Παρασκευή, Μαΐου 01, 2026

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ «Χ»

Ο Αρχηγός της «Χ», αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, στην έκθεσή του επί των Εθνικών Σκοπών και του Εθνικού Έργου της Οργανώσεως «Χ» που δημοσιεύθηκε το Νοέμβριο του 1944 και απεστάλη στο Γενικό Επιτελείο Στρατού αναφέρει τα εξής:

«Κατά μήνα Ιούνιο 1941, εν τω μέσω της γενικής απαισιοδοξίας και απογοητεύσεως, ήτις επεκράτει, λόγω της κατοχής της Ελλάδος υπό των Ιταλών και Γερμανών κατακτητών, συνεστήθη παρ' όμαδος Αξιωματικών η κατόπιν αποκληθείσα Εθνική Οργάνωση «Χ». Πράγματι, την άνοιξη του 1941, στελέχη της ΙΙ Μεραρχίας, που είχαν επιστρέψει από το μέτωπο, συγκρότησαν μία μυστική οργάνωση που ονόμασαν Άγνωστη Μεραρχία «Χ». Ιδρυτές της ήταν οι στρατηγοί Γεώργιος Λάβδας (Διοικητής της 2ας Μεραρχίας) και Βασίλειος Βραχνός (Διοικητής της 1ης Μεραρχίας), οι συν/ρχες Θεμιστοκλής

Κετσέας, Κων/νος Παπακωνσταντίνου, Αγησίλαος Σινιώρης και ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, επιτελάρχης της 2ας Μεραρχίας κατά το αλβανικό έπος. Ο Γεώργιος Γρίβας ορίσθηκε επιτελάρχης και της μυστικής αυτής Οργανώσεως.

Πριν περάσει λίγος χρόνος από την ίδρυση της Άγνωστης Μεραρχίας «Χ», ο Γεώργιος Γρίβας διεφώνησε με τους στρατηγούς Λάβδα και Βραχνό για τους παρακάτω λόγους:

1. Οι στρατηγοί ήθελαν να καθυστερήσει η δράση της Οργάνωσης, ενώ ο Γ. Γρίβας επέμενε ν' αρχίσουν το συντομώτερον δυνατόν.

2. Οι στρατηγοί ήθελαν η οργάνωση να περιοριστεί μόνο σε αξιωματικούς ενώ ο Γρίβας επέμενε ότι σ' αυτήν θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και πολίτες έτσι ώστε ν' αποκτήσει ευρύτερο λαϊκό έρεισμα και να μπορέσει ν' αναπτύξει μεγαλύτερη δραστηριότητα.

Μετά τη διαφωνία, ο Γ. Γρίβας προχώρησε στην ίδρυση νέας Οργανώσεως, στην οποία έδωσε το όνομα Εθνική Οργάνωση «Χ». Να πώς περιγράφει την ίδρυση της «Χ» ο τότε ταγματάρχης Ι. Μπουσμπουρέλης: «Ο κ. Π. Σιφναίος εκπροσωπών την “Εθνικήν Δράσιν” όπισθεν της οποίας ευρίσκοντο οι κ. κ. Σ. Μαρκεζίνης, Χ. Ζαλοκώστας και αρκετοί άλλοι, επρότεινε εις τον Γ. Γρίβαν ν' αρχίση την αναγραφήν διαφόρων πατριωτικών συνθημάτων εις τας οδούς των Αθηνών κατά το υπόδειγμα των γενομένων εις τας άλλας κατεχομένας υπό του εχθρού χώρας. Διηρωτήθημεν τότε ημείς, οι αποτελούντες το επιτελείαν και τους Διοικητάς των ταγμάτων της πατριωτικής μας οργανώσεως, ποία θα έπρεπε να είναι η υπογραφή κάτω από τα πατριωτικά συνθήματα εις τους τοίχους. Οι περί τον κ. Σιφναίο μάς υπέδειξαν να γράφωμεν το Ε.Δ., δηλαδή "Εθνική Δράσις" που ήτο έμβλημα ιδικόν των. Ημείς ηρνήθημεν. Συνήλθομεν υπό τον Αρχηγόν μας Γ. Γρίβαν, ο υποφαινόμενος ως επιτελάρχης και δεκατέσσερις διοικηταί ταγμάτων εις το πατάρι του αρτοποιείου Γατοπούλου παρά τον Νέον Κόσμον, ίνα αποφασίσωμεν περί του τίτλου της Οργανώσεώς μας. Επρότεινα τότε ως τίτλον το γράμμα «Χ» διότι εξέφραζε το πνεύμα των αγωνιστών (ως π. χ. ο Άγνωστος Στρατιώτης) και διότι εγράφετο ταχύτερον. Διότι η αναγραφή εις τους τοίχους την εποχήν εκείνην υπό τα οπλοπολυβόλα των καραμπινιέρων, των Ες-Ες, των ανδρών της Ράιχσφύρερ και των ομμάτων της Γκεστάπο δεν ήτο και τόσον απλούν πράγμα. Αρχηγός και επιτελείς της Οργανώσεως συνεφωνήσαμεν τότε επί της ονομασίας της. Και από τότε οι τοίχοι της Πρωτευούσης επλημμύρισαν με το σύνθημα “ΦΥΓΕΤΕ ΚΑΙΤΑΚΤΗΤΑΙ” Υπογραφή Χ.

Υπολοχαγός Όμηρος Παπαδόπουλος.
Διοικητής τ.χ. 10 και Δ/τής του γραφείου
του Αρχηγού της «Χ».

Στο ξεκίνημά της, τον Ιούνιο του 1941, η διάρθρωση της «Χ» είχε ως εξής:

ΑΡΧΗΓΟΣ: Γεώργιος Γρίβας

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ: Ζαφείριος Βάλβης, Δικηγόρος

Διευθυντής | Γραφείου: Νικόλαος Μπόντζος, ταγματάρχης

Διευθυντής ΙΙ Γραφείου: Παντελής Πολύζος, ταγματάρχης

Διευθυντής ΙΙΙ Γραφείου: Νικόλαος Παπαρρόδου, ταγματάρχης

Επιτελάρχης: Ιωάννης Μπουσμπουρέλης, ταγ/ρχης



Διοικηταί Ταγμάτων

1. Ασημακόπουλος Μιχαήλ, Υπολοχαγός

2. Βαρδάνης Νικόλαος, Λοχαγός

3. Κουρουπός Μιχαήλ, Υπολοχαγός

4. Ευσταθόπουλος Κων., Φοιτητής

5. Ευσταθόπουλος Μιχαήλ, Φοιτητής

6. Ξένος Μιχαήλ, Λοχαγός

7. Παπαγεωργίου Νικόλαος, Εύελπις

8. Παπαδόπουλος Όμηρος, Υπολοχαγός

9. Σταυρόπουλος Χαράλαμπος, Αν/χης

10. Τσιχλής Γεώργιος, Ταγ/ρχης

11. Φουστάνος Παναγιώτης, Γενικός αρχίατρος

12. Χαμόδρακας Αριστείδης, Ταγματάρχης

13. Θεοχαρόπουλος Γ., Λοχαγός - Βαρδάνης Δ. μετά τη δολοφονία του Θεοχαρόπουλου.

Δυστυχώς, το δέκατο τέταρτο όνομα που λείπει δεν μπόρεσα να το προσδιορίσω...

Το αρχηγείο της «Χ» ήταν εύλογο να εγκατασταθεί στην περιοχή που βρισκόταν η κατοικία του αρχηγού της στο Θησείο. Ο Γεώργιος Γρίβας έμενε στην οδό Νηλέως 6 σ' ένα απλό μεσοαστικό διαμέρισμα με τη σύντροφο της ζωής του, κυρία Κική. Το πραγματικό όμως αρχηγείο της οργανώσεως βρισκόταν στην αρχή της οδού Ηρακλειδών, στο παλαιό κτίριο του Δημοτικού σχολείου. Εκεί βρήκαν κατάλυμα αρκετοί από τους μαχητές της «Χ». Στο διάστημα της κατοχής, η οργάνωση «Χ», πέρα από τους στρατιωτικούς, πλαισιώθηκε από εκατοντάδες νέους ανθρώπους, κυρίως εργάτες, μαθητές, φοιτητές και ευέλπιδες που αγωνίστηκαν με πάθος κατά των ναζιστών. Μετά την απελευθέρωση της πατρίδας μας, τα παιδιά αυτά δεν δίστασαν ν' αντιμετωπίσουν τις ορδές του κόκκινου φασισμού θυσιάζοντας, με το χαμόγελο στα χείλη, την ίδια τους τη ζωή. Γιατί για τα παιδιά αυτά, πάνω κι από τη ζωή τους μετρούσε η ΕΛΛΑΔΑ.

Μέχρι τα τέλη του 1941 η «Χ», είχε οργανώσει μαχητικά τμήματα στις περισσότερες συνοικίες των Αθηνών και συγκεκριμένα σε Θησείο, Άνω και Κάτω Πετράλωνα, Πλάκα, Κυψέλη, Άνω και Κάτω Πατήσια, Αμπελοκήπους, Παγκράτι, Νέο Κόσμο, Κουκάκι, Κολωνάκι, Ιπποκράτους, Καλλιθέα, Νέα Σμύρνη, Μεταξουργείο, Πλατεία Βάθης, Πλατεία Αττικής, Άγιο Παντελεήμονα, Υμηττό, Βύρωνα, Καισαριανή. Ακόμη στην πόλη του Πειραιά με αιχμή του δόρατος την Αγία Σοφία (Μανιάτικα), στο Χαλάνδρι, την Αγία Παρασκευή, το Νέο Ηράκλειο, το Μαρούσι, την Κηφισιά, το Κορωπί και στις περιοχές της Γραβιάς, Κορίνθου, Αιγίου και Χαλκίδας.

Σχετικά με την ίδρυση της «Χ» την άνοιξη του 1941, καταθέτω και άλλες δύο μαρτυρίες. Ο αείμνηστος φίλος μου Βασίλης Φουστάνος, Δ/της των Οικονομικών Υπηρεσιών των ανακτόρων, μου είχε πει ότι αρχές Ιουνίου 1941 έγινε σύσκεψη στο σπίτι του, στην οδό Σικελίας 11 στο Κουκάκι, όπου εκτός του Γ. Γρίβα παρευρίσκοντο ο πατέρας του αρχίατρος Παναγιώτης Φουστάνος, ο Ζαφείρης Βάλβης, ο Ν. Παπαρρόδου, Ι. Μπουσμπουρέλης, Αρ. Χαμόδρακας και κάποιοι άλλοι που δεν θυμόταν. Κατά τον αείμνηστο Βασίλη αυτή η συνάντηση ήταν η πρώτη για την ίδρυση της «Χ». Το πόσο πλήρωσε η οικογένεια Φουστάνου την αγάπη της για την Ελλάδα λίγοι το γνωρίζουν. Ο μεγαλύτερος γιός, ο Γιώργος, φοιτητής της Ιατρικής, αφού τραυματίστηκε στη μάχη του Θησείου μεταφέρθηκε στο ΝΙΜΙΤΣ απ' όπου τραυματία όντα τον συνέλαβαν οι δολοφόνοι της ΟΠΛΑ και τον εκτέλεσαν με άλλους δύο τραυματίες μαχητές της «Χ» στο χώρο που βρίσκεται σήμερα το Μέγαρο Μουσικής. Τα οστά των νεκρών ηρώων βρέθηκαν κατά την ανασκαφή των θεμελίων του Μεγάρου. Τον αείμνηστο αρχίατρο, οι εκτελεστές της ΟΠΛΑ Κουκακίου, καπετάν Γρηγόρης και Κοντοκωνσταντής, τον πυροβόλησαν τραυματίζοντάς τον βαριά, στην είσοδο του σπιτιού του. Συνεπεία των τραυμάτων του πέθανε αφού πάλεψε με τον πόνο για δυο χρόνια. Αλλά η ΟΠΛΑ δεν είχε ικανοποιηθεί. Μετά τη μάχη της Αθήνας, κατά την αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, συνέλαβαν την μητέρα του Βασίλη, μία πραγματική αρχόντισσα, την κυρία Ευτέρπη και την πήραν όμηρο μέχρι τη Θήβα. Στη διαδρομή αυτή την υπέβαλαν σε πλήθος εξευτελισμών με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να συνέλθει μέχρι του θανάτου της.

Η δεύτερη μαρτυρία είναι δική μου. Ήταν περί τα τέλη Μαΐου 1941 όταν ένα απόγευμα ο πατέρας μου, που είχε επιστρέψει μετά την αιχμαλωσία του από τους Γερμανούς, πήρε την μητέρα μου και εμένα για μια βόλτα στην Ακρόπολη. Είχαμε φτάσει στην πλατεία του Θησείου, όταν μας πλησιάζει ένας κύριος και λέει στον πατέρα μου, ενώ χάιδευε το κεφάλι μου: «Αριστείδη, μπορώ να σου μιλήσω»; «Βεβαίως, Συνταγματάρχα μου», απαντά ο πατέρας μου. Οι δύο άντρες τραβήχτηκαν λίγο παραπέρα και συνομίλησαν για μερικά λεπτά. Όταν τελείωσαν, γύρισε ο πατέρας μου για να συνεχίσουμε τον περίπατο. Κάποια στιγμή κι ενώ βρισκόμαστε στην οδό Αποστόλου Παύλου ακούω τη μητέρα μου να λέει: «Αριστείδη, ποιος ήταν ο κύριος και τι σε ήθελε;» «Ήταν ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας και μου πρότεινε να κάνουμε μία οργάνωση κατά των Γερμανών» απαντά ο πατέρας μου. «Αριστείδη, έχεις τέσσερα παιδιά, τέσσερα αγόρια που σε χρειάζονται, μην ανακατευτείς», ψιθυρίζει η μητέρα μου. «Έλα Παγώνη μου, αντιγυρίζει ο πατέρας μου, μια ζωή την έχουμε, αν δεν τη δώσουμε για την Ελλάδα για ποιον θα τη δώσουμε;»

Και τα λόγια του επαληθεύτηκαν στο ακέραιο. Αλλά δεν θυσίασε μόνο τη δική του ζωή αλλά και των τριών μεγαλύτερων γιων του, όταν θα μπορούσε να τους έχει σώσει.

Πράγματι μετά την απελευθέρωση παρουσιάστηκε κατόπιν εντολής της Εθνικής Κυβερνήσεως του Γ. Παπανδρέου στο Α' Σώμα Στρατού. Εκεί ο Διοιητής Λεοντόπουλος, Υποστράτηγος, του είπε μια μέρα: «Αριστείδη, πάρε τα παιδιά σου από το Θησείο και φέρε τα στα παλιά ανάκτορα». Ο πατέρας μου κούνησε το κεφάλι του και απάντησε: «Στρατηγέ μου, αν πάρω τα παιδιά μου, με τι μούτρα θα βλέπω τους γονείς των άλλων παιδιών»;

Σχετικά με τη δική μου μαρτυρία, πολλοί θα πουν «Μα είναι δυνατόν ένα παιδί έξι χρονών να θυμάται τέτοιες λεπτομέρειες;» Και όμως, αυτή είναι η αλήθεια. Η εικόνα του άνδρα που μου χάιδεψε το κεφάλι παραμένει ζωντανή στο μυαλό μου, όπως και η συνάντησή μας στο σπίτι του μετά τη θριαμβευτική του επιστροφή από την Κύπρο.


ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ «Χ»

Οι βασικοί στόχοι της «Χ» από της ιδρύσεώς της ήσαν καθαρώς

εθνικοί και παρέμειναν αναλλοίωτοι καθ' όλην την διάρκειαν της υπάρξεώς της. Οι στόχοι αυτοί δύνανται να συνοψισθούν ως εξής:


1. Συμβολή διά παντός μέσου εις την εκδίωξιν των κατακτητών από την πατρώαν γην.

2. Συγκρότηση εθνικών πυρήνων τόσον διά την επιδίωξιν του πρώτου στόχου, όσον και διά την ευχερεστέραν συνέχιση του πολέμου, μετά την απελευθέρωση της χώρας παρά το πλευρόν των συμμάχων.

Εξ αρχής επεδιώχθη η επαφή της οργανώσεως με την επίσημον Κυβέρνησιν Καΐρου. Τα στελέχη της οργανώσεως υπήρξαν καθαρώς στρατιωτικά, προερχόμενα εκ μονίμων και εφέδρων αξιωματικών του στρατού, ουδεμία δε πολιτική χροιά εδόθη εις το έργον της οργανώσε ως, δι' ο και ουδέν κομματιζόμενον ή πολιτικόν πρόσωπον υπεισήλθεν εις αυτήν. Προς τούτο απεφασίσθη ο σχηματισμός μαχητικών ομάδων με στρατιωτικόν χαρακτήρα, απηλλαγμένον πάσης πολιτειακής ή πολιτικής επιδιώξεως εις τας περιοχάς Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων, επεζητήθη δε η συγκρότησις παρομοίων ομάδων και εις άλλας περιοχάς της Ελλάδος και ιδιαίτερα σε περιοχές ζωτικές για τις συγκοινωνίες του εχθρού, όπως στις περιοχές Άμφισσας, Γραβιάς, Ελικώνος, Λαμίας, Κορίνθου, Κιάτου.

Ο Γ. Γρίβας είχε εκπονήσει σχέδιο που προνοούσε την κατάληψη και υπεράσπιση μιας παραλίας στην Πελοπόνησσο για να μπορέσουν τα βρετανικά στρατεύματα ν' αποβιβαστούν στην Ελλάδα. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε την κατασκευή από πριν μιας σειράς υπογείων κρυψώνων και εξασφάλιζε τη διαφύλαξη της ακτής ελεύθερης με 1000 άνδρες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν πρώην αξιωματικοί και οπλίτες του Ελληνικού Στρατού.

Ο Γ. Γρίβας ήταν αντίθετος σε μεμονωμένες ενέργειες ανταρτικών ομάδων γιατί θεωρούσε ότι αυτές θα είχαν ως αποτέλεσμα δυσανάλογες απώλειες και καταστροφές του ελληνικού στοιχείου έναντι μικρής βλάβης του κατακτητή. Τα αντίποινα των Γερμανών ήταν τρομακτικά οσάκις γινόταν απόπειρα εναντίον στρατιωτών ή εγκαταστάσεών τους. Οι ναζί συγκέντρωναν μεγάλο αριθμό πολιτών της περιοχής και τους εκτελούσαν εν ψυχρώ. Καλάβρυτα, Δίστομο, Μονοδένδρι, είναι από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα που διεπράχθησαν στον τόπο μας από τα γερμανικά στρατεύματα.

Τους πρώτους μήνες της ιδρύσεως της «Χ», ο Γρίβας και οι επιτελείς του είχαν στρέψει την προσοχή τους σε δύο τομείς. Πρώτον, στη μύηση σημαντικού αριθμού αξιωματικών και, δεύτερον, στην εξεύρεση χρημάτων για την αγορά όπλων.

Η μύηση των μελών έπρεπε να γίνει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην πέσει στην αντίληψη των αρχών κατοχής. Έτσι, τα πρώτα μέλη που στελέχωσαν την «Χ» προήρχοντο κατά πλειοψηφία από αξιωματικούς και οπλίτες της 2ας Μεραρχίας που είχαν πολεμήσει μαζί με τον Γρίβα στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας. Στη συνέχεια, άρχισε η μύηση μελών στις διάφορες γειτονιές της Αθήνας, του Πειραιά και στα προάστια. Οι μυηθέντες προήρχοντο από στρατιωτικές οικογένειες ή οικογένειες γνωστές για τα εθνικά τους φρονήματα.

Το δεύτερο πρόβλημα, η εξεύρεση χρημάτων για την αγορά όπλων, δεν ήταν εύκολο να λυθεί. Οι περισσότεροι αξιωματικοί είχαν ως μοναδικό εισόδημα το μισθό τους. Παρά ταύτα, όποιοι απ' αυτούς είχαν κάποιες δυνατότητες συνεισέφεραν έτσι ώστε έγινε δυνατό να αγορασθούν κάποια πιστόλια και χειροβομβίδες από Ιταλούς στρατιώτες. Το πρόβλημα όμως παρέμενε, όταν σαν από μηχανής θεός εμφανίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Από τους πρώτους που μυήθηκαν στην Οργάνωση «Χ», ήταν ο τότε ανθυπολοχαγός Όμηρος Παπαδόπουλος, Κύπριος την καταγωγή. Ο Όμηρος Παπαδόπουλος αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1938 με το βαθμό του ανθ/γού. Κατά τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, ο Όμηρος Παπαδόπουλος υπηρέτησε στο θρυλικό οχυρό Ιστίμπεη στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Για την ανδρεία που επέδειξε ο νεαρός ανθυπολοχαγός παρασημοφορήθηκε μετά την απελευθέρωση, με το Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας. Κατά την κατοχή της Ελλάδος, γύρισε στην Αθήνα όπου, τον Ιούνιο του 1941, τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων, διευθυντής της οποίας είχε τοποθετηθεί ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας. Τα γραφεία ήσαν στην οδό Πανεπιστημίου 31. Ο Όμηρος Παπαδόπουλος όταν ήρθε στην Ελλάδα από την Κύπρο είχε, και ως μαθητής του Βαρβακείου και ως εύελπις, φιλική σχέση με τον εξόριστο Μητροπολίτη Κυρηνείας Μακάριο που κατοικούσε στο Παγκράτι, στην οδό Πρόκλου 31, μαζί με το συνεξόριστο συμπατριώτη του Σάββα Λοϊζίδη. Οι δύο άνδρες είχαν οργανώσει το Γραφείο Εθναρχίας Κύπρου και εργάζονταν για την προώθηση του ζητήματος της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Ο Όμηρος Παπαδόπουλος, με την έγκριση του Γρίβα, γνωστοποίησε την ίδρυση της «Χ» στον Μητροπολίτη της Κυρηνείας Μακάριο (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Β'), ο οποίος εξεδήλωσε την επιθυμία να συναντηθεί με τον συνταγματάρχη Γρίβα. Η συνάντηση των δύο ανδρών έγινε στο σπίτι των αδελφών Παπαδόπουλου, στην οδό Βρυούλων 29 στο Παγκράτι. Εκεί αποφασίστηκε να μεσολαβήσει  Μητροπολίτης Κυρηνείας στον εκθρονισμένο από την κυβέρνηση Τσολάκογλου, Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο, για μία συνάντησή του με τον Γεώργιο Γρίβα. Η συνάντηση του Γρίβα με τον λαμπρό ιεράρχη έγινε στο σπίτι του τελευταίου που βρισκόταν στην οδό Σουμελά 4 στην Κυψέλη. Στη συνάντηση αυτή παρευρίσκετο και ο Μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος με τον οποίο ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος είχε στενή συνεργασία. Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος, αφού άκουσε τους στόχους της οργάνωσης που του ανέπτυξε ο αντισυνταγματάρχης Γρίβας, του ζήτησε να ορκιστεί στο ιερό ευαγγέλιο «Ότι η αντιστασιακή οργάνωση «Χ» θα είναι πιστή και νομιμόφρων προς την εν Καΐρω νόμιμον Ελληνικήν Κυβέρνησιν». Μετά από πρόταση του Μητροπολίτη Κυρηνείας Μακαρίου, ορίστηκε ο Όμηρος Παπαδόπουλος να είναι ο απευθείας σύνδεσμος μεταξύ του Ιεράρχου και του Γ. Γρίβα. Ο ορισμός συνδέσμου ήταν απολύτως απαραίτητος για λόγους ασφαλείας και όχι μόνο. Οι δύο άνδρες έπρεπε να αποφεύγουν τις απευθείας συναντήσεις. Έτσι, ο Χρύσανθος, από τις πρώτες μέρες της «Χ», γίνεται σύμβουλος και καθοδηγητής του αρχηγού της στο πολιτικό πεδίο. Αλλά και η πρώτη οικονομική βοήθεια προς τη «Χ» για την αγορά όπλων και πυρομαχικών προήλθε από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Για το σκοπό αυτό ο Χρύσανθος συγκρότησε επιτροπή υπό την προεδρία του Χ. Ζαλοκώστα και η οποία επιτροπή σ' όλο το διάστημα της κατοχής βοήθησε όσο μπορούσε οικονομικά την οργάνωση «Χ».

Αλλά, πέρα από την οικονομική βοήθεια, ο ξεχωριστός ιεράρχης βοήθησε πολλαπλώς την οργάνωση «X», λόγω του κύρους που είχε και των επαφών που διατηρούσε με εξέχουσες προσωπικότητες τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό. Ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος διατηρούσε στενή επαφή και με τον αείμνηστο Βασιλέα Γεώργιο Β΄ τον οποίο ενημέρωνε για την αντιστασιακή δράση στην Ελλάδα.

Σχετικά με τον εξοπλισμό της οργάνωσης, ο Γ. Γρίβας στην έκθεσή του το 1944, αναφέρει τα εξής:

«Με την κατάρρευσιν της Ιταλίας κατά Σεπτέμβριον 1943, η οργάνωσις κατέβαλεν εντόνους προσπαθείας διά την εξεύρεσιν οικονομικών πόρων προς αγοράν ιταλικού οπλισμού, του οποίου το εμπόριον κατά την εποχήν εκείνην ενεργείτο εις ευρείαν κλίμακα. Οι οικονομικοί πόροι που διέθετεν η οργάνωσις προήρχοντο αποκλειστικώς από εκουσίας εισφοράς ιδιωτών ή από οικονομικάς επιτροπάς ενισχύσεως του εθνι κού αγώνος. Ουδεμία βία ή πίεσις εξησκήθη ποτέ εναντίον τινός. Τα γνωστά εκβιαστικά μέτρα άτινα εχρησιμοποίησε το ΚΚΕ και ΕΑΜ διά την περισυλλογήν χρημάτων ήρχοντο εις πλήρη αντίθεσιν προς την υφ' ημών τηρηθείσαν τακτικήν εις το κεφάλαιον τούτον». Αλλά και στο βιβλίο του C. FOLEY, Memoirs of General Grivas, ο Διγενής λέει τα εξής: «Ήταν μετά την κατάρρευση της Ιταλίας, ύστερα από την πτώση του Μουσολίνι, το καλοκαίρι του 1943, που τελικά μπόρεσα να εξασφαλίσω μερικά όπλα, τα οποία αγοράσαμε από τους αποχωρούντας Ιταλούς, με λεφτά που μας διέθεσε μία επιτροπή κάτω από τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Ξανά τον Δεκέμβριο, μου δόθηκε η διαβεβαίωση προμηθείας αφθόνου οπλισμού από Βρετανό μυστικό πράκτορα, αλλά τίποτε ποτέ δεν έφτασε».

Αξίζει να σταθεί κάποιος στη λέξη «ξανά» που αναφέρει ο Γεώργιος Γρίβας. Το Σεπτέμβριο είχαν υποσχεθεί οι Βρετανοί ότι θα κάνουν ρίψη όπλων και πυρομαχικών στον Κιθαιρώνα προκειμένου να εξοπλιστεί τουλάχιστον ένας αριθμός ανδρών για τη συγκρότηση μιας αντάρτικης μονάδας στην περιοχή από άνδρες της «Χ». Οι ρίψεις δεν έγιναν ποτέ. Το πρόβλημα της εξεύρεσης όπλων μετά την ουσιαστική άρνηση των Βρετανών, αλλά και κάποιων μελών της ελληνικής κυβερνήσεως, να ενισχύσουν την οργάνωση «Χ», γινόταν κάθε μέρα επιτακτικότερο. Το πρόβλημα αυτό, που υπήρχε από την ίδρυση της οργάνωσης τον Ιούνιο του 1941, στα μέσα του 1943 είχε γίνει οξύτατο γιατί η «Χ» δεν αντιμετώπιζε μόνο τον κίνδυνο των δυνάμεων κατοχής, αλλά και την επιθετικότητα των κομμουνιστών που είχαν αρχίσει να δείχνουν το πραγματικό τους πρόσωπο και τις προθέσεις τους.

Στις 26 Οκτωβρίου του 1943, μετά την επιστροφή της ομάδας από τον Κιθαιρώνα, ο αρχηγός της «Χ» και στελέχη της οργάνωσης συναντήθηκαν στο σπίτι του στενού συνεργάτη του Γρίβα, Ιωάννη Σκλαβενίτη, για να εξετάσουν το θέμα του εξοπλισμού της «Χ». Στη σύσκεψη εξουσιοδοτήθηκαν οι Αριστείδης Χαμόδρακας, Μιχαήλ Κουρουπός, Μπάμπης Σταυρόπουλος, Μιχαήλ Ξένος, Νικόλαος Βαρδάνης και οι αδελφοί Μιχαήλ και Κωνσταντίνος Ευσταθόπουλος, να οργανώσουν ειδικές ομάδες για την εξεύρεση οπλισμού.


ΦΑΝΗΣ Α. ΧΑΜΟΔΡΑΚΑΣ - ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ,σελ.42-51