τρόπον εις τα ελληνικά πάτρια», ενώ εκτιμάται ότι σύντομα θα τους ακολουθήσει «και η ομάς των ολίγων» που εξακολουθούν να δηλώνουν εξαρχικοί. Από το αρχείο του ίδιου του Δραγούμη διαπιστώνουμε ότι, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, η τελετουργική αυτή «επιστροφή στον Ελληνισμό» ήταν το αποτέλεσμα είτε μαζικών συλλήψεων είτε του φόβου για ενδεχόμενη διενέργειά τους. Το παράγγελμα είχε δώσει άλλωστε ο ίδιος ο γενικός διοικητής, παραγγέλλοντας με εγκύκλιό του (5.7.13) στις υφιστάμενές του αρχές «όπως εις το εξής δέχωνται απροφασίστως πάσαν αυθορμήτως υποβαλλομένην και προσηκόντως υπογεγραμμένην αίτησιν περί επανόδου εις τους κόλπους της Μεγάλης Εκκλησίας», συνεννοούμενοι επ' αυτού με τους κατά τόπους μητροπολίτες. Η μαζική αυτή «παλιννόστηση», ήδη από τις πρώτες μέρες του ελληνοβουλγαρικού πολέμου και κάτω από συνθήκες που κάθε άλλο παρά εγγυούνταν την οποιαδήποτε ατομική ή συλλογική ελευθερία έκφρασης, θα προκαλέσει τη δυσφορία του υπουργού Εξωτερικών Κορομηλά, που ανησυχεί για τις επιπτώσεις της στους ελληνικούς πληθυσμούς της βουλγαρικής (τότε) Δυτικής Θράκης. Η παρέμβασή του, ωστόσο, δεν θα έχει το παραμικρό αποτέλεσμα. Στις αρχές της καινούργιας χρονιάς, από τους 165-180.000 εξαρχικούς Μακεδόνες του 1912, στην ελληνική Μακεδονία δεν απομένουν έτσι παρά ελάχιστες οικογένειες κι ακόμη λιγότερα χωριά που «τολμώσιν έτι να εκδηλώνωσι φανερά την εμμονήν των εις τον Βουλγαρισμόν» εκτιμάται όμως ότι, αργά ή γρήγορα, κι αυτοί θ' «ασπασθώσι την Ορθοδοξίαν, κατανοούντες ότι αι παλαιαί αυτών έξεις και μέθοδοι δεν θα είναι δυνατόν να τελεσφορήσουν υπό το νυν καθεστώς».

Περίεργη, όντως, απελευθέρωση. Έτσι κι αλλιώς, ωστόσο, η ειρήνη ή ταν ακόμα πολύ μακριά.


Πηγή κειμένου: Τάσος Κωστόπουλος: ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ, σελ.47-59



Τετάρτη, Απριλίου 08, 2026

ΠΑΙΔΟΠΟΛΕΙΣ

ΑΙ ΠΑΙΔΟΠΟΛΕΙΣ

ΑΙ ΠΑΙΔΟΠΟΛΕΙΣ συνθέτουν ὁμολογουμένως τὸ Ἐθνικὸν Ἔργον, ποὺ ὡς σύγχρονον θαῦμα πρέπει να χαρακτηρισθῆ. Διότι συνετελέσθη ἀθορύβως, μὲ σκληρὰν ἐργασίαν καὶ ὑπὸ ἀντιξόους οἰκονομικὰς συνθήκας. Με στοργὴν καὶ ἀγάπην φιλοξενοῦν τὰ Ἑλληνόπουλα τῶν ἀκριτικῶν μας χωρίων.

Χαρούμενο διάλειμμα στην Παιδόπολι

Αἱ Παιδοπόλεις ἀποτελοῦν τό πατρικό σπίτι γιὰ τὰ παιδιὰ αὐτά, τὰ κυνηγημένα ἀπὸ τὸ μίσος τῶν συμμοριτῶν· Ἐκεῖ διαπαιδαγωγοῦνται, διαπλάσσονται, σφυρηλατοῦν τὸν χαρακτῆρα των, ἀποκτοῦν ἦθος, ἀγωγήν, ἀναπτύσσουν τὸν ἠθικὸν καὶ Ἐθνικὸν παράγοντα, δημιουργοῦν τά προσόντα που εἰς τὸ μέλλον θὰ τὰ διαθέσουν ὡς μέσα καὶ τὰς προϋποθέσεις διὰ τὴν δημιουργίαν των

Ἐκεῖ δὲ μέσα ἐπανευρίσκουν τὴν οἰκογενειακή θαλπωρή. Τὸ ἱστορικὸν τῆς ἱδρύσεως τῶν παιδοπόλεων δὲν ἔχει μακρὰν διαδρομήν. Πρώτη ἡ Βασίλισσα ἔθεσε τα θεμέλια καὶ καθώρισε τὴν ἀποστολήν των. Τὸ πανελλήνιον ἐκινήθη διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς Ἐθνικῆς αὐτῆς ἀποστολῆς. Καὶ εἰς χρονικόν διάστημα ἡμερῶν, ἑβδομάδων, συνεστήθησαν· ἀνηγέρθησαν ἀλλαχοῦ, συνεκροτήθησαν καὶ ἐλειτούργησαν εἰς ὑποδειγματικά ιδρύματα Ἐθνικῆς ἀποστολῆς αἱ παιδοπόλεις.

Αἱ κατωτέρω ἐντυπώσεις ἐξ ἐμπεριστατωμένης ἐρεύνης καὶ ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων ἠλεγμένων, ἀποδίδουν ἀνάγλυφον εἰκόνα τῶν παιδοπόλεων, εἰς τὰς ὁποίας συνολικῶς φοιτοῦν, ζοῦν, ἀναπτύσσονται, ἀναδημιουργοῦνται 20 χιλιάδες περίπου Ἑλληνόπουλα καὶ Ἑλληνοπούλες.

Ἡ σύστασις, ἡ συντήρησις καὶ παρακολούθησίς των ὀφείλεται εἰς τὸν ἔρανον «Προνοίας Βορείου Ελλάδος» ὅστις τελεῖ ὑπὸ τὴν Υψηλὴν προστασίαν τῆς Βασιλίσσης, ἡ ὁποία ὀργανώνει, παρακολουθεῖ καὶ ἐμψυχώνει τὸ ἔργον, εἰς τὴν «Εἰδικὴν Ὑπηρεσίαν Περι θάλψεως Ελληνοπαίδων», εἰς πόρους που συνεκεντρώθησαν ἐξ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, εἰς τὸν Ε. Ε. Σ., εἰς τὰ Ὑπουργεῖα Προνοίας, Ανοικοδομήσεως καὶ Παιδείας, εἰς τὸ Π.Ι.Κ.Π.Α. κλπ. Αλλὰ ἐπ᾿ αὐτῶν θ' ἀσχοληθῶμεν ἐκτενῶς εἰς ἄλλο κεφάλαιον τοῦ παρόντος ἔργου.


ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΠΑΙΔΟΠΟΛΕΩΝ

Τὸ καταστατικὸν συστάσεως καὶ ἀποστολῆς τῶν παιδοπόλεων διαλαμβάνει : Σκοπὸς τῶν παιδοπόλεων εἶναι ἡ παροχή προσωρινοῦ ἀσύλου καὶ ἡ περίθαλψις τῶν ὀρφανῶν ἐγκαταλελειμμένων ἀπόρων ἢ δεομένων ἀμέσου βοηθείας παιδιῶν τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν περιοχῶν ἐκείνων αἵτινες κατέστησαν ἐπισφαλεῖς λόγῳ τῶν ἐν αὐταῖς διαδραματιζομένων γεγονότων.

Ἐν τῇ ἐννοίᾳ «περίθαλψις» περιλαμβάνεται ἡ συντήρησις, ἔνδυσις, ὑπόδησις, υγειονολογική παρακολούθησις, ὡς καὶ ἡ Εθνική διαπαιδαγώγησις, ἡ μόρφωσις καὶ ψυχαγωγία τῶν εἰς τὰς πόλεις ἐνδιαιτωμένων.


Επιλογὴ παιδίων

Εἰς τὴν παιδόπολιν γίνονται δεκτά παιδιά μέχρις ἡλικίας 14 ἐτῶν τῶν κάτωθι κατηγοριών:

1) Ορφανά πατρὸς καὶ μητρὸς ἀπομακρυνθέντα ἐκ τῶν ἑστιῶν των, συνεπείᾳ τῶν ἐν τῇ ὑπαίθρῳ διαδραματιζομένων γεγονότων.

2) Ορφανά πατρὸς ἢ μητρὸς διὰ τὴν ἰδίαν ὡς ἄνω αἰτίαν.

3) Παιδιά ἀπόρων οἰκογενειῶν διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους.

4) Παιδιά ἀπομακρυνθέντα, μερίμνῃ τοῦ Κράτους. ἐκ τῆς ἐπισφαλούς περιοχῆς πρὸς ἀποφυγήν ἀπαγωγῆς τῶν ὑπὸ τῶν συμμοριτών.

Υποδοχή των Τὰ παιδιὰ εὐθὺς ὡς εἰσέλθουν εἰς τὴν παιδόπολιν λούονται, κουρεύονται, ἐνδύονται με καινουργῆ ἱματισμόν, καὶ ἐξετάζονται ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ


Ημερήσιον πρόγραμμα

Τὸ ἡμερήσιον πρόγραμμα συντάσσεται τῇ συνεργασία πάντοτε τοῦ ἰατροῦ τοῦ ἱδρύματος καὶ τῶν ἀνωτέρων στελεχών του, καὶ ὑπόκειται εἰς τροποποιήσεις ὑπαγορευομένας ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε ἀναγκῶν, τοπικῶν συνθηκῶν, ἐποχῶν τοῦ ἔτους κλπ.

Δὲν ἀπέχει ὅμως μέ τινας παραλλαγὰς τοῦ κατωτέρω παρατιθεμένου :

7 π. μ. Ἔγερσις. 

7-7.30΄ Ατομική καθαριότης. 

7.30΄-8 Αναπνευστικαὶ ἀσκήσεις – Ελαφρά γυμναστική. 

8 π. μ. Προσευχή, Έπαρσις τῆς σημαίας. 

8.30΄ π. μ. Πρωϊνόν ρόφημα. 9 π.μ. Τακτοποίησις θαλάμων. 

9.30΄ π. μ. Μαθήματα - Διάφοροι απασχολήσεις - Χειροτεχνία κλπ.

10.30΄ Πρόγευμα. 

10.30΄-1. 30' Μαθήματα (όμοίως).

12.30΄ Γεῦμα. 

2-3 "Ανάπαυσις. 

3-5 Μαθήματα – Ψυχαγωγία

5 Πρόδειπνον.

 5.30' 7 μ. μ. Μαθήματα Περίπατοι – Ὑποστολή σημαίας κλπ. 

7 μ. μ. Δεῖπνον.

8 μ. μ. Ψυχαγωγία. 

9 Κατάκλισις - Σιωπητήριον.

Εκπαίδευσις

Οσάκις εἶναι δυνατή ή φοίτησις εἰς Δημόσια Σχολεῖα τῆς περιφερείας τῆς παιδοπόλεως, αὕτη εἶναι ὑποχρεωτική. Τὰ ὑπόλοιπα παιδιὰ διδάσκονται ἐντὸς τοῦ ἱδρύματος ὑπὸ δημοδιδασκάλων. Εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ σχολικοῦ ἔτους θὰ προσέρχωνται εἰς τὰ οἰκεῖα Δημόσια Σχολεῖα πρὸς ἐξέτασιν.


Ψυχαγωγία

Λόγῳ τῆς ψυχολογικῆς ἐπιδράσεως πού ἀσκεῖ ἐπὶ τῆς παιδικῆς ἡλικίας καὶ ἐπειδὴ ἀποτελεῖ οὐσιώδη συντελεστὴν τῆς ἐπιτυχίας παντός προγράμματος διαπαιδαγωγήσεως, καταβάλλεται πᾶσα προσπάθεια διὰ τὴν καλλιτέραν δυνατὴν ὀργάνωσιν ταύτης.


Διαιτολόγιον


Τὸ διαιτολόγιον περιλαμβάνει κατά μέσον ὅρον 2700 – 3000 θερμίδας ἡμερησίως, καθορίζεται δὲ ἀναλόγως τῆς ἐποχῆς τοῦ

ἔτους καὶ τῆς ἡλικίας τῶν παιδιῶν.


Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΤΩΝ


Διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς τῶν παιδοπόλεων καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια. Ὁ συγκριτικός πίναξ ὑγιεινῆς

καταστάσεως σωματικῆς ἀναπτύξεως μορφωτικῆς ἀνελίξεως κλπ. τῶν παιδιῶν ἀφ᾿ ἧς εἰσῆλθον ἐκεῖ, ἀποδεικνύει τὴν εὐχάρι

στον διαπίστωσιν ὅτι ἕνα σύγχρονον θαῦμα συντελεῖτα εἰς τὰ φυτώρια τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας. Καὶ τοῦτο διότι διευθύνοντες καὶ

προσωπικὸν τῶν παιδοπόλεων ἔχουν ἀπολύτως ἐνστερνισθῆ τὴν σοφὴν παραίνεσιν τῆς Βασιλίσσης μας, που φανερώνει ἀπέραντη στοργὴν καὶ λατρείαν πρὸς τὰ ῾Ελληνόπουλα:

Ας ξαναδώσουμε, εἶπεν ἡ Βασίλισσά μας, στὸ ἄτυχο Ελληνόπουλο τὴν ἐλπίδα, τη φιλία, τὴν ἀγάπη. Ας τὸ μάθουμε καὶ

πάλι νὰ γελά. Το χαμόγελό του θὰ εἶναι ἡ ἀμοιβή μας, ἡ εὐγνωμοσύνη τῆς μητέρας, ἡ εὐλογία μας.....

Λόγια μητέρας που συμπονᾶ κάθε Ελληνόπαιδα, λόγια Βασιλίσσης ποὺ πρέπει νὰ μείνουν παρακαταθήκη εἰς ὅλους τοὺς Ελληνας καὶ τὰς Ελληνίδας. Καὶ εἰς τὴν λεωφόρον τῶν πεπρωμένων μας, ὅλοι ἀναλόγως μὲ τὰς δυνάμεις μας ὀφείλομεν νὰ ἐπιτελέσωμὲν τὸ καθῆκον μας διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ Ἑλληνόπαιδος.



ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ


Εἰς τὰς παιδοπόλεις τῆς «Προνοίας ὑπὲρ τῶν Βορείων Επαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος» ποὺ τελεῖ ὑπὸ τὴν Ὑψηλὴν Προστασίαν τῆς

Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης εὑρίσκονται περίπου 13000 παιδιά ὡς καὶ ἀνωτέρω ἐμνημονεύσαμεν καὶ διατίθεται ποσὸν περίπου 3 δισεκατ. δραχμῶν μηνιαίως. Κάτι παρεμφερές γίνεται καὶ εἰς τὰς ἄλλας παι-

δοπόλεις Αφοῦ ὅμως ὁμιλήσωμεν διὰ μίαν ἑκάστην ἰδιαιτέρως, ἀκολούθως θὰ ἐκθέσωμε - βάσει στοιχείων ὅ,τι συνετελέσθη εἰς τὰ εὐαγῆ αὐτὰ ἱδρύματα ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς των μέχρι τοῦδε.



ΙΩΣΗΦΟΓΛΕΙΟΝ - "ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ,


Απέριττο, ἐπιβλητικό, σωστός οἰκοδομικός κολοσσός τό «Ἰωσηφόγλειον» μὲ τοὺς πέντε ορόφους του, φιλοξενεί 504 παιδάκια (ἀγόρια καὶ κορίτσια) ἡλικίας 317 ἐτῶν, ἀπὸ τὰς παραμεθορίους περιοχὰς τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας. Ο Σαρωνικὸς μὲ τὴν ζωογόνα αὔρα του, αἱ ἀνέσεις τοῦ «Ἰωσηφογλείου», ἡ καθαριότης, ἡ πειθαρχημένη εὐπρέπεια, ἡ ἐκλεκτή τροφή, ἡ στοργή τῆς Διευθύνσεως καὶ τοῦ προσωπικοῦ, μὲ τὴν ὁποίαν παρακολουθοῦν τοὺς ζωηρούς φιλοξενουμένους» των, καὶ τὸ πρόγραμμα ψυχαγωγίας καὶ διαπαιδαγωγήσεώς των, ἐπέτυχαν ὥστε συντόμως τ' ἀποτελέσματα τοῦ Ἐθνικοῦ Ἔργου τῆς σωματικῆς καὶ πνευματικῆς διαπλάσεως νὰ εἶναι ἐμφανῆ εἰς τὸν ἐπισκέπτην ποὺ θὰ ζήση ὀλίγες στιγμές ἀνάμεσά των



Πότε συνεστήθη


Τὰ ἐγκαίνια τῆς πολυαρίθμου αὐτῆς παιδοπόλεως ἐτελέσθησαν τὴν 11ην Ἰουνίου 1948. Τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της ἐκήρυξεν ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα Φρειδερίκη, ἐνδιαφερθεῖσα καὶ διὰ τὴν ἐλαχίστην λεπτομέρειαν τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν παδιῶν.

Εδωσεν δὲ τὰς ἀναλόγους ὁδηγίας, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν ὁποίων ἐδημιουργήθη ἡ σημερινή Παιδόπολις τοῦ «Ιωσηφογλείου».

“Οτε παρουσιάσθησαν τὰ παιδιὰ τῆς Βορείου Ελλάδος, διετέλουν εἰς κατάστασιν τραγικὴν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ψυχολογικῆς καὶ

ἀπὸ ἀπόψεως ὑγείας καὶ ἱματισμού.

Εἶχαν τὸ ὕφος τοῦ κυνηγημένου ζαρκαδιοῦ, ποὺ φοβισμένο καὶ λαχανιασμένο τρέχει κάπου στὸ ἄγνωστο να κρυβῆ. Τὸ προσωπικὸ τῆς Παιδοπόλεως με μητρική μέριμνα ἐφρόντισε γιὰ ὅλα.Ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνα ἀνακουφιστικό μπάνιο

ντύθηκαν με καθαρὸν ἱματισμό. Αφοῦ διηρέθησαν εἰς πέντε ἑκατονταρχίες, ἐτακτοποιήθησαν στους θαλάμους των; ἔτρεξαν μὲ χαρὰ ἔπειτα ἀπό λίγη ὥρα εἰς τὸ ἑστιατόριο “Ένα ἐκλεκτό φαγητό, ἕνα ἀναψυκτικό καὶ τὸ ἀπαραίτητο γλυκό, ἔδωσαν στα παιδάκια την πρώτη ἐντύπωσι, ποὺ συνέθετε τὴν εἰκόνα τῆς κρατικῆς προστασίας, τῆς στοργῆς καὶ τῆς ἀγάπης.

Επηκολούθησε μια ευχάριστη ψυχαγωγία καὶ μιὰ μορφωτική διάλεξις, ποὺ ἐτόνωσε τὸ ἠθικὸν τῶν παιδιῶν.


Ἡ μικρὴ κοινωνία τῶν ἀνταρτοπλήκτων Ελληνοπαίδων ἤρχισε νὰ διοργανοῦται.

Ὁ ἰατρὸς τοῦ ἱδρύματος συνεπλήρωσε τὴν εἰκόνα τῆς περιθάλψεως καὶ τὰ παιδιά με χαρά ἤρχισαν τὴν ζωήν των εἰς τὸ νέο τους

προσωρινό σπίτι,, ποὺ θὰ τ᾿ ἀποδώση συντόμως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν ὑγιεῖς στυλοβάτας της.



Εκπαίδευσις


᾿Ανὰ ἑκατὸν παιδιά ἐπικεφαλῆς εἶναι μία παιδαγωγός καὶ μία γυμνάστρια

Ἡ πνευματική ἀνάπτυξις των παρουσιάζει καταπληκτικήν πρόοδον. Παραλλήλως καὶ ἡ ἠθικο-κοινωνικο-θρησκευτική διδασκαλία

θεωρεῖται βασικόν μάθημα. Λειτουργεῖ ὡς ἐκ τούτου καὶ κατηχητικὸν σχολεῖον.

Εἰς τὸν τομέα τῆς ψυχαγωγίας γίνεται κάθε τι ποὺ θὰ εὐχαριστήση τοὺς μικρούς φιλοξενουμένους. Μουσικοδιδάσκαλος καταρτίζει χορωδίαν. "Απαξ τῆς ἑβδομάδος δίδει παραστάσεις κουκλοθέατρον καὶ προβάλλονται ταινίες μὲ εὐχάριστο μορφωτικό περιεχόμενο.

Μετὰ τὸ συσσίτιο εἶναι ἡ ὥρα τῆς ψυχαγωγίας. Μετὰ τὰ τραγούδια, τὰ ποιήματα καὶ μετὰ τοὺς χορούς ἐπακολουθεῖ ἡ προσευχὴ σὰν μελοποιημένη εὐχαριστία πρὸς τὸν Δημιουργὸν καὶ πρὸς τὴν Προστάτιδα ὅλων τὴν Θεομήτορα, διὰ τὴν προστασίαν ποὺ παρέχει πρὸς αὐτὰ καὶ διότι τά ἐβοήθησε νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὴν κτηνωδία τῶν Ἐαμοσλαύων προδοτών.

Ἡ ὑποστολὴ τῆς σημαίας κλείνει τὴν αὐλαίαν τῆς ἡμέρας. Ή σημασία της ἀναπτερώνει τὸν ἐθνικὸν παράγοντα, δίδει πίστι καὶ

τονώνει τὸ ἠθικόν, ὅταν τὴν βλέπουν ὑπερήφανη νὰ κατέρχεται ἤρεμα ἀπὸ τὸ κυανόλευκο κοντάρι της.



Η ὑγεία


Πολλά είναι τα παιδιά και ως εκ τούτου εδόθη διότι ἔπρεπε – ἰδιαιτέρα προσοχή εἰς τὸν τομέα αὐτόν. ᾿Αναρρωτήριον ἀπό τρεῖς μικρούς θαλαμίσκους ἀποτελεῖ τὸ

συγκρότημα τοῦ ἰατρείου. Ενας ἐξαίρετος ἐπιστήμων μὲ δύο ἀδελφὲς ἐπιστατοῦν· φροντίζουν, ἐργάζονται ἐντατικά, ὥστε ἡ

ἀσθενικότης ὑπεβιβάσθη εἰς τὸ μηδέν.

Η καθαριότης εἶναι ὑποδειγματική καί ἀποτελεῖ ἐν μέρει συντελεστὴν τῆς ἀρίστης ὑγιεινῆς καταστάσεως τῶν ὑποτρόφων. Τὸ

μπάνιο εἶναι ἐπίσης ὑποχρεωτικό δὶς τῆς ἑβδομάδος.


Συσσίτιον


Η παρασκευὴ τοῦ φαγητοῦ καὶ ἡ ἐκλεκτή τροφή, συμπληρώνουν τὴν νοικοκυρεμένην εἰκόνα τοῦ ἱδρύματος. Πέντε φορὲς τὴν ἡμέρα γευματίζουν καὶ πάντοτε ποσοτικῶς

ὅσο θέλουν. Ὁ ἱματισμὸς καὶ ἡ ὑπόδησις πάντοτε καινουργεῖς.


Εἶναι ἰδεῶδες ἵδρυμά τό «Ἰωσηφόγλειον», καὶ ἀξίζει κάθε ἔπαινος σ' αὐτοὺς ποὺ ἐργάζονται καὶ προσφέρουν τὰς ὑπηρε

σίας των.


ΕΘΝΙΚΟ ΠΑΙΔΟΦΥΛΑΓΜΑ ,ΑΘΗΝΑΙ 1949, ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΎ 

Κυριακή, Απριλίου 05, 2026

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Το λιοντάρι της Ρούμελης

Γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1790 στην Πρέβεζα ή στην Ιθάκη εξού και το όνομα Οδυσσέας. Ως προς το έτος γεννήσεως, υπάρχουν διαφωνίες. Κατ' άλλους, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1788-1790. Νονοί του ήταν η Μαρία Σοφιανού, σύζυγος του Λάμπρου Κατσώνη, κόρη προύχοντα από την Κέα, και ο Ιωάννης Ζαβός άρχοντας της Ιθάκης.

Παντρεύτηκε την Ελένη Καρέλλη, κόρη του εύπορου και ισχυρού Χρήστου Καρέλλη από τους Καλαρρύτες Ιωαννίνων και απέκτησαν μαζί ένα γιο, τον Λεωνίδα Ανδρούτσο (1824 - 1837), ο οποίος με την υποστήριξη του Όθωνα στάλθηκε στο Μόναχο, για να μεγαλώσει στο περιβάλλον του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄. Εκεί αρρώστησε το 1836 όταν ξέσπασε επιδημία χολέρας και πέθανε στις 11 Δεκεμβρίου σε ηλικία δώδεκα χρονών.

Ο πατέρας του Ανδρούτσου, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην επανάσταση του Λάμπρου Κατσώνη, συνελήφθη από τους Βενετούς, παραδόθηκε στους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε το 1797 στην Κωνσταντινούπολη με αποτέλεσμα ο μικρός γιος του, Οδυσσέας Ανδρούτσος, να μείνει ορφανός σε ηλικία 7 ετών.

Η χήρα μητέρα του Οδυσσέα Ακριβή Τσαρλαμπά μετακόμισε το έτος 1797 στη Λευκάδα και μεταξύ των ετών 1798-1800 ο μικρός Οδυσσέας Ανδρούτσος έκανε παρέα με το γνωστό μετέπειτα ποιητή Ιωάννη Ζαμπέλιο. Τον επόμενο χρόνο 1798 έγινε η Μάχη της Νικόπολης και ο Χαλασμός της Πρέβεζας από τον Αλή Πασά Τεπελενλή και ο μικρός Οδυσσέας και η μητέρα του Ακριβή Τσαρλαμπά διασώθηκαν γιατί είχαν καταφύγει στη Λευκάδα.

Μεγαλώνοντας στην άυλη του Αλη πασά Τεπελενλή το έτος 1806 ο Αλή Πασάς Τεπελενλής, ενθυμούμενος την προσωπική φιλία που είχε ο ίδιος με τον εκλιπόντα πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, τον αναζήτησε και τον πήρε στην αυλή του στα Ιωάννινα. Εκεί ο Οδυσσέας Ανδρούτσος φοίτησε στη στρατιωτική σχολή του Αλή Πασά και είχε έναν ταραχώδη βίο, όμως σχεδόν πάντα ο Αλή Πασάς του συγχωρούσε κάθε παράπτωμα.

Δεκαπέντε ετών κατατάχτηκε από τον Αλή Πασά στην προσωπική σωματοφυλακή του και σύντομα κατάφερε να γίνει αρχηγός της προσωπικής φρουράς του. Επίσης προσήλθε στην αλεβιτική θρησκεία των Μπεκτασήδων, στην οποία ανήκε και ο προστάτης του. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1819 διορίστηκε δερβέναγας στην ανατολική Στερεά. Πήρε μέρος στις μάχες του Βερατίου, Αργυροκάστρου και Γαρδικίου, και ο Αλή Πασάς του έδωσε την οπλαρχηγία της Λειβαδιάς.

Το 1820 όταν και επήλθε η ρήξη του Αλή Πασά με την Πύλη, εγκατέλειψε την Λιβαδειά, αφού πρώτα μύησε τον Αθανάσιο Διάκο στην Φιλική εταιρεία και του εμπιστεύθηκε την εξουσία της οπλαρχηγίας του αφήνοντάς τον ως πρωτοπαλίκαρο.

Ο ίδιος κατέφυγε στην Αράχωβα όπου προσπάθησε μαζί με άλλους επιφανείς Έλληνες που όλοι είχαν μεταξύ τους κοινό την θητεία τους στην αυλή του Αλή, να δημιουργήσει μια ελληνοαλβανική συμμαχία πάντα σύμφωνα με τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας. Το εγχείρημα αυτό όμως απέτυχε καθώς ο Ομέρ Βρυώνης αρνήθηκε να συμμετάσχει.

Μετά από αυτή την εξέλιξη ο Ανδρούτσος κατέφυγε δια μέσου της Ακαρνανίας στα Επτάνησα, στην Λευκάδα. Εκεί συναντήθηκε στις αρχές του 1821 με τους Καραϊσκάκη, Γεώργιο Βαρνακιώτη, Ζόγγα, Μακρή, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και άλλους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας.

Στη σύσκεψη που έγινε στην αγγλοκρατούμενη Αγία Λαύρα στα τέλη του Ιανουαρίου του έτους αυτού, συμμετείχε και ο Ανδρούτσος. Το θέμα της ήταν οι προετοιμασίες που έπρεπε να γίνουν για να ξεσηκωθεί η Στερεα Ελλάδα. Αποφασίστηκε η ανάθεση της εξέγερσης της Ανατολικής Στερεάς στον Ανδρούτσο και στον Πανουργιά.

Οι αποφάσεις της σύσκεψης μπήκαν αμέσως σε εφαρμογή: ο Ανδρούτσος επιτέθηκε με ομάδα ανδρών του στη γέφυρα της Τατάρνας, μαζί με τον ηγούμενο της εκεί μονής Κυπριανό, σε 60 Τούρκους, οι οποίοι με αρχηγό τον Δερβέναγα Χασάν Μπέη Γκέκα, συνόδευαν μεγάλη χρηματαποστολή. Μετά την επιτυχή επιχείρηση έφυγαν αφήνοντας άθικτα τα χρήματα για να φανεί έτσι πως η επίθεση ήταν καθαρά επαναστατική πράξη.

Χαρακτηριστική για την έναρξη της επαναστάσεως στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα είναι η επιστολή που στις 22 Μαρτίου έστειλε ο Ανδρούτσος στους Γαλαξειδιώτες: «Εγώ είμαι στο ποδάρι με τα παλληκάρια μου, τους γράφει και τους προτρέπει να πάρουν και εκείνοι αμέσως τα άρματα».


Η δράση του την Επανάσταση

Λίγο πριν τον τραγικό θάνατο του Αλή Πασά Τεπελενλή το 1822, και σε συνεννόηση με αυτόν, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με ένα ασκέρι 2.000 ανδρών, Αλβανών και Ελλήνων, ανεξαρτητοποιήθηκε και άρχισε ένα τρίχρονο αγώνα εναντίον των Οθωμανών με αποκορύφωμα την ηρωϊκή Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαίου 1821), όπου με μόνο 117 Έλληνες αντιμετώπισαν επιτυχώς 9.000 Οθωμανούς υπό τον Ομέρ Βρυώνη, παίρνοντας παράλληλα εκδίκηση και για τον θάνατο του φίλου του, Αθανάσιου Διάκου στη μάχη της Αλαμάνας. Μέσα σε αυτούς τους 117 ήρωες Έλληνες ήταν και οι μετέπειτα δολοφόνοι του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Στη μάχη αυτή, η στρατηγική ιδιοφυΐα του Ανδρούτσου θριάμβευσε. Έτσι δικαιωματικά κατέλαβε τη θέση του αρχηγού των όπλων της Βοιωτίας, και ουσιαστικά αυτός επηρέασε την τύχη της επαναστάσεως στην ανατολική Στερεά, κατά τα επόμενα έτη.

Στις 27 Αυγούστου 1822 η γερουσία του Αρείου Πάγου του αναθέτει τη Διοίκηση της Αθήνας και εισέρχεται θριαμβευτής Φρούραρχος στην Ακρόπολη, συνοδευόμενος από τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, τον Ιωάννη Γκούρα, τον Ιωάννη Μαμούρη, τον Κατσικογιάννη και 300 ένοπλους επαναστάτες. Η υποδοχή του λαού των Αθηνών ήταν αποθεωτική. Στην Αθήνα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γνώρισε πολλούς ξένους Φιλέλληνες. Ο Βρετανός Εδουάρδος Ιωάννης Τρελώνυ, φίλος του Λόρδου Byron ήρθε μαζί του στην Ελλάδα. Το Νοέμβριο του 1823 γνώρισε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και γοητεύτηκε από την προσωπικότητά του. Παντρεύτηκε την 13ετή ετεροθαλή αδελφή του Οδυσσέα, Ταρσίτσα Καμένου. Τον ακολούθησε παντού και του έμεινε πιστός ως το τέλος.

Κατά τα τέλη του 1821 ανακηρύχθηκε από τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς, αρχιστράτηγος της ανατολικής Στερεάς, τίτλος που του αναγνωρίστηκε το 1822. Την άνοιξη του 1822 κατηγορήθηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη για συνεργασία με τον εχθρό, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί από το αξίωμα. Όμως παρά την παραίτησή του συνέχισε απτόητος την πολεμική του δράση εναντίον των Τούρκων μέχρι το 1824.


Η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου

Οι παλιές προστριβές του Ανδρούτσου με τους πολιτικούς και οι έντονες αντιδράσεις του, η τάση τέλος του Εκτελεστικού να τον παραγκωνίζει και να μην του χορηγεί τα απαιτούμενα χρήματα και εφόδια για τη συγκρότηση ισχυρού στρατού και στρατοπέδων στη Στερεά, είχαν απογοητεύσει τον Ανδρούτσο.

Ο εμφύλιος πόλεμος στην Πελοπόννησο, η απροθυμία της κυβερνήσεως να τον βοηθήσει και ο κίνδυνος των επαρχιών της Στερεάς Ελλάδας από την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων, τον είχαν κάνει στις αρχές Αυγούστου 1824 να έλθει σε επαφή με τους Τούρκους αρχηγούς για να βάλει ξανά καπάκια, μολονότι μόλις τον Απρίλιο, στη συνέλευση των Σαλώνων, είχε αποφασισθεί «κανένας στρατιωτικός να μην ημπορεί να βάλει τα λεγόμενα καπάκια».

Διαβλέποντας παντού μηχανορραφίες των πολιτικών, ο Ανδρούτσος αποσύρεται απογοητευμένος στη σπηλιά του, στη Μαύρη Τρύπα, στα βόρεια του Παρνασσού, κοντά στο χωριό Βελίτσα. Οι κινήσεις και οι διαθέσεις του όμως τον έκαναν περισσότερο ύποπτο στην κυβέρνηση, και κυρίως στον Κωλέττη και στους άλλους εχθρούς του, που ζητούσαν να διορίσουν άλλους καπεταναίους στη θέση του. Η καχυποψία του ενισχύθηκε όταν έμαθε τη σύλληψη του Κολοκοτρώνη.

Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν τόσο πολύ τον Ανδρούτσο, ο οποίος θέλοντας να φοβίσει τους πολιτικούς, ενώθηκε με τους Τούρκους με τον όρο να του δώσουν την αρχηγία των επαρχιών της Εύβοιας, Ταλαντίου, Λιβαδιάς και Θήβας.

Η συμφωνία που κλείστηκε τότε με τον Ομέρ πασά του Ευρίπου «ήταν κάτι περισσότερο από τα συνηθισμένα καπάκια, ήταν μια πράξη απελπισίας που έφθανε στα όρια της προδοσίας».


Τότε η κυβέρνηση, για να αντιμετωπίσει την ύποπτη στάση του διόρισε στις 20 Φεβρουαρίου 1825 το παλιό πρωτοπαλίκαρό του Γιάννη Γκούρα αρχηγό της εκστρατείας στην ανατολική

Ελλάδα και του χορήγησε 140.000 γρόσια. Ο Γκούρας βάδισε προς τη Δόμβραινα και από εκεί στη Λειβαδιά. Οι κυβερνητικές δυνάμεις τον ακολούθησαν καταπόδι και τον ανάγκασαν, αυτόν και τους 400 Τούρκους ιππείς που του είχε στείλει ο Ομέρ πασάς από τη Χαλκίδα, να υποχωρήσουν στη Χαιρώνεια και κατόπιν στην πατρίδα του Λιβανάτες.

Στο μοναστήρι της Βελιβούς, μεταξύ 27 Μαρτίου- 7 Απριλίου, η θέση του Ανδρούτσου έγινε δύσκολη και τελικά, μετά από συνεννοήσεις με τον Νικόλαο Γκριτζιώτη, εγκατέλειψε κρυφά τους ιππείς και παραδόθηκε στον Γκούρα που τον έστειλε με συνοδεία στην Αθήνα. Μόλις έφθασε εκεί, τον έκλεισαν σε φυλακή στο κάτω μέρος του ψηλού πύργου που υψωνόταν δεξιά στην είσοδο των Προπυλαίων της Ακρόπολης. Τότε έγινε απόπειρα απελευθέρωσης του Ανδρούτσου. Όταν ο Γκούρας ο οποίος είχε στρατοπεδεύσει στον Όσιο Λουκά, επειδή είχε ανάγκη από τρόφιμα και πολεμοφόδια για να αντιμετωπίσει τον Ντεμίρ πασά και τον Μουστάμπεη οι οποίοι είχαν μπει στα Σάλωνα, είχε στείλει τον παλαιό γραμματικό του Οδυσσέα Γεωργαντά να κάνει προμήθειες στο Λουτράκι.

Εκεί συνάντησε τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, φίλο του Ανδρούτσου και τον Κώστα Μπότσαρη. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης μόλις έμαθε τα γεγονότα σχετικά με τη φυλάκιση του Ανδρούτσου, εξοργίστηκε. Ο Καραϊσκάκης ξεκίνησε για το στρατόπεδο της Στερεάς για να απελευθερώσει τον φίλο του. Ο Γκούρας οχυρώθηκε εκεί και ο Καραϊσκάκης δεν θα μπόρεσε να τον απελευθερώσει. Για να αποκλιμακώσει την ένταση η Διευθυντική Επιτροπή της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος έστειλε επιστολή στην έδρα της διοικήσεως γνωμοδοτώντας την μετάθεση του Γκούρα στο στρατόπεδο της Αθήνας και η κυβέρνηση να μαλακώσει τον Καραϊσκάκη.

Κατά διαταγή του Γκούρα, οι Ιωάννης Μαμούρης, Παπακώστας Τζαμάλας, Μήτρος της Τριανταφυλλίνας και ο στρατιώτης Θεοχάρης, απομάκρυναν τον δεσμοφύλακα, μπήκανστο κελί του Οδυσσέα Ανδρούτσου και τον θανάτωσαν με τα ίδια τους τα χέρια.

Ύστερα ρίξανε το σώμα του από τον πύργο κάτω στο λιθόστρωτο του ναού της Απτέρου Νίκης και διέδωσαν ότι τάχα ο φυλακισμένος είχε επιχειρήσει να δραπετεύσει, αλλά το σχοινί που χρησιμοποίησε κόπηκε και έτσι σκοτώθηκε. Ημερομηνία θανάτου του Οδυσσέα Ανδρούτσου κατεγράφη η 5η Ιουνίου 1825, ετών 35.


1821 - Οι ήρωες της Επανάστασης: Η ζωή και το τέλος τούς, σελ. 36-43

Δείτε επίσης:

Ο βίος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη μέχρι τα χρόνια της Απελευθέρωσης