Σάββατο, Οκτωβρίου 11, 2025

Ειρήνη η Αθηναία (γ' μέρος)

Όπως ξέρουμε, ο Κωνσταντίνος ΣΤ' δεν αγαπούσε καθόλου τη γυναίκα του, παρόλο που του είχε χαρίσει δύο κόρες, την Ευφροσύνη και την Ειρήνη. Είχε ερωμένες. Μετά την επιστροφή της Ειρήνης στο παλάτι δεν άργησε να ερωτευτεί μια από τις δεσποινίδες των τιμών της βασιλομήτορος. Ονομαζόταν Θεοδότη και ήταν γόνος μιας από τις μεγάλες οικογένειες της πρωτεύουσας και συγγενής με μερικούς από τους διασημότερους άνδρες της ορθόδοξης παράταξης, τον ηγούμενο του Σακκουδίου Πλάτωνα και τον ανιψιό του Θεόδωρο. Η Ειρήνη ενθάρρυνε το πάθος του γιου της για την ακόλουθό της και τον έπεισε να απαρνηθεί τη σύζυγό του για να παντρευτεί τη νέα. Ήξερε πολύ καλά το σκάνδαλο που θα προκαλούσε η ενέργεια του ηγεμόνα και τις επιπτώσεις του στα σχέδιά της. Ο Κωνσταντίνος ΣΤ' άκουσε πρόθυμα τις συμβουλές της. Τότε εξυφάνθηκε στο παλάτι, για να απαλλαγεί από τη Μαρία, μια περίεργη ίντριγκα, στην οποία θα επανέλθω αργότερα, γιατί είναι εντελώς χαρακτηριστική για τα βυζαντινά ήθη της εποχής. Το γεγονός είναι ότι τελικά, παρά την αντίσταση του πατριάρχη, ο αυτοκράτορας έκλεισε τη γυναίκα του στο μοναστήρι και τον Σεπτέμβριο του 795 παντρεύτηκε τη Θεοδότη.

Οι προβλέψεις της Ειρήνης δεν άργησαν να επαληθευθούν. Σε ολόκληρο το χριστιανικό Βυζάντιο και ακόμη και στις πιο μακρινές επαρχίες, η παράνομη ένωση προκάλεσε τη γενική κατακραυγή. Η παράταξη των πιστών, φοβερά σκανδαλισμένη, μαινόταν κατά του αυτοκράτορα. οι μοναχοί, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, εξαπέλυαν μύδρους κατά του δίγαμου κοι έκλυτου αυτοκράτορα και οργίζονταν για την αδυναμία του πατριάρχη Ταρασίου που, πάντοτε «πολιτικός» ανεχόταν παρόμοια αίσχη. Η Ειρήνη ενθάρρυνε και υποστήριζε παρασκηνιακά την εξέγερσή τους, «γιατί, όπως λέει ένας χρονογράφος της εποχής, αντιστέκονταν στο γιο της και τον ατίμαζαν». Πρέπει να ανατρέξει κανείς στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς για να καταλάβει σε ποιο παροξυσμό οργής έφθασε ο ευσεβής θυμός των πιστών κατά του ανυπάκουου και ανήθικου υιού, κατά του έκλυτου διεφθαρμένου ηγεμόνα. «Αλίμονο στην πόλη που ο βασιλιάς της είναι παιδί», έλεγε ο Θεόδωρος Στουδίτης, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Εκκλησιαστή. Ο Κωνσταντίνος ΣΤ', πιο ήρεμος, προσπαθούσε να γαληνέψει αυτή τη φοβερή θύελλα. Επειδή η κύρια εστία της αντίστασης ήταν η μονή του Σακκουδίου στη Βιθυνία, μεταφέρθηκε με πρόσχημα μια θερινή διαμονή, στη λουτρόπολη της Προύσας. Από εκεί, εκμεταλλευόμενος τη γειτνίαση μαζί τους, έκανε ευγενικές διαπραγματεύσεις με τους μοναχούς της φημισμένης μονής. Με την ελπίδα να τους εξευμενίσει, έφθασε στο σημείο να τους επισκεφτεί αυτοπροσώπως. Οι προσπάθειές του δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. «Ακόμη κι αν χρειαστεί να χύσουμε το αίμα μας», δήλωνε ο Θεόδωρος Στουδίτης, «θα το χύσουμε με χαρά».

Μπροστά σ' αυτή την αδιαλλαξία, o αυτοκράτορας έκανε το λάθος να χάσει την υπομονή του: αποφάσισε να αντιδράσει με τη βία. Διατάχθηκαν συλλήψεις. Ορισμένοι μοναχοί τιμωρήθηκαν με ραβδισμό, φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν. Η υπόλοιπη κοινότητα σκορπίστηκε. Αυτά τα μέτρα, όμως, είχαν σαν μοναδικό αποτέλεσμα να περιπλέξουν την κατάσταση. Παντού οι μοναχοί εξαπέλυαν μύδρους κατά του τυράννου, κατά του «νέου Ηρώδη», και ακόμη και μέσα στο ανάκτορό του, ο ηγούμενος Πλάτων τον πρόσβαλλε καταπρόσωπο. O Κωνσταντίνος ΣΤ' συνήλθε. Αρκέστηκε να απαντήσει ψύχραιμα στις προσβολές του ηγούμενου: «Δεν θέλω να δημιουργήσω μάρτυρες», και τον άφησε να λέει. Δυστυχώς για κείνον, είχε ήδη κάνει πολλά. Η κοινή γνώμη είχε εξεγερθεί κατά του νεαρού ηγεμόνα. Η Ειρήνη εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση.

Στο διάστημα της διαμονής της αυλής στην Προύσα, η βασιλομήτωρ κινήθηκε πολύ επιτήδεια. Εξάλλου, οι συνθήκες ήταν πολύ ευνοϊκές γι' αυτήν. Η νεαρή βασίλισσα Θεοδότη είχε αναγκαστεί να γυρίσει στην πρωτεύουσα για να γεννήσει. Και o Κωνσταντίνος ΣΤ', πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα του, υπέμενε με δυσκολία την απουσία του. Όταν τον Οκτώβριο του 796 πληροφορήθηκε ότι είχε αποκτήσει γιο, βιάστηκε να φύγει για την Κωνσταντινούπολη. Έτσι άφηνε το πεδίο ελεύθερο στις δολοπλοκίες της Ειρήνης. Με τα δώρα της, τις υποσχέσεις της, την προσωπική γοητεία της, η Ειρήνη κατάφερε πολύ γρήγορα να κερδίσει την υποστήριξη των ανώτερων αξιωματικών της φρουράς. Τους έπεισε να δεχθούν ένα πραξικόπημα που θα την έκανε μόνη αυτοκράτειρα και οι συνωμότες, που καθοδηγούνταν, όπως πάντα από τον Σταυράκιο, συμφώνησαν να περιμένουν την ευνοϊκή στιγμή. Υπήρχε ωστόσο ένα μελανό σημείο, από το οποίο θα μπορούσαν να χαθούν τα πάντα. Αρκούσε κάποια λαμπρή στρατιωτική επιτυχία για να ξαναδώσει στον Κωνσταντίνο ΣΤ' το κλονισμένο γόητρό του. Και ακριβώςτον Μάρτιο του 797 ο βασιλεύς είχε μόλις ξεκινήσει μια εκστρατεία κατά των Αράβων. Οι φίλοι της μητέρας του δεν δίστασαν καθόλου να προκαλέσουν την αποτυχία της εκστρατείας με ένα ψέμα που έμοιαζε πολύ με προδοσία. Ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να γυρίσει στην Κωνσταντινούπολη χωρίς να συναντηθεί με τον εχθρό και χωρίς να έχει κάνει τίποτα.

Η αποφασιστική κρίση πλησίαζε. Στις 17 Ιουλίου 797 , o Κωνσταντίνος ΣΤ' επέστρεφε από τον Ιππόδρομο στο ανάκτορο του Αγίου Μάμαντος Οι προδότες που τον περιστοίχιζαν έκριναν κατάλληλη την ευκαιρία και επιχείρησαν να τον συλλάβουν. Όμως o ηγεμόνας τους ξέφυγε και ορμώντας σ' ένα πλοίο πέρασε βιαστικά στην ασιατική ακτή, στηριζόμενος στην πίστη των στρατευμάτων που κατείχαν το ανατολικό θέμα. Ήδη η Ειρήνη, που μόλις μαθεύτηκε η είδηση της απόπειρας είχε καταλάβει το Μεγάλο Παλάτι, είχε αρχίσει να χάνει την ψυχραιμία της. Βλέποντας τους φίλους της να διστάζουν και το λαό να είναι ευνοϊκός προς τον Κωνσταντίνο, σκεφτόταν να ταπεινωθεί και να στείλει στο γιο της επισκόπους για να ζητήσουν χάρη, όταν το πάθος της για την υπέρτατη εξουσία της ενέπνευσε την ιδέα να παίξει ένα τελευταίο χαρτί. Πολλοί άνθρωποι του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος είχαν συνεργαστεί μαζί της.Τους απείλησε να τους καταγγείλει στον βασιλέα και να του δώσει τα σημειώματα που αποδείκνυαν την προδοσία τους. Τρομαγμένοι από τις δηλώσεις της και μη βλέποντας άλλο τρόπο για αποφύγουν ένα βέβαιο χαμό, οι συνωμότες, ξαναβρίσκοντας το θάρρος τους άρπαξαν τον άτυχο ηγεμόνα τους. Τον οδήγησαν στην Κωνσταντινούπολη, τον έκλεισαν στο Ιερό Παλάτι, στο δωμάτιο της Πορφύρας όπου είχε γεννηθεί και εκεί, με διαταγή της μητέρας του, ο δήμιος ήρθε να του βγάλει τα μάτια. Όμως δεν πέθανε, Περιορισμένος σε μια πολυτελή κατοικία, κατάφερε τελικά να του επιστρέψουν τη σύζυγό του Θεοδότη, που τον είχε υποστηρίξει θαρραλέα στην υπέρτατη κρίση. Απέκτησε μάλιστα κι ένα δεύτερο γιο από αυτήν και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέσα σ' ένα ήρεμο σκοτάδι. Αλλά από εκείνη τη στιγμή, η ζωή του ως αυτοκράτορα είχε τελειώσει.

Σχεδόν κανείς δεν έκλαψε για την τύχη του δύστυχου ηγεμόνα. οι πιστοί, με τον στενόμυαλο φανατισμό τους, είδαν στην ατίμωσή του τη νόμιμη και θεία τιμωρία για τη μοιχεία του, τη δίκαιη τιμωρία για τους διωγμούς που είχε διατάξει κατά των μοναχών, και τέλος ένα αξιομνημόνευτο παράδειγμα, το οποίο, όπως λέει ο Θεόδωρος Στουδίτης, «και οι αυτοκράτορες θα μάθουν να μην παραβιάζουν τους νόμους του θεού και να μην εξαπολύουν ασεβείς διώξεις». Για μια ακόμη φορά, οι ευσεβείς ψυχές χαιρέτισαν με θαυμασμό ευγνωμοσύνη τη λυτρωτική πράξη της χριστιανικότατης βασίλισσας Ειρήνης. Μόνο ο χρονογράφος Θεοφάνης, παρά την αφοσίωσή του στην ηγεμονίδα, δείχνει να ένιωσε αόριστα τη φρίκη της πράξης της «Ο ήλιος, γράφει, σκοτείνιασε επί δεκαεπτά ημέρες και δεν εξέπεμπε τις ακτίνες του, σε σημείο που τα πλοία έχαναν το δρόμο τους στη θάλασσα. Και όλοι έλεγαν πως o ήλιος αρνιόταν το φως του εξαιτίας της τύφλωσης του αυτοκράτορα. κι έτσι ανέβηκε στο θρόνο η Ειρήνη, μητέρα του αυτοκράτορα».

Η Ειρήνη είχε πραγματοποιήσει το όνειρό της. Βασίλευε. Φαίνεται τότε ότι μέθυσε από την τύχη και την παντοδυναμία της. Τόλμησε κάτι ασυνήθιστο, που δεν είχε ξανασυμβεί ούτε ξανασυνέβη ποτέ στο Βυζάντιο: εκείνη, μία γυναίκα, πήρε τον τίτλο του αυτοκράτορα. Στην αρχή των Νεαρών που δημοσίευσε, έδωσε υπερήφανα στον εαυτό της τον τίτλο: «Ειρήνη, μέγας βασιλεύς και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων». Στα νομίσματα που έκοψε, στα φιλντισένια δίπτυχα που σώζουν την εικόνα της εμφανίστηκε με όλο τον πολυτελή διάκοσμο της ηγεμονίας. Έτσι και πιο μεγαλοπρεπής ακόμη θέλησε να φανεί στο λαό της. Τη Δευτέρα του Πάσχα του 790 γύρισε από την Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στο παλάτι σε επίσημη πομπή, ανεβασμένη σ' ένα χρυσό άρμα που έσερναν τέσσερα άσπρα άλογα που τα κρατούσαν τέσσερις ανώτεροι αξιωματούχοι ντυμένη με το πολυτελές ένδυμα των βασιλέων, αστράφτοντας από χρυσάφι και πορφύρα, ακολουθώντας τη συνήθεια των ρωμαίων υπάτων, έριχνε με τις χούφτες χρήματα στο συγκεντρωμένο πλήθος. Ήταν σαν μια αποθέωση της φιλόδοξης ηγεμονίδας και το απόγειο του μεγαλείου της.

Ταυτόχρονα, πάντα επιτήδεια, φρόντιζε για τη δημοτικότητά της και σταθεροποιούσε την εξουσία της. Οι κουνιάδοι της, οι Καίσαρες, των οποίων η φιλοδοξία επιζούσε από όλες τις ατιμώσεις, είχαν αρχίσει και πάλι να κινούνται. Κατέστειλε σκληρά τις απόπειρές τους και τους έστειλε σε μακρινή εξορία στην Αθήνα. Αντίθετα, έδειχνε μεγάλη φροντίδα για τους φίλους της τους μοναχούς. Έβαζε να τους χτίζουν καινούργια μοναστήρια, προικοδοτούσε γενναιόδωρα τα αποκατεστημένα μοναστήρια. Χάρη στη δηλωμένη εύνοιά της, τα μεγάλα μοναστικά ιδρύματα του Σακκουδίου στη Βιθυνία και του Στουδίου στην πρωτεύουσα γνώρισαν πρωτοφανή ευημερία. Τέλος, για να πάρει το λαό με το μέρος της, έπαιρνε μια ολόκληρη σειρά από φιλελεύθερα μέτρα: παραχωρούσε μεγάλες φορολογικές απαλλαγές, τροποποιούσε το σύστημα διαχείρισης των οικονομικών, μείωνε τους δασμούς σε ξηρά και θάλασσα και τους φόρους που χτυπούσαν τα είδη κατανάλωσης και τη βιομηχανία, βοηθούσε τους φτωχούς με τα φιλανθρωπικά ιδρύματά της και η Κωνσταντινούπολη, γοητευμένη, επευφημούσε την ευεργέτισσά της.

Ωστόσο, γύρω από τη γερασμένη ηγεμονίδα, υπόκωφες δολοπλοκίες εξυφαίνονταν στην αυλή: οι ευνοούμενοι της Ειρήνης διεκδικούσαν τη διαδοχή της. Πράγματι, σε περίπτωση θανάτου o θρόνος ήταν κενός: από τον πρώτο γάμο του Κωνσταντίνου ΣΤ' είχαν γεννηθεί μόνο δύο κόρες. Όσο για τα παιδιά από το δεύτερο γάμο του, ο μεγαλύτερος γιος, o Λέων, είχε πεθάνει σε ηλικία μόλις μερικών μηνών. Ο άλλος, που είχε έρθει στον κόσμο μετά την πτώση του πατέρα του, θεωρούνταν νόθος, που προερχόταν από μία παράνομη ένωση και δεν είχε κανένα δικαίωμα στην αυτοκρατορία. Οι δύο ευνούχοι που κυβερνούσαν τη μοναρχία, ο Σταυράκιος και ο Αέτιος, ονειρεύονταν επίσης να κατακτήσουν την εξουσία για τους οικείους τους και προωθούσαν τους συγγενείς τους στα διάφορα αξιώματα. Κατά τ' άλλα η συνεχής επιδείνωση της υγείας της Ειρήνης τους επέτρεπε να τρέφουν ελπίδες. Ωστόσο, φυλάγοντας ζηλόφθονα ώς το τέλος την υπέρτατη εξουσία της, φοβερά καχύποπτη με οποιονδήποτε που έμοιαζε να απειλεί το στέμμα της, η γηραιά βασίλισσα υπερασπιζόταν με πείσμα τον θρόνο που είχε κατακτήσει με το έγκλημά της.

Επί περισσότερο από ένα χρόνο υπήρχε στο Ιερό Παλάτι μια σειρά από ατελείωτες καταγγελίες, βίαιες σκηνές, ξαφνικές δυσμένειες και απροσδόκητες ανακτήσεις εύνοιας. Ο Αέτιος κατήγγελλε τις φιλοδοξίες και τις συνωμοσίες του Σταυρακίου, ο Σταυράκιος υπέθαλπε εξεγέρσεις για να καταστρέψει τον Αέτιο κι ανάμεσα στους δύο η Ειρήνη, ταλαντευόμενη, ανήσυχη, εκνευρισμένη, οργιζόταν και συγχωρούσε διαδοχικά. Και υπάρχει κάτι το πραγματικά τραγικό σ' αυτή την πάλη ανάμεσα στη γηραιά εξαντλημένη αυτοκράτειρα, που γαντζωνόταν απεγνωσμένα στην εξουσία και τον παντοδύναμο πρωθυπουργό, άρρωστο επίσης, που έφτυνε αίμα και επέμενε, ακόμη και μέσα στα χέρια των γιατρών και την παραμονή του θανάτου του, να συνωμοτεί και να ελπίζει να ανέβει στο θρόνο παρά πάσα ελπίδα. Πέθανε πρώτος, γύρω στα μέσα του 800. Ενώ η βυζαντινή αυλή αναλωνόταν σε στείρες διαμάχες, την ίδια εκείνη στιγμή, στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, o Καρλομάγνος παλινόρθωνε τη Δυτική Αυτοκρατορία.

Λένε ότι ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο κυοφορήθηκε στο μυαλό του γερμανού Καίσαρα και της γηραιάς ηγεμονίδας του Βυζαντίου, το σχέδιο ενός γάμου που θα ένωνε τις δύο μοναρχίες τους κάτω από ένα κοινό σκήπτρο και θα αποκαθιστούσε, πιο ένδοξη και πιο ολοκληρωμένη ακόμη και από την εποχή του Αυγούστου, του Κωνσταντίνου ή του Ιουστινιανού, την αρχαία ενότητα του orbis romanus. Το γεγονός αυτό δεν φαίνεται καθόλου πιθανό. Πάντως άρχισαν διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση ενός modus vivendi μεταξύ των δύο Κρατών. Φράγκοι πρεσβευτές βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη όταν ξέσπασε η τελευταία καταστροφή κατά την οποία υπέκυψε η Ειρήνη.

Όσο έπεφτε η γηραιά αυτοκράτειρα, τόσο οι δολοπλοκίες γύρω της γίνονταν πιο φλογερές και πιο τολμηρές. Ο Αέτιος, παντοδύναμος τώρα μετά το θάνατο του αντιζήλου του, προωθούσε ανοιχτά τον αδελφό του και προσπαθούσε να του εξασφαλίσει την υποστήριξη του στρατού. Οι άλλοι μεγάλοι άρχοντες εξεγείρονταν ενάντια στην αναιδή φιλοδοξία του ευνοούμενου και ένας από τους υπουργούς ο γενικός λογοθέτης Νικηφόρος, εκμεταλλεύτηκε τη γενική δυσαρέσκεια για να συνωμοτήσει με τη σειρά του εναντίον της βασίλισσας. Τέλος, η εικονοκλαστική παράταξη έπαιρνε αθόρυβα την εκδίκησή της. Την 3 1η Οκτωβρίου 802, ξέσπασε η επανάσταση. «O θεός, λέει o ευσεβής χρονογράφος Θεοφάνης, την επέτρεψε μέσα στην ασύλληπτη σοφία του για να τιμωρήσει τα σφάλματα της ανθρωπότητας».

Η Ειρήνη παραθέριζε στο ανάκτορο του Ελευθερίου, την κατοικία που προτιμούσε. Οι συνωμότες μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν πρώην φίλοι του Αέτιου δυσαρεστημένοι από τον ευνοούμενο, πρώην οικείοι του Κωνσταντίνου ΣΤ', πολλοί εικονοκλάστες αξιωματικοί που ζητούσαν εκδίκηση, ανώτεροι αξιωματούχοι, και τέλος αυλικοί και ακόμη και συγγενείς της αυτοκράτειρας, που τους είχε γεμίσει δώρα, επωφελήθηκαν από την απουσία της. Στις δέκα η ώρα το βράδυ παρουσιάστηκαν στις πύλες του Ιερού Παλατιού, δείχνοντας στους φρουρούς της Χάλκης υποτιθέμενες διαταγές της βασίλισσας, με τις οποίες πρόσταζε να ανακηρύξουν χωρίς καθυστέρηση τον Νικηφόρο αυτοκράτορα για να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των δολοπλοκιών του Αέτιου στρατιώτες πείστηκαν και παρέδωσαν το παλάτι.

Σε κάθε βυζαντινή επανάσταση αυτό ήταν το βασικό σημείο που έπρεπε να εξασφαλιστεί πριν απ' όλα ένα είδος εγγύησης και συμβόλου της επιτυχίας. Πράγματι, πριν ξημερώσει, σ' ολόκληρη την πόλη αγγελιοφόροι είχαν ανακοινώσει την ανάρρηση του Νικηφόρου και την επιτυχία του πραξικοπήματος, χωρίς κανείς να επιχειρήσει να προβάλει αντίσταση. Ταυτόχρονα η Ειρήνη, που είχε συλληφθεί αιφνιδιαστικά στο Ελευθέριον, είχε οδηγηθεί με ισχυρή φρουρά πίσω στην Κωνσταντινούπολη και είχε κλειστεί στο Ιερό Παλάτι. Και ήδη το πρωί της επομένης, στην Αγία Σοφία, ο πατριάρχης Ταράσιος, έχοντας λησμονήσει, όπως φαίνεται, την ευεργέτισσά του, έστεφε βιαστικά τον νέο βασιλέα. Ωστόσο τίποτα δεν είχε τελειώσει. Η Ειρήνη ήταν δημοφιλής. Μόλις συνήλθε από το αρχικό ξάφνιασμα το πλήθος άρχισε να δείχνει ανοιχτά την εχθρότητά του στους συνωμότες. Έβριζαν τον νέο κύριο, έβριζαν τον πατριάρχη και πολλοί άνθρωποι, υπενθυμίζοντας τις διαβεβαιώσεις πίστης που είχαν δώσει οι συνωμότες στην ηγεμονίδα τους, τους κατηγορούσαν έντονα για την αχαριστία τους. Και το πλήθος, μη μπορώντας να πιστέψει τα γεγονότα που μόλις είχαν συντελεστεί, αναρωτιόταν μήπως είχε πέσει θύμα κάποιου εφιάλτη. Επικρατούσε γενική στεναχώρια και απελπισία. Και ο φρικτός καιρός, ένα κρύο και ομιχλιασμένο φθινοπωρινό πρωινό, έκανε ακόμη πιο τραγική την αυγή της νέας βασιλείας

Μια πραγματικά ενεργητική γυναίκα θα είχε εκμεταλλευτεί ίσως τις περιστάσεις: η Ειρήνη δεν το έκανε. Ανάμεσα στα δύο αισθήματα, τη φιλοδοξία και την ευλάβεια, που δίχαζαν την ψυχή της και είχαν καθοδηγήσει τη ζωή της, αυτή τη φορά επικράτησε η ευλάβεια. Όχι ότι η πτώση είχε μειώσει το θάρρος της. Δεν έδειξε καμία αδυναμία. Αλλά μπροστά στο τετελεσμένο γεγονός «σαν φρόνιμη γυναίκα που αγαπά το θεό», κατά τα λεγόμενα ενός συγχρόνου της, υποχώρησε αδιαμαρτύρητα. Όταν, την επόμενη της στέψης του, o Νικηφόρος ήρθε να την επισκεφθεί, με τα μάτια του γεμάτα ψεύτικα δάκρυα και με την προσποιητή ταπεινότητα που τον χαρακτήριζε, δείχνοντας τα μαύρα παπούτσια που είχε κρατήσει αντί να φορέσει τα πορφυρά πέδιλα, ισχυρίστηκε ότι τον είχαν εξαναγκάσει να κάνει ό,τι έκανε και σχεδόν ζήτησε συγνώμη που ήταν αυτοκράτορας, η Ειρήνη, με απόλυτα χριστιανική παραίτηση, ταπεινώθηκε μπροστά στο νέο βασιλέα ως εκλεκτό του θεού, ευλογώντας τα μυστηριώδη σχέδια της θείας Πρόνοιας και αποδίδοντας την πτώση της στις αμαρτίες της. Από το στόμα της δεν βγήκε ούτε κατηγόρια ούτε παράπονο. Όταν της το ζήτησε o Νικηφόρος, παρέδωσε τους θησαυρούς της, εκφράζοντας μόνο την επιθυμία να της αφήσουν την επικαρπία του ανακτόρου του Ελευθερίου.

O σφετεριστής υποσχέθηκε ό,τι ήθελε εκείνη: τη διαβεβαίωσε ότι όσο ζούσε θα τη μεταχειρίζονταν "όπως αρμόζει σε μια βασίλισσα». Αλλά δεν άργησε να ξεχάσει τις υποσχέσεις του. Η γηραιά ηγεμονίδα απομακρύνθηκε από την Κωνσταντινούπολη και εξορίστηκε αρχικά στο μοναστήρι που είχε Ιδρύσει στη νήσο Πρίγκηπο. Αλλά και εκεί έμοιαζε να βρίσκεται πολύ κοντά. Τον Νοέμβριο του 802. παρά το φοβερό κρύο ενός πρώιμου χειμώνα, την έστειλαν στη Λέσβο. Έμεινε εκεί φρουρούμενη στενά και απαγορεύθηκε σε οποιονδήποτε να την πλησιάσει: τόσο φοβούνταν ακόμη τις δολοπλοκίες της και την επίμονη φιλοδοξία της. Πέθανε θλιβερά σ' αυτή την αιχμαλωσία τον Αύγουστο του 803, εγκαταλειμμένη από όλους. Το σώμα της μεταφέρθηκε στο μοναστήρι της Πριγκήπου και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου το ενταφίασαν στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στο ταφικό παρεκκλήσιο όπου κοιμούνταν τόσοι αυτοκράτορες

Η Εκκλησία συγχώρησε τα πάντα στην ευσεβή και ορθόδοξη αυτοκράτειρα Ειρήνη, ακόμη και τα εγκλήματά της. Οι βυζαντινοί χρονογράφοι της εποχής της την ονομάζουν μακαριοτάτη Ειρήνη, νέα Ελένη, «εκείνη που αγωνίστηκε σαν μάρτυρας για την αληθινή πίστη». Ο Θεοφάνης θρηνεί την πτώση της σαν καταστροφή αναπολεί τα χρόνια της βασιλείας της σαν μια περίοδο σπάνιας ευημερίας O Θεόδωρος Στουδίτης, ένας άγιος της απηύθυνε τις πιο ταπεινές κολακείες και δεν έβρισκε αρκετά ενθουσιώδη λόγια για να επαινέσει την «πολύ καλή ηγεμονίδα», «με το τόσο αγνό πνεύμα και την πραγματικά άγια ψυχή», που, με την ευλάβειά της και την επιθυμία της να φανεί αρεστή στον θεό, ελευθέρωσε τον λαό της από τη δουλεία και που οι πράξεις της «λάμπουν σαν άστρα». Η ιστορία οφείλει στην Ειρήνη λιγότερη επιείκεια και περισσότερη δικαιοσύνη. Μπορούμε να καταλάβουμε και, αν θέλουμε, να συγχωρήσουμε, το λάθος των έντιμων ανθρώπων, που το πνεύμα της παράταξης τύφλωσε σχετικά με το άτομό της. Δεν έχουμε όμως δικαίωμα να το συμμεριστούμε. Είναι αλήθεια ότι αυτή η διάσημη ηγεμονίδα ήταν βασικά πολιτικός, φιλόδοξη και αφοσιωμένη, που το πάθος του θρόνου την παρέσυρε ώς το έγκλημα και στην οποία το μέγεθος των αποτελεσμάτων που πέτυχε δεν αντιστάθμισε τη φρίκη των πράξεών της Με τις δολοπλοκίες της ξανάνοιξε επί ογδόντα χρόνια στο Βυζάντιο, προς μεγάλη ζημία της μοναρχίας, την εποχή των ανακτορικών επαναστάσεων που οι ένδοξοι προκάτοχοί της, οι εικονοκλάστες αυτοκράτορες είχαν κλείσει εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα.

Τρίτη, Οκτωβρίου 07, 2025

Ειρήνη η Αθηναία (β' μέρος)

Μια επιδέξια εξυφασμένη δολοπλοκία εξασφάλισε στην Ειρήνη τη μοναδική εξουσία που της έλειπε, το πατριαρχείο.

Το 784 ξαφνικά - χωρίς να έχει ζητήσει τη γνώμη της κυβέρνησης, όπως βεβαιώνει o Θεοφάνης, πιθανότατα μετά από υπόδειξη του παλατιού - ο πατριάρχης Παύλος παραιτήθηκε και αποσύρθηκε σ' ένα μοναστήρι, δηλώνοντας σ' όποιον ήθελε να τον ακούσει ότι, γεμάτος τύψεις για τις αμαρτίες του, ήθελε να εξιλεωθεί για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει κατά των εικόνων και να πεθάνει τουλάχιστον συμφιλιωμένος με τον θεό. Η Ειρήνη εκμεταλλεύτηκε πολύ επιδέξια αυτή την απόφαση, που προκάλεσε μεγάλο θόρυβο στην πρωτεύουσα και διάλεξε στη θέση του Παύλου ως επικεφαλής της Εκκλησίας έναν σίγουρο άνθρωπο, ένα λαϊκό, τον αυτοκρατορικό γραμματέα Ταράσιο. O άνθρωπος αυτός, έξυπνος πολιτικός, έπαιξε θαυμάσια το ρόλο που του είχε ασφαλώς ορίσει η αυτοκράτειρα. Όταν προτάθηκε το όνομά του, όταν η ίδια η αυτοκράτειρα τον παρακάλεσε να δεχθεί τον διορισμό του, αρνήθηκε και ζήτησε να του επιτρέψουν να εξηγήσει μπροστά στο λαό τα αίτια της άρνησής του. Και σε ένα μακροσκελή λόγο, μίλησε για την αξιοθρήνητη κατάσταση της Εκκλησίας, για τις έριδες που την αναστάτωναν, για το σχίσμα που τη χώριζε από τη Ρώμη, και πολύ επιδέξια, σαν αντάλλαγμα για την αποδοχή του διορισμού του, έριξε την ιδέα μιας οικουμενικής συνόδου που θα αποκαθιστούσε την ειρήνη και την ενότητα στον χριστιανικό κόσμο. Ταυτόχρονα, με μια έξυπνη στροφή, αποκήρυσσε την εικονοκλαστική σύνοδο του 753 και της αρνιόταν κάθε κανονική εξουσία, καθώς το μόνο που είχε κάνει ήταν να καταγράψει αποφάσεις που είχαν ληφθεί παράνομα για θρησκευτικά θέματα από την πολιτική εξουσία. Αφού προετοίμασε έτσι το έδαφος για τα σχέδια της αυτοκράτειρας, τελικά υποχώρησε και αφού πέρασε διαδοχικά όλους τους βαθμούς της ιεροσύνης, ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο.

M' ένα τόσο πολύτιμο σύμμαχο, η Ειρήνη πίστεψε πως μπορούσε να παίξει με ανοιχτά χαρτιά. Προσκλήσεις που στάλθηκαν σ' ολόκληρη την αυτοκρατορία κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη, την άνοιξη του 786, τους ηγέτες της χριστιανοσύνης και η νίκη θεωρούταν σίγουρη. Είχαν λογαριάσει όμως χωρίς την αντίσταση μιας μερίδας των επισκόπων, και κυρίως χωρίς την εχθρότητα των συνταγμάτων της αυτοκρατορικής φρουράς, πιστών στην ανάμνηση του Κωνσταντίνου Ε' και προσκολλημένων στην πολιτική του δοξασμένου αυτού αυτοκράτορα. Κατάλαβαν το λάθος τους από την ημέρα κιόλας που η σύνοδος άρχισε τις εργασίες της στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, οι επίσκοποι συνεδρίαζαν επίσημα, στις θέσεις των κατηχουμένων της βασιλικής η Ειρήνη με το γιο της παρακολουθούσαν τη συνεδρίαση. Από τη θέση του προέδρου ο Πλάτων, ηγούμενοςτου Σακκουδίου, ένας από τους πιο φλογερούς υπερασπιστές των εικόνων, απάγγελλε μία ομιλία κατάλληλη για ης περιστάσεις όταν ξαφνικά, με το ξίφος στο χέρι, οι στρατιώτες όρμησαν μέσα στην εκκλησία, απειλώντας με θάνατο τους αρχιερείς. Μάταια η Ειρήνη, με αρκετό θάρρος, προσπάθησε να παρέμβει και να ηρεμήσει τα πνεύματα. ΟΙ προσπάθειές της ήταν ανίσχυρες, η εξουσία της παραγνωρισμένη. Οι ορθόδοξοι επίσκοποι βρίστηκαν, προπηλακίστηκαν, σκορπίστηκαν. Βλέποντας αυτό το θέαμα, οι εικονοκλάστες αρχιερείς ενώθηκαν με το στρατό και άρχισαν να χειροκροτούν και να φωνάζουν: "Νικήσαμε! Νικήσαμε!" Η ίδια η Ειρήνη δυσκολεύτηκε να ξεφύγει από "τα νύχια αυτών των λιονταριών", όπως γράφει ένας εκκλησιαστικός χρονογράφος και οι oπαδοί της, αν και δεν είχε χυθεί ούτε μια σταγόνα από το αίμα της, την ανακήρυξαν μάρτυρα.

Είχαν βιαστεί πολύ: σε λίγο όλα θα ξανάρχιζαν από την αρχή. Αυτή τη φορά φρόντισαν να εξασφαλίσουν τη νίκη. Η βασίλισσα και o πρωθυπουργός της μεταχειρίστηκαν γι' αυτό το σκοπό όλο το πνεύμα της δολοπλοκίας και την πονηριά τους. Με το χρήμα και τις υποσχέσεις, προσεταιρίστηκαν στις απόψεις της κυβέρνησης τα ασιατικά σώματα στρατού που φθονούσαν ανέκαθεν τους στρατιώτες που υπηρετούσαν στη φρουρά της πρωτεύουσας Στη συνέχεια ανήγγειλαν μια μεγάλη εκστρατεία κατά των Αράβων. Τα συντάγματα της φρουράς ξεκίνησαν πρώτα για την εκστρατεία. Αμέσως, αντικαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη από τάγματα των οποίων η πίστη ήταν εξασφαλισμένη. Ταυτόχρονα, για να εξαναγκάσουν τους αντιπάλους τους σε υποταγή, συλλάμβαναν τις γυναίκες και τα παιδιά και δήμευαν τις περιουσίες των στρατιωτών που είχαν σταλεί στα σύνορα. Έχοντας στα χέρια της αυτούς τους πολύτιμους ομήρους, η κυβέρνηση μπόρεσε χωρίς κίνδυνο να σπάσει, να απολύσει και να διαλύσει τα αντιφρονούντα συντάγματα της φρουράς. Η Ειρήνη είχε τώρα την απαραίτητη υποστήριξη για τα σχέδιά της, ένα στρατό δικό της με αφοσιωμένους αρχηγούς. Ωστόσο, δεν ρίσκαρε να επαναλάβει στην Κωνσταντινούπολη την αποτυχημένη απόπειρα του 786. Η οικουμενική σύνοδος συνήλθε στη Νίκαια το 787. Κάτω από την παντοδύναμη επιρροή της αυλής, του πατριάρχη και των μοναχών, αναθεμάτισε αδίστακτα τις εικονοκλαστικές αποφάσεις του 753 και αποκατέστησε σε όλη την έκτασή της τη λατρεία των εικόνων και την ορθοδοξία. Στη συνέχεια, τον Νοέμβριο του 787, οι πατέρες της συνόδου μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα, και σε μια τελευταία επίσημη συνεδρίαση που έγινε στο ανάκτορο της Μαγναύρας, παρουσία των απεσταλμένων του πάπα Αδριανού, η Ειρήνη υπέγραψε με το χέρι της τους κανόνες που αποκαθιστούσαν τις αγαπημένες της πεποιθήσεις

Έτσι, σε επτά χρόνια εξυπνάδας και υπομονής, η Ειρήνη, παρά τις κάποιες βιαστικές κινήσεις, είχε γίνει παντοδύναμη. Είχε ικανοποιήσει την Εκκλησία και την ευσέβειά της. Κυρίως, είχε ποδοπατήσει όλα όσα αποτελούσαν εμπόδιο στη φιλοδοξία της. Και οι φίλοι της οι πιστοί, περήφανοι για μια τέτοια ηγεμονίδα, χαιρέτιζαν στο πρόσωπό της "την αυτοκράτειρα στήριγμα του Χριστού, εκείνη που η διακυβέρνησή της, όπως και το όνομά της, ήταν εχέγγυο ειρήνης” (Χριστοφόρος Ειρήνη, η φερωνύμως βασιλεύσασα).

Την ίδια στιγμή που η Ειρήνη κέρδισε αυτή τη νίκη, τη στιγμή που ο θρίαμβός της φαινόταν πλήρης, η φιλοδοξία της απειλούταν σοβαρά.

O Κωνσταντίνος ΣΤ' μεγάλωνε. Ήταν δεκαεφτά χρόνων. Ανάμεσα στο γιο που ήθελε να βασιλεύσει και τη μητέρα που αγαπούσε με πάθος την υπέρτατη εξουσία, η σύγκρουση ήταν μοιραία, αναπόφευκτη, θα ξεπερνούσε σε φρίκη κάθε φαντασία. Για να εξηγήσουν αυτή τη φρικτή διαμάχη, οι ευσεβείς ιστορικοί της εποχής δεν βρήκαν άλλη διέξοδο από την επέμβαση του διαβόλου και θέλοντας να δικαιολογήσουν την ευσεβέστατη αυτοκράτειρα, επέρριψαν όσο περισσότερο μπορούσαν το κακό που έκανε στους κακούς συμβούλους της. Στην πραγματικότητα αυτές οι δικαιολογίες είναι εντελώς απαράδεκτες: κρίνοντας από όσα ξέρουμε για την Ειρήνη, είναι βέβαιο ότι είχε σαφή επίγνωση και απόλυτη ευθύνη για τις πράξεις της. Έπρεπε να διαφυλάξει το έργο που μόλις είχε πετύχει, να διατηρήσει την εξουσία που κατείχε: γι' αυτό δεν δίστασε ούτε μπροστά στη μάχη ούτε μπροστά στο έγκλημα.

Αυταρχική και γεμάτη πάθος, η Ειρήνη εξακολουθούσε να μεταχειρίζεται σαν μικρό παιδί τον έφηβο γιο της. Κάποτε, στην αυγή της βασιλείας, είχε διαπραγματευθεί, από πολιτικό συμφέρον, ένα σχέδιο γάμου ανάμεσα στον Κωνσταντίνο ΣΤ' και μια κόρη του Καρλομάγνου. Στο Αιξ λα Σαπέλ ένας ευνούχος του παλατιού επιφορτίστηκε να διδάξει στη νεαρή Ροθρούδη τη γλώσσα και τα έθιμα της μελλοντικής

πατρίδας της, και οι σοφοί της παλατινής Ακαδημίας, υπερήφανοι για την ένωση που ετοιμαζόταν, είχαν αποκτήσει την επιθυμία να μάθουν ελληνικά. Η πολιτική ξέκανε ό,τι είχε κάνει η πολιτική. Μετά την αποκατάσταση της ειρήνης με τη Ρώμη, η συμφωνία με τους Φράγκους φαινόταν λιγότερο απαραίτητη στην Ειρήνη. Φοβόταν κυρίως, όπως λέγεται, μήπως ο πανίσχυρος Κάρολος γίνει πολύ γερό στήριγμα για την αδυναμία του γαμπρού του και τον βοηθήσει να γίνει κύριος της μοναρχίας. Έσπασε λοιπόν τη συμφωνία και παρά ης αντιρρήσεις του Κωνσταντίνου ΣΤ', που είχε ερωτευτεί εξ αποστάσεως τη νεαρή πριγκίπισσα της Δύσης, του επέβαλε ένα άλλο γάμο. Αφηγήθηκα ήδη, παραθέτοντας ένα ωραίο απόσπασμα του βίου του αγίου Φιλάρετου πώς, σύμφωνα με το έθιμο, οι αυτοκρατορικοί αγγελιαφόροι διέσχισαν τις επαρχίες για να βρουν μια μνηστή αντάξια του βασιλέως και πώς, ανάμεσα στις υποψήφιες συζύγους του Κωνσταντίνου, η Ειρήνη και o πρωθυπουργός της επέλεξαν μια νεαρή Αρμένισσα από το θέμα της Παφλαγονίας, τη Μαρία της Αμνίας. Ήταν όμορφη, έξυπνη, ευσεβής και επιπλέον καταγόταν από πολύ ταπεινή οικογένεια. Καθώς χρωστούσε τα πάντα στην Ειρήνη, πίστεψαν ότι θα υποτασσόταν στη θέληση της ευεργέτισσάς της και ότι η αυτοκράτειρα δεν θα είχε να φοβηθεί καμία ενοχλητική και άτοπη φιλοδοξία από αυτή τη νύφη. Έτσι ο γάμος αποφασίστηκε και o Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να υπακούσει. Αυτά συνέβαιναν το Νοέμβριο του 788.

Εξάλλου, η Ειρήνη κρατούσε προσεκτικά το γιο της έξω από όλα τα ζητήματα. Ο αυτοκράτορας ήταν σαν απομονωμένος μέσα στην ίδια την αυλή του, χωρίς φίλους χωρίς επιρροή. Από την άλλη πλευρά ο πανίσχυρος Σταυράκιος κυβερνούσε σύμφωνα με τα καπρίτσια του, αναιδής και αλαζονικός και όλοι υποκλίνονταν ταπεινά μπροστά στον ευνοούμενο. Τελικά, o νεαρός ηγεμόνας επαναστάτησε ενάντια σ' αυτή την κηδεμονία. Μαζί με μερικούς από τους οικείους του, συνωμότησε κατά του πρωθυπουργού. Η εξέλιξη ήταν πολύ κακή γι' αυτόν. Μετά την αποκάλυψη της συνωμοσίας, η Ειρήνη ένιωσε ότι απειλείται άμεσα. Από την ημέρα εκείνη, η φιλοδοξία σκότωσε μέσα της τη μητρική αγάπη. Χτύπησε βίαια. Οι συνωμότες που συνελήφθησαν βασανίστηκαν, εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Πράγμα ακόμη σοβαρότερο, ο ίδιος ο αυτοκράτορας τιμωρήθηκε με ραβδισμούς σαν άτακτο παιδί, λιγότερο σημαντικό από τη μητέρα του, και τέθηκε για πολλές ημέρες υπό περιορισμό στο διαμέρισμά του. Μετά απ' αυτό η αυτοκράτειρα πίστεψε ότι o θρίαμβός της ήταν σίγουρος. οι κόλακές της συντηρούσαν την ψευδαίσθησή της, βεβαιώνοντας ότι "ο ίδιος ο θεός δεν ήθελε καθόλου να βασιλέψει o γιος της". Δεισιδαίμων και εύπιστη όπως όλοι οι σύγχρονοί της, αφηνόταν να πείθεται από αυτά τα λόγια και από τους χρησμούς των μάντεων που της υπόσχονταν το θρόνο. Και για να τον εξασφαλίσει, τα έπαιξε όλα για όλα. Ζητήθηκε από το στρατό να δώσει νέο όρκο πίστης οι στρατιώτες αναγκάστηκαν να δώσουν τον απροσδόκητο και μοναδικό όρκο: "Οσο ζεις, δεν θα αναγνωρίσουμε ποτέ τον γιο σου ως αυτοκράτορα". Και στις επίσημες επευφημίες το όνομα της Ειρήνης τοποθετήθηκε μπροστά από το όνομα του Κωνσταντίνου.

Κι αυτή τη φορά, όπως και το 786, η φλογερή φιλόδοξη πριγκίπισσα είχε βιαστεί πολύ. το 790, ξέσπασε ένα πραξικόπημα ανάμεσα στα συντάγματα της Ασίας υπέρ του νεαρού κηδεμονευόμενου αυτοκράτορα. Από το στρατιωτικό σώμα της Αρμενίας, η εξέγερση εξαπλώθηκε στα άλλα θέματα. Πολύ σύντομα όλα τα στρατεύματα, συγκεντρωμένα, απαιτούσαν την απελευθέρωση του Κωνσταντίνου ΣΤ' και την αναγνώρισή του ως μοναδικού και πραγματικού βασιλέως. Η Ειρήνη φοβήθηκε και υποχώρησε. Αναγκάστηκε να ελευθερώσει το γιο της και να παραιτηθεί από την εξουσία. Αδύναμη και εξοργισμένη, είδε να απομακρύνουν και να ατιμάζουν τους πιο αγαπητούς φίλους της. Ο πρωθυπουργός Σταυράκιος κουρεύτηκε και εξορίστηκε στην Αρμενία. Ο Αέτιος, ένας άλλος από τους οικείους της, μοιράστηκε την ατίμωσή του. Εκείνη αναγκάστηκε να αποσυρθεί στο θαυμάσιο ανάκτορό της του Ελευθερίου και γύρω από τον νεαρό ηγεμόνα που ανακηρύχθηκε επίσημα αυτοκράτορας, είδε να επιστρέφουν όλοι εκείνοι που εκείνη είχε πολεμήσει, όλοι οι εχθροί των εικόνων που είχε αποκαταστήσει, και πρώτο πρώτο τον γηραιό Μιχαήλ Λαχανοδράκοντα, που τοποθετήθηκε στο υψηλό αξίωμα του κυρίου των γραφείων.

Όμως, o Κωνσταντίνος ΣΤ' δεν έτρεφε κανένα μίσος για τη μητέρα του. Μόλις ένας χρόνος είχε περάσει από την πτώση της Ειρήνης όταν, τον Ιανουάριο του 792, υποκύπτοντας στις παρακλήσεις της, ο νεαρός ηγεμόνας της ξανάδωσε τον τίτλο της αυτοκράτειρας, την ξανακάλεσε στο Ιερό Παλάτι και μοιράστηκε την εξουσία μαζ της. Μαζί μ' εκείνη, η αδυναμία του βασιλέως επανέφερε στα πράγματα τον ευνούχο Σταυράκιο, τον ευνοούμενό της. Η Ειρήνη ξαναγύρισε γεμάτη εκδίκηση, διψώντας να τιμωρήσει εκείνους που την είχαν προδώσει και θέλοντας περισσότερο παρά ποτέ να πραγματοποιήσει το φιλόδοξο όνειρό της. Αυτή τη φορά όμως, για να το πραγματοποιήσει, θα δειχνόταν περισσότερο επιτήδειο. Το 790 είχε θεωρήσει πολύ σίγουρη την επιτυχία. Είχε θελήσει να βιάσει τα πράγματα και να πάρει μονομιάς το θρόνο. Με τις βιαιότητές της ενάντια στο υιό της, είχε σκανδαλίσει την κοινή γνώμη και ξεσηκώσει το στρατό. Έχοντας διδαχθεί από την αποτυχία της, τώρα προετοίμασε υπομονετικά το θρίαμβό της επί πέντε χρόνια με τις πιο λεπτές ίντριγκες και τις καλύτερες "κομπίνες".

Ο Κωνσταντίνος ΣΤ' είχε αναμφισβήτητα προσόντα. Όπως και ο παππούς του ήταν ένας ηγεμόνας θαρραλέος ενεργητικός, έξυπνος και ικανός. Ακόμη και οι αντίπαλοί του πλέκουν το εγκώμιό του και του αναγνωρίζουν πολεμικές αρετές και μια πραγματική ικανότητα διακυβέρνησης. Οι κατηγορίες εναντίον του και κυρίως ο έκλυτος βίος για τον οποίο τον κατηγορούν, δεν είναι τόσο γενικές όσο θα μπορούσε κανείς να πιστέψει εκ πρώτης όψεως και αφορούν κυρίωςτο σκάνδαλο που προκάλεσε με τον δεύτερο γάμο του. Τέλεια ορθόδοξος, ήταν πολύ δημοφιλής στις κατώτερες τάξεις και η Εκκλησία δεν τον έβλεπε με καθόλου κακό μάτι. Δραστήριος και γενναίος στρατηγός, έτοιμος να ξαναρχίσει τον πόλεμο εναντίον των Βουλγάρων και των Αράβων, άρεσε στο στρατό. Η Ειρήνη κατάφερε να καταστρέψει διαδοχικά τις σχέσεις του ηγεμόνα με τους καλύτερους φίλους του, να τον κάνει να φαίνεται αχάριστος, σκληρός κοι δειλός, να τον κάνει να χάσει την εκτίμηση των στρατιωτών, να του στερήσει την εύνοια του λαού και να τον κάνει τελικά να χάσει την εκτίμηση της Εκκλησίας.

Πρώτα-πρώτα χρησιμοποίησε την ανακτημένη επιρροή της για να διεγείρει τις υποψίες του νεαρού Κωνσταντίνου κατά του Αλεξίου Μοσελά, του στρατηγού που είχε κάνει το πραξικόπημα του 790 και κατάφερε να τον ενοχοποιήσει τόσο, ώστε o αυτοκράτορας τον ατίμασε και διέταξε να τον φυλακίσουν και στη συνέχεια να τον τυφλώσουν. Αυτό ήταν διπλό όφελος για την Ειρήνη: έπαιρνε εκδίκηση από έναν άνθρωπο που είχε προδώσει την εμπιστοσύνη της και ξεσήκωνε εναντίον του Κωνσταντίνου ΣΤ' τα στρατεύματα της Αρμενίας, το καλύτερο στήριγμά του. Ακούγοντας την είδηση της μεταχείρισης που επιφυλάχθηκε σ' έναν αρχηγό που αγαπούσαν, τα συντάγματα εξεγέρθηκαν. Το 793 ο ίδιος ο βασιλεύς αναγκάστηκε να πάει να καταστείλει την εξέγερση. Το έκανε με εξαιρετική σκληρότητα και έτσι έχασε ολοκληρωτικά την υποστήριξη των στρατιωτών. Ταυτόχρονα, καθώς μία πολιτική μερίδα εξακολουθούσε να υποστηρίζει τους θείους του, τους Καίσαρες, ακολουθώντας τις συμβουλές της Ειρήνης, o αυτοκράτορας καταδίκασε τον μεγαλύτερο σε τύφλωση και διέταξε να κόψουν τη γλώσσα των υπόλοιπων τεσσάρων. Ήταν μια εντελώς περιττή σκληρότητα που τον έκανε να χάσει τη δημοτικότητά του, κυρίως μεταξύ των εικονοκλαστών που αγαπούσαν στα θύματα την ανάμνηση του πατέρα τους, του Κωνσταντίνου E'. Τέλος η αυτοκράτειρα, για να ξεσηκώσει ακόμη περισσότερο την κοινή γνώμη κατά του υιού της επινόησε ένα τελευταίο μέσο, το πιο μακιαβελικό απ' όλα.


Charles Diel - Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Για τη συνέχεια πατήστε ΕΔΩ

Δευτέρα, Οκτωβρίου 06, 2025

Ειρήνη η Αθηναία (α' μέρος)

Προς το τέλος του 768, η Κωνσταντινούπολη πανηγύριζε: η βυζαντινή πρωτεύουσα γιόρταζε τους γάμους του επίδοξου κληρονόμου της αυτοκρατορίας, Λέοντος γιου του Κωνσταντίνου Ε ',

Το πρωί της 1ης Νοεμβρίου, ένας στολίσκος από πλοία με μεταξωτά πανιά είχε πάει στο ανάκτορο της Ιερείας στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, για να πάρει τη νεαρή μνηστή και την είχε οδηγήσει στο Βυζάντιο. όπου είχε κάνει την επίσημη είσοδό της. Μερικές εβδομάδες αργότερα, στις 18 Δεκεμβρίου, στο τρικλίνιο του Αυγουσταίου, μπροστά στη συγκεντρωμένη αυλή, οι δύο βασιλείς έστεφαν τη νέα ηγεμονίδα. Καθισμένοι στους χρυσούς θρόνους, βοηθούμενοι από τον πατριάρχη, ο Κωνσταντίνος και ο γιος του είχαν σηκώσει το πέπλο που έκρυβε το πρόσωπο της μελλοντικής αυτοκράτειρας, είχαν περάσει μεταξωτή χλαμύδα πάνω από το μακρύ χρυσό φόρεμά της, είχαν βάλει στο κεφάλι της το στέμμα, και της είχαν κρεμάσει στα αυτιά σκουλαρίκια με πολύτιμες πέτρες. Μετά, στην εκκλησία του αγίου Στεφάνου, η νέα Αυγούστα είχε δεχθεί τις τιμές των μεγάλων αξιωματούχων της μοναρχίας. Στην ταράτσα της αίθουσας των δεκαεννέα κλινών είχε παρουσιαστεί στο λαό και οι νέοι υπήκοοί της την είχαν χαιρετίσει με επευφημίες. Τέλος, με τη λαμπρή ακολουθία της από συγκλητικούς, πατρικίους, κουβικουλάριους και κυρίες των τιμών είχε επιστρέψει στην εκκλησία του αγίου Στεφάνου εκεί ο Πατριάρχης Νικήτας είχε τελέσει τη γαμήλια τελετή και είχε βάλει τα γαμήλια στέφανα στο κεφάλι των δύο συζύγων.

O γηραιός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε', ο μέγας πολέμιος των εικόνων, δε φανταζόταν ποτέ, καθώς διάταζε όλες αυτές τις λαμπρές τελετές και έβαζε το διάδημα των Καισάρων πάνω στο κεφάλι της νέας γυναίκας, ότι αυτή η εύθραυστη βασίλισσα θα κατέστρεφε το έργο της ζωής του και θα έκανε τη δυναστεία του να χάσει το θρόνο.

Όπως η Αθηναΐς-Ευδοκία έτσι και η Ειρήνη καταγόταν από την Αθήνα. Όπως εκείνη, ήταν ορφανή, όταν συνθήκες που μας είναι άγνωστες, και στις οποίες ασφαλώς η ομορφιά της έπαιξε βασικό ρόλο, την έκαναν νύφη αυτοκράτορα. Αλλά η ομοιότητα ανάμεσα στις δύο ηγεμονίδες σταματάει εδώ. Η Αθήνα του 8ου αιώνα διέφερε παράξενα από εκείνη του 5ου αιώνα. Δεν ήταν πια η ειδωλολατρική κοι μορφωμένη πόλη, η πανεπιστημιούπολη, γεμάτη από τη δόξα των αρχαίων συγγραφέων και την ανάμνηση των διάσημων φιλοσόφων, που φύλαγε ευλαβικά στο σκοτάδι των ναών της τη θύμηση των απαγορευμένων θεών. Κατά τον αιώνα της Ειρήνης ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη, ήσυχη και αφοσιωμένη, όπου ο Παρθενώνας είχε γίνει εκκλησία, όπου η αγία Σοφία είχε διώξει την Παλλάδα Αθηνά από την Ακρόπολη, όπου οι άγιοι είχαν αντικαταστήσει τους θεούς Σ' ένα τέτοιο περιβάλλον η εκπαίδευση, και κυρίως η εκπαίδευση μιας γυναίκας δεν μπορούσε να είναι εκείνη που ήταν την εποχή της Αθηναΐδας Όπως οι περισσότερες σύγχρονές της, η Ειρήνη ήταν πιστή και ευσεβής, με μια ενθουσιώδη και φλογερή ευλάβεια που τη φλόγιζαν ακόμη περισσότερο τα γεγονότα της ταραγμένης εποχής όπου ζούσε.

Μια σοβαρή θρησκευτική διαμάχη συντάραζε εδώ και πάνω από σαράντα χρόνια τη βυζαντινή αυτοκρατορία. H μάχη που ονομάστηκε Εικονομαχία βρισκόταν στην κορύφωσή της. Δεν θα έπρεπε όμως η υπερβολικά θρησκευτική αυτή ονομασία να δημιουργήσει ψευδαισθήσεις σχετικά με τον πραγματι κό χαρακτήρα αυτής της φοβερής κρίσης Δεν επρόκειτο απλώς για ένα ζήτημα δόγματος ή λειτουργικού. οι εικονοκλάστες αυτοκράτορες, πιστοί όπως όλοι οι άνθρωποι της εποχής τους, έβαζαν στη μάχη φλογερές και ειλικρινείς θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ένας από τους σκοπούς που πρότεινε η μεταρρύθμισή τους ήταν η ανύψωση του ηθικού επιπέδου της θρησκείας με την απαλλαγή της από το είδος της αναγεννώμενης ειδωλολατρίας που ήταν κατά τη γνώμη τους η υπερβολική λατρεία των εικόνων της Παρθένου και των αγίων. Αλλά ένα άλλο σημείο τους ανησυχούσε περισσότερο: τους φόβιζε κυρίως η δύναμη που είχαν αποκτήσει στο Κράτος με τα πλούτη τους και την επιρροή τους, οι φυσικοί υπερασπιστές των εικόνων, οι μοναχοί. Στην πραγματικότητα ήδη από τον 8ο αιώνα - όσο παράξενο κι αν φαινόταν κάτι τέτοιο σε μια πολύ χριστιανική αυτοκρατορία όπως το Βυζάντιο - επρόκειτο για πάλη μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και των θρησκευτικών αδελφοτήτων.

O αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε', άνθρωπος με παθιασμένη ψυχή και ενεργητική θέληση, τις είχε πολεμήσει με ιδιαίτερη δριμύτητα. Κατ' εντολή του είχαν γίνει βίαιες εκτελέσεις, μερικές φορές αιματηρές. Τα μοναστήρια είχαν εκλαϊκευτεί, οι άνθρωποι της θρησκείας είχαν φυλακιστεί ή εξοριστεί. Η Κωνσταντινούπολη ήταν σχεδόν άδεια από μοναχούς. Και ολόκληρη η βυζαντινή κοινωνία, που είχε παρασυρθεί στη διαμάχη, μοιραζόταν σε δύο στρατόπεδα. Από τη μια πλευρά ήταν o επίσημος κόσμος, η επισκοπή της αυλής, οι κρατικοί λειτουργοί, οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις και τέλος ο στρατός, που ήταν απόλυτα αφοσιωμένος σ' ένα νικητή όπως o Κωνσταντίνος E'. Από την άλλη πλευρά υπήρχε o κατώτερος κλήρος, οι μεσαίες τάξεις, o λαός, οι γυναίκες των οποίων η μυστικιστική ευλάβεια, γοητευμένη από το μεγαλείο της λατρείας, ερωτευμένη με την πολυτέλεια των εκκλησιών, δεν μπορούσε να αποφασίσει να εγκαταλείψει τις θαυματουργές και τιμημένες εικόνες

Η Ειρήνη ήταν γυναίκα και επιπλέον καταγόταν από μια επαρχία πολύ προσκολλημένη στις εικόνες. Επομένως δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία για το προς τα πού έκλινε η συμπάθειά της.Όμως, τη στιγμή που έμπαινε στην αυτοκρατορική οικογένεια, η καταδίωξη βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Και στο πλευρό του φοβερού Κωνσταντίνου E', δεν θα ήταν καλό να δείχνει κανείς αντίθετα αισθήματα. Έτσι. η Ειρήνη έκρυψε προσεκτικά τις πεποιθήσεις της. Προχώρησε ακόμη περισσότερο: έδωσε, όταν της το ζήτησε ο πεθερός της, επίσημο όρκο να μη δεχτεί ποτέ τις εικόνες. Και εδώ βλέπουμε, ήδη από αυτή τη στιγμή, να εμφανίζεται σ' αυτή τη λίγο ταραγμένη ψυχή, κάτι από το πνεύμα της προσποίησης και της έλλειψης ηθικών δισταγμών που θα ξεσπούσε τόσο δυνατά αργότερα.

Εντούτοις, παρά τη φαινομενική υποταγή της, η ευλάβεια της νέας γυναίκας δεν ήταν καθόλου στείρα. Αυτό φάνηκε καθαρά το 775, όταν ο Κωνσταντίνος Ε' πέθανε και ο νέος αυτοκράτορας Λέων Δ', πιθανόν κάτω από την επιρροή της Ειρήνης, που ήταν πολύ μεγάλη στην αρχή της βασιλείας του, χαλάρωσε κάπως την αυστηρότητα. Η βασίλισσα ενήργησε αποφασιστικά. Πολλές γυναίκες φύλαγαν ευλαβικά τις απαγορευμένες εικόνες O θρύλος αφηγείται ότι μέσα απο ίδιο το παλάτι η Ανθούσα, μία κόρη του Κωνσταντίνου Ε', διατηρούσε χωρίς φόβο και δισταγμό την αφοσίωσή της στις απαγορευμένες εικόνες. Η Ειρήνη πίστεψε ότι θα μπορούσε να μιμηθεί την κουνιάδα της και να αποκαταστήσει μυστικά την απαγορευμένη λατρεία στην ηγεμονική κατοικία της. Η απόπειρα αυτή επρόκειτο να έχει πολύ τραγικές συνέπειες. Τον Απρίλιο του 780, πολλά πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος της αυτοκράτειρας συνελήφθησαν και βασανίστηκαν κατά διαταγή του Λέοντος Δ ' ως ύποπτοι για εικονόφιλα αισθήματα. Το όνομα της ίδιας της βασίλισσας ενεπλάκη στην υπόθεση. Διηγούνται ότι μία ημέρα, στο διαμέρισμά της, ο σύζυγός της ανακάλυψε, κρυμμένες κάτω από μαξιλάρια, δύο εικόνες αγίων. Βλέποντάς τις, ο Λέων Δ' κυριεύτηκε από βίαιο θυμό. Και μόλο που η Ειρήνη, πάντα έτοιμη για όρκους, ορκίστηκε ότι αγνοούσε ποιος τις είχε βάλει εκεί, η εύνοια που απολάμβανε από τον αυτοκράτορα δοκιμάστηκε σοβαρά. Είχε πέσει σε ημι-δυσμένεια όταν, ευτυχώς για κείνη, ο Λέων Δ' πέθανε ξαφνικά, τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, το 780. O κληρονόμος του θρόνου ήταν ένα παιδί ηλικίας δέκα ετών, ο Κωνσταντίνος ΣΤ'. Ως κηδεμόνας του γιου της και αντιβασίλισσα, η Ειρήνη ήταν αυτοκράτειρα.

Ελάχιστα ιστορικά πρόσωπα είναι δυσκολότερο να κριθούν από τη φημισμένη ηγεμονίδα που αποκατέστησε την ορθοδοξία στο Βυζάντιο. Ξέρουμε ότι ήταν ωραία. Όλα μας κάνουν να πιστεύουμε ότι ήταν αγνή και ότι όταν βρέθηκε πολύ νέα μέσα σε μια διεφθαρμένη και ολισθηρή αυλή, διατηρήθηκε πάντοτε άψογη. Ήταν, τέλος, ευσεβής. τι ξέρουμε όμως για την Ειρήνη, εκτός απ' αυτά; τι άξιζε το πνεύμα της; Πώς ήταν ο χαρακτήρας της; Ασφαλώς οι πράξεις της κυβέρνησής της μας δίνουν κάποιες ενδείξεις Όμως αυτές τις πράξεις της ήθελε η ίδια; Είχε προσωπικές ιδέες στο θρόνο ή ήταν ένα απλό όργανο στα χέρια επιτήδειων συμβούλων; Αυτά τα προβλήματα είναι δυσεπίλυτα και γίνονται ακόμη πιο σκοτεινά από το γεγονός ότι οι συγγραφείς της εποχής της εξάντλησαν όλες τις εκδηλώσεις ανεπιφύλακτου θαυμασμού γι' αυτή την ορθόδοξη πιστή.

Πολλοί λοιπόν, ακολουθώντας το παράδειγμά τους, ζωγράφισαν την Ειρήνη με τα πιο κολακευτικά σχόλια, και τέτοια παραδείγματα δεν λείπουν και στον αιώνα μας. Ένας διάσημος μυθιστοριογράφος, που διασκέδασε στα νιάτα του σκιτσάροντας το πορτραίτο της ευσεβέστατης αυτοκράτειρας, και που μόλις τώρα, σ' ένα γραφικό μυθιστόρημα, περιγράφει με λεπτομέρειες αυτή την παράξενη μορφή, μας την παρουσιάζει μυημένη στα μυστήρια της πλατωνικής φιλοσοφίας, στα απόκρυφα δόγματα του "κοσμοπολιτικού ερμητισμού", που γνώριζε "τις θεουργικές επικλήσεις που οδηγούν στην εξουσία” και χρησιμοποίησε αυτή την εξουσία μόλις την κατέκτησε για ένα μοναδικό σκοπό, το μεγαλείο του Βυζαντίου και την ανασύσταση της αρχαίας ρωμαϊκής ηγεμονίας. Και αν θέλει κανείς να έχει την εικόνα της όπως την ονειρεύτηκε ο Paul Adam, ας διαβάσει αυτή τη σελίδα: "Καθισμένη κάτω από τέντες στην άκρη του ακρωτηρίου που δεσπόζει πάνω απ' τα νερά του Βοσπόρου, περνούσε τα βράδια μπροστά στην αθάνατη ομορφιά του ουρανού της ανατολής βλέποντας την εικόνα της να καθρεφτίζεται πάνω στις μεταλλικές λεκάνες, λαμπερή σαν τη μητέρα του θεού μέσα στην πολυτέλεια των ρούχων της που καθρέφτιζαν τα λαμπερά αστέρια πε κάθε όψη των μοναδικών πετραδιών τους. Σκέψεις θριάμβου πάλλονταν μέσα της. Η μνήμη της ανακαλούσε τις μυστηριώδεις διδασκαλίες των σχολών. Η επιθυμία τηςνα κάνει έναν ολόκληρο λαό να πάλλεται στην πνοή του πνεύματός της της έκοβε την ανάσα”. Και η συμπάθεια του συγγραφέα γι' αυτή την ανώτερη γυναίκα είναι τέτοια ώστε ακόμη και το έγκλημά της βρίσκει μια δικαιολογία στα μάτια της και του φαίνεται σχεδόν νόμιμο. Αν εκθρόνισε τον γιο της και διέταξε να τον τυφλώσουν, λέει ο μυθιστοριογράφος, "αυτό έγινε γιατί προτιμούσε να θυσιάσει το άτομο για το καλό της φυλής. Το απόλυτο δίκαιο τη δικαίωνε...”

Φυσικά αυτές είναι φαντασίες ενός ποιητή. Όμως και σοβαροί ιστορικοί μας ζωγραφίζουν την Ειρήνη από μια όχι λιγότερο γοητευτική άποψη. Ο ένας εξυμνεί τα ταλέντα της, την ανώτερη ευφυΐα της, τη λεπτότητα του πνεύματός της, τη διορατικότητα των απόψεών της, τη σταθερότητα του χαρακτήρα της. Ένας άλλος βλέπει σ' αυτήν μια εντελώς αξιόλογη γυναίκα που έδωσε στο Βυζάντιο "την καλύτερη και την πιο επανορθωτική διακυβέρνηση που είδε ποτέ η βυζαντινή αυτοκρατορία". Και προσθέτει: "Ηταν μια γυναίκα γεννημένη πραγματικά για το θρόνο, με ανδρική εξυπνάδα, θαυμαστά προικισμένη με όλες τις αρετές των μεγάλων ηγεμόνων, ήξερε να μιλάει στο λαό και να γίνεται αγαπητή, διακρινόταν στην εκλογή των συμβούλων της, ήταν προικισμέ νη με μεγάλο θάρρος και αξιοθαύμαστη ψυχραιμία".


Ομολογώ ότι για μένα η Ειρήνη είναι πολύ λιγότερο γοητευτική. Πολύ φιλόδοξη - οι θαυμαστέςτης παρατηρούν σ' αυτήν σαν κυρίαρχο χαρακτηριστικό την αγάπη για την εξουσία (το φίλαρχον) - κατευθυνόταν σ' όλη τη ζωή της από ένα κυρίαρχο πάθος, την επιθυμία να βασιλεύσει. Ήταν νέα και ωραία. Δεν απέκτησε εραστή, από φόβο μήπως αποκτήσει αφέντη. Ήταν μητέρα: η φιλοδοξία έπνιξε μέσα της ακόμη το μητρικό αίσθημα. Για να φτάσει στο στόχο της δεν είχε κανένα δισταγμό. Όλα τα μέσα ήταν κατάλληλα: η προσποίηση και η δολοπλοκία, η σκληρότητα και η απιστία. Όλες οι δυνάμεις του πνεύματός της, όλες οι δυνάμεις της υπερηφάνειας της έτειναν προς το μοναδικό αυτό στόχο, το θρόνο. Και έτσι ήταν όλη η ζωή της. Ακόμα και η ευλάβειά της, που ήταν πραγματική και βαθιά, αύξησε και βοήθησε τη φιλοδοξία της: ήταν μια ευλάβεια στενόμυαλη, γεμάτη δεισιδαιμονία, με την οποία έπεισε τον εαυτό της ότι ήταν το όργανο των σχεδίων του θεού, ότι είχε ένα έργο να επιτελέσει σ' αυτό τον κόομο, το καθήκον να την υπερασπιστεί και να μην αφήσει τους άλλους να την καταστρέψουν. Έτσι συμβίβασε με τον καλύτερο τρόπο τις συμβουλές της θρησκείας της με τις υποδείξεις του συμφέροντός της και της αγάπης της για την εξουσία. Και επειδή ήταν πάντοτε πεπεισμένη για το δίκιο της και σίγουρη για το καθήκον της, βάδισε ειλικρινά προς το σκοπό της, χωρίς να διστάσει μπροστά σε κανένα εμπόδιο, χωρίς ν' αφήσει καμιά δυσκολία να τη βγάλει απ' το δρόμο της. Περήφανη και γεμάτη πάθος, ήταν βίαιη, σκληρή. Πεισματάρα, ακολουθούσε τα σχέδιά της με ακούραστη και θαυμαστή επιμονή. Κρυψίνους και έξυπνη, χρησιμοποίησε για την εξυπηρέτηση των σκοπών της μια ασυνήθιστη γονιμότητα μέσων, μια ασύγκριτη τέχνη στην εξύφανση δολοπλοκιών. Και ασφαλώς υπάρχει κάποιο μεγαλείο σ' αυτό το κυνήγι της υπέρτατης εξουσίας που απορροφά μια ψυχή και την κυριεύει ολόκληρη, σ' αυτή την πραγματική ψυχολογική παραμόρφωση, που καταργεί όλα τα αισθήματα για ν' αφήσει μόνο τη φιλοδοξία να ζήσει.

Προσθέτω ότι η Ειρήνη κράτησε με μεγάλη επιτυχία τον εξωτερικό ρόλο μιας μεγάλης φιλόδοξης. Είχε μεγαλείο, την αίσθηση της παράστασης, την αγάπη για την πολυτέλεια και τα μεγάλα κτίρια. Από αυτή την άποψη ήταν γυναίκα. Οι φίλοι της βεβαιώνουν επίσης ότι κυβέρνησε καλά, ότι ο λαός την αγάπησε και λυπήθηκε για την πτώση της, ότι η βασιλεία της ήταν μια περίοδος άκρατης ευημερίας θα δούμε αργότερα τι πρέπει να σκέφτεται κανείς γι' αυτούς τους επαίνους Πάντως δεν θα μπορούσα να αναγνωρίσω στην αυτοκράτειρα αυτή την ανώτερη ευφυΐα, αυτό το δυναμικό πνεύμα, το ανδρικό θάρρος, την ψυχική δύναμη στις ατυχίες, που της αποδίδουν οι οπαδοί της. Ένα πράγμα με κάνει να αμφιβάλλω για την ευρύτητα του πολιτικού της πνεύματος και τη διαύγεια των απόψεών της: πάντοτε βιαζόταν πολύ να χαρεί για την επιτυχία της και πολλές φορές προσέκρουσε σε εμπόδια που θα έπρεπε να τα είχε προβλέψει. Ήταν έξυπνη και δυνατή στις δολοπλοκίες, αλλά στις ενέργειές της βρίσκω κυρίως μικρές "καπατσοσύνες", τεχνάσματα πονηρήςγυναίκας που πέτυχαν ασφαλώς μερικές φορές αλλά που δεν αποδεικνύουν Τίποτα για την ανωτερότητα της ευφυΐας της. Παραδέχομαι ότι είχε πείσμα, επιμονή στο να ξαναγυρίζει σ' ένα εμπόδιο ώσπου να το τσακίσει. Δεν μου φαίνεται όμως, παρά την υψηλοφροσύνη (το κραταιόφρον) το ανδρικό πνεύμα (το αρρενωπόν φρόνημα) που της αποδίδουν, ούτε πραγματικά ενεργητική ούτε πραγματικά θαρραλέα.

Το 797, τη στιγμή που έκανε το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον γιο της, έχασε την ψυχραιμία της την αποφασιστική στιγμή. Φοβήθηκε, σκέφτηκε να ταπεινωθεί, πίστεψε ότι είχε χάσει την υπόθεση και σκέφτηκε να εγκαταλείψει τα πάντα. Το 802, όταν οι συνωμότες ετοίμασαν την πτώση της, αφέθηκε να εκθρονιστεί χωρίς να προσπαθήσει καν να αντισταθεί. Αδύνατη στην ήττα της, ήταν αντίθετα ανελέητη στη νίκη της. Και νομίζω ότι η μεταχείριση που επεφύλαξε στο γιο της δεν μας αφήνει περιθώρια να μιλάμε για την καρδιά της. Ασφαλώς έκανε μεγάλα πράγματα στα περίπου είκοσι χρόνια της βασιλείας της. Τόλμησε μια πολιτική και θρησκευτική επανάσταση τεράστιας σημασίας. Η ίδια όμως δεν ήταν μεγάλη ούτε στο πνεύμα ούτε στη θέληση.

Ό,τι όμως κι αν ήταν η Ειρήνη, η εποχή στην oποία έζησε παραμένει παράξενα ενδιαφέρουσα και δραματική. Όπως έχει ειπωθεί σωστά, "σ' αυτή τη βυζαντινή ιστορία που μας έκανε να παρακολουθήσουμε τόσο απίστευτα γεγονότα, η βασιλεία της Ειρήνης είναι ίσως ένα από τα πιο εκπληκτικά".

Τη στιγμή που ο θάνατος του ΛέοντοςΔ' έδινε στην Ειρήνη την υπέρτατη εξουσία, πολλές αντίπαλες φιλοδοξίες κινούνταν γύρω από τη νεαρή αυτοκράτειρα. Στην αυλή, αναγνώρισε την υπόκωφη εχθρότητα των κουνιάδων της, των πέντε γιων του Κωνσταντίνου Ε', δημοφιλών και φιλόδοξων πριγκίπων που είχε κάθε λόγο να τους φοβάται. Μάταια ο πατέρας τους, πριν πεθάνει, τους είχε βάλει να ορκιστούν ότι δεν θα συνωμοτήσουν ποτέ κατά του νόμιμου ηγεμόνα. Αμέσως μετά την άνοδο στο θρόνο του Λέοντος του Δ' είχαν σπεύσει να παραβούν τους όρκους τους. Και αν και μετά απ' αυτή την προδοσία, o μεγαλύτερος απ' αυτούς, o Καίσαρ Νικηφόρος, καθαιρέθηκε από το αξίωμά του και εξορίστηκε στη μακρινή Χερσώνα, πολλοί οπαδοί επέμεναν να δουλεύουν για λογαριασμό τους. Από την άλλη πλευρά, όλες οι ανώτερες κυβερνητικές θέσεις είχαν καταληφθεί από ένθερμους εικονοκλάστες O κύριος των γραφείων, διευθυντής της καγκελαρίας ο δομέστικος των σχολών, ανώτατος διοικητής του στρατού, ήταν παλιοί και πιστοί υπηρέτες του πεθαμένου βασιλέα Κωνσταντίνου Ε'. Η σύγκλητος οι ανώτεροι αξιωματούχοι της επαρχιακής διοίκησης, δεν ήταν λιγότερο αφοσιωμένοι στην πολιτική της προηγούμενης βασιλείας. Τέλος, η Εκκλησία, που διοικούταν από τον πατριάρχη Παύλο, ήταν γεμάτη από εχθρούς των εικόνων. Με τέτοιου είδους ανθρώπους, η Ειρήνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα κι εκείνοι υποπτεύονταν με το δίκιο τους τα αισθήματα της βασίλισσας και φοβούνταν μελλοντικές απόπειρες αντίδρασης από την πλευρά της. Για να υλοποιήσει τα σχέδια της ευλάβειάςτης, για να ικανοποιήσει τα όνειρα της φιλοδοξίας της, η αυτοκράτειρα χρειάστηκε να βρει άλλους βοηθούς και υποστηρικτές.

Εδώ φάνηκε η ικανότητά της στο να ετοιμάσει το δρόμο της. Από τους αντιπάλους της άλλους συνέτριψε ανελέητα με τη δύναμη και άλλους απομάκρυνε αθόρυβο από τις θέσεις όπου ενοχλούσαν. Μία συνωμοσία είχε καταστρωθεί για να ανεβάσει στο θρόνο τους Καίσαρες. Την εκμεταλλεύθηκε για να επαναφέρει τους κουνιάδους της στην τάξη και για να μην αγνοεί κανείς την ανεπανόρθωτη πτώση τους, τους υποχρέωσε, στις γιορτές των Χριστουγέννων του έτους 780, να λάβουν μέρος στην Αγία Σοφία, μπροστά σ' ολόκληρο το λαό της πρωτεύουσας στις επίσημες τελετές που σημάδευαν εκείνη την άγια ημέρα. Ταυτόχρονα, άλλαξε σιγά-σιγά το προσωπικό του παλατιού. Εξασφάλισε τιμές για την οικογένειά της και αποκατέστησε τον αδελφό της, τον ανιψιό της, την εξαδέλφη της και άλλους συγγενείς. Εξευτέλισε τους παλιούς στρατηγούς του Κωνσταντίνου E' και ιδίως τον φοβερό Μιχαήλ Λαχανοδράκοντα, στρατηγό των θρακησίων, που είχε γίνει διάσημος για το άγριο μίσος που έτρεφε κατά των μοναχών και για την εύθυμη αγριότητα με την οποία τους επέβαλλε το γάμο. Στη θέση τους εγκατέστησε στις μεγάλες διοικήσεις δικούς της ανθρώπους, κυρίως ευνούχους του οίκου της και του στενού της περιβάλλοντος τους μεταβίβασε αθόρυβα όλα τα μεγάλα αξιώματα των ανακτόρων και της διοίκησης. Ανάμεσά τους επέλεξε τελικά τον πρωθυπουργό της, τον Σταυράκιο.

Αυτός ο άνθρωπος, μεγάλος ευνοούμενος της βασίλισσας, έγινε χάρη στην εύνοιά της πατρίκιος και λογοθέτης του δρόμου. Πολύ γρήγορα έγινε ο αναμφισβήτητος και παντοδύναμος κύριος του Ιερού Παλατιού. Διπλωμάτης, ήταν αυτός που διαπραγματεύθηκε την ειρήνη με τους Άραβες. Ως στρατηγός, κατέστειλε την εξέγερση των Σλάβων και, για να ανυψώσει ακόμη περισσότερο το γόητρό του, η Ειρήνη τον τίμησε με επίσημο θρίαμβο στον Ιππόδρομο. Μάταια ο στρατός δυσαρεστημένος από ένα τέτοιο αρχηγό, δεν έκρυβε καθόλου το μίσος του γι' αυτό τον τυχάρπαστο. Εκείνος, σίγουρος για την εύνοιά της, αύξανε συνεχώς την αλαζονεία και την αναίδειά του. Πράγματι, επί είκοσι χρόνια, ακολουθώντας πιστά την τύχη της Ειρήνης, έπεφτε μαζί της και ξανανέβαινε μαζί της στην εξουσία. Και ίσως αυτός ο ενεργητικός, δραστήριος, φιλόδοξος άνθρωπος, του οποίου την αξία δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε, ήταν συχνά η διάνοια που ενέπνεε τα σχέδια της ηγεμονίδας. Βλέπουμε όμως επίσης ποια ιδιάζουσα τροπή και ποια εικόνα κλίκας έδωσε από την αρχή στη διακυβέρνηση της Ειρήνης αυτή η επέμβαση των ευνούχων σε όλα τα ζητήματα της μοναρχίας.

Ενώ άλλαξε το προσωπικό της κυβέρνησης, η Ειρήνη μετέβαλλε ταυτόχρονα τη γενική πολιτική της αυτοκρατορίας. Έβαλε τέλος στον πόλεμο στην Ανατολή, αναζητούσε στη Δύση ένα τρόπο προσέγγισης με την παποσύνη και συνήπτε συμφωνία με τον Καρλομάγνο. Και πάνω απ' όλα έδειχνε μια άγνωστη εδώ και πολλά χρόνια ανεκτικότητα στα θρησκευτικά ζητήματα. "Οι ευσεβείς, λέει ένας χρονογράφος της εποχής, ξανάρχισαν να μιλάνε ελεύθερα, o λόγος του θεού να διαδίδεται χωρίς εμπόδια. Όσοι αναζητούσαν την αιώνια σωτηρία μπορούσαν χωρίς δυσκολία να αποσυρθούν από τα εγκόσμια και τιμούσαν για μια ακόμη φορά τη δόξα του θεού. Τα μοναστήρια γνώρισαν νέα άνθηση και το καλό απλώθηκε παντού". Οι μοναχοί έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους στην Κωνσταντινούπολη. Όσοι ήθελαν να γίνουν μοναχοί έβρισκαν ξανά τις πόρτες των μοναστηριών ανοιχτές Η αυτοκράτειρα προσπαθούσε με πείσμα να επανορθώσει τις ιεροσυλίες του προηγούμενου καθεστώτος. Πήγαινε με μεγάλη πομπή να επιστρέψει στην Αγία Σοφία το πολύτιμο στέμμα που είχε αφαιρέσει κάποτε ο Λέων Δ ' από τη βασιλική. Ξανάβαζε επίσημα μέσα στο βωμό τους τα λείψανα της αγίας Ευφημίας, που είχαν πεταχτεί στη θάλασσα κατά διαταγή του Κωνσταντίνου Ε' και είχαν ξαναβρεθεί με θαυμαστό τρόπο. Και το κόμμα των πιστών, ενθουσιασμένο από αυτές τις εκδηλώσεις, χαιρέτιζε σαν ανέλπιστο θαύμα την άνοδο στο θρόνο της ευσεβούς ηγεμονίδας και ευχαριστούσε το θεό που "με το χέρι μιας χήρας κι ενός ορφανού θα ανέτρεπε την ασέβεια και θα έβαζε τέλος στη δουλεία της Εκκλησίας".


Charles Diel - Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Για τη συνέχεια πατήστε ΕΔΩ