Το χρονικό της μεγάλης σφαγής
Για το μακελειό του Κοεμτζή έχουν γραφτεί κι έχουν ειπωθεί πάρα πολλά. Παλιοί συνάδελφοι, με τους οποίους συζητούσαμε το τραγικό περιστατικό μετά από πολλά χρόνια, έλεγαν ότι ορισμένα από τα όσα κατά καιρούς γράφτηκαν είναι παντελώς ανακριβή και αποτελούν αποκυήματα φαντασίας. Πράγματι, Κάποια δημοσιεύματα ήταν υπερβολικά ή περιλάμβαναν στοιχεία που δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα και γράφτηκαν για να εντυπωσιάσουν και να τραβήξουν κοινό. όπως λέμε στη δημοσιογραφική γλώσσα. Προσωπικά, θέλω να βλέπω τα πράγματα καλόπιστα και δεν στέκομαι σε αυτά - ο καθένας προσπαθεί να κάνει κάτι,να προσφέρει ή να κάνει αυτό που μπορεί.
Ας δούμε τώρα πως εξελίχθηκαν τα τραγικά περιστατικά, χωρίς υπερβολές, χωρίς σκοπιμότητες και χωρίς φτιασιδώματα. Τον Φεβρουάριο του 1973, ο Νίκος Κοεμτζής, 35 χρονών, και o αδελφός του Δημοσθένης, 28 χρονών. εργάζονταν και ζούσαν στην Αθήνα - o Νίκος δούλευε σε εμπορικό κατάστημα στην οδό Λυκούργου ως «κράχτης πελατών», όπως μου είπε κάποτε ένας παλιός αστυνομικός, κι έμενε στην οδό Μενάνδρου. ενώ ο Δημοσθένης ήταν σταβλίτης στον ιππόδρομο του Φαλήρου, διαμένοντας με την οικογένειά του στη Νέα Σμύρνη. Και οι δύο έβγαζαν χρήματα από τις δουλειές τους και ζούσαν σε γενικές γραμμές καλά.
Το Σάββατο, 24, προς Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 1973, ο Κοεμτζής, μαζί με τον φίλο του Θωμά Καραμάνη, τότε 31 χρονών, φορτοεκφορτωτή, τον αδελφό του Δημοσθένη και δύο κοπέλες, τη Γιάννα X., 20 χρονών. και τη Σοφία X., 19 χρονών (φίλες του Νίκου του Θωμά), αποφάσισαν να βγούνε νοι διασκεδάσουν - ήταν τότε οι πρώτες Αποκριές. «Ήθελα να δω το αδελφάκι μου τον Δημοσθένη να χορεύει ζεμπεκιά. Είναι χάρμα Θεού πάνω στην πίστα και δεν χορταίνω να τον βλέπω...» Αυτά έλεγε o Νίκος αργότερα στην Ασφάλεια. μετά τη σύλληψή του για το μακελειό.
Φεύγοντας λοιπόν από το σπίτι στην οδό Μενάνδρου. πήγαν πρώτα στην ντισκοτέκ «2ΟΟ1». που βρισκόταν επί της Λεωφόρου Συγγρού, και στη συνέχεια προχώρησαν πιο κάτω στον ίδιο δρόμο, σε ένα μαγαζί του Αργύρη που είχε μπουζούκια, μιας και o Νίκος ήθελε να ακούσει βαριά λαϊκά και να καμαρώσει το αδελφάκι του στην πίστα. Όμως το μαγαζί ήταν γεμάτο και δεν είχε τραπέζι. οπότε o Δημοσθένης έριξε την Ιδέα να πάνε στον Καρουσάκη κι o Νίκος απάντησε: « Τραβάτε όπου θέλετε. Εγώ ακολουθάω».
O Κώστας Καρουσάκης τραγουδούσε τότε στο κέντρο «Νεράιδα της Αθήνας». στην οδό Αγίου Μελετίου 45. H ώρα είχε πάει 1:00 μετά τα μεσάνυχτα όταν έφτασαν, και το Κέντρο ήταν ασφυκτικά γεμάτο - οι τρεις άντρες και οι δυο κοπέλες βολεύτηκαν σε ένα τραπέζι και παρήγγειλαν ένα μπουκάλι ουίσκι και δύο κόκα κόλες. Κάποια στιγμή έγινε ένας καβγάς μεταξύ του Νίκου και της κοπέλας του. με αποτέλεσμα να διώξουν τις δύο κοπέλες για το σπίτι και στο τραπέζι να μείνουν μόνο οι τρεις άντρες, για να συνεχίσουν τη διασκέδαση - και να δει o Νίκος τον Δημοσθένη να χορεύει βαρύ ζεϊμπέκικο. Στο μεταξύ. είχε αδειάσει ένα τραπέζι στην πίστα, και o σερβιτόρος. που ήταν γνωστός τους. τους έβαλε να μετακινηθούν σε αυτό.
Η μεγάλη σφαγή έλαβε χώρα μετά τις 2:00 το πρωί. Σύμφωνα με τους αυτόπτες μάρτυρες, το ρεπορτάζ, αλλά και τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές, τα γεγονότα διαδραματίστηκαν ως εξής: Τη στιγμή που αποφάσισε η παρέα να ανέβει o Δημοσθένης στην πίστα, τραγουδούσε o Καρουσάκης, στον οποίον o αδερφός του Κοεμτζή απευθύνθηκε λέγοντας: «Θέλω να παίξεις μια παραγγελιά». Όμως το ρεπερτόριο του τραγουδιστή τελείωνε εκείνη τη στιγμή, με το τραγούδι «Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί». οπότε κι εκείνος απάντησε στον Δημοσθένη ότι το τραγούδι θα το έλεγε ο επόμενος καλλιτέχνης, που ήταν ο Παναγιώτης (Τάκης) Αθανασιάδης. Μάλιστα, κατεβαίνοντας από την πίστα ο Καρουσάκης, είπε στον Αθανασιάδη να παίξει την παραγγελιά, που ήταν το τραγούδι « Τα δυο σου χέρια πήρανε (βεργούλες και με δείρανε)», σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Παίξ' το, ρε Τάκη, να ησυχάσουμε από δαύτους».
Μόλις όμως η ορχήστρα άρχισε να παίζει, ανέβηκαν στην πίστα δεκάδες άτομα. πράγμα που δεν άρεσε στον Δημοσθένη, και πολύ περισσότερο στον Νίκο. «Πες τους να κατέβουν και να αδειάσουν την πίστα. Δική μας παραγγελιά είναι το τραγούδι, Τάκη» διαμαρτυρήθηκε o Δημοσθένης στον Αθανασιάδη. Ο Αθανασιάδης του απάντησε: «Πώς να το πω; Δεν βλέπεις τι γίνεται στην πίστα; Δεν είναι ένας, δεν είναι πέντε οι άνθρωποι, είναι πολλοί...». Μάλιστα, όταν ο Δημοσθένης επέμεινε, ο τραγουδιστής τού απάντησε: «Να, πάρε το μικρόφωνο και πες το εσύ». Τότε σηκώθηκε από την καρέκλα του o νταής της παρέας. ο Νίκος, και, πλησιάζοντας τον Τάκη Αθανασιάδη, του είπε επιτακτικά: «Γιατί ξηγιέσαι έτσι, ρε Αθάνα; Γιατί έτσι, ρε Τάκη;». Ανυποψίαστος για τα όσα θα ακολουθούσαν, ο τραγουδιστής προσπάθησε να δικαιολογηθεί: «τι να σου Κάνω, ρε Νίκο. δεν βλέπεις τι γίνεται, πες το εσύ. Να, πάρε το μικρόφωνο...».
Εκείνο ήταν το σημείο που ο Κοεμτζής βγήκε εκτός εαυτού και άρχισε να φωνάζει ουρλιάζοντας: «ρε! Παραγγελιά ρε! Δεν ακούτε ρε, παραγγελιά». Σχεδόν ταυτόχρονα. τράβηξε από το ζωνάρι του το καλοτροχισμέ-νο μαχαίρι του και άρχισε να το ανεβοκατεβάζει με μανία... και όποιον πάρει o χάρος. Ακολούθησε πραγματική σφαγή και ένα πανδαιμόνιο από φωνές, ουρλιαχτά, κλάματα και πανικό, αφού μέσα στο κέντρο, σύμφωνα με τους τότε υπολογισμούς, βρίσκονταν περίπου διακόσια άτομα.
Άρχισαν όλοι να τρέχουν για να σωθούν από το μένος του Κοεμτζή, όμως σύντομα η πίστα γέμισε νεκρούς, τραυματίες και αίματα, ενώ μεταξύ των βαριά τραυματισμένων βρέθηκε και ο αδελφικός φίλος του Κοεμτζή, Θωμάς. που ήταν στην ίδια παρέα με εκείνον - δεν έβλεπε καν ποιον μαχαίρωνε, και όποιος βρισκόταν στην ακτίνα δράσης του χεριού του κινδύνευε θανάσιμα. Άνθρωποι κείτονταν στο δάπεδο νεκροί ή τραυματίες, άλλοι βογκούσαν και ζητούσαν βοήθεια κι άλλοι βρίσκονταν κρυμμένοι σε διάφορα σημεία του μαγαζιού μέχρι να κοπάσει η φονική θύελλα.
Στην αυτοβιογραφία του Νίκου Κοεμτζή, οι σκηνές της σφαγής περιγράφονται στις σελίδες 63, 64 και 65:
Είπα στον Θωμά και τον αδελφό μου, να μου πούνε τι είχε συμβεί εκείνο το καταραμένο Σαββατοκύριακο γιατί όσο κι αν προσπαθούσα να θυμηθώ κάτι που θα με φωτίσει, δεν κατάφερνα τίποτα. Τότες άρχισε ο Θωμάς να μου τα εξιστορεί και να τα βάζει στη σειρά το ένα πίσω απ' τ' άλλο σαν εφιαλτική ταινία του κινηματογράφου.
Όταν ανέβηκε στην πίστα ο Δημοσθένης να χορέψει, ανεβήκανε και κάτι άλλοι θαμώνες για να χορέψουν κι εκείνοι.
Ο τραγουδιστής τους έκανε νόημα να κατέβουν από την πίστα γιατί το τραγούδι ήταν παραγγελιά και τους φώναξε με το μεγάφωνο και τους είπε «παιδιά, είναι παραγγελιά το τραγούδι, με τη σειρά θα χορέψετε και εσείς». Βλέποντας o Δημοσθένης που δεν κατεβαίνανε, ρώτησε τον τραγουδιστή, που ήτανε ο Αθανασιάδης και γνωστός του μάλιστα:
«Ρε Τάκη, δικό μου είναι το τραγούδι ή των παιδιών; Ο τραγουδιστής απάντησε:
«Εγώ τους το 'πα. ρε Δημοσθένη, πως είναι παραγγελιά το τραγούδι. Αν θέλεις, πες τους το κι εσύ».
Κι έβαλε το μικρόφωνο στο στόμα του Δημοσθένη. Τότες ο Δημοσθένης φώναξε με το μικρόφωνο και τους είπε:
«Παιδιά, παραγγελιά είναι το τραγούδι, δεν ακούσατε».
Όχι δηλαδή όπως το γράφανε οι εφημερίδες, πως δήθεν το άρπαξε βίαια το μικρόφωνο από τα χέρια του τραγουδιστή. Αυτό που γράψανε οι εφημερίδες είναι καθαρό ψέμα, γιατί κάτι τέτοιο δεν συνέβη.
Μόλις μίλησε, τον πλησίασε κάποιος από τους τέσσερις που ήτανε πάνω στην πίστα κι έβρισε τον Δημοσθένη, και ταυτοχρόνως τον έσπρωξε πάνω στους άλλους τρεις της παρέας του. Εκείνοι τον ξανασπρώξανε. Και τότες o Δημοσθένης έδωσε μία μπουνιά στον πρώτο που άρχισε τη φασαρία, κι αργότερα έμαθα ότι ήταν κι αυτός αστυνομικός, όπως και η παρέα του, όπως αποδείχτηκε μετά το κακό που έγινε.
Όση ώρα μιλούσε ο Θωμάς, τον άκουγα χωρίς να τον διακόψω. Τώρα όμως τον διέκοψα και ρώτησα τον Δημοσθένη να μου πει τι είδους βρισιά ήταν αυτή που του είπαν.
«Ο πρώτος με έβρισε» μου απάντησε. «μου είπε: "Άντε, ρε φλώρε, που θέλεις και ειδική παραγγελιά για να χορέψεις". Και πριν του απαντήσω, μου έδωσε μια σπρωξιά και έπεσα πάνω στους τρεις, κι εκείνοι με τη σειρά τους με ξανασπρώξανε».
«Καλά» του είπα και του έκανα νόημα να σταματήσει. Και γυρίζοντας προς τον Θωμά, του είπα να μου πει τι έκανα εγώ εκείνη τη στιγμή και πώς βρέθηκα απάνω στην πίστα και σκόρπισα τον θάνατο σε τόσους ανθρώπους.
«Εσύ» μου λέει, «καθόσουνα στο τραπέζι και δεν μιλούσες με κανένανε. Όταν όμως άρχισε ο Δημοσθένης να ουρλιάζει την ώρα που τον ρίξανε κάτω και τον πατάγανε απάνω στα σπασμένα γυαλιά της πίστας, εσύ σαλτάρισες σαν ελατήριο από τη θέση σου και κοιτούσες δεξιά και αριστερά. Σε άκουσα να μιλάς και να λες: "Τον Δημοσθένη, τον Δημοσθένη, τον σκοτώνουνε!”. κι έτρεξες προς την πίστα. Ταυτοχρόνως είδα το χέρι σου, που κάτι τράβηξες απ' τη ζώνη σου. Νόμισα πως είχες περίστροφο και όρμησα ξοπίσω σου να σ' εμποδίσω και σ' έπιασα από τη μέση. Την ώρα που πάταγες απάνω στην πίστα γυρίζεις και μου ρίχνεις μια μαχαιριά στην κοιλιά. Σε κοίταξα απορημένος. Πήγα να σου πω "γιατί;” αλλά είδα τα μάτια σου να είναι γυρισμένα προς τα πάνω. Τότε κατάλαβα ότι τρελάθηκες. Μπήκες στη φασαρία και έσφαξες τους τρεις που ήταν πρωταίτιοι. Τραυμάτισες άλλους έξι, κι εμένα εφτά. Το χτύπημα που μου 'δωσες με γονάτισε, και μ' έπιασε αιμορραγία. Κρατώντας την κοιλιά μου και στηριζόμενος από τραπέζι σε τραπέζι, έφτασα μέχρι την κουζίνα με το ζόρι. Εκεί βρήκα τον Δημοσθένη να τον χτυπάνε καμιά δεκαριά άτομα. Φώναξα με όση δύναμη μου απέμενε: "Αφήστε τον, ρε παιδιά, αυτόνε και πιάστε τον άλλο που τρελάθηκε και σφάζει. Δεν βλέπετε, εμένα μ' έσφαξε και είναι o καλύτερός μου φίλος". Δεν άντεχα άλλο και γονάτισα κι έπεσα κάτω εκεί κι έχασα τις αισθήσεις μου».
Αυτά λέει στο βιβλίο του o Νίκος. Όμως, όπως κι αν έχουν τα πράγματα, σημασία έχει το γεγονός ότι έκλεισαν τρία σπίτια, αφού τρεις αθώοι συνάνθρωποί μας βρήκαν φρικτό θάνατο. ενώ τραυματίστηκαν και είδαν τον χάρο με τα μάτια τους άλλοι επτά, από το φονικό μαχαίρι του Νίκου του νταή.
Νεκροί ήταν οι:
Μανόλης Χριστοδουλάκης του Γεωργίου. 28 χρονών, υπενωμοτάρχης της τότε Χωροφυλακής.
Δημήτρης Πεγιάς του Μιχαήλ, 31 χρονών, αστυφύλακας, που υπηρετούσε στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών.
Γιάννης Κούρτης του Νικολάου, 34 χρονών, μηχανικός και βαφέας αυτοκινήτων.
Τραυματίες ήταν οι:
Δημήτρης Παπαδάκης του Ιωάννη, 26 χρονών, ηλεκτρολόγος.
Θεοφάνης Σύριος του Παναγιώτη.
Νίκος Δανιήλ, 31 χρονών, μηχανικός αυτοκινήτων.
Ηλίας Τόλης του Βασιλείου, 34 χρονών, σερβιτόρος και συνιδιοκτήτης του κέντρου.
Θανάσης Αθανασούλης, 35 χρονών, τραπεζικός υπάλληλος.
Δημήτρης Σχίζας. 41 χρονών, μετρ του κέντρου.
Θωμάς Καραμάνης του Νικολάου, 31 χρονών, φορτοεκφορτωτής. αδελφικός φίλος του Κοεμτζή.
Ο ιατροδικαστής Δημήτρης Καψάσκης είχε κάνει τότε τη νεκροψία και τη νεκροτομή στα πτώματα των άτυχων θυμάτων στο νεκροτομείο της Αθήνας, διαπιστώνοντας την αγριότητα με την οποία είχαν χτυπηθεί οι τρεις αδικοχαμένοι. Είχε δηλώσει τότε o Καψάσκης. o οποίος σήμερα δεν ζει: «Πρόκειται για λυσσαλέα χτυπήματα. Ο δράστης γνώριζε πολύ καλά από μαχαίρια. Τα τραύματα μαρτυρούν ότι έχουμε να κάνουμε με επαγγελματία δολοφόνο. Ο δράστης ήταν τεχνίτης. Χαρακτηριστικά σας αναφέρω ότι όταν κάρφωνε τη λεπίδα στα σώματα των θυμάτων του. έστριβε το μαχαίρι για να κάνει σίγουρη δουλειά». Το θανατηφόρο μαχαίρι ο Κοεμτζής το είχε αγοράσει ο ίδιος από κατάστημα στην οδό Λυκούργου, «για προστασία του», όπως μου έλεγε, και το έφερε πάντα μαζί στο ζωνάρι του - το είχε ακονίσει ο ίδιος, κι έκοβε σαν ξυράφι.
Μετά το φοβερό μακελειό που προκάλεσε, ο Νίκος Κοεμτζής, κρατώντας πάντα το ματωμένο μαχαίρι στο χέρι του. βγήκε έξω από το κέντρο και έφυγε για το σπίτι του. όπου βρίσκονταν οι δύο κοπέλες που είχε διώξει νωρίτερα από το κέντρο και στις οποίες είπε πως ήταν γεμάτος αίματα από μια ζημιά που είχε γίνει στο μαγαζί. Για το δικό του σπίτι έφυγε ο αδελφός του ο Δημοσθένης, αν και αργότερα εξαφανίστηκαν και οι δύο, και την επόμενη μέρα o Νίκος διάβασε στις εφημερίδες πως είχε σκοτώσει τρεις ανθρώπους και είχε τραυματίσει άλλους επτά - μάλιστα, από τις εφημερίδες έμαθε ότι οι δύο από τους τρεις νεκρούς ήταν αστυνομικοί.
Δύο μέρες αργότερα εντοπίστηκε και συνελήφθη o Δημοσθένης, ενώ ακολούθησε και η σύλληψη του Νίκου. η οποία όμως ήταν περιπετειώδης και παρά λίγο να του στοιχίσει τη ζωή. Ενώ ήταν περικυκλωμένος από τους αστυνομικούς της Ασφάλειας, o νταής, αντί να παραδοθεί, τους απειλούσε με το μαχαίρι με το οποίο είχε σκορπίσει τον θάνατο και τη συμφορά λίγες μέρες νωρίτερα. Τη στιγμή που πήγε να καρφώσει το μαχαίρι στον επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης αστυνόμο Δρανά, κάποιοι άλλοι αστυνομικοί τον πυροβόλησαν στα πόδια και τον τραυμάτισαν, αλλά, παρά τις απειλές και τον κίνδυνο, ο Δρανάς φώναζε στους δικούς του: «Μην τον σκοτώσετε, μη... Τον θέλω ζωντανό. Μην τον σκοτώνετε...». Τελικά. o Κοεμτζής συνελήφθη και διακομίστηκε στο νοσοκομείο. όπου εξακολουθούσε να απειλεί τους αστυνομικούς που τον φρουρούσαν. Αργότερα. αφού ανέρρωσε, οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού. και στη συνέχεια σε διάφορες άλλες φυλακές της χώρας.
Παραπέμφθηκε σε δίκη, και τον Νοέμβριο τοι) 1973 το Μεικτό Κακουργιοδικείο της Αθήνας τον καταδίκασε τρεις φορές σε θάνατο και επτά φορές σε ισόβια κάθειρξη. ενώ μαζί του στο εδώλιο κάθισαν ο αδελφός του Δημοσθένης και ο αδελφικός του φίλος Θωμάς Καραμάνης. Το δικαστήριο καταδίκασε τον Δημοσθένη σε φυλάκιση 3 ετών για σωματικές βλάβες σε βάρος ενός χωροφύλακα και έκρινε αθώο λόγω αμφιβολιών τον Καραμάνη.
Στην όλη υπόθεση Κοεμτζή, πάντως, θα πρέπει να επισημάνω και κάτι που ο ίδιος αναφέρει στο βιβλίο του, ότι ήταν δηλαδή και αντιστασιακός. Το 1971, μετά την πρώτη αποφυλάκισή του από τις φυλακές της Κέρκυρας, εντάχθηκε στο ΠΑΚ και βοήθησε τον αντιδικτατορικό αγώνα, έχοντας o ίδιος αριστερές καταβολές. Ο πατέρας του είχε ενταχθεί στο ΕΑΜ και αργότερα φυλακίστηκε, βασανίστηκε και κυνηγήθηκε από τους αστυνομικούς. Το γεγονός όμως ότι δύο από τους τρεις νεκρούς ήταν αστυνομικοί δεν έχει καμία σχέση με την οικογενειακή ιστορία του, αφού o Κοεμτζής το αγνοούσε και το πληροφορήθηκε, όπως αναφέρθηκε. την άλλη μέρα από τις εφημερίδες.
Έχει ιδιαίτερη σημασία ακόμα να επισημάνω ότι o Νίκος Κοεμτζής ήταν o δεύτερος, μετά τον Παύλο Αγγελόπουλο (συνεργό του Λυμπέρη). από τους εγκληματίες που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο, o οποίος γλίτωσε την εκτέλεση - μετά τον Λυμπέρη επρόκειτο να στηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα o Αγγελόπουλος και μετά o Κοεμτζής, ήλθε όμως η κατάργηση της θανατικής ποινής και στη χώρα μας, κι έτσι και οι δύο πέρασαν στα ισόβια. Γλίτωσαν δηλαδή τον θάνατο.
Ο θάνατός του
Ήταν μεσημέρι Παρασκευής, 23ης Σεπτεμβρίου του 2011. O Νίκος είχε πάει από νωρίς στο Μοναστηράκι, και συγκεκριμένα σε σημείο που του είχε παραχωρήσει o δήμος Αθηναίων για να πουλάει το βιβλίο του. Γύρω στις 2:00 το μεσημέρι κάποιοι διερχόμενοι παρατήρησαν ότι o Κοεμτζής ήταν πεσμένος στο τραπεζάκι μπροστά του, μπρούμυτα - λέγεται πως ήταν πάνω από μια ώρα σε αυτή τη στάση. και κατ' άλλους δύο ώρες, μέχρι που έφτασε το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ και τον παρέλαβε ημιθανή. Διακομίστηκε επειγόντως στην Πολυκλινική Αθηνών. όπου οι γιατροί διαπίστωσαν πως δεν ήταν δυνατόν να τον επαναφέρουν στη ζωή, παρά τις προσπάθειές τους. Το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας αποκλείστηκε και o θάνατός του αποδόθηκε σε παθολογικά αίτια. Ο Νίκος Κοεμτζής έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 χρονών.
Πηγή κειμένου: Πάνος Σόμπολος "ΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ", Εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ.
Δείτε επίσης :
Μαργαρίτα Ουαλόν: Δολοφόνος ή απλά θύμα της γοητείας της;
Η πολύκροτη δίκη για το έγκλημα στου Χαροκόπου
ΔΟΥΡΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ: Το παιχνίδι της μοίρας για το επτάχρονο αγγελούδι





