Τρίτη, Νοεμβρίου 30, 2021

ΕΟΝ: Μια ιδιότυπη φασιστική οργάνωση

O Ι. Μεταξάς ήταν κατ' εξοχήν
στρατιωτικός καριέρας
που ασχολήθηκε με την πολιτική
.
Ο Γεώργιος Β' και ο Ιωάννης Μεταξάς, πρωτεργάτες και εμπνευστές του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, δεν προσέβλεπαν απλά και μόνο σε μια προσωρινή εκτροπή από το κοινοβουλευτικό δημοκρατικό σύστημα. Επεδίωκαν να θέσουν τα θεμέλια ενός ισχυρού αυταρχικού καθεστώτος με μεγάλη χρονική διάρκεια. 

Το νέο καθεστώς είχε ανάγκη να δημιουργήσει και να εκπαιδεύσει τους συνεχιστές της πολιτικής του πορείας και έτσι ίδρυσε την Εθνικήν Οργάνωσιν Νεολαίας (ΕΟΝ). 

Ο Μεταξάς διακήρυξε ότι «έκτος σκοπός» της 4ης Αυγούστου «ήτο η οργάνωση της Νεολαίας». 

«Διότι εσκέφτηκα, όπως σκέπτεσθε και όλοι σεις, ότι οποιοδήποτε μεγαλούργημα εάν κατορθώσουμε, οτιδήποτε μεγαλοπρεπή πράγματα και εαν εκάμναμεν, όλα αυτά θα ήσαν τίποτε εάν n γενιά η οποία έρχεται μετά από ημάς δεν είναι εις θέσιν όχι μόνον να τα εκτιμήση αλλά και να τα προαγάγη και να τα υψώση ακόμη πιο πανω από εκεί που τα υψώσαμε εμείς». 

Ο πανεπιστημιακός καθηγητής Ν. Κουμάρος, διευθυντής του ΙΙΙ Γραφείου της Κεντρικής Διοικήσεως της ΕΟΝ, παρατήρησε ότι αυταπατώνται όσοι πίστευαν ότι  «η μεταβολή της 4ης Αυγούστου» αποτελούσε μια «ψευδοεπανάσταση» με «προσωρινόν» χαρακτήρα. 

«Αν οι άνθρωποι αυτοί σοβαρώς περιμένουν εκλογάς —τόνισε o Κουμάρος — Τότε δεν έχουν καταλάβει τίποτε από την κολοσσιαίαν, την ριζικήν μεταβολή ήτις συνετελέσθη» υπό της 4ης Αυγούστου, Αν οι αμφισβητίες του δικτατορικού καθεστώτος είχαν διαβάσει προσεκτικότερα τις εισηγητικές εκθέσεις «αίτινες συνόδευσαν τα ιστορικά B. Διατάγματα της 4ης Αυγούστου», όπως και τους λόγους του Ι. Μεταξά, θα είχαν κατανοήσει ότι "δεν πρόκειται πλέον περί αναστολής αλλά περά οριστικής καταλύσεως της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας». 

Η παλιά νοοτροπία ήταν βέβαια δύσκολο να εκριζωθεί, γι' αυτό το νέο καθεστώς στήριξε «τας ελπίδας» του «εις τη νέαν γενεάν». «Αυτός είναι o λόγος —κατέληξε o Κουμάρος— διά τον οποίον η Μεταβολή της 4ης Αυγούστου έστρεψεν ιδιαιτέρως την προσοχήν της εις την Νεολαία και παρακολουθεί με αγωνιώδη τρόπον τινά συμπάθειαν την ΕΟΝ. Σκαπανείς και Σκαπάνισσαι, Φαλαγγίται και Φαλαγγίτισσαι διαπαιδαγωγημενοι με τας εθνικάς αρχάς τας οποίας διεκήρυξεν η Μεταβολή της 4ης Αυγούστου θα αποτελέσουν τα στελέχη του Κράτους, του Νέου Κράτους, του Εθνικού Κράτους». 

O Μεταξάς ήταν κατ' εξοχήν στρατιωτικός καριέρας που ασχολήθηκε με την πολιτική. Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και της Στρατιωτικής Ακαδημίας του Βερολίνου, πραγματοποίησε σημαντική καριέρα στον ελληνικό στρατό. 

O Μεταξάς έθεσε τις βάσεις λειτουργίας της ΕΟΝ πάνω σε στρατοκρατικά χαρακτηριστικά, όπως έκαναν με την οργάνωση της νεολαίας τους και άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα της εποχής. 

Ο Γ. Οικονόμου, διευθυντής του Ε' Γραφείου της Κεντρικής Διοικήσεως της EON, τόνισε ότι η ελληνική νεολαία «γερή στο σώμα, στην ψυχή στο πνεύμα βαδίζει μόνη της με σταθερό βήμα ως δεύτερος εθνικός στρατός». 

«Μεγαλουργεί ήδη η EON -συνέχισε o Οικονόμου» διότι αι φάλαγγες της μεγάλης αυτής ελληνικης στρατιάς είναι πυκναί, αφού περιλαμβάνουν ενα εκατομμύριον Ελληνόπουλα, είναι ομοιογενείς δεδομένου ότι αι στρατιώται αυτοί έχουσιν ήδη ισοπεδωδεί... είναι και συμπαγείς διότι τας συνέχει o διπλούς πέλεκυς, έμβλημα αυτοθυσίας και μαχητικότητος κατά παντός εχθρού». 

«Τοιαύτην στρατιαν» νέων είχε δημιουργήσει «o επιτελικός νους του Ιωάννου Μεταξά». Και έτσι «χαρις εις την ΕΟΝ η Ελλάς ευρίσκεται εις κατάστασιν μονίμου πολιτικής επιστρατεύσεως». 

O Μεταξάς, που υπέγραφε ως αρχηγός της κυβερνήσεως και γενικός επιθεωρητής της ΕΟΝ, φιλοδοξούσε να γαλουχήσει με το πνεύμα της 4ης Αυγούστου το σύνολο της ελληνικής νεολαίας. 

«Η εγγραφη ολοκλήρου της Ελληνικής Νεολαίας εις την ΕΟΝ αποτελεί καθήκον όλων. Πρέπει να διαφωτισθή επί των ηθικών αξιών του Νέου Κράτους και να μεταδοθή n πίστις προς τον αγώνα και τον Αργηγό». 

Ο στόχος ήταν n ένταξη στην ΕΟΝ όλων των νέων «από ηλικίας 8-25 ετών», αν και θα έπρεπε να διενεργείται σοβαρός έλεγχος ώστε να μην παρεισφρήσουν στην οργανωση νεολαίοι μη ανταποκρινόμενοι «εις τας ιδεολογικάς και ηθικάς απαιτήσεις» της 4ης Αυγούστου. 

Η ΕΟΝ γινόταν το αγαπημένο παιδί της κρατικής εξουσίας, η οποία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να προσελκύσει τη νεολαία στους ιδεολογικούς της προσανατολισμούς. Ετσι «δι' εγκυκλίου διαταγής» το υπουργείο Θρησκευματων και Εθνικης Παιδείας καθόρισε ότι «εις τα σχολεία της Μέσης και Δημοτικης Εκπαιδεύσεως, δημόσια και ιδιωτικά, ολόκληρος n ημέρα της Τετάρτης εκάστης εβδομάδος θ' αφιερούται εις την απασχόλησιν των μαθητών και μαθητριών εις τους σχηματισμούς της ΕΟΝ» και κάθε απουσία «εκ των σχηματισμων τούιων θα θεωρώνται και θα καταλογίζονται ως απουσίαι εκ των μαθημάτων του σχολείου». 

Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι (ΣΕΚ) επίσης έλαβαν εντολή να μεταφέρουν δωρεάν τμήματα της ΕΟΝ ανά την Ελλάδα, ενώ οι πρόσκοποι, ύστερα από απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, θα ενσωματώνονταν στη Νεολαία της 4ης Αυγούστου. 

Ο «βασικός κανών» που διέπει τα μέλη της ΕΟΝ είναι η «τήρησις αυστηράς πειθαρχίας». Σύμφωνα με τους ιθύνοντες της 4ης Αυγούστου, ως πειθαρχία οριζόταν η απεριόριστος υποταγή του κατωτέρου προς πάντα ανώτερον εις ό,τι αφορά την εκπληρωσιν των καθηκόντων του... Μέλη της ΕΟΝ παντός βαθμού προς α απευθύνεται o λόγος παρ' ανωτέρου δέον να ίστανται εις στάσιν προσοχής καθ' όλην την διάρκειαν της μετα των δευτέρων συνομιλίας των. Χαιρετισμός απονέμεται δι' ανατάσεως της δεξιάς χειρός, του αντίχειρος ηνωμένου μετά της παλάμης... Ουδέποτε χειρ κατωτέρου προσφέρεται προς σύσφιγξιν προς ανώτερον. O ανώτερος αφίεται ελεύθερος να προσφέρη την τιμήν. 

Η στρατιωτική δομή της ΕΟΝ, η αυστηρή πειθαρχία στους κόλπους της, η ειδική στολη των μελών της, οι εθνικιστικές εξάρσεις, o χαιρετισμός δι' ανατασεως της δεξιάς χειρός, τα μαθήματα «εθνικής αγωγής και διαφώτισης» που παρέδιδαν τα στελέχη της, έδιναν το στίγμα μιας νεολαίας με φασιστικά χαρακτηριστικά. Μιας ιδιότυπης ομως φασιστικής νεολαίας, που απέφευγε v' αποδώσει στον εαυτό της έναν παρόμοιο χαρακτηρισμό, που έτρεφε σεβασμό προς το βασιλιά και τη στενη φίλη του Μεγάλη Βρετανία. 

Ο Μεταξας διαβεβαίωνε τους Βρετανούς, με τους οποίους διατηρούσε στενές σχέσεις, ότι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν έμοιαζε τόσο με τα καθεστώτα του Χίτλερ και του Μουσολίνι, όσο με το καθεστώς του δρα Σαλαζάρ στην Πορτογαλία." 

Σε ειδική έκδοση της ΕΟΝ συμπεριλαμβάνονταν ποιήματα στα οποία εκθειάζονταν ο ρόλος και η δύναμη της Μεγάλης Βρετανίας. Επρόκειτο για τα ποιήματα του Στεφ. Μόρφη (Αγγλία) και του Γ. Δροσίνη (Rule Britannia). 

Γενικός αργηγός της ΕΟΝ ανακηρύχθηκε o διάδοχος του θρόνου, πρίγκιπας Παύλος, ενώ η σύζυγός του πριγκίπισσα Φρειδερίκη ανέλαβε την επίσημη αρχηγία του γυναικείου τμήματος της οργάνωσης. 

Η εμπλοκη της Ελλάδας στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η κατάληψη της χώρας από τους ξένους κατακτητές, η φυγή της ελληνικής κυβέρνησης του βασιλιά στο εξωτερικό, σήμαναν την ουσιαστική διάλυση της ΕΟΝ. 

Στη διάρκεια της Κατοχής εκατοντάδες χιλιάδες νέοι εντάχθηκαν στις αντιστασιακες οργανώσεις, δείχνοντας έτσι ότι ελάχιστα είχαν επηρεαστεί, ή και καθόλου, από τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς της ΕΟΝ και της 4ης Αυγούστου. 


Πηγή κειμένου: "Ε-ΙΣΤΟΡΙΚΑ" , Ιωάννης Μεταξάς (του Φ0ΙΒOΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ δημοσιογράφου-ερευνητή)


Δευτέρα, Νοεμβρίου 29, 2021

ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΡΚΟΥΡΗ

Ένα από τα εθνικιστικά κινήματα της δεκαετίας '30, αλλά με την περισσότερο αντιφατική και συγκεχυμένη ιδεολογία, ήταν το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Γεωργίου Μερκούρη. O Μερκούρης, του δημάρχου Αθηναίων Σπύρου Μερκούρη θείος της Μελίνας, ήταν γνωστός στους αθηναϊκοπολιτικούς κύκλους για τη γλωσσομάθεια τον ριζοσπαστικό πολιτικό του λόγο. Ηδη από τον Ιούλιο του 1933 είχε προχωρήσει σε ρήξη με το παρελθόν και το Λαϊκό Κόμμα που αρχικά υποστήριζε, διακηρύττοντας ότι "ο Κοινοβουλευτισμός εχρεωκόπησεν εις όλα τα μέρη του κόσμου, αλλ 'ιδιαιτέρως εις την Ελλάδα κατέληξεν εις σύστημα ελαστικότητος συνειδήσεων... και πάντοτε εκμεταλλευόμενος τα συμφέροντα του λαού" 

Τον Δεκέμβριο του 1934 προχώρησε στην κυκλοφορία της εφημερίδας "Εθνική Σημαία" μαζί με τους Λ. Λαμπρόπουλο και Θ. Παπαμανώλη, καθιστώντας την όργανο του κόμματός του και προμαχώνα της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Στις 10 Δεκεμβρίου 1934, με την ευκαιρία των εγκαινίων των γραφείων του κόμματος, ο Μερκούρης έδωσε το στίγμα της κίνησής του τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι "είμεθα πραγματικώς μία πολιτική και κοινωνική επανάσταση "και "αποβλέπομεν εις την εθνικήν ενότητα, εις την πρόοδον και την κοινωνική πειθαρχίαν“ 

Στις 16, 17 και 18 Δεκεμβρίου 1934 πραγματοποιήθηκε στο Μοντρέ της Ελβετίας το πρώτο διεθνές φασιστικό συνέδριο. Εκεί αντιπροσωπείες από 17 χώρες της Ευρώπης συγκεντρώθηκαν για να επιλέξουν και να οριοθετήσουν τον τρόπο και τις δυνατότητες κατάληψης της πολιτικής εξουσίας. Το συνέδριο άρχισε τις εργασίες του στις 16/12/34 με την ομιλία του προέδρου του, του Ιταλού στρατηγού και βουλευτή Κοζέλσκι. Την Ελλάδα εκπροσώπησε ο αρχηγός του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Γ. Μερκούρης, Δεύτερος μίλησε ο εκπρόσωπος της Action Francaise Μαρσέλ Μποκάρ, τονίζοντας ότι "το κυριότερο χαρακτηριστικό του Φασισμού είναι ότι είναι θετικός και δεν περιέχει ουτοπίες, ενώ εδράζεται επί των πραγματικοτήτων και των γεγονότων" "Οφείλουμε", συνέχισε ο Μποκάρ, "επειδή ο Φασισμός δεν είναι μόνο ιταλικό φαινόμενο, να διακηρύξουμεν πάντες ότι εκ της ισχύος των αρχών του και των περιεχομένων του, έχει εξέλθει των ορίων της ιταλικής χερσονήσου και τείνει εις το να γίνει o νέος καταστατικός χάρτης της Νέας Ευρώπης. Είναι εναντίον του Μπολσεβικισμού, είναι εναντίον των διστακτικοτήτων των μεσαίων τάξεων, είναι εναντίον του διεθνούς καπιταλισμού και τέλος εναντίον όλων των ψευδών πατριωτισμών και όλων των κοινωνικών αδικιών, οι οποίες απορρέουν από αυτές" Και o ίδιος κατέληξε: "Ολη η έννοια του φασισμού είναι η ανοικοδόμηση και όχι η καταστροφή". 

Η πρώτη σοβαρή διαφωνία στον συνεδριακό χώρο εκδηλώθηκε με την αντιπαράθεση που είχε o Γ Μερκούρης με τον εκπρόσωπο της ρουμανικής ΣΙδηράς Φρουράς. Ο Ρουμάνος σύνεδρος καταφέρθηκε εναντίον των Εβραίων και της διεθνούς Μασονίας, ενώ ο Μερκούρης αποστασιοποιήθηκε ισχυριζόμενος πως υπάρχουσα (σ.σ. στην Ελλάδα) ισραηλιτική μειονότης επέδειξε πάντοτε προς την φιλοξενούσαν αυτήν χώραν νομιμοφροσύνην και πατριωτικότητα τοιαύτην, ώστε ανεξαρτήτως του αιωνίου ελληνικού αισθήματος της φιλοξενίας. έχει επαξίως τύχη πλήρους ισότητος και ουδεμίας διακρίσεως προς τους ορθοδόξους ομοεθνείς της". Ισως είναι η μοναδική περίπτωση που εκπρόσωπος εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος υπερασπίστηκε με τόση θέρμη τη θέση και τα συμφέροντα μιας εβραϊκής μειονότητας τη στιγμή που οι άλλες διώκονταν ή είχαν περιθωριοποιηθεί στις χώρες όπου εφιλοξενούντο. 

Παρόλη τη διαφωνία ο Μερκούρης φρόντισε να καθησυχάσει τους ομοϊδεάτες του βεβαιώνοντάς τους πως "έχομεν την δικαίαν φιλοδοξίαν να νικήσωμεν και να εμμείνωμεν εν τη Νίκη ως δημιουργοί Νέας Τάξεως Πραγμάτων". Οσο για την Ελλάδα, κατέστησε ότι την θέλει "ισχυράν και ειρηνικήν, αφοσιωμένην εις τους φίλους της και ανένδοτον απέναντι εκείνων οι οποίοι θα διενοούντο να την μειώσουν. Εχομεν μεγάλην εμπιστοσύνη εις το Μεσογειακόν Δαιμόνιον και ευχόμεθα την εξάπλωσιν του αναμορφωτού Φασισμού". 

Στο τέλος του συνεδρίου καταρτίσθηκε μια οργανωτική επιτροπή που αποτελείτο από τον αρχηγό του εθνικοσοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Δανίας Κλάουζεν, τον αρχηγό των Φρανσιστών της Γαλλίας Μπυκάρ, τον Γ Μερκούρη, τον εκπρόσωπο της Ελβετικής Φασιστικής Ομοσπονδίας Φονζελάζ, τον Κουϊσλινγκ, αρχηγό της Εθνικής Ενωσης Νορβηγίας, τον στρατηγό Οντουφύ των Κυανοχιτώνων της Ιρλανδίας και τον αρχηγό του Εθνικού Δανικού Σώματος Ντάμσκαρτ. 

Στη σύσκεψη της Μαύρης Διεθνούς (CAUR) έλαβαν ακόμα μέρος αντιπροσωπείες της Χάιμβερ Αυστρίας, του Φασιστικού Πορτογαλικού Κινήματος, της Ισπανικής Φάλαγγας, του Μελανού Ολλανδικού Μετώπου κ.ά. 

Αμέσως μετά τη λήξη των εργασιών οι σύνεδροι εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν και αποδέχθηκαν δύο ψηφίσματα βάσει των οποίων διακηρυσσόταν ότι "o συντεχνιακός Φασισμός αποτελεί την μοναδικήν βάσιν της ειρηνικής αναπτύξεως της Ευρώπης και αποκρούοντα τον Μαρξισμόν, την Κεφαλαιοκρατίαν και τον αστικόν ψευδεθνικισμόν" 

Επιστρέφοντας από το Μοντρέ o Μερκούρης παρέμεινε για λίγες ημέρες στη Ρώμη, όπου έγινε δεκτός από τον Μουσολίνι. Για το περιεχόμενο των συνομιλιών τους δεν ανακοίνωσε ποτέ τίποτα. 

Μέσα από τις στήλες της "Εθνικής Σημαίας" συνέχισε να καλεί τους Ελληνες να ενταχθούν "στους πυρήνες του κόμματός του", αναγνωρίζοντας όμως μετά από ενάμισι χρόνο αγώνα πως "πολλοί δεν είμεθα, αλλ 'ούτε και θέλομεν να είμεθα. Ολίγοι, αλλ εκλεκτοί" (15/2/35, ομιλία στα γραφεία της Καραγεώργη Σερβίας προς τους πυρήνες των συνοικιών). 

Στις συχνές ομιλίες που έδιδε -κυρίως στο θέατρο "Κεντρικόν"- παρευρίσκονταν πολλοί εκπρόσωποι και φορείς της Πολιτείας: βουλευτές, πολιτικοί, ακαδημαϊκοί (Αντ. Μάτεσης, Κωνστ. Αγγελόπουλος) στρατηγοί (Τρικούπης), μέλη οργανώσεων (Σώμα κιτρινοχιτώνων, Παμφοιτητική Νεολαία, Εθνική Φάλαγγα), η Ενωση Παλαιών Πολεμιστών του Κονδάκη και του Παπανικολάου κ.ά. 

Στενοί συνεργάτες του Μερκούρη και στελέχη του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος ήταν ο Γεώργιος Κανέλλος, ο δικηγόρος Τροπαιάτης και o Βιτσικουνάκης από την Κρήτη. 

Στις 22 Δεκεμβρίου 1934 η "Εθνική Σημαία", το κομματικό έντυπο του Μερκούρη, έκανε έναν απολογισμό της εθνικοσοσιαλιστικής διακυβέρνησης στη Γερμανία με τον τίτλο "Διδάγματα από έναν λαόν που θέλει να ζήση". Στην ίδια σελίδα υπήρχε και ένα άρθρο για τις δραστηριότητες της Κου Κουξ Κλαν στις ΗΠΑ, ενώ στις 25 Δεκεμβρίου δημοσιεύθηκαν φωτογραφίες από την επίσκεψη του Μερκούρη στη Ρώμη και την κατάθεση στεφάνου στο Μνημείο του Ιταλού Αγνωστοι.) Στρατιώτη στο Παλάτσο Βενέτσια. 

Τον Μάρτιο του 1935, μετά το αποτυχημένο κίνημα του Πλαστήρα και των Βενιζελικών, ο Μερκούρης θυμήθηκε το πολιτικό του παρελθόν και τάχθηκε με το μέρος του Κονδύλη και των Λαϊκών. O Κονδύλης δεν άργησε να ευχαριστήσει τον "εθνικοσοσιαλιστή" σύμμαχό του στέλνοντας το εξής τηλεγράφημα: "Ευχαριστώ υμάς και το κόμμα δια τα ωραία λόγια επί τη ευκαιρία της προαγωγής μου. Εχω πεποίθησιν επί την νίκην, διότι αγωνιζόμεθα δια τας ελευθερίας του ελληνικού λαού" ("Εθνική Σημαία", 10/3/1935). Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι το ίδιο ακριβώς πίστευαν ο Πλαστήρας και οι άλλοι στρατηγοί (Παπούλας, Κοιμήσης κ.ά.) που ηγήθηκαν του κινήματος. 

Χαρακτηριστικό της τακτικής και της ιδιόρρυθμης "φιλοσημιτικής" ιδεολογίας του Μερκούρη ήταν το δημοσίευμα της 30/1/1935 στην "Εθνική Σημαία", που αφορούσε το "Ισραηλιτικόν στοιχείον της Θεσσαλονίκης, του οποίου είναι γνωστή η εργατικότης, η ειλικρίνεια εις τας συναλλαγάς και η καθ' όλα φιλόνομος δράσις, ως και η εξαιρετική συμβολή εις την προώθησιν του εμπορίου και της βιομηχανίας εν γένει", καθώς και τον "Σοφολογιώτατον Αρχιρραβίνον Δρα Κόρετς•, τον γνωστό Κόρετς που κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής κατηγορήθηκε από τους ομοεθνείς του ότι ενέδωσε και εξαιτίας της ηττοπάθειάς του χειροτέρεψε τη θέση της εβραϊκής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη. 

Στις 17 Ιανουαρίου 1935 με τον τίτλο "Η Κύπρος τα Δωδεκάνησα" η "Εθνική Σημαία" έκανε έκκληση στα φιλελληνικά αισθήματα των κυβερνήσε της Βρετανίας και της Ιταλίας για την παραχώρηση των νήσων στην Ελλάδα: "Διά να πεισθούν αι δύο αυταί Δυνάμεις ότι, πράττουσαι κατά τους Ελληνικούς πόθους, δεν αντιβαίνουν προς τα εθνικά των καθήκοντα, πρέπει ημείς οι Ελληνες -οι ανεπίσημοι περισσότερον ακόμη των επισήμων- να αποδείξωμεν ότι είμεθα όχι μόνον άξιοι αυτής της παραχωρήσεως αλλά και ικανοί, προστατεύοντες τα συμφέροντα των ελληνικών πληθυσμών, να συνεισφέρωμεν εις την περιφρούρησιν και των συμφερόντων  των κατόχων κρατών" Ολα αυτά ειπώθηκαν τη  στιγμή που το ΚΚΕ, με την ιστορική απόφαση της 2ης Ολομέλειας τον Νοέμβριο του 1934 καταδίκαζε τα  απελευθερωτικά όνειρα των Δωδεκανησίων και Κυπρίων Ελλήνων, εκτιμώντας ότι " ..οι κυρίαριες ταξεις δραστηριοποιούν εξαιρετικά την εθνικιστική προπαγάνδιση των μαζών και τον ιμπεριαλιστικό ολοκληρωτισμό (Βόρεια Ηπειρος, Κύπρος, Δωδεκάνησα κλπ.)" ("Επίσημα κείμενα του ΚΚΕ", Τόμος 4ος, σελ. 106-107, Εκδόσεις Σ.Ε., Αθήνα, 1975). Για το ΚΚΕ η επιθυμία των σκλάβων Ελλήνων για εθνική αποκατάσταση και ένωση με τη μητέρα πατρίδα ηταν "ιμπεριαλιστικός ολοκληρωτισμός" και "τυχοδιωκτική φασιστική ενέργεια" που "οξύνουν τον εθνικιστικό φανατισμό και κάνουν το ξέσπασμα του άμεση απειλή' ('Κομμουνιστική Επιθεώρηση' Απρίλιος 1984, σελ. 70). 

Εξαιρετικός ρήτορας ο Γ. Μερκούρης, εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής από το 1916 και διετέλεσε πολλές φορές υπουργός. Στο κόμμα του προσχώρησαν πολλοί απόστρατοι βασιλόφρονες αξιωματικοί, αλλά ελάχιστοι νεολαίοι. Στις βουλευτικές εκλογές 1936 συνεργάστηκε με το κόμμα του Κονδύλη, χωρίς να εκλεγούν βουλευτές του. 

Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου διέλυσε αυτό το κόμμα, όπως και όλα τα πολιτικά κόμματα. Ανασυντάχθηκε τον Μάιο του 1941 με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και συνεργάστηκε στενά με την ΕΣΠΟ και τις άλλες φιλογερμανικές οργανώσεις για τη συγκρότηση Ελληνικής Εθελοντικής Λεγεώνας και την αποστολή της στο Ανατολικό Μέτωπο. 

Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου ο Μερκούρης διατηρούσε επαφές με τη γερμανική πρεσβεία και προσπάθησε μαζί με γερμανόφιλους αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού να πετύχει τη σύναψη ανακωχής με τη μεσολάβηση των Γερμανών. 

Κατά την Κατοχή χρημάτισε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, ενώ μετά την παραίτηση του Τσολάκογλου το όνομά του συζητήθηκε για να αναλάβει την πρωθυπουργία. Πέθανε το 1943. 

Στη Θεσσαλονίκη τα γραφεία της οργάνωσης στεγαζονταν στο ξενοδοχείο "Νέα Νίκη" με αρχηγό τιν Γεώργιο Σπυρίδη και υπαρχηγό τον δικηγόρο  Ζωγράφο, που τότε αρθρογραφούσε στη φιλογερμανική εφημερίδα "Νέα Ευρώπη". 

Το τέλος της Κατοχής βρήκε τους οπαδούς του Μερκούρη καταδιωκόμενους. Πολλοί κατέφυγαν στη Γερμανία για να πολεμήσουν μαζί με τους ομοϊδεάτες τους ως την ύστατη στιγμή. Ενας από αυτούς, ο γνωστός από τη δίκη Λαμπράκη Ξενοφών Γιοσμάς ή Φον Γιοσμάς, διετέλεσε και μέλος της "εξόριστης" γερμανόφιλης κυβέρνησης των Ελλήνων της Βιέννης. Μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψε στην Ελλάδα, δικάστηκε από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων και κλείστηκε στις φυλακές του Επταπυργίου. Μερικά χρόνια αργότερα αφέθηκε ελεύθερος. 

Σε τελική ανάλυση το κόμμα του Μερκούρη, παρόλη την υποστήριξη και τη χρηματοδότηση που είχε από επώνυμους Αθηναίους, παρέμεινε στη σκιά της πολιτικής ζωής και ουραγός όλων των εθνικών κινήσεων της εποχής. Και αυτό συνέβη επειδή ουσιαστικά δεν επρόκειτο περί αυθεντικού και λαϊκού εθνικού κινήματος, αλλά περί κακής απομίμησης των ξένων φασιστικών οργανώσεων. Εννοιες όπως καθήκον, αξιοπρέπεια, εθνική ενότητα, συλλογική πειθαρχία και πνεύμα "θυσίας", ήταν και έμειναν μόνο συνθήματα για λαική κατανάλωση και τίποτα περισσότερο. 

Το κόμμα, παρόλες τις καλές δημόσιες σχέσεις του αρχηγού του, δεν κατόρθωσε ποτέ να ξεφύγει από τα συμπλέγματα του παρελθόντος και τις συνέπειες του ακροδεξιού αστισμού. Στην πραγματικότητα λειτούργησε πολύ περισσότερο ως προσωπικό δημιούργημα και χώρος βήματος ή αναψυχής ενός αντιλαϊκού αστού και σνομπ πολιτικού όπως ήταν o Μερκούρης.

Πηγή κειμένου: Ιάκωβος Περ. Χονδροματίδης - "Η ΜΑΥΡΗ ΣΚΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ"


Κυριακή, Νοεμβρίου 28, 2021

Επιχείρηση «Μαρίτα»

Ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Βόρις Γ' 
συναντάται με τον Αδόλφο Χίτλερ 

Στις 17 Δεκεμβρίου εκμυστηρεύθηκε στους στενούς φίλους του, «πως η ιταλική συμβολή είναι ανύπαρκτη, αλλά η στρατηγική θέση της Ιταλίας είναι εξαιρετικά σημαντική για να μπορέσω να δεχθώ να βγει από τον πόλεμο με μια κατάρρευση. Έτσι την άνοιξη του 1941 τα γερμανικά στρατεύματα θα επενέβαιναν περνώντας μέσα από το έδαφος των πρόθυμων δορυφόρων του Ράιχ, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, ώστε να θέσουν εκτός μάχης την Ελλάδα και να τερματίσουν τον πόλεμο στα Βαλκάνια. Την επομένη ο Χίτλερ όριζε τις γενικές γραμμές της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα» για την επίθεση κατά της ΕΣΣΔ, καλώντας τη Wehrmacht να συντρίψει τον Σοβιετικό Στρατό μέσα στο χρονικό πλαίσιο μιας σύντομης εκστρατείας που θα παγίδευε και θα διέλυε τις δυνάμεις του Στάλιν δυτικά του Δνείπερου, πριν αυτές προλάβουν να υποχωρήσουν στην αχανή ενδοχώρα. 

Με βάση τους στρατηγικούς στόχους που έθεσε ο Χίτλερ η ΟΚΗ υπολόγισε ότι η επίθεση κατά της ΕΣΣΔ απαιτούσε πρωτοφανείς δυνάμεις για να έλθει σε αίσιο πέρας: τουλάχιστον 140 μεραρχίες και 3.600 άρματα. Ηταν φανερό πως η Wehrmacht χρειαζόταν αρκετό χρόνο για να προλάβει να καταστρέψει τον Σοβιετικό Στρατό πριν από την έλευση του χειμώνα αλλά δεν μπορούσε να στερηθεί σε καμία περίπτωση και τις δυνάμεις κρούσης που είχε προγραμματιστεί να επιτεθούν κατά της Ελλάδας. Στις 25 Νοεμβρίου ο Χάλντερ είχε στο γραφείο του ένα πρώτο σχέδιο για το πώς θα επιτυγχανόταν κάτι τέτοιο. Η συγκέντρωση των απαραίτητων ετοιμοπόλεμων γερμανικών δυνάμεων θα ολοκληρωνόταν κατά το διάστημα μεταξύ 7 και 25 Δεκεμβρίου. Θα ακολουθούσε η μεταφορά τους στη Ρουμανία σε τρία στάδια. Τα τμήματα του σταδίου Ι υπολογιζόταν ότι θα βρίσκονταν στη βόρεια όχθη του Δούναβη στις 15 Ιανουαρίου και ότι θα εισέρχονταν στη Βουλγαρία την επομένη. Ετσι οι μηχανοκίνητες μεραρχίες θα έφθαναν στα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα στις 23 Ιανουαρίου και οι μεραρχίες πεζικού στις 4 Φεβρουαρίου, ώστε η επίθεση να μπορέσει να εκτοξευθεί το αργότερο ως τις 11 Φεβρουαρίου. 

Λίγες μέρες αργότερα ο Χάλντερ υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει το χρονοδιάγραμμα, λαμβάνοντας μια δυσοίωνη αναφορά του Τμήματος «Ξένοι Στρατοί της Ανατολής», το οποίο είχε μελετήσει τις συνθήκες συγκοινωνιών στη Βουλγαρία. Υπήρχαν μόνο πέντε δρόμοι που οδηγούσαν προς τα ελληνικά σύνορα και ήταν όλοι σε άθλια κατάσταση, ορεινοί, με πολλές στροφές, μη επιτρέποντας στα μεγάλα στρατιωτικά οχήματα παρά την πορεία κατά φάλαγγα, το ένα πίσω από το άλλο. Με δεδομένη την κακοκαιρία που θα επικρατούσε τον Φεβρουάριο οι χιονοπτώσεις θα προκαλούσαν πρόσθετες καθυστερήσεις. Εργαζόμενο πυρετωδώς το επιτελείο της OKH άλλαξε τα σχέδιά του και κατέληξε σε μια πρόταση για τη μεταφορά 13 μεραρχιών στη Βουλγαρία, από τις οποίες επτά θα προσέβαλλαν την Ελλάδα και οι υπόλοιπες έξι θα παρατάσσονταν στα βουλγαρο-τουρκικά σύνορα για κάθε ενδεχόμενο. Η ανάπτυξη αυτή προϋπέθετε 78 ημέρες, με πιθανή ημερομηνία έναρξης της επίθεσης στις αρχές Μαρτίου και με πρώτο επιχειρησιακό στόχο τη διάσπαση της «Γραμμής Μεταξά» στον τομέα του ποταμού Στρυμόνα. Ο όγκος των γερμανικών δυνάμεων που θα εκινούντο προς τη Βουλγαρία όμως είχε αυξηθεί Τόσο ώστε να απαιτείται η υπαγωγή τους πλέον στη διοίκηση του επιτελείου μιας Στρατιάς και η ΟΚΗ επέλεξε για τον σκοπό αυτό τη 12η Στρατιά του Βίλχελμ φον Λιστ. 


Μία φάλαγγα γερμανικών αρμάτων της 2ης
Μεραρχίας Πάντσερ εισέρχεται στη Θεσσαλονίκη 
στις 9 Απριλίου 1941 έχοντας υπερκεράσει 
τη "Γραμμή Μεταξά " από το 
γιουγκοσλαβικό έδαφος,  δυτικά 
της λίμνης Δοϊράνης 



Τα στάδια συγκέντρωσης δυνάμεων στη Ρουμανία διαμορφώθηκαν πλέον ως εξής: α) Το στάδιο Ι (3-24 Ιανουαρίου 1941) περιελάμβανε τα επιτελεία της 12ης Στρατιάς και της Τεθωρακισμένης Ομάδας «Κλάιστ», την 5η, την 9η και την 11η Μεραρχία Πάντσερ, την 60ή Μηχανοκίνητη, τη Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία των SS «Leibstandarte Adolf Hitler», την 50ή, την 72η και την 164 Μεραρχία Πεζικού και από 50 συρμούς για αεροπορικά τμήματα και επιμελητεία. β) Κατά το στάδιο ΙΙ (24 Ιανουαρίου - 8 Φεβρουαρίου) θα κατέφθαναν στη Ρουμανία η 2η Μεραρχία Πάντσερ, η 5η και η 6η Ορεινή, η 76η Πεζικού, το 125 Σύνταγμα Πεζικού και 60 συρμοί επιμελητείας. γ) Το στάδιο ΙΙΙ (5-28 Φεβρουαρίου) προέβλεπε τη μετακίνηση της 46ης, της 76ης, της 198 και της 294 Μεραρχίας Πεζικού και των υπολοίπων συρμών ανεφοδιασμού. Επιπλέον υπολογίστηκε ότι θα χρειάζονταν 70 έως 100 συρμοί για να μεταφερθούν τα αναγκαία υλικά γεφύρωσης του Δούναβη σε τρία σημεία. Το προσεκτικά υπολογισμένο χρονοδιάγραμμα ανατράπηκε σύντομα από τη σφοδρότατη κακοκαιρία που έπληξε τη Ρουμανία τον Ιανουάριο του 1941 και η οποία μετέτρεψε τους δρόμους σε βάλτους διακόπτοντας σε πολλά σημεία και το σιδηροδρομικό δίκτυο.


Περνώντας τον Δούναβη 

Στις αρχές Ιανουαρίου 1941 η Wehrmacht εξακολουθούσε να έχει λίγες σχετικά δυνάμεις στο ρουμανικό έδαφος, γεγονός που καθιστούσε ιδιαίτερα δύσπιστη τη βουλγαρική ηγεσία. Ο Χίτλερ αντιλαμβανόταν ότι δεν μπορούσε να πιέσει τη Σόφια με πειστικά επιχειρήματα τη στιγμή που είχαν αναπτυχθεί 34 σοβιετικές μεραρχίες στη Βεσσαραβία, 37 τουρκικές στην ανατολική Θράκη και παρέμενε πάντα ο κίνδυνος από τη Γιουγκοσλαβία. Παρά τις προσπάθειες του Γερμανού πρεσβευτή στην Αγκυρα, Φραντς φον Πάπεν, η Τουρκία εξακολουθούσε να θεωρεί κάθε είσοδο ξένων στρατευμάτων στη Βουλγαρία ως απειλή για την ασφάλειά της και η ΟΚΗ δεν μπορούσε παρά να διατάξει δύο μεραρχίες πάντσερ να είναι σε ετοιμότητα στη Δοβρουτσά ώστε να σπεύσουν στη Βουλγαρία σε περίπτωση τουρκικής κίνησης. Οι Γερμανοί δεν είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα να πείσουν τον Αντονέσκου να δεχθεί να παραχωρήσει 50 συρμούς την ημέρα στη Wehrmacht, γεγονός που σήμαινε ότι πάνω από το 90% του ρουμανικού σιδηροδρομικού δικτύου εξυπηρετούσε πλέον τις γερμανικές στρατιωτικές ανάγκες! 

Η ΟΚΗ είχε ετοιμάσει ένα σχέδιο που προέβλεπε ταυτόχρονη επίθεση κατά της Ελλάδας και της Τουρκίας με ημερομηνία έναρξης την 7η Απριλίου 1941 , σε περίπτωση που η Αγκυρα τηρούσε εχθρική στάση, με την προοπτική να καταλάβει την Ανατολική Θράκη σε μια εβδομάδα. Βέβαια κάτι τέτοιο θα απαιτούσε συνέχιση των επιχειρήσεων προς κατάληψη του υπόλοιπου τουρκικού εδάφους, πράγμα που σήμαινε επ' αόριστον αναβολή της εισβολής στην ΕΣΣΔ. Ηταν μια προοπτική που o Χίτλερ ήΘελε να αποφύγει με κάθε θυσία και ευτυχώς γι' αυτόν η διπλωματική κρίση σύντομα πέρασε. O φον Πάπεν κατόρθωσε τελικά να πείσει τους Τούρκους πως οι κινήσεις του Γερμανικού Στρατού δεν στρέφονταν εναντίον τους και ως χειρονομία καλής θέλησης τους ανακοίνωσε πως τα γερμανικά τμήματα που θα εισέρχονταν στη Βουλγαρία θα παρέμεναν σε απόσταση τουλάχιστον 50 km από τα τουρκικά σύνορα. Οι διαβεβαιώσεις αυτές ώθησαν την Άγκυρα να υπογράψει στις 17 Φεβρουαρίου 1941 ένα σύμφωνο μη επίθεσης με τη Σόφια, προκαλώντας νέα ευφορία στο Ράιχ. Δέκα ημέρες αργότερα τα τηλέτυπα στο αρχηγείο της 12ης Στρατιάς του φον Λιστ άρχισαν να εκπέμπουν το μήνυμα «Heerestrasse», το οποίο έθεσε σε κίνηση τις μονάδες μηχανικού και τα τμήματα αντιαεροπορικής προστασίας που εργάζονταν στον Δούναβη. Ως το βράδυ της 27ης Φεβρουαρίου ο καιρός είχε βελτιωθεί αρκετά ώστε να περατωθούν οι εργασίες γεφύρωσης του ποταμού σε τρία σημεία: στο Μπεσέτ, στο Τούρνου Μαγκουλέρε και στο Γιούργιεβο. 

Την 1η Μαρτίου η Σόφια προσχώρησε επίσημα στο Τριμερές Σύμφωνο έχοντας τη γερμανική υπόσχεση για παραχώρηση της ελληνικής Θράκης και διέξοδο στο Αιγαίο. ΟΙ Σοβιετικοί, παρά το ότι διαμαρτυρήθηκαν για την παραβίαση της «ζώνης ασφαλείας» τους, δεν έπραξαν τίποτα περισσότερο. Την ίδια μέρα τα πρώτα γερμανικά στρατεύματα άρχισαν να περνούν στο έδαφος της Βουλγαρίας σπεύδοντας προς την πρωτεύουσα και προς το λιμάνι του Μπουργκάς (οι Βούλγαροι είχαν εκφράσει την ανησυχία τους στον Χίτλερ για ενδεχόμενη σοβιετική επίθεση στα παράλιά τους). Ο φον Λίστ ζήτησε από τις δυνάμεις του να κινηθούν με τον ταχύτερο δυνατό ρυθμό μέσα από τους κακούς βουλγαρικούς δρόμους και τα πρώτα γερμανικά στοιχεία βρέθηκαν απέναντι στη «Γραμμή Μεταξά», στην περιοχή Νευροκοπίου, στις 8 Μαρτίου. 

Η εκστρατεία των Γερμανών στα Βαλκάνια 
έδωσε την ευκαιρία να αναδειχθεί για μια 
ακόμα φορά η έξοχη εκπαίδευση του στρατιωτικού 
προσωπικού τους, το οποίο ανέλαβε 
προσωπικές πρωτοβουλίες στο πεδίο της 
μάχης. Το Βελιγράδι έπεσε στα χέρια του
υπολοχαγού των SS Φριτς Κλιγκενμπεργκ
και μιας μικρής ομάδας στρατιωτών που τον
συνόδευαν ως αναγνωριστικό απόσπασμα
 

Οι Γερμανοί κατάφεραν με αξιοθαύμαστο τρόπο να ξεπεράσουν τις τεράστιες δυσκολίες του εγχειρήματος παρά το γεγονός ότι οι βουλγαρικοί σιδηρόδρομοι δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στους 8-12 συρμούς ημερησίως που χρειάζονταν οι μεραρχίες της Wehrmacht για τον ανεφοδιασμό τους. Ενώ οι δυνάμεις τους αναπτύσσονταν στην ελληνική μεθόριο τα τμήματα του σταδίου ΙΙ άρχισαν να αποβιβάζονται από τα τραίνα τους στη Ρουμανία, καθώς η ΟΚΗ φρόντιζε πάντα να καλύπτει τα νώτα της έναντι των Σοβιετικών. Ο Χάλντερ αισιοδοξούσε ότι η επίθεση κατά της Ελλάδας θα προχωρούσε ομαλά έτσι ώστε να μη χρειαστεί να εισέλθουν στη Βουλγαρία και οι δυνάμεις του σταδίου Ι ΙΙ (όπως κι έγινε). Αν αυτές παρέμεναν στη Ρουμανία, θα εξοικονομείτο αρκετός πολύτιμος χρόνος για την αναδιάταξη της Wehrmacht πριν από την επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα». Επίσης στις 7 Μαρτίου 1941 τα πρώτα βρετανικά στρατιωτικά τμήματα αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα, αφού η κυβέρνηση της Αθήνας (όπως είχε καταστήσει σαφές και παλαιότερα) ήταν έτοιμη να δώσει το «πράσινο φως» στους συμμάχους της σε περίπτωση που οι Γερμανοί εισέρχονταν στη Βουλγαρία. 


Η γιουγκοσλαβική ανατροπή 

Οι εξελίξεις αυτές έφεραν σε πολύ δυσχερή θέση τη γιουγκοσλαβική ηγεσία. Ο αντιβασιλιάς, πρίγκηπας Παύλος, και ο υπουργός Εξωτερικών, Τσίνκαρ-Μάρκοβιτς, κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες να κατευνάσουν τον Χίτλερ υποσχόμενοι αόριστα μια μελλοντική τους σύμπραξη. Φοβούνταν ότι η συμμαχία τους με τη Γερμανία θα προκαλούσε εμφύλιο πόλεμο, καθώς οι Κροάτες και οι Σέρβοι είχαν μεταξύ τους σοβαρές διαφορές και προαιώνιες έριδες. Ο πρίγκηπας Παύλος είχε σπουδάσει στην Οξφόρδη και έβλεπε με καλό μάτι τη βρετανική πολιτική στα Βαλκάνια, αρκετοί δε από τους επιτελείς του πίστευαν ότι η Βρετανία θα ήταν ο τελικός νικητής του πολέμου, άσχετα με τις πρόσκαιρες ατυχίες της. Η Βρετανία και οι ΗΠΑ όμως βρίσκονταν πολύ μακριά από τη Γιουγκοσλαβία τον χειμώνα του 1941, ενώ τα πάντσερ βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής και μπορούσαν θεωρητικά να καταλάβουν τη χώρα Κάθε στιγμή. Μέσα σε αυτό το κλίμα o πρίγκηπας Παύλος υποχρεώθηκε να ταξιδέψει μυστικά ως το Μπερχτεσγκάντεν στις 4 Μαρτίου και να υποστεί νέες αφόρητες πιέσεις από τον Χίτλερ. 

Η Γερμανία δεν ζητούσε από τη Γιουγκοσλαβία παρά μόνο την υπογραφή της. Καμία μάχιμη γερμανική μονάδα δεν θα περνούσε από το έδαφός της, κανένα τμήμα του εδάφους της δεν θα χανόταν και κανενός είδους στρατιωτική βοήθεια δεν επρόκειτο να της ζητηθεί μέχρι τη λήξη του πολέμου. Ο Χίτλερ ήθελε από το Βελιγράδι να διευκολύνει μόνο τη μεταφορά εφοδίων και υγειονομικού προσωπικού της Wehrmacht και να παραμείνει κατά τα άλλα αμέτοχο. Σε αντάλλαγμα θα κέρδιζε τη Θεσσαλονίκη, το λιμάνι που ονειρευόταν πάντα η γιουγκοσλαβική ηγεσία, ενώ θα είχε εξασφαλίσει και μια θέση ισχύος στην «αναδιοργανωμένη Ευρώπη του μέλλοντος». Ο Χίτλερ τόνισε έξυπνα στον πρίγκηπα Παύλο ότι η Γερμανία δεν σκόπευε να παραμείνει στα Βαλκάνια για πολύ και πως θα ήταν φρονιμότερο για τη Γιουγκοσλαβία να εξασφαλίσει τα ζωτικά συμφέροντά της όσο ήταν καιρός, παρά να τα δει να απειλούνται αργότερα από την Ιταλία και τη Βουλγαρία. 

Οι γερμανικές υποσχέσεις εντυπωσίασαν τον πρίγκηπα Παύλο αλλά εκείνος δεν έκρυψε και τους ενδοιασμούς του. «Φοβάμαι», είπε στον Χίτλερ, «πως αν ακολουθήσω τη συμβουλή σας και υπογράψω το Τριμερές Σύμφωνο, δεν θα είμαι πια εδώ σε έξι μήνες». Η λαϊκή αντίδραση του σερβικού στοιχείου στη χώρα του σε μια ενδεχόμενη συνεργασία με τη Γερμανία αναμενόταν να είναι ιδιαίτερα έντονη. Ο κόσμος αποδοκίμαζε με κραυγές τον Μουσολίνι όταν εμφανιζόταν στα επίκαιρα, o Γιουγκοσλάβος πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον έστειλε ένα αγωνιώδες μήνυμα στην κυβέρνησή του να μην υποκύψει στον Χίτλερ, άλλοι διπλωμάτες απείλησαν με παραίτηση σε περίπτωση συνεργασίας με τον Άξονα και ακόμα και πληρώματα γιουγκοσλαβικών εμπορικών πλοίων που βρίσκονταν σε ξένα λιμάνια δήλωσαν ότι θα προτιμούσαν να μείνουν αυτοεξόριστα αν η χώρα τους δενόταν στο γερμανικό άρμα. Αν η χώρα σας γίνει συνεργός στην επιχειρούμενη δολοφονία της Ελλάδας», διεμήνυσε ο Τσώρτσιλ στον πρωθυπουργό Τσβέτκοβιτς, «η καταστροφή της είναι σίγουρη και αναπόδραστη». O Αμερικανός πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούζβελτ δραστηριοποιήθηκε επίσης ώστε να κρατήσει τη Γιουγκοσλαβία μακριά από τον εναγκαλισμό του Χίτλερ, αλλά όλες οι προσπάθειες αποδείχθηκαν μάταιες.

Στις 20 Μαρτίου 1941 ο πρίγκηπας Παύλος ανακοίνωσε την απόφασή του να υπογράψει το Τριμερές Σύμφωνο, εξηγώντας στον Αμερικανό επιτετραμένο στο Βελιγράδι ότι "δεν είχε άλλη επιλογή». Φοβόταν πολύ ότι οι Κροάτες θα μαχαίρωναν πισώπλατα τον Ομοσπονδιακό Στρατό αν αυτός επιχειρούσε να υπερασπίσει τη χώρα από μια γερμανική επίθεση. Αλλωστε το σύνολο σχεδόν του οπλισμού και των πυρομαχικών του (που ήταν ήδη πεπαλαιωμένο) προερχόταν από γερμανικά και αυστριακά εργοστάσια τα οποία είχαν σταματήσει να ανανεώνουν το απόθεμα από το 1936. Στις 25 Μαρτίου 1941 οι Τσβέτκοβιτς και Τσίνκαρ-Μάρκοβιτς υπέγραψαν στη Βιέννη την προσχώρησή τους στον Άξονα, λαμβάνοντας τη διαβεβαίωση του Χίτλερ ότι έπραξαν ορθά. 

Όταν την επομένη επέστρεψαν στη Γιουγκοσλαβία η λαϊκή κατακραυγή διογκωνόταν και τη νύκτα της 26ης Μαρτίου o Στρατός προέβη σε πραξικόπημα. O πρωθυπουργός συνελήφθη και o αντιβασιλιάς υποχρεώθηκε να παραιτηθεί υπέρ του νεαρού διαδόχου, βασιλιά Πέτρου Β'. Ο ξέφρενος ενθουσιασμός που επικράτησε στο Βελιγράδι μετά από την επιτυχία του πραξικοπήματος του πτέραρχου Ντούσαν Σίμοβιτς συγκρινόταν μόνο με τον ενθουσιασμό που κυριάρχησε στο Λονδίνο, όπου o Τσώρτσιλ είπε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι «η Γιουγκοσλαβία βρήκε την ψυχή της». Βέβαια οι Γιουγκοσλάβοι στρατηγοί ήταν αρκετά συνετοί ώστε να μη θέλουν να επισύρουν τη μήμη της Γερμανίας και στις 30 Μαρτίου ανακοίνωσαν ότι θα τηρούσαν τις δεσμεύσεις της χώρας που προέκυπταν από τη συμμετοχή της στο Τριμερές Σύμφωνο. O Τσώρτσιλ έσπευσε να στείλει μυστικά στο Βελιγράδι τον αρχηγό του Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου, στρατηγό Τζων Ντηλ, και o τελευταίος, αφού μίλησε με τον Σίμοβιτς, μετέφερε στον πρωθυπουργό του την εικόνα χάους που επικρατούσε στη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Σύμφωνα με τον Ντηλ οι επικεφαλής του πραξικοπήματος βρίσκονταν και οι ίδιοι υπό την επήρεια μιας παράλυσης και πίστευαν ότι θα είχαν κάποιους μήνες στη διάθεσή τους για να δουν τι θα έπρεπε να πράξουν. 


Διπλό κτύπημα 

Υπήρχε όμως κάποιος άλλος πρωταγωνιστής που δεν χρειαζόταν μήνες για να λάβει τις αποφάσεις του και να τις πραγματοποιήσει. O Χίτλερ είχε εκνευριστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε αποφάσισε να συντρίψει τη Γιουγκοσλαβία στρατιωτικά και ως κράτος. Η εκδήλωση της επίθεσης κατά της Ελλάδας αναβλήθηκε για λίγες ημέρες έως ότου η ΟΚΗ παρουσίαζε ένα νέο σχέδιο για την ταυτόχρονη προσβολή της Γιουγκοσλαβίας. 

Αντίθετα με ό,τι υποστήριξαν κάποιοι μελετητές μετά τον πόλεμο, η ανατροπή του σκηνικού στη Γιουγκοσλαβία δεν αιφνιδίασε τους Γερμανούς. O Χάλντερ θεωρούσε αρκετά πιθανό το ενδεχόμενο επιχειρήσεων κατά της Γιουγκοσλαβίας και είχε αρχίσει να το μελετά από τον Οκτώβριο του 1940, προβαίνοντας μάλιστα και σε επαφές με Ούγγρους επιτελείς για να διερευνήσει το είδος της βοήθειας που θα μπορούσε να λάβει η Wehrmacht από εκείνη την κατεύθυνση αν αποφάσιζε να κτυπήσει το Βελιγράδι. Ηδη από το καλοκαίρι του 1940 η ΟΚΗ είχε φροντίσει να δημιουργήσει ένα τεράστιο σύμπλεγμα αποθηκών στρατιωτικών εφοδίων κάθε τύπου στην περιοχή της Βιέννης με σκοπό πιθανή χρήση στα Βαλκάνια, γεγονός που τη διευκόλυνε αφάνταστα στον σχεδιασμό της στα τέλη Μαρτίου του 1941. Ετσι η έκδοση της Οδηγίας Αρ. 25 του Φύρερ για τη στρατιωτική εκμηδένιση της Γιουγκοσλαβίας βρήκε τη Wehrmacht καλά προετοιμασμένη να ανταποκριθεί. 

Παρέμενε βέβαια το ζήτημα της αναδιάταξης των δυνάμεων. Την ημέρα που οι Γιουγκοσλάβοι επίσημοι υπέγραφαν την προσχώρηση της χώρας τους στον Αξονα ο φον Λιστ είχε ολοκληρώσει την ανάπτυξη των δυνάμεών του στη Βουλγαρία καλύπτοντας όλο το μήκος της "Γραμμής Μεταξά". Από τις 28 Μαρτίου όμως προέβη σε ευρεία αναδιάταξη υπό το πρίσμα της επιχείρησης «25», όπως αναφερόταν η επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας. Αφού κράτησε την 5η και την 6η Ορεινή Μεραρχία απέναντι από τα ελληνικά οχυρά μαζί με την 50ή, την 72η και την 164 Πεζικού (XXX Σώμα Στρατού του Οττο Χάρτμαν και XVlll Ορεινό Σώμα του Φραντς Μπαίμε), μετακίνησε το XL Σώμα Πάντσερ (Γκέοργκ Στούμε) από το Πλόβντιβ στη και το ενίσχυσε με την 9η Πάντσερ, την 73η Πεζικού και την SS «Adolf Hitler». Επιπλέον η Τεθωρακισμένη Ομάδα «Κλάιστ», που περιελάμβανε το XIV Σώμα Πάντσερ (αντιστράτηγος Γκούσταβ φον Βιτερσχάιμ) και το ΧΙ Σώμα Στρατού (αντιστράτηγος Γιόακιμ φον Κορτσφλάις), έλαβε θέσεις στο Κιουστεντίλ ενισχυμένη με την 4η Ορεινή, την 294 Πεζικού και τις 5η και 11η Πάντσερ. Στη θέση των δύο τελευταίων απέναντι στα τουρκικά σύνορα μετακινήθηκε η 16η Πάντσερ από τη Ρουμανία. Με τον τρόπο αυτό o στρατάρχης φον Λιστ πέτυχε να αναδιατάξει τον κύριο όγκο των δυνάμεών του από την ανατολική Βουλγαρία στη δυτική (πραγματοποιώντας μια στροφή 90 μοιρών μέσα από το κακό οδικό δίκτυο της χώρας) και να είναι πανέτοιμος στις αρχές Απριλίου. 

Κατά πολύ δυσχερέστερο έργο αντιμετώπισε η 2η Στρατιά του Μαξιμίλιαν φον Βάιχς, που θα κτυπούσε τη Γιουγκοσλαβία από τον Βορρά εξορμώντας από τη Στυρία και την Καρινθία. οι μεραρχίες αυτής της Στρατιάς έπρεπε να συγκεντρωθούν από διάφορα σημεία του Ράιχ μέσα σε ελάχιστο χρόνο, αλλά το επιτελείο του φον Βάιχς που έδρευε στο Μόναχο συναγωνίστηκε εκείνο του φον Λιστ σε αποτελεσματικότητα και ταχύτητα κατορθώνοντας έναν απίστευτο άθλο: η 8η Πάντσερ, η 16η Μηχανοκίνητη, η Ιη Ορεινή και η 79η Πεζικού κατέφθασαν από τη Γαλλία, η 14η Πάντσερ από τα ρωσικά σύνορα, η 101 Ελαφρά από την Τσεχοσλοβακία, η 125, η 132 και η 183 από τη Γερμανία. Ετσι o φον Βάιχς είχε στη διάθεσή του το XLIX Ορεινό Σώμα του Λούντβιχ Κούμπλερ, το LI Σώμα Στρατού του Χανς Ράινχαρτ, το LII Σώμα Στρατού του Κουρτ φον Μπρίζεν και το XLVI Σώμα Πάντσερ του Χάινριχ φον Βίτινγκχοφ. Εκτός από τις δύο στρατιές το ανεξάρτητο XLI Σώμα Πάντσερ (αντιστράτηγος Γκέοργκ-Χανς Ράινχαρτ) συγκεντρώθηκε σε χρόνο-ρεκόρ στην περιοχή της Τιμισοάρα στη δυτική Ρουμανία, από όπου απείχε ελάχιστα χιλιόμετρα από το Βελιγράδι. 

Εκτός από τη συντριπτική υπεροπλία στον αέρα που τους εξασφάλιζε το VIII Αεροπορικό Σώμα του φον Ριχτχόφεν, οι Γερμανοί διέθεταν απέναντι στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα στις αρχές Απριλίου 1941 αρκετές άριστα εκπαιδευμένες, εξοπλισμένες και εμπειροπόλεμες μεραρχίες που είχαν μεγάλη ταχυκινησία και ισχύ πυρός. Ακόμα πιο σημαντικό όμως ήταν το ότι μπορούσαν να επιχειρήσουν πια κατά της Ελλάδας από μη αναμενόμενη κατεύθυνση (πέρασμα του Μοναστηρίου και κοιλάδα του Αξιού) πλευροκοπώντας τη «Γραμμή Μεταξά» και αποκόπτοντας τον κύριο όγκο του Ελληνικού Στρατού που συνέχιζε να μάχεται στην Αλβανία. 

Το Βελιγράδι βομβαρδίστηκε βάναυσα από τη Luftwaffe, ο πολυφυλετικός Γιουγκοσλαβικός Ομοσπονδιακός Στρατός διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη σχεδόν αμέσως μετά την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης την 6η Απριλίου και η κατάκτηση της μεγάλης αυτής χώρας στοίχισε στη Wehrmacht μόλις 558 απώλειες σε νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους! Αντίθετα ο αγώνας των Γερμανών κατά των Ελλήνων στρατιωτών αποδείχθηκε πολύ σκληρός και τραχύς και οι ζημίες που υπέστησαν ανάλογες. Τα πλεονεκτήματα της γεωγραφικής θέσης, της ευκινησίας και της υπεροπλίας τους όμως τους έδωσαν τη νίκη προκαλώντας την παράδοση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και την υποχώρηση του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος από τον ηπειρωτικό κορμό. 

Ο Χίτλερ αναχώρησε από το Βερολίνο το βράδυ της 10ης Απριλίου και την επομένη το τραίνο «Αμέρικα» έφθασε σε έναν μικρό σταθμό της μονής σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε το Βίνερ Νόυσταντ με το Φύρστενμπεργκ. Σε εκείνο το σημείο ο συρμός σταμάτησε μπροστά από τη βόρεια έξοδο της σήραγγας που οδηγούσε μέσα από τις Άλπεις προς το Άσπανγκ, έτσι ώστε σε περίπτωση αεροπορικής επιδρομής να μπορεί εύκολα και γρήγορα να κρυφτεί μέσα σε αυτό. Από εκεί ο Φύρερ παρακολούθησε ως τις 25 Απριλίου τα δραματικά γεγονότα του καταστρεπτικού πολέμου που εξαπέλυσε στα Βαλκάνια, πριν αναχωρήσει και πάλι για το Βερολίνο βέβαιος πως οι επιχειρήσεις «Μαρίτα» και «25» είχαν καταλήξει σε γρήγορη και απόλυτη νίκη. Χωρίς να το γνωρίζει είχε παρακολουθήσει την τελευταία επιτυχημένη κεραυνοβόλα εκστρατεία της Wehrmacht η οποία Πέτυχε τον στρατηγικό σκοπό της. Από το ερχόμενο καλοκαίρι η φιλοδοξία του θα τον ωθούσε σε μια περιπέτεια που θα σήμαινε και την ολοκληρωτική κατάρρευση του Γ' Ράιχ. 


Πηγή κειμένου: Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 





Προμηθέας

Προμηθεύς Δεσμώτης, πίνακας του 15ου 
αιώνα του Φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ 
Πάουλ Ρούμπενς με θέμα την τιμωρία του
Προμηθέως (Μουσείο Τέχνης Φιλαδέλφεια
).
Προμηθεύς (ο προορών τα βουλεύματα, γι' αυτό και ο Προμηθεύς χαρακτηρίζεται από τον Ησίοδο ως κατεχόμενος πρόφρονι θυμώ). Κατά την ελληνική μυθολογία, ο Προμηθεύς ήταν γιος του Τιτάνα Ιαπετού και της νύμφης του Ωκεανού Κλυμένης ή της θέτιδος. Ήταν αδελφός του Άτλαντος, του Μενοιτίου και του Επιμηθέως, και πατέρας του Δευκαλίωνος από την Πανδώρα και του Έλληνος από την Πύρρα. Την πιο παλιά αφήγηση γι' αυτόν μας την δίνει ο Ησίοδος (Θεογονία, 521-616), ως εξής: Όταν οι θεοί, μετά την κατανίκηση των Τιτάνων, διαπραγματεύονταν με τους ανθρώπους για τις τιμές που έπρεπε να τους αποδοθούν, ο Προμηθεύς ανέλαβε να χωρίσει σε δύο μερίδες τον ταύρο που πρόσφεραν θυσία στους θεούς. Συγκέντρωσε μέσα στο δέρμα του ζώου τα καλύτερα κομμάτια του κρέατος και τα εντόσθια, και τοποθέτησε στην κορυφή το στομάχι, που είναι το χειρότερο από τα μέρη του σώματος. Από την άλλη μεριά έβαλε τα κόκαλα του ζώου μαζί με το πάχος, σαν το φαινομενικά καλύτερο μερίδιο. Ο Ζευς μάντεψε τον δόλο, αλλά, από εχθρότητα προς τους ανθρώπους, διάλεξε επίτηδες τη χειρότερη μερίδα, και εκδικήθηκε τον Προμηθέα στερώντας τη φωτιά απ' όλους τους θνητούς. Ο Προμηθεύς τότε έκλεψε τη φωτιά από τον Όλυμπο και την έφερε στους ανθρώπους μέσα σε έναν κοίλο κορμό νάρθηκα. Ο Ζευς έδεσε τον Προμηθέα με αλυσίδες σε μια κολόνα, όπου ένας αετός όλη την ημέρα του έτρωγε το συκώτι, το οποίο όμως ξαναγινόταν κάθε βράδυ. Έτσι, ο Προμηθεύς ζούσε καθημερινά ένα τρομερό βασανιστήριο, Τελικά ο Ηρακλής, με τη συγκατάθεση του πατέρα του, Διός, που επιθυμούσε να αυξήσει τη φήμη του γιου του, σκότωσε τον αετό και απελευθέρωσε το γιο του Ιαπετού. Έπειτα όμως ο Ζευς, για να εκδικηθεί τους ανθρώπους, έβαλε τον Ήφαιστο να πλάσει από πηλό μια όμορφη γυναίκα, την Πανδώρα, την προικισμένη δηλαδή με όλα τα δώρα, και οι θεοί τής χάρισαν όλες τις γοητείες και τις χάρες, αλλά και την έκαναν γεμάτη ψέματα, κολακείες και πονηριά. Ο Ερμής την έφερε με μια στάμνα για προίκα της, που μέσα της ήταν κλεισμένα όλα τα κακά, και την έδωσε στον Επιμηθέα τον αδελφό του Προμηθέως. Ο Επιμηθεύς μολονότι ο αδελφός του τον είχε προειδοποιήσει πως δεν έπρεπε να δεχτεί κανένα δώρο από τον Δία, μαγεύτηκε από τις χάρες της Πανδώρας και την έκανε γυναίκα του. Η Πανδώρα άνοιξε τότε τη στάμνα και βγήκαν έξω όλα τα κακά, τα βάσανα και οι αρρώστιες που ήταν προηγουμένως άγνωστα στους ανθρώπους, και απλώθηκαν σε όλη τη Γη. Μόνο η απατηλή Ελπίδα παρέμεινε μέσα στη στάμνα, γιατί πριν προφτάσει να βγει, η Πανδώρα έκλεισε το σκέπασμα της στάμνας. Κατά τον Απολλόδωρο, ο Προμηθεύς έπλασε τον άνθρωπο από πηλό και του έδωσε κρυφά από τον Δία τη φωτιά, που την είχε κρύψει μέσα σε καλάμι νάρθηκα. Αμέσως μόλις το κατάλαβε ο Ζευς, πρόσταξε τον Ήφαιστο να αλυσοδέσει τον Προμηθέα στον Καύκασο. Ο Προμηθεύς βασανίστηκε έτσι επί τέσσερα χρόνια. Ο γιος του Προμηθέως, Δευκαλίων, βασίλεψε στην περιοχή της Φθίας. Ο Δευκαλίων νυμφεύτηκε την κόρη του Επιμηθέως, την πρώτη γυναίκα που έπλασαν οι θεοί. Κι όταν ο Ζευς αποφάσισε να καταστρέψει το ανθρώπινο γένος, ο Δευκαλίων, ακολουθώντας τη συμβουλή του πατέρα του, Προμηθέως, έφτιαξε μια κιβωτό και κλείστηκε μέσα, μαζί με τη γυναίκα του, Πύρρα. Αλλά υπάρχουν πολλές άλλες εκδοχές του μύθου, που πλουτίζεται και με λεπτομέρειες που προσέθεσαν διάφοροι ποιητές και μυθογράφοι. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Προμηθεύς έπλασε τον άνθρωπο με τη βοήθεια της Αθηνάς, και του έδωσε μέρος από όλες τις ιδιότητες των άλλων ζώων. Κατ' άλλη εκδοχή, ο Προμηθεύς δεν ελευθερώθηκε από τον Ηρακλή, αλλά από τον ίδιο τον Δία, όταν ο Τιτάνας αποκάλυψε στον Δία την επιταγή της μοίρας του, πως θα γινόταν από τη Θέτιδα ο πατέρας γιου που θα σφετεριζόταν την κυριαρχία του. Άλλοι πάλι αναφέρουν πως ο Προμηθεύς τιμωρήθηκε στον Καύκασο όχι μόνο επειδή φρόντιζε για τους ανθρώπους, αλλά και για τον εγκληματικό έρωτά του προς την Αθηνά, γιατί με τη βοήθεια της Αθηνάς είχε ανέβει στους ουρανούς για να κλέψει τη φωτιά. Σε ανάμνηση αυτής της κλοπής του ουράνιου πυρός, ο Προμηθεύς λατρευόταν στην Αθήνα μέσα στο ιερό που βρισκόταν στην Ακαδημία κι όπου ξεκινούσε η λαμπαδηδρομία που γινόταν προς τιμήν του. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Προμηθεύς γνώριζε το μυστικό που αφορούσε τον γάμο της Θέτιδος, αλλά αρνιόταν να το αποκαλύψει. Για να τον τιμωρήσει για την ανυπάκοη διαγωγή του, ο Ζευς τον αλυσόδεσε σε έναν μοναχικό βράχο του Καυκάσου, όπου ο αετός τρεφόταν καθημερινά από το συκώτι του, που ξαναγινόταν τη νύχτα. Το μαρτύριο αυτό εξακολούθησε για πολλά χρόνια, ώσπου ο Προμηθεύς ή ελευθερώθηκε από τον Ηρακλή ή, σύμφωνα με άλλη πάλι εκδοχή, συνθηκολόγησε και αποκάλυψε το μυστικό για τη Θέτιδα. Ο Προμηθεύς λατρευόταν αρχικά ως Τιτάν που ανήκε στον κύκλο των αρχαιότατων θεών, γύρω από τον Κρόνο και τον Ιαπετό, και γι' αυτό εκπροσωπούσε τη δημιουργική ενέργεια της φύσης. Η απελευθέρωσή του από τον Ήφαιστο, η συγγένειά του με τους Καβείρους και η λατρεία του σε ηφαιστειώδεις τόπους δείχνουν πως εκπροσωπούσε το πυρ. Όπως ο αδελφός του Άτλας και ο Τάνταλος, ο Προμηθεύς ήταν αρχικά θεός των ορέων. Αργότερα όμως, ο Προμηθεύς λατρευόταν ως θεάνθρωπος, ήρωας της δημιουργίας του πνευματικού ανθρώπου, που για χάρη του υπέστη και τα βασανιστήρια που του επέβαλε ο φθονερός Ζευς. Ο Προμηθεύς και οι μύθοι του απεικονίστηκαν από πολλούς καλλιτέχνες.

Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδ. ΔΟΜΗ 


Σάββατο, Νοεμβρίου 27, 2021

ΤΑ ΟΧΥΡΑ ΤΗΣ «ΓΡΑΜΜΗΣ ΜΕΤΑΞΑ»

Η τελευταία πράξη του δράματος.
 Αναφορά γερμανικού
τμήματος μετά την παράδοση
καταφυγίου στη διάβαση 
του Ρούπελ. Αριστερά διακρίνονται
 Έλληνες  στρατιώτες
(φωτ. Benno Wundshammer, 
αρχείο ΒΡΚ, Βερολίνο)

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή η Ελλάδα κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες, προκειμένου να ανασυντάξει τις Ένοπλες Δυνάμεις της και να οργανώσει αξιόμαχο στρατό, σύμφωνα με τα πρότυπα των πιο εξελιγμένων χωρών. Ομως, τα οικονομικά της χώρας αποτέλεσαν μια μεγάλη τροχοπέδη και η προσπάθεια αυτή υπήρξε αργή και επίπονη. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας περιλαμβάνεται και η οχύρωση της παραμεθορίου ζώνης, η οποία είναι επίσης γνωστή ως "γραμμή Μεταξά". 

Οι πρώτες σκέψεις για την οχύρωση της παραμεθορίου περιοχής εκφράσθηκαν το 1933. οι σχετικές προτάσεις, οι οποίες υποβλήθηκαν από τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αντιστράτηγο Δημήτριο Καθενιώτη, δεν εγκρίθηκαν από την κυβέρνηση λόγω του μεγάλου κόστους που απαιτούσε ένα τέτοιο σχέδιο. Επιπλέον, προτεραιότητα είχε δοθεί στην αγορά σύγχρονου πολεμικού υλικού και κυρίως όπλων, δεδομένου ότι ο υπάρχων οπλισμός θεωρείτο εν μέρει απαρχαιωμένος. 

Το ΓΕΣ επανήλθε με νέες προτάσεις το 1935. Παράλληλα, επειδή οι μελέτες που είχαν εκπονηθεί σχετικά με την οχύρωση της περιοχής βόρεια της Ξάνθης και της Κομοτηνής κατά τα έτη 1924 και 1925 ήταν τελείως ανεπαρκείς, διατάχθηκε η σύνταξη μελέτης από μηδενική βάση για ολόκληρη την περιοχή. Αποτέλεσμα ήταν να καθυστερήσει σημαντικά η έναρξη κατασκευής των έργων, ενώ είχαν ήδη εγκριθεί και είχαν μάλιστα διατεθεί και τα ανάλογα κονδύλια. 

Η ισχυρή οχύρωση της παραμεθορίου περιοχής αποτελούσε βασική ανάγκη, δεδομένου του μικρού βάθους που παρουσιάζει το έδαφος έναντι γης Βουλγαρίας. Θα χρησίμευε για την εξασφάλιση ζωτικών περιοχών του ελληνικού χώρου, στις οποίες θα πραγματοποιείτο η επιστράτευση και η στρατηγική συγκέντρωση των μονάδων. Επιπλέον, θα δημιουργούσε ευνοϊκές συνθήκες για τη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων. Με τις σκέψεις αυτές αποφασίστηκε αρχικά η οχύρωση της παραμεθορίου περιοχής από τον ποταμό Αξιό μέχρι τον ποταμό Εβρο. 

Πρώτη ενέργεια του ΓΕΣ ήταν να συγκροτήσει τον Ιούνιο του 1935 μια επιτροπή μελέτης, η οποία λίγο αργότερα oνομάστηκε Επιτροπή Μελετών Οχύρωσης (ΕΜΟ). Η επιτροπή αυτή έλαβε εντολή να μελετήσει το θέμα και να προτείνει τη μορφή που θα έπρεπε να λάβει η οχύρωση, τη γραμμή στην οποία θα κατασκευαζόταν, το είδος και τον αριθμό των έργων, τη δαπάνη κατασκευής και την οργάνωση της εργασίας. Το ΓΕΣ είχε προσδιορίσει τις γενικές γραμμές, με Βάση τις οποίες προβλεπόταν οχύρωση της ζώνης προκάλυψης με σειρά προτεραιότητας: ανατολική Μακεδονία, κεντρική Μακεδονία, δυτική Μακεδονία, δυτική Θράκη. Το ΓΕΣ καθόριζε, επίσης, ότι σκοπός της οχύρωσης ήταν η ενίσχυση των δυνάμεων προκάλυψης για την εκπλήρωση της αποστολής τους σε περίπτωση επίθεσης και η ενίσχυση του στρατού εκστρατείας για την εκτέλεση της κύριας αποστολής του. 

Τον Οκτώβριο του 1935 η ΕΜΟ υπέβαλε τις προτάσεις της και το ΓΕΣ συγκρότησε για την εκτέλεση των έργων τη Διοίκηση Φρουρίου Θεσσαλονίκης (ΔΦΘ), ισότιμη με σχηματισμό. Η γενική Ιδέα της οχύρωσης μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: κατασκευή περίκλειστων αμυντικών συγκροτημάτων στις κύριες οδεύσεις ή κατευθύνσεις επίθεσης και ημίκλειστων στις δευτερεύουσες. οι μελέτες για το είδος των έργων βασίσθηκαν αρχικά στον γαλλικό κανονισμό οργάνωσης εδάφους και σε διάφορα συγγράμματα οχυρωτικής. 

Η κατασκευή των έργων άρχισε στα μέσα του 1936. Το έτος εκείνο διατέθηκαν για τον σκοπό αυτό πιστώσεις ύψους 62,5 εκατομμυρίων δραχμών. ΟΙ εργασίες διεξάγονταν καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά σε δύο περιόδους: κατά την εντατική περίοδο, η οποία διαρκούσε από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο, και κατά τη χειμερινή περίοδο που διαρκούσε από τον Νοέμβριο μέχρι τον Απρίλιο. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το έτος 1938 απασχολούντο 3.630 εργάτες την ημέρα κατά την εντατική περίοδο (o μεγαλύτερος αριθμός εργατών που απασχολήθηκαν κατά τη διάρκεια των έργων την περίοδο αυτή) και 550 κατά τη χειμερινή, ενώ το 1939 οι αριθμοί ήταν αντίστοιχα 3.395 και 1.240 (ο μεγαλύτερος αριθμός εργατών για την περίοδο αυτή). Από το 1936 έως το 1941 διατέθηκαν για την οχύρωση της παραμεθορίου περιοχής 1.457.975.336 δραχμές. Από αυτά τα 100 εκατομμύρια χρησιμοποιήθηκαν για έργα εκστρατείας και τα υπόλοιπα νια τα μόνιμα οχυρά. Το μεγαλύτερο ποσό, των 111.540.000 δραχμών, διατέθηκε για το οχυρό Νο 5 (Ρούπελ), και το μικρότερο, των 7.978.000 δραχμών, για το οχυρό Νο 14 (Ντάσαβλη). Το μέγεθος του έργου μπορούμε να συμπεράνουμε από τα παρακάτω στατιστικά στοιχεία των κατασκευών: 

Εκσκαφές επιφανειακών έργων, 616.000 κυβικά μέτρα.

Εκσκαφές υπόγειων έργων, 291.000 κυβικά μέτρα.

Οπλισμένο σκυρόδεμα, 68.000 κυβικά μέτρα.

Μη οπλισμένο σκυρόδεμα, 74.000 κυβικά μέτρα.

Μήκος υπόγειων τηλεφωνικών κυκλωμάτων, 1.216.000 μέτρα.

Μήκος υπόγειων στοών, 36.500 μέτρα.

Τσιμέντο που καταναλώθηκε, 66.000 τόννοι.

Σίδηρος που καταναλώθηκε, 12,000 τόννοι.

Ημερομίσθια που πραγματοποιήθηκαν, 2.875.000. 


ΕΝΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΟ ΘΑΥΜΑ 


ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ, ΟΧΥΡΑ 1941 

Φορά μπότες ιππικού με δερμάτινες
 περικνημίδες γαλλικού τύπου
και φέρει δερμάτινη ζώνη οπλίτη,
στην οποία έχει προσαρμόσει τη θήκη
του ισπανικής προέλευσης πιστολιού
 Ruby Martian. Αν όχι ιδιαίτερα καλής
 ποιότητας, το πιστόλι αυτό εξόπλισε σε
 μεγάλο βαθμό τους αξιωματικούς και
τους χειριστές ομαδικών όπλων
 (εικονογράφηση του Θάνου
  Βασιλικού για τις Εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ
).

Παράλληλα με την οχύρωση εκτελέσθηκαν και έργα οδοποιίας για την εξυπηρέτηση των αναγκών των επιχειρήσεων. Διανοίχ9ηκαν νέοι δρόμοι, μήκους 174.320 μέτρων, και βελτιώθηκε το υπάρχον οδικό δίκτυο σε μήκος 83.700 μέτρων. 

Τον Αύγουστο του 1936 ανέλαβε την αρχηγία του ΓΕΣ ο αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, ο οποίος καθόρισε νέο αντικειμενικό σκοπό της οχύρωσης. Σύμφωνα με την αντίληψη του νέου αρχηγού, σκοπός της οχύρωσης δεν ήταν μόνο η εξασφάλιση της προκάλυψης αλλά και της κατοχής περιοχών, οι οποίες θα διευκόλυναν την ανάληψη επιθετικών επιχειρήσεων από τον Ελληνικό Στρατό με βάση τα πολεμικά σχέδια. Με άλλα λόγια η οχυρωμένη ζώνη θα χρησίμευε για να δημιουργηθούν ευνοϊκότερες συνθήκες για την ανάληψη επίθεσης. Επίσης, στις σκέψεις του αρχηγού του ΓΕΣ ήταν να μπορεί η οχυρωμένη τοποθεσία να αποτελέσει τη γραμμή άμυνας του Ελληνικού Στρατού για την αντιμετώπιση τυχόν επιθετικών επιχειρήσεων του αντιπάλου. 

Το 1938 αποτέλεσε σταθμό στην κατασκευή των οχυρών. Το καλοκαίρι του έτους εκείνου ομάδα Ελλήνων αξιωματικών μετέβη στη Γαλλία και επισκέφθηκε τη Γραμμή Μαζινώ, η οποία θεωρείτο η τελειότερη οχύρωση της εποχής. Από την επίσκεψη εξήχθησαν χρήσιμα συμπεράσματα και, όταν επέστρεψε η επιτροπή, υπέβαλε προτάσεις, οι οποίες συνετέλεσαν στη βελτίωση των έργων. Συγκεκριμένα, καταργήθηκαν τα χαρακώματα εκτός από ορισμένα σημεία, στα οποία ήταν απαραίτητο να διατηρηθούν, ενώ ο αριθμός των ανδρών της ομάδας μάχης μειώθηκε από 13 σε 8. Επίσης, υιοθετήθηκε ο Τύπος του σύνθετου επιφανειακού έργου, όπως για παράδειγμα πολλαπλό πολυβολείο και παρατηρητήριο, πολυθολείο και ολμοβολείο κλπ. Επιπλέον, αποφασίστηκε να κατασκευάζονται στο εξής όλα τα ενεργητικά και υπόγεια σκέπαστρα με την ίδια αντοχή. Τα περισσότερα οχυρά ήταν κατασκευασμένα για να αντέχουν σε μεμονωμένη βολή πυροβόλου 220 mm. Λίγα ήταν κατασκευασμένα για να αντέχουν σε βολή 155 mm - όπως ήταν η αρχική σκέψη για όλα. 

Οι εργασίες συνεχίσθηκαν με εντατικούς ρυθμούς και μέχρι την έκρηξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου είχαν κατασκευαστεί 21 οχυρά σε όλη την έκταση της αμυντικής τοποθεσίας. πιο συγκεκριμένα: 

Πέντε οχυρά στον τομέα του Μπέλες: Ποποτλίβιτσα, Ιστίμπεη, Κελκαγιά, Αρπαλούκι, Παληουριώνες. 

Τρία στον τομέα Αγκίστρου (Τσιγγελίου): Ρούπελ, Καρατάς, Κάλη. 

Πέντε στον τομέα Καραντάγ: Περσέκ, Μπαμπαζώρα, Μαλιάγκα, Περιθώρι, Παρταλούσκα. 

Τρία στο υψίπεδο Κάτω Νευροκοπίου: Ντάσαβλη, Λίσσε, Πυραμιδοειδές. 

Τρία στον τομέα Φαλακρού: Καστίλλο, Αγιος Νικόλαος, Μπαρτίσεβα. 

Τα οχυρά αυτά κάλυπταν τους φυσικούς άξονες εισβολής από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα, μέσω των κοιλάδων των ποταμών Στρυμόνα και Νέστου. Τα οχυρά της Δυτικής Θράκης, Εχίνος και Νυμφαία, Κάλυπταν αντίστοιχα τις κατευθύνσεις Πασμακλή - Εχίνος - Ξάνθη και Κίρτζαλη - Νυμφαία - Κομοτηνή. Η προβλεπόμενη δύναμη όλων των οχυρών ήταν 329 αξιωματικοί και 9.740 οπλίτες. 

Η τοποθεσία άμυνας Μπέλες-Νέστος, γνωστή και ως «γραμμή Μεταξά", ήταν φύσει οχυρή και εκτεινόταν από τον ποταμό Αξιό έως τον ποταμό Νέστο. Από τη γραμμή των συνόρων προς το εσωτερικό της χώρας ο πιθανός εισβολέας θα αντιμετώπιζε κατά σειρά: 

Από τα σύνορα μέχρι την οχυρωμένη τοποθεσία ελαφρά έργα εκστρατείας, σκοπός των οποίων ήταν να επιβραδύνουν τον εχθρό ή να αποτελέσουν μια προωθημένη βάση εξόρμησης. Σε ορισμένα σημεία υπήρχαν κοι πολυβολεία, κατασκευασμένα από οπλισμένο σκυρόδεμα. 

Την οχυρωμένη τοποθεσία, η οποία συγκροτείτο από τα διάφορα οχυρά και τα υπόλοιπα έργα εκστρατείας, ενισχυμένα κατά τμήματα με πολυβολεία από σκυρόδεμα, τα οποία σκοπό είχαν να ενισχύουν τα οχυρά και να εξασφαλίζουν βάθος στην τοποθεσία. Τον αγώνα των παραπάνω τμημάτων υποστήριζε κινητό πυροβολικό, το οποίο δρούσε σε προετοιμασμένες θέσεις πίσω από την οχυρωμένη τοποθεσία. 

Οι εργασίες της οχύρωσης συνεχίσθηκαν έως και τις 6 Απριλίου 1941. Οταν άρχισαν να ηχούν τα τύμπανα του πολέμου στην Ευρώπη και προτού εμπλακεί σε αυτόν η Ελλάδα, το ΓΕΣ, με βάση τις μάχες στην Πολωνία και στη Γαλλία, συνέταξε οδηγίες για την αποτελεσματικότερη άμυνα των έργων. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις, για την προσβολή ενός οχυρού οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν τις εξής μεθόδους: 

Βομβαρδισμός του ίδιου του οχυρού με βαρύ πυροβολικό και αεροπορία, αλλά και βομβαρδισμός των πεδίων βολής του οχυρού, με σκοπό να σχηματιστούν κρατήρες. οι κρατήρες αυτοί, όπως και οι κρατήρες του φίλιου πυροβολικού, χρησιμοποιούντο για την Κάλυψη των τμημάτων εφόδου, τα οποία κινούντο εναντίον των οχυρών. 

Προσβολή των θυρίδων των έργων με πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς (αντιαρματικά), με σκοπό είτε την πλήρη καταστροφή του οργάνου πυρός είτε την εμπλοκή του συστήματος περιστροφής του). 

Κίνηση τμημάτων προς τα οχυρά και καταστροφή των οργάνων πυρός με φλογοβόλα ή εκρηκτικές ύλες. 

Χρήση αλεξιπτωτιστών (έγινε μόνο στο βελγικό οχυρό Εμπέν Εμαέλ). 


Απόσπασμα σπό το άρθρο του υποστρατήγου ε.α.Δ. Γεδεών -ΤΑ ΟΧΥΡΆ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΜΕΤΑΞΑ - ΕΝΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΟ ΘΑΥΜΑ„, Μεγάλες Μάχες, τόμος 6, Εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ, Αθήνα Μάιος 2002 



Η ΑΝΑΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΣΕ

 H προετοιμασία της επιχείρησης 

O Δημοκρατικός Στρατός είχε αναγκαστεί να αποχωρήσει από τον Γράμμο τον Αύγουστο του 1948. Παρ' όλα αυτά, δεν εγκατέλειψε ποτέ το στόχο επανακατάληψής του), μια και o χώρος αυτός ήταν απαραίτητος για την ανάπτυξή του και την άμυνα μέσω ελιγμών, γεγονός που δεν μπορούσε να επιτευχθεί μόνο από τη στενότερη επικράτειά του στο Βίτσι. Για αυτό, αμέσως σχεδόν μετά την αποχώρηση του όγκου των δυνάμεων του ΔΣΕ από τον Γράμμο, μικρές ομάδες ανταρτών επαναπροωθήθηκαν στην περιοχή, προσπαθώντας να αποκτήσουν βάσεις στα δυσπρόσιτα ορεινά μέρη. Εγινε φανερό ότι η φύση του εδάφους έκανε αδύνατο τον ολοκληρωτικό του έλεγχο από τον Εθνικό Στρατό και υπήρχαν αφύλακτες προσβάσεις, ειδικά τους χειμερινούς μήνες, όταν οι χιονισμένες κορυφές είχαν εγκαταλειφθεί από τις κυβερνητικές δυνάμεις για τις χαμηλότερες περιοχές. 

Αυτό δεν σήμαινε πως μια επιχείρηση ανακατάληψης ήταν εύκολη υπόθεση, μια και οι κυβερνητικές δυνάμεις εξακολουθούσαν να υπερτερούν στην περιοχή και η εκμετάλλευση των αφύλακτων διαβάσεων σήμαινε δύσκολες επιχειρήσεις σε υψόμετρο 1.500 και 2.000 μέτρων μέσα στο χιόνι των βουνών. Βασικό στοιχείο ήταν και εδώ για τον ΔΣΕ ο αιφνιδιασμός ώστε να καταληφθούν οι διαβάσεις, τα υψώματα και τα οχυρά σημεία προτού οι κλιματικές αλλαγές κάνουν την περιοχή πιο προσβάσιμη στις μεγάλες μονάδες του Εθνικού Στρατού. 

Στα υπέρ της επιχείρησης ήταν και η εμπλοκή δυνάμεων του Εθνικού Στρατού σε άλλες περιοχές, όπως η ΙΧ Μεραρχία στην Πελοπόννησο και ύστερα στη Στερεά, ενώ οι επιχειρήσεις του ΚΓΑΝΕ στη Δυτική Ελλάδα είχαν απασχολήσει δυνάμεις της VIII Μεραρχίας. Παρ' όλα αυτά, σημαντικές δυνάμεις του Εθνικού Στρατού εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην περιοχή του Γράμμου, υπέρτερες εκείνων που μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ΔΣΕ. Η 75η Ταξιαρχία βρισκόταν στην Πυρσόγιαννη, στο Ασημοχώρι και τα Κανάλια, ελέγχοντας το δρόμο από την Αλβανία έως την κοιλάδα του Σαρανταπόρου. Η 74η Ταξιαρχία βρισκόταν στην Κόνιτσα με δυνάμεις προς την περιοχή Κεράσοβου-Κλέφτη και της γέφυρας Μπουραζανίου. Επίσης προς την Κόνιτσα θα μεταφέρονταν η 76η Ταξιαρχία και άλλες δυνάμεις από την περιοχή του Αχελώου. 

Φωτογραφία ξένου φωτορεπόρτερ που απεικονίζει 
τις δυσκολίες στις μεταφορές των εφοδίων του Εθνικού Στρατού 


Η επιχείρηση ανακατάληψης 

Στις παραμονές της επιχείρησης, οι μονάδες της VIII Μεραρχίας του ΔΣΕ είχαν διεισδύσει και εγκατασταθεί στον κεντρικό κορμό και τις υψηλές κορυφές του Γράμμου και περίμεναν την κυρίως επιχείρηση. Την 31η Μαρτίου προς την Ιη Απριλίου 1949 επιτέθηκαν στις κυβερνητικές δυνάμεις και προωθήθηκαν προς τον Γράμμο η 108η Ταξιαρχία του ΔΣΕ από την άνω κοιλάδα του Σαρανταπόρου και από τη Σαμαρίνα προς τον Σμόλικα τμήματα της 16ης Ταξιαρχίας και η Σχολή Αξιωματικών του Γενικού Αρχηγείου, πετυχαίνοντας τον πολυπόθητο αιφνιδιασμό. Η Ι Μεραρχία του Εθνικού Στρατού αρχικά υποτίμησε την κατάσταση θεωρώντας πως πρόκειται για συνήθεις μικροεπιχειρήσεις αντιπερισπασμού, όχι όμως και το Γενικό Επιτελείο και ο αρχιστράτηγος Παπάγος, που ζήτησε ενεργητική στάση και καταδίωξη των ανταρτών. ΟΙ δυνάμεις, όμως, του ΔΣΕ με μεγάλες εφοδιοπομπές με εκατοντάδες μεταφορικά κτήνη είχαν καταφέρει να εγκατασταθούν στην περιοχή. 

Από την επόμενη ημέρα, 2α Απριλίου, άρχισαν οι επιθέσεις του ΛΓΕ για την κατάληψη επίκαιρων σημείων. Καταλήφθηκαν o Πύργος Στράτσανης, το ύψωμα 1615 και το ύψωμα Κάμενικ από την 137η Ταξιαρχία και το ύψωμα Αγιος Χριστόφορος Πυρσόγιαννης-Γκόλιο-Στενό από την 138η Ταξιαρχία. Την 3η Απριλίου, το τμήμα Υψηλάντη, που περιλάμβανε τη Σχολή Αξιωματικών, κατέλαβε το Κάντζικο και το Ταμπούρι. Η κατοχή των σημείων αυτών από τον ΔΣΕ έκλεινε την κοιλάδα του Σηρανταπόρου και το δρόμο από την Κόνιτσα προς την Πυρσόγιαννη. Η γρήγορη άφιξη των ενισχύσεων του Εθνικού Στρατού (76η Ταξιαρχία) δεν απέτρεψε αυτήν την εξέλιξη, αλλά γλίτωσε την 75η Ταξιαρχία που κινδύνεψε με περικύκλωση και καταστροφή. Αντιθέτως, ο ΔΣΕ δεν διέθετε επαρκείς εφεδρείες για να ολοκληρώσει την επίθεσή του και να προξενήσει μεγαλύτερες απώλειες στον αντίπαλό του. 

Η κυβερνητική πλευρά, για να δικαιολογήσει την επιτυχία της επίθεσης του ΔΣΕ, υιοθέτησε την εκδοχή της εισβολής των δυνάμεών του από το έδαφος της Αλβανίας. Το έκτακτο ανακοινωθέν του Γενικού Επιτελείου ανέφερε: «Δυνάμεις πλέον των 4.000 κομμουνιστοσυμμοριτών (εξ ων τα 2/3 από Βίτσι διά αλβανικού εδάφους άνευ προσπαθείας τηρήσεως των προσχημάτων) εισέδυσαν με βάσιν κυρίως το αλβανικόν έδαφος και προσβάλλουν το πλευρόν της ημετέρας διατάξεως εις την περιοχήν Γκολιό-Κάμενικ-Πύργος-Γύφτισσα-Ταμπούρι, από της νυκτός της 1ης προς την 2αν Απριλίου». Η εκδοχή όμως αυτή δεν επιβεβαιώθηκε, ούτε τότε ούτε αργότερα, από κανένα στοιχείο. 


Η σταθεροποίηση του μετώπου 

Μετά τις αρχικές αυτές επιτυχίες του ΑΣΕ, υπήρξε μεγάλη κινητοποίηση του Εθνικού Στρατού εναντίον του, όχι με μεγάλη επιτυχία αρχικά. Ο λόγος φαίνεται πως ήταν ο πανικός που προκλήθηκε από τον αιφνιδιασμό, με αποτέλεσμα τη βεβιασμένη και ασυντόνιστη χρήση μονάδων ενισχύσεων, οι οποίες είχαν βαριές απώλειες. Μέχρι την παγίωση του μετώπου στα τέλη Απριλίου, μόνο η VIII Μεραρχία που επιχειρούσε στα δυτικά του Γράμμου είχε απώλειες 166 νεκρούς, 984 τραυματίες και 201 αγνοουμένους, με σημαντικό ποσοστό αξιωματικών ανάμεσά τους. 

Οι κύριες συγκρούσεις έλαβαν χώρα στη βόρεια όχθη του ποταμού Σαρανταπόρου, στον Πύργο Στράτσιανης, στο Κάμενικ και την Πυρσόγιαννη. Από την πλευρά του Εθνικού Στρατού διατέθηκαν σημαντικές δυνάμεις: 9 τάγματα της VIII Μεραρχίας, 2 τάγματα της 45ης Ταξιαρχίας, 6 τάγματα του Β ' Σώματος Στρατού, 2 Μοίρες Καταδρομών και 2 εφεδρικές ταξιαρχίες για την εξασφάλιση των μετόπισθεν της VIII Μεραρχίας. Το σύνολο των δυνάμεων αυτών, που υπολογιζόταν σε τουλάχιστον 4.000 άνδρες, ήρθε αντιμέτωπο με την 157η Ταξιαρχία του ΔΣΕ, που δεν αριθμούσε περισσότερους από 250 μαχητές, οι οποίοι βασίζονταν στην αξιοποίηση του βαρέος οπλισμού που είχαν προμηθευτεί ως λάφυρα και της φυσικής οχύρωσης των υψωμάτων. οι μάχες γύρω από τα υψώματα αυτά ήταν συνεχείς και εξαντλητικές μέχρι την ανακατάληψη από τον Εθνικό Στρατό του Πύργου και του υψώματος 1.615 έως τις 26 Απριλίου με την επιχείρηση «Νυχτερίς». Μετά την επιχείρηση αυτή, n γραμμή του μετώπου στον Γράμμο σταθεροποιήθηκε ως τις επόμενες επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού το καλοκαίρι του 1949. Η τελευταία νίκη του ΔΣΕ θα ήταν η ανακατάληψη του υψώματος Πατώματα έπειτα από επίθεση στις 30 Μαΐου εναντίον τής εκεί οχυρωμένης διλοχίας του Εθνικού Στρατού.


Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, 1946-1949 ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


Η βουλγαρική απειλή στη Μακεδονία

Ο Νεοκλής Καζάζης, πρόεδρος
της εταιρίας «Ελληνισμός», προσπαθούσε
 να διαφωτίσει τη διεθνή κοινή γνώμη
για  τα δίκαια της Ελλάδας στη Μακεδονία
.


Στις 23 Οκτωβρίου του 1893, στο σπίτι του Χρίστο Μπαταντζίεφ στη Θεσσαλονίκη, ο Χρίστο Τατάρτσεφ, o Ντάμε Γκρούεφ, o Πέρε Ποπάρσωφ και ο Ιβάν Χατζηνικολώφ συμφώνησαν στην ίδρυση μιας βουλγαρικής οργάνωσης στη Μακεδονία με σκοπό αρχικά την αυτονόμηση της περιοχής από την οθωμανική κυριαρχία και στη συνέχεια την ένωσή της με τη Βουλγαρία. Η οργάνωση εκείνη, που πήρε το όνομα «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (ΕΜΕΟ), έμελλε να πρωταγωνιστήσει και να συντονίσει τις επαναστατικές ενέργειες των Βουλγαρομακεδόνων. Τρία χρόνια αργότερα, το 1896, οι στόχοι της οργάνωσης επανακαθορίσθηκαν σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου διακηρύχθηκε με σαφήνεια ο βουλγαρικός της χαρακτήρας. Είχε προηγηθεί ένα χρόνο νωρίτερα, το 1895, η δημιουργία μιας άλλης οργάνωσης, του «Ανώτατου Μακεδονικού Κομιτάτου» (Βερχόβεν Κομιτέτ), το οποίο υπαγόταν κατευθείαν στη βουλγαρική κυβέρνηση και είχε τον ίδιο επιδιωκόμενο στόχο: την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Οι δύο οργανώσεις, παρόλο που ουσιαστικά αγωνίζονταν για την επίτευξη κοινού σκοπού, διέγραψαν παράλληλες πορείες, άλλοτε σπαρασσόμενες από εσωτερικές ίντριγκες και αντιπαραθέσεις και άλλοτε συνεργαζόμενες αρμονικά μεταξύ τους. 

Από την αυγή του 20ού αιώνα η ένοπλη βουλγαρική δραστηριότητα στο μακεδονικό χώρο κορυφώθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 1902 ξέσπασε η αποκαλούμενη εξέγερση της Τζουμαγιάς, η οποία είχε οργανωθεί από το «Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο» της Σόφιας. Λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1903, Βούλγαροι αναρχικοί, οι αποκαλούμενοι «Γκεμιτζήδες, πραγματοποίησαν σειρά βομβιστικών επιθέσεων στη Θεσσαλονίκη ανατινάζοντας το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας αλλά και το γαλλικό επιβατικό πλοίο «Γκουανταλκιβίρ». Και τα δύο αυτά γεγονότα προκάλεσαν βαθιά εντύπωση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ενώ προβλημάτισαν έντονα τις οθωμανικές αρχές, οι οποίες εξαπέλυσαν κύμα διώξεων συλλαμβάνοντας περίπου 2.000 άτομα. 

Το συμβάν όμως που άλλαξε τη ροή των γεγονότων ήταν η εξέγερση του Ιλιντεν, ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία τον Αύγουστο του 1903, που εξυφάνθηκε από τις φιλοβουλγαρικές οργανώσεις της Μακεδονίας. Παρά τον έκδηλο βουλγαρικό χαρακτήρα της, η εξέγερση του Ιλιντεν κινητοποίησε όχι μόνο τα τμήματα του μακεδονικού πληθυσμού που έτρεφαν φιλοβουλγαρικά αισθήματα, αλλά και αρκετά χριστιανικά χωριά, τα οποία ήταν γνωστά για τα ελληνικά τους ερείσματα. Κοινό τους υπόβαθρο στάθηκαν ασφαλώς οι αντιτουρκικές διαθέσεις αλλά και μια ιδεολογική πλατφόρμα που ήταν πλούσια σε κοινωνικά αιτήματα. «Εξεγερθέντες πληθυσμοί είναι νυν πεπεισμένοι ότι μάχονται υπέρ ελευθερώσεως αυτών ουδέ είναι δυνατόν νυν αναχαιτισθή επαναστατικόν αυτών φρόνημα», πληροφορούσε από το Μοναστήρι ο πρόξενος K. Κυπραίος, συμπληρώνοντας πως «άπασα η χώρα αύτη ηκολούθησε κίνημα», αφού «παρεσύρθησαν και οι ημέτεροι προσηλυτιζόμενοι διά παντοίων μέσων και διά της βίας από δεκαετίας». 


Ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης (αριστερά)
και ο μητροπολίτης Μοναστηρίου Ιωακείμ
 Φορόπουλος (δεξιά). Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τοποθέτησε φωτισμένους
ιεράρχες σε νευραλγικές θέσεις για να αντιμετωπίσει τις
 προσπάθειες της Βουλγαρικής Εξαρχίας για προσηλυτισμό (Φωτογραφικό
Αρχείο Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα
).

Όμως η συντονισμένη δράση των Βουλγαρικών Κομιτάτων και η συμμετοχή αρκετών χωριών στην εξέγερση αποτελούσα ευθεία απειλή κατά των ελληνικών συμφερόντων. Ο Κυπραίος ομολογούσε πως τα ελληνικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή του Μοναστηρίου βρίσκονταν σε κίνδυνο: «Διατρέχομεν δε τον έσχατον κίνδυνον ν' απολέσωμεν το Μεγάροβον, το Τύρνοβον, την Νιζόπολιν, το Μπρούσνικ και αυτό το Μπούκοβον». Ακολούθησε συστηματική εργασία από μέρους των ελληνικών προξενικών και θρησκευτικών αρχών προκειμένου να ανακοπεί το κύμα της συμμετοχής στην εξέγερση των χωριών που πρόσκειντο στην ελληνική πλευρά, ενέργεια που -ως ένα βαθμό- απέδωσε, αφού σύντομα κυκλοφόρησαν ψηφίσματα μακεδονικών κοινοτήτων που καταδίκαζαν το Κίνημα. Τέτοιο περιεχόμενο είχε, για παράδειγμα, n πρωτοβουλία των κατοίκων του Άργους Ορεστικού και των Λακκωμάτων, οι οποίοι διατράνωσαν την έντονη αντίθεσή τους στις ενέργειες των Βουλγαρικών Κομιτάτων καταγγέλλοντάς τα πως, «αφού εβεβήλωσαν τας αιμοχαρείς χείρας των διά του αίματος αθώων προκρίτων ελληνικών και ορθοδόξων κοινοτήτων, ιερέων, διδασκάλων -παρθεναγωγών και ανηλίκων αρρένων και θηλέων, όπως δημιουργήσωσι ψευδεπανάστασιν κατά του καθεστώτος χάριν των ιδιοτελών σκοπών των, υπό του κράτους της αιμοσταγούς δολοφόνου λόγχης κατώρθωσαν να συμπαρασύρωσιν ακουσίως εις τα όρη ελληνικούς αγροτικούς πληθυσμούς ως συμμεριζομένους δήθεν των ιδιοτελών και οπισθοβούλων σκοπών του Κομιτάτου». 

Η αναστάτωση στη Μακεδονία το καλοκαίρι του 1903 γρήγορα προκάλεσε την αντίδραση των οθωμανικών αρχών. Ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στάλθηκαν στους τόπους της αναταραχής στη Δυτική Μακεδονία και σύντομα κατέστειλαν τις εστίες της αντίστασης. Αρκετά χωριά παραδόθηκαν στις φλόγες και στη μανία των ληστρικών ομάδων, ενώ σε περίπου 10 χιλιάδες υπολογίζονται τα θύματα, οι μισοί από τους οποίους ήταν άμαχοι, ενώ σε 40 χιλιάδες ανέρχονταν οι εσωτερικοί πρόσφυγες. Μάλιστα, μόνο στις περιοχές Καστοριάς και Φλώρινας κάηκαν είκοσι τέσσερα χωριά, τα δεκατέσσερα από τα οποία ολοσχερώς. Μία από τις σκληρότερες μάχες ανάμεσα στις βουλγαρικές αντάρτικες ομάδες και στον οθωμανικό στρατό δόθηκε στην τοποθεσία «Λόκβατα», βόρεια του χωριού Δενδροχώρι της Καστοριάς, όπου σκοτώθηκαν πολλοί Οθωμανοί στρατιώτες και δεκατρείς νεαροί Βούλγαροι αντάρτες. Η συγκεκριμένη μάχη υμνήθηκε από τη βουλγαρική λογοτεχνία, κατέχοντας έως σήμερα ιδιαίτερη θέση στη βουλγαρική Ιστορία. 

Τα νέα για τις δηώσεις και τις εκτεταμένες καταστροφές που προκλήθηκαν σε πολλά ελληνομακεδονικά χωριά από τον οθωμανικό στρατό, ως αντίποινα, προξένησαν βαθιά αγανάκτηση στον αθηναϊκό λαό. Στις 15 Αυγούστου του 1903 οι Μακεδονικοί Σύλλογοι Αθηνών-Πειραιώς πραγματοποίησαν συλλαλητήριο στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Την ίδια εποχή συστάθηκε και η «Επίκουρος των Μακεδόνων ΕΠΙΤΡΟΠΗ» με πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Θεόκλητο και μέλη έγκριτα στελέχη της αθηναϊκής κοινωνίας, πολλοί εκ των οποίων κατάγονταν από τη Μακεδονία, όπως ο βουλευτής Ιωάννης Καυτατζόγλου, ο Μάρκος Δραγούμης και ο Δημήτριος Βικέλας. Πρωταρχικός σκοπός της Επιτροπής, η οποία εξέδιδε και το εβδομαδιαίο δελτίο «Bulletin d' Orient», ήταν n διενέργεια εράνων ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την ενίσχυση του μακεδονικού Ελληνισμού. Μάλιστα, το χειμώνα του 1903 αντιπροσωπία της Επιτροπής επισκέφθηκε τη Μακεδονία και διένειμε σε αστέγους ρούχα, κλινοσκεπάσματα και τρόφιμα. 

Περιγράφοντας τη ζοφερή κατάσταση ο πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Ευγενιάδης σε έκθεσή του προς τον Αθω Ρωμάνο τον Δεκέμβριο του 1903 σημείωνε: «Αλλά, αφ' ου μετά προσδοκίαν και ανοχήν επί εξαετίαν ολόκληρον επιβαλλομένας άλλως υπό των πολιτικών αναγκών, ιδία δε της υποχρεώσεως, όπως μη καταστήσωμεν ύποπτον προς ημάς την οθωμανικήν κυβέρνησιν και προκαλέσωμεν ζητήματα επί μεγίστη ζημία του κράτους, αφ' ου, λέγω, πειθόμεθα ήδη ότι ουδεμίαν αποτελεσματικήν ενέργειαν δυνάμεθα να προσδοκώμεν παρά της Τουρκίας, βεβαίως επιβάλλεται ημίν να περισώσωμεν ό,τι δεν παρεσύρθη έτι υπό της καταιγίδος του Κομιτάτου». 


Ο Χρίστο Μπαταντζίεφ από το Κιλκίς  και  ο Ντάμε
Γκρούεφ από το Μοναστήρι,  δύο εκ των ιδρυτών της
 «Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης» (ΕΜΕΟ), η οποία
συντόνιζε τις επαναστατικές ενέργειες των Βουλγαρομακεδόνων (Φωτογραφικό
Αρχείο Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα
).

Η αποκαλούμενη από τον Ευγενιάδη «καταιγίδα των Βουλγαρικών Κομιτάτων» είχε υψηλό κόστος σε θύματα και καταστροφές στη μακεδονική ενδοχώρα. Είχε όμως διεγείρει και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, προκαλώντας εκδηλώσεις υπέρ των βουλγαρικών εθνικών δικαίων σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1904, ο πρόξενος στη Θεσσαλονίκη συνάντησε τον Οθωμανό διοικητή Χιλμή Πασά και του εξομολογήθηκε τα προβλήματα από τη δράση των βουλγαρικών αντάρτικων ομάδων: «Υπέστημεν σοβαράς απωλείας εν τω βιλαετίω Μοναστηρίου κατά τον τελευταίον χρόνον και 65, όλα ορθόδοξα χωρία, ηναγκάσθησαν υπό των δολοφόνων να δηλώσωσιν ότι εγκαταλείπουσιν την Ορθοδοξίαν, ουδ' είναι απίθανον να εξακολουθήσωσι προσερχόμενα τα χωρία εις την Εξαρχίαν, αφού αι συμμορίαι περιτρέχουσιν αυτά χωρίς να καθίσταται δυνατή η εξόντωσίς των». 

Άμεση συνέπεια της εξέγερσης του Ιλιντεν υπήρξε η επιβολή από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία του μεταρρυθμιστικού προγράμματος του Murzsteg, το οποίο προέβλεπε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση, στην οικονομία, στη δικαιοσύνη και την ασφάλεια επ' ωφελεία των χριστιανικών πληθυσμών, υπηκόων του σουλτάνου. 


Πηγή: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Θεσσαλονίκη-100 χρόνια από την απελευθέρωση 


Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2021

Μεγαρική σχολή της φιλοσοφίας


Ιδρύθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ από τον Ευκλείδη στα Μέγαρα. Ο Ευκλείδης ήταν μαθητής του Σωκράτους και συγγραφέας διαλόγων κατά τον σωκρατικό τρόπο. Υπάρχουν αποσπασματικά μόνο δείγματα της διδασκαλίας του Ευκλείδου, αλλά φαίνεται ότι ισχυριζόταν πως «το καλό είναι ένα, μολονότι φέρει πολλά ονόματα: πότε ονομάζεται σοφία πότε θεός και πότε λογική» και πως «το αντίθετο του καλού είναι εκτός πραγματικότητας». Αυτό δείχνει πως, εκτός από την κυρίαρχη επιρροή του Σωκράτους, η Μεγαρική σχολή είχε επηρεαστεί από τους Ελεάτες Παρμενίδη και Ζήνωνα. Η Ελεατική σχολή ωστόσο ξεκίνησε με την πρόθεση να κηρύξει μια ρεαλιστική άποψη και οι οπαδοί της χρησιμοποιούσαν τη διαλεκτική τους για να κλονίσουν τις αντιρρήσεις των αντιπάλων τους. Η Μεγαρική Σχολή, τουλάχιστον όσο ο ίδιος ο Ευκλείδης ήταν επικεφαλής, είχε ηθικό και εκπαιδευτικό προσανατολισμό και με αυτό το πνεύμα υπερασπιζόταν την αποδοχή της καλοσύνης. Υπήρξαν ωστόσο άνθρωποι περισσότερο θεωρητικοί συγκριτικά με άλλους οπαδούς του Σωκράτους, όπως της Κυρηναϊκής σχολής ή τους Κυνικούς. Καλλιεργούσαν ευσυνείδητα την τεχνική της διαλεκτικής και η σωκρατική μέθοδος των ερωταποκρίσεων, πέρα από οποιοδήποτε θετικό δόγμα, τους συνέδεε μεταξύ τους. Μετά τον θάνατο του Ευκλείδου, τα πρακτικά και διαλεκτικά ενδιαφέροντα άρχισαν να σκορπίζονται, ενώ μια πτέρυγα της σχολής μελετούσε και πρόβαλλε παραδοξολογίες, σύμφωνα με τον τρόπο του Ζήνωνος, ενώ κατά τα άλλα βάδιζε προς μια ανεξάρτητη μεταχείριση της λογικής. Ανάμεσα στους διαδόχους του Ευκλείδου, γνωρίζουμε τα ονόματα του Απολλωνίου του Κυρηναίου και του Ευβουλίδου του Μιλησίου, που ήταν δάσκαλος του Δημοσθένους και αντίπαλος του Αριστοτέλους. Άλλοι Μεγαρείς ήταν ο Διόδωρος ο Ισαεύς και ο Στίλπων ο Μεγαρικός. Ο Στίλπων ήταν ένας από τους δασκάλους του στωικού Ζήνωνος και του Μενεδήμου, του ιδρυτή της Ερετριακής σχολής. Η Μεγαρική σχολή εξαφανίστηκε από την ιστορία στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. και είναι αξιοσημείωτη περισσότερο για την κριτική που έκανε στον Αριστοτέλη και για την επιρροή της επάνω στη στωική λογική παρά για οποιονδήποτε θετικό δογματισμό.


Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδ. ΔΟΜΗ


Τα Μέγαρα στην αρχαιότητα

Κορμός κούρου υπερφυσικού
μεγέθους, έργο που βρέθηκε 
στα Μέγαρα και χρονολογείται 
στα μέσα του 6ου αι. π.Χ 
(Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο 
Αθήνα)
Πόλη στον κόλπο του Σαρωνικού, ανάμεσα στην Αττική και στην Κόρινθο. Η ονομασία της προέρχεται κατά τον Παυσανία από τον πληθυντικό της λέξης μέγαρο (από τις υποχθόνιες θεότητες που λατρεύονταν εκεί, της Δήμητρος και της Περσεφόνης, και που ο δισυπόστατος ναός τους ονομαζόταν Μέγαρα), ενώ κατά τον Ηρόδοτο από τον επώνυμο ήρωα της πόλης, Μεγαρέα. Την προϊστορική εποχή, τα Μέγαρα συναλλάσσονταν με το νότιο Αιγαίο. Οι πρώτοι κάτοικοι είχαν εξοντωθεί με την κάθοδο των Δωριέων, γιατί στους ιστορικούς χρόνους τα Μέγαρα είχαν ομοιογενή δωρικό πληθυσμό. Τα Μέγαρα ήταν ευνοημένα από τη θέση τους και από το ότι γειτόνευαν με δύο λιμάνια: της Νισαίας στον Σαρωνικό και του λιμανιού Πηγαί ή Παγαί στον Κορινθιακό κόλπο. Είχαν προεξάρχουσα θέση στο εμπόριο από τον 8ο αιώνα π.Χ. Οι κάτοικοί τους εμπορεύονταν συνήθως με τη Σικελία, όπου είχαν ιδρυθεί και μεγαρικές αποικίες, και με τον Εύξεινο, όπου οι Μεγαρείς υπήρξαν οι πρόδρομοι του ελληνικού εμπορίου. Στην Προποντίδα (θάλασσα του Μαρμαρά) είχαν να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό των κατοίκων της Σάμου και της Μιλήτου, αλλά στον Βόσπορο εγκαταστάθηκαν σε δικούς τους οικισμούς, στη Χαλκηδόνα (675) και στο Βυζάντιο (658). Στον Εύξεινο εξερεύνησαν τις ακτές του Πόντου και της Σκυθίας. Κυριότερες αποικίες τους ήταν ο Αστακός και η Ηράκλεια στη Βιθυνία και μια άλλη Ηράκλεια στην Κριμαία. Αργότερα, το εμπόριό τους αυτό άρχισε να φθίνει μπροστά στην εμπορική δραστηριότητα της Μιλήτου και των Αθηνών στον Ελλήσποντο. Στη Σικελία πάλι τους εκτόπισαν οι Κορίνθιοι και οι Κερκυραίοι. Η οικονομική εξέλιξη των Μεγάρων επέβαλε μια αλλαγή στην πολιτική εξουσία. Η αριστοκρατία των γαιοκτημόνων άρχισε να χάνει την επιβολή της πάνω στην κοινότητα των βιοτεχνών. Ακολούθησε (640-650) η σύντομη τυραννία του Θεαγένους. Η εξουσία των ευγενών έσπασε με τον πόλεμο που έκαναν εναντίον των Αθηναίων, όπου τα Μέγαρα έχασαν τη Σαλαμίνα (γύρω στο 600 π.Χ.). Έπειτα από μια περίοδο δημοκρατίας, το σύνταγμα έγινε μετριοπαθές ολιγαρχικό. Κατά τους Περσικούς πολέμους, το κράτος, που ακολούθησε τον πελοποννησιακό συνασπισμό, μπορούσε να συγκεντρώσει 5.000 οπλίτες. Αλλά η επέκταση των Αθηνών κατέστρεψε το εμπόριο των Μεγάρων. Το 460, μια επίθεση των Κορινθίων ανάγκασε τον λαό των Μεγάρων να καλέσει σε βοήθεια τους Αθηναίους, που, για να προστατεύσουν τα Μέγαρα, έχτισαν μακριά τείχη ανάμεσα στην πρωτεύουσα και στο λιμάνι της Νισαίας. Το 446 οι Μεγαρείς έσφαξαν την αθηναϊκή φρουρά τους. Οι Αθηναίοι αντεκδικήθηκαν, παρεμποδίζοντας το εμπόριο των Μεγαρέων σε όλη την αυτοκρατορία τους (432) και κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο προκάλεσαν την αθλιότητα των γειτόνων τους με αποκλεισμό και ετήσιες επιδρομές. Το 424 οι Αθηναίοι εξασφάλισαν το λιμάνι της Νισαίας, που το κράτησαν έως το 410. Κατά τον 4ο αι. τα Μέγαρα ξαναβρήκαν κάποια ευημερία, αλλά έπαιξαν ασήμαντο ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις και τελικά (243) ενσωματώθηκαν στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Στον πόλεμο ανάμεσα στους Ρωμαίους και στην Αχαϊκή Συμπολιτεία παραδόθηκαν στον Μέτελλο χωρίς αντίσταση. Το 146 π.Χ. περιήλθαν στη ρωμαϊκή επιρροή και έναν αιώνα αργότερα έγιναν ρωμαϊκή κτήση. Τα Μέγαρα ανέδειξαν πολλούς πνευματικούς άνδρες, από τους οποίους οι πιο σπουδαίοι ήταν ο Ευκλείδης, ο φιλόσοφος που ίδρυσε τη Μεγαρική ή Εριστική λεγόμενη φιλοσοφία, ο μαθητής του, Στίλπων, ο Σουσαρίων, πατέρας της κωμωδίας, ο ποιητής Θέογνις, ο αρχιτέκτονας Ευπάλινος, o Θεόκοσμος, γλύπτης και συνεργάτης του Φειδίου, και άλλοι. Στο διάστημα της τυραννίας του Θεαγένους έγιναν τρία μεγάλα κοινωφελή και καλλωπιστικά έργα στην πόλη, δηλαδή το Θεαγένειο Υδραγωγείο, το Υδατόφραγμα Ρου και η Κρήνη Θεαγένους. 


Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδ. ΔΟΜΗ 


Τετάρτη, Νοεμβρίου 24, 2021

ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΕΛΛΑΣ (ΕΕΕ) 

Οι αρχηγοί της οργάνωσης ΕΕΕ. Στο
κέντρο (διακρίνεται με το μουστάκι) ο
πρόεδρος της οργάνωσης, Γ Κοσμίδης 
Τα Τρία Εψιλον, όπως λεγόταν χαρακτηριστικά η οργάνωση, εμφανίστηκαν στη Θεσσαλονίκη το 1927 με στόχο την "άμυνα του Εθνους" απέναντι στον κομμουνισμό και σε όλα εκείνα τα αλλότρια ρεύματα στα οποία χρέωναν την ευθύνη για την οικονομική και την ηθική κρίση που μάστιζε την ελληνική κοινωνία. 

Στη Θεσσαλονίκη υπήρχε έντονη η παρουσία του εβραϊκού στοιχείου (περίπου 60.000 Εβραίοι κατοικούσαν τότε στη συμπρωτεύουσα). 

Τα Τρία Εψιλον πήραν από την αρχή ξεκάθαρη αντισημιτική θέση που τη συνδύαζαν με τον αντικοινοβουλευτισμό και τον αντικομμουνισμό. Στους βασικούς ακόμα εχθρούς συγκαταλεγόταν ο ταξικός συνδικαλισμός και τα υπάρχοντα κόμματα. Αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο έμπορος Γ Κοσμίδης, με γραμματέα τον τραπεζικό Δ. Χαριτόπουλο. Τα γραφεία της ΕΕΕ βρίσκονταν στην οδό Πανταζίδου 8. 

Οι "Τριεψιλίτες" όπως αυτοαποκαλούντο τα μέλη της ΕΕΕ, είχαν υιοθετήσει ως έμβλημα τον δικέφαλο αετό και οραματίζονταν την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Φορούσαν κίτρινα πουκάμισα και μαύρες μπότες για να τονίσουν τη βυζαντινοελληνική προέλευση, χαλύβδινα κράνη και κρατούσαν γκλομπ, ενώ πίστευαν στην ανωτερότητα και την καθαρότητα της ελληνικής φυλής. 

Τα περισσότερα μέλη της οργάνωσης ήταν νεαρής ηλικίας και προέρχονταν στην πλειονότητά τους από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων, τα οποία είχαν στερηθεί σε μεγάλο βαθμό οποιαδήποτε μορφή κρατικής πρόνοιας από τη σχεδόν ανύπαρκτη της ελληνικής μεσοπολεμικής πολιτείας. 

Χαλυβδόκρανος της ΕΕΕ (από το "Εν 
Θεσσαλονίκη", Εκδόσεις Εξάντας
.

Αρχικά το κάλεσμα των Τριών Εψιλον δεν βρήκε την ανταπόκριση που η ηγεσία επιθυμούσε. Σταδιακά, όμως, οι μαζικές επιδείξεις δύναμης με τις παρελάσεις συγκροτημένων τμημάτων, οι εξορμήσεις στην επαρχία, αλλά κυρίως η οικονομική κρίση και οι αντιθέσεις ανάμεσα στον ντόπιο πληθυσμό και στο εβραϊκό στοιχείο, κατέστησαν την οργάνωση εξαιρετικά δημοφιλή στους Θεσσαλονικείς. 

Η καθοριστική αρχή για την ανάπτυξη της ΕΕΕ έγινε τον Ιούνιο του 1931. Με αφορμή την αποκάλυψη της συμμετοχής αντιπροσώπου της εβραϊκής οργάνωσης "Μακαμπή" σε συνέδριο της Μακεδονικής Επιτροπής στη Σόφια τον Αύγουστο του 1930, όπου υιοθετήθηκε η ιδέα της αυτονόμησης της Μααδονίας, η Εθνική Παμφοιτητική Ενωση (ΕΠΕ) της Θεσσαλονίκης, που λειτουργούσε ως αντίβαρο στην εξαπλούμενη δράση των κομμουνιστών στα Πανεπιστήμια, κυκλοφόρησε φυλλάδια με τα οποία καλούσε τους Θεσσαλονικείς να μποϋκοτάρουν Εβραίους της πόλης παρουσιάζοντάς τους ως ξενα στοιχεία με κερδοσκοπικά ενδιαφέροντα και αντεθνική δράση, αφού συνεργάζονταν με τους κομμουνιστές και με Βούλγαρους κομιτατζήδες. 

Στις 25 Ιουνίου η εφημερίδα "Μακεδονία" δημοσίευσε ανακοίνωση της ΕΠΕ η οποία αιτιολογούσε τους λόγους της αντισημιτικής κίνησης: 

"Η αναστάτωσις... οφείλεται εις την συσσώρευαν, επί έτη, της αγανακτήσεως της ελληνικής ψυχής λόγω της ανηκούστου διαγωγής των Εβραίων. Και συγκεκριμένως: 

1. Διότι είναι κατά τα 3/4 ξένοι υπήκοοι (σ.σ. η αλήθεια ήταν ότι οι περισσότεροι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης είχαν ιταλικά διαβατήρια). 

2. Διότι τα 3/4 των κομμουνιστών είναι Εβραίοι. 

3. Διότι εκδίδουν 3 γαλλοφώνους εφημερίδας και ουδεμίαν ελληνικήν. 

4. Διότι προτρέπουν -μέσω της εφημερίδος των "Αβάντι" τους Έλληνας στρατιώτας να στρέψουν τα όπλα κατά των αξιωματικών των (βλ. εφημερίδα "Μακεδονία" 24/06/1931) 

5. Διότι επέταξαν τους σταυρούς των σημαιών των καταστημάτων των, διότι λυσσωδώς ειργάσθησαν και επέτυχον τον μη σημαιοστολισμόν των καταστηματων των κατά τας θρησκευτικάς μας εορτάς. 

6.  Διότι ειργάσθησαν και επλήρωσαν ξένους δημοσιογράφους να γίνει η Θεσσαλονίκη αυτόνομος πόλις μ' εβραϊκάς εορτάς (Salonlque ville libre). 

7. Διότι υποχρεώνουν αδικαιολογήτως τους Έλληνες διδασκάλους των σχολείων των να εργάζονται και τας Κυριακάς. 

8. Διότι και το ελάχιστον ζήτημα φέρουν ενώπιον της Κοινωνίας των Εθνών δυσφημούντες την Ελλάδα 

9.  Διότι δια το ζήτημα της Κυριακής αργίας εκίνητο παν κατά της Ελλάδος. 

10. Διότι το ζήτημα των εβραϊκών νεκροταφείων έφερον ενώπιον της Κοινωνίας των Εθνών αδικαιολογήτως. 

11. Διότι δια v' αποφύγουν την στρατιωτικήν θητεία δημιουργούν εκατοντάδας συναγωγών και ιεροψαλτών. 

12 Διότι έγιναν ήρωες του επεισοδίου της Μισιόν 

13. Διότι εδήλωσαν οι αρχηγοί του "Μακαμπή " προς αρχηγόν των Σιωνιστών Σαμποτίνσκη ότι διδάσκουν τας βαθυτάτας εθνικιστικάς εβραϊκάς αρχάς και το εβραίκόν εθνικιστικόν πνεύμα εις τους "Μακαμπή" 

14. Διότι υπό του ονόματος Μισραχή απεθρασύνθησαν τόσον ώστε να ζητήσουν την διακοπήν της προβολής της ταινίας "Τα Πάθη του Χριστού" (σ.σ. Πραγματικά, το Πάσχα του 1930 οι Εβραίοι της συμπρωτεύουσας διέκοψαν την προβολή της ταινίας "Ο Βασιλεύς των Βασιλέων", επειδή θεώρησαν ότι το περιεχόμενο τους έθιγε. Στη συνέχεια με δημοσίευμα στην "Οπινιόν" αρνήθηκαν την ευθύνη για τη Σταύρωση του Χριστού, ενώ λίγο αργότερα ο αντιδήμαρχος της πόλης και πρόεδρος της ισραηλιτικής κοινότητας, Αβραάμ Ρεκανάτι, υποστήριξε ότι "...το μαρτύριον του Γολγοθά είναι μύθος, εφευρεθείς υπό των ιερέων προς εκμετάλλευσιν των πιστών. 

15. Διότι εδήλωσαν εις Γαλλοεβραίον καθηγητήν απεριφράστως ότι μισούν τους Έλληνας. 

16. Διότι απέσχον όλοι γενικώς του εορτασμού της 25ης Μαρτίου. 

17.  Διότι μποϋκοτάρουν παν το Ελληνικόν 

18. Διότι αποφεύγουν την ελληνικήν παιδείαν συντηρούντες ούτω πλήθος ξένων σχολείων. 

19. Διότι αποφεύγουν μετά πείσματος και θρασύτητος να ομιλούν την ελληνικήν γλώσσαν προτιμώντες την ξένην προς αυτούς ισπανικήν, ήτις δεν τους ενθυμίζει παρά μίαν πολύ κακήν περίοδον της ζωής των. 

20. Διότι ετήρησαν αχαρακτήριστον στάσιν κατά την καταστροφήν της Μικράς Ασίας. 

21. Και τέλος διότι στέλλουν εις τα κομιτατζίδικα συνέδρια αντιπροσώπους δια να κηρυχθούν υπέρ της αυτονομήσεως της Μακεδονίας (χθες ομόφυλός των έλεγε προς Ελληνα καταστηματάρχη κρατών την προκήρυξιν: να γιατί θέλομε την αυτονόμησιν-για να λείψουν αυτά). 

Εν τέλει δηλούμε ότι εάν οι συμπολίται μας Eβραίοι ευρίσκοντο ουχί εις το λίκνον της ελευθερίας και της ισότητος, την Ελλάδα, ασφαλώς θα εδοκίμαζαν πράγματα τα οποία δεν τους τα ευχόμεθα. 

Καλούμεν τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης δια τελευταίαν φοράν, εάν θέλουν να ζήσουν μαζί μας, να γίνουν καλοί Ελληνες πολίται απορρίπτοντες τον εβραϊκόν ψευτοεθνισμό ο οποίος κατά δηλώσεις ομοφύλου των κοινωνιολόγου εκ Ζυρίχης τους άγει εις την καταστροφήν. 

Καλούμεν τους συμπολίτες Εβραίους να παύσουν τας ομαδικάς και οργανωμένας επιθέσεις των εναντίον των μελών της Ενώσεώς μας διότι ούτως αυτοί πρώτοι προκαλούν τας σκηνάς και τα επεισόδια των οποίων την ευθύνην φέρουν ακεραίαν και να διαλύσουν τη Μακαμπή. - ΕΠΕ". 

Στιγμιότυπα από την κάθοδο των ΕΕΕ στην Αθήνα 
Παράλληλα o Σύνδεσμος Εφέδρων Αξιωματικών έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα προς την κυβέρνηση και τον Τύπο: "Οργανώσεις ημών διατελούσαι εν αναστατώσει και κατάπληκτοι προ αποκαλυφθεισών προδοτικών αντεθνικών ενεργειών Μακαμπή, εξαιτούνται άμεσον διάλυσιν ταύτης και απέλασιν οργάνων διοικήσεως. Εις περίπτωσιν συνταγματικής ή νομικής αδυναμίας ήμεθα ηναγκασμένοι να εφαρμόσωμεν αγράφους νόμους και σύνταγμα προστασίας ελληνικής Μακεδονίας επιθάλλοντες αυτόματον διάλυσιν Μακαμπή και αναγκάζοντες θρασύδειλα όργανα ταύτης μετα6ώσι πάραυτα συνάντησιν αρκουδιαρέων αυτονομιστών" (εφημ. "Μακεδονικά Νέα" 25/6/1931). 

Το απόγευμα της 24ης Ιουνίου εθνικιστές φοιτητές-μέλη της ΕΠΕ, πέταξαν προκηρύξεις στα εβραϊκά καταστήματα της συμπρωτεύουσας. Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης αντέδρασαν και συνεπλάκησαν με τους φοιτητές στην περιοχή του Βαρδάρη, στην Ερμού, στη Βενιζέλου και αλλού. Δύο μέλη της ΕΠΕ, ο Ευθύμης Καρπαθούσης και ο Βασίλης Σκουβαλής, συνελήφθησαν από την αστυνομία αλλά αφέθηκαν σύντομα ελεύθεροι μετά από παρέμβαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΠΕ. 

Ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον αστυνόμο Γαβριλάκη και τον διαμερισματάρχη Γιουλούντρα, κατέλαβαν τα επίκαιρα σημεία της πόλης για να αποτρέψουν την κλιμάκωση των επεισοδίων. Στο γνωστό ζαχαροπλαστείο του Φλόκα απαγόρευσαν στα μέλη της ΕΠΕ να μοιράσουν προκηρύξεις, ενώ ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Βογιατζίδης ανέκρινε τους φοιτητές που συμμετείχαν στη διανομή των φυλλαδίων. 

Οι Εβραίοι προσπάθησαν να σταματήσουν την κυκλοφορία των προκηρύξεων και νέοι της Μακαμπή συγκρούστηκαν με φοιτητές και εθνικιστές των Τρία Εψιλον που έσπευσαν να επωφεληθούν από την κατάσταση. 

Τριεψιλίτης εκφωνεί λόγο μπροστά στο
 Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη
 
Μόλις ο γενικός διοικητής Μακεδονίας Στυλιανός Γονατάς πληροφορήθηκε τα επεισόδια, διέταξε την κατάσχεση των φυλλαδίων και τη σύλληψη των πρωταιτίων. Εντούτοις, ένα μανιασμένο πλήθος από χαλυβδόκρανους και άλλους εθνικιστές διαδήλωσε την πρόθεσή του να συνεχίσει τον αγώνα, έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει τη συμπαράσταση των περισσότερων φορέων της πόλης. 

Τη νύκτα της 25ης Ιουνίου ένας φανατισμένος όχλος από 200 άνδρες της ΕΠΕ, της ΕΕΕ και εφέδρων αξιωματικών, επιτέθηκε στα γραφεία της Μακαμπή που βρίσκονταν στη διασταύρωση των οδών Καραϊσκάκη και Πραξιτέλους. Μέσα στα γραφεία της εβραϊκής οργάνωσης βρισκόταν ο πρόεδρος της Μακαμπή Αλμπέρτος Κοέν, o αντιπρόεδρος Ζακ Ερρέρα, ο γενικός γραμματέας Σιακή Σαλώμ και δέκα ακόμα άτομα. οι επιτιθέμενοι, αφού εκραύγασαν διάφορες κατηγορίες και συνθήματα όπως "εργάζεσθε προδοτικώς και ήλθαμε να εκδικηθούμε•, άρχισαν να σπάζουν πόρτες, γραφεία και παράθυρα. Ο εμπρησμός του οικήματος αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή από διερχόμενους αστυφύλακες του 2ου Αστυνομικού Τμήματος, ενώ συνελήφθησαν δύο εθνικιστές εργάτες, οι Νικ. Γιαγκάς και Αριστείδης Αποστόλου, που έλαβαν μέρος στα επεισόδια. 

Την επόμενη μέρα και ενώ ο Γονατάς καλούσε τα προεδρεία της ΕΠΕ, της ΕΕΕ. των Εθνικών Λεγεώνων και των εφέδρων αξιωματικών για να τους κάνει συστάσεις, τα γραφεία της ΕΠΕ κατακλύσθηκαν από συγχαρητήρια τηλεγραφήματα ανωνύμων πολιτών και παραρτημάτων εθνικών οργανώσεων από τις επαρχιακές πόλεις της Βόρειας Ελλάδας, Κοζάνη, Κατερίνη, Δράμα, Ξυνό Νερό κ.ά. 

Κατά τη διάρκεια των ταραχών τραυματίστηκε ο αντιπρόεδρος της Μακαμπή Ζακ Ερρέρα. Αμέσως μετά μια επιτροπή της εβραϊκής κοινότητας ζήτησε από τον αστυνομικό διευθυντή Καλοχριστιανάκη την εφαρμογή πρόσθετων μέτρων ασφαλείας, ενώ διαμαρτυρήθηκε έντονα στον γενικό διοικητή. O Γονατάς, γνωστός από τη συμμετοχή του στο κίνημα του 1922 με τους Κονδύλη, Πάγκαλο και Πλαστήρα, είχε τη φήμη του σκληρού και άμεμπτου αξιωματικού. Αρνήθηκε να κηρύξει στρατιωτικό νόμο επειδή κάτι τέτοιο, όπως δήλωσε τότε στη "Νέα Αλήθεια-, "...θα επέφερε περιορισμόν της νυκτερινής κινήσεως εις βλάβην όλων των κινηματογράφων και θα επηύξανε την οικονομικήν κρίσιν..." 

Παρέλαση Τριεψιλιτών με τα 
λάβαρα και τις σημαίες τους
Στις 29 Ιουνίου στην πόλη επικρατούσε γενικός αναβρασμός. Μια ομάδα χριστιανών δέχθηκε επίθεση στον εβραϊκό συνοικισμό Χαριλάου αρ. 6 από Eβραίους οπλισμένους με λοστούς και ρόπαλα. Πέντε άτομα τραυματίστηκαν, οι περισσότεροι χριστιανοί, ενώ διάχυτος υπήρχε ο φόβος για περαιτέρω ταραχές. 

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ένα ετερόκλητο πλήθος από 150-200 άτομα κατευθύνθηκε προς τον εβραϊκό συνοικισμό κοντά στην προσφυγική συνοικία της Τούμπας με πρόθεση να τον πυρπολήσει, λίγο πριν φθάσει στον προορισμό του η αστυνομία το σταμάτησε. 

Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς τον συνοικία του Κάμπελ ενισχυμένο από 1.500-2.000 πολίτες από τις προσφυγικές συνοικίες. Λίγη ώρα πριν τα μεσάνυκτα εκδηλώθηκε πυρκαγιά στον συνοικισμό. Πρώτα κάηκε το παντοπωλείο του Γιοσέ Ορέζια, μετά το παράπηγμα του Σαλαμών Βεντού Ακολούθησε η συναγωγή, το σχολείο του συνοικισμού, ένα φαρμακείο, το σπίτι του ραββίνου και ιατρού του Κάμπελ, Μοχαήλ Πέσσα. Η φωτιά επεκτάθηκε και στα άκρα του συνοικισμού, στα αποκαλούμενα "Καναρίνια". Ο πανικός που προκλήθηκε κατέστησε το έργο της κατάσβεσης πολύ δύσκολο, με αποτέλεσμα να αποτεφρωθούν τελικά 20 σπίτια να μείνουν άστεγοι περίπου 100 Εβραίοι, στην πλειοψηφία τους φτωχοί βιοπαλαιστές. 

Το προεδρείο της Μακαμπή κατήγγειλε αργότερα οτι ανάμεσα στους "εμπρηστές" υπήρχαν νέοι των Τρία Εψιλον, της Αντικομμουνιστικής Οργάνωτης Μακεδονίας-Θράκης και πρόσφυγες των συνοικισμών Τούμπας, Καλαμαριάς και Σέδες. 

Κατά τις επόμενες ημέρες τα επεισόδια μεταξύ χριστιανών και Εβραίων γενικεύθηκαν με αποτέλεσμα το ενδεχόμενο επιβολής στρατιωτικού νόμου να τεθεί εκ νέου. οι στρατιωτικές αρχές και o γενιδικος διοικητής όμως ήταν αντίθετοι, θεωρώντας ότι το μέτρο αυτό θα όξυνε ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Τελικά στις 2 Ιουλίου η αναστάτωση που προκλήθηκε εκτονώθηκε και η γενική διοίκηση διέθεσε το ποσό των 500.000 δρχ. για την αποκατάσταση των ζημιών. Παράλληλα οι αρχές της πόλης έκαναν εκκληση στους Εβραίους να επιστρέψουν στις εστίες τους. 

Η ισραηλιτική κοινότητα με ανακοινώσεις στον τοπικό Τύπο απάλλαξε τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές της συμπρωτεύουσας από τις όποιες ευθύνες καταλογίσθηκαν σε αυτές. Ωστόσο αργότερα o Γονατάς κατηγορήθηκε ως ηθικός αυτουργός για τον εμπρησμό του συνοικισμού. Λίγο μετά απομακρύνθηκε από τη γενική διοίκηση Μακεδονιας και ανέλαβε την προεδρία της Γερουσίας στην Αθήνα. O συνοικισμός Κάμπελ μετονομάσθηκε σε οικισμό Στυλιανού Γονατά και αυτό αποδίδεται στην επιρροή που ασκούσε η ΕΕΕ στο δημοτικό συμβούλιο της πόλης. 

Η συνέχεια υπήρξε ακόμα πιο εντυπωσιακή για την οργάνωση. Οι βίαιες εκδηλώσεις κατά των Εβραίων και ο αντικομμουνιστικός της αγώνας θα ενταθούν, με αποτέλεσμα να αποκτήσει τη συμπαράσταση και την οικονομική ενίσχυση πολλών κρατικών φορέων. Σε επιστολή του στις 8/2/1932 προς τον Φίλιππο Δραγούμη, πολιτευτή της βόρειας Ελλάδας, o διευθυντής των παραρτημάτων της ΕΕΕ Αναστάσιος Νταλίπης αναφέρει: " ..διάφορα κονδύλια εψήφισαν o Δήμος Θεσσαλονίκης, το Υπουργείο Προνοίας και αι Τράπεζαι Εθνική και Εκδοτική" Τον Απρίλιο του 1932, στη δίκη για την πυρπόληση του Κάμπελ, ο συνήγορος της ΕΕΕ δήλωσε με αρκετή δόση αυταρέσκειας πως αν "πριν από το Κάμπελ η ΕΕΕ είχε 12 παραρτήματα και 3.000 μέλη, τώρα έχει 27 παραρτήματα και 7.000 μέλη". 

Σκηνή από την κάθοδο των Τριών Έψιλον
 στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1933. Η φάλαγγα 
ανεβαίνει την οδό Σταδίου
 

Μέσα στη συγκεχυμένη πολιτική κατάσταση της δεκαετίας του 30 οι "Τριεψιλίτες" επιχείρησαν, κατά το πρότυπο της πορείας του Μουσολίνι προς τη Ρώμη, να οργανώσουν μια ανάλογη πορεία προς την Αθήνα. Την Κυριακή 18 Ιουνίου 1933 συγκεντρώθηκαν στη Θεσσαλονίκη όλοι οι τομεάρχες και οι επικεφαλής των Παλαιών Αξιωματικών, για να λάβουν τις σχετικές οδηγίες για την κάθοδό τους στην πρωτεύουσα. 

Στις 20 Ιουνίου διανεμήθηκε στον τοπικό Τύπο το ακόλουθο ανακοινωθέν των μελών της "Τρία Εψιλον": 

"Ανακοινούται ότι η από μηνών εξαγγελθείσα κάθοδος των μελών της ΕΕΕ Θεσσαλονίκης μετά αντιπροσωπειών των απανταχού της Ελλάδος παραρτημάτων αυτής, πραγματοποιείται οριστικώς το εσπέρας του προσεχούς Σαββάτου 24ην τρέχοντος, με επιστροφήν την πρωίαν της Τρίτης, 27η Ιουνίου. Δια της καθόδου ταύτης, ήτις πρόκειται να προσλάθη τον χαρακτήρα Πανελληνίου Εθνικού συναγερμού. εκπληρούται η ζωηρά επιθυμία της ΕΕΕ όπως αμέτοχα της οξύτητος των πολιτικών παθών διατρανώσουν την ευγνωμοσύνη αυτών προς τους αφανείς εργάτας του μεγαλείου της ελληνικής πατρίδος δια της στέψεως του Ηρώου αυτών (σ.σ. εννοεί το μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη). Πάσα αντίθετος διάδοσις οποθενδήποτε προερχομένη είτε περί τον χρόνο της μεταβάσεως και επιστροφής ή τον σκοπόν της καθόδου, είναι ανακριβής.

Το Ανώτατον Διοικητικόν Συμβούλιον της ΕΕΕ". 

Στην πραγματικότητα, πέρα από τη "μουσολινική" πορεία που επιχείρησαν τα Τρία Εψιλον αποσκοπούσαν στην "επιβολή της κοινωνικής ειρήνης και του κράτους προνοίας" αλλά κυρίως στον παραμερισμό των κομμουνιστών και των άλλων "αντεθνικών στοιχείων'. 

Στις 25 Ιουνίου 1933 δύο ειδικά ναυλωμένα τραίνα μετέφεραν στην Αθήνα περισσότερους από 1.500 χαλυβδόκρανους. Το προηγούμενο βράδυ της 24ης προς την 25η Ιουνίου και ενώ η πρώτη αμαξοστοιχία εισερχόταν στη Λάρισα, δύο πολυπληθείς oμάδες κομμουνιστών διαδηλωτών λιθοβόλησαν τα βαγόνια στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης. Στη συνέχεια τα επεισόδια γενικεύθηκαν, αφού πολλά μέλη της ΕΕΕ κατέβηκαν από την αμαξοστοιχία και συνεπλάκησαν με τους διαδηλωτές. Μάλιστα συνέλαβαν έναν κομμουνιστή, τον Π. Ηλιόπουλο, τον οποίο παρέδωσαν στην αστυνομία. Κατά τη διάρκεια των λιθοβολισμών τραυματίστηκε στο κεφάλι ένας χαλυβδόκρανος, o Κερτινιάδης από τη Θεσσαλονίκη. 

Το επόμενο πρωί στις 8 έφθασε στην Αθήνα η πρώτη αμαξοστοιχία. Ακολούθησε η δεύτερη με επιβάτες τους φοιτητές της οργάνωσης και τους Αλκιμους -τη νεολαία της ΕΕΕ. Στο δεύτερο τραίνο επέβαιναν επίσης τα μέλη της Εθνικοκοινωνικής Ένωσης "Ξίφος Βυζαντινών" και αντιπροσωπεία των Εφέδρων Αξιωματικών Μακεδονίας-Θράκης. 

Η πορεία που ξεκίνησε μέσω της οδού Σταδίου κατέληξε εν μέσω των χειροκροτημάτων των πολιτών στο μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη. Προηγουμένως τα μέλη της οργάνωσης Τρία Εψιλον παρατάχθηκαν και χαιρέτησαν τη σημαία τους. Επικεφαλής της πορείας ήταν οι ποδηλάτες Αλκιμοι με τις μπλε μπλούζες και η μουσική μπάντα του δήμου Αθηναίων. Ακολουθούσε η φάλαγγα των χαλυβδόκρανων με φαλαγγάρχη τον Αναστ. Νταλίπη, υπασπιστή τον Σ. Ασβεστά, επιτελάρχη της οργάνωσης τον χαρ. Βασιλογεώργο και επιτελείς των διαφόρων υπηρεσιών, όπως π.χ. Στρατωνισμού και Στρατολογίας τον Δημ. Γούλα, Υγειονομικού τον Αχ.Τζηρίδη, Πληροφοριών τον Στ. Αγγελομάτη και υφομαδάρχη τον Παττερίδη. 

Στη συνέχεια με απόλυτη πειθαρχία ακολουθούσαν οι χαλυβδόκρανοι των επαρχιακών τμημάτων και αντιπρόσωποί τους: Ασπετάκης από την Εδεσσα, Σμυρλής από τη Βέροια, Πέκος από την Κλεισούρα, Φάκαλος από τα Γιαννιτσά, Παντελής από την Πτολεμαίδα, Παπαθανασίου από το Αμύνταιο, Ρωμπαμράς από τη Φλώρινα κ.ά. Στο τέλος της πορείας βρίσκονταν το προεδρείο και o αρχηγός της οργάνωσης μαζί με την αντιπροσωπεία της ΕΠΕ. 

Στην τελετή της Πλατείας Συντάγματος παραβρέθηκαν o υπουργός Εσωτερικών Ι. Ράλλης, o φρούραρχος Μπακόπουλος, ο πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς, o υπουργός Δικαιοσύνης Ταλλιαδούρος, αρκετοί βουλευτές, ενώ οι Αλκιμοι ευλογήθηκαν από τον Μητροπολίτη Βεροίας Πολύκαρπο. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης των στεφάνων από τις εθνικιστικές οργανώσεις μία διμοιρία ευζώνων απέδιδε τιμές. 

Η κομματική οργάνωση του ΚΚΕ στο λεκανοπέδιο της Αττικής προσπάθησε κινητοποιώντας τα μέλη του να εμποδίσει την κάθοδο των μελών της Τρία Εψιλον στην πρωτεύουσα. O τότε γραμματέας της ΚΟΑ, Βασίλης Νεφελούδης, έγραψε στα απομνημονεύματά του: "Αποφασίσαμε να παρατάξουμε τις δυνάμεις μας σε πυκνές ομάδες κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής για να υποδεχτούμε τους φασίστες των ΕΕΕ με αποδοκιμασίες, πριν ακόμα πατήσουν το πόδι τους στην Αθήνα". 

O Τύπος της εποχής κατέγραψε με λεπτομέρειες τα επεισόδια που τάραξαν την ηρεμία της πρωτεύουσας. Στους Μύλους της Αττικής "ομάς τεσσαράκοντα κομμουνιστών καιροφυλακτούσα, ελιθοβόλησε την αμαξοστοιχίαν..." (Καθημερινή, 26/8/1933).

Στη λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί ανάμεσα σε ομάδα κομμουνιστών και τους επιβάτες του τραίνου, με αποτέλεσμα τον φόνο ενός 35χρονου λιμενεργάτη, του Ανάργυρου Πικραμένου. Στη διασταύρωση των οδών Βουλής και Καραγεώργεβιτς μια άλλη ομάδα αριστερών διαδηλωτών επιτέθηκε εναντίον των αστυνομικών που προστάτευαν τον χωρο της τελετής. 

Συμπλοκές έγιναν και στον σταθμό Λαρίσης, ενώ η σοβαρότερη συμπλοκή σημειωθηκε στην οδό μητροπόλεως, όπου μερικές δεκάδες κομμουνιτες επιχείρησαν να οργανώσουν αντιδιαδήλωση προς το Σύνταγμα. Χαλυβδόκρανοι και αστυνομικοί τους ξυλοκόπησαν και 31 από τους διαδηλωτές συνελήφθησαν. 

Το ίδιο βράδυ πάνω από 100 κομμουνιστές επιτέθηκαν στο Βαρβάκειο, όπου είχαν στρατωνισθεί οι Αλκιμοι. Ακολούθησε πετροπόλεμος, συμπλοκή γκλομπ και σφαίρες από την αστυνομία και τους Τριεψιλίτες. Ενας διαδηλωτής, o Π. Θωμόπουλος. τραυματίστηκε βαριά από αδέσποτη σφαίρα. Η αστυνομία για να αποτρέψει τη :διασάλευση της τάξης" συνέλαβε "προληπτικά" 200 περίπου κομμουνιστές. 

Προκήρυξη των Τριών Εψιλον στην
προπολεμική Θεσσαλονίκη
 
H κομματική μυθολογία του ΚΚΕ είδε την όλη αντιφασιστική κινητοποίηση επιτυχή και νικηφόρα. Τα δημοσιεύματα όμως των τότε εφημερίδων διέψευσαν αυτήν την εκδοχή και παρουσίασαν ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Η :Βραδυνή" στις 25/6/1933 έγραψε ότι τον "υψηλόν πατριωτικόν προορισμόν τον οποίον υπηρετεί η ΕΕΕ ήλθον να επιβεβαιώσουν πανηγυρικώς και αι αναρχικαί απόπειραι των οποίων στόχος υπήρξαν τα μέλη της". 

H απήχηση που είχε στην κοινή γνώμη η κάθοδος των Τρία Εψιλον, ιδιαίτερα στη βόρεια Ελλάδα, ηταν αρκετά μεγάλη. Το κύριο άρθρο των "Μακεδονικών Νέων" στις 27/6/1933 (των Π. Λούβαρη και Β. Μεσολογγίτη), τόνιζε με έμφαση: "Να ενώση εθνικώς τους Έλληνας. Η κάθοδος των μελών της Εθνικής Ενωσεως Ελλάς εις την πρωτεύουσαν και το προσκύνημα αυτών εις τον τάφον του Αγνώστου Στρατιώτου υπήρξε εκδήλωσις, την οποίαν εξετίμησε δεόντως η κοινή γνώμη ολοκλήρου της χώρας, η οποία περιέβαλε πάντοτε την ισχυράν αυτήν μακεδονικήν οργάνωσιν με συμπάθειαν και στοργήν.. Η Εθνική Ενωσις Ελλάς ιδρυθείσα εδώ επάνω εις την πόλιν αυτήν, όπου αι διάφοραι υπονομεύσεις και οι παντοίοι κίνδυνοι που επαναπειλούν την κρατικήν εθνικήν μας υπόστασιν είναι περισσότερον έκ και βαθύτερον αισθητοί, παρά εις την παλαιάν Ελλάδα, έτυχεν ανεπισήμου μεν πλην στοργικής ενιχύσεως εκ μέρους των αρχών και ορισμένων στρατιωτικών παραγόντων και κατόρθωσε βαθμηδόν κατ' ολίγον, κατόπιν επιμόνου και δυσκόλου εργασίας, να φθάση εις την σημερινήν περιωπήν της". Και το άρθρο κατέληγε: "...Η εθνική αύτη εταιρία οφείλει να μείνη εκεί όπου την τοποθετεί η εθνική και κοινωνική αποστολή της ίνα ανέλθη εις μεγαλυτέραν ακόμη περιωπήν και αποτελέση έναν εθνικόν και κοινωνικόν δεσμόν μεταξύ των Ελλήνων, τους οποίους χωρίζει το κόμμα και η πολιτική". 

Για "δολοφονικές επιθέσεις των κομμουνιστών" και "την μεγαλοπρεπήν παρέλασιν της ΕΕΕ" έκαναν λόγο και οι υπόλοιπες εφημερίδες ("Ελεύθερο Βήμα", 'Καθημερινή" κ.ά.). 

Παρόμοια πορεία και λαμπαδηφορία αντίστοιχη αυτές των SS και των SA στη Γερμανία πραγματοποίησαν 100 περίπου χαλυβδόκρανοι στους δρόμους του Πειραιά. Ομως και αυτή η πορεία δεν τελείωσε ομαλά. Κομμουνιστές, αστυνομικοί και Τριεψιλίτες συγκρούστηκαν μεταξύ τους και οι επικεφαλής της πορείας συνελήφθησαν. 

Η ηγεσία των "Τρία Εψιλον" βιάστηκε να αξιοποιήσει την επιτυχία της καθόδου προς την Αθήνα και εξήγγειλε τον μετασχηματισμό της οργάνωσης σε πολιτικό κόμμα. Θεωρητικός του κινήματος ήταν o γνωστός τότε στους Θεσσαλονικείς Ελ. Σταυρίδης, o οποίος με άρθρα που δημοσίευε στην εφημερίδα "Δράση" (επίσημο δημοσιογραφικό όργανο της ΕΕΕ με γραφεία στην περιοχή του ναού της Αγίας Σοφίας) εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους η οργάνωση ακολουθούσε αντισημιτική πολιτική. 

Συγκεκριμένα ανέφερε ότι: "Κατά τας εκλογάς του 1915 οι Εβραίοι εψήφισαν τον συνδυασμόν του Δ. Γούναρη και έδωκαν εις το Λαϊκόν κόμμα 18 βουλευτάς περισσοτέρους, αφαιρέσαντες αυτούς από τον Βενιζελισμόν... Δεν ανεχόμεθα η τύχη και το μέλλον της Ελλάδος να ρυθμίζεται με εβραικάς ψήφους αίτινες πάντοτε έχουν ύποπτα ελατήρια και δεν ελαύνονται βεβαίως από αγάπην προς την ελληνική πατρίδα..." (εφημερίδα "Δράσις", 28/2/1934), 

Πολύ γρήγορα η οργάνωση με τη μαζικότητά της και τον δυναμικό εθνικιστικό προσανατολισμό της ξεπέρασε τα όρια της Θεσσαλονίκης και ίδρυσε παραρτήματα σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Στην Αθήνα η προσπάθεια "μεταφύτευσης" των Τρία Εψιλον υπήρξε άμεση αλλά όχι τόσο αποδοτική. 

Πρόεδρος της αθηναϊκής τοπικής ΕΕΕ υπήρξε ο Ι. Λαζαρής, με γενικό γραμματέα τον Δ. Πολυμέρη. Στο παράρτημα γυναικών ήταν η Ευθυμία Αγγελομάτη, στην προσφυγική Νέα Ιωνία o Ν. Συμεωνίδης, στη Νεάπολη o Μ. Σκευοφύλακας, στα Πετράλωνα o Δ. Γιαννακόπουλος. στον Βύρωνα o Α. Αραδούλης. Στην Καστοριά αρχηγοί του τοπικού παραρτήματος ήταν ο Ιω. Γκότσης και o Αριστ. Αρμάσης. 

Τον Απρίλιο του 1934 ιδρύθηκε τοπική ΕΕΕ και στην Πτολεμαίδα. Οι πρώτοι "Τριεψιλίτες"  στη μακεδονική αυτή πόλη ήταν οι Κων/νος Αδαμόπουλος, Σωκράτης Καλαιτζόπουλος, Γεωρ. Παρ. Μισανδρέου. Νικ. Ξυνός, Δημ. Σπανός, Σπ. Βυζαντινόπουλος και Γεώργ Παυλίδης.

O πρωτοσέλιδος τίτλος της "Δράσης" στις 2/3/1934 εξηγούσε τους σκοπούς του κινήματος ("Ελεύθεροι από παντός δεσμού, θα συνεχίσωμεν τον τραχύν αγώνα του καθαρμού μέχρι τέλους") και κατήγγειλε τις δύο ξένων συμφερόντων εταιρίες ηλεκτροφωτισμού και ύδρευσης της συμπρωτεύουσας ως "απατώσες και εκβιάζουσες".

Την ίδια χρονιά η ΕΕΕ υποστήριξε δικό της υπερκομματικό υποψήφιο στις δημοτικές εκλογές της Θεσσαλονίκης. Η προσπάθεια αυτή όμως απέτυχε, καθώς o υποψήφιος "Τριεψιλίτης" δήμαρχος Βορτσέλας συγκέντρωσε μόλις 798 σταυρούς προτίμησης έναντι 12.672 του υποψηφίου των Φιλελευθέρων Μηνά Πατρίκιου και 16.084 του υποψηφίου των Λαϊκών Μάνου, o οποίος τελικά εξελέγη. 

Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως μία ομάδα χαλυβδόκρανων αποχώρησε από την κεντρική επιτροπή των Τρία Εψιλον (Δ. Ιατρίδης, Σπ. Βάσσος, Αθαν. Ζαρίφης και Λεων. Περλεγκίδης) και ψήφισε μαζικά τον υποψήφιο των Φιλελευθέρων Μηνά Πατρίκιο. Αργότερα, αφού προσχώρησε στην κίνηση αυτή και o πρώην βουλευτής του κομμουνιστικού κόμματος Σταυρίδης, όλοι μαζί ίδρυσαν μια μικρότερης εμβέλειας εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση με την ονομασία "Εθνικοί Δημοκρατικοί Φρουροί Βορείου Ελλάδος". Αρχηγός της οργάνωσης υπήρξε κάποιος Περιστέρης, που κατά τη διάρκεια της Κατοχής έδρασε στα Τάγματα Ασφαλείας. 

Παρόλη την αποτυχία του κινήματος στις δημοτικές εκλογές του 1934, σε κάποιες περιοχές της χώρας οι "χαλυβδόκρανοι" σημείωσαν θεαματικά αποτελέσματα. Στα Ιωάννινα εξελέγη δημοτικός σύμβουλος o Σ. Μαρτίνης, υποψήφιος της ΕΕΕ, με 913 ψήφους επί 2.700 που ψήφισαν Η επιτυχία μάλιστα του "Τριεψιλίτη" Μαρτίνη έλαβε διαστάσεις θριάμβου επειδή o ίδιος με επιστολή του σε τοπική εφημερίδα, την "Ηπειρωτικός Αγών", δήλωσε εξαρχής πως επιζητούσε τις ψήφους των χριστιανών μόνο κατοίκων της πόλης και όχι των Εβραίων 

Στην Κοκκινιά του Πειραιά, προπύργιο της Αριστεράς, εξελέγησαν δύο μέλη των Τρία Εψιλον, οι Αξαρλής και Χρυσοχέρης. 

Γεγονός όμως είναι ότι η δύναμη της οργάνωσης μειώθηκε σημαντικά έπειτα από δύο συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις το 1933 και το 1934, αφού πάρα πολλά μέλη της ΕΕΕ είτε προσεχώρησαν σε άλλες παρεμφερείς εθνικιστικές ομάδες, είτε αφομοιώθηκαν από τους μηχανισμούς της εγχώριας εξουσίας (Λαϊκό Κόμμα, βενιζελικοί) που μονοπωλούσαν τότε τα πολιτικά πράγματα. 

Η προσπάθεια της οργάνωσης να πολιτευθεί σήμαινε την άρση της κρατικής υποστήριξης και τη διακοπή της χρηματοδότησης, με αποτέλεσμα τη σταδιακή διαρροή των μελών της προς διάφορες κατευθύνσεις. 

Στη Θεσσαλονίκη πάντως, όπου η ΕΕΕ εξαιτίας των ειδικών συνθηκών -εβραϊκή μειονότητα, ισχυρό εργατικό κίνημα, αυξημένη ανεργία- έδειχνε μεγαλύτερη δραστηριότητα, η κρίση καθυστέρησε να εκδηλωθεί. Η οργάνωση στη συμπρωτεύουσα διέθετε φοιτητική φάλαγγα, παράρτημα γυναικών και τμήμα ερασιτεχνικού θεάτρου που έδινε παραστάσεις στην αίθουσα του Λευκού Πύργου. 

Τα Τρία Εψιλον για να αντιμετωπίσουν την κομμουνιστική δραστηριότητα που ήταν το ίδιο αξιόλογη και για να προσφέρουν "εις τον κατατρεγμένο υπό των κεφαλαιοκρατών και απατηθέντα υπό των κομμουνιστών εργάτην την φιλόστοργον σκιάν του εθνικού κράτους-, είχαν διαιρέσει την πόλη σε τομείς. Τομεάρχες της ΕΕΕ στον 6ο Τομέα της Διοικητηρίου ήταν οι Λεπτουργός Νικόλαος, Μαυρόπουλος Γεώργιος και Ζήσου Νικόλαος, στον 9ο Τομέα Αγ. Γεωργίου οι Χρυσαφίδης Γεώργιος και Τερζόγλου Παναγιώτης, στον 8ο Ακροπόλεως οι Καρακατσάνης Γεώργιος και Μεϊμαρίδης Δημήτρης κ.α. 

Στην εφημερίδα του κινήματος "Δράση", εκτός από αναγνώσματα εθνικιστικού περιεχομένου, εφιλοξενούντο στήλες για θέματα εργατικά, προσφυγιάς, φοιτητικά, για απεργίες και ανταποκρίσεις για τις δραστηριότητες των αντίστοιχων εθνικοσοσιαλιστικών οργανώσεων του εξωτερικού. 

Τον Μάιο του 1934 δεκάδες χαλυβδόκρανοι πρωτοστάτησαν σε επεισόδια με κομμουνιστές εργάτες και αστυνομικούς, όταν παρέλασαν επειδεικτικά μέσα στην Πάτρα κατά τη διάρκεια φιλοβασιλικής διαδήλωσης. Τα επεισόδια άρχισαν στην πλατεία Ομονοίας, όταν μία ομάδα εθνικιστών "Αλκίμων" μετά την ορκωμοσία τους παρέλασαν υπό τους ήχους στρατιωτικής μουσικής "φέροντες κράνη και γκλομπς". Μια ομάδα κομμουνιστών επιχείρησε να τους αποδοκιμάσει, δέχθηκε όμως την επίθεση των "Αλκίμων" με αποτέλεσμα να υπάρξει συμπλοκή με τραυματίες εκατέρωθεν. 

Αξίζει να σημειωθεί πως το παράρτημα της ΕΕΕ στην Πάτρα θεωρείτο από τα περισσότερο πολυπληθή, αφού τα μέλη του ξεπερνούσαν τα 500. 

Με αφορμή τις βίαιες εκδηλώσεις και τον μαχητικό λόγο των μελών των Τρία Εψιλον, η οργάνωση βρέθηκε αρκετές φορές στο επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος. Κατά τη διάρκεια της καθιερωμένης παρέλασης της 25ης Μαρτίου στη Θεσσαλονίκη εκατοντάδες "Τριεψιλίτες" επιχείρησαν δυναμικά να παρελάσουν ανάμεσα στους προσκόπους της εβραϊκής Μακαμπή. Η αστυνομία συγκρούστηκε μαζί τους και συνέλαβε πολλά στελέχη της κεντρικής επιτροπής. Ορισμένοι, όπως o γιος του προέδρου των Τρία Εψιλον Ιω. Κοσμίδης και οι Κεπερίδης, Μαγκλής και Σκεντέρογλου, δικάστηκαν αργότερα για αντίσταση κατά της αρχής. 

Ο Τότε αρχισυντάκτης της εφημερίδας "Μακεδονία" Νικόλαος Φαρδής, γνωστός για τα αντισημιτικά του άρθρα, υπερασπίστηκε μέσα από τις στήλες της εφημερίδας τους κατηγορούμενους, ενώ επιβεβαίωσε για μια ακόμα φορά πως η απήχηση των εθνικιστών έγκειται στη βίαιη δράση τους και όχι στις απόψεις τους. 

Χαρακτηριστικό δείγμα για την κατάσταση που επικρατούσε τότε στους δρόμους και τις γειτονιές πολλών επαρχιακών πόλεων είναι η επιστολή που έστειλε ένας "Τριεψιλίτης" από την Ξάνθη στην εφημερίδα "Δράση" του κινήματος: Στας 9 όλοι οι Άλκιμοι της ΕΕΕ συγκεντρωμένοι περίμεναν τας διαταγάς του ομαδάρχου. Αυτός, αφού μας ομίλησε την ημέραν των εκλογών, εδιάλεξε περί τους 25, τους καλυτέρους και μεγαλυτέρους εξ ημών, τους διέταξε να πάνε να φάνε στα σπίτια τους και στις 10 ακριβώς το βράδυ να βρίσκονται στη Λέσχη. οι άλλοι ήσαν ελεύθεροι. Στις 10 ακριβώς η βροντώδης φωνή του αρχηγού ακούεται... Να σταμπάρετε τα σφυροδρέπανα (σ.σ. που ήταν ζωγραφισμέστους τοίχους της πόλης) και να τα μετατρέψετε δικεφάλους αετούς. Αμέσως χωρισθήκαμε σε τρία τμήματα. Το πρώτο με επικεφαλής τον ίδιον έκαμε την αρχήν και μετέβαλε το κόκκινο σφυροδρέπανο σε έναν όμορφο αετό. Κατά τις 2 π.μ, τα δυο τμήματα συνεπλάκησαν με τμήμα κομμουνιστων (περί τους δέκα) οι οποίοι εκολλούσαν ρεκλάμες (αφίσες) με την κόκκινη σημαία. Τα ποντίκια -αφού τους εξυλοκόπησαν- τους έκαμαν να τραπούν εις άτακτον φυγή αφήσαντας ως λάφυρα, τις ρεκλάμες των, μία σκάλαν, ένα πινέλο, κόλλα κ.ά. 

Οι πουλημένοι της Μόσχας δεν ξεχνούν τα παθήματά τους, θέλουν να τα εκδικηθούν. Παρακολουθούν τους Αλκίμους για να τους βρουν μεμονωμενους και να τους ξυλοκοπήσουν... 

Το κλίμα της εποχής θύμιζε -σε μικρότερο βαθμό βέβαια - τις συγκρούσεις μεταξύ των Ταγμάτων Εφόδου (SA) και των κομμουνιστών στην προναζιστική Γερμανία (1927-1933). 

Άλλο ενδεικτικό δημοσίευμα της "Δράσης" είναι το ακόλουθο: "Άθλοι και πάθημα Εβραίων κομμουνιστών. 

Προχθές εις την διασταύρωσιν Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου δύο κομμουνισταί, εκ των οποίων o εις ήτο Εβραίος, επιτέθησαν εκ των όπισθεν κατά του εφημεριδοπώλου μας O. Νικολάου, δια να τον κακοποιήσουν και να ξεσχίσουν τα φύλλα της Δράσεως τα οποία επώλει. O Νικολάου ημύνθει γρονθοκοπήσας τους θρασείς αντιπάλους του, οπόταν κατέφθασαν δύο άλλοι εθνικισταί τυχαίως αντιληφθέντες την σκηνήν, οι Αναστ. Κελτεμίδης και Βασ. Τραμπούκης. Το αποτέλεσμα ήτο ότι δύο κομμουνισταί εδάρησαν ανηλεώς, πράγμα οποίον θα τους γίνει ασφαλώς σωτήριον μάθημα..."(Εφημερίδα -Δράσις", Μάρτιος 1934). 

Παρόλο που η οργάνωση δεν είχε ξεκάθαρο πολιτικό προσανατολισμό, o τρόπος συλλογισμού και δράσης των μελών της εκινείτο σε αυστηρά δογματικό εθνικιστικό πνεύμα και το καθαρό φυλετικό κράτος ήταν το κυρίαρχο ιδεολογικό στοιχείο των Τρία Έψιλον. 

Τον Απρίλιο του 1934 αντιπροσωπεία της Ρουμανικής Σιδηράς Φρουράς επισκέφθηκε τα γραφεία της ΕΕΕ στη Θεσσαλονίκη. Αφού περιηγήθηκαν την πόλη o Ρουμάνος εκπρόσωπος και ο υπασπιστής της ΕΕΕ Σ. Πετρίδης, εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν κατά "των Εβραίων και των κομμουνιστών που επιχειρούν να δηλητηριάσουν τις εθνικές κοινωνίες". 

Παρόλη την ιδεολογική συγγένεια των Τρία Εψιλον με τα καθεστώτα του Χίτλερ και του Μουσολίνι, η εφημερίδα "Δράση" σχολίαζε στις 7 Απριλίου 1934, στη στήλη "Επί των γεγονότων", τη στάση των ιταλικών αρχών κατοχής στα Δωδεκάνησα: " Ο Αγών των Δωδεκανησίων είναι ιερός. Ημείς οι ελεύθεροι παρακολουθούμεν με συμπάθειαν τα τόσον συγκινητικά αισθήματα των αλυτρώτων αδελφών. Ας είναι βέβαιοι ότι μίαν ημέραν θα νικήσουν - οι τίμιοι εθνικοί αγώνες πάντοτε θριαμβεύουν". 

Τα μέλη των Τρία Εψιλον ήταν οργανωμένα στρατιωτικά, είχαν φανατισμό και πειθαρχία, αλλά προφανώς δεν διέθεταν την κατάλληλη ηγεσία. Το κίνημα εκφυλίστηκε σταδιακά και η δικτατορία του Μεταξά το βρήκε διαλυμένο, αφού τα περισσότερα στελέχη του προσεχώρησαν στην Οργάνωση Εθνικοφρόνων Σοσιαλιστών (ΟΕΣ) του Ιάκωβου Διαμαντόπουλου στα τέλη του 1934. 

Χαρακτηριστικά δε αναφέρεται ότι στις βουλευτικές εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 η ΕΕΕ έλαβε μόλις 505 ψήφους (0,04%) του εκλογικού σώματος. Το παράδοξο είναι ότι πολλά από τα μέλη της οργάνωσης προέρχονταν και είχαν πολιτική κάλυψη από το κόμμα των Φιλελευθέρων. 

Κατά τη διετία 1935-36 η οργάνωση δεν παρουσίασε καμία σχεδόν πολιτική δραστηριότητα, γεγονός που μάλλον οφείλεται στο ότι εξέλιπε η οικονομική υποστήριξη και η προστασία που παρείχαν τα αστικά κόμματα. 

Αρκετά στελέχη των Τρία Εψιλον εμφανίστηκαν αργότερα, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, στο πλευρό των Γερμανών. Πιο γνωστός από όλους ήταν ο συνταγματάρχης Γ. Πούλιος (ή Πούλος), που έδρασε στην περιοχή των Γιαννιτσών με τους "πραιτωριανούς" του, ο Γ Βαρδάκας από τη Θεσσαλονίκη, εθελοντής εργάτης το 1942 στη Γερμανία, η οικογένεια Κοσμίδη κ.ά. οι περισσότεροι όμως "χαλυβδόκρανοι" τομεάρχες της ΕΕΕ -Ελευθεριάδης από την Ξάνθη, Μπουκουβάλας από την Κοζάνη, Παπαχρήστου από τα Γιάννενα, Παπαζαντζάρης από την Καστοριά και άλλοι- εντάχθηκαν στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου, αφού πίστεψαν πως οι προσπάθειές τους ευοδώθηκαν ως έναν βαθμό και τα οράματά τους για ένα πραγματικά εθνικολαϊκό κράτος ενσάρκωναν η ΕΟΝ και η 4η Αυγούστου.


Πηγή κειμένου: Ιάκωβος Περ. Χονδροματίδης - "Η ΜΑΥΡΗ ΣΚΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ"