Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2024

ΚΑΤΣΟΥΛΑΣ - ΔΗΜΗΤΡΟΚΑΛΗΣ - ΜΑΡΓΕΤΗ: Οι Σατανιστές της Παλλήνης (β'μέρος)

Υπόθεση 14χρονης μαθήτριας

Περί τις αρχές Αυγούστου του 1992 0 Κατσούλας και o Δημητροκάλης συναποφάσισαν να κάνουν πραγματικότητα αυτά που διάβαζαν στα σατανικά βιβλία, αυτά που έφτιαχναν στις τελετές μαύρης μαγείας κι αυτά ποΙ) πρέσβευαν. Στη Μαργέτη είχαν εκμυστηρευτεί όσα επρόκειτο να πραγματοποιήσουν, και συγκεκριμένα την ανθρωποθυσία μιας γυναίκας. Αποφάσισαν, λοιπόν. να θυσιάσουν μια κοπέλα όμορφη και νεαρή στον «Άρχοντα του Σκότους», και έψαχναν το υποψήφιο θύμα ανάμεσα στις παρέες που έκαναν - και τελικά το βρήκαν.

Ήταν 5:00 το απόγευμα της 27ης Αυγούστου 1992. Δύο αδελφές είχαν γνωρίσει τις προηγούμενες μέρες στον Κατσούλα μια μαθήτρια. τη Θεοδώρα (Δώρα) Συροπούλου, με την οποία είχαν ήδη συναντηθεί τρεις τέσσερις φορές. Κατσούλας και Δώρα είχαν κλείσει ραντεβού να βρεθούν την παραπάνω ώρα, έξω από το φροντιστήριο αγγλικών όπου πήγαινε η κοπέλα, στην οδό Μιχαλακοπούλου στους Αμπελοκήπους. Ο Κατσούλας με το αυτοκίνητό του, στο οποίο επέβαιναν o υπαρχηγός του και η Μαργέτη. στις 4:55 βρίσκονταν έξω από το φροντιστήριο. Μόλις βγήκε ανυποψίαστη η Δώρα, την πήραν και τράβηξαν προς τον Λυκαβηττό, όπου κάθισαν σε ένα παγκάκι στο θέατρο κι εκεί συζήτησαν για το πώς θα μυούσαν τη 14χρονη μαθήτρια στον σατανισμό. Η Δώρα δέχθηκε να μυηθεί, ενώ o Κατσούλας της έλεγε μέχρι να την πείσει ότι η τελετή δεν επρόκειτο να διαρκέσει πολύ.

Από τον Λυκαβηττό έφυγαν και οι τέσσερις μαζί για να πάνε στο σπίτι του Κατσούλα, όπου όμως διαπίστωσαν πως βρίσκονταν οι γονείς του. Έτσι, αποφάσισαν να μεταβούν στην περιοχή Σέσι για να πραγματοποιήσουν την τελετή. Πραγματικά πήγαν στο Σέσι Κορωπίου και, περνώντας από έναν χωματόδρομο, έφτασαν στο προκαθορισμένο σημείο, όπου σταμάτησαν το αυτοκίνητο. Σε απόσταση περίπου 30 μέτρων πιο πάνω, ανάμεσα σε βράχους, βάτα και θάμνους, είχαν διασκευασμένο χώρο όπου πραγματοποιούσαν τις τελετές και τις δεήσεις στον Εωσφόρο. Εκεί υπήρχε ένα παλιό θρανίο, ένα μαύρο πανί κρεμασμένο σε θάμνο και άλλα αντικείμενα. Είπαν στη Δώρα: «Εδώ θα σε μυήσουμε στη Λευκή Μαγεία».

Στην πραγματικότητα, σκοπός τους δεν ήταν να τη μυήσουν αλλά να τη θυσιάσουν στον Σατανά. Για τον σκοπό αυτό είχαν κάνει όλη την προετοιμασία που απαιτούσε η τελετή της ανθρωποθυσίας. είχαν δηλαδή πάρει μαζί τους πεντάλφα, μαύρα κεριά, βιβλία σατανισμού, χειροπέδες, ένα μπιτόνι γεμάτο βενζίνη από βενζινάδικο στη Μεσογείων και άλλα σύνεργα. Τη Μαργέτη την είχαν αφήσει να περιμένει μέσα στο αυτοκίνητο. το οποίο είχαν παρκάρει πιο κάτω.

Στον χώρο των τελετών o Κατσούλας με τον Δημητροκάλη είπαν στην άτυχη μαθήτρια να βγάλει όλα τα ρούχα της. Επίσης της αφαίρεσαν τα κοσμήματα που φορούσε και στη συνέχεια της έδεσαν τα χέρια πίσω με χειροπέδες. Όταν η κοπέλα τούς ρώτησε « τι κάνετε, ρε παιδιά;», της απάντησαν ότι επρόκειτο για διαδικασίες που απαιτούνταν για να πετύχει η μύηση. Σύμφωνα με τα όσα είχαν πει στις προανακριτικές τους καταθέσεις, η κοπέλα κατάλαβε τι πήγαιναν να κάνουν και άρχισε να αντιδρά και να διαμαρτύρεται. Τότε τη χτύπησαν με ένα ξύλο στο κεφάλι για να την αναισθητοποιήσουν, της έκλεισαν τη μύτη και το στόμα, και, τέλος, τη στραγγάλισαν με τα χέρια τους.

Όταν πλέον βεβαιώθηκαν ότι ήταν νεκρή. ο Κατσούλας ασέλγησε στο σώμα της και στη συνέχεια πήραν το μπιτόνι με τη βενζίνη, περιέλουσαν το πτώμα της κι έβαλαν φωτιά για να το κάψουν και να το εξαφανίσουν. Η φωτιά πήρε σιγά σιγά μεγάλες διαστάσεις και επεκτάθηκε στη γύρω πευκόφυτη και δασική περιοχή, με αποτέλεσμα να χρειαστεί η επέμβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων. περίπου δύο μέρες αργότερα. για να σβήσει, αφού μετέβαλε σε στάχτη 3.860 στρέμματα πευκοδάσους και θαμνώδους έκτασης.

Όταν στο τέλος του χρόνου αποκαλύφθηκε η φρικιαστική υπόθεση. o Κατσούλας και o Δημητροκάλης οδήγησαν τους αστυνομικούς της Ασφάλειας στο σημείο όπου είχαν θυσιάσει στον Βεελζεβούλ την άτυχη κοπέλα - εκεί είχα πάει κι εγώ με το συνεργείο μου για να καταγράψω σκηνές από τον τόπο των τελετών. Θυμάμαι ότι στο σημείο είχε βρεθεί μόνο ένα ανθρώπινο κρανίο σκεπασμένο με κλαδιά που όπως διαπιστώθηκε αργότερα στα ιατροδιχαστικά εργαστήρια, ανήκε στην άτυχη Συροπούλου, καθώς και υπολείμματα από καμένα ρούχα, που ανήκαν κι αυτά στην αδικοχαμένη μαθήτρια.


Κατσούλας στον ανακριτή για Συροπούλου

Να δούμε τώρα πώς περιέγραψε την ανθρωποθυσία της 14χρονης Συροπούλου ο Μάκης Κατσούλας κατά την απολογία του στον ανακριτή Ευθύμιο Καταλιακό. Θα διαπιστώσετε κι εσείς ότι θέλησε με κάθε τρόπο να αποσείσει τις ευθύνες του, ήταν φειδωλός και πολύ λιτός στα όσα είπε. Σημειώνω εδώ ότι λόγω έλλειψης χώρου παραθέτω μόνο αποσπάσματα.

«Τη Συροπούλου είχαμε σκοπό στην αρχή να τη μυήσουμε, και ήμασταν εγώ, η Δήμητρα και ο Μάνος. Φτάσαμε στο σημείο της μύησης στη θέση Σέσι στο Κορωπί, πήραμε όλα τα πράγματα από το αυτοκίνητο και ανεβήκαμε επάνω. Όταν πήγαμε να πάρουμε τη Συροπούλου, o Δημητροκάλης είχε σε μια σακούλα ένα μπετόνι, το μπετόνι αυτό το γέμισε με βενζίνη σε ένα βενζινάδικο στη Μεσογείων. Όταν φτάσαμε στη θέση Σέσι, αρχικά ανεβήκαμε όλοι επάνω, o Μάνος o Δημητροκάλης ήθελε να κάνει εκείνος τη μύηση, για να πάρει δύναμη, όπως έλεγε. Εμείς με τη Δήμητρα τον βοηθήσαμε να στήσει τα πράγματα, τα κεριά, δηλαδή, το μαύρο πανί. και έπειτα κατεβήκαμε κάτω, μέσα στο αυτοκίνητο, ανοίξαμε τα παράθυρα και μας είπε ότι όταν ακούσουμε το κτύπημα ότι λιποθύμησε, όπως έλεγαν τα βιβλία ότι έπρεπε να γίνει η μύηση σε εξωτερικό χώρο [...] μετά από κάνα δύο λεπτά ακούω ένα ξερό κτύπημα και ακούω τη Δώρα να κλαίει και τον Μάνο να φωνάζει το όνομά μου. Τρέχω επάνω αμέσως και μου λέει "δεν έγινε τίποτε, δεν λιποθύμησε”. Η Δώρα με ρώτησε γιατί έγινε αυτό και της είπα ότι έπρεπε να είναι λιπόθυμη για να γίνει η μύηση. Την έβαλε μετά να ξαπλώσει και μου είπε να πάω κάτω γιατί η μύηση ήταν δικιά του. Ούτε ασέλγησα στη Δώρα, ούτε την άγγιξα, κατέβηκα κάτω στο αυτοκίνητο και περιμέναμε με τη Δήμητρα. Δεν ξέρω πόση ώρα περίπου πέρασε, και μετά είδαμε μια μεγάλη φωτιά απότομα, χωρίς να μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τι είχε γίνει, βγήκαμε έξω από το αυτοκίνητο με τη Δήμητρα και αρχίσαμε να φωνάζουμε τον Μάνο. O Μάνος μετά από πέντε λεπτά περίπου κατέβηκε τρέχοντας και, ρωτώντας εγώ πού είναι η Δώρα, μου είπε "πάμε να φύγουμε και θα σ' τα πω όλα στον δρόμο”, γιατί η φωτιά ξεδιπλωνότανε. Ήταν λαχανιασμένος, γεμάτος αγκάθια, χαμογελούσε o Δημητροκάλης και μας είπε να λέμε ότι "σίγουρα αυτό δεν το είχε κάνει κανένας”, ότι δηλαδή σκότωσε τη Συροπούλου. Για την πράξη του αυτή ο Δημητροκάλης ένιωθε περήφανα, υπεροπτικά, και είπε ότι χρωστάει χρέος στους αρχαίους να το ξανακάνει, γιατί αλλιώς κινδυνεύαμε όλοι από τους αρχαίους».

Και ενώ o Κατσούλας στον ανακριτή ήταν περιληπτικός, ο υπαρχηγός του, o Μάνος Δημητροκάλης, ήταν πιο αναλυτικός και έδωσε πολλές λεπτομέρειες. Δεν είναι δυνατόν να παραθέσω εδώ και την απολογία Δημητροκάλη, λόγω έλλειψης χώρου.


Ανθρωποθυσία Γαρυφαλλιάς Γιούργα

H δεύτερη ανθρωποθυσία έγινε τη Μεγάλη Τετάρτη, 14 Απριλίου 1993, και θύμα ήταν η Γαρυφαλλιά Γιούργα, την οποία οι σατανιστές δεν γνώριζαν αλλά η τύχη της ήταν να βρεθεί στον δρόμο τους. Είναι αυτό που έλεγα και λέω πάντα: Να μην το έχει ποτέ η μοίρα σου να τύχεις στο διάβα κάποιων ανθρώπων.

Ήταν απόγευμα και o Κατσούλας με τον Δημητροκάλη είχαν ήδη ενημερώσει τη Μαργέτη λέγοντάς της: «Απόψε πρέπει να κάνουμε ανθρωποθυσία. Βγαίνουμε τσάρκα κι όποια γυναίκα συναντήσουμε θα τη θυσιάσουμε στον αρχαίο, τον μεγάλο». Με το αυτοκίνητο του Κατσούλα βγήκαν σαν χάροι παγανιά για το υποψήφιο θύμα τους και, κινούμενοι μεταξύ Παλλήνης και Αγίας Παρασκευής, έψαχναν να βρουν κάποια γυναίκα μόνη της.

Ώρα 10:30 με 11:00 το βράδυ, στη στάση λεωφορείων που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Μαραθώνος στον Σταυρό Αγίας Παρασκευής, στο σημείο όπου απολήγει η γέφυρα στο ρεύμα προς Παλλήνη, εντόπισαν, πράγματι, μια γυναίκα μόνη της, όπως επιδίωκαν - ήταν η άτυχη Γιούργα. Είχε σχολάσει από τη δουλειά της στο ξενοδοχείο « Μεγάλη Βρετανία» και επέστρεφε στο σπίτι της, όπου την περίμεναν o σύζυγός της και τα δύο παιδάκια τους. Μαζί της μετέφερε, συσκευασμένο σε σακούλες με την επωνυμία του εν λόγω ξενοδοχείου, μισό αρνί που της είχε δοθεί ως πασχαλινό δώρο από τη διεύθυνση του ξενοδοχείου.

Οι δυο τους έθεσαν αμέσως σε εφαρμογή το σχέδιο που είχαν καταστρώσει, δηλαδή να εμφανισθούν ως αστυνομικοί και να ζητήσουν από τη γυναίκα τα στοιχεία της, επιδεικνύοντας ψεύτικη υπηρεσιακή ταυτότητα κι ένα αεροβόλο πιστόλι που είχαν προμηθευτεί από φίλο τους, μυημένο επίσης στον σατανισμό. Πράγματι, την πλησίασαν λέγοντας ότι ήταν αστυνομικοί που ερευνούσαν υπόθεση ναρκωτικών, και της ζήτησαν να μπει στο αυτοκίνητο (του Κατσούλα) για να πάνε στο αστυνομικό τμήμα. Την πήραν με το αυτοκίνητο και μετέβησαν στην περιοχή του παλιού εργοστασίου «Καμπά» στην Κάντζα, όπου και σταμάτησαν. Με το πρόσχημα ότι ήθελαν να της κάνουν σωματική έρευνα, την ξεγύμνωσαν και στη συνέχεια άρχισαν να τη θωπεύουν και να ψάχνουν τα προσωπικά της αντικείμενα.

Στη συνέχεια προχώρησαν στην επόμενη φάση του σχεδίου τους. Της πέρασαν χειροπέδες και τη μετέφεραν γυμνή με το αυτοκίνητο του Κατσούλα προς την περιοχή των Γλυκών Νερών, όπου σταμάτησαν και πάλι. Εκεί της έβγαλαν τις χειροπέδες και της επέτρεψαν να φορέσει τα ρούχα της. Στη συνέχεια τη μετέφεραν στη θέση Σέσι Κορωπίου και σταμάτησαν σε ένα αδιέξοδο δρομάκι. κοντά στο σημείο όπου είχαν σκοτώσει και κάψει τη 14χρονη μαθήτρια Συροπούλου. Της έβγαλαν εκ νέου τα ρούχα και τα χρυσαφικά της, της φόρεσαν χειροπέδες και o Κατσούλας φέρεται ότι τη βίασε.

Στη συνέχεια, μέσα στο αυτοκίνητο προσπάθησαν να την πνίξουν με ένα μπλουζάκι του Κατσούλα. αποφράσσοντας τις αεροφόρους οδούς (μύτη και στόμα). Μισολιπόθυμη την έσυραν έξω από το αυτοκίνητο, και τότε ο Κατσούλας με μια μεγάλη πέτρα της συνέθλιψε το κεφάλι. Εγκατέλειψαν εκεί το πτώμα, πήραν τα ρούχα και τα χρυσαφικά της Γιούργα, καθώς και τη σακούλα με το μισό αρνί και το πορτοφόλι της, που είχε μέσα περίπου 6.000 δρχ., και έφυγαν. Κατέληξαν στο σπίτι του Δημητροκάλη, όπου έκαψαν τα ρούχα και τα παπούτσια του θύματος, ενώ εξαφάνισαν το πιστόλι και τα άλλα αντικείμενα. Έξω από το Κορωπί είχαν πετάξει το αρνί της Γιούργα, κρατώντας φυσικά τα χρήματα.

Στο μεταξύ, οι συγγενείς της άτυχης γυναίκας άδικα την περίμεναν στο σπίτι. Όταν είδαν ότι είχε περάσει η ώρα και από τη δουλειά της είπαν ότι είχε φύγει κανονικά, άρχισαν τις έρευνες παντού και φυσικά κατέφυγαν στην αστυνομία, καταγγέλλοντας την εξαφάνισή της. Οι έρευνες όμως δεν έφεραν άμεσο αποτέλεσμα - τελικά το πτώμα της άτυχης Γιούργα βρέθηκε τρεις μέρες αργότερα. το Μεγάλο Σάββατο, 19 Απριλίου.


Κατσούλας στον ανακριτή για Γιούργα

Ο Μάκης Κατσούλας στην απολογία του στον ανακριτή ήταν ιδιαίτερα φειδωλός, όπως και για τη δολοφονία της Συροπούλου, επιρρίπτοντας τις ευθύνες στον υπαρχηγό του, τον Δημητροκάλη. Να τι είπε στον ανακριτή Ευθύμιο Καταλιακό κατά την απολογία του:

«Δέχομαι ότι συνήργησα στον θάνατο της Γιούργα, δεν ήμουνα όμως εγώ αυτός που τη σκότωσε αλλά βοήθησα κρατώντας τα πόδια της. Την έπνιξε o Δημητροκάλης. Είχε πέσει επάνω της και της έσφιγγε τον λαιμό και, όταν είδε ότι σταμάτησε να αντιδρά, έπιασε τον σφυγμό της και έβαλε το κεφάλι του στο στήθος της για να δει αν αναπνέει. Όταν είδε ότι δεν ανέπνεε, τη βγάλαμε από το αυτοκίνητο. πρότεινε να πάρω εγώ μια πέτρα και να τη ρίξω στο κεφάλι της για να παραμορφωθούν τοι χαρακτηριστικά της, του είπα γιατί δεν το κάνει αυτός και μου είπε ότι δεν το κάνει γιατί φοράει άσπρο παντελόνι και φοβάται μήπως λερωθεί. Έπειτα πήρα εγώ την πέτρα και της την έριξα στο κεφάλι και φύγαμε. Όταν τη βγάλαμε από το αυτοκίνητο, ήταν νεκρή. Πήραμε τα πράγματά της, το πορτοφόλι της, κοσμήματα και λοιπά, για να μην αφεθούν ίχνη επάνω της».


Δημητροκάλης στον ανακριτή για Γιούργα

Από την πλευρά του o Μάνος Δημητροκάλης δεν θέλησε να κρύψει τίποτα. Ήταν αναλυτικός και έδωσε όλες τις λεπτομέρειες, που σίγουρα είναι ανατριχιαστικές. Να πώς περιέγραψε. μεταξύ των άλλων, στην απολογία του στον ανακριτή την ανθρωποθυσία της Γαρυφαλλιάς Γιούργα:

« Μια εβδομάδα πριν την Μεγάλη Εβδομάδα του 1993, μου είπε o Κατσούλας ότι έχουμε διορία μέχρι την Κυριακή του Πάσχα να κάνουμε μια θυσία γιατί o Σατανάς πίστευε ότι είχα εγώ ευθύνη επειδή αποτύχαμε τις άλλες φορές και ότι ο Σατανάς δεν θα μου τη χαρίσει αυτή τη φορά. Μου είπε ότι θα ήταν διπλή χαρά για τον Σατανά γιατί θα ήταν τις μέρες των παθών του Κυρίου, και μου λέει ότι δεν έχουμε καμία εκλογή, όποια βρούμε στον δρόμο μας. Θα πούμε ότι είμαστε αστυνομικοί για να μπει μέσα στο αυτοκίνητο και άμα μπει μέσα στο αμάξι, μου είπε "τα υπόλοιπα άσ' τα σε μένα”. Εκείνο το διάστημα o Κατσούλας δεν συμπαθούσε τον Μπάμπη, μου είχε πει να μην του πω τίποτα γιατί δεν τον εμπιστευότανε και φοβότανε ότι θα πήγαινε να το πει στην αστυνομία. Κάποιες μέρες πριν, είχε πει σε μένα να βρω χρήματα για να πάμε να αγοράσουμε ένα αεροβόλο περίστροφο για να γίνουμε πιο πειστικοί έτσι, ότι όντως είμαστε αστυνομικοί, και τότε εγώ είχα κάποια χρήματα και του τα 'χα δώσει και πήγαμε ένα απόγευμα, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, πάντως ήταν εκείνες τις ημέρες της δολοφονίας της Γαρυφαλλιάς, και είχαμε πάει με το αυτοκίνητο του Κατσούλα, ο Κατσούλας. o Z. και εγώ στο Μοναστηράκι για να αγοράσουμε το αεροβόλο. Φτάσαμε στο Μοναστηράκι, o Κατσούλας έδωσε τα χρήματα στον Z. και του είπε να πάει να του αγοράσει ένα αεροβόλο περίστροφο. Όντως τα μαγαζιά ήταν ανοικτά, πήγε o Z. και όταν επέστρεψε είχε αγοράσει το αεροβόλο. Στη συνέχεια. μου είπε o Κατσούλας να μην πω στον Z, ποιος ήταν o σκοπός μας γιατί δεν τον εμπιστευότανε και να του το κρύψω γιατί τον φοβότανε. Μετά φτάνουμε στην ημέρα που μου είπε ότι δεν έχουμε άλλα περιθώρια, και ότι έχουμε περιθώρια μέχρι την Κυριακή του Πάσχα γιατί διαφορετικά ήξερα ποιες ήταν οι συνέπειες. Και την ημέρα εκείνη, Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ, μου είπε ότι θα βγούμε με το αυτοκίνητο και, με τη δικαιολογία ότι είμαστε αστυνομικοί, θα βάζαμε στο αυτοκίνητο μια κοπέλα και ότι, άμα έμπαινε, να τα άφηνα όλα επάνω του και θα χειριζόταν το θέμα αυτός. Στη συνέχεια, ερχόμενοι από τη Μεταμόρφωση στον δρόμο του Χαλανδρίου που περνάει μπροστά από το Υπουργείο Συγκοινωνιών και βγαίνει στον Σταυρό, κάναμε αριστερά κάτω από τη γέφυρα προς Παλλήνη και στο σημείο που τελειώνει η γέφυρα περίμενε η Γαρυφαλλιά στη στάση του λεωφορείου. O Κατσούλας όταν την είδε, ήμασταν οι δυο μας μέσα στο αυτοκίνητο, αμέσως έκανε ένα επιφώνημα ενθουσιασμού. έδειχνε ενθουσιασμένος και, αφού σταμάτησε λίγο πιο κάτω από την κοπέλα, μου είπε, με ρώτησε συγκεκριμένα "τι λες, είσαι έτοιμος;”, δεν του απάντησα, γιατί στην πραγματικότητα δεν ήθελα να γίνει, αλλά φοβούμενος από αυτά που μου είχε πει ότι δεν υπάρχει άλλη ευκαιρία, κούνησα το κεφάλι μου και του λέω "τι να σου πω;”, και στη συνέχεια μου είπε "μην κάνεις τίποτε, να είσαι ψύχραιμος, απλά να κατεβάσεις το παράθυρο όταν φτάσουμε δίπλα στην κοπέλα”. Όταν φτάσαμε δίπλα στην κοπέλα, ο Κατσούλας της είπε ότι ήμασταν αστυνομικοί, της έδειξε μια ταυτότητα που την είχε από όταν φοιτούσε στο κολέγιο, που ήταν λίγο πιο μικρή από αστυνομική ταυτότητα, είχε χρώμα μπλε αν θυμάμαι καλά, και συγχρόνως άνοιξε το σακάκι και της έδειξε το πιστόλι, που το είχε στην αριστερή μεριά. Η κοπέλα έδειξε ότι πείστηκε ότι ήμαστε αστυνομικοί και στη συνέχεια, για να την πείσει να μπει μέσα στο αυτοκίνητο, της είπε ότι είχαμε κάποιες πληροφορίες ότι στο σημείο που βρισκόταν η κοπέλα υπήρχε ένα μαγαζί που πουλούσε βάρκες, σκάφη αναψυχής, και ότι αυτός που είχε το μαγαζί έκανε εμπόριο ναρκωτικών και ότι εκεί αυτή την ώρα θα γινόταν ανταλλαγή εμπορεύματος ναρκωτικών. Τη ρώτησε αν είχε περάσει Κάποιο αυτοκίνητο από εκεί, αν είχε δει κάποια κίνηση, και η κοπέλα φυσιολογικά απάντησε όχι, αφού η ιστορία ήτανε φανταστική, έτσι στη συνέχεια της ζήτησε να έρθει μαζί μας μέχρι το αστυνομικό τμήμα για να πει ότι όση ώρα ήταν εκεί δεν είχε δει καμία ύποπτη κίνηση. Η κοπέλα έδειχνε ότι τα είχε πιστέψει όλα αυτά και δέχτηκε να μπει μέσα στο αυτοκίνητο... Της ζήτησε να της κάνει σωματική έρευνα, στην οποία εγώ δεν συμμετείχα, μήπως έκρυβε ναρκωτικά. Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε προς την περιοχή του Κορωπίου, στο ίδιο σημείο, και η κοπέλα καθ' όλη τη διαδρομή έδειχνε να πιστεύει αυτό που της είχαμε πει, ότι ήμαστε αστυνομικοί. Στη συνέχεια, αφού αράξαμε το αυτοκίνητο, κατεβήκαμε οι δυο μας από αυτό, η κοπέλα παρέμεινε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, και μου είπε εμένα να πάω και να περιμένω εκατό μέτρα πιο κάτω, εκεί που έκοβε o δρόμος λίγο αριστερά και είχε κάποια βράχια, και μου είπε να πάω πίσω από τα βράχια και να περιμένω εκεί μέχρι να με φωνάξει, να μην κοιτάξω προς το σημείο που ήταν αυτοί οι δύο, ό,τι και αν ακούσω, και στην περίπτωση που δω κάποιον πεζό ή οποιοδήποτε όχημα νοι αρχίσω να βήχω δυνατά. Πράγματι έτσι έγινε. Στη συνέχεια άκουγα από το σημείο που ήταν o Κατσούλας με την κοπέλα, άκουγα αντιρρήσεις από την κοπέλα, αρνιόταν για κάτι που της έλεγε o Κατσούλας και απ' ότι μου είχε πει την ήθελε για προσφορά ο άρχοντας και ότι ήθελε να κάνει έρωτα μαζί της. Αφού ακουγόντουσαν για κάποιο διάστημα οι αντιρρήσεις που έφερνε η κοπέλα, στη συνέχεια ακουγόντουσαν βογκητά και βρισιές από τον Κατσούλα. Ύστερα από αρκετή ώρα με φώναξε εμένα επάνω και όταν ανέβηκα βρήκα την κοπέλα γυμνή και ήταν λερωμένη στο πρόσωπο και στο στήθος... Στη συνέχεια με έβαλε εμένα στο πίσω κάθισμα, αφού πρώτα με ρώτησε αν ήθελα να κάνω κάτι με την κοπέλα γιατί ένιωθα άσχημα για ό,τι γινότανε, και όταν το είπε δυνατά το άκουσε η κοπέλα και ένιωσα ακόμα χειρότερα. Στη συνέχεια μπήκα στο πίσω κάθισμα όπως μου είπε, κάθισα πίσω από τη θέση του οδηγού και μετά έβαλε την κοπέλα να κάτσει στη θέση του συνοδηγού γυμνή, με δεμένα τα χέρια με χειροπέδες. Αυτός έκλεισε την πόρτα, μπήκε στη θέση του οδηγού, το κάθισμα που καθόταν η κοπέλα το είχε ξαπλωμένο και όταν μπήκε μου ζήτησε να βγάλω την μπλούζα μου και μου είπε να κάνω γρήγορα. Του 'δωσα το καλοκαιρινό φανελάκι που φόραγα από μέσα, τη σκούπισε στο πρόσωπο και στο στήθος και όπως καθόταν έκανε ένα κουβάρι την μπλούζα. την έβαλε πάνω στο στόμα της και [εδώ περιγράφει Πώς προσπάθησε να την πνίξει]. Και αφού είδε ότι η κοπέλα δεν πέθανε, μου είπε να βγω από το αυτοκίνητο και, καθώς βγήκα εγώ, βγήκε και αυτός, έσυρε την κοπέλα προς τα έξω και στη συνέχεια βρισκόμασταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, όπου είχε μεταφέρει την κοπέλα, ξαπλωμένη στο έδαφος, και επειδή η κοπέλα προσπαθούσε να αναπνεύσει αλλά δεν μπορούσε, μου φώναξε αμέσως να πάρω μια πέτρα και να την χτυπήσω στο κεφάλι. Τότε εγώ του είπα ότι εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό, και, όπως ήταν αναστατωμένος επειδή φοβόταν μήπως ακούσει κάποιος, γιατί η κοπέλα φώναζε δυνατά άναρθρα, πήρε μια μεγάλη κοτρόνα και άρχισε αλλεπάλληλα κτυπήματα στο κεφάλι της κοπέλας. Εκεί σοκαρίστηκα και σκέφτηκα ότι αποκλείεται να είναι έτσι όπως τα έλεγε και φαντάστηκα ότι μάλλον θα ήταν ψυχοπαθής. Μετά πήραμε τα πράγματά της και τα πετάξαμε σε υπονόμους στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής».


Η Δήμητρα Μαργέτη

Η τρίτη της παρέας των σατανιστών, η Δήμητρα Μαργέτη, κατά την απολογία της στον ανακριτή αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες που της αποδίδονταν, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι δεν είχε καμία σχέση με τις δύο ανθρωποθυσίες. Στην περίπτωση της 14χρονης μαθήτριας είπε ότι εκείνη την ημέρα τη γνώρισε και ότι απλά βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο όταν οι άλλοι δύο τη σκότωναν και την έκαιγαν. Παραδέχθηκε ότι ήξερε πως επρόκειτο να θυσιάσουν στον Σατανά κι άλλη γυναίκα και λέει: «Είχα ακούσει από τον Κατσούλα ότι επρόκειτο να κάνουν μια προσφορά στους δαίμονες και πάλι, αλλά χωρίς να γνωρίζω κάτι συγκεκριμένο ».



Από το βιβλίο του Πάνου Σόμπολου: "ΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ ", ΕΚΔ. ΠΑΤΑΚΗ 


Για το α' μέρος πατήστε ΕΔΩ

ΚΑΤΣΟΥΛΑΣ - ΔΗΜΗΤΡΟΚΑΛΗΣ - ΜΑΡΓΕΤΗ: Οι Σατανιστές της Παλλήνης (ά μέρος)

Τα παρασυρμένα παιδιά του Σατανά που γύρισαν σελίδα στη ζωή τους

Απίστευτες καταστάσεις και πρωτοφανή γεγονότα ζήσαμε τον Δεκέμβριο του 1993, όταν αποκαλύφθηκε το θρίλερ με τους αποκαλούμενους «σατανιστές» που άφησε άναυδη την κοινή γνώμη. Ήλθαν στο φως εκείνη την εποχή στοιχεία που προκάλεσαν σοκ στο πανελλήνιο και o κόσμος δεν μπορούσε να πιστέψει όσα παρουσιάζαμε από τις εφημερίδες και τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης. Ανθρωποθυσίες, σεξουαλικά όργια, σεξουαλικές διαστροφές που ικανοποιούνταν κατά τη διάρκεια τελετών μαύρης μαγείας υπό τη σκέπη του Σατανά! Όλοι αναρωτιόμασταν και γράφαμε τότε πώς δύο παιδιά καλών οικογενειών παρασύρθηκαν κι έγιναν ηγετικά στελέχη σπείρας σατανάδων, πώς έφτασαν να θυσιάσουν δύο κοπέλες στον Σατανά και πώς όσοι παρακολουθούσαν και γνώριζαν τα δραματικά τεκταινόμενα - ήταν κοινό μυστικό - για περίπου δυόμισι χρόνια σιωπούσαν.

Μιλάμε για υπηρέτες του «Άρχοντα του Σκότους» - υπηρέτες τούς αποκαλούσαν - , που ρουφούσαν με μανία το αίμα των κοριτσιών που θυσίαζαν στον Βεελζεβούλ κατά τη διάρκεια των τελετών μαύρης μαγείας, ενώ έπιναν και το αίμα από σκυλιά, που επίσης θυσίαζαν στον Σατανά. Αποδείχθηκε από την αστυνομική και τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης ότι οι σατανιστές είχαν θυσιάσει στον Σατανά με αυτόν τον τρόπο δύο γυναίκες, ενώ σχεδίαζαν να θυσιάσουν άλλες τέσσερις.

O αρχηγός των σατανιστών διάβαζε βιβλία σατανιστικού περιεχομένου, όπως το «Νεκρονομικόν», τον «Κόκκινο δράκο» και άλλα, και προσπαθούσε να εφαρμόσει κατά γράμμα όλα όσα ανατριχιαστικά γράφονταν σε αυτά, υποστηρίζοντας: «Η θυσία μιας ανθρώπινης ζωής θεωρείται η ανώτερη προσφορά στον Σατανά. Έτσι μπαίναμε πιο βαθιά στον σατανισμό».

Ήταν αυτός ο ηγέτης των σατανιστών. που φέρεται ότι ενέπνεε υπερφυσικό φόβο που εύκολα ρίζωνε στις καρδιές των νέων, και μάλιστα των ανηλίκων, που είχαν μυηθεί ή επρόκειτο να μυηθούν στον σατανισμό. Τόσο o αρχηγός όσο και ο υπαρχηγός λάτρευαν τη μουσική χέβι μέταλ, η οποία, σε συνδυασμό με τα σατανιστικά βιβλία που μελετούσαν με μανία και πάθος, τους ώθησε προς τον Σατανά. Στην αρχή, o αρχηγός όλα αυτά τα είδε με παιδική περιέργεια, για να εξελιχθούν όμως μοιραία για τα θύματά του, αλλά και για τον ίδιον και την παρέα του.

Προέκυψε από την έρευνα ότι επέλεγαν όμορφα κορίτσια, ακόμη και ανήλικα, τα προσηλύτιζαν, τα επηρέαζαν ψυχολογικά και τα τρομοκρατούσαν με τους «δαίμονες» και τον «Άρχοντα του Σκότους», με αποτέλεσμα αυτά να δέχονται αβασάνιστα κάθε ενέργειά τους στις τελετές μαύρης μαγείας. Σύμφωνα με την αστυνομία, o αρχηγός και τα μέλη της σατανικής συμμορίας είχαν πλησιάσει περισσότερα από είκοσι αγόρια και κορίτσια για να τα μυήσουν στον σατανισμό. πολλά από αυτά με ειδικές τελετές.


Πρωταγωνιστές της πρωτοφανούς υπόθεσης ήταν οι:

Ασημάκης (Μάκη τον φωνάζουν) Κατσούλας του Ιωάννη. Όταν εξαρθρώθηκε η συμμορία, ήταν 21 χρονών, σπουδαστής ψυχολογίας. Γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και έμενε στην Παλλήνη Αττικής. Υπηρετούσε παράλληλα τη στρατιωτική του θητεία εκείνη την εποχή στο πολεμικό ναυτικό (Ναύσταθμο Σαλαμίνας).

Μανόλης (Μάνος) Δημητροκάλης του Γεωργίου, τότε 19 χρονών. Είχε γεννηθεί το 1974 στην Αθήνα και έμενε στην Παλλήνη. Εκείνη την εποχή ήταν στρατιώτης. Υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στη Χίο.

Δήμητρα Μαργέτη του Παναγιώτη. Τότε μόλις 18 χρονών. Εργαζόταν σε κομμωτήριο στην Αγία Παρασκευή. Γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα, έμενε κι αυτή στην Παλλήνη.

Στην υπόθεση είχαν εμπλακεί κι άλλα άτομα. τα οποία κατηγορήθηκαν και κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Θα αναφερθώ σε αυτά παρακάτω, όταν φτάσουμε στην εκδίκαση της υπόθεσης.

O Κατσούλας χαρακτηρίστηκε ως αρχηγός των σατανιστών, υπαρχηγός ήταν o Δημητροκάλης και Ιέρεια η Μαργέτη - είχαν μάλιστα και σατανικά ονόματα, όπως οι ίδιοι αποκάλυψαν κατά την ανάκριση, μετά τη σύλληψή τους. O Κατσούλας ονομαζόταν Άμμων, o οποίος ήταν κατά τους αρχαίους Αιγύπτιους o θεός του φωτός και του ήλιου, ενώ o Δημητροκάλης ονομαζόταν Αίνιγμα και η Μαργέτη Άσλα. Άλλοι που είχαν μυηθεί έφεραν ονόματα όπως Λούσιφερ, Βελιάλ, Κτούλου και άλλα.

Στον βωμό του Εωσφόρου θυσιάστηκαν τότε δύο γυναίκες, με τους σατανιστές να κατηγορούνται και για μία τρίτη δολοφονία, για την οποία όμως δεν προέκυψαν στοιχεία κατά την ακροαματική διαδικασία στο κακουργιοδικείο. Τα δύο θύματα ήταν οι:

Θεοδώρα (Δώρα τη φώναζαν) Συροπούλου του Ζαχαρία, 14 χρονών, μαθήτρια γυμνασίου. Είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη το 1978 και έμενε στην Παλλήνη Αττικής.

Γαρυφαλλιά Γιούργα, σύζυγος Φίλιππα, 28 χρονών. μητέρα δύο παιδιών. Είχε γεννηθεί το 1963 στην Πέρδικα Θεσπρωτίας κι έμενε με την οικογένειά της στην περιοχή Γλυκά Νερά Αττικής. Εργαζόταν ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία».

Οι δύο γυναίκες είχαν εξαφανισθεί και οι έρευνες της αστυνομίας για τον εντοπισμό τους απέβαιναν άκαρπες. οι γονείς και οι συγγενείς τους δεν μπορούσαν να φαντασθούν όσα είχαν συμβεί στα αγαπημένα τους πρόσωπα και ήλπιζαν πως κάποια στιγμή θα τις έβρισκαν. Μάλιστα, μία πληροφορία που είχε δοθεί περί τα τέλη Ιανουαρίου 1993 στην Ασφάλεια για τη 14χρονη μαθήτρια είχε αναπτερώσει περισσότερο το ηθικό και τις ελπίδες της οικογένειας Συροπούλου. Σύμφωνα με αυτή την πληροφορία, η Δώρα είχε θεαθεί σε μπαρ στην πόλη Αμβέρσα του Βελγίου, να εργάζεται ως σερβιτόρα. Ιδιοκτήτρια του μπαρ ήταν μια Ελληνίδα. Η πληροφορία ερευνήθηκε μέσω της Ιντερπόλ και, βέβαια, δεν επιβεβαιώθηκε, αφού εκείνην την εποχή η κοπέλα είχε ήδη θυσιασθεί στον Εωσφόρο.

Τα συγκλονιστικά γεγονότα ήλθαν στο φως της δημοσιότητας Χριστούγεννα του 1993 αλλά είχαν αρχίσει να διαδραματίζονται περίπου δυόμισι χρόνια πριν - τελετές μαύρης μαγείας γίνονταν από πολύ νωρίτερα. Κατσούλας και Δημητροκάλης προσηλύτιζαν νέα παιδιά, τα οποία μυούσαν σε τελετές σατανισμού και μαύρης μαγείας που διοργάνωναν σε διάφορα σημεία που είχαν επιλέξει. και συγκεκριμένα άλλοτε στο σπίτι του Κατσούλα, άλλοτε σε μια αποθήκη που είχαν διαμορφώσει κατάλληλα στο εγκαταλειμμένο εργοστάσιο «Καμπά» στην Παλλήνη, τις περισσότερες φορές σε έναν χώρο που είχαν επίσης διαμορφώσει κατάλληλα στην περιοχή Σέσι Κορωπίου, καθώς και σε άλλες περιοχές που επέλεγαν κατά περίπτωση. Στις τελετές μαύρης μαγείας που οργάνωναν χρησιμοποιούσαν διάφορα αντικείμενα-σύμβολα, όπως μαύρα κεριά, μαύρα πανιά, πεντάλφες και διάφορα άλλα σατανιστικά σκεύη.

Για να πάρουμε μια ιδέα του τι διαδραματιζόταν τότε, νομίζω ότι μπορούμε να δούμε ορισμένα αποσπάσματα από τις μαρτυρικές καταθέσεις των κοριτσιών που είχαν μυηθεί στον Σατανά. Ίσως κάποιες ή κάποιοι, διαβάζοντας αυτά τα αλλοπρόσαλλα τερατουργήματα. να μάθουν να προφυλάσσονται και να προφυλάσσουν τους δικούς τους ανθρώπους από τέτοιες περίεργες καταστάσεις. Μιλάνε για σεξουαλικά όργια, απειλές και γενικά για τον τρόπο δράσης των σατανιστών, και κυρίως του αρχηγού τους. Απάλειψα κάποια σημεία που κατά την άποψή μου δεν πρέπει να αναφερθούν, και εννοείται ότι για λόγους δεοντολογίας δεν θα παραθέσω τα ονόματα των μαρτύρων, αλλά μόνο την ηλικία τους εκείνης της εποχής.


20χρονη ιδιωτική υπάλληλος

«Κάποια στιγμή του χειμώνα του 1993, με πλησίασε o Μάκης λέγοντάς μου ότι οι δαίμονες της Κόλασης είναι πολύ δυσαρεστημένοι μαζί μου γιατί πιστεύουν ότι είμαι άπιστη. Συνεχίζοντας, μου 'πε ότι, προκειμένου να αλλάξουν γνώμη, θα ήθελαν εγώ να κάνω ένα από τα παρακάτω τρία πράγματα: Ή να σκοτώσω κάποιον άνθρωπο, ή να σκοτώσω κάποιο ζώο ή, τέλος, οποτεδήποτε με φωνάξει σε διάστημα δύο μηνών, να ανεχθώ κάποιες σεξουαλικές πράξεις. Διορθώνω, ότι δεν θα σκότωνα εγώ τον άνθρωπο, αλλά εκείνος, απλά εγώ θα του τον πήγαινα. Αρνήθηκα κατηγορηματικά για τα δύο πρώτα, φοβούμενη δε, αναγκάστηκα να δεχθώ το τρίτο. Όλα αυτά εξελίχθησαν στον μαντρότοιχο, πιο κάτω από το σπίτι του Μάκη, που έχω προαναφέρει. Στη συνέχεια πήγαμε σπίτι του και μπήκαμε στο δωμάτιό του από την μπαλκονόπορτα. Με διέταξε να γδυθώ, μου έδεσε σφιχτά τα μάτια γιατί δεν επιτρεπόταν να βλέπω, άρχισε να με χαϊδεύει... [νομίζω ότι δεν χρειάζεται να παραθέσω τις λεπτομέρειες]. Καθ' όλη τη διάρκεια ισχυριζόταν ότι κάποιος "αρχαίος δαίμονας” έμπαινε στο κορμί του και ενεργούσε και όχι αυτός, μάλιστα δε, έπρεπε να τον κολακεύω τυφλά, διαφορετικά θα με σκότωνε εκείνη τη στιγμή. Τη δεύτερη φορά, με κάλεσε μετά από μία βδομάδα και ισχυριζόμενος ακριβώς τα ίδια πράγματα με διέταξε να ξαπλώσω ανάσκελα στο πάτωμα [...] Αυτή τη φορά, εκτός του ότι μου έδεσε τα μάτια, μου φόρεσε και χειροπέδες. Στο σπίτι του με φώναξε πήγα για τον ίδιο σκοπό άλλες δύο φορές. Ενήργησε πάλι τα ίδια πράγματα. Τελικά, δηλαδή αναγκάσθηκα να υποστώ τις σεξουαλικές του ανωμαλίες τέσσερις φορές σε διάστημα δύο μηνών. Αισθάνομαι ντροπή και αποτροπιασμό για όσα συνέβησαν και θέλω να τονίσω ότι αναγκάσθηκα να υποστώ και να ικανοποιήσω όλα αυτά, ύστερα από έντονη ψυχοσωματική βία που άσκησε πάνω μου. Πίστευα δυνατά ότι, αν αρνιόμουν τις προτάσεις του, θα πάθαινα μέσα μου κακό. Μην αντέχοντας όλα αυτά, διέκοψα τις επαφές μου με τον Μάκη τον Μάρτιο του 1993. Έκτοτε, δεν τον ξαναείδα».


Δεκαεννιάχρονη σερβιτόρα

«Συνέχιζα να πηγαίνω απογεύματα στο σπίτι του Μάκη,όπου άλλοτε ήμασταν μόνοι μας και άλλοτε με κάποια από τα άτομα που ήδη έχω αναφέρει, ακούγαμε μουσική και παίζαμε σκάκι. Με την εκπνοή του δεύτερου δεκαημέρου του Μαρτίου του ίδιου έτους,είχα πειστεί. από τον Μάκη, να γίνω σατανίστρια. Ημέρα Σάββατο. γύρω στις 11:00 μ.μ., πήγα στο σπίτι του Μάκη. όπου ήδη ήταν και o Μάνος με τον Μπάμπη, για να μυηθώ. Αφού ετοιμάσαμε τον βωμό, εγώ, κατ' επιταγή του Μάκη, γδύθηκα, στάθηκα γονατιστή μπροστά στον βωμό, κρατώντας στα χέρια μου ένα μικρό μεταλλικό ξιφάκι. o Μάνος και o Μπάμπης ντυμένοι στάθηκαν όρθιοι κοντά στις άκρες του βωμού δεξιά και αριστερά μου, και o Μάκης εκινείτο κυκλικά γύρω μας απαγγέλλοντας αποσπάσματα από σατανικό βιβλίο και εγώ επαναλάμβανα. Η διαδικασία κράτησε μισή περίπου ώρα. Μετά την τελετή ντύθηκα, και αφού συζητήσαμε για κάποια ώρα έφυγα για το σπίτι μου, με συνόδευσε ο Μπάμπης. με το αυτοκίνητό του, όπου έφτασα στις 2:00 η ώρα το βράδυ. Δύο Σάββατα αργότερα, μετά από ραντεβού που κανόνισε o Μάκης, πάντα αυτός κανόνιζε τα ραντεβού, παραβρέθηκα σε άλλη τελετή, στην οποία συμμετείχαμε συνολικά επτά άτομα. Εγώ, o Μάκης, o Μάνος, o Μπάμπης, η Δήμητρα και δυο ακόμη κοπέλες που δεν γνώριζα και μετά έμαθα το όνομα της μιας μόνο, την έλεγαν Βαρβάρα. Στην τελετή αυτή, έχοντας το ίδιο ντεκόρ στο δωμάτιο, η μια κοπέλα γυμνή, όπως και οι υπόλοιπες, ξάπλωσε μπροστά στον βωμό, οι άλλες πίσω της όρθιες, οι άνδρες απέναντι και για μισή ώρα επαναλαμβάναμε ό,τι διάβαζε o Μάκης. Μετά το πέρας βγήκαμε όλοι έξω και περνούσε στον χώρο της τελετής ένας ένας και έλεγε μια επιθυμία προς τον Μάκη-Άμμωνα, που ήθελε να πραγματοποιηθεί. Μετά το πέρας και αυτής της διαδικασίας, εγώ, o Μάκης και o Μπάμπης μείναμε στον χώρο της τελετής, εγώ γυμνή και ο Μάκης μ' ένα ξυραφάκι με έκοψε λίγο στο μέσον του μηρού και προς τα έξω. Ντύθηκα στη συνέχεια και έφυγα. Μετά από αυτό, πήγα μια δυο φορές στο σπίτι του Μάκη και σταμάτησα».


Δεκαεννιάχρονη φοιτήτρια

« Στο διάστημα της γνωριμίας μας με τον Μάκη, μου μιλούσε συνέχεια για μαύρη μαγεία, καθώς και για ορισμένα σύμβολα και τη δύναμη που θα μπορούσαν να έχουν αυτά. Είχε βρει τον τρόπο και με καθοδηγούσε χωρίς να μπορώ να καταλάβω πώς συνέβαινε αυτό. Τον καιρό εκείνο νόμιζα ότι ζούσα σε ένα όνειρο. Μετά το στάδιο της μύησής μου, είμαστε οι δυο μας. Για να γίνει αυτή η μύησή μου στον Σατανά, όπως μου έλεγε, έπρεπε να ήμουν γυμνή, όπως κι έγινε. Μου έδωσε κάτι χειρόγραφα να διαβάσω και, αφού τελείωσε το στάδιο αυτό. άρχισε να με θωπεύει δυνατά, χωρίς εγώ να είμαι σε θέση να αντιδράσω. Συνέχισε ώσπου έφτασε να μου κάνει έρωτα. Δεν το ήθελα. Έγινε παρά τη θέλησή μου. Δεν μπορούσα να αντιδράσω. όπως προανέφερα, γιατί o Μάκης, με λόγια που έλεγε, μου ασκούσε έντονη ψυχολογική βία. Έλεγε τέσσερις πέντε κουβέντες που γενικά φόβιζαν τον άλλο.

H γνωριμία μου με τον Μάκη κράτησε γύρω στους τρεις μήνες, οπότε και ξέκοψα, αφού κατάλαβα, μέσω των δικών μου, περί τίνος πρόκειται».

Εικοσάχρονη ιδιωτική υπάλληλος

« Την 31η Ιουλίου 1992 τηλεφώνησα στον Μάκη και του ζήτησα να με μυήσει στον σατανισμό. Κανονίσαμε ραντεβού στο σπίτι του περί τη 10:30 μ.μ. της 1ης Αυγούστου 1992. Πήγα μόνη μου στο σπίτι του και ήταν και αυτός μόνος του. Καθίσαμε στην κρεβατοκάμαρα και άρχισε να μου λέει για τον σατανισμό. Μου έλεγε πως υπάρχουν οι δαίμονες και οι αρχαίοι δαίμονες. Οι αρχαίοι δαίμονες δημιούργησαν τον Σατανά και τον Θεό, τον Παράδεισο και την Κόλαση. Εμένα μου είπε πως ήθελε να με μυήσει "Λεβιάθαν”, δηλαδή "τοπ” των αρχαίων δαιμόνων, των ισχυρότερων του σατανισμού. Αφού λοιπόν με πληροφόρησε για τον σατανισμό, μου είπε πως πρώτα θα βάλει μέσα μου έναν δαίμονα με όνομα "Ψευτοκαμπαναριό” για να προετοιμάσει το έδαφος και μετά να μπει o "Λεβιάθαν”. Προς στιγμή χάνεται σε άλλο δωμάτιο και εμφανίζεται σε λίγα λεπτά πάλι, κρατώντας ένα όπλο, σαν πιστόλι, στα χέρια του, και με τη φωνή του αλλαγμένη έκανε πως είναι o δαίμονας "Ψευτοκαμπαναριό”, και με το όπλο που κρατούσε πυροβόλησε ένα κάδρο στον τοίχο πίσω μου και έκανε διάφορες φιγούρες με το όπλο. Με αυτές τις εκδηλώσεις άρχισα να φοβάμαι αλλά δεν σκεπτόμουνα πως θα μπορούσα να φύγω. Στη συνέχεια. με μία σύριγγα μου πήρε αίμα από το ένα μου χέρι. για να το πιει o Σατανάς και να μυηθώ [...] Τότε ακούσθηκε ένας δυνατός κρότος, δεν γνωρίζω από τι [...] καθ' υπόδειξή του εγώ, έχοντας σκυμμένο το κεφάλι, ζήτησα από τον "Λεβιάθαν” να κατέβω στην Κόλαση. Εκείνη τη στιγμή o Μάκης είχε καθίσει σε μικρή απόσταση από εμένα. Πήρα αρνητική απάντηση από τον Μάκη, που μιλούσε με φωνή αλλαγμένη παριστάνοντας τον δαίμονα,και κατά προτροπή του είπα ότι είμαι έτοιμη να κάνω ό,τι χρειάζεται για να πείσω τον δαίμονα πως είμαι έτοιμη. Τότε ο Μάκης, με αλλαγμένη τη φωνή, μου είπε "Δέχεσαι να βασανιστείς και [...] από έναν αρχαίο βασανιστή; τότε εγώ απάντησα πως δέχομαι. Την ώρα εκείνη μου ζήτησε να έχω το κεφάλι σκυμμένο, να λέω από μέσα μου το Πάτερ Ημών για ξεφτίλα και να κάνω ό,τι μου λέει o δαίμονας που θα μπει στο δωμάτιο. Ο Μάκης με αλλαγμένη φωνή είπε ''είμαι ο 'νόβα', γδύσου ”. Εγώ αμέσως γδύθηκα. Μου έδεσε τα μάτια με ένα μαντίλι, με έβαλε να κάνω επίκυψη με τα χέρια σ' έναν καναπέ, με έδειρε με μία ελαστική ράβδο δέκα φορές, με χαράκωσε με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο πίσω στον γλουτό, έχει μείνει σημάδι, και άρχισε να τρέχει αίμα στα πόδια μου. Με ρώτησε αν ενοχλούμαι από το χαράκωμα, του απάντησα όχι και αυτός παραξενεύτηκε. Μου έβαλε λευκοπλάστη στην πληγή αλλά το αίμα εξακολουθούσε να τρέχει και μετά με βίασε. Μου είπε ότι αυτό το γεγονός θα πρέπει να γίνει συνολικά εννέα φορές και μετά θα μπορέσω να κατέβω στην Κόλαση. Μετά [...] κανονίσαμε με ποιον τρόπο θα πραγματοποιήσουμε τα επόμενα ραντεβού για να ολοκληρωθεί η μύηση και να μπορώ να κατέβω στην Κόλαση, αυτός ήταν ο σκοπός μου, φόρεσα τα ρούχα μου και έφυγα για το σπίτι μου. Την επόμενη τον κάλεσα στο τηλέφωνο, κλείσαμε ραντεβού στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής για τις 11:00 το βράδυ περίπου. Συναντηθήκαμε, επιβιβάσθηκσ, στο αυτοκίνητό του μετά από μία περίπου ώρα ταξίδι. Κάπου ανατολικά του σημείου που συναντηθήκαμε, σταμάτησε σε μία ερημική τοποθεσία. Εκεί, αφού μου ζήτησε να βγάλω όλα τα ρούχα μου, υπάκουσα. Βγήκαμε από το αυτοκίνητο... [αναφέρει ότι και πάλι τη βίασε]. Μετά ντύθηκα, και με το αυτοκίνητό του γυρίσαμε στο σημείο που είχαμε συναντηθεί. Κλείσαμε ραντεβού στο σπίτι του για τη 1:00 η ώρα το επόμενο βράδυ, μου έδωσε διακόσιες δραχμές για ταξί, κατέβηκα από το αυτοκίνητο και πήγα σπίτι μου. Δεν τόλμησα να μιλήσω σε κανέναν για όλα αυτά, από φόβο. Την επόμενη νύκτα. όπως είχαμε πει, πήγα στο σπίτι του, κτύπησα το παράθυρο του δωματίου του, όπως μου είχε πει, ήταν ισόγειο το σπίτι. και με έβαλε μέσα από το συρόμενο παράθυρο. Μου ζήτησε να μην κάνω θόρυβο γιατί στο σπίτι κοιμούνται οι γονείς του. Μου είπε, στη συνέχεια, o Μάκης πως απόψε θα μας επισκεφθεί o αρχαίος ”Κτούλου” και θα μου μιλήσει. Σε λίγο, o Μάκης με αλλαγμένη φωνή. παριστάνοντας τον ''Κτούλου”, μου είπε "θα σου βάλω κάποιον ανώτερο αρχαίο για να σε βιάσει". Γδύθηκα και, αφού με έβαλε ανάσκελα στο κρεβάτι, με βίασε. ενώ τα μάτια μου τα είχε δεμένα, και στη συνέχεια με ένα στιλό έγραφε-ζωγράφιζε πάνω στο γυμνό μου σώμα διάφορα σύμβολα και πάνω από την κοιλιά μου έγραψε: "λούσιφερ=εωσφόρος»”, και μου ζήτησε να φύγω αμέσως για να πετύχει το ξόρκι, πράγμα που έκανα, φθάνοντας με ταξί σπίτι μου γύρω στις 2:30 περίπου. Μέχρι να ολοκληρωθούν οι επτά βιασμοί μου, πήγαινα κάθε βράδυ σπίτι του και επαναλαμβανόταν το ίδιο σκηνικό. Την όγδοη φορά ήταν εικονική η ερωτική πράξη, δηλαδή δεν κάναμε ολοκληρωμένο σεξ, κατά την επιθυμία του, αυτός όμως εκσπερμάτωσε πάνω στο σώμα μου. Και, όπως μου είπε, δεν μου έκανε κανονικά ερωτική πράξη γιατί με συμπαθούσε και δεν ήθελε να με πονέσει. Μετά από λίγο μου είπε πως επειδή η εικονική μου ερωτική πράξη έγινε αντιληπτή από κάποιους ανώτερους αρχαίους δαίμονες, χάλασε όλη η προσπάθεια και δεν θα μπορούσα να κατέβω στην Κόλαση».

Νομίζω ότι πήρατε μια ιδέα για όσα γίνονταν στις μυήσεις και για το πώς συμπεριφερόταν στα κοριτσάκια o «Αρχιερέας του Σκότους». Έχω στο αρχείο μου κι άλλες καταθέσεις κοριτσιών και θα μπορούσα να παραθέσω κι άλλα αποσπάσματα, πιστεύω όμως ότι αυτά είναι αρκετά.

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα πώς δρούσε η συμμορία των σατανιστών που δολοφόνησε τις δύο γυναίκες και πώς αποκαλύφθηκε αυτή η τραγική ιστορία.

Για τη συνέχεια πατήστε ΕΔΩ

Κυριακή, Δεκεμβρίου 15, 2024

Η ομοφωνία των βασικών πολιτικών κομμάτων της χώρας σε σχέση με τη μικρασιατική εκστρατεία

Αξίζει να τονιστεί ότι για πρώτη φορά, έπειτα από αρκετά χρόνια, και τα δύο μεγάλα κόμματα της Ελλάδας συμφωνούσαν στα βασικά σημεία της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. οι Φιλελεύθεροι υποστήριζαν την ενίσχυση και την προέλαση του ελληνικού στρατού. Θεωρούσαν τη Συνθήκη των Σεβρών δικό τους επίτευγμα και πίστευαν ότι αν δεν είχε γίνει η παλινόρθωση του βασιλιά, η Ελλάδα δεν θα αντιμετώπιζε τις δυσκολίες και τα προβλήματα που εμφανίστηκαν μετά τις «μοιραίες » για τη χώρα εκλογές. Ταυτόχρονα οι Φιλελεύθεροι με αυτή την «πατριωτική» στάση τους ήθελαν να δώσουν την εντύπωση ότι είχαν ξεπεράσει τα πολιτικά πάθη και καταδίκαζαν τις διώξεις των βενιζελικών τη στιγμή που, όπως ισχυριζονταν, «όλοι Ελληνες είμαστε» και «πολεμούμε για τον ίδιο σκοπό ».

Αντίθετα, στη μικρασιατική εκστρατεία αντιτάχθηκε από την πρώτη στιγμή το νεαρό τότε Σοσιαλιστικό Κόμμα Εργατών Ελλάδας (ΣΕΚΕ), το οποίο θα μετονομαζόταν το 1924 σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Οι κομμουνιστές χαρακτήριζαν την προέλαση του ελληνικού στρατού ιμπεριαλιστικό και τυχοδιωκτικό πόλεμο, ο οποίος εξυπηρετούσε μόνο τα συμφέροντα της ελληνικής άρχουσας τάξης και των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, Αγγλίας και Γαλλίας, που ήθελαν να καταπνιξουν τον «εθνικοαπελευθερωτικό» αγώνα του κεμαλικού κινήματος. Τα μέλη του ΣΕΚΕ διεξήγαγαν δραστήρια προπαγάνδα τόσο στο μέτωπο όσο και στα μετόπισθεν, προειδοποιώντας για τις καταστρεπτικές συνέπειες της συνέχειας του πολέμου, καλώντας το λαό να αγωνιστεί για την ανατροπή του βασιλιά και την ειρήνευση στη βάση της συνεννόησης με τον τουρκικό λαό.

Τη γενική ομοφωνία και αισιοδοξία των βασικών πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας δεν συμμεριζόταν ούτε o ίδιος o Ελευθέριος Βενιζέλος. Βλέποντας την κακή κατάσταση του ελληνικού στρατού (ιδίως μετά την απομάκρυνση των έμπειρων βενιζελικών αξιωματικών), τη συνεχιζόμενη απομόνωση της χώρας, και τις γαλλοϊταλικές διαθέσεις αναθεώρησης της Συνθήκης των Σεβρών και την προσέγγισή τους με τον Ατατούρκ, πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση την αμυντική σύμπτυξη του μετώπου στην ευρύτερη περιφέρεια της Σμύρνης. Ομως η αντιβενιζελική παράταξη δεν δέχτηκε την πρόταση, παρά το γεγονός ότι έβλεπε τις ολοένα και αυξανόμενες δυσκολίες της επιθετικής στρατηγικής. Μάλιστα ο Γούναρης υπερηφανευόταν σε λόγο του στην ελληνική Βουλή ότι επί της κυβέρνησής του η Ελλάδα είναι μεγαλύτερη από ποτέ, αφού «κατέχομεν σήμερα μικρασιατικό έδαφος 100 χιλιάδων περίστου τετραγωνικών χιλιομέτρων, απέναντι των 16 χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων της Συνθήκης των Σεβρών». Τόσο ο Κωνσταντίνος όσο και ο Γούναρης, στο πλαίσιο της προσωπικής πλέον κόντρας τους με τον Βενιζέλο, δεν ήθελαν να αποδοθεί η ευθύνη για «απώλεια εθνικού εδάφους» στις δικές τους επιλογές και στη δική τους ανικανότητα να διευθύνουν τη μικρασιατική εκστρατεία. Ιδιαίτερα βάραινε στην απόφασή τους η τύχη των ελληνικής καταγωγής πληθυσμών, σε περίπτωση που η διακοπή της εκστρατείας. Δεν ήθελαν να κατηγορηθούν ότι εγκατέλειπαν τον ελληνικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας στις διαθέσεις των εθνικιστών κεμαλικών.

Από την άλλη πλευρά όμως, η ίδια η παρουσία του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία υπονόμευε το μέλλον των χριστιανών που ζούσαν στο έδαφός της. Με ελάχιστους πόρους στη διάθεσή τους οι Έλληνες αξιωματικοί στο μέτωπο έβλεπαν ως αναγκαίο κακό τη λεηλασία των μουσουλμανικών πληθυσμών ώστε να συντηρηθεί ο ελληνικός στρατός. Η δραματική οικονομική κατάσταση της Ελλάδας επέβαλλε τη μετάθεση των εξόδων κατοχής στους ήδη εξαθλιωμένους κατοίκους των κατακτημένων περιοχών. Η κακομεταχείρισή τους ενίσχυε τη θέση των εθνικιστών Τούρκων για ανάγκη άμεσης εθνικής εκκαθάρισης της Τουρκίας, παρά το γεγονός ότι επί αιώνες χριστιανοί και μουσουλμάνοι συνυπήρχαν ειρηνικά.

Με την άποψη της άμεσης σύμπτυξης του ελληνικού στρατού συμφωνούσε και ο Δημήτριος Ράλλης, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1921 παραιτήθηκε λόγω της διαφωνίας του με τον Δημήτριο Γούναρη, τόσο σε σχέση με την ανάγκη σύμπτυξης του στρατού όσο και σε σχέση με την πιθανότητα ανάθεσης κάποιου διπλωματικού ρόλου στον Βενιζέλο. Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Νικόλαος Καλογερόπουλος που έλαβε μέρος στη Διασυμμαχική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, τον Μάρτιο του 1921. Η συνδιάσκεψη κατέληξε σε αποτυχία καθώς τόσο οι Ελληνες όσο και οι κεμαλικοί διαφώνησαν με το σχέδιο της Αντάντ για «μερική αναθεώρηση» της Συνθήκης των Σεβρών. Ηταν όμως η πρώτη φορά που καλούνταν κεμαλική αντιπροσωπεία σε διεθνές συνέδριο, κάτι που αποδείκνυε την de facto αναγνώριση του κεμαλικού καθεστώτος.

Η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να διασκεδάσει τις δυσμενείς εντυπώσεις που δημιούργησε στο εσωτερικό της χώρας η αποτυχία ανεύρεσης ειρηνευτικής λύσης στην ευρωπαϊκή συνδιάσκεψη και η διπλωματική αναβάθμιση του Ατατούρκ, επιχειρώντας μια νέα επιχείρηση κατάληψης της γραμμής Εσκί Σεχίρ Αφιόν Καραχισάρ. Την επίθεση αποφάσισε στρατιωτικό συμβούλιο, υπό την ηγεσία του βασιλιά Κωνσταντίνου, που έγινε στη Σμύρνη στις 25 Μαρτίου του 1921 (σε μια συμβολικά επιλεγμένη χρονική στιγμή, εκατό ακριβώς χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση). Ως στόχος ορίστηκε η κατάληψη της Άγκυρας, ενέργεια η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ελληνικού επιτελείου θα oδηγούσε τον Κεμάλ σε συνθηκολόγηση. Οι προσδοκίες των φιλοβασιλικών ήταν ότι όπως την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων ο Κωνσταντίνος οδήγησε τον ελληνικό στρατό σε συνεχείς στρατιωτικούς θριάμβους, έτσι και σε αυτή τη συγκυρία θα έδινε τη λύση στο αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει ο ελληνικός στρατός. Ομως οι συνθήκες ήταν τελείως διαφορετικές από το 1912, η επίθεση απέτυχε και ο ελληνικός στρατός είχε σοβαρές οστώλειες.

Ο Καλογερόπουλος παραιτήθηκε και τη διακυβέρνηση ανέλαβε o Δημήτριος Γούναρης, o οποίος προτίμησε την επιλογή της συνέχισης της επίθεσης με στόχο την ολική καταστροφή του τουρκικού στρατού, παρά την ειρηνευτική επιλογή που του πρότεινε η Αντάντ τον Ιούνιο του 1921, η οποία προέβλεπε την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Σμύρνη και την αντικατάστασή του από τοπική χωροφυλακή με Ευρωπαίους αξιωματικούς, καθώς και την αποστρατιωτικοποίηση της Ανατολικής Θράκης, η οποία όμως θα παρέμενε υπό την κυριαρχία της Ελλάδας.

Ο Βενιζέλος σε επιστολή του προς το στρατηγό Δαγκλή, τον επικεφαλής της βενιζελικής αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, τον Ιούλιο του 1921 επέκρινε την αρνητική αντιμετώπιση του σχεδίου της Ανταντ από την κυβέρνηση, επισημαίνοντας το «δυστύχημα» ότι και οι Φιλελεύθεροι δεν είχαν καταλάβει την «αληθινή κατάσταση των πραγμάτων». Πράγματι οι βενιζελικοί βουλευτές ήταν ανυποχώρητοι οπαδοί της επιθετικής στρατηγικής παρά το γεγονός ότι ο Βενιζέλος είχε εκφράσει, ήδη ένα χρόνο πριν από την Καταστροφή, στον Δαγκλή την απολύτως αρνητική του άποψη για την εκστρατεία της Άγκυρας, αφού ακόμη και αν ο ελληνικός στρατός κατόρθωνε να καταλάβει την πρωτεύουσα του Κεμάλ, δεν θα μπορούσε ο πόλεμος να τελειώσει νικηφόρα για την Ελλάδα.

Η κατάληψη του Εσκί Σεχίρ, της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ τον Ιούλιο του 1921 φάνηκε να δικαιώνει πρόσκαιρα τις επιλογές του κωνσταντινικού καθεστώτος. Η νέα επίθεση όμως προς την Άγκυρα κατέληξε σε αποτυχία και οι ελληνικές δυνάμεις υποχώρησαν, με μεγάλες απώλειες. Η σταδιακή προσέγγιση του Κεμάλ με τους Γάλλους και τους Ιταλούς αλλά και το νέο σοβιετικό καθεστώς σήμαινε ουσιαστικά την απομόνωση της Ελλάδας από τους παραδοσιακούς συμμάχους της. Η πεντάμηνη σχεδόν περιοδεία του Έλληνα πρωθυπουργού στις διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες από τον Οκτώβριο του 1921 μέχρι τον Μάρτιο του 1922 δεν απέφερε ούτε το απαραίτητο για τη συντήρηση του μικρασιατικού στρατού δάνειο ούτε τη δέσμευση της Αγγλίας σε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο ειρήνης.

Με την επιστροφή του στην Αθήνα ο Γούναρης απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, με αποτέλεσμα να κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση ο Νικόλαος Στράτος, ο οποίος όμως καταψηφίστηκε. Ετσι, ο Γούναρης ανέλαβε να σχηματίσει νέα κυβέρνηση. Άμεση πρωτοβουλία της κυβέρνησης ήταν να αποδεχθεί τους όρους της συμμαχικής συνδιάσκεψης, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους στρατιωτικούς κύκλους, με πρωταγωνιστή τον αρχιστράτηγο Παπούλα, και στην κοινωνία της Μικράς Ασίας.


Οικονομική κρίση

Από την άλλη πλευρά, η οικονομική κατάσταση της χώρας ήταν δραματική. Το ολοένα επιδεινούμενο οικονομικό αδιέξοδο που αντιμετώπιζε η κυβέρνηση Γούναρη την οδήγησε στον αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό του 1922 ο οποίος πραγματοποιήθηκε με έναν εξαιρετικά πρωτότυπο τρόπο: με τη διχοτόμηση όλων των χαρτονομισμάτων άνω των 5 δραχμών σε «Σταύρους» και «Στέμματα». Τα χαρτονομίσματα εκείνης της εποχής είχαν στην αριστερή όψη τους την εικόνα του Γεωργίου Σταύρου, του πρώτου και επί 27 χρόνια διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, και στη δεξιά τον βασιλικό θυρεό. Ο «Σταύρος» ενός χαρτονομίσματος των 100 δραχμών π.χ. είχε πλέον αξία 50 δραχμών ενώ το Στέμμα, το άλλο μισό, μετέτρεπε τον κάτοχό του σε επενδυτή ιδιοκτήτη εικοσαετούς ομολόγου 50 δραχμών (λήγοντος δηλαδή το 1942), εντόκου προς 6,5% με την «εγγύησιν του κράτους». Το σχετικό νόμο εισηγήθηκε στη Βουλή ο υπουργός των Οικονομικών Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης τον Μάρτιο του 1922.

Η οικονομική κατάσταση της χώρας που συντηρούσε για μία δεκαετία σχεδόν το στρατό της επιστρατευμένο συνδεόταν άμεσα με την εξαιρετικά δύσκολη θέση στην οποίοι είχε βρεθεί η κυβέρνηση Γούναρη. Μη έχοντας άλλο περιθώριο ελιγμών ο Γούναρης και ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας Γεώργιος Μπαλτατζής αποφάσισαν να θέσουν «τας τύχας της Ελλάδος εις τας χείρας της Αγγλίας». Ο ελληνικός στρατός σταμάτησε τις επιχειρήσεις και ανέμενε το σχέδιο νέων όρων της ειρήνης που θα αποφάσιζαν οι Σύμμαχοι ελπίζοντας ότι θα είχαν τη διάθεση και τη δυνατότητα να το επιβάλουν στον Ατατούρκ.

Όπως κάθε νέο σχέδιο ειρήνευσης που προσφερόταν στην ελληνική πλευρά, η οποία κάθε φορά μετάνιωνε που δεν είχε δεχτεί το προηγούμενο, οι νέες προτάσεις των Συμμάχων προέβλεπαν σημαντικές ελληνικές υποχωρήσεις: εκτός από την περιοχή της Σμύρνης η Ελλάδα θα έπρεπε να αποχωρήσει και από τη μισή σχεδόν Ανατολική Θράκη. Εξαιτίας κυρίως της τραγικής οικονομικής κατάστασης η ελληνική κυβέρνηση είχε ήδη δεσμευθεί να δεχτεί όποιο σχέδιο ειρήνης πρότειναν οι Σύμμαχοι, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση των Φιλελευθέρων, οι οποίοι ζήτησαν την παραίτηση του Γούναρη και αποχώρησαν από τη συνεδρίαση της Βουλής όπου συζητούνταν η αγγλογαλλική πρόταση (Μάρτιος 1922). Υστερα από τόσες θυσίες που είχε υποστεί o ελληνικός λαός τόσο οι Φιλελεύθεροι όσο και οι αντιβενιζελικοί έλπιζαν σε ένα καλύτερο σχέδιο για τη διευθέτηση των εκκρεμών διαφορών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ της Αντάντ και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η απάντηση της Άγκυρας απελευθέρωσε την Αθήνα από το πιεστικό διλημμα. Ο Κεμάλ δεν αποδέχθηκε το σχέδιο της Αντάντ και απαιτούσε την αποχώρηση του ελληνικού στρατού αμέσως μετά την υπογραφή ανακωχής και πριν από τη συζήτηση οποιωνδήποτε προτάσεων ειρήνης. Στο μεταξύ ο Γούναρης αντικαταστάθηκε πάλι από τον Νικόλαο Στράτο, ο οποίος δεν έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης, και στη συνέχεια την πρωθυπουργία ανέλαβε o Πρωτοπαπαδάκης, ως επικεφαλής κυβερνητικού συνασπισμού. Μία από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης ήταν η αντικατάσταση του αρχιστράτηγου Παπούλα από τον Γεώργιο Χατζανέστη, ο οποίος δεν είχε πολεμική εμπειρία από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων.


ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΚΕΣ: Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΕΞΙ 

Δείτε επίσης:

Μικρασιατική Εκστρατεία: Προς την Καταστροφή



Σάββατο, Δεκεμβρίου 14, 2024

Η «θερμή» φάση του Εθνικού Διχασμού

Ο Κωνσταντίνος, προκειμένου
να μην μπει η χώρα στην περιπέτεια
 ενός εκ των προτέρων χαμένου
πολέμου με την Αντάντ, προτίμησε να
 φύγει κρυφά από την Ελλάδα ώστε
να αποφευχθούν ταραχές
Οι Σύμμαχοι υιοθέτησαν τη θέση του Βενιζέλου ότι η νέα Βουλή ήταν αντισυνταγματική και άρχισαν να εξετάζουν την προοπτική δυναμικής επιβολής του Βενιζέλου στην εξουσία. Γεγονός είναι ότι η απόλυση, για δεύτερη φορά, του Βενιζέλου από την κυβέρνηση δημιουργούσε το απαραίτητο εύφλεκτο υλικό για να μπει ο Εθνικός Διχασμός στη «θερμή» του φάση, δίχως τους κοινοβουλευτικούς περιορισμούς τής μέχρι τότε αντιπαράθεσης των βασικών πρωταγωνιστών. Ήδη τις μέρες των εκλογών στελέχη του κόμματος των Φιλελευθέρων δημιούργησαν στη Θεσσαλονίκη την πρώτη «Επιτροπή Εθνικής Αμύνης», η οποία, λίγους μήνες αργότερα, θα προχωρούσε σε ανοιχτή αμφισβήτηση του κωνσταντινικού καθεστώτος.

Πράγματι, στις 16 Αυγούστου 1916, με την υποστήριξη του συμμαχικού στρατού που είχε αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη, έγινε το κίνημα της Εθνικής Αμύνης, το οποίο ήταν ουσιαστικά ένα πραξικόπημα εναντίον του επίσημου καθεστώτος. Τα επιχειρήματα των βενιζελικών εναντίον του βασιλιά ενισχύθηκαν, τον Σεπτέμβριο, οπότε η πόλη της Καβάλας παραδόθηκε αμαχητί από τον κωνσταντινικό διοικητή της στους Γερμανούς. H παλαιότερη πρόθεση του Βενιζέλου να παραχωρήσει την Καβάλα στους Βούλγαρους έτσι ώστε να συμπράξουν με την Αντάντ, είχε χρησιμοποιηθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, από το φιλοβασιλικό Τύπο ως βασικό τεκμήριο της «μειωμένης ευαισθησίας» του Βενιζέλου στα «εθνικά ζητήματα» και τώρα ήταν η σειρά του βενιζελικού Τύπου να αναδείξει την «εθνοπροδοτική» συμπεριφορά των φιλοβασιλικών.

Η παράδοση της Καβάλας φαίνεται ότι συντέλεσε αποφασιστικά στο να ξεπεράσει ο Βενιζέλος τους δισταγμούς του και να ταχθεί έμπρακτα υπέρ του κινήματος της Εθνικής Αμύνης. Τον Οκτώβριο του 1916 έφυγε από την Αθήνα (αποκλείοντας έτσι πλέον κάθε προοπτική διαπραγμάτευσης με το βασιλιά) και μετέβη στα Χανιά και μετά στη Θεσσαλονίκη όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση με μέλη τον ίδιο, το ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και το στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή. Η νέα κυβέρνηση αμφισβήτησε τη νομιμότητα της κυβέρνησης της Αθήνας και κατήγγειλε το βασιλιά ότι με την πολιτική που ακολουθούσε απομάκρυνε την Ελλάδα από τους παραδοσιακούς φίλους της και οδηγούσε τη χώρα σε «εθνική συμφορά».

Στις 24 Νοεμβρίου 1916, η Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις. Ουσιαστικά οι τελευταίοι μήνες του 1916 βρήκαν την Ελλάδα χωρισμένη σε δύο κράτη. Από τη μια μεριά, το κράτος της Θεσσαλονίκης που περιλάμβανε τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αποφάσισε στρατολόγηση σε μεγάλη κλίμακα στις περιοχές που έλεγχε και οργάνωνε το στρατό που θα πολεμούσε στο πλευρό της Αντάντ. Από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση των Αθηνών που εξακολούθησε να έχει τον έλεγχο της υπόλοιπης χώρας έμεινε πιστή στην πολιτική της ουδετερότητας, αν και ο βασιλιάς θορυβημένος από τις εξελιξεις έσπευσε να βεβαιώσει τους Συμμάχους ότι δεν σκόπευε να μπει στον πόλεμο υπέρ των Κεντρικών Δυνάμεων. Τότε, οι Σύμμαχοι απαίτησαν να αποδειξει έμπρακτα την ουδετερότητα της Ελλάδας: αφού οι Ελληνες είχαν διαταράξει την ισορροπία στο μακεδονικό μέτωπο μετά την κατάσχεση του οπλισμού στο Ρούπελ και την Καβάλα, θα έπρεπε ως αντιστάθμισμα να παραδοθεί στην Αντάντ σημαντική ποσότητα στρατιωτικού υλικού. Ο Κωνσταντίνος αρχικά φάνηκε να συζητά τη συμμαχική πρόταση και 1.2ΟΟ Γάλλοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν στον Πειραιά με σκοπό να παραλάβουν τα πολεμικά εφόδια. Ομως αντιμετωπίστηκαν από πολλαπλάσιους ένοπλους πολίτες που ανήκαν στους φιλοβασιλικούς συνδέσμους των Επίστρατων, με αποτέλεσμα να έχουν πάνω από 200 νεκρούς. Μέσω της χρησιμοποίησης αυτής της ανεπίσημης παραστρατιωτικής οργάνωσης από το κωνσταντινικό καθεστώς δεν χρειάστηκε να έρθει η Ελλάδα, η οποία επίσημα παρέμενε ουδέτερη χώρα, σε άμεση σύγκρουση με τους Συμμάχους.

Οι Επίστρατοι, στρατιώτες που πρόσφατα είχαν αποστρατευτεί, συγκροτούσαν μια μαζική πολιτική οργάνωση που το φθινόπωρο του 1916 ελεγχόταν απόλυτα από το αντιβενιζελικό στρατόπεδο. Το επιχείρημα των αντιβενιζελικών ήταν ότι η στρατιωτική οργάνωση του Επίστρατων ήταν αναγκαία προκειμένου να υπάρχει συγκροτημένη εθνική δύναμη μετά την υποχρεωτική συρρίκνωση του επίσημου στρατεύματος που επέβαλλε η Αντάντ. Στην πράξη οι Επίστρατοι προέβησαν σε εκτεταμένες βιαιοπραγίες εναντίον των βενιζελικών και έφεραν τη χώρα πολύ κοντά σε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο.

Ιδίως μετά την αποχώρηση των γαλλικών δυνάμεων οι Επίστρατοι, βασισμένοι σε φήμες ότι επίκειται βενιζελικό πραξικόπημα, εξαπέλυσαν διωγμούς εναντίον των βενιζελικών με αποτέλεσμα πολλές δολοφονίες, λεηλασίες καταστημάτων και σπιτιών, ξυλοδαρμούς, εξορίες επώνυμων βενιζελικών και καταστροφές βενιζελικών εφημερίδων. Ως απάντηση οι Σύμμαχοι κλιμάκωσαν την πίεσή τους αποκλείοντας εντελώς όλα τα λιμάνια της Παλαιάς Ελλάδας, με συνέπεια να σημειωθούν δραματικές ελλείψεις σε τρόφιμα και βασικά εφόδια. Ηταν η σειρά των αντιβενιζελικών να κατηγορήσουν τους αντιπάλους τους για «εθνική προδοσία», αφού εξαιτίας τους οι δυνάμεις της Αντάντ με τον ναυτικό αποκλεισμό των ελληνικών λιμανιών έμπρακτα αμφισβητούσαν την ελληνική εθνική κυριαρχία.

Η σημαντική πτώση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της Παλαιάς Ελλάδας λόγω του συμμαχικού αποκλεισμού που συνδυαζόταν με το αίσθημα «εθνικής ταπείνωσης» που δημιουργούσε η κατάλυση της ελληνικής κυριαρχίας είχε αποτέλεσμα τη μεταστροφή πολλών μικροϊδιοκτητών γης και μικροαστών που είχαν στηρίξει εκλογικά τον Βενιζέλο στις εκλογές του 1915. Η πολιτική ταύτιση αυτής της σημαντικής μερίδας των ψηφοφόρων της Παλαιάς Ελλάδας με τους φιλοβασιλικούς θα έβγαινε στην επιφάνεια στις επόμενες εκλογές που θα γίνονταν πέντε χρόνια αργότερα. Είναι αξιοσημείωτο ότι τον Δεκέμβριο του 1916 παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία δημόσιες δηλώσεις μετανοίας, υπογεγραμμένες από πρώην βενιζελικούς, που δημοσιεύονταν στον Τύπο και αποκήρυτταν τον «προδότη» και «στασιαστή» Βενιζέλο.

Τον ίδιο μήνα, ο φανατισμός και οι διώξεις εναντίον των βενιζελικών έφτασαν στο αποκορύφωμά τους. Καθαιρέθηκαν οι δημοτικές αρχές της Αθήνας, της Πάτρας και άλλων πόλεων που πρόσκεινταν στους βενιζελικούς και διώχθηκαν οι βενιζελικοί δημόσιοι υπάλληλοι. Παράλληλα χιλιάδες άνθρωποι σε μικρές και μεγάλες πόλεις σε όλη την Ελλάδα συγκεντρώνονταν προκειμένου να αποκηρύξουν δημόσια τον Βενιζέλο. Στις εκδηλώσεις πρωτοστατούσαν o προκαθήμενος και πολλοί επίσκοποι της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (η oποία ήταν ένα από τα ισχυρότερα στηρίγματα του βασιλιά σε όλη τη διάρκεια του Διχασμού). Σε αυτή την, κατά τον ιστορικό Γιώργο Μαυρογορδάτο, «έκρηξη θρησκόληπτης μισαλλοδοξίας» διακηρυσσόταν o «αναθεματισμός» του «πουλημένου προδότη Βενιζέλου», για τον οποίο γινόταν παράκληση στον Θεό «όπως ενσκήψωσι οι πληγές του Ιώβ», «η λέπρα του Ιεχωβά», «οι κεραυνοί της κολάσεως», ενώ όσοι τον ψήφιζαν στις επόμενες εκλογές έγινε έκκληση να «μαραθώσιν αι χέραι, τυφλωθώσιν οι οφθαλμοί και κωφαθώσι τα ώτα τους».


Η επιστροφή του Βενιζέλου στην εξουσία

Η δημιουργία, με τη βοήθεια της Γερμανίας, αντάρτικων σωμάτων που πολέμησαν εναντίον των Συμμάχων στη Βόρεια Ελλάδα, την άνοιξη του 1917, ήταν η τελευταία κίνηση του Κωνσταντίνου, αφού στις 11 Ιουνίου τελεσίγραφο της Αντάντ τον καλούσε να «αποσυρθεί» (χωρίς να παραιτηθεί) από το θρόνο και από την Ελλάδα και να αφήσει το θρόνο στον δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο. Πράγματι ο Κωνσταντίνος, προκειμένου να μην μπει η χώρα στην περιπέτεια ενός εκ των προτέρων χαμένου πολέμου με την Αντάντ, προτίμησε να φύγει κρυφά από την Ελλάδα ώστε να αποφευχθούν ταραχές υποστηρικτές του που πιθανότατα θα παρέμβαιναν βίαια για να τον εμποδίσουν διαδηλώνοντας ταυτόχρονα την αγανάκτησή τους για την «ωμή παρέμβαση» των συμμαχικών δυνάμεων.

Ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα με την πρόθεση να διενεργήσει άμεσα εκλογές, κάτι όμως που ήταν αδύνατο στο πλαίσιο της εμπόλεμης κατάστασης στην οποία ήταν η χώρα. Ταυτόχρονα όμως δεν ήταν δυνατόν να δεχτεί ο Βενιζέλος να συγκυβερνήσει με την αντιβενιζελική Βουλή που είχε προκύψει ύστερα από τις εκλογές του 1915 (από τις οποίες η παράταξή του απείχε). Ετσι κατέφυγε σε μια λύση συνταγματικά αμφιλεγόμενη. Συγκεκριμένα με το βασιλικό διάταγμα της 29ης Ιουνίου 1917, ανακάλεσε προγενέστερο βασιλικό διάταγμα 1915 περί διαλύσεως της προηγούμενης Βουλής και προκηρύξεως νέων εκλογών, γιατί θεωρήθηκε ότι το διάταγμα του 1915 για τη διάλυση της Βουλής εκείνης εκδόθηκε παρά το Σύνταγμα. Ταυτόχρονα καλούσε σε δεύτερη τακτική σύνοδο την «αναστηθείσα» Βουλή του 1915, για τις 12 Ιουλίου του 1917, η οποία έμεινε γνωστή ως η «Βουλή των Λαζάρων».

Παράλληλα, ο Βενιζέλος εξόρισε 30 σημαντικές αντιβενιζελικές προσωπικότητες (ανάμεσά τους και ο Γούναρης) και προέβη σε εκκαθαρίσεις των αντιβενιζελικών στις κρατικές υπηρεσίες, στη Δικαιοσύνη και στην Εκκλησία. Πιο σημαντικές απ' όλες ήταν οι εκκαθαρίσεις στους αξιωματικούς του στρατού με σοβαρές μελλοντικές συνέπειες στην ελληνική πολιτική κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, οπότε κάθε αντίπαλο στρατόπεδο, όταν έπαιρνε την εξουσία, εκκαθάριζε το σώμα των αξιωματικών από βενιζελικούς ή βασιλικούς ανάλογα με την περίπτωση. Μόλις ο Βενιζέλος απέκτησε τον έλεγχο της χώρας, διέθεσε 9 μεραρχίες στο μακεδονικό μέτωπο και με μια αποφασιστική επίθεση, τον Σεπτέμβριο του 1918, συνετρίβησαν οι αντίπαλες αυστριακές, γερμανικές και βουλγαρικές δυνάμεις, με τον ελληνικό στρατό να συμβάλλει αποφασιστικά στη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων.

Κατά τις έντονες διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν τον Μεγάλο Πόλεμο, o Βενιζέλος κατοχύρωσε με τη Συνθήκη του Νεϊγύ, το 1919, την ελληνική κυριαρχία στη Δυτική Θράκη, ενώ πολύ μεγαλύτερα ήταν για την Ελλάδα τα κέρδη από τη Συνθήκη των Σεβρών, το 1920, με την οποία ουσιαστικά διαλυόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πέρα από την παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα, αποφασίστηκε ότι η περιοχή της Σμύρνης θα περνούσε στην ελληνική κυριαρχία, αν αποφάσιζε έτσι ο πληθυσμός της στο δημοψήφισμα που θα ακολουθούσε ύστερα από πέντε χρόνια. Αν και οι χριστιανοί μειοψηφούσαν στην περιοχή της Σμύρνης, ο Βενιζέλος πίστευε ότι χριστιανοί από την υπόλοιπη Μικρά Ασία θα συνέρρεαν στην υπό ελληνική διοίκηση εδαφική επικράτεια έτσι ώστε σύντομα να άλλαζαν τα δημογραφικά δεδομένα της περιοχής υπέρ της Ελλάδας.

Παράλληλα, ο Βενιζέλος έλαβε την εντολή από τους Συμμάχους να προελάσει o ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία έτσι ώστε να είναι προστατευμένες οι μικρές βρετανικές δυνάμεις που έλεγχαν τα Στενά από το σταθερά ενισχυόμενο αντάρτικο κίνημα του Κεμάλ Ατατούρκ που δεν αναγνώριζε την εξουσία του σουλτάνου (ο οποίος ήταν πρόθυμος να δεχθεί τη Συμφωνία των Σεβρών αρκεί να διατηρηθούν τα προνόμιά του). Ετσι, τα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να προελαύνουν στην ημιάναρχη Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία μαστιζόταν από τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του σουλτάνου και των κεμαλιστών.

Το πρόσχημα για την τρίχρονη μικρασιατική εκστρατεία που άρχιζε ο ελληνικός στρατός ήταν η αποκατάσταση της ειρήνης και της τάξης, στην ουσία δηλαδή η επιβολή των της Αντάντ επί των ηττηθέντων Τούρκων. Ο ελληνικός στρατός έγινε δεκτός με πανηγυρισμούς από τους Ελληνες και τους Αρμένιους της Μικράς Ασίας αφού πρόσφατη ήταν η εμπειρία της κακομεταχείρισης των χριστιανικών πληθυσμών μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Αν και πρόθεση του Βενιζέλου ήταν η καλή διοίκηση, η ισονομία και η επίδειξη της ικανότητας των Ελλήνων να διοικήσουν αποτελεσματικά «αλλοφύλους», η απόβαση του ελληνικού στρατού στην ασιατική ήπειρο έγινε αντιληπτή ως «εισβολή» από τη μεριά των Τούρκων εθνικιστών που οργανώνονταν υπό τον Κεμάλ. Η νέα Τουρκία έβλεπε τους Ελληνες ως όργανο του ευρωπαϊκού αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού και άρχισε να προετοιμάζεται για τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο που θα έδιωχνε τους «κατακτητές» από την πατρίδα τους.


ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΚΕΣ: ΟΙ ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΕΞΙ


Την εγκατέλειπε κι εκείνη του έκοψε τα γεννητικά όργανα!

Τα 'χω δει όλα στη μακροχρόνια δημοσιογραφική μου σταδιοδρομία και ό,τι κι αν μου πουν ή ό,τι κι αν ακούσω, δεν μου φαίνεται παράξενο. Το περιστατικό με το οποίο θα ασχοληθώ εδώ είναι πρωτοφανές στα ελληνικά αστυνομικά χρονικά ή μάλλον σπάνιο, κάτι που μπορεί να συμβαίνει κάθε πενήντα χρόνια. Αναφέρομαι στην τιμωρία του άντρα από την ερωμένη του. Ποια ήταν η τιμωρία; Του 'κοψε τα γεννητικά όργανα πάνω στην πράξη για να τον εκδικηθεί, επειδή εκείνος επρόκειτο να τη χωρίσει κι επειδή δεν ήθελε να συνεχίσει άλλο τη σχέση μαζί της!

Ο άντρας, έστω και λαβωμένος, επέζησε, αλλά το πρόβλημα είναι σοβαρότατο και θα το κουβαλάει για όλη τη ζωή του, ενώ κατά καιρούς υποφέρει από τους πόνους. Η τομή του προκάλεσε πολλές οργανικές ανωμαλίες.

Μη φανταστείτε ότι είναι ψεύτικη ιστορία και την έφτιαξα για να περνάμε την ώρα μας ή να εντυπωσιάσω. Μακράν εμού εντυπωσιασμοί και φανταστικές ιστορίες που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Ιδού τι ακριβώς συνέβη: ήταν μεσημέρι της Δευτέρας 11 Φεβρουαρίου 1980. Η Χριστίνα Σπ. , 45 χρόνων (αυτή την ηλικία είχε όταν έγινε το περιστατικό), νοικοκυρά, είχε παντρευτεί μικρή. Με τον άντρα της δεν τα πήγαινε καλά και μετά από λίγα χρόνια χώρισαν. Είχαν φέρει όμως στον κόσμο δύο παιδάκια.

Κατά το 1975, τα 'φτιαξε με έναν τροχονόμο της τότε Χωροφυλακής, πέντε χρόνια μεγαλύτερό της, τον Φίλιππο Σ., παντρεμένος κι αυτός και πατέρας τριών παιδιών. Κι αυτός δεν τα πήγαινέ καλά με τη γυναίκα του και άλλοτε χώριζαν, άλλοτε ξανάσμιγαν.

Με την πάροδο του χρόνου, o Φίλιππος και η Χριστίνα «έδεναν» όλο και περισσότερο και ο ένας αγαπούσε τον άλλον όλο και πιο πολύ. Κάποια εποχή αποφάσισαν να συγκατοικήσουν γιατί περνούσαν καλά. Από το 1975 έως το 1979 έζησαν στο ίδιο σπίτι για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Μια περίοδο μάλιστα έζησαν μαζί τους και τα τρία παιδιά του Φίλιππου.

Κι ενώ ο καιρός περνούσε και το ζευγάρι ζούσε κανονικά, άρχισαν κατά το τέλος του 1979 να καβγαδίζουν. Οι φιλονικίες έγιναν πιο συχνές αργότερα. Στις αρχές Ιανουαρίου του 1980 ο Φίλιππος τα ξανάφτιαξε με τη γυναίκα του κι αποφάσισε πλέον να ζήσει μαζί της και με τα παιδιά τους. Την απόφασή του αυτή ο Φίλιππος τη γνωστοποίησε στη Χριστίνα, η οποία αντέδρασε και δεν μπορούσε να δεχτεί κάτι τέτοιο.

«Δεν πρόκειται να χωρίσουμε. Δεν θα φύγεις» του είπε ορθά κοφτά.

Εκείνος της απάντησε ότι η απόφασή του ήταν αμετάκλητη και ότι καλά είχαν περάσει μαζί όλα αυτά τα χρόνια, αλλά δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο. Τα ξανάφτιαξε με τη γυναίκα του κι έπρεπε να γυρίσει σπίτι.

Η Χριστίνα είδε ότι δεν έφερνε αποτέλεσμα με τα παρακάλια και προς στιγμήν, όπως έλεγε αργότερα, το πήρε απόφαση ότι έπρεπε να δεχτεί τον χωρισμό και για τον απλούστατο λόγο ότι δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Ήθελε όμως και να πάρει εκδίκηση. Αυτή η αγάπη προς τον χωροφύλακα μετατράπηκε σε μίσος, κι αυτό αποδείχτηκε στη συνέχεια.

Προσποιείται ότι τελικά δέχεται νοι χωρίσουν, και μάλιστα του είπε χαρακτηριστικά:

«Άντε στο καλό και να περάσεις καλά από δω και πέρα με τη γυναίκα σου και την οικογένειά σου».

Είχε μαζέψει από πολλές μέρες ο τροχονόμος τα πράγματά του και τα είχε μεταφέρει στο σπίτι του. Είχαν μείνει μια βαλίτσα και κάτι άλλα μικροπράγματα τα οποία όπως είπε ο 50χρονος θα περνούσε να τα πάρει μια άλλη μέρα.

Ήταν μεσημέρι της 11ης Φεβρουαρίου 1980. Συναντήθηκαν τυχαία κατά μία εκδοχή, ενώ κατ' άλλη τηλεφωνήθηκαν και συμφώνησαν να περάσει από το σπίτι της Χριστίνας να πάρει τη βαλίτσα και τα πράγματά του. Πραγματικά, σε λίγη ώρα φτάνει στο σπίτι της o Φίλιππος.

Εκείνη τον καλοδέχεται. Πίσω απ' αυτή τη φαινομενική καλοσύνη όμως έκρυβε ένα οδυνηρό μυστικό. Του πρότεινε να ξαπλώσουν στο κρεβάτι για τελευταία φορά, μια και δεν επρόκειτο να ξαναβρεθούν μαζί αφού πλέον χωρίζουν. Ο 50χρονος δέχτηκε. Ξεντύθηκε και ενώ είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι, η Χριστίνα του λέει:

«Περίμενε. Δεν θα πιούμε κι έναν καφέ; Ξάπλωσε και περίμενέ με».

Έφτιαξε τους καφέδες και πήγε και ξάπλωσε κι αυτή στο κρεβάτι, δίπλα του, φορώντας το νυχτικό της. Μαζί της όμως είχε φέρει κι ένα κοφτερό μαχαίρι, το οποίο έκρυψε γρήγορα κάτω από το μαξιλάρι της.

Κι ενώ επιδόθηκαν σε ερωτικά παιχνίδια και το όργανο του Φίλιππου βρισκόταν σε στύση, η 45χρονη αποφάσισε να δράσει. Τραβάει το μαχαίρι από το μαξιλάρι και σχεδόν του κόβει το μόριο με πρωτοφανή μανία.

«Αυτό σου άξιζε...» του είπε εκδικητικά.

Με φρικτούς πόνους και πλημμυρισμένος στο αίμα, ο 50χρονος πετάχτηκε από το κρεβάτι και βγήκε από το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου. Κατέβηκε αστραπιαία τις σκάλες κρατώντας τα γεννητικά του όργανα που έτρεχαν συνέχεια αίματα. Βγήκε στον δρόμο και κάλεσε βοήθεια.

Διακομίστηκε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών και οι γιατροί τον έβαλαν αμέσως στο χειρουργείο και προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τη «βλάβη». Η κατάστασή του όμως ήταν βαρύτατη και οι γιατροί είπαν πως το πιθανότερο είναι ότι δεν πρόκειται να αποκατασταθεί ποτέ πλήρως η «βλάβη».

Η 45χρονη παραπέμφθηκε στη δικαιοσύνη. Η πρώτη δίκη έγινε στο Κακουργιοδικείο Χαλκίδας και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών και 6 μηνών. Άσκησε έφεση και η δίκη επαναλήφθηκε στο Δευτεροβάθμιο Κακουργιοδικείο Αθηνών τον Νοέμβριο του 1981. κι αυτό το δικαστήριο της επέβαλε την ίδια ποινή, δηλαδή επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Κοιτά την απολογία της η 45χρονη υποστήριξε πως δεν είχε προσχεδιάσει την πράξη της και πως ό,τι έκανε, το σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή.

«Πιστέψτε με δεν ήταν προμελετημένο» επέμενε.

Ο πρόεδρος του δικαστηρίου τη ρώτησε γιατί δεν χώριζαν όπως κάνουν πολλά ζευγάρια, χωρίς να ακολουθήσουν αυτά που διαδραματίστηκαν. H 40χρονη Χριστίνα απάντησε:

« Τον αγάπησα με πάθος, κύριε πρόεδρε. Η αγάπη μου γι' αυτόν ήταν παθιασμένη. Καταλάβετέ με. Δεν ήθελα να τον χάσω. Εκείνη τη στιγμή έχασα το μυαλό μου και δεν ήξερα τι έκανα. Βρέθηκα σε πλήρη σύγχυση».

Σε ερώτηση του εισαγγελέα της έδρας για τη μαχαιριά, η Χριστίνα απάντησε:

«Αισθάνθηκα ότι προσβλήθηκε η αξιοπρέπειά μου. Τον χτύπησα κι εγώ στο όργανο με το οποίο με εξευτέλισε... Όμως τώρα που σκέφτομαι αυτό που έκανα μετανιώνω και ζητάω απ' όλους συγγνώμη».

Ο τροχονόμος δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Εξετάστηκε όμως η σύζυγός του η οποία απαντώντας στις ερωτήσεις του προέδρου τόνισε ότι ο άντρας της δεν είναι καλά, παρά το γεγονός ότι έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα. Πρόσθεσε ακόμη ότι υποφέρει πολύ, επειδή η τομή ήταν μεγάλη και του έχει προκαλέσει οργανικές ανωμαλίες.

Τις ίδιες πληροφορίες μετέφερε στο δικαστήριο και o συνήγορος του 50χρονου αστυνομικού, o οποίος ζήτησε να τιμωρηθεί παραδειγματικά η δράστις για το κακό που έκανε στον πρώην φίλο της.

« Αν ήθελε να τον εκδικηθεί, μπορούσε να βρει άλλον τρόπο, όχι να φτάσει στη βία, και μάλιστα να διαπράξει μια σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα εγκληματική πράξη. Μπορούσαν να χωρίσουν ειρηνικά, όπως χωρίζουν τόσα ζευγάρια» παρατήρησε αγορεύοντας ο εισαγγελέας της έδρας.

Τελικά η 40χρονη έφυγε από το Κακουργιοδικείο χωρίς να καταφέρει να μειώσει ούτε μία μέρα την ποινή που της είχε επιβληθεί πρωτόδικα.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να σας εκμυστηρευτώ ότι προβληματίστηκα αν έπρεπε να συμπεριλάβω αυτό το περιστατικό στο βιβλίο. Όταν άρχισα να το γράφω, μια καλλιεργημένη γυναίκα, που είναι κι αυτή έμπειρη δημοσιογράφος, μου είπε ότι δεν είναι από τα συγκλονιστικά γεγονότα που θα πρέπει να περιλαμβάνει το βιβλίο, και εξέφρασε την άποψη ότι δεν πρέπει να το περιλάβω. Δεν την άκουσα. Είναι στην κρίση σας αν έκανα καλά ή όχι.


Πάνος Σόμπολος: "ΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ " ,Εκδ. ΠΑΤΑΚΗ

Η ΑΡΧΑΙΟΚΑΠΗΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 Του Πάνου Σόμπολου 

Πώς έγδυσαν το μουσείο της Αρχαίας Κορίνθου

To έγκλημα της αρχαιοκαπηλίας ανθεί στην Ελλάδα όσο σε καμιά άλλη χώρα του κόσμου. Και είναι φυσικό να ανθεί εδώ για τον απλούστατο λόγο ότι σχεδόν σε κάθε σημείο της χώρας μας υπάρχει κι ένας αρχαιολογικός χώρος με αρχαία αντικείμενα και θησαυρούς. Πολυπρόσωπα κυκλώματα, τα οποία το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το πώς θα κερδίσουν περισσότερα χρήματα, βάζουν στο μάτι και ρημάζουν τα ελληνικά μουσεία και ξεπουλάνε τις αρχαιότητές μας, που είναι η ιστορία και η οντότητα της φυλής μας. Τις ξεπουλάνε σε πλούσιους και επώνυμους, σε εμπόρους τέχνης και σε μουσεία, μέσω των γνωστών γκαλερί.

Σ' όποιο μήκος και πλάτος του κόσμου κι αν ψάξει κανείς, θα βρει σίγουρα ένα κομμάτι, ένα δείγμα της αρχαίας ελληνικής δημιουργίας. οι διωκτικές αρχές έχουν εξαρθρώσει πάμπολλες συμμορίες αρχαιοκαπήλων και έχουν συλλάβει τρανταχτά ονόματα εμπλεκομένων, Ελλήνων και αλλοδαπών, ενώ έχουν κατασχέσει και παραδώσει στο Υπουργείο Πολιτισμού αμύθητης αξίας αρχαιολογικούς θησαυρούς.

Στη μακροχρόνια δημοσιογραφική μου σταδιοδρομία έχω ασχοληθεί με μεγάλο αριθμό υποθέσεων αρχαιοκαπηλίας. Για κάποιες από αυτές κάναμε ρεπορτάζ για μέρες κι εβδομάδες, λόγω της εξαιρετικής σημασίας που παρουσίαζαν οι αρχαιολογικοί θησαυροί που είχαν βάλει στο χέρι οι αρχαιοκάπηλοι.

Είναι αδύνατο να ασχοληθώ σ' ένα κεφάλαιο με πολλές ή με όλες τις μεγάλες υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας. Για την παρουσίασή τους απαιτούνται ολόκληρα βιβλία κι όχι μόνο ένα. Θα περιοριστώ στην παρουσίαση της λεηλασίας του μουσείου στην Αρχαία Κόρινθο, που είχε χαρακτηριστεί τότε ως η μεγαλύτερη αρχαιοκαπηλία του αιώνα στη χώρα μας, καθώς και σε μερικές άλλες, αλλά σε περιορισμένη έκταση.

Και δικαίως χαρακτηρίστηκε ως η αρχαιοκαπηλία του αιώνα, δεδομένου ότι οι τέσσερις αρχαιοκάπηλοι είχαν αρπάξει συνολικά 271 έργα τεράστιας αρχαιολογικής αξίας, αφού έδεσαν χειροπόδαρα και κακοποίησαν βάναυσα τον νυχτοφύλακα, και μάλιστα είχαν αφαιρέσει και το ποσό του 1.000.000 δραχμών, που προοριζόταν για τη μισθοδοσία του προσωπικού του μουσείου.

Ευτυχώς η υπόθεση είχε αίσιο τέλος καθώς όλος αυτός ο θησαυρός - εννοείται όχι τα χρήματα - , περίπου δέκα χρόνια μετά, εντοπίστηκε στο Μαϊάμι από την Ελληνική Αστυνομία σε συνεργασία με το FBI. Οι αστυνομικοί πρόλαβαν την εκποίησή τους την τελευταία στιγμή. Ήδη πέντε-έξι αντικείμενα είχαν εκτεθεί στον πασίγνωστο οίκο δημοπρασιών Christie's στη Νέα Υόρκη και τα είχε αγοράσει Αμερικανός αρχαιολάτρης, ο οποίος όταν διαπίστωσε ότι ήταν προϊόντα αρχαιοκαπηλίας και μάλιστα από μουσείο, ενημέρωσε το FBI και τα παρέδωσε, αφού προηγήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες. Μετά την ανεύρεση του θησαυρού στο Μαϊάμι, η αστυνομία είχε ανακοινώσει τα ονόματα των τεσσάρων εμπλεκομένων στην πολύκροτη υπόθεση, από τους οποίους οι δύο είχαν συλληφθεί στην Αθήνα και οι άλλοι δύο διέφευγαν τη σύλληψη στη Βενεζουέλα και είχαν εκδοθεί διεθνή εντάλματα σύλληψης.

Στα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν από τη λεηλασία ως την ανεύρεση, είχαμε ασχοληθεί πολλές φορές με τη συγκεκριμένη υπόθεση καθώς παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά και για τον λόγο ότι επρόκειτο για πολύτιμους ιστορικούς θησαυρούς της φυλής μας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή για να φτάσουμε στη συνέχεια στην ευτυχή κατάληξη της υπόθεσης. Εκείνη την εποχή εργαζόμουν στο Έθνος και στην ΕΡΤ και τα ρεπορτάζ μου ήταν αναλυτικά κι έτσι θα τα παρουσιάσω κι εδώ στο συγκεκριμένο κεφάλαιο.


Η εισβολή στο μουσείο

Είναι Μεγάλη Πέμπτη, 12 Απριλίου 1990, ώρα 3 τα ξημερώματα: δύο από τους τέσσερις κακοποιούς, που πέρασαν τον περιφραγμένο εξωτερικό χώρο, ακινητοποιούν τον μοναδικό νυχτοφύλακα Φάνη Κακούρη και τον κακοποιούν βάναυσα.

Όπως είναι φυσικό, o Κακούρης αιφνιδιάζεται. Δεν είχε αντιληφθεί το πέρασμά τους στον εσωτερικό περίβολο και προσπαθεί να αντιδράσει. Βρίσκεται μπροστά στη μανία των αδίστακτων αρχαιοκαπήλων, οι οποίοι δεν ορρωδούν προ ουδενός και εξουδετερώνουν καθετί ικανό να σταθεί εμπόδιο στην επίτευξη του εγκληματικού τους έργου. Τον ρίχνουν κάτω και τον χτυπούν με κάποιο σκληρό αντικείμενο που κρατούσαν, καθώς και με γροθιές και κλοτσιές. Τον φιμώνουν μ' ένα τσιρότο και του δένουν τα χέρια και τα πόδια με ειδικό σχοινί ώστε να μην μπορέσει να λυθεί σε περίπτωση που το επιχειρούσε. Τον αφήνουν αιμόφυρτο σ' ένα δρομάκι, έξω από το κτίριο του μουσείου και συνεχίζουν σύμφωνα με το σχέδιο που είχαν καταστρώσει.

Αμέσως μετά μπάζουν το φορτηγό από την πίσω πλευρά του περίβολου και το πλησιάζουν στο κτίριο για να μπορούν να φορτώσουν πιο άνετα τους θησαυρούς. οι επόμενες κινήσεις τους ήταν να κατευθυνθούν προς την κεντρική είσοδο του κτιρίου του μουσείου και να προσπαθήσουν να την παραβιάσουν με τρυπάνια, καλέμια, λοστάρια και διάφορα άλλα σύνεργα. Συναντούν όμως μεγάλη δυσκολία. Το κοπίδι του τρυπανιού τους έσπασε σε δύο σημεία και με το λοστάρι που χρησιμοποίησαν κατόπιν, δεν κατάφεραν να ανοίξουν την κεντρική είσοδο. Είχαν προβλέψει ακόμα κι αυτό το ενδεχόμενο! Βγάζουν από το φορτηγό τη σκάλα που είχαν μαζί τους και κατευθύνονται προς τη νότια πλευρά του μουσείου για να μπορέσουν να περάσουν από το αίθριο στο εσωτερικό που φυλάσσονται οι ελληνικές συλλογές.

Η σκάλα που χρησιμοποιούν τους βοηθάει ν' ανέβουν στη στέγη του μουσείου. Περπατούν πάνω στα κεραμίδια προς τη βόρεια πλευρά και φτάνουν στην άλλη άκρη, σ' έναν μαντρότοιχο όπου υπήρχε μια άλλη σκάλα του μουσείου, και απ' αυτήν κατέβηκαν στην κεντρική αυλή που την ονομάζουν «αίθριο».

Περνούν στον διάδρομο αλλά βρίσκονται μπροστά σε μια άλλη σιδερόπορτα που τους εμποδίζει να εισέλθουν στις αίθουσες. Σπάζουν τα τζάμια και βάζουν από μέσα το χέρι για να τραβήξουν τον σύρτη. Ήταν όμως αρκετά καλά ασφαλισμένη και δεν τα καταφέρνουν. Αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν και πάλι το τρυπάνι και τα καλέμια τους. Αλλά και πάλι το κοπίδι του τρυπανιού τους σπάει και μένει μέσα στην κλειδαριά που το είχαν χώσει. Θα πρέπει να δυσκολεύτηκαν πάρα πολύ σ' αυτή τη φάση. Αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Ήταν η μόνη δυνατή διέξοδος από την οποία θα μπορούσαν να περάσουν στο εσωτερικό του μουσείου όπου υπήρχαν οι θησαυροί που είχαν βάλει στο μάτι. Βλέπετε, γνώριζαν πολύ καλά τι ζητούσαν.

Καταφέρνουν, τελικά, να κάμψουν τη σιδεριά που υπήρχε στην κλειδαριά και αφού την ανασηκώνουν με το λοστάρι, πετυχαίνουν να την ανοίξουν και να περάσουν στο εσωτερικό. Η πρώτη τους ενέργεια, όπως προκύπτει από την αυτοψία των αστυνομικών της Ασφάλειας, ήταν ν' αρπάξουν από τις βάσεις τους τη μαρμάρινη κεφαλή του Κούρου που ήταν, κατά τους αρχαιολόγους, ο σπουδαιότερος από τους θησαυρούς που ρήμαξαν, καθώς και άλλα μαρμάρινα αντικείμενα. Πέρασαν και στους άλλους χώρους του μουσείου και σήκωσαν ό,τι πιο πολύτιμο υπήρχε. Επίσης άνοιξαν και το ταμείο όπου φυλάσσονταν τα χρήματα για τη μισθοδοσία του προσωπικού και οι εισπράξεις της ημέρας του μουσείου, δηλαδή περίπου 1.000.000 δρχ.

Ακολουθεί νέα προσπάθεια να σπάσουν την κεντρική είσοδο του μουσείου, αυτή τη φορά από τη μέσα πλευρά, για να μπορέσουν να περάσουν τα κλοπιμαία στο φορτηγό τους. Είναι η ίδια πόρτα που δεν μπόρεσαν να σπάσουν από την εξωτερική πλευρά.

Αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνουν. Τους έμειναν μέσα στις κλειδαριές τα κατσαβίδια και τα τρυπάνια, που τα βρήκαν αργότερα οι αστυνομικοί. Μπροστά σ' αυτή την κατάσταση ακολουθούν το ίδιο δρομολόγιο για τη μεταφορά των αγαλμάτων και των άλλων θησαυρών. Με πολλές δυσκολίες μπόρεσαν και τα μετέφεραν στο φορτηγό, με το οποίο και εξαφανίστηκαν χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς.

Δέκα λεπτά πριν από τις 7 το πρωί, όταν o φύλακας Γιώργος Σοφός πήγε να αναλάβει πρωινή βάρδια, βρέθηκε μπροστά στον βαρύτατα τραυματισμένο συνάδελφό του Κακούρη, ο οποίος βογκούσε συνέχεια για να μπορέσει να τον αντιληφθεί αφού ήταν δεμένος και φιμωμένος.

Ο αρχαιοφύλακας Κακούρης διακομίστηκε στο νοσοκομείο της Κορίνθου όπου του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες.

Επειδή όμως η κατάστασή του ήταν σοβαρή, οι γιατροί αποφάσισαν να διακομιστεί στον Ευαγγελισμό στην Αθήνα.

Είχα μιλήσει μαζί του στο νοσοκομείο και μου περιέγραψε την κατάσταση της εισβολής των κακοποιών και της κακοποίησής του, για την οποία κακοποίηση οι γιατροί μου είχαν πει ότι «έφερε κάταγμα στο κρανίο, στην κάτω γνάθο, είχε τέσσερα πλευρά σπασμένα, κακώσεις στο πρόσωπο και σε διάφορα άλλα σημεία του σώματός του». Θυμάμαι ότι είχα συναντήσει στο νοσοκομείο τη σύζυγό του Μαρίνα και τα παιδιά του Βασίλη και Ευαγγελία, που ήταν όλες τις μέρες στο πλευρό του και του έδιναν κουράγιο και δύναμη.

Ακολουθεί γιγαντιαία κινητοποίηση των διωκτικών αρχών. Οι αστυνομικοί έστηναν μπλόκα στα σύνορα και σε όλους τους σταθμούς εξόδου της χώρας, σε μια προσπάθεια να εμποδίσουν τη φυγάδευση των αρχαιολογικών θησαυρών. Αντίστοιχες προσπάθειες έκανε και το Λιμενικό Σώμα. Είχε κινητοποιήσει πλωτά σκάφη που περιπολούσαν από τη μια άκρη του Ιονίου ως την άλλη για εντοπισμό «ύποπτης» θαλαμηγού που πιθανό να μεταφέρει τους θησαυρούς στην Ιταλία ή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Παράλληλα ενημερώθηκαν αμέσως με αναλυτικά σήματα η Ιντερπόλ και οι άλλες αστυνομίες στην Ευρώπη και την Αμερική για τη λεηλασία του μουσείου της Αρχαίας Κορίνθου, ενώ με το θέμα ασχολήθηκαν διεξοδικά τα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης του κόσμου.

Και ενώ τα χρόνια περνούσαν και τα αποτελέσματα των ερευνών ήταν αρνητικά, στους αρχαιολόγους και στους ανθρώπους του Υπουργείου Πολιτισμού εδραιώθηκε η πεποίθηση ότι είναι αμφίβολη πλέον η ανεύρεση του θησαυρού και δεν έκρυψαν την απογοήτευσή τους.

Όμως κοντά στα δέκα χρόνια κάτι άρχισε να διαφαίνεται, πράγμα που χαροποίησε τους πάντες. Η Ασφάλεια, όπως μου είχε πει τότε ο Γιώργος Τζάλλας, ανώτερος αξιωματικός της Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας, παίρνει μια πληροφορία ότι πίσω από την υπόθεση κρύβεται κάποιος που το μικρό του όνομα είναι Τρύφωνας, κατάγεται από τη Λακωνία κι έχει σχέση με τη Βενεζουέλα. Ενημερώνεται αμέσως το FBI.

Κατ' άλλη πληροφορία, έγινε ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή το FBI βρήκε άκρη κι ενημέρωσε την Ελληνική Αστυνομία. Όπως κι αν έχει το πράγμα, σημασία έχει το γεγονός ότι άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι του νήματος και να φτάνουν στο αίσιο αποτέλεσμα που ήταν: ο εντοπισμός των θησαυρών και οι συλλήψεις των αρχαιοκαπήλων.

Έτσι φτάνουμε στις 14 Σεπτεμβρίου 1999, μια ημερομηνία που η Ασφάλεια Αττικής ανακοινώνει πανηγυρικά την ανεύρεση των κλαπέντων από το μουσείο. Είχε εκδοθεί τότε σχετική ανακοίνωση που ανέφερε μεταξύ των άλλων:

«Στο Μαϊάμι, ΗΠΑ, από κλιμάκιο αστυνομικών του Τμήματος Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της Ασφάλειας Αττικής, σε συνεργασία με ειδικούς πράκτορες του FBI της Νέας Υόρκης και του Μαϊάμι, σε χώρο όπου υπάρχουν πολλές αποθήκες, βρέθηκαν σε μία από αυτές και κατασχέθηκαν: δώδεκα πλαστικά κιβώτια, σφραγισμένα με ισχυρή κολλητική ταινία, τα οποία περιείχαν τα αρχαία αντικείμενα, τα οποία είχαν κλαπεί τις νυχτερινές ώρες της 11-12.4.1990 από άγνωστους δράστες από το μουσείο της Αρχαίας Κορίνθου. Τα κατασχεθέντα αντικείμενα στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στα γραφεία του FBI της Νέας Υόρκης, όπου αποσυσκευάστηκαν και ακολούθως εξετάστηκαν και ταυτίστηκαν από την επιμελήτρια αρχαιοτήτων της Αρχαίας Κορίνθου κυρία Ασλαματζίδου Ζωή».

Τέσσερις μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 28 Ιανουαρίου 2000, έχουμε νέες ανακοινώσεις της Ασφάλειας για την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα ανακοινώνεται ότι οι συντονισμένες ενέργειες της Ελληνικής Αστυνομίας, σε συνεργασία με ειδικούς πράκτορες του FBI, είχαν ως αποτέλεσμα να φτάσουν στους δράστες της λεηλασίας.

Συνέλαβαν δύο από αυτούς στην Αθήνα, ενώ αναζητούνται άλλοι δύο που βρίσκονται στο εξωτερικό. Στην ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας αναφέρθηκαν και ονόματα των συλληφθέντων και των καταζητουμένων που φέρονταν ως αρχαιοκάπηλοι. Εκτός από τη ληστεία και την αρχαιοκαπηλία στην Αρχαία Κόρινθο, οι δράστες κατηγορήθηκαν και για άλλα αδικήματα όπως οπλοφορία, οπλοκατοχή, παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και άλλα.

Σε έρευνα στα σπίτια των δύο συλληφθέντων στον Άγιο Δημήτριο Αττικής, στη Δάφνη και την Αρτέμιδα είχαν βρεθεί ένα υποπολυβόλο, πιστόλια, φυσίγγια, κυνηγετικά όπλα, μικροποσότητα κοκαΐνης, δύο πλαστικά βαρέλια γεμάτα με ακατέργαστο χασίς (φούντα), σφραγίδες διαφόρων δημοσίων υπηρεσιών, οι κωδικοί των ασυρμάτων της Άμεσης Δράσης, πήλινα αρχαία αντικείμενα, στόμια ενάλιων αμφορέων και διάφορα άλλα αντικείμενα.

Τότε είχαν πιάσει και μια 45χρονη, φίλη του ενός από τους συλληφθέντες, αλλά δεν είχε κατηγορηθεί για την αρχαιοκαπηλία. Δεν είχε καμιά ανάμειξη σ' αυτήν. Ήταν για άλλο αδίκημα.

Οι συλληφθέντες, μετά την άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος τους, οδηγήθηκαν στην Κόρινθο, και συγκεκριμένα στον τακτικό ανακριτή του δεύτερου τμήματος, ο οποίος διενεργούσε την κύρια ανάκριση για τη μεγάλη υπόθεση της αρχαιοκαπηλίας και της ληστείας.


Το μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας

Στόχος των αδίστακτων αρχαιοκαπήλων έγινε και το Μουσείο Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αρχαία Ολυμπία (παλαιό μουσείο). Οι δράστες ήταν δύο και οπωσδήποτε έδρασαν βάσει σχεδίου, αρπάζοντας 77 αρχαία αντικείμενα που αποτελούν θησαυρούς ανεκτίμητης αξίας.

Η αρπαγή έγινε στις 7.30 το πρωί της Παρασκευής 17 Φεβρουαρίου 2012. οι δύο οπλοφόροι εισέβαλαν στο μουσείο και ακινητοποίησαν τη φύλακα που ήταν μόνη της εκείνη την ώρα.

«Πού είναι τα χρυσά, σε ποια προθήκη;» της είπαν επιτακτικά. Τρομοκρατημένη από τον αιφνιδιασμό, η γυναίκα τους απάντησε ότι «δεν υπάρχουν χρυσά εδώ».

Εκείνοι άρχισαν να σπάνε τις προθήκες και να αρπάζουν ότι έβρισκαν μπροστά τους από τα αρχαία αντικείμενα, τα οποία έβαζαν σε τσάντες. Φορτωμένοι με τους θησαυρούς του Μουσείου Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων, οι θρασύτατοι αρχαιοκάπηλοι καταφέρνουν να εξαφανιστούν.

Ενημερώνονται η Ελληνική Αστυνομία και το Υπουργείο Πολιτισμού για την αρπαγή των αρχαίων αντικειμένων. Αμέσως σήμανε συναγερμός σε όλα τα επίπεδα. Κλιμάκια εξειδικευμένων αξιωματικών και προσωπικού της Ασφάλειας Αττικής, καθώς και συνεργεία εξερευνητών και επιστημόνων των εγκληματολογικών εργαστηρίων φεύγουν από την Αθήνα και πάνε στην Αρχαία Ολυμπία, όπου επιδίδονται σε επισταμένες έρευνες.

Σύμφωνα με το αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, o ευρύτερος χώρος του παλαιού μουσείου αποκλείστηκε περιμετρικά από αστυνομικές δυνάμεις, ενώ διενεργήθηκαν εκτεταμένες αστυνομικές αναζητήσεις για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των αρχαιοκαπήλων. Δυστυχώς τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών δεν απέδωσαν θετικά αποτελέσματα και συνεχίστηκαν και το επόμενο χρονικό διάστημα σε μια προσπάθεια των αρχών να φτάσουν στα ίχνη των δραστών.

Τρεις μέρες αργότερα, το Υπουργείο Πολιτισμού και το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, σε κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν, ανέφεραν αναλυτικά τους 77 κλαπέντες θησαυρούς. Έδωσαν μάλιστα και φωτογραφίες τους, καθώς και τηλέφωνα των αρμόδιων υπηρεσιών, καλώντας τους πολίτες να αναφέρουν οποιαδήποτε πληροφορία για τους δράστες και τα αντικείμενα.

Ανάμεσα στα άλλα αφαίρεσαν: δεκατρείς πήλινους λύχνους, από τους οποίους o ένας είναι αρχαϊκών χρόνων- μία αττική ερυθρόμορφη λήκυθο από τη Ρόδο του 5ου αιώνα π.Χ., χάλκινο ειδώλιο νέου με θυρεατικό στεφάνι, χρυσό σφραγιστικό δακτυλίδι από την Άνθεια Μεσσηνίας του 1401) αιώνα π.Χ., ένδεκα χάλκινοι τροχοί γεωμετρικών χρόνων (8ος αιώνας π.χ.), πέντε χάλκινοι τρίποδες πολλά χάλκινα ειδώλια Ηνιόχου και Ίππου γεωμετρικών χρόνων, χάλκινη κεφαλή νέου και διάφορα άλλα αρχαία αντικείμενα.

Υπουργός Πολιτισμού ήταν εκείνη την εποχή o Παύλος Γερουλάνος, o οποίος μετά την ανακοίνωση της αρπαγής των θησαυρών από το Μουσείο Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αρχαία Ολυμπία πήγε στον πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου και υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους ευθιξίας. Ανακοινώθηκε αργότερα ότι o πρωθυπουργός δεν έκανε δεκτή την παραίτηση του υπουργού του.


O αρχαιολογικός χώρος του Ραμνούντα

Επιδρομή αρχαιοκαπήλων είχαμε και στον αρχαιολογικό χώρο του Ραμνούντα Αττικής, από τρεις δράστες τουλάχιστον. Ευτυχώς αυτή η υπόθεση είχε θετική κατάληξη για την εθνική μας κληρονομιά.

H αρπαγή έγινε κάτω από τις εξής συνθήκες: ώρα 6 το απόγευμα της 15ης Φεβρουαρίου 1997, οι αρχαιοκάπηλοι εισήλθαν στον αρχαιολογικό χώρο του Ραμνούντα και αφού εξουδετέρωσαν τον φύλακα αρχαιοτήτων, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας είχαν δώσει τότε οι αρχαιολόγοι, αφαίρεσαν: μία επιτύμβια στήλη με αέτωμα, ύψους 1,23 μ., πλάτους 0,39-0,42 μ. και πάχους 0,10 μ., από πεντελικό μάρμαρο, στην οποία εικονίζεται σε ανάγλυφο έφηβος με ιμάτιο, που στρέφει το κεφάλι δεξιά και κοιτάζει ένα σκυλάκι που στηρίζεται στα πίσω πόδια του. Τα εμπρός πόδια του σκυλιού ακουμπούν στον μηρό του νέου, o οποίος του δείχνει ένα πουλί, που το κρατάει με το δεξί χέρι. H στήλη αυτή είναι του 4ου αιώνα π.Χ. Ένα επιτύμβιο άγαλμα από πεντελικό μάρμαρο, ύψους 1,40 μ. που χαρακτηρίζεται μοναδικό και σπάνιο στη μορφή του. Σ' αυτό εικονίζεται νεαρή δούλη να φοράει πέπλο, ζωσμένο κάτω από το στήθος με ταινία, η οποία περνάει από τους ώμους και διασταυρώνεται στη ράχη. Φέρει στο κεφάλι κρήδεμνο, που αφήνει ακάλυπτα τα αυτιά, και με τα δύο χέρια κρατάει το υποπόδιο της κυρίας της. κι αυτό τρ άγαλμα είναι του 4ου αιώνα π.Χ.

Η κινητοποίηση της Ασφάλειας Αττικής και των άλλων αστυνομικών υπηρεσιών δεν είχαν άμεσα αποτελέσματα. Ωστόσο οι έρευνες συνεχίστηκαν αργότερα για πολύ καιρό.

Περίπου δύο χρόνια μετά την αρπαγή, το Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας παίρνει μια πληροφορία σύμφωνα με την οποία κάποια άτομα, ένας με το όνομα Σπύρος, 40 χρόνων περίπου, οικοδόμος, ένας Χρήστος, 60 χρόνων περίπου, αγρότης, κι ένας Παναγιώτης, 50 χρόνων περίπου, που έχει σκαπτικά μηχανήματα στα Μεσόγεια, κατέχουν αρχαία και ψάχνουν αγοραστές. Η ίδια πληροφορία ανέφερε ότι αυτοί θα πρέπει να έχουν και τα αρχαία από τον Ραμνούντα, τα οποία έχουν θάψει στην περιοχή Δροσιά της Αττικής με τα μηχανήματα του Παναγιώτη.

Σε άλλη φάση οι αστυνομικοί συμπεραίνουν από τις πληροφορίες και τις έρευνες ότι τα αντικείμενα πρόκειται να φυγαδευτούν τις επόμενες μέρες στο εξωτερικό προς πώληση στην ιαπωνική ή στην αραβική αγορά, αφού φορτωθούν σε νταλίκα που φέρει γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας. Οι αστυνομικοί καταφέρνουν να αξιοποιήσουν αυτές τις πληροφορίες και με μεθοδικές κινήσεις στις 14 Ιανουαρίου 1999 εντοπίζουν και συλλαμβάνουν τους τρεις αρχαιοκάπηλους και βρίσκουν και τα αρχαία.

Το άγαλμα το είχαν θαμμένο στην περιοχή Κουκουναριές της Σταμάτας Αττικής μέσα σε αγρόκτημα με ελιές, ενώ την επιτύμβια στήλη την είχαν κρύψει σε πυκνό αλσύλλιο στην περιοχή Ροδόπολη Αττικής. Σε έρευνα που έγινε στο σπίτι του ενός από τους συλληφθέντες βρέθηκε, όπως μας είπε η αρχαιολόγος, μία μαρμάρινη ανθεμωτή επίστεψη επιτύμβιας στήλης, διαστάσεων 0,77x0,46 μ. χρονολογούμενη στον 4ο αιώνα π.Χ.


Άλλες αρπαγές αρχαίων

Θα αναφέρω επιγραμματικά κάποιες από τις πράξεις αρχαιοκαπηλίας που είχαν γίνει κατά καιρούς από μουσεία και διάφορους αρχαιολογικούς χώρους ανά την Ελλάδα. Ειδικότερα: από το μουσείο της Ακρόπολης το 1992 είχε αφαιρεθεί από προθήκη μικρή χάλκινη κεφαλή- από το μουσείο στο αρχαίο Θύρρειο της Βόνιτσας το 1989 είχαν κλαπεί μαρμάρινο ακέφαλο γυναικείο άγαλμα, ένα αγαλματίδιο Σφιγγός και μια μαρμάρινη γυναικεία κεφαλή, ενώ το 1985 είχαν κλαπεί τέσσερα πήλινα αγγεία, από το Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου το 1989 είχαν κλαπεί χάλκινα αγαλματίδια από την Κω, πήλινα ανθρωπόμορφα ειδώλια από Τάφο της Ιαλυσού, μυκηναϊκά κοσμήματα και χρυσά κοσμήματα των κλασικών χρόνων- από τον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Ολύνθου Χαλκιδικής είχαν κλαπεί μια μαρμάρινη κεφαλή μικρού αγαλματιδίου, μια άλλη μαρμάρινη κεφαλή γυναικός ρωμαϊκών χρόνων και μια κεφαλή γενειοφόρου ανδρός από την αποθήκη του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης οι δράστες άρπαξαν μια μαρμάρινη κεφαλή του Απόλλωνα.


Ο αρχαιοκάπηλος Γκέρικε

Θα ήταν παράλειψη μεγάλη αν, κλείνοντας το κεφάλαιο της αρχαιοκαπηλίας, δεν έκανα αναφορά σε έναν από τους μεγαλύτερους αρχαιοκάπηλους που πέρασαν ποτέ, κατά τη μεταπολεμική περίοδο, από τη χώρα μας. Το όνομά του είναι γνωστό σε όλες τις πιάτσες παράνομης αγοραπωλησίας αγαλμάτων και γενικά αρχαίων αντικειμένων, καθώς και σε όλα τα ευρωπαϊκά στέκια των αρχαιοκαπήλων. Αναφέρομαι στον πασίγνωστο και περιβόητο Γερμανό αρχαιοκάπηλο Στέφαν Γκέρικε, που γεννήθηκε το 1931 στην Ιάβα της Ινδονησίας. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε εδώ στην Ελλάδα, δεδομένου ότι εδώ ήταν τα ενδιαφέροντά του.

Σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Ασίας «πήγαινε μόνο όταν ήθελε να σπρώξει την πραμάτεια του» όπως μου έλεγε χαρακτηριστικά ο αξιωματικός της Ασφάλειας και διώκτης των κακοποιών Κώστας Μαραγιάννης.

O ταξίαρχος Μανώλης Βασιλάκης, τότε διοικητής της Ασφάλειας Προαστίων, μου είχε πει για τον Γκέρικε:

«Είναι o μεγαλύτερος, o πιο αδίστακτος και επικίνδυνος αρχαιοκάπηλος με διεθνείς διασυνδέσεις και με μεγάλες καταθέσεις χρηματικών ποσών στην Ελβετία, στη Γερμανία, σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, καθώς και στην Αμερική».

Προσωπικά, έχω ασχοληθεί πολλές φορές με τον συγκεκριμένο κυνηγό αρχαίων αντικειμένων, κι έχω γράψει στις εφημερίδες πολλές σελίδες για τη δράση του και έκανα ρεπορτάζ στην τηλεόραση αρκετές ώρες.

Συλλαμβάνεται και μπαινοβγαίνει στις φυλακές από τη δεκαετία του 1960. Έχει σωρεία καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος του για παράβαση του νόμου περί αρχαιοτήτων και για άλλες εγκληματικές πράξεις.

Έχω μιλήσει μαζί του αλλά πάντα με απέφευγε. Όχι μόνο εμένα αλλά όλους τους δημοσιογράφους. Δεν ήθελε σχέσεις μαζί μας. Αυτό που θυμάμαι ήταν το ότι δεν μιλούσε πολύ. Αλλά και στους αστυνομικούς και στους ανακριτές, στη δικαιοσύνη, ήταν φειδωλός και ποτέ του δεν παραδεχόταν τα αδικήματά του, παρά το γεγονός ότι έβρισκαν στην κατοχή του κλοπιμαία.

Θα πρέπει να αναφέρω εδώ ότι ο Γκέρικε είναι βαθύς γνώστης των αρχαίων αντικειμένων. Και δεν τα γνώριζε εμπειρικά, όπως οι περισσότεροι αρχαιοκάπηλοι, αλλά είχε σπουδάσει οκτώ χρόνια αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, με ειδίκευση στην Προϊστορία και τις Καλές Τέχνες. Επιπλέον είχε κάνει διδακτορική διατριβή για τρία χρόνια πάνω στα ίδια θέματα.

Με τον Γκέρικε θυμάμαι ότι είχαμε ασχοληθεί για πολλές μέρες τον Απρίλιο του 1979, όταν είχε συλληφθεί μαζί με άλλα 24 άτομα για μεγάλη υπόθεση αρχαιοκαπηλίας - είχαν ρημάξει τα Μεσόγεια - και για άλλες εγκληματικές ενέργειες.

Ήταν η γνωστή σπείρα, μέλη της οποίας μεταξύ των άλλων είχαν βγάλει από τη μέση για διαφορές τους τον 33χρονο λιθογράφο Βασίλη Ψαραδέλη στη Βάρη Αττικής. Πήραν το πτώμα του, το μετέφεραν στο Λαύριο και το πέταξαν σε ένα από τα πηγάδια των ελληνογαλλικών μεταλλείων βάθους 156 μέτρων, στην περιοχή Σιδερήνες της Καμάριζας. Εννοείται ότι δεν βρέθηκε ποτέ.

Να αναφέρω τέλος ότι όσοι ασχολούνταν στα Μεσόγεια και σε άλλες περιοχές με ανασκαφές και ανεύρεση αρχαίων αντικειμένων, δηλαδή οι αποκαλούμενοι μικροαρχαιοκάπηλοι, ό,τι έβρισκαν, τα πωλούσαν στον Γκέρικε, κι εκείνος με τη σειρά του τα διοχέτευε στην Ευρώπη και την Αμερική αποκομίζοντας τεράστια κέρδη.


Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Πάνου Σόμπολου: "ΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ " των Εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ


Δείτε επίσης:

ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟ ΤΗΓΑΝΟΨΩΜΟ

Ο γδικιωμός στη Μάνη

Κώστας Ταχτσής: Η ζωή του, το έργο του, η ανεξιχνίαστη δολοφονία του