Δευτέρα, Οκτωβρίου 28, 2024

ΝΙΚΟΣ ΚΟΕΜΤΖΗΣ. Έσφαξε τρεις ανθρώπους και τραυμάτισε άλλους επτά για μια παραγγελιά στην πίστα

Το χρονικό της μεγάλης σφαγής

Για το μακελειό του Κοεμτζή έχουν γραφτεί κι έχουν ειπωθεί πάρα πολλά. Παλιοί συνάδελφοι, με τους οποίους συζητούσαμε το τραγικό περιστατικό μετά από πολλά χρόνια, έλεγαν ότι ορισμένα από τα όσα κατά καιρούς γράφτηκαν είναι παντελώς ανακριβή και αποτελούν αποκυήματα φαντασίας. Πράγματι, Κάποια δημοσιεύματα ήταν υπερβολικά ή περιλάμβαναν στοιχεία που δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα και γράφτηκαν για να εντυπωσιάσουν και να τραβήξουν κοινό. όπως λέμε στη δημοσιογραφική γλώσσα. Προσωπικά, θέλω να βλέπω τα πράγματα καλόπιστα και δεν στέκομαι σε αυτά - ο καθένας προσπαθεί να κάνει κάτι,να προσφέρει ή να κάνει αυτό που μπορεί.

Ας δούμε τώρα πως εξελίχθηκαν τα τραγικά περιστατικά, χωρίς υπερβολές, χωρίς σκοπιμότητες και χωρίς φτιασιδώματα. Τον Φεβρουάριο του 1973, ο Νίκος Κοεμτζής, 35 χρονών, και o αδελφός του Δημοσθένης, 28 χρονών. εργάζονταν και ζούσαν στην Αθήνα - o Νίκος δούλευε σε εμπορικό κατάστημα στην οδό Λυκούργου ως «κράχτης πελατών», όπως μου είπε κάποτε ένας παλιός αστυνομικός, κι έμενε στην οδό Μενάνδρου. ενώ ο Δημοσθένης ήταν σταβλίτης στον ιππόδρομο του Φαλήρου, διαμένοντας με την οικογένειά του στη Νέα Σμύρνη. Και οι δύο έβγαζαν χρήματα από τις δουλειές τους και ζούσαν σε γενικές γραμμές καλά.

Το Σάββατο, 24, προς Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 1973, ο Κοεμτζής, μαζί με τον φίλο του Θωμά Καραμάνη, τότε 31 χρονών, φορτοεκφορτωτή, τον αδελφό του Δημοσθένη και δύο κοπέλες, τη Γιάννα X., 20 χρονών. και τη Σοφία X., 19 χρονών (φίλες του Νίκου του Θωμά), αποφάσισαν να βγούνε νοι διασκεδάσουν - ήταν τότε οι πρώτες Αποκριές. «Ήθελα να δω το αδελφάκι μου τον Δημοσθένη να χορεύει ζεμπεκιά. Είναι χάρμα Θεού πάνω στην πίστα και δεν χορταίνω να τον βλέπω...» Αυτά έλεγε o Νίκος αργότερα στην Ασφάλεια. μετά τη σύλληψή του για το μακελειό.

Φεύγοντας λοιπόν από το σπίτι στην οδό Μενάνδρου. πήγαν πρώτα στην ντισκοτέκ «2ΟΟ1». που βρισκόταν επί της Λεωφόρου Συγγρού, και στη συνέχεια προχώρησαν πιο κάτω στον ίδιο δρόμο, σε ένα μαγαζί του Αργύρη που είχε μπουζούκια, μιας και o Νίκος ήθελε να ακούσει βαριά λαϊκά και να καμαρώσει το αδελφάκι του στην πίστα. Όμως το μαγαζί ήταν γεμάτο και δεν είχε τραπέζι. οπότε o Δημοσθένης έριξε την Ιδέα να πάνε στον Καρουσάκη κι o Νίκος απάντησε: « Τραβάτε όπου θέλετε. Εγώ ακολουθάω».

O Κώστας Καρουσάκης τραγουδούσε τότε στο κέντρο «Νεράιδα της Αθήνας». στην οδό Αγίου Μελετίου 45. H ώρα είχε πάει 1:00 μετά τα μεσάνυχτα όταν έφτασαν, και το Κέντρο ήταν ασφυκτικά γεμάτο - οι τρεις άντρες και οι δυο κοπέλες βολεύτηκαν σε ένα τραπέζι και παρήγγειλαν ένα μπουκάλι ουίσκι και δύο κόκα κόλες. Κάποια στιγμή έγινε ένας καβγάς μεταξύ του Νίκου και της κοπέλας του. με αποτέλεσμα να διώξουν τις δύο κοπέλες για το σπίτι και στο τραπέζι να μείνουν μόνο οι τρεις άντρες, για να συνεχίσουν τη διασκέδαση - και να δει o Νίκος τον Δημοσθένη να χορεύει βαρύ ζεϊμπέκικο. Στο μεταξύ. είχε αδειάσει ένα τραπέζι στην πίστα, και o σερβιτόρος. που ήταν γνωστός τους. τους έβαλε να μετακινηθούν σε αυτό.

Η μεγάλη σφαγή έλαβε χώρα μετά τις 2:00 το πρωί. Σύμφωνα με τους αυτόπτες μάρτυρες, το ρεπορτάζ, αλλά και τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές, τα γεγονότα διαδραματίστηκαν ως εξής: Τη στιγμή που αποφάσισε η παρέα να ανέβει o Δημοσθένης στην πίστα, τραγουδούσε o Καρουσάκης, στον οποίον o αδερφός του Κοεμτζή απευθύνθηκε λέγοντας: «Θέλω να παίξεις μια παραγγελιά». Όμως το ρεπερτόριο του τραγουδιστή τελείωνε εκείνη τη στιγμή, με το τραγούδι «Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί». οπότε κι εκείνος απάντησε στον Δημοσθένη ότι το τραγούδι θα το έλεγε ο επόμενος καλλιτέχνης, που ήταν ο Παναγιώτης (Τάκης) Αθανασιάδης. Μάλιστα, κατεβαίνοντας από την πίστα ο Καρουσάκης, είπε στον Αθανασιάδη να παίξει την παραγγελιά, που ήταν το τραγούδι « Τα δυο σου χέρια πήρανε (βεργούλες και με δείρανε)», σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Παίξ' το, ρε Τάκη, να ησυχάσουμε από δαύτους».

Μόλις όμως η ορχήστρα άρχισε να παίζει, ανέβηκαν στην πίστα δεκάδες άτομα. πράγμα που δεν άρεσε στον Δημοσθένη, και πολύ περισσότερο στον Νίκο. «Πες τους να κατέβουν και να αδειάσουν την πίστα. Δική μας παραγγελιά είναι το τραγούδι, Τάκη» διαμαρτυρήθηκε o Δημοσθένης στον Αθανασιάδη. Ο Αθανασιάδης του απάντησε: «Πώς να το πω; Δεν βλέπεις τι γίνεται στην πίστα; Δεν είναι ένας, δεν είναι πέντε οι άνθρωποι, είναι πολλοί...». Μάλιστα, όταν ο Δημοσθένης επέμεινε, ο τραγουδιστής τού απάντησε: «Να, πάρε το μικρόφωνο και πες το εσύ». Τότε σηκώθηκε από την καρέκλα του o νταής της παρέας. ο Νίκος, και, πλησιάζοντας τον Τάκη Αθανασιάδη, του είπε επιτακτικά: «Γιατί ξηγιέσαι έτσι, ρε Αθάνα; Γιατί έτσι, ρε Τάκη;». Ανυποψίαστος για τα όσα θα ακολουθούσαν, ο τραγουδιστής προσπάθησε να δικαιολογηθεί: «τι να σου Κάνω, ρε Νίκο. δεν βλέπεις τι γίνεται, πες το εσύ. Να, πάρε το μικρόφωνο...».

Εκείνο ήταν το σημείο που ο Κοεμτζής βγήκε εκτός εαυτού και άρχισε να φωνάζει ουρλιάζοντας: «ρε! Παραγγελιά ρε! Δεν ακούτε ρε, παραγγελιά». Σχεδόν ταυτόχρονα. τράβηξε από το ζωνάρι του το καλοτροχισμέ-νο μαχαίρι του και άρχισε να το ανεβοκατεβάζει με μανία... και όποιον πάρει o χάρος. Ακολούθησε πραγματική σφαγή και ένα πανδαιμόνιο από φωνές, ουρλιαχτά, κλάματα και πανικό, αφού μέσα στο κέντρο, σύμφωνα με τους τότε υπολογισμούς, βρίσκονταν περίπου διακόσια άτομα.

Άρχισαν όλοι να τρέχουν για να σωθούν από το μένος του Κοεμτζή, όμως σύντομα η πίστα γέμισε νεκρούς, τραυματίες και αίματα, ενώ μεταξύ των βαριά τραυματισμένων βρέθηκε και ο αδελφικός φίλος του Κοεμτζή, Θωμάς. που ήταν στην ίδια παρέα με εκείνον - δεν έβλεπε καν ποιον μαχαίρωνε, και όποιος βρισκόταν στην ακτίνα δράσης του χεριού του κινδύνευε θανάσιμα. Άνθρωποι κείτονταν στο δάπεδο νεκροί ή τραυματίες, άλλοι βογκούσαν και ζητούσαν βοήθεια κι άλλοι βρίσκονταν κρυμμένοι σε διάφορα σημεία του μαγαζιού μέχρι να κοπάσει η φονική θύελλα.

Στην αυτοβιογραφία του Νίκου Κοεμτζή, οι σκηνές της σφαγής περιγράφονται στις σελίδες 63, 64 και 65:

Είπα στον Θωμά και τον αδελφό μου, να μου πούνε τι είχε συμβεί εκείνο το καταραμένο Σαββατοκύριακο γιατί όσο κι αν προσπαθούσα να θυμηθώ κάτι που θα με φωτίσει, δεν κατάφερνα τίποτα. Τότες άρχισε ο Θωμάς να μου τα εξιστορεί και να τα βάζει στη σειρά το ένα πίσω απ' τ' άλλο σαν εφιαλτική ταινία του κινηματογράφου.

Όταν ανέβηκε στην πίστα ο Δημοσθένης να χορέψει, ανεβήκανε και κάτι άλλοι θαμώνες για να χορέψουν κι εκείνοι.

Ο τραγουδιστής τους έκανε νόημα να κατέβουν από την πίστα γιατί το τραγούδι ήταν παραγγελιά και τους φώναξε με το μεγάφωνο και τους είπε «παιδιά, είναι παραγγελιά το τραγούδι, με τη σειρά θα χορέψετε και εσείς». Βλέποντας o Δημοσθένης που δεν κατεβαίνανε, ρώτησε τον τραγουδιστή, που ήτανε ο Αθανασιάδης και γνωστός του μάλιστα:

«Ρε Τάκη, δικό μου είναι το τραγούδι ή των παιδιών; Ο τραγουδιστής απάντησε:

«Εγώ τους το 'πα. ρε Δημοσθένη, πως είναι παραγγελιά το τραγούδι. Αν θέλεις, πες τους το κι εσύ».

Κι έβαλε το μικρόφωνο στο στόμα του Δημοσθένη. Τότες ο Δημοσθένης φώναξε με το μικρόφωνο και τους είπε:

«Παιδιά, παραγγελιά είναι το τραγούδι, δεν ακούσατε».

Όχι δηλαδή όπως το γράφανε οι εφημερίδες, πως δήθεν το άρπαξε βίαια το μικρόφωνο από τα χέρια του τραγουδιστή. Αυτό που γράψανε οι εφημερίδες είναι καθαρό ψέμα, γιατί κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

Μόλις μίλησε, τον πλησίασε κάποιος από τους τέσσερις που ήτανε πάνω στην πίστα κι έβρισε τον Δημοσθένη, και ταυτοχρόνως τον έσπρωξε πάνω στους άλλους τρεις της παρέας του. Εκείνοι τον ξανασπρώξανε. Και τότες o Δημοσθένης έδωσε μία μπουνιά στον πρώτο που άρχισε τη φασαρία, κι αργότερα έμαθα ότι ήταν κι αυτός αστυνομικός, όπως και η παρέα του, όπως αποδείχτηκε μετά το κακό που έγινε.

Όση ώρα μιλούσε ο Θωμάς, τον άκουγα χωρίς να τον διακόψω. Τώρα όμως τον διέκοψα και ρώτησα τον Δημοσθένη να μου πει τι είδους βρισιά ήταν αυτή που του είπαν.

«Ο πρώτος με έβρισε» μου απάντησε. «μου είπε: "Άντε, ρε φλώρε, που θέλεις και ειδική παραγγελιά για να χορέψεις". Και πριν του απαντήσω, μου έδωσε μια σπρωξιά και έπεσα πάνω στους τρεις, κι εκείνοι με τη σειρά τους με ξανασπρώξανε».

«Καλά» του είπα και του έκανα νόημα να σταματήσει. Και γυρίζοντας προς τον Θωμά, του είπα να μου πει τι έκανα εγώ εκείνη τη στιγμή και πώς βρέθηκα απάνω στην πίστα και σκόρπισα τον θάνατο σε τόσους ανθρώπους.

«Εσύ» μου λέει, «καθόσουνα στο τραπέζι και δεν μιλούσες με κανένανε. Όταν όμως άρχισε ο Δημοσθένης να ουρλιάζει την ώρα που τον ρίξανε κάτω και τον πατάγανε απάνω στα σπασμένα γυαλιά της πίστας, εσύ σαλτάρισες σαν ελατήριο από τη θέση σου και κοιτούσες δεξιά και αριστερά. Σε άκουσα να μιλάς και να λες: "Τον Δημοσθένη, τον Δημοσθένη, τον σκοτώνουνε!”. κι έτρεξες προς την πίστα. Ταυτοχρόνως είδα το χέρι σου, που κάτι τράβηξες απ' τη ζώνη σου. Νόμισα πως είχες περίστροφο και όρμησα ξοπίσω σου να σ' εμποδίσω και σ' έπιασα από τη μέση. Την ώρα που πάταγες απάνω στην πίστα γυρίζεις και μου ρίχνεις μια μαχαιριά στην κοιλιά. Σε κοίταξα απορημένος. Πήγα να σου πω "γιατί;” αλλά είδα τα μάτια σου να είναι γυρισμένα προς τα πάνω. Τότε κατάλαβα ότι τρελάθηκες. Μπήκες στη φασαρία και έσφαξες τους τρεις που ήταν πρωταίτιοι. Τραυμάτισες άλλους έξι, κι εμένα εφτά. Το χτύπημα που μου 'δωσες με γονάτισε, και μ' έπιασε αιμορραγία. Κρατώντας την κοιλιά μου και στηριζόμενος από τραπέζι σε τραπέζι, έφτασα μέχρι την κουζίνα με το ζόρι. Εκεί βρήκα τον Δημοσθένη να τον χτυπάνε καμιά δεκαριά άτομα. Φώναξα με όση δύναμη μου απέμενε: "Αφήστε τον, ρε παιδιά, αυτόνε και πιάστε τον άλλο που τρελάθηκε και σφάζει. Δεν βλέπετε, εμένα μ' έσφαξε και είναι o καλύτερός μου φίλος". Δεν άντεχα άλλο και γονάτισα κι έπεσα κάτω εκεί κι έχασα τις αισθήσεις μου».

Αυτά λέει στο βιβλίο του o Νίκος. Όμως, όπως κι αν έχουν τα πράγματα, σημασία έχει το γεγονός ότι έκλεισαν τρία σπίτια, αφού τρεις αθώοι συνάνθρωποί μας βρήκαν φρικτό θάνατο. ενώ τραυματίστηκαν και είδαν τον χάρο με τα μάτια τους άλλοι επτά, από το φονικό μαχαίρι του Νίκου του νταή.

Νεκροί ήταν οι:

Μανόλης Χριστοδουλάκης του Γεωργίου. 28 χρονών, υπενωμοτάρχης της τότε Χωροφυλακής.

Δημήτρης Πεγιάς του Μιχαήλ, 31 χρονών, αστυφύλακας, που υπηρετούσε στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών.

Γιάννης Κούρτης του Νικολάου, 34 χρονών, μηχανικός και βαφέας αυτοκινήτων.


Τραυματίες ήταν οι:

Δημήτρης Παπαδάκης του Ιωάννη, 26 χρονών, ηλεκτρολόγος.

Θεοφάνης Σύριος του Παναγιώτη.

Νίκος Δανιήλ, 31 χρονών, μηχανικός αυτοκινήτων.

Ηλίας Τόλης του Βασιλείου, 34 χρονών, σερβιτόρος και συνιδιοκτήτης του κέντρου.

Θανάσης Αθανασούλης, 35 χρονών, τραπεζικός υπάλληλος.

Δημήτρης Σχίζας. 41 χρονών, μετρ του κέντρου.

Θωμάς Καραμάνης του Νικολάου, 31 χρονών, φορτοεκφορτωτής. αδελφικός φίλος του Κοεμτζή.

Ο ιατροδικαστής Δημήτρης Καψάσκης είχε κάνει τότε τη νεκροψία και τη νεκροτομή στα πτώματα των άτυχων θυμάτων στο νεκροτομείο της Αθήνας, διαπιστώνοντας την αγριότητα με την οποία είχαν χτυπηθεί οι τρεις αδικοχαμένοι. Είχε δηλώσει τότε o Καψάσκης. o οποίος σήμερα δεν ζει: «Πρόκειται για λυσσαλέα χτυπήματα. Ο δράστης γνώριζε πολύ καλά από μαχαίρια. Τα τραύματα μαρτυρούν ότι έχουμε να κάνουμε με επαγγελματία δολοφόνο. Ο δράστης ήταν τεχνίτης. Χαρακτηριστικά σας αναφέρω ότι όταν κάρφωνε τη λεπίδα στα σώματα των θυμάτων του. έστριβε το μαχαίρι για να κάνει σίγουρη δουλειά». Το θανατηφόρο μαχαίρι ο Κοεμτζής το είχε αγοράσει ο ίδιος από κατάστημα στην οδό Λυκούργου, «για προστασία του», όπως μου έλεγε, και το έφερε πάντα μαζί στο ζωνάρι του - το είχε ακονίσει ο ίδιος, κι έκοβε σαν ξυράφι.

Μετά το φοβερό μακελειό που προκάλεσε, ο Νίκος Κοεμτζής, κρατώντας πάντα το ματωμένο μαχαίρι στο χέρι του. βγήκε έξω από το κέντρο και έφυγε για το σπίτι του. όπου βρίσκονταν οι δύο κοπέλες που είχε διώξει νωρίτερα από το κέντρο και στις οποίες είπε πως ήταν γεμάτος αίματα από μια ζημιά που είχε γίνει στο μαγαζί. Για το δικό του σπίτι έφυγε ο αδελφός του ο Δημοσθένης, αν και αργότερα εξαφανίστηκαν και οι δύο, και την επόμενη μέρα o Νίκος διάβασε στις εφημερίδες πως είχε σκοτώσει τρεις ανθρώπους και είχε τραυματίσει άλλους επτά - μάλιστα, από τις εφημερίδες έμαθε ότι οι δύο από τους τρεις νεκρούς ήταν αστυνομικοί.

Δύο μέρες αργότερα εντοπίστηκε και συνελήφθη o Δημοσθένης, ενώ ακολούθησε και η σύλληψη του Νίκου. η οποία όμως ήταν περιπετειώδης και παρά λίγο να του στοιχίσει τη ζωή. Ενώ ήταν περικυκλωμένος από τους αστυνομικούς της Ασφάλειας, o νταής, αντί να παραδοθεί, τους απειλούσε με το μαχαίρι με το οποίο είχε σκορπίσει τον θάνατο και τη συμφορά λίγες μέρες νωρίτερα. Τη στιγμή που πήγε να καρφώσει το μαχαίρι στον επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης αστυνόμο Δρανά, κάποιοι άλλοι αστυνομικοί τον πυροβόλησαν στα πόδια και τον τραυμάτισαν, αλλά, παρά τις απειλές και τον κίνδυνο, ο Δρανάς φώναζε στους δικούς του: «Μην τον σκοτώσετε, μη... Τον θέλω ζωντανό. Μην τον σκοτώνετε...». Τελικά. o Κοεμτζής συνελήφθη και διακομίστηκε στο νοσοκομείο. όπου εξακολουθούσε να απειλεί τους αστυνομικούς που τον φρουρούσαν. Αργότερα. αφού ανέρρωσε, οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού. και στη συνέχεια σε διάφορες άλλες φυλακές της χώρας.

Παραπέμφθηκε σε δίκη, και τον Νοέμβριο τοι) 1973 το Μεικτό Κακουργιοδικείο της Αθήνας τον καταδίκασε τρεις φορές σε θάνατο και επτά φορές σε ισόβια κάθειρξη. ενώ μαζί του στο εδώλιο κάθισαν ο αδελφός του Δημοσθένης και ο αδελφικός του φίλος Θωμάς Καραμάνης. Το δικαστήριο καταδίκασε τον Δημοσθένη σε φυλάκιση 3 ετών για σωματικές βλάβες σε βάρος ενός χωροφύλακα και έκρινε αθώο λόγω αμφιβολιών τον Καραμάνη.

Στην όλη υπόθεση Κοεμτζή, πάντως, θα πρέπει να επισημάνω και κάτι που ο ίδιος αναφέρει στο βιβλίο του, ότι ήταν δηλαδή και αντιστασιακός. Το 1971, μετά την πρώτη αποφυλάκισή του από τις φυλακές της Κέρκυρας, εντάχθηκε στο ΠΑΚ και βοήθησε τον αντιδικτατορικό αγώνα, έχοντας o ίδιος αριστερές καταβολές. Ο πατέρας του είχε ενταχθεί στο ΕΑΜ και αργότερα φυλακίστηκε, βασανίστηκε και κυνηγήθηκε από τους αστυνομικούς. Το γεγονός όμως ότι δύο από τους τρεις νεκρούς ήταν αστυνομικοί δεν έχει καμία σχέση με την οικογενειακή ιστορία του, αφού o Κοεμτζής το αγνοούσε και το πληροφορήθηκε, όπως αναφέρθηκε. την άλλη μέρα από τις εφημερίδες.

Έχει ιδιαίτερη σημασία ακόμα να επισημάνω ότι o Νίκος Κοεμτζής ήταν o δεύτερος, μετά τον Παύλο Αγγελόπουλο (συνεργό του Λυμπέρη). από τους εγκληματίες που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο, o οποίος γλίτωσε την εκτέλεση - μετά τον Λυμπέρη επρόκειτο να στηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα o Αγγελόπουλος και μετά o Κοεμτζής, ήλθε όμως η κατάργηση της θανατικής ποινής και στη χώρα μας, κι έτσι και οι δύο πέρασαν στα ισόβια. Γλίτωσαν δηλαδή τον θάνατο. 


Ο θάνατός του

Ήταν μεσημέρι Παρασκευής, 23ης Σεπτεμβρίου του 2011. O Νίκος είχε πάει από νωρίς στο Μοναστηράκι, και συγκεκριμένα σε σημείο που του είχε παραχωρήσει o δήμος Αθηναίων για να πουλάει το βιβλίο του. Γύρω στις 2:00 το μεσημέρι κάποιοι διερχόμενοι παρατήρησαν ότι o Κοεμτζής ήταν πεσμένος στο τραπεζάκι μπροστά του, μπρούμυτα - λέγεται πως ήταν πάνω από μια ώρα σε αυτή τη στάση. και κατ' άλλους δύο ώρες, μέχρι που έφτασε το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ και τον παρέλαβε ημιθανή. Διακομίστηκε επειγόντως στην Πολυκλινική Αθηνών. όπου οι γιατροί διαπίστωσαν πως δεν ήταν δυνατόν να τον επαναφέρουν στη ζωή, παρά τις προσπάθειές τους. Το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας αποκλείστηκε και o θάνατός του αποδόθηκε σε παθολογικά αίτια. Ο Νίκος Κοεμτζής έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 χρονών.


Πηγή κειμένου: Πάνος Σόμπολος "ΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ", Εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ. 

Δείτε επίσης :

Μαργαρίτα Ουαλόν: Δολοφόνος ή απλά θύμα της γοητείας της;

Η πολύκροτη δίκη για το έγκλημα στου Χαροκόπου

ΔΟΥΡΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ: Το παιχνίδι της μοίρας για το επτάχρονο αγγελούδι

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ-ΛΑΜΠΡΑΚΗ

Πολύ χαρακτηριστικό φαινόμενο της δραματικής κατάστασης στην οποία βρέθηκε ορισμένη μερίδα του ελληνικού Τύπου κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αποτελεί η περίπτωση του συγκροτήματος Λαμπράκη. Χωρίς να έχει τότε την έκταση που απέκτησε μεταπολεμικά, εθεωρείτο ένα από τα πλέον έγκυρα και ίσως το μεγαλύτερο, αν λάβουμε υπ' όψη ότι καμιά άλλη εκδοτική επιχείρηση δεν εξέδιδε ταυτόχρονα τότε δύο ημερήσιες εφημερίδες.

Πολυπρόσωπη επιχείρηση καθώς ήταν, επόμενο ήταν να ξεπηδήσουν από τα σπλάχνα της πολυάριθμοι συνεργάτες της κατοχικής προπαγάνδας (π.χ. Μαμάκης, Γιοκαρίνης κ.ά.). Ταυτόχρονα, όμως, η τύχη της ήταν να αποτελέσει τη μόνη μεγάλη ελληνογερμανική επιχείρηση προπαγάνδας που στήθηκε στην Ελλάδα.

Γνωστοί δημοσιογράφοι με ήσσονα ή μείζονα
συμμετοχή στη κατοχική προπαγάνδα:
 Αχιλλέας Μαμάκης, αρχισυντάκτης των "Αθηναϊκών Νέων",
 Δημήτριος Λαμπράκης, ιδιοκτήτης του ομώνυμου
 συγκροτήματος που είχε πουλήσει στη
 γερμανική προπαγάνδα, και Νίκος Κρανιωτάκης,
διευθυντής του "Πρωινού Τύπου ".

Τυπικά η προσχώρηση του συγκροτήματος Λαμπράκη στη γερμανική προπαγάνδα ξεκινά λίγο αργότερα από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Με ενυπόγραφο κείμενό του στις 28 Απριλίου 1941 στις εφημερίδες που εξέδιδε, στο Eλεύθερον Βήμα και στα Αθηναϊκά Νέα, ο Δημήτριος Λαμπράκης, υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο «Εξήγησις που επεβάλλετο», αναφέρει επί λέξει:

«Από πέντε σχεδόν χρόνια, δηλαδή από την 4ην Αυγούστου 1936, είχα ήδη θεωρήσει ως τερματιζόμενον πλέον, και όχι βέβαια με την Ιδίαν μου θέλησιν το δημοσιογραφικόν στάδιόν μου. Έκρινα συνεπώς ότι ούτε το «Ελεύθερον Βήμα» ούτε και τα «Αθηναϊκά Νέα» είχον περαιτέρω λόγον υπάρξεως, εφ' όσον δεν ήτο δυνατόν να εξυπηρετήσουν κανέναν πραγματικόν δημοσιογραφικόν προορισμόν, και ώφειλον τότε να διακόψουν την έκδοσίν των. Δεν επετράπη εν τούτοις από τους κρατούντας την εξουσίαν η άσκησις αυτού του δικαιώματος, έστω και χωρίς να δημοσιευθή οιαδήποτε δήλωσις ή δικαιολογία, διότι καθώς ετόνισαν κατηγορηματικώς οι αρμοδιώτατοι, η διακοπή της εκδόσεως του «Ελευθέρου Βήματος» απετέλει «πολιτικήν πράξιν», και την άσκησίν της την επεφύλασσεν η κυβέρνησις εις μόνον εαυτήν, εάν και όταν θα ενόμιζεν εκείνη εξ ιδικής της πρωτοβουλίας πλέον, ότι θα της εχρησίμευε τούτο. Δεν επετράπη ακόμη ούτε καν η αφαίρεσις από την προμετωπίδα της εφημερίδος του ονόματός μου, διότι εκρίνετο ως απαραίτητον, ότι, έστω και τυπικώς, έπρεπε να εμφανίζωμαι ως συμφωνών απόλυτα προς όσα εδημοσιεύοντο, ως διασύρων και ως υβρίζων πρόσωπα και θεσμούς, που μέχρι της τελευταίας στιγμής εν τούτοις καθ' ήν διετέλουν ελεύθερος, εκήρυσσα ότι εσεβόμην και ηυλαβόμην. Και έπρεπε συγχρόνως να εμφανίζομαι διακηρύσσων ότι επεβάλλετο εις τον ελληνικόν λαόν να κλίνη το γόνυ ενώπιον των ειδώλων που του παρουσίασαν, διά να τα λατρεύη εφεξής ως τους αληθινούς τάχα θεούς. Χθές ακόμη οι εδώ παραμείναντες υπηρέται των, δεν επέτρεψαν ολίγας καν λέξεις, ως μίαν εξήγησιν προς το ελληνικόν κοινόν, της μεταβολής που επήλθεν εις το «Ελεύθερον Βήμα», διότι έκριναν ότι εθίγετο το ομοούσιον της 4ης Αυγούστου.

Σήμερον, και όχι από ενέργειαν ιδικήν μας, δεν υφίστανται πλέον αι θελήσεις εκείνων οίτινες μας εκράτησαν πολιτικούς αιχμαλώτους και δημοσιογραφικούς δεσμώτας επί ολόκληρον πενταετίαν, και επραγματοποίησα την παλαιάν απόφασίν μου να θεωρήσω τερματιζόμενον το δημοσιογραφικόν στάδιόν μου και να διακόψω o ίδιος προσωπικώς την περαιτέρω έκδοσιν του «Ελευθέρου Βήματος» και των «Αθηναϊκών Νέων». Αναγνωρίζων όμως ότι έχω ηθικάς υποχρεώσεις απέναντι του εργαζομένου προσωπικού των εφημερίδων, που επί μίαν σχεδόν εικοσαετίαν συνειργάσθη μαζί μου με εξαιρετικήν ευσυνειδησίαν και αφοσίωσιν εις το καθήκον, εξεχώρησα οριστικώς την ιδιοκτησίαν των τίτλων, μεταβιβάσας την απόλυτον κυριότητα και όλα τα σχετικά δικαιώματά μου εις τριμελή επιτροπήν, η οποία και έχει από της προχθές όλας τας ευθύνας και την φροντίδα της περαιτέρω εκδόσεως των εφημερίδων...».

Αυτή είναι η «εξήγησις που επεβάλλετο» κατά τον Δ. Λαμπράκη (Μία από τις κατ' εξοχήν γερμανόφιλες αθηναϊκές εφημερίδες, ήδη από την προπολεμική περίοδο, ήταν η Βραδυνή. Ιδού πώς αντέδρασε στις «εξηγήσεις» που αιφνιδιαστικά δημοσίευσε ο Δ. Λαμπράκης, αποτολμώντας μάλιστα δημοσίως να τις χαρακτηρίσει ούτε λίγο ούτε πολύ ως αναξιοπρεπείς: «Διευθυντής πρωινής συναδέλφου έκρινε εύθετον την στιγμήν να παράσχη εξηγήσεις σήμερον διά την πολιτείαν τοι.' ως δημοσιογράφου κατά την τελευταίαν πενταετίαν ως και διά τας γνώμας τας οποίας είχε ή εφαίνετο, παρά την θέλησίν του έχων περί προσώπων και πραγμάτων. Δεν πρόκειται, βέβαια, να θέσωμεν υπό συζήτησιν τας εξηγήσεις του συναδέλφου, αν και γνωρίζη πολύ καλά και ο ίδιος ότι πολλά και διάφορα θα ήτο δυνατόν να αντιταχθούν εις τους ισχυρισμούς του και υπομνησθούν. Απλώς μόνον θα ηθέλαμεν να παρατηρήσωμεν ότι διά της δηλώσεώς του θίγει εν θέμα πολιτικόν γενικώτατον και πολυπλοκώτατον το οποίον, βέβαια, θα συζητηθή κάποτε. Αλλά ερωτώμεν - ερωτώμεν - είναι κατάλληλος η παρούσα ώρα διά παρομοίας συζητήσεις και διά την αναζήτησιν των ευθυνών τας οποίας υπαινίσσεται o συνάδελφος; Η ερώτησίς μας δεν έχει ανάγκην αναπτύξεως, φυσικά. Ουδείς, άλλωστε, αγνοεί ότι όλαι αι εφημερίδες και, περισσότερον, ίσως, πάσης άλλης και η ιδική μας εγνώρισαν την δοκιμασίαν των καταναγκασμών τους οποίους υπαινίσσεται o συνάδελφος. Αλλά - επαναλαμβάνομεν την ερώτησίν μας: Είναι τώρα η κατάλληλος ώρα διά παρομοίας συζητήσεις και δι' οιασδήποτε εξηγήσεις και διά την αναζήτησιν οιουδήποτε είδους ευθυνών; Η ερώτησίς μας ελπίζομεν είναι αρκετή διά να αποκαταστήση την συναίσθησιν του πρέποντος και διά να προλάβη την εξολίσθησίν μας εις συζητήσεις διά τας οποίας δεν είναι τώρα καιρός. Εφόσον, άλλωστε, καθημερινώς τονίζομεν εις το κοινόν την ανάγκην να επιδείξη πνεύμα αξιοπρεπείας και κατανοήσεως των περιστάσεων, πρέπει να δίδωμεν και ημείς οι ίδιοι το παράδειγμα της αξιοπρεπείας και της κατανοήσεως των περιστάσεων»).

Ωστόσο τα πραγματικά περιστατικά δεν τον ευνοούν να είναι πειστικός, όταν:

α) Υποστηρίζει ότι επί πέντε χρόνια τελούσε υπό καθεστώς ομηρίας, διότι ενώ o ίδιος ήθελε να εγκαταλείψει τις εφημερίδες του η δικτατορία δεν του το επέτρεπε. Αν πραγματικά ήθελε κάτι τέτοιο και μια απλή ενυπόγραφη δήλωσή του προς ένα συμβολαιογράφο ή προς ένα ξένο ανταποκριτή, θα την καθιστούσε γνωστή και o ίδιος θα γινόταν πειστικός έναντι της ιστορίας. Δεν ήθελε όμως κάτι τέτοιο τότε και, χωρίς να γνωρίζουμε αν και έως ποιο σημείο ήταν αληθής ο ισχυρισμός του, επισημαίνουμε ότι είχε δανειοδοτηθεί τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο 1940 (πρό του πολέμου δηλαδή) με υπερβολικό για τα δεδομένα της εποχής ποσόν.

β) Είναι, αν μη τι άλλο, αδόκιμη η ευκαιρία να δημοσιοποιήσει τα οποιαδήποτε προβλήματα που τυχόν είχε με τη δικτατορία Μεταξά και ακόμη περισσότερο με τις κυβερνητικές αρχές που λειτουργούσαν τις τελευταίες ημέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών, την πρώτη ημέρα που εκείνοι κατέλαβαν την Αθήνα. Περνούσε έτσι ένα απίθανο μήνυμα στην έκπληκτη κοινή γνώμη: ήρθαν οι Γερμανοί και αποκτήσαμε την ελευθερία μας;! Ακριβώς την ίδια γραμμή τηρούσαν και οι πρώτοι κατοχικοί κυβερνήτες, όταν κατηγορούσαν τους υπουργούς και τα στελέχη του Μεταξά, αλλά και τον ίδιο για τη στάση του απέναντι στον Άξονα και γενικότερα για την πολιτική του.

γ) Ομιλεί περί οριστικής εκχωρήσεως της ιδιοκτησίας των τίτλων, της απολύτου κυριότητος και όλων των σχετικών δικαιωμάτων του. τι θα πεί «οριστική», όταν με την Απελευθέρωση επανέρχεται o Δ. Λαμπράκης και ακολουθούν διάφορες πιέσεις του προς τις ελληνικές κυβερνήσεις (Ν. Πλαστήρα και Κ. Τσαλδάρη) για να αγνοήσουν τους ισχύοντες νόμους και έτσι επιτυγχάνει την επανέκδοση των εφημερίδων του;

δ) Και, εν πάση περιπτώσει, δημοσιεύθηκε τις σκοτεινές εκείνες ημέρες μία δήλωσή του, με την οποία έπαιρνε μια θέση. Από τότε, από τον Απρίλιο 1941 μέχρι τον θάνατό του το 1957 ποτέ, μα ποτέ, δεν θεώρησε αναγκαίο να δώσει μια περαιτέρω «εξήγηση που επεβάλλετο» για όλα τα εν συνεχεία;

ε) Διότι, δύο είναι οι πιθανές εκδοχές για την εν συνεχεία στάση των τριών στελεχών του, που τον διαδέχθηκαν τον Απρίλιο 1941, και συνεταιρίσθηκαν με τους Γερμανούς: ή ενεργούσαν αυτοβούλως ή για λογαριασμό του. Ποιά ήταν η δική του άποψη; Το ερώτημα, αφού παρέμεινε αναπάντητο από τον ίδιο, μόνο με την κοινή λογική μπορεί σήμερα να απαντηθεί. Και η κοινή λογική παίρνει ένα μοναδικό τεκμήριο: ότι και οι τρείς παρέμειναν σε διευθυντικές θέσεις και εξακολούθησαν να είναι οι αμέσως μετά απ' αυτόν στο συγκρότημα ισοβίως.

Πράγματι, η ημικρατική γερμανική εταιρία «Μούντους» (με έδρα το Βερολίνο) συνεταιρίστηκε με τους εκπροσώπους του ουσιαστικού ιδιοκτήτη του ομώνυμου συγκροτήματος και ίδρυσαν την Α.Ε. «Εταιρία Δημοσιογραφικών Εκδόσεων Ελεύθερον Βήμα», κοινοπραξία που σε καμιά περίπτωση δεν τιμά αυτούς τουλάχιστον τους εκπροσώπους: τους Γεώργιο Συριώτη, Άλκη Ζαφειρόπουλο και Ιορδάνη Τσαρτίλη. Με την υπογραφή τους πρόσφεραν την υποδομή και έτσι ενίσχυσαν την προπαγανδιστική μηχανή των Γερμανών όχι μόνο στον ελληνικό χώρο, αλλά και στη Μέση Ανατολή, όπου διοχετεύονταν τα έντυπα που τυπώνονταν στα τυπογραφεία Λαμπράκη. Προκηρύξεις και εφημερίδες στην αραβική, αγγλική και άλλες γλώσσες τυπώνονταν έτσι εδώ στην Αθήνα, μεταφέρονταν εκεί και διανέμονταν με διάφορους τρόπους (κυρίως με αεροπλάνα) για να καμφθεί το ηθικό των πολεμιστών και των κατοίκων. Επί πλέον, τυπώνονταν και γερμανόγλωσσες εφημερίδες και περιοδικά για χρήση των Γερμανών στρατιωτών, ενώ το κύριο αντικείμενο δεν έπαυε να είναι και η έκδοση εντύπων σε ελληνική γλώσσα για τον επηρεασμό της ελληνικής κοινής γνώμης. Αξιοσημείωτο είναι ότι η μικτή αυτή ελληνογερμανική εταιρία δραστηριοποιήθηκε και σ' έναν άλλο κρίσιμο τομέα, στην εισαγωγή και το εμπόριο δημοσιογραφικού κυρίως χαρτιού, που ερχόταν από τη Γερμανία και τις σύμμαχες μ ' αυτήν χώρες. Η ιδιότητα αυτή, όπως είναι ευνόητο, την καθιστούσε αυτόματα δυναμικό πρωταγωνιστή στον χώρο του ελληνικού Τύπου.

Η εταιρία (με έδρα την οδό Εδ. Λω 3, η οποία αργότερα θα ονομασθεί σε Χρήστου Λαδά) συστάθηκε τον Σεπτέμβριο 1941 με 25ετή διάρκεια και συμμετέσχαν με ποσοστό 49% τα προαναφερθέντα στελέχη του συγκροτήματος Λαμπράκη (επρόκειτο για τους δύο διευθυντές των εφημερίδων και για τον οικονομικό διευθυντή του), στο όνομα των οποίων είχαν εγκαίρως ήδη μεταγραφεί οι τίτλοι των εφημερίδων Ελεύθερον Βήμα, Αθηναϊκά Νέα και Οικονομικός Ταχυδρόμος, που αποτελούσαν πλέον περιουσία της νέας εταιρίας. H πλευρά του Λαμπράκη (Σ.Σ. δεν γεννάται καμιά αμφιβολία ότι οι τρείς Έλληνες εκπρόσωποί του τον υποκαθιστούσαν, ακόμη και από το γεγονός ότι μεταπολεμικά διατήρησαν τις ίδιες θέσεις στο συγκρότημα) συνέθετε το ποσοστό της με 17% συμμετοχή στο συνολικό κεφάλαιο του Γ. Συριώτη, 16% του Α. Ζαφειρόπουλου και 16% του Ι. Τσαρτίλη. Το υπόλοιπο 51%, που φυσικά ήλεγχε την εταιρία, ανήκε στην εδρεύουσα στο Βερολίνο A.E. «Μούντους», η οποία ήταν ημικρατική και μία από τις υπαγόμενες στο γερμανικό υπουργείο Προπαγάνδας εταιρίες.

Οι σκοποί της A.E. «Ελεύθερον Βήμα» αναφέρονται με κρυστάλλινη διαύγεια στο άρθρο 2 του καταστατικού της: «η έκδοσις εφημερίδων, περιοδικών ως και παντός ετέρου εντύπου γενικώς και η διεξαγωγή πασών των εργασιών ομοίας ή συγγενούς φύσεως και των σχετικών επιχειρήσεων ας ήθελεν εγκρίνει το Διοικητικόν Συμβούλιον».

Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας αποτέλεσαν οι Νικόλαος Ι. Λούβαρις ως πρόεδρος, Γεώργιος Βλαβιανός ως αντιπρόεδρος, Φερδινάνδος Φ. Φοράουερ ως αναπληρωτής του αντιπροέδρου, Γεώργιος Αντ. Συριώτης, Αλκιβιάδης Παντ. Ζαφειρόπουλος, Ιορδάνης Ευδ. Τσαρτίλης, Ερβέρτος Σβαίρμπελ και Σάββας Χρ. Κέντρος. Ποιοι ακριβώς ήταν;

Νικόλαος Λούβαρις. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου. Διετέλεσε αργότερα υπουργός Παιδείας στην Κυβέρνηση Ι. Ράλλη (1943-44).

Γεώργιος Βλαβιανός. Ιατρός με σπουδές και διασυνδέσεις στη Γερμανία, ιδρυτής και πρώτος αρχηγός της ΕΣΠΟ, το κτίριο της οποίας ανατίναξε τον Σεπτέμβριο 1942 ο Κ. Περρίκος και οι συνεργάτες του.

Φερδινάνδος Φοράουερ (Vorauer). Γερμανός διπλωματικός υπάλληλος, που υπηρετούσε στη πρεσβεία Αθηνών.

Αλκιβιάδης (Άλκης) Ζαφειρόπουλος. Δημοσιογράφος, διευθυντικό στέλεχος του συγκροτήματος Λαμπράκη (διευθυντής των Νέων μεταπολεμικά).

Γεώργιος Συριώτης. Δημοσιογράφος, διευθυντής Τότε και μεταπολεμικά του Βήματος, συγγενής του προηγουμένου.

Ιορδάνης Τσαρτίλης (ή Τζαρτίλης). Διαχειριστής του συγκροτήματος Λαμπράκη. Μεταπολεμικά υπήρξε πρόεδρος της Ενώσεως Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών.

Ερβέρτος Σβαίρμπελ. O πολύς Dr. Herbert Schwoerbel ήταν από ετών έμμισθος υπάλληλος της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα και κατείχε την εξαιρετικά κρίσιμη θέση του υπευθύνου της γερμανικής προπαγάνδας. Με την ιδιότητα αυτή και σε συνδυασμό με τον έλεγχο της A.E. «Ελεύθερον Βήμα» καθόριζε τη διανομή του δημοσιογραφικού χαρτιού στην Ελλάδα επί Κατοχής, αυξομειώνοντας έτσι κατά την απόλυτη κρίση του την κυκλοφορία και τον αριθμό σελίδων της κάθε εφημερίδας. Ο Σβαίρμπελ στη συνέχεια μετατέθηκε στο Βερολίνο, αναλαμβάνοντας ευρύτερα καθήκοντα και μάλιστα επικεφαλής των βαλκανικών υποθέσεων στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών.

Σάββας Κέντρος. Μεγαλοδικηγόρος στην Αθήνα, στέλεχος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου προπολεμικά. Επί Κατοχής υπήρξε δικηγόρος μικτών ελληνογερμανικών εταιριών που συστάθηκαν τότε.

Για την ιστορία, αναφέρουμε και τα μέλη της πρώτης εξελεγκτικής επιτροπής, που την αποτελούσαν οι Κωνσταντίνος Τορτορέλης (λογιστής), Λυκούργος Δημητρακόπουλος (υπάλληλος της Εθνικής Τραπέζης) με αναπληρωτές τους Heinz I-lelmut Rennau (υπάλληλο της γερμανικής πρεσβείας Αθηνών) και Βασίλειο Σακελλαρίου (λογιστή).

Η εκτεταμένη αυτή συνεργασία του συγκροτήματος Λαμπράκη (το οποίο είχε μεγάλες και σύγχρονες για την εποχή εγκαταστάσεις, τις οποίες είχε προμηθευθεί στην τελευταία τετραετία Βενιζέλου και το 1940 επί Μεταξά με δάνεια τεραστίας τότε αξίας σε δραχμές, που αποπληρώθηκαν με πληθωρισμένες δραχμές μεταπολεμικά) με τους Γερμανούς ήταν η μόνη περίπτωση συνεταιρισμού στον εκδοτικό χώρο που παρουσιάσθηκε επί Κατοχής. Όταν ξεκινούσε αυτή η συνεργασία δεν ήταν ακόμη απολύτως ορατή η συμμαχική νίκη και ήταν εύλογο για έναν επιχειρηματία, και μάλιστα του βεληνεκούς του Δ. Λαμπράκη, να θέλει να διατηρήσει και γιατί όχι; - να επεκτείνει τη δραστηριότητά του. Ωστόσο, αποφεύγοντας o ίδιος να θέσει την υπογραφή του σε τέτοια συμβόλαια, χρησιμοποίησε τα στελέχη του, στα οποία είχε παραχωρήσει εικονικά την εκδοτική επιχείρηση με όλη την περιουσία της. Χωρίς κανείς να αμφιβάλλει για τα ουσιαστικά περιστατικά, όταν ο Δ. Λαμπράκης αποφάσισε να διαφύγει και αυτός στη Μέση Ανατολή, προκειμένου να μπορέσει να διαδραματίσει ρόλο στις εξελίξεις και εκεί, συνάντησε την κραυγαλέα αντίδραση των Βρετανών. Έτσι, παρά τον σύνδεσμο που είχε στο παρελθόν μ ' αυτούς και παρά το γεγονός ότι φίλοι και πολιτικοί που τους είχε o ίδιος αναδείξει κατείχαν σημαίνουσες θέσεις στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, o Δημήτριος Λαμπράκης συνελήφθη από τις συμμαχικές υπηρεσίες και κρατήθηκε για πολλούς μήνες. Το γεγονός αυτό εξέφραζε πόσο μεγάλη καχυποψία έτρεφαν οι τελευταίες γι ' αυτόν.

Οι εφημερίδες του είχαν θεωρηθεί, και όχι άδικα όπως προκύπτει από όσα προαναφέρθηκαν, ότι συνεργάσθηκαν με τον κατακτητή. Στο ερώτημα του αναγνώστη πώς ήταν δυνατό να ξαναεμφανισθούν στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα εφημερίδες με τον τίτλο Ελεύθερον Βήμα και Αθηναϊκά Νέα, η απάντηση είναι εξαιρετικά απλή: δεν ξανακυκλοφόρησαν. Ήδη από τον Σεπτέμβριο 1944 με Συντακτική Πράξη της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος αποκλείονταν όλες οι εφημερίδες που είχαν εκδοθεί επί Κατοχής. Το γεγονός ότι επί κεφαλής εκείνης της κυβερνήσεως ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου εξηγεί πώς στα μεταπολεμικά χρόνια o τελευταίος δεν είχε καλές σχέσεις με το συγκρότημα. Και ενώ άλλες εφημερίδες τυπώνονταν τους πρώτους μήνες μετά την Απελευθέρωση στα τυπογραφεία του Δ. Λαμπράκη, εκείνος καθυστέρησε πολύ να πάρει άδεια για την κυκλοφορία των Νέων. Χρειάστηκε να παραιτηθεί o Γ. Παπανδρέου και να τον διαδεχθεί ο Νικ. Πλαστήρας στην πρωθυπουργία για να δοθεί η ειδική άδεια ύστερα από πολλές πιέσεις. Όπως ήταν φυσικό, οι τίτλοι των εφημερίδων του Λαμπράκη δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν, διότι είχαν περιέλθει σε καθεστώς μεσεγγυήσεως του Δημοσίου ως ανήκουσες σε γερμανικών συμφερόντων εταιρία. Το Βήμα θα αργήσει πολύ να επανεκδοθεί, κατορθώνοντας να πάρει τη σχετική άδεια από την Κυβέρνηση K. Τσαλδάρη μόλις το 1946. Πάντως και οι δύο αυτές εφημερίδες υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιήσουν για να διαφοροποιηθούν από το κατοχικό παρελθόν συντομευμένους νέους τίτλους.

Σ' αυτές παρέμειναν σε επιτελικές θέσεις μέχρι το τέλος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους οι τρείς κατοχικοί θεματοφύλακές του συγκροτήματος, χωρίς ποτέ να παραπεμφθούν δικαστικά ή πειθαρχικά για τη συνεργασία τους με τον εχθρό, που ήταν διττή: τόσο στον τομέα της προπαγάνδας όσο και στον οικονομικό...


Πηγή κειμένου και φωτογραφίας: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΣ, "Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ"


Σάββατο, Οκτωβρίου 19, 2024

Ο γδικιωμός στη Μάνη

Η βεντέτα στη Μάνη, η οποία λέγεται γδικιωμός ή δικιωμός, ήταν επίσης ένα πανάρχαιο έθιμο και διατηρήθηκε για πάρα πολλά χρόνια. Σε αντίθεση με την κρητική βεντέτα, η μανιάτικη έχει αρκετά χρόνια να κάνει την εμφάνισή της και όλα δείχνουν ότι το απάνθρωπο αυτό έθιμο πλέον έχει εκλείψει. Εύχομαι από καρδιάς το ίδιο να συμβεί και στην Κρήτη.

Πολλοί Μανιάτες που έχουν ασχοληθεί στο παρελθόν με το θέμα επισημαίνουν ότι o γδικιωμός δεν είναι μόνο εκδίκηση, αλλά και τιμωρία μιας αδικίας και αποκατάστασή της, που φέρνει δικαίωση.

Όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κρητικής βεντέτας, έτσι και o γδικιωμός ευθύνεται για ποτάμια αίματος. Το κύριο μέλημα των Μανιατών ήταν να σκοτώσουν τον φονιά. Μάλιστα έλεγαν ότι όσοι δεν εκδικούνταν ήταν ανάξιοι και δειλοί. Τους κορόιδευαν, τους περιφρονούσαν και επιπλέον τους τιμωρούσαν.

Δηλαδή πίστευαν πως αν κάποιος δεν ξέπλενε με αίμα την προσβολή που είχε δεχτεί, δεν είχε πλέον θέση στη μανιάτικη κοινωνία. Σύμφωνα με το έθιμο, o γδικιωμός εφαρμοζόταν ως εξής: Ένα από τα μέλη της προσβεβλημένης οικογένειας επιφορτιζόταν να σκοτώσει το πιο διαλεχτό μέλος της αντίπαλης οικογένειας. H άλλη οικογένεια, πάλι, ανταπέδιδε τα ίσα, με τον ίδιο τρόπο, και το κομπολόι των δολοφονιών τελειωμό δεν είχε! Στα κακουργιοδικεία Καλαμάτας και Ναυπλίου οι περισσότερες υποθέσεις που εκδικάζονταν παλαιότερα αφορούσαν γδικιωμούς, βεντέτες, με δράστες ή θύματα Μανιάτες!

Υπήρχε όμως και κάτι που σήμερα μας φαίνεται εντελώς απίστευτο. Σύμφωνα με άρθρο του γνωστού συγγραφέα Χρήστου Ζαλοκώστα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα το 1936, οι Μανιάτες τιμωρούσαν με σκληρό τρόπο τη δειλία. Τον φοβητσιάρη τον καταδίκαζαν σε θάνατο, τον ανάγκαζαν να αυτοκτονήσει, κι αν δεν το έκανε μόνος του, τον σκότωνε ο γεροντότερος του χωριού, έστω κι αν τύχαινε να είναι ο πατέρας του!

Στο σχετικό του δημοσίευμα o Ζαλοκώστας αναφέρεται επίσης στις συνέπειες του γδικιωμού, όπως και στις τράβες, τις μανιάτικες ανακωχές:

Συναντάς χωριά ολόκληρα κατεστραμμένα, άπειρα άδεια σπίτια, μάρτυρες της άγριας πάλης που γίνεται μέσα στα βράχια μεταξύ των οικογενειών, επι τόσες γενεές ώστε να μη θυμούνται πια την αφορμή της έχθρας τους. Και επειδή το μέρος είναι πολύ άγονο, αναγκάζονται να συμφωνούν ανακωχές, τις λεγόμενες «τράβες», για να θερίσουν, να μάσουν τις ελιές και να σπείρουν τα δημητριακά τους. Αλλιώς θα πέθαιναν της πείνας έτσι όπως βρίσκονται διαρκώς σε εμπόλεμη κατάσταση.

Το έθιμο του γδικιωμού ανάγκασε πολλούς Μανιάτες να εγκαταλείψουν άρον άρον τα σπίτια και τις περιουσίες τους και να εγκατασταθούν στην Αττική και σε διάφορες άλλες περιοχές της χώρας μας - η συνοικία Μανιάτικα του Πειραιά, κοντά στο λιμάνι της Ζέας (Πασαλιμάνι παλαιότερα), άρχισε να δημιουργείται όταν εγκαταστάθηκαν εκεί οι δύο πρώτες οικογένειες από τη Μάνη - σύμφωνα με τους ειδικούς ερευνητές - στις αρχές του εικοστού αιώνα. Σιγά σιγά, o αριθμός των οικογενειών αυξανόταν και δεν άργησε να γίνει μια αρκετά μεγάλη συνοικία.

Εξάλλου, ο συνάδελφός μου δημοσιογράφος και ερευνητής Τάσος Κοντογιαννίδης που ασχολήθηκε με το θέμα του γδικιωμού, αναφέρει ότι αυτή την εκδίκηση την αποφάσιζε ένα οικογενειακό συμβούλιο, η «γεροντική». Περιορισμοί ή αναστολές δεν υπήρχαν. Τα αρσενικά παιδιά της οικογένειας του θύματος ανατρέφονταν με έναν σκοπό: Όταν μεγαλώσουν, να πάρουν το αίμα του δολοφονημένου πίσω. Ο άγραφος νόμος έλεγε πως ο άντρας, αν είναι φιλότιμος, δε χαρίζει το δίκιο του.

Μετά τον φόνο ενός πατέρα, η χήρα Μανιάτισσα νανούριζε τον ορφανό γιο της με ένα μοιρολόι σαν αυτό:

Να μεγαλούσεις v' αξιωθείς και τοσαρμά να ζαλωθείς να κυνηγήσεις το φονιά απ' αγκρεμά και από βουνά το δίκιο μας να γδικιωθεί το αίμα του πατέρα σου...

κι όταν ο γιος μεγάλωνε, μόνη του έγνοια ήταν να βρει τρόπο να σκοτώσει τον δράστη που είχε δολοφονήσει τον πατέρα του.

Όταν τα κατάφερνε κι έκανε το φονικό, τον γδικιωμό, γυρνούσε σπίτι στη μητέρα του και της το ανακοίνωνε, ζητώντας να του δώσει τα «συχαρήκια» της, όπως μαρτυρά το ακόλουθο «Μοιρολόι της Γληγορούς» ή «Μοιρολόι του Βέτουλα»:

Μάνα τα συχαρήκια μου εγδίκιωσα το Βέτουλα και σκοτωσα τον Πέτρακα.

Τότε η μάνα τον επιβράβευε, όπως η μάνα του προαναφερόμενου μοιρολογιού:

Α λες αλήθεια, Γιάννη μου, στον πάνω πάτο v' ανεβείς και κληρονόμος να 'σαι εσύ...

Το 1933 0 Μανιάτης συγγραφέας και λαογράφος Πέτρος Καλονάρος έγραφε για τον γδικιωμό σε άρθρο-μελέτη του στην εφημερίδα Ακρόπολις:

Θυμάμαι, παιδί ακόμη στα 1905, ότι κάθε νέος είχε ένα γκρα (βαρύ μακρύκαννο όπλο) στην πλάτη και δύο λουρίδες φισέκια στη μέση. Τότε τα σπίτια είχαν κάτι μεσαιωνικά παραθυράκια μικροσκοπικά για να μη δίνουν στόχο στις σφαίρες εν καιρώ έχθρας. Τώρα όλοι έχουν ανοίξει μεγάλα παράθυρα και χτίζουν καινούρια σπίτια με μπετόν και τα επιπλώνουν μάλιστα με πολυτέλεια και συχνά με γούστο. Σε άλλο σημείο αναφέρεται στις έχθρες και τους ξεβγαλτήδες και τονίζει:

Έπειτα πάλι όλο αυτό το σύστημα της εθιμοτυπίας της έχθρας, όπου για ξεβγαλτήδες εχρησίμευαν όχι μονάχα οι δυνατοί, αλλά και οι ξένοι, όπου οι γυναίκες ποτέ δεν κακοποιούνται. Τέλος o παλιός θεσμός της τρέβας ανακωχής - , o ιερός δεσμός της ψυχαδερφοσύνης που συνδέει δύο οικογένειες που αλληλοσκοτωθήκανε και ύστερα έκαμαν αγάπη και που εθεωρούντο παλαιά τόσο συγγενείς, ώστε η ψυχαδερφοσύνη ήταν και κώλυμα γάμου, όλα αυτά αν σκεφθεί κανείς μπορεί να κρίνει με επιείκεια τη χωσία.

Τέλος, o Καλονάρος αναφέρεται και σε μια βεντέτα με κάποιον Νικολό που είχε γίνει και μοιρολόι. O Νικολός, αφού σκότωσε κάποιονν συμπατριώτη του στη Μάνη, κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου έπιασε δουλειά σε σιδηροδρομικό σταθμό. οι συγγενείς του θύματος συγκεντρώθηκαν στο χωριό κι έριξαν κλήρο, κι αυτός που κληρώθηκε πήγε στην Αίγυπτο, βρήκε τον Νικολό και τον σκότωσε.

Στην ίδια σελίδα της εφημερίδας που δημοσιεύεται το άρθρο, υπάρχει και μια φωτογραφία με μια μαυροφορεμένη γυναίκα και τη λεζάντα:

Στη Μάνη καμιά γυναίκα 50 χρονών και πάνω δεν βρίσκεται με χρωματιστό τσεμπέρι. Όλες φορούν μαύρο και πενθούν τους σκοτωμένους των.


Οι ξεβγαλτήδες

Ωστόσο ο γδικιωμός διεπόταν από κάποιους κανόνες, τους οποίους οι Μανιάτες τούς εφάρμοζαν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Όταν κάποιος έστηνε ενέδρα (χωσία ή χωσιά τη λέγανε στην τοπική διάλεκτο) και σκότωνε το διερχόμενο θύμα του, η πράξη αυτή δε θεωρείτο από τα μανιάτικα έθιμα ανήθικη.

Ένα άλλο αλλόκοτο, όπως ίσως φαίνεται σ' εμάς, έθιμο στη Μάνη που συνδέεται με την παράδοση της βεντέτας ήταν και οι λεγόμενοι ξεβγαλτήδες ή ξεβγάλτηδες, οι οποίοι ήταν τρίτα πρόσωπα που, πολλές φορές, συνόδευαν τα μέλη των αντιμαχόμενων οικογεγενειών που κινδύνευαν. Όταν αυτός που είχε στήσει ενέδρα ή χωσία έβλεπε τους ξεβγαλτήδες, δεν προχωρούσε στη δολοφονία που είχε προετοιμάσει. Δηλαδή οι ξεβγαλτήδες λειτουργούσαν σαν ασπίδα προστασίας.

Σε περίπτωση που o ενεδρεύων παραβίαζε το έθιμο και πυροβολούσε το θύμα του, τότε ολόκληρη η οικογένεια του ξεβγαλτή θα κήρυσσε τον πόλεμο εναντίον της οικογένειας του ενεδρεύοντος.

Ωστόσο υπήρχε και η συμφιλίωση και o συμβιβασμός. Πολλές φορές η οικογένεια του θύτη ζητούσε συγχώρεση από την οικογένεια του θύματος, ακολουθώντας το εξής τελετουργικό: Ο δράστης της δολοφονίας και η οικογένειά του, μετά τις παρεμβάσεις και τις προσπάθειες των συμφιλιωτών, πήγαιναν άοπλοι στο σπίτι του θύματος. Ο δράστης γονάτιζε μπροστά στους γονείς του θύματος και ζητούσε να τον συγχωρέσουν για το κακό που τους έκανε. Οι γονείς, από την πλευρά τους, έσκυβαν και τον φιλούσαν. Η μάνα του θύματος τον σκέπαζε με την ποδιά της και έλεγε:

«Έτσι το 'θε o Θεός».

Ακολουθούσαν αγκαλιές, φιλιά και κεράσματα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι δύο οικογένειες συναντιόνταν σε φιλικά τους σπίτια, φέρνοντας μαζί τους φαγητά και ποτά, κυρίως κρέας και κρασί, και συμβιβάζονταν τρώγοντας, πίνοντας και γλεντώντας. Σετέτοιες περιπτώσεις συμφιλίωσης, αμφότεροι οι συμφιλιωμένοι ονομάζονταν «Ψυχαδελφοί».

Κείμενο: Πάνος Σόμπολος: "ΒΕΝΤΕΤΕΣ: ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΒΕΝΤΕΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ "


Μαργαρίτα Ουαλόν: Δολοφόνος ή απλά θύμα της γοητείας της;

Μια Βελγίδα που μεγάλωσε στο Παρίσι και ζούσε στην Αθήνα, ένα παιδί το οποίο δίπλα της γινόταν έφηβος και ήθελε να γίνει άνδρας, γιος του μεγάλου μουσουργού Μανόλη Καλομοίρη, μια κραυγή «είσαι η μετρέσα μου!» και ένας πυροβολισμός που έκοψε το νήμα μιας ζωής. Η υπόθεση που συντάραξε την Αθήνα και άφησε πίσω της πλήθος ερωτημάτων.


O παιδικός έρωτας που έγινε πόθος και πάθος

Στις αρχές του 1920, η Αθήνα... έτρεχε για να γίνει ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Οτιδήποτε ερχόταν από την εσπερία ήταν ελκυστικό, πολύ περισσότερο εάν αφορούσε μια νέα κοπέλα μεγαλωμένη στο Παρίσι, με έντονη γοητεία και ταμπεραμέντο. Το όνομά της, Μαργαρίτα Ουαλόν. Είχε γνωρίσει τον μετέπειτα σύντροφό της στις Βρυξέλλες και το ρομάντζο τους συνεχίστηκε στην Αθήνα.

Δεν είχαν παντρευτεί, αλλά ήταν 10 χρόνια μαζί. O «σύζυγος» την παρουσίαζε ως σύζυγο χωρίς εισαγωγικά, για να μη σοκάρει τη συντηρητική κοινωνία της εποχής.Όλα αυτά δεν θα είχαν καμιά σημασία, αν δεν μεσολαβούσε ένας νεκρός, ο 17χρονος γιος του συνθέτη Μανόλη Καλομοίρη, που άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του ζεύγους ύστερα από έντονη λογομαχία με την ωραία Μαργαρίτα. Αυτόπτης μάρτυς δεν υπήρχε, υπήρχε όμως αυτήκοος. Ήταν 14χρονος Γιάννης Χορν, μετέπειτα δημοσιογράφος, o κατά εννέα χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του ηθοποιού Δημήτρη Χορν.

Στα 17 χρόνια του o έφηβος Γιάννης Καλομοίρης ήθελε να γίνει άνδρας. Ένιωθε ήδη τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Πόθος του, που έγινε πάθος, η ωραία Μαργαρίτα. Στα 30 χρόνια της είχε ευρωπαϊκό αέρα και ζωντάνια.

O Καλομοίρης, εκείνο το απόγευμα της 11ης Ιουλίου 1923, περιέγραφε στον συνονόματο φίλο του, τον Χορν, τα ερωτικά κατορθώματά του. Ένα 17χρονο παιδί μιλούσε για πράγματα απαγορευμένα σε έναν 14χρονο, o οποίος τον άκουγε με προσοχή, αλλά διατηρούσε τις αμφιβολίες του. «Δεν σε πιστεύω, όλα αυτά τα βγάζεις από το μυαλό σου» επέμενε o Χορν, όπως πιθανότατα θα έλεγε κάθε άλλο παιδί στην ηλικία αυτή.

Πείσμωσε o μικρός Καλομοίρης και είπε αποφασιστικά:

«Πάμε να σ' το αποδείξω!»

Ξεκίνησαν για την οδό Νικοδήμου, ένα στενό δρομάκι που αρχίζει από τη Φιλελλήνων. Στη γωνία, στον αριθμό 1, δέσποζε μια από τις πρώτες πολυκατοικίες, η οποία στις μέρες μας έχει δώσει τη θέση της σε ένα μεγαθήριο. Στο ισόγειο υπήρχαν δύο γκαρσονιέρες. Στη μία από αυτές, δεξιά, έμενε το ζεύγος Τριανταφύλλου - Ουαλόν. Ο Καλομοίρης προχώρησε αποφασιστικά χτυπώντας το παράθυρο της γκαρσονιέρας. Η Μαργαρίτα το άνοιξε.

«Έφερα γραμματόσημα για τον Κύριο Περικλή» είπε.

«Έχω δουλειά, σιδερώνω» του απάντησε η Μαργαρίτα αδιάφορα.

Μπροστά στον κίνδυνο να γίνει ρεζίλι, o Καλομοίρης άρχισε να φωνάζει: «Άνοιξέ μου την πόρτα, είσαι η μετρέσα μου! »

Η Μαργαρίτα τού άνοιξε την πόρτα στην είσοδο της πολυκατοικίας και o Χορν έμεινε έξω. Η παιδική περιέργεια τον οδήγησε πίσω από την κλειστή πόρτα, όπου... έστησε αυτί. Άκουσε φασαρία. Ήταν φανερό ότι γινόταν πάλη, και λίγο αργότερα ήχησε ένας πυροβολισμός.

«Έκανα κακό στον Γιαννάκη με το πιστόλι!» υποστήριξε o Χορν ότι άκουσε τη Μαργαρίτα να φωνάζει, προτού βγει έξω για να ζητήσει βοήθεια από τον θυρωρό.

Εκείνη τη στιγμή έφτασε στο σπίτι και o άνδρας της. Πήραν ταξί από την πλατεία Συντάγματος και μετέφεραν τον Γιαννάκη Καλομοίρη στο Δημοτικό Νοσοκομείο, το σημερινό «Ελπίς», στους Αμπελόκηπους. Εκεί διαπιστώθηκε ότι o Γιαννάκης ήταν νεκρός.

Η κατάθεση του Γιάννη Χορν είναι συντριπτική για τη Μαργαρίτα στο Α' Αστυνομικό Τμήμα, στην Πλάκα, το μυστήριο μεγάλωνε. Αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρχαν. Μόνο o φίλος του θύματος, o Γιάννης Χορν, που στα 14 χρόνια του έπρεπε να βάλει σε μια τάξη τους ήχους τους οποίους άκουσε και να βοηθήσει την Αστυνομία. Στην κατάθεσή του υποστήριξε:

«Στις 7 το απόγευμα συναντήθηκα με τον Γιάννη Καλομοίρη μπροστά στο υπουργείο Εσωτερικών. Αγοράσαμε εφημερίδες, πήγαμε στο σπίτι του πατέρα του και στη συνέχεια στο σπίτι του κυρίου Περικλή Τριανταφύλλου, στην οδό Νικοδήμου 1. Φώναξα από το ανοιχτό παράθυρο τον κύριο Τριανταφύλλου πολλές φορές. Δεν πήραμε απάντηση. Τότε o Γιάννης κι εγώ φωνάξαμε: »“Μαντάμ, μαντάμ”. »Η κυρία Μαργαρίτα Τριανταφύλλου βγήκε και μας είπε:

»”Δεν σας ανοίγω γιατί έχω δουλειά".

»O Γιάννης Καλομοίρης απάντησε ότι έφερε γραμματόσημα για τον κύριο Τριανταφύλλου, αλλά εκείνη αρνήθηκε να μας ανοίξει λέγοντας:

»”Δεν ανοίγω, φύγε”.

»Ο Γιάννης νευρίασε, είπε ότι θα έχει άλλον ερωμένο μέσα. Αυτή του απάντησε:

»”Φύγε από εδώ, δεν σου ανοίγω!” »O Γιάννης όμως συνέχισε να χτυπά το κουδούνι στην είσοδο, επιμένοντας να του ανοίξει. Επειδή, παρά τις παρακλήσεις του δεν άνοιγε, της είπε τη φράση:

»”Βουζ ετ μα μετρές (σ.σ.: Είσαι η μετρέσα μου)!”

»Την επανέλαβε δυο τρεις φορές και προσέθεσε:

»”Αυτό το ξέρει και ο φίλος μου o Χορν προ πολλού”.

»Η Μαργαρίτα έκλεισε οργισμένη το παράθυρο, o δε Καλομοίρης μπήκε στην πολυκατοικία κι άρχισε να χτυπά δυνατά την πόρτα της. Με τον τρόπο αυτόν την ανάγκασε να του ανοίξει. Αμέσως και οι δύο κατευθύνθηκαν στο κάτω δωμάτιο του σπιτιού. Εγώ, επειδή δεν ήθελα να μπω στο σπίτι, πήγα κρυφάκουσα από το παράθυρο του δωματίου, μέσα στο οποίο ήταν η Μαργαρίτα και ο Γιάννης. Επίσης άκουσα να δίνουν o ένας στο άλλον χαστούκια. Από όλα αυτά σχημάτισα την εντύπωση ότι o ένας χτυπούσε τον άλλον, δεν μπορούσα όμως να δω μέσα στο δωμάτιο γιατί το παράθυρο ήταν κλειστό.

»Πέρασαν 10 με 12 λεπτά. Τότε άκουσα κρότο πυροβολισμού. Δεν ήμουν βέβαιος για αυτό. Μου φάνηκε ότι κάτι έπεσε στο πάτωμα.

»Δεν πέρασαν οκτώ λεπτά και τότε εμφανίστηκε από την οδό Φιλελλήνων o κύριος Τριανταφύλλου, οποίος κατά τη συνήθειά του σφύριζε φωνάζοντας τη σκυλίτσα του, Ντιάζ. Υποθέτω ότι η Μαργαρίτα κατάλαβε ότι ήταν o σύζυγός της, βγήκε στο παράθυρο και είπε στα γαλλικά στον σύζυγό της:

»”Σκότωσα κατά λάθος τον Γιαννάκη!”

»Ταραγμένος ο κύριος Τριανταφύλλου, με ρώτησε:

»”Πώς συνέβη το δυστύχημα;”

»Προτού καταφέρω από την ταραχή μου να του απαντήσω, βρέθηκα να τρέχω μαζί του στην οδό Φιλελλήνων Ψάχνοντας γιατρό. Δεν τα καταφέραμε- μπήκαμε σε ένα ταξί και κατευθυνθήκαμε προς το Παλαιό Νοσοκομείο, όπου αναφέραμε ότι κάποιος σοβαρά τραυματισμένος πρέπει να μεταφερθεί εκεί. Μας το επέτρεψαν. Επιστρέψαμε στο σπίτι. όπου ο κύριος Τριανταφύλλου μετέφερε τον τραυματισμένο στο νοσοκομείο. Η Μαργαρίτα με κάλεσε, ενώ περιφερόμουν αμήχανα έξω από το σπίτι. Μπήκα στο δωμάτιο, όπου την είδα ταραγμένη, να δίνει διαταγές στην υπηρέτρια να καθαρίσει τα αίματα από το πάτωμα. Η κυρία Τριανταφύλλου άρχισε τότε να μου διηγείται ότι ο Γιαννάκης πήρε το περίστροφο που βρισκόταν στο συρτάρι της ντουλάπας και αστειευόμενος άρχισε να χτυπά την άκρη του αριστερού του βραχίονα με το στόμιο του περιστρόφου. Αυτό εκπυρσοκρότησε και τον σκότωσε.

»Η Μαργαρίτα ήταν πολύ ταραγμένη, συγκρατούσε όμως τον εαυτό της. Πιστεύω ότι ο άτυχος φίλος μου σκοτώθηκε από τη Μαργαρίτα Τριανταφύλλου, άγνωστο γιατί».


Η παράλειψη του ιατροδικαστή και της Αστυνομίας

O ιατροδικαστής Δημήτρης Ξάνθης εξέτασε το πτώμα του νεαρού Καλομοίρη και κατέληξε σε πέντε συμπεράσματα:

Ο θάνατος του Καλομοίρη επήλθε από αιμορραγία του θώρακα. Πυροβολήθηκε από πίσω και από μικρή απόσταση. Αποκλείεται η ιδέα του αυτοτραυματισμού, με βάση τα δεδομένα της νεκροψίας και της πορείας της σφαίρας.

Του φόνου προηγήθηκε πάλη, όπως δείχνουν οι εκδορές του προσώπου και της τραχηλικής χώρας, που έχουν γίνει με νύχι. Στην τραχηλική χώρα υπάρχει βαθιά εκφορά, που πιθανόν να δηλώνει απόπειρα στραπαλισμού.

Η σφαίρα μπήκε από τη δεξιά ωμοπλάτη και βγήκε από το άνω τριτημόριο της μπροστινής επιφάνειας του αριστερού βραχίονα. Μόνο που, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, η εξέταση ήταν ελλιπής. O ιατροδικαστής εξέτασε μόνο το σώμα του άτυχου νέου. Δεν αναζήτησε τα ρούχα του, που βρέθηκαν αργότερα πεταμένα στο νοσοκομείο, και κυρίως δεν έκανε αυτοψία στον τόπο του δράματος, το διαμέρισμα της οδού Νικοδήμου. Η Αστυνομία με τη σειρά της δεν φρόντισε να διαφυλάξει τα τεκμήρια. Τα αίματα είχαν σκουπιστεί και κανείς δεν φρόντισε να απομονώσει τόν χώρο.


Οι εφημερίδες έβγαλαν.. ετυμηγορία

H εποχή ήταν περίεργη. H Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 είχε φέρει τα... πάνω κάτω, Η κυβέρνηση ανατράπηκε, o βασιλιάς Κωνσταντίνος εξορίστηκε, οι έως τότε κυβερνητικές εφημερίδες έκλεισαν - κυκλοφορούσαν μόνο οι βενιζελικούς που ανταγωνίζονταν η μία την άλλη 

Σχεδόν όλες, λοιπόν, με δεδομένη την έκθεση του ιατροδικαστή έβγαλαν την ετυμηγορία: η Μαργαρίτα είχε μπλέξει στα δίχτυα του έρωτα τον νεαρό Καλομοίρη. Όταν μάλιστα έγινε γνωστό ότι το ζευγάρι δεν ήταν παντρεμένο και έμαθαν ότι ο Περικλής Τριανταφύλλου συζούσε, παρά τη θέληση της πλούσιας οικογένειάς του από την Αίγυπτο, με τη Μαργαρίτα, δεν ήθελαν και πολύ για να αποφασίσουν για τον δράστη. Το θύμα το γνώριζαν όλοι. «Φόνισσα» την ανέβαζαν, «φόνισσα» την κατέβαζαν.

Το κλίμα της εποχής διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο. Η Ελλάδα ένιωθε προδομένη για την απώλεια της Μικράς Ασίας, η Μεγάλη Ιδέα είχε πνιγεί στο αίμα, και ρόλο σε αυτό είχαν παίξει οι ξένοι, κυρίως οι Γάλλοι - και η Μαργαρίτα είχε τη γαλλική υπηκοότητα.

Υπήρχε, όμως, ακόμα μία παράμετρος: ο Γιάννης Καλομοίρης είχε καλλιτεχνική φύση. Εκτός από τις σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών, στο οποίο δίδασκε η μητέρα του διευθυντής ήταν o πατέρας του, είχε αρχίσει να γράφει τα πρώτα του δοκίμια με θέμα τον σαρκικό έρωτα. Τα περισσότερα εξ αυτών τα φιλοξενούσαν οι εφημερίδες όχι για να δείξουν την κλίση του στα γράμματα, αλλά για να επιβεβαιώσουν ότι η 30χρονη ήταν ερωμένη του.



H ετυμηγορία των ενόρκων και οι διαμαρτυρίες

Με Ψήφους 7-5 οι ένορκοι έκριναν αθώα τη Μαργαρίτα Ουαλόν. Η απάντηση στα ερωτήματα που έθεσε το δικαστήριο ήταν οι εξής: «ΟΧΙ, δεν είναι ένοχος».

Η απόφαση βγήκε λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 30ής Οκτωβρίου. Παρά το προχωρημένο της ώρας, παρά τη βροχή που έπεφτε έξω από την αίθουσα, το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Στο μεγαλύτερο διάστημα της διαδικασίας η πλειονότητα ήταν γυναίκες, που θεώρησαν υποχρέωσή τους να συμπαρασταθούν στην -άγνωστη στις περισσότερες- Μαργαρίτα.

Στη διάρκεια της δίκης υπήρχαν οι πολέμιοι και οι υποστηρικτές της Μαργαρίτας. Ο... πόλεμος μεταξύ τους υπέβοσκε. Από τις εφημερίδες, άλλες επέκριναν την απόφαση και άλλες κράτησαν ουδέτερη στάση.

Δεν έλειψαν, ωστόσο, και οι φήμες. Ο εισαγγελέας ήταν καθολικός στο θρήσκευμα, από τη Σύρο, και το συνδύασαν με το γεγονός ότι και η Μαργαρίτα ήταν καθολική. Ακόμη και o ιατροδικαστής Γεωργιάδης επικρίθηκε. Η σύζυγός του ήταν Γαλλίδα, άρα είχε την ίδια υπηκοότητα με τη Μαργαρίτα. Μόνο που ο ιατροδικαστής o οποίος παραδέχτηκε το λάθος του ήταν άλλος: o Ξάνθης. Μύλος!

Και η Μαργαρίτα; Έσπευσε να εξαφανιστεί. Δεν επέστρεψε στο σπίτι της, αλλά φιλοξενήθηκε από μια φίλη της για να μην την ανακαλύψουν οι δημοσιογράφοι. Ο Ελεύθερος Λόγος, πάντως, την εντόπισε και με αντάλλαγμα μερικές δηλώσεις δεν αποκάλυψε τον τόπο διαμονής της. Εκεί δήλωσε ανακουφισμένη από την απόφαση και ευχαρίστησε όλους όσοι στάθηκαν δίπλα της στην περιπέτειά της.

Όμως, την ανακάλυψαν κι άλλοι. για διαφορετικούς λόγους. Ένας κινηματογραφικός παραγωγός τής πρότεινε να παίξει σε ταινία, ενώ ένας εκδότης τής πρότεινε αντί 40.000 δραχμών να γράψει τη ζωή της, που θα κυκλοφορούσε σε τεύχη (ήταν η μόδα της εποχής). Τέλος, άλλος εκδότης τής έδινε 20.000δρχ. και από την αύξηση της κυκλοφορίας της εφημερίδας του, εάν έγραφε σε συνέχειες τις εντυπώσεις της την περιπέτεια των τελευταίων μηνών. Αρνήθηκε όλες τις προτάσεις...

Και μετά; τι απέγινε η Μαργαρίτα, που τόσο ξαφνικά είχε μπει στη ζωή όχι μόνο του Γιαννάκη Καλομοίρη, αλλά και όλης της χώρας; Κανείς δεν έμαθε. Εξαφανίστηκε το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε...

Διαβάσαμε πριν γράψουμε:

Αρχείο εφημερίδων: Ελεύθερον Βήμα, Έθνος, Ελεύθερος Λόγος, Ελεύθερος Τύπος, Εμπρός, Εσπερινή, Εστία, Πατρίς (1923), Απογευματινή, Η Βραδυνή, Δημοκρατία, Καθημερινή (1924), Τα Σημερινά (1972). Περιοδικά: ΑστυνομΙΚά Χρονικά (1963, 1981), Τραστ (1948).


Κείμενο και φωτογραφικό υλικό: ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ: Δολοφονίες που συγκλόνισαν την Ελλάδα. Συγγραφέας βιβλίου: Άγγελος Μενδρινός

Τρίτη, Οκτωβρίου 15, 2024

Η ΜΑΣΟΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ

«Με την υποστήριξη των Αρχόντων της Ιταλικής Στοάς, των αδερφών Βενετσιάνι και Τρόι, όλες οι μεγάλες πόλεις της Τουρκίας θα αποκτήσουν τη δική τους στοά και οι διάφοροι λαοί της Ανατολής, οι Τούρκοι, οι Αρμένιοι, οι Έλληνες, οι Βούλγαροι, οι Άραβες, οι Ρουμάνοι, οι Ρώσοι κλπ θα εργαστούν για την παγκόσμια αδελφοσύνη σε συνεργασία με τους αδερφούς της Δύσης».


Τόμας Χολ (1876)«Αρχιδιδάσκαλος»
της Μασονικής Στοάς
 «Όμηρος» με έδρα τη Σμύρνη
 Πηγή: Μεγάλη Στοά
Ελεύθερων Μασόνων
Τουρκίας, Αρχείο του
παραρτήματος Σμύρνης
Στα προηγούμενα κεφάλαια αναφερθήκαμε στις εμπορικές λέσχες, τα εργοστάσια, τις τράπεζες, τις ασφαλιστικές εταιρείες, τους κινηματογράφους, τα θέατρα, τις μπυραρίες, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα ορφανοτροφεία, τους χώρους λατρείας και τα φιλανθρωπικά ιδρύματα που ίδρυσαν στη Σμύρνη, το «αστέρι του Λεβάντε», οι Λεβαντίνοι, οι ξένοι και οι μειονότητες. Σ’ αυτό το κεφάλαιο θα ασχοληθούμε περιληπτικά με τις Μασονικές Στοές που ίδρυσαν οι Λεβαντίνοι, οι ξένοι και οι μειονότητες. Σύμφωνα με τα αρχεία της Μεγάλης Στοάς της Σκωτίας, η πρώτη στοά που ιδρύθηκε στην Τουρκία με έγκυρη εξουσιοδότηση ήταν στοΧαλέπι στις 3 Φεβρουαρίου 1748 με ιδρυτή τον πρόξενο Αλεξάντερ Ντρουμόν. Απ’ την άλλη πλευρά, από μια επιστολή που δημοσιεύθηκε στο Londra Imperial Magazin το 1760 μαθαίνουμε ότι ο Ντρουμόν είχε ιδρύσει στοά στη Σμύρνη το1745.Επ’αυτού του θέματος τα βιβλία των Τζελίλ Λαγικτέζ και Αμπντουραχμάν Εργκίνσοϊ προσφέρουν αρκετές πληροφορίες, αλλά δεν γίνεται αναφορά ούτε στο όνομα της στοάς ούτε στο πόσα χρόνια παρέμεινε ενεργή. Η δεύτερη στοά που ιδρύθηκε στη Σμύρνη για την οποία έχουμε πληροφορίες είναι η στοά «Saint Jeand’ Ecosse de la Parfaite Union» με έτος ίδρυσης το 1768 και εξουσιοδότηση από την κύρια στοά της Μασσαλίας. Σύμφωνα με το βιβλίο Manuel General de la Franc-Maçonnerie, το 1768 λειτουργούσε μια στοά ονόματι «LaVictoire» που είχε σχέση με τη στοά «Grand Orient» της Γένοβας. Από την άλλη πλευρά, σε ένα άρθρο του ο Τζελίλ Λαγικτέζ που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Mimar Sinan επιβεβαιώνει ότι η πρώτη μασονική στοά για την οποία έχουμε στοιχεία είναι η «Les Nations Réunies» που λειτούργησε εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έχοντας λάβει το προνόμιο από τη γαλλική μασονία.Σχετικά με την ημερομηνία ίδρυσης έχουμε τις παρακάτω πληροφορίες: «Στο λήμμα Σμύρνη της Εγκυκλοπαίδειας του Ισλάμ καταγράφεται στις 3 και 5 Ιουλίου 1778 ένας μεγάλος σεισμός ως συνέπεια του οποίου ξέσπασε μια μεγάλη πυρκαγιά. Το έγγραφο ίδρυσης [της στοάς] είναι πολύ πιθανό να καταστράφηκε σε αυτή την πυρκαγιά. Συνεπώς η στοά «Les Nations Réunies» θα πρέπει να ιδρύθηκε το νωρίτερο το 1751 και το αργότερο το 1778».

Χάιντ Κλαρκ (1870) «Αρχιδιδάσκαλος»
της Μασονικής Στοάς «Όμηρος»
με έδρα τη Σμύρνη Πηγή: Çınar
Atay,18.ve 19. Yüzyıllardaİzmir’
de Mason Locaların ın Ortaya
Çıkışı,σ.41
Στις 24 Ιουνίου 1819, ο αξιοσέβαστος Διδάσκαλος της συγκεκριμένης στοάς, Ζακ Ντουλίθ, με έγγραφο που έφερε τις υπογραφές των υπολοίπων μελών, απευθύνθηκε στη γαλλική «Grand Orient de France» και γνωστοποίησε ότι διέθετε το προνόμιο της στοάς «Saint Jean d’Ecosse» με ημερομηνία 22 Μαρτίου 1786, αλλά ότι εξαιτίας της Γαλλικής Επανάστασης υποχρεώθηκε να τερματίσει τη δραστηριότητα της στοάς του, όπως πολλές άλλες στοές.Η στοά «Les Nations Réunies» ως αποτέλεσμα της θετικής αναφοράς από την Επιτροπή Ελέγχου της Μεγάλης Στοάς της Γαλλίας άρχισε τη λειτουργία της αφού έλαβε καινούργιο προνόμιο το 1819 από την εν λόγω στοά. Στις 26 Δεκεμβρίου 1823, η στοά απευθύνθηκε εκ νέου στη Μεγάλη Στοά της Γαλλίας ζητώντας να αναγνωριστεί ως η «Μεγάλη Στοά της Μικράς Ασίας» και να της παραχωρηθεί το προνόμιο να ιδρύσει ένα παράρτημα με τίτλο «Philadelphes». Χάρη στο προνόμιο που έλαβε η στοά το 1819, καθώς υπήρχε ανάγκη ύπαρξης καταλύματος για τους μασόνους που ταξίδευαν στην Ανατολή και εν τη απουσία άλλης στοάς στην περιοχή, αφού εκπλήρωσε τις προϋποθέσεις που είχε θέσει η Επιτροπή Ελέγχου της Μεγάλης Στοάς της Γαλλίας, έλαβε εκ νέου την άδεια και το προνόμιο λειτουργίας.Tην περίοδο του Μαχμούτ του Β΄, η μασονία απαγορεύτηκε αλλά αργότερα, την περίοδο του Κριμαϊκού Πολέμου (1856), εξαιτίας των Άγγλων, Γάλλων και Ιταλών στρατιωτών από το Πιεμόντε που ήρθαν στην Τουρκία, η μασονία εμφάνισε μεγάλη ανάπτυξη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από το 1856 και μετά ιδρύθηκαν πολλές στοές στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Έφεσο και τη Βηρυτό με προνόμια που παραχωρήθηκαν από τις μεγάλες στοές της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Σκωτίας, της Ιρλανδίας και της Γερμανίας. H πρώτη ξένη μεγάλη στοά ήταν η Μεγάλη Στοά της Τουρκίας(«Grande Lodgede Turquie») που ιδρύθηκε στη Σμύρνη το 1857 υπό την προστασία των Γάλλων. Υπήρχαν έξι στοές έξι διαφορετικών γλωσσών που εξαρτιόνταν από αυτή τη μεγάλη στοά. Καθώς η πλειονότητα των μελών τους ήταν αλλοδαποί που βρίσκονταν προσωρινά στη Σμύρνη, αυτές οι στοές δεν απέκτησαν μόνιμο χαρακτήρα. Εκείνη την περίοδο λειτουργούσαν επτά στοές που εξαρτιόνταν από τη Μεγάλη Αγγλική Στοά. Επρόκειτο για τις στοές «Homer», «La Victoire», «Saint-Johnü Dekran», «Saint George», «Sion» και «Eleusinian». Η στοά «Homer» ιδρύθηκε το 1860 κι έπαψε να λειτουργεί το 1908, ενώ οι υπόλοιπες έπαψαν τη λειτουργία τους το 1894. Από το έργο του Celil Layıktez πληροφορούμαστε ότι σύμφωνα με την εφημερίδα Freemasons Magazine and Masonic Mirror της 12 Οκτωβρίου 1861, διδάσκαλος της στοάς «Homer» ήταν ο αξιοσέβαστος Hyde Clarke608 ο οποίος το 1862 διορίστηκε μεγάλος διδάσκαλος-έπαρχος της περιοχής.Ο Κεμαλετίν Απάκ αναφέρει ότι η στοά βρισκόταν στον Φράγκικο Μαχαλά κι ότι ήταν ένα αρκετά μεγάλο κτήριο στο τέλοςτης Στοάς Κωνστάντ.Το κτήριο διέθετε ευρύχωρα σαλόνια στα οποία κατά καιρούς διεξάγονταν χοροί όπου οι προσκεκλημένοι ήταν μασόνοι με τις οικογένειές τους αλλά και άτομα που δεν ήταν μασόνοι. Από την ίδια πηγή πληροφορούμαστε ότι ο τελευταίος διδάσκαλος αυτής της στοάς ήταν ο Άγγλος Thomas Hall. Από μια φωτογραφία που έχουμε στη διάθεσή μας μαθαίνουμε ότι ο Τhomas Hall ήταν διδάσκαλος της στοάς κατά το έτος 1876. Αν και η στοά «Homer» ήταν αγγλική, μέλη της ήταν και Τούρκοι, Έλληνες, Αρμένιοι, και Εβραίοι. Ο Άντζελο Ιακωβέλλα στο βιβλίο του Τρίγωνο και Διαβήτης λέει ότι η ιταλική μασονία στη Σμύρνη είχε ταχύτατη ανάπτυξη και αναφέρει τα εξής: «Κατά τη διάρκεια της ιταλικής ενοποίησης, η ιταλική διασπορά σ’ αυτή την πόλη του Αιγαίου Πελάγους, όπου κάποια μέλη της ήταν πολιτικοποιημένα κι άλλα όχι είχε σαφέστατα μια προνομιούχα θέση. Το 1864 ο Ανάκλητος Κρίκκα από την Μπολόνια έθεσε τα θεμέλια της πρώτη ιταλικής στοάς στη Σμύρνη με τίτλο “Stella Jonia” (Αστέρι της Ιωνίας). Μετά την ίδρυση της στοάς στη Σμύρνη ιδρύθηκαν άλλες τέσσερις στοές, μια στη Μαγνησία και τρεις στη Σμύρνη. Η στοά της Μαγνησίας κατά περίεργο τρόπο έφερε το όνομα του ιδρυτή της:“Anacleto a Magnesia” (Ο Ανάκλητος στη Μαγνησία).Tα ονόματα των στοών της Σμύρνης ήταν “Fenice” (Φοίνικας) (1867), “Orhaniye” (1868) και “Αrmenak” (1872). Η πρώτη στοά απευθυνόταν στους Έλληνες, η δεύτερη στους Τούρκους και η τρίτη στους Αρμένιους». Ο Ιακωβέλλα μας πληροφορεί ότι ο Ανάκλητος Κρίκκα ίδρυσε άλλες τρεις στοές με σκοπό «να διευκολυνθεί η λειτουργία τους, να αρθούν τα προβλήματα που προέκυπταν από το εμπόδιο της γλώσσας και να αποφευχθεί η χρονοτριβή που προκαλούσαν οι μεταφράσεις από γλώσσα σε γλώσσα. Οι Οθωμανοί υπήκοοι στη Μικρά Ασία υποδέχθηκαν πολύ καλά την ιταλική μασονία. Σε αναφορά που απέστειλε ο Κρίκα στον διδάσκαλο Τζιουζέπε Ματσόνι, λέει τα εξής: «Θέλω να επιβεβαιώσω ότι στην ιταλική στοά της Σμύρνης εκπροσωπούνται όλεςοι εθνότητες και εκ των μελών της μόνο εννιά, ναι εννιά, είναι Ιταλοί». Το περιοδικό Revista della Massoneria Italiana αναφέρεται στη σχέση των μελών με τον εξής τρόπο: «Μπορούμε να πούμε ότι δεν έχουν σημειωθεί ρήγματα στην οργάνωσή μας σε αυτή την περιοχή και ότι στο θέμα της βοήθειας δεν έχουν υπάρξει αντιδράσεις γιατί σε κάθε καταστροφή που συμβαίνει στη Σμύρνη πάντοτε και παντού οι πρώτοι που προσφέρουν χείρα βοηθείας στους αναξιοπαθούντες είναι τα μέλη της ιταλικής μασονίας».Μεταξύ των ετών 1920-1922, οι στοές που λειτουργούσαν υπό την αιγίδα ξένων στοών ήταν οι εξής: Η στοά «Μελής» που λειτουργούσε υπό την αιγίδα της γαλλικής «Grand Orient», οι στοές «Ι.Mille» και«Union» που λειτουργούσαν υπό την αιγίδα της ιταλικής μασονίας, η στοά «Zoroaster» που λειτουργούσε υπό την αιγίδα της ουγγρικής μασονίας και η «Ιωνία» που λειτουργούσε υπό την αιγίδα της ελληνικής μασονίας. Η «Ιωνία» άρχισε τη λειτουργία της αμέσως μετά την κατάληψη της Σμύρνης κι σταμάτησε να λειτουργεί αμέσως μετά την απελευθέρωση.

Εν κατακλείδι θα αναφερθούμε στις στοές «Béné Berith» που πολύ συχνά συγχέονταν με τις μασονικές στοές εξαιτίας του έργου που παρήγαγαν και του πλαισίου λειτουργίας τους που έμοιαζε με αυτό των στοών, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν επρόκειτο για μασονικές στοές. Η «Béné Berith» είναι μια λέσχη που εμφανίστηκε στην ΟθωμανικήΑυτοκρατορία στις αρχές του 20ού αιώνα.Η στοά είχε αποστολή μάλλον την παροχή βοήθειας σε άπορους Εβραίους. Η στοά «Béné Berith» στη Σμύρνη λειτούργησε ανεπίσημα από το 1895 έως το 1899, ενώ η επίσημη ίδρυσή της πραγματοποιήθηκε το 1911.


Κείμενο και φωτογραφίες: Μπουλέντ Σένοτζακ Σμύρνη, το αστέρι του Λεβάντε Λεβαντίνοι, Έλληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2019

Κυριακή, Οκτωβρίου 13, 2024

Η πολύκροτη δίκη για το έγκλημα στου Χαροκόπου


Τα πρόσωπα:

Η μάνα του Αθανασόπουλου, Κατίνα 
Δημήτρης (Μίμης) Αθανασόπουλος, 42 χρόνων, εργολάβος οικοδομών από την Καρύταινα Γορτυνίας του Νομού Αρκαδίας. Κατοικούσε στη συνοικία Χαροκόπου στην Καλλιθέα, στην οδό Θησέως 101.

Σοφία (Φούλα) Κάστρου, 32 χρόνων, σύζυγος του Αθανασόπουλου. Είχαν αποκτήσει τρία παιδιά. Μέχρι την τελευταία στιγμή ήθελε να σώσει τον γάμο της, παρά τις αφορμές που έδινε ο σύζυγός της.

Άρτεμη Κάστρου, η μητέρα της Φούλας και πεθερά του Αθανασόπουλου. Ποτέ δεν τον συμπάθησε. Δέχτηκε να παντρευτεί 16χρονη κόρη της όταν έμεινε έγκυος, αλλά θεωρούσε ότι ο γάμος έγινε για την προίκα της. Οι καβγάδες με τον γαμπρό της ήταν καθημερινοί. Είχε γεννηθεί στο χωριό Αγκώνα της Κεφαλλονιάς. Ο πατέρας της λεγόταν Δημήτρης Κουλουμπής, αλλά έγινε γνωστός, όπως και όλο το σόι, με το παρατσούκλι «Μοσκιός», που σημαίνει «μοσχοαναθρεμμένος». Παντρεύτηκε την Ιουλία Μαρτζώτου και το 1886 γεννήθηκε η Άρτεμη ή « Τίμι», όπως την αποκαλούσαν χαϊδευτικά. Όμως η μητέρα πέθανε προτού σαραντίσει το μωρό. Λίγο αργότερα πέθαναν και ο πατέρας, και ο συγγενής Γεράσιμος Μοσκιός την πήρε στην οικογένειά του. Στα 14 χρόνια της το σκάει για την Πάτρα. Δουλεύει ως υπηρέτρια και το σκάει ξανά για τον Πειραιά. Εργάζεται σε σπίτι στην Κοκκινιά. Εκεί γνωρίζει τον μέλλοντα σύζυγό της, Παναγιώτη, που εργαζόταν σε καφενείο ως παιδί για όλες τις δουλειές. Όταν αυτή έμεινε έγκυος την παντρεύτηκε με το ζόρι, στις 24 Απριλίου 1921.

Δημήτρης Μοσκιός, 18 χρόνων, μαθητής γυμνασίου, από την Κεφαλλονιά. Γιος του αδελφού του πατέρα της Άρτεμης Κάστρου. Μικρός είχε περάσει τύφο, που επηρέασε τη διανοητική του ανάπτυξη. Είχε έρθει στην Αθήνα με τη μητέρα του. Επρόκειτο να φύγει μετανάστης στις ΗΠΑ. Τον φιλοξενούσαν τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Ο πατέρας του Γεράσιμος είχε περιθάλψει την ανιψιά του, Άρτεμη, μετά τον θάνατο των γονιών της - την είχε προικίσει, μάλιστα, με 200 δρχ.

Γιαννούλα Μπέλου, 40 χρόνων. Δήλωσε τόπο γέννησης την Ήπειρο, αλλά, όπως αποδείχθηκε αργότερα, είχε γεννηθεί στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας (σημερινό Καντίκιοϊ). O πατέρας της ήταν ληστής στα βουνά και κατέφυγαν οικογενειακώς στην Ήπειρο, όπου συνέχισε την ίδια τακτική, και το 1914 επέστρεψαν στην Τουρκία. Μητέρα και κόρη ήρθαν στην Ελλάδα το 1922 με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ήταν οικιακή βοηθός, τυφλά αφοσιωμένη στην Άρτεμη και τη Φούλα.


Μια δίκη... κοσμικό γεγονός

Τον Φεβρουάριο του 1932, όλη η Αθήνα περίμενε τη δίκη της «κακούργας πεθεράς», όπως αποκαλούσαν την Κάστρου οι εφημερίδες, και της «φόνισσας» Φούλας, συζύγου του Αθανασόπουλου. Μέχρι την έναρξή της είχαν χύσει τόνους μελάνι, που έμοιαζε με δηλητήριο. Αδίκως οι κατηγορούμενες έλεγαν στους δικηγόρους τους ότι «οι εφημερίδες γράφονται από άνδρες, οι δικαστές είναι επίσης άνδρες» και πως κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι είχαν περάσει...

Στο ακροατήριο η παρουσία των γυναικών ήταν αισθητή. Αρκετές εξέφραζαν την υποστήριξή τους στις κατηγορούμενες. Από την άλλη, υπήρχε ακόμα ένα τραγικό πρόσωπο. Η μητέρα του Αθανασόπουλου, η Κατίνα, ντυμένη στα μαύρα, έκλαιγε για τον χαμό του γιου της και καταριόταν τις φόνισσες που της πήραν το παιδί της. Σε μια εποχή στην οποία η εκδίκαση ακόμα και σοβαρών υποθέσεων κρατούσε τρεις με τέσσερις μέρες, η δίκη αυτή διήρκεσε 40 μέρες. Χρειάστηκαν 31 συνεδριάσεις για να βγει η απόφαση, κατέθεσαν 45 μάρτυρες κατηγορίας και 80 υπεράσπισης. Στο δικαστήριο εμφανίστηκαν για πρώτη φορά και γυναίκες δικηγόροι.

Στην εφημερίδα Πρωία διαβάζουμε πώς παρουσιάστηκαν οι κατηγορούμενες την πρώτη μέρα της δίκης.


Για τη Φούλα Αθανασοπούλου:

«Είχε προετοιμάσει την εμφάνισιν και, μολονότι κάπως ατημέλητος, έκαμε κάθε δυνατήν προσπάθειαν διά την εντύπωσιν. Εσκεπάζετο επιμελώς με το μαύρο παλτό της, το καρρό φόρεμα και την γκρίζα ποδιά με τα λευκά σειρήτια -την ενδυμασίαν της φυλακής-, και επρονόησε να φορέση τα λουστρίνια της. Κατάξανθα πλούσια μαλλιά„ απηλλαγμένα εις το δικαστήριον από τον σκούφον της φυλακής, επλαισίωναν ένα πρόσωπο που έχασε εν τού την παλαιάν του δροσερότητα. Διότι η μόνωσις της φυλακής την κατέβαλε πολύ. Όμως και τώρα, που κρίνεται η τύχη της, προσπαθεί να διατηρήση το αγέρωχον ύφος».


Για την Άρτεμη Κάστρου:

«Η κακούργα πεθερά, όπως είναι γνωστή από την λαϊκήν μούσαν, είνε από τους εξαιρετικώς ενδιαφέροντας τύπους. Κάθε άλλο παρά ο ευτραφής τύπος των γνωστών φωτογραφιών, μοιάζει με μια γυναικούλα που εγκατέλειψε πλέον την φροντίδα να διατηρείται νέα. Η προσπάθεια και αυτής να διατηρήση φαινομενικώς ψυχραιμίαν είνε καταφανής. Εν τούτοις, προσβλέπει τους πάντας και τα πάντα με ύποπτου βλέμμα. Όταν έφευγε από την φυλακήν εφίλησε το χέρι της διευθύντριας και επήρε την ευχή διά την καλήν απαλλαγήν».

Άλλη μια τραγική μορφή στο δικαστήριο ήταν ο Μοσκιός, ο άνθρωπος που δολοφόνησε τον Αθανασόπουλο. Έδειχνε να μην έχει επαφή με το περιβάλλον. οι ψυχίατροι Πατρίκιος και Κοσκινάς διορίστηκαν από το δικαστήριο για να τον εξετάσουν. Το ερώτημα ήταν εάν έπασχε από ψυχοπάθεια ή εάν υποκρινόταν.

Δεν έλειψαν και οι διαμάχες των συνηγόρων, όπως και οι εκατέρωθεν μαρτυρίες για «έκλυτο βίο» των κατηγορούμενων γυναικών, μάνας και κόρης, αλλά και του θύματος. Οι αποκαλύψεις πήραν τέτοια τροπή που, κάποια στιγμή, αποφασίστηκε οι συνεδριάσεις να γίνουν κεκλεισμένων των θυρών!

Διαβάζοντας τις εφημερίδες της εποχής αντιλαμβάνεται κανείς το ενδιαφέρον που παρουσίαζε η δίκη. Τρεις με τέσσερις σελίδες μεγάλου σχήματος, από τις συνήθως έξι που είχαν καθημερινά οι εφημερίδες, αφορούσαν τη δίκη. Νόμιζε κανείς ότι τίποτα άλλο δεν συνέβαινε, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο, εκείνη την εποχή!

Η ετυμηγορία ήταν αυτή που επιθυμούσαν ο Τύπος της εποχής και μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης.

-Καταδικάστηκαν σε θάνατο οι Άρτεμη και Φούλα Κάστρου.

-Ισόβια για την υπηρέτρια Γιαννούλα Μπέλλου.

-Φυλάκιση 2() χρόνων για τον Δημήτρη Μοσκιό. 

-Φυλάκιση 18 μηνών στο Σπύρο Μαγουλόπουλο, τον οικογενειακό φίλο.

-Αθώοι οι Αντώνης Μαγουλόπουλος και Γιώργος Κορναράκης, που μετέφεραν τις σακούλες με το πτώμα του Αθανασόπουλου.


Οι κόντρες των ενόρκων

Μόνο που η υπόθεση δεν είχε κλείσει... Η ανακοίνωση της απόφασης προκάλεσε πόλεμο μεταξύ των ενόρκων. Ένας από αυτούς, ο συμβολαιογράφος Πάνος Νόρδος, κατηγόρησε έναν φέρελπι σοσιαλιστή πολιτικό, τον Γιάννη Κουτσοχέρα, ότι ψήφισε υπέρ της θανατικής ποινής, κάτι που δεν ήταν σύμφωνο με τις πολιτικές αντιλήψεις του. Εκείνος απάντησε και o εισαγγελέας διέταξε τη δίωξη κατά του Νόρδα, επειδή αποκάλυψε την ετυμηγορία των ενόρκων.

Η αίτηση χάριτος που κατέθεσαν οι συνήγοροι των δύο καταδικασμένων σε θάνατο γυναικών απορρίφθηκε. Μάλιστα, o υπουργός Δικαιοσύνης έσπευσε να προκαταλάβει την απόφαση της αρμόδιας επιτροπής.

Μόνη τους ελπίδα, πλέον, η παρέλευση πενταετίας από τη μη εκτέλεση της θανατικής ποινής. οι φωνές για τη μετατροπή σε ισόβια κάθειρξη της θανατικής ποινής αυξάνονταν. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης τόνιζαν ότι δεν μπορεί σε ένα πολιτισμένο κράτος να εκτελούνται γυναίκες. Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια και η ποινή αυτόματα μετατράπηκε σε ισόβια.


Τι απέγιναν, όμως, οι πρωταγωνιστές;

Ο Μαγουλόπουλος ήταν ο πρώτος που αποφυλακίστηκε με την έκτιση της ποινής του. Έδωσε συνεντεύξεις και δήλωνε ότι «πλήρωσα για το λάθος που έκανα». O Μοσκιός δεν πρόλαβε να συμπληρώσει τα 20 χρόνια. Αμέσως μετά τη δίκη, η κατάστασή του χειροτέρεψε. Στις αρχές του 1936 πέθανε από φυματίωση. Η Γιαννούλα Πέτρου κατέληξε στο Δημόσιο Ψυχιατρείο.

Και οι δύο «κακούργες», όπως τις αποκαλούσε ο Τύπος; Τις εγκατέλειψαν. Ο δε σύζυγος και πατέρας κλείστηκε στον εαυτό του στο μακρινό Βανκούβερ του Καναδά.

Η Φούλα; Λέγεται ότι o διευθυντής των φυλακών ήταν ερωτευμένος μαζί της. Για καλή του (και κυρίως καλή της) τύχη, ο κατοχικός πρωθυπουργός Τσολάκογλου ήταν συγγενής του). Όταν έγινε πρωθυπουργός με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 1941, έσπευσε να υπογράψει (30/5) διάταγμα για την αποσυμφόρηση των φυλακών. Έπρεπε να βγουν οι ποινικοί κρατούμενοι για να υπάρχει ελεύθερος χώρος για τους πατριώτες που έκαναν αντίσταση (από το μέτρο εξαιρέθηκαν οι κομμουνιστές). Μόνο που η Φούλα δεν πληρούσε τους όρους του νέου νόμου. Χρειάστηκαν λοιπόν δύο αιτήσεις στο Συμβούλιο Χαρίτων (και η βοήθεια του διευθυντή των φυλακών) για να αφεθεί ελεύθερη, τον Ιούλιο του 1941, μαζί με τη μητέρα της. Ξεκίνησαν μια νέα ζωή, ήσυχη και επιτέλους ευτυχισμένη για την ίδια.

Η Φούλα παντρεύτηκε έναν συνταγματάρχη, τον Αγαπητό Κομήτη, και έζησε μαζί του έως το 1974. Η μητέρα της «έφυγε» το 1956 από πνευμονία.

Την κηδεμονία των παιδιών του ζεύγους πήρε η γιαγιά η οποία ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, παρουσίασε συμπτώματα κατάθλιψης.

Τελικώς τα ανέλαβε επιτροπή που την αποτελούσαν ο Καρτσώνης και ο Γυφτέας, ο συνεταίρος του πατέρα τους. Ο Παναγιώτης σκοτώθηκε από τους Γερμανούς 14 χρονών, ενώ επέζησαν η Καίτη και o Δημήτρης.


Κείμενο και φωτογραφικό υλικό: ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ: Δολοφονίες που συγκλόνισαν την Ελλάδα. Συγγραφέας βιβλίου: Άγγελος Μενδρινός

Δείτε επιίσης:

 Κώστας Ταχτσής: Η ζωή του, το έργο του, η ανεξιχνίαστη δολοφονία του

ΔΟΥΡΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ: Το παιχνίδι της μοίρας για το επτάχρονο αγγελούδι



Έντονη ήταν η παρουσία του γυναικείου κοινού στην δίκη. 
Ήταν η εποχή που όχι μόνο δεν είχαν φωνή οι γυναίκες
 της εποχής, αλλά ούτε καν δικαίωμα ψήφου