Υπόθεση 14χρονης μαθήτριας
Περί τις αρχές Αυγούστου του 1992 0 Κατσούλας και o Δημητροκάλης συναποφάσισαν να κάνουν πραγματικότητα αυτά που διάβαζαν στα σατανικά βιβλία, αυτά που έφτιαχναν στις τελετές μαύρης μαγείας κι αυτά ποΙ) πρέσβευαν. Στη Μαργέτη είχαν εκμυστηρευτεί όσα επρόκειτο να πραγματοποιήσουν, και συγκεκριμένα την ανθρωποθυσία μιας γυναίκας. Αποφάσισαν, λοιπόν. να θυσιάσουν μια κοπέλα όμορφη και νεαρή στον «Άρχοντα του Σκότους», και έψαχναν το υποψήφιο θύμα ανάμεσα στις παρέες που έκαναν - και τελικά το βρήκαν.
Ήταν 5:00 το απόγευμα της 27ης Αυγούστου 1992. Δύο αδελφές είχαν γνωρίσει τις προηγούμενες μέρες στον Κατσούλα μια μαθήτρια. τη Θεοδώρα (Δώρα) Συροπούλου, με την οποία είχαν ήδη συναντηθεί τρεις τέσσερις φορές. Κατσούλας και Δώρα είχαν κλείσει ραντεβού να βρεθούν την παραπάνω ώρα, έξω από το φροντιστήριο αγγλικών όπου πήγαινε η κοπέλα, στην οδό Μιχαλακοπούλου στους Αμπελοκήπους. Ο Κατσούλας με το αυτοκίνητό του, στο οποίο επέβαιναν o υπαρχηγός του και η Μαργέτη. στις 4:55 βρίσκονταν έξω από το φροντιστήριο. Μόλις βγήκε ανυποψίαστη η Δώρα, την πήραν και τράβηξαν προς τον Λυκαβηττό, όπου κάθισαν σε ένα παγκάκι στο θέατρο κι εκεί συζήτησαν για το πώς θα μυούσαν τη 14χρονη μαθήτρια στον σατανισμό. Η Δώρα δέχθηκε να μυηθεί, ενώ o Κατσούλας της έλεγε μέχρι να την πείσει ότι η τελετή δεν επρόκειτο να διαρκέσει πολύ.
Από τον Λυκαβηττό έφυγαν και οι τέσσερις μαζί για να πάνε στο σπίτι του Κατσούλα, όπου όμως διαπίστωσαν πως βρίσκονταν οι γονείς του. Έτσι, αποφάσισαν να μεταβούν στην περιοχή Σέσι για να πραγματοποιήσουν την τελετή. Πραγματικά πήγαν στο Σέσι Κορωπίου και, περνώντας από έναν χωματόδρομο, έφτασαν στο προκαθορισμένο σημείο, όπου σταμάτησαν το αυτοκίνητο. Σε απόσταση περίπου 30 μέτρων πιο πάνω, ανάμεσα σε βράχους, βάτα και θάμνους, είχαν διασκευασμένο χώρο όπου πραγματοποιούσαν τις τελετές και τις δεήσεις στον Εωσφόρο. Εκεί υπήρχε ένα παλιό θρανίο, ένα μαύρο πανί κρεμασμένο σε θάμνο και άλλα αντικείμενα. Είπαν στη Δώρα: «Εδώ θα σε μυήσουμε στη Λευκή Μαγεία».
Στην πραγματικότητα, σκοπός τους δεν ήταν να τη μυήσουν αλλά να τη θυσιάσουν στον Σατανά. Για τον σκοπό αυτό είχαν κάνει όλη την προετοιμασία που απαιτούσε η τελετή της ανθρωποθυσίας. είχαν δηλαδή πάρει μαζί τους πεντάλφα, μαύρα κεριά, βιβλία σατανισμού, χειροπέδες, ένα μπιτόνι γεμάτο βενζίνη από βενζινάδικο στη Μεσογείων και άλλα σύνεργα. Τη Μαργέτη την είχαν αφήσει να περιμένει μέσα στο αυτοκίνητο. το οποίο είχαν παρκάρει πιο κάτω.
Στον χώρο των τελετών o Κατσούλας με τον Δημητροκάλη είπαν στην άτυχη μαθήτρια να βγάλει όλα τα ρούχα της. Επίσης της αφαίρεσαν τα κοσμήματα που φορούσε και στη συνέχεια της έδεσαν τα χέρια πίσω με χειροπέδες. Όταν η κοπέλα τούς ρώτησε « τι κάνετε, ρε παιδιά;», της απάντησαν ότι επρόκειτο για διαδικασίες που απαιτούνταν για να πετύχει η μύηση. Σύμφωνα με τα όσα είχαν πει στις προανακριτικές τους καταθέσεις, η κοπέλα κατάλαβε τι πήγαιναν να κάνουν και άρχισε να αντιδρά και να διαμαρτύρεται. Τότε τη χτύπησαν με ένα ξύλο στο κεφάλι για να την αναισθητοποιήσουν, της έκλεισαν τη μύτη και το στόμα, και, τέλος, τη στραγγάλισαν με τα χέρια τους.
Όταν πλέον βεβαιώθηκαν ότι ήταν νεκρή. ο Κατσούλας ασέλγησε στο σώμα της και στη συνέχεια πήραν το μπιτόνι με τη βενζίνη, περιέλουσαν το πτώμα της κι έβαλαν φωτιά για να το κάψουν και να το εξαφανίσουν. Η φωτιά πήρε σιγά σιγά μεγάλες διαστάσεις και επεκτάθηκε στη γύρω πευκόφυτη και δασική περιοχή, με αποτέλεσμα να χρειαστεί η επέμβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων. περίπου δύο μέρες αργότερα. για να σβήσει, αφού μετέβαλε σε στάχτη 3.860 στρέμματα πευκοδάσους και θαμνώδους έκτασης.
Όταν στο τέλος του χρόνου αποκαλύφθηκε η φρικιαστική υπόθεση. o Κατσούλας και o Δημητροκάλης οδήγησαν τους αστυνομικούς της Ασφάλειας στο σημείο όπου είχαν θυσιάσει στον Βεελζεβούλ την άτυχη κοπέλα - εκεί είχα πάει κι εγώ με το συνεργείο μου για να καταγράψω σκηνές από τον τόπο των τελετών. Θυμάμαι ότι στο σημείο είχε βρεθεί μόνο ένα ανθρώπινο κρανίο σκεπασμένο με κλαδιά που όπως διαπιστώθηκε αργότερα στα ιατροδιχαστικά εργαστήρια, ανήκε στην άτυχη Συροπούλου, καθώς και υπολείμματα από καμένα ρούχα, που ανήκαν κι αυτά στην αδικοχαμένη μαθήτρια.
Κατσούλας στον ανακριτή για Συροπούλου
Να δούμε τώρα πώς περιέγραψε την ανθρωποθυσία της 14χρονης Συροπούλου ο Μάκης Κατσούλας κατά την απολογία του στον ανακριτή Ευθύμιο Καταλιακό. Θα διαπιστώσετε κι εσείς ότι θέλησε με κάθε τρόπο να αποσείσει τις ευθύνες του, ήταν φειδωλός και πολύ λιτός στα όσα είπε. Σημειώνω εδώ ότι λόγω έλλειψης χώρου παραθέτω μόνο αποσπάσματα.
«Τη Συροπούλου είχαμε σκοπό στην αρχή να τη μυήσουμε, και ήμασταν εγώ, η Δήμητρα και ο Μάνος. Φτάσαμε στο σημείο της μύησης στη θέση Σέσι στο Κορωπί, πήραμε όλα τα πράγματα από το αυτοκίνητο και ανεβήκαμε επάνω. Όταν πήγαμε να πάρουμε τη Συροπούλου, o Δημητροκάλης είχε σε μια σακούλα ένα μπετόνι, το μπετόνι αυτό το γέμισε με βενζίνη σε ένα βενζινάδικο στη Μεσογείων. Όταν φτάσαμε στη θέση Σέσι, αρχικά ανεβήκαμε όλοι επάνω, o Μάνος o Δημητροκάλης ήθελε να κάνει εκείνος τη μύηση, για να πάρει δύναμη, όπως έλεγε. Εμείς με τη Δήμητρα τον βοηθήσαμε να στήσει τα πράγματα, τα κεριά, δηλαδή, το μαύρο πανί. και έπειτα κατεβήκαμε κάτω, μέσα στο αυτοκίνητο, ανοίξαμε τα παράθυρα και μας είπε ότι όταν ακούσουμε το κτύπημα ότι λιποθύμησε, όπως έλεγαν τα βιβλία ότι έπρεπε να γίνει η μύηση σε εξωτερικό χώρο [...] μετά από κάνα δύο λεπτά ακούω ένα ξερό κτύπημα και ακούω τη Δώρα να κλαίει και τον Μάνο να φωνάζει το όνομά μου. Τρέχω επάνω αμέσως και μου λέει "δεν έγινε τίποτε, δεν λιποθύμησε”. Η Δώρα με ρώτησε γιατί έγινε αυτό και της είπα ότι έπρεπε να είναι λιπόθυμη για να γίνει η μύηση. Την έβαλε μετά να ξαπλώσει και μου είπε να πάω κάτω γιατί η μύηση ήταν δικιά του. Ούτε ασέλγησα στη Δώρα, ούτε την άγγιξα, κατέβηκα κάτω στο αυτοκίνητο και περιμέναμε με τη Δήμητρα. Δεν ξέρω πόση ώρα περίπου πέρασε, και μετά είδαμε μια μεγάλη φωτιά απότομα, χωρίς να μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τι είχε γίνει, βγήκαμε έξω από το αυτοκίνητο με τη Δήμητρα και αρχίσαμε να φωνάζουμε τον Μάνο. O Μάνος μετά από πέντε λεπτά περίπου κατέβηκε τρέχοντας και, ρωτώντας εγώ πού είναι η Δώρα, μου είπε "πάμε να φύγουμε και θα σ' τα πω όλα στον δρόμο”, γιατί η φωτιά ξεδιπλωνότανε. Ήταν λαχανιασμένος, γεμάτος αγκάθια, χαμογελούσε o Δημητροκάλης και μας είπε να λέμε ότι "σίγουρα αυτό δεν το είχε κάνει κανένας”, ότι δηλαδή σκότωσε τη Συροπούλου. Για την πράξη του αυτή ο Δημητροκάλης ένιωθε περήφανα, υπεροπτικά, και είπε ότι χρωστάει χρέος στους αρχαίους να το ξανακάνει, γιατί αλλιώς κινδυνεύαμε όλοι από τους αρχαίους».
Και ενώ o Κατσούλας στον ανακριτή ήταν περιληπτικός, ο υπαρχηγός του, o Μάνος Δημητροκάλης, ήταν πιο αναλυτικός και έδωσε πολλές λεπτομέρειες. Δεν είναι δυνατόν να παραθέσω εδώ και την απολογία Δημητροκάλη, λόγω έλλειψης χώρου.
Ανθρωποθυσία Γαρυφαλλιάς Γιούργα
H δεύτερη ανθρωποθυσία έγινε τη Μεγάλη Τετάρτη, 14 Απριλίου 1993, και θύμα ήταν η Γαρυφαλλιά Γιούργα, την οποία οι σατανιστές δεν γνώριζαν αλλά η τύχη της ήταν να βρεθεί στον δρόμο τους. Είναι αυτό που έλεγα και λέω πάντα: Να μην το έχει ποτέ η μοίρα σου να τύχεις στο διάβα κάποιων ανθρώπων.
Ήταν απόγευμα και o Κατσούλας με τον Δημητροκάλη είχαν ήδη ενημερώσει τη Μαργέτη λέγοντάς της: «Απόψε πρέπει να κάνουμε ανθρωποθυσία. Βγαίνουμε τσάρκα κι όποια γυναίκα συναντήσουμε θα τη θυσιάσουμε στον αρχαίο, τον μεγάλο». Με το αυτοκίνητο του Κατσούλα βγήκαν σαν χάροι παγανιά για το υποψήφιο θύμα τους και, κινούμενοι μεταξύ Παλλήνης και Αγίας Παρασκευής, έψαχναν να βρουν κάποια γυναίκα μόνη της.
Ώρα 10:30 με 11:00 το βράδυ, στη στάση λεωφορείων που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Μαραθώνος στον Σταυρό Αγίας Παρασκευής, στο σημείο όπου απολήγει η γέφυρα στο ρεύμα προς Παλλήνη, εντόπισαν, πράγματι, μια γυναίκα μόνη της, όπως επιδίωκαν - ήταν η άτυχη Γιούργα. Είχε σχολάσει από τη δουλειά της στο ξενοδοχείο « Μεγάλη Βρετανία» και επέστρεφε στο σπίτι της, όπου την περίμεναν o σύζυγός της και τα δύο παιδάκια τους. Μαζί της μετέφερε, συσκευασμένο σε σακούλες με την επωνυμία του εν λόγω ξενοδοχείου, μισό αρνί που της είχε δοθεί ως πασχαλινό δώρο από τη διεύθυνση του ξενοδοχείου.
Οι δυο τους έθεσαν αμέσως σε εφαρμογή το σχέδιο που είχαν καταστρώσει, δηλαδή να εμφανισθούν ως αστυνομικοί και να ζητήσουν από τη γυναίκα τα στοιχεία της, επιδεικνύοντας ψεύτικη υπηρεσιακή ταυτότητα κι ένα αεροβόλο πιστόλι που είχαν προμηθευτεί από φίλο τους, μυημένο επίσης στον σατανισμό. Πράγματι, την πλησίασαν λέγοντας ότι ήταν αστυνομικοί που ερευνούσαν υπόθεση ναρκωτικών, και της ζήτησαν να μπει στο αυτοκίνητο (του Κατσούλα) για να πάνε στο αστυνομικό τμήμα. Την πήραν με το αυτοκίνητο και μετέβησαν στην περιοχή του παλιού εργοστασίου «Καμπά» στην Κάντζα, όπου και σταμάτησαν. Με το πρόσχημα ότι ήθελαν να της κάνουν σωματική έρευνα, την ξεγύμνωσαν και στη συνέχεια άρχισαν να τη θωπεύουν και να ψάχνουν τα προσωπικά της αντικείμενα.
Στη συνέχεια προχώρησαν στην επόμενη φάση του σχεδίου τους. Της πέρασαν χειροπέδες και τη μετέφεραν γυμνή με το αυτοκίνητο του Κατσούλα προς την περιοχή των Γλυκών Νερών, όπου σταμάτησαν και πάλι. Εκεί της έβγαλαν τις χειροπέδες και της επέτρεψαν να φορέσει τα ρούχα της. Στη συνέχεια τη μετέφεραν στη θέση Σέσι Κορωπίου και σταμάτησαν σε ένα αδιέξοδο δρομάκι. κοντά στο σημείο όπου είχαν σκοτώσει και κάψει τη 14χρονη μαθήτρια Συροπούλου. Της έβγαλαν εκ νέου τα ρούχα και τα χρυσαφικά της, της φόρεσαν χειροπέδες και o Κατσούλας φέρεται ότι τη βίασε.
Στη συνέχεια, μέσα στο αυτοκίνητο προσπάθησαν να την πνίξουν με ένα μπλουζάκι του Κατσούλα. αποφράσσοντας τις αεροφόρους οδούς (μύτη και στόμα). Μισολιπόθυμη την έσυραν έξω από το αυτοκίνητο, και τότε ο Κατσούλας με μια μεγάλη πέτρα της συνέθλιψε το κεφάλι. Εγκατέλειψαν εκεί το πτώμα, πήραν τα ρούχα και τα χρυσαφικά της Γιούργα, καθώς και τη σακούλα με το μισό αρνί και το πορτοφόλι της, που είχε μέσα περίπου 6.000 δρχ., και έφυγαν. Κατέληξαν στο σπίτι του Δημητροκάλη, όπου έκαψαν τα ρούχα και τα παπούτσια του θύματος, ενώ εξαφάνισαν το πιστόλι και τα άλλα αντικείμενα. Έξω από το Κορωπί είχαν πετάξει το αρνί της Γιούργα, κρατώντας φυσικά τα χρήματα.
Στο μεταξύ, οι συγγενείς της άτυχης γυναίκας άδικα την περίμεναν στο σπίτι. Όταν είδαν ότι είχε περάσει η ώρα και από τη δουλειά της είπαν ότι είχε φύγει κανονικά, άρχισαν τις έρευνες παντού και φυσικά κατέφυγαν στην αστυνομία, καταγγέλλοντας την εξαφάνισή της. Οι έρευνες όμως δεν έφεραν άμεσο αποτέλεσμα - τελικά το πτώμα της άτυχης Γιούργα βρέθηκε τρεις μέρες αργότερα. το Μεγάλο Σάββατο, 19 Απριλίου.
Κατσούλας στον ανακριτή για Γιούργα
Ο Μάκης Κατσούλας στην απολογία του στον ανακριτή ήταν ιδιαίτερα φειδωλός, όπως και για τη δολοφονία της Συροπούλου, επιρρίπτοντας τις ευθύνες στον υπαρχηγό του, τον Δημητροκάλη. Να τι είπε στον ανακριτή Ευθύμιο Καταλιακό κατά την απολογία του:
«Δέχομαι ότι συνήργησα στον θάνατο της Γιούργα, δεν ήμουνα όμως εγώ αυτός που τη σκότωσε αλλά βοήθησα κρατώντας τα πόδια της. Την έπνιξε o Δημητροκάλης. Είχε πέσει επάνω της και της έσφιγγε τον λαιμό και, όταν είδε ότι σταμάτησε να αντιδρά, έπιασε τον σφυγμό της και έβαλε το κεφάλι του στο στήθος της για να δει αν αναπνέει. Όταν είδε ότι δεν ανέπνεε, τη βγάλαμε από το αυτοκίνητο. πρότεινε να πάρω εγώ μια πέτρα και να τη ρίξω στο κεφάλι της για να παραμορφωθούν τοι χαρακτηριστικά της, του είπα γιατί δεν το κάνει αυτός και μου είπε ότι δεν το κάνει γιατί φοράει άσπρο παντελόνι και φοβάται μήπως λερωθεί. Έπειτα πήρα εγώ την πέτρα και της την έριξα στο κεφάλι και φύγαμε. Όταν τη βγάλαμε από το αυτοκίνητο, ήταν νεκρή. Πήραμε τα πράγματά της, το πορτοφόλι της, κοσμήματα και λοιπά, για να μην αφεθούν ίχνη επάνω της».
Δημητροκάλης στον ανακριτή για Γιούργα
Από την πλευρά του o Μάνος Δημητροκάλης δεν θέλησε να κρύψει τίποτα. Ήταν αναλυτικός και έδωσε όλες τις λεπτομέρειες, που σίγουρα είναι ανατριχιαστικές. Να πώς περιέγραψε. μεταξύ των άλλων, στην απολογία του στον ανακριτή την ανθρωποθυσία της Γαρυφαλλιάς Γιούργα:
« Μια εβδομάδα πριν την Μεγάλη Εβδομάδα του 1993, μου είπε o Κατσούλας ότι έχουμε διορία μέχρι την Κυριακή του Πάσχα να κάνουμε μια θυσία γιατί o Σατανάς πίστευε ότι είχα εγώ ευθύνη επειδή αποτύχαμε τις άλλες φορές και ότι ο Σατανάς δεν θα μου τη χαρίσει αυτή τη φορά. Μου είπε ότι θα ήταν διπλή χαρά για τον Σατανά γιατί θα ήταν τις μέρες των παθών του Κυρίου, και μου λέει ότι δεν έχουμε καμία εκλογή, όποια βρούμε στον δρόμο μας. Θα πούμε ότι είμαστε αστυνομικοί για να μπει μέσα στο αυτοκίνητο και άμα μπει μέσα στο αμάξι, μου είπε "τα υπόλοιπα άσ' τα σε μένα”. Εκείνο το διάστημα o Κατσούλας δεν συμπαθούσε τον Μπάμπη, μου είχε πει να μην του πω τίποτα γιατί δεν τον εμπιστευότανε και φοβότανε ότι θα πήγαινε να το πει στην αστυνομία. Κάποιες μέρες πριν, είχε πει σε μένα να βρω χρήματα για να πάμε να αγοράσουμε ένα αεροβόλο περίστροφο για να γίνουμε πιο πειστικοί έτσι, ότι όντως είμαστε αστυνομικοί, και τότε εγώ είχα κάποια χρήματα και του τα 'χα δώσει και πήγαμε ένα απόγευμα, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, πάντως ήταν εκείνες τις ημέρες της δολοφονίας της Γαρυφαλλιάς, και είχαμε πάει με το αυτοκίνητο του Κατσούλα, ο Κατσούλας. o Z. και εγώ στο Μοναστηράκι για να αγοράσουμε το αεροβόλο. Φτάσαμε στο Μοναστηράκι, o Κατσούλας έδωσε τα χρήματα στον Z. και του είπε να πάει να του αγοράσει ένα αεροβόλο περίστροφο. Όντως τα μαγαζιά ήταν ανοικτά, πήγε o Z. και όταν επέστρεψε είχε αγοράσει το αεροβόλο. Στη συνέχεια. μου είπε o Κατσούλας να μην πω στον Z, ποιος ήταν o σκοπός μας γιατί δεν τον εμπιστευότανε και να του το κρύψω γιατί τον φοβότανε. Μετά φτάνουμε στην ημέρα που μου είπε ότι δεν έχουμε άλλα περιθώρια, και ότι έχουμε περιθώρια μέχρι την Κυριακή του Πάσχα γιατί διαφορετικά ήξερα ποιες ήταν οι συνέπειες. Και την ημέρα εκείνη, Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ, μου είπε ότι θα βγούμε με το αυτοκίνητο και, με τη δικαιολογία ότι είμαστε αστυνομικοί, θα βάζαμε στο αυτοκίνητο μια κοπέλα και ότι, άμα έμπαινε, να τα άφηνα όλα επάνω του και θα χειριζόταν το θέμα αυτός. Στη συνέχεια, ερχόμενοι από τη Μεταμόρφωση στον δρόμο του Χαλανδρίου που περνάει μπροστά από το Υπουργείο Συγκοινωνιών και βγαίνει στον Σταυρό, κάναμε αριστερά κάτω από τη γέφυρα προς Παλλήνη και στο σημείο που τελειώνει η γέφυρα περίμενε η Γαρυφαλλιά στη στάση του λεωφορείου. O Κατσούλας όταν την είδε, ήμασταν οι δυο μας μέσα στο αυτοκίνητο, αμέσως έκανε ένα επιφώνημα ενθουσιασμού. έδειχνε ενθουσιασμένος και, αφού σταμάτησε λίγο πιο κάτω από την κοπέλα, μου είπε, με ρώτησε συγκεκριμένα "τι λες, είσαι έτοιμος;”, δεν του απάντησα, γιατί στην πραγματικότητα δεν ήθελα να γίνει, αλλά φοβούμενος από αυτά που μου είχε πει ότι δεν υπάρχει άλλη ευκαιρία, κούνησα το κεφάλι μου και του λέω "τι να σου πω;”, και στη συνέχεια μου είπε "μην κάνεις τίποτε, να είσαι ψύχραιμος, απλά να κατεβάσεις το παράθυρο όταν φτάσουμε δίπλα στην κοπέλα”. Όταν φτάσαμε δίπλα στην κοπέλα, ο Κατσούλας της είπε ότι ήμασταν αστυνομικοί, της έδειξε μια ταυτότητα που την είχε από όταν φοιτούσε στο κολέγιο, που ήταν λίγο πιο μικρή από αστυνομική ταυτότητα, είχε χρώμα μπλε αν θυμάμαι καλά, και συγχρόνως άνοιξε το σακάκι και της έδειξε το πιστόλι, που το είχε στην αριστερή μεριά. Η κοπέλα έδειξε ότι πείστηκε ότι ήμαστε αστυνομικοί και στη συνέχεια, για να την πείσει να μπει μέσα στο αυτοκίνητο, της είπε ότι είχαμε κάποιες πληροφορίες ότι στο σημείο που βρισκόταν η κοπέλα υπήρχε ένα μαγαζί που πουλούσε βάρκες, σκάφη αναψυχής, και ότι αυτός που είχε το μαγαζί έκανε εμπόριο ναρκωτικών και ότι εκεί αυτή την ώρα θα γινόταν ανταλλαγή εμπορεύματος ναρκωτικών. Τη ρώτησε αν είχε περάσει Κάποιο αυτοκίνητο από εκεί, αν είχε δει κάποια κίνηση, και η κοπέλα φυσιολογικά απάντησε όχι, αφού η ιστορία ήτανε φανταστική, έτσι στη συνέχεια της ζήτησε να έρθει μαζί μας μέχρι το αστυνομικό τμήμα για να πει ότι όση ώρα ήταν εκεί δεν είχε δει καμία ύποπτη κίνηση. Η κοπέλα έδειχνε ότι τα είχε πιστέψει όλα αυτά και δέχτηκε να μπει μέσα στο αυτοκίνητο... Της ζήτησε να της κάνει σωματική έρευνα, στην οποία εγώ δεν συμμετείχα, μήπως έκρυβε ναρκωτικά. Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε προς την περιοχή του Κορωπίου, στο ίδιο σημείο, και η κοπέλα καθ' όλη τη διαδρομή έδειχνε να πιστεύει αυτό που της είχαμε πει, ότι ήμαστε αστυνομικοί. Στη συνέχεια, αφού αράξαμε το αυτοκίνητο, κατεβήκαμε οι δυο μας από αυτό, η κοπέλα παρέμεινε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, και μου είπε εμένα να πάω και να περιμένω εκατό μέτρα πιο κάτω, εκεί που έκοβε o δρόμος λίγο αριστερά και είχε κάποια βράχια, και μου είπε να πάω πίσω από τα βράχια και να περιμένω εκεί μέχρι να με φωνάξει, να μην κοιτάξω προς το σημείο που ήταν αυτοί οι δύο, ό,τι και αν ακούσω, και στην περίπτωση που δω κάποιον πεζό ή οποιοδήποτε όχημα νοι αρχίσω να βήχω δυνατά. Πράγματι έτσι έγινε. Στη συνέχεια άκουγα από το σημείο που ήταν o Κατσούλας με την κοπέλα, άκουγα αντιρρήσεις από την κοπέλα, αρνιόταν για κάτι που της έλεγε o Κατσούλας και απ' ότι μου είχε πει την ήθελε για προσφορά ο άρχοντας και ότι ήθελε να κάνει έρωτα μαζί της. Αφού ακουγόντουσαν για κάποιο διάστημα οι αντιρρήσεις που έφερνε η κοπέλα, στη συνέχεια ακουγόντουσαν βογκητά και βρισιές από τον Κατσούλα. Ύστερα από αρκετή ώρα με φώναξε εμένα επάνω και όταν ανέβηκα βρήκα την κοπέλα γυμνή και ήταν λερωμένη στο πρόσωπο και στο στήθος... Στη συνέχεια με έβαλε εμένα στο πίσω κάθισμα, αφού πρώτα με ρώτησε αν ήθελα να κάνω κάτι με την κοπέλα γιατί ένιωθα άσχημα για ό,τι γινότανε, και όταν το είπε δυνατά το άκουσε η κοπέλα και ένιωσα ακόμα χειρότερα. Στη συνέχεια μπήκα στο πίσω κάθισμα όπως μου είπε, κάθισα πίσω από τη θέση του οδηγού και μετά έβαλε την κοπέλα να κάτσει στη θέση του συνοδηγού γυμνή, με δεμένα τα χέρια με χειροπέδες. Αυτός έκλεισε την πόρτα, μπήκε στη θέση του οδηγού, το κάθισμα που καθόταν η κοπέλα το είχε ξαπλωμένο και όταν μπήκε μου ζήτησε να βγάλω την μπλούζα μου και μου είπε να κάνω γρήγορα. Του 'δωσα το καλοκαιρινό φανελάκι που φόραγα από μέσα, τη σκούπισε στο πρόσωπο και στο στήθος και όπως καθόταν έκανε ένα κουβάρι την μπλούζα. την έβαλε πάνω στο στόμα της και [εδώ περιγράφει Πώς προσπάθησε να την πνίξει]. Και αφού είδε ότι η κοπέλα δεν πέθανε, μου είπε να βγω από το αυτοκίνητο και, καθώς βγήκα εγώ, βγήκε και αυτός, έσυρε την κοπέλα προς τα έξω και στη συνέχεια βρισκόμασταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, όπου είχε μεταφέρει την κοπέλα, ξαπλωμένη στο έδαφος, και επειδή η κοπέλα προσπαθούσε να αναπνεύσει αλλά δεν μπορούσε, μου φώναξε αμέσως να πάρω μια πέτρα και να την χτυπήσω στο κεφάλι. Τότε εγώ του είπα ότι εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό, και, όπως ήταν αναστατωμένος επειδή φοβόταν μήπως ακούσει κάποιος, γιατί η κοπέλα φώναζε δυνατά άναρθρα, πήρε μια μεγάλη κοτρόνα και άρχισε αλλεπάλληλα κτυπήματα στο κεφάλι της κοπέλας. Εκεί σοκαρίστηκα και σκέφτηκα ότι αποκλείεται να είναι έτσι όπως τα έλεγε και φαντάστηκα ότι μάλλον θα ήταν ψυχοπαθής. Μετά πήραμε τα πράγματά της και τα πετάξαμε σε υπονόμους στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής».
Η Δήμητρα Μαργέτη
Η τρίτη της παρέας των σατανιστών, η Δήμητρα Μαργέτη, κατά την απολογία της στον ανακριτή αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες που της αποδίδονταν, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι δεν είχε καμία σχέση με τις δύο ανθρωποθυσίες. Στην περίπτωση της 14χρονης μαθήτριας είπε ότι εκείνη την ημέρα τη γνώρισε και ότι απλά βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο όταν οι άλλοι δύο τη σκότωναν και την έκαιγαν. Παραδέχθηκε ότι ήξερε πως επρόκειτο να θυσιάσουν στον Σατανά κι άλλη γυναίκα και λέει: «Είχα ακούσει από τον Κατσούλα ότι επρόκειτο να κάνουν μια προσφορά στους δαίμονες και πάλι, αλλά χωρίς να γνωρίζω κάτι συγκεκριμένο ».
Από το βιβλίο του Πάνου Σόμπολου: "ΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ ", ΕΚΔ. ΠΑΤΑΚΗ
Για το α' μέρος πατήστε ΕΔΩ
