Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2026

Η δολοφονία του Γ. Ζέβγου

Το 1947 σφραγίστηκε από μια σημαντική εξέλιξη, την αλλαγή φρουράς του ξένου παράγοντα που στήριζε το κυβερνητικό στρατόπεδο: Οι Βρετανοί οριστικοποίησαν την απεμπλοκή τους από την Ελλάδα και το ρόλο τους ανέλαβαν οι ΗΠΑ με την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν και του Σχεδίου Μάρσαλ. Η κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη παραιτήθηκε τον Ιανουάριο και ορίστηκε κυβέρνηση από όλα τα κόμματα της Βουλής, υπό τον Δημήτριο Μάξιμο.

Σε αυτό το φόντο, κατέφτασε στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 1947, ενδεκαμελής επιτροπή του ΟΗΕ. Η επιτροπή είχε σχηματιστεί τα Χριστούγεννα του 1946, σε μια προσπάθεια διεθνοποίησης του «ελληνικού ζητήματος», αυτή τη φορά από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία είχε προσφύγει στον ΟΗΕ εναντίον των όμορων σοσιαλιστικών βαλκανικών κρατών, με την κατηγορία ότι υποκινούν την «ανταρσία».

Η επιτροπή, που τη συναποτελούσαν οι χώρες που συμμετείχαν στο Συμβούλιο Ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων της ΕΣΣΔ και της Πολωνίας, είχε την εξουσιοδότηση να πραγματοποιήσει έρευνα σε διάφορες περιοχές της χώρας. Κατά τη διαμονή της στην Αθήνα παρέλαβε εκθέσεις της ελληνικής κυβέρνησης και δέχτηκε την αντιπροσωπία του ΕΑΜ, του ΣΚ ΕΛΔ και των Αριστερών Φιλελευθέρων. Η κάθε πλευρά παρουσίαζε τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα: από τη μια η κυβέρνηση υποστήριζε ότι το αντάρτικο ήταν «ξενοκίνητο» και οι σοσιαλιστικές βαλκανικές χώρες με τις ενέργειές τους απειλούσαν την εδαφική ακεραιότητα και ανεξαρτησία της Ελλάδας. Από την άλλη, το ΚΚΕ έκανε λόγο για «μονόπλευρο εμφύλιο πόλεμο που κήρυξαν οι Αγγλοι και ο μοναρχοφασισμός», εξαναγκάζοντας χιλιάδες καταδιωκόμενους να ανέβουν στο βουνό. Τις ίδιες καταγγελίες στην επιτροπή έκαναν και άλλοι πολιτικοί παράγοντες που είχαν συμμετάσχει στο ΕΑΜ, αλλά αποχώρησαν μετά τα Δεκεμβριανά. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Η. Τσιριμώκου: «Ο μοναρχισμός υποστηρίζει τώρα ότι τρομοκρατεί διότι υπάρχει αντάρτικο, λησμονεί να αναγνωρίσει ότι το αντάρτικο υπάρχει διότι τρομοκρατεί».

Τις εργασίες της επιτροπής παρακολουθούσαν αντιπρόσωποι του ΕΑΜ και πολιτικοί παράγοντες, συμμετείχαν δε αυτοδικαίως αντιπρόσωποι της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας, καθώς η έρευνα αφορούσε τις χώρες τους. Κλιμάκιά της επισκέφτηκαν διάφορες περιοχές όπου ήταν υπό τον έλεγχο των ανταρτών, αλλά και νησιά - τόπους εξορίας. Στη Θεσσαλονίκη εξετάστηκαν μάρτυρες της ελληνικής κυβέρνησης και πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις στις φυλακές της πόλης. Εκεί είχε σταλεί και ο Γ. Ζέβγος, ως αρχηγός της αντιπροσωπίας του ΕΑΜ (αποτελούμενη από τους Γ. Σιάντο, Κ. Γαβριηλίδη, Μ. Κύρκο).


Νεκρός με τέσσερις σφαίρες πισώπλατα

Στις 20 Μαρτίου 1947, νωρίς το μεσημέρι, ο Γιάννης Ζέβγος πέφτει νεκρός στην οδό Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη κατά τη μεταβίβασή του στο ξενοδοχείο «Αστόρια». Τέσσερις σφαίρες, από κοντινή απόσταση, τον βρίσκουν πισώπλατα, επιφέροντάς του θανάσιμο πλήγμα και ο θάνατός του είναι ακαριαίος. Ο δράστης καταδιώκεται από διερχόμενους πολίτες και έναν αστυφύλακα και συλλαμβάνεται. Λίγες ώρες πριν από τη δολοφονία του ο Ζεβγός είχε στείλει στην επιτροπή του ΟΗΕ γράμμα που κατήγγειλε τη φίμωση του δημοκρατικού Τύπου της Θεσσαλονίκης και τις αθρόες συλλήψεις μελών των κομμάτων του συνασπισμού του ΕΑΜ, οι οποίοι είχαν σχέση με την προσκόμιση στοιχείων στην επιτροπή.


Ποιος ήταν ο Γ. Ζέβγος;

Ο Γ. Ζέβγος (πραγματικό όνομα Γιάννης Ταλαγάνης) ήταν ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ με μακρά πορεία στις τάξεις του κόμματος. Γεννήθηκε στη Δορίζα Αρκαδίας το 1897 από φτωχή, πολύτεκνη αγροτική οικογένεια. Φοίτησε στο διδασκαλείο της Αθήνας και αρχικά εργάστηκε ως δάσκαλος σε χωριά της Αρκαδίας. Εκείνη την περίοδο προσβλήθηκε από φυματίωση. Το 1917 υπηρέτησε τη θητεία του στο στρατό και τότε ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες. Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ενώ ήταν στο μέτωπο, ανέπτυξε αντιπολεμική δράση, συνελήφθη, βασανίστηκε και στάλθηκε εκδικητικά στις πρώτες γραμμές. Εκεί συνδέθηκε με το ΚΚΕ, στο οποίο εντάχθηκε το 1922. Κατά την επιστροφή του, δούλεψε ως δάσκαλος στη Μακεδονία μέχρι το 1924, αναπτύσσοντας έντονη συνδικαλιστική δράση, οπότε άρχισαν οι διώξεις και οι συνεχείς μεταθέσεις του.

Συνελήφθη για πρώτη φορά το 1925, επί δικτατορίας Παγκάλου, και εξορίσθηκε για 5 μήνες στη Φολέγανδρο. Μετά την απελευθέρωσή του, τοποθετήθηκε σε υπεύθυνες θέσεις στο κομματικό μηχανισμό (μέλος του Γραφείου της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας, υπεύθυνος στις εκδόσεις του ΚΚΕ, Λαϊκό Βιβλιοπωλείο). Το 1928 ταξίδε ψε στη Μόσχα, όπου παρέμεινε μέχρι το 1933. Εκεί έμαθε τη ρωσική γλώσσα και φοίτησε στην κομματική σχολή ΚΟΥΤΒ, που είχε αναλάβει την επιμόρφωση στελεχών των ανά τον κόσμο κομμουνιστικών κομμάτων, πολλά από τα οποία ανέλαβαν αργότερα ηγετικές θέσεις στα κόμματά τους.

Αξιοποιώντας τη θεωρητική του συγκρότηση, το ΚΚΕ τον όρισε το 1934 διευθυντή του περιοδικού «Κομμουνιστική Επιθεώρηση». Συχνή ήταν και η αρθρογραφία του στον «Ριζοσπάστη» και τα περιοδικά «Αναγέννηση και Πρωτοπόροι». Πέρα από την τρέχουσα πολιτική αρθρογραφία, έγραψε πολιτικά και ιστορικά βιβλία (Η λαϊκή αντίσταση του Δεκέμβρη και το ελληνικό πρόβλημα, Το εθνικό πρόβλημα της Ελλάδας, η Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας, που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει).

Το 1935 εκλέχθηκε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και δύο χρόνια αργότερα ορίστηκε μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Κατά τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου συνελήφθη, καταδικάστηκε με το «ιδιώνυμο» σε δύο χρόνια φυλακή και ένα έτος εξορία. Στάλθηκε στις φυλακές της Αίγινας. Μετά την κατάρρευση του αλβανικού μετώπου μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα και από εκεί στην Ακροναυπλία. Παρέμεινε κρατούμενος από τις κατοχικές δυνάμεις μέχρι το 1942, οπότε δραπέτευσε με μυθιστορηματικό τρόπο από το νοσοκομείο, όπου είχε μεταφερθεί για να εγχειρισθεί.

Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, συναποτελούσε τον ηγετικό πυρήνα του ΚΚΕ. Διατέλεσε μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ. Τον Αύγουστο 1944 στάλθηκε στο Κάιρο, στις διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό Κυβέρνησης Εθνική Ενότητας. Από εκεί μαζί με τον Μ. Πορφυρογένη μετέβησαν στην Καζέρτα, όπου υπέγραψαν την ομώνυμη συμφωνία. Στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, διατέλεσε υπουργός Γεωργίας. Μετά τα «Δεκεμβριανά» επανεξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Παράλληλα, και μέχρι το 1946, καθοδηγούσε τις κομματικές οργανώσεις της Πελοποννήσου. Μάλιστα, μετά το πέρας της περιοδείας του σε Μεσσηνία, Λακωνία, Αρκαδία, δέχθηκε «δολοφονική επίθεση από μισθοφόρο της Χ» στην Κόρινθο, όπως κατήγγειλε ο «Ριζοσπάστης».


Η κηδεία 

Την επόμενη ημέρα, οι αστυνομικές αρχές απαγόρευσαν στη σύζυγο του Γ. Ζέβγου να μεταφέρει τη σορό του στην Αθήνα. Μάλιστα εξανάγκασαν τους συγγενείς να κάνουν την κηδεία αυθημερόν στη Θεσσαλονίκη, απειλώντας τους ότι αν δεν παρουσιαστούν θα κηδευτεί ασυνόδευτος. Η κηδεία πραγματοποιήθηκε κάτω από άκρα μυστικότητα και το νεκροταφείο ήταν ζωσμένο με χωροφύλακες και χαφιέδες, σύμφωνα με τις αφηγήσεις της Καίτης Ζέβγου. Παρόντες ήταν μόνο η γυναίκα και η κόρη του, ο γιατρός και συγγενής τους Αυγουστίδης και ο ανταποκριτής του «Ριζοσπάστη» στη Θεσσαλονίκη. Η Καίτη Ζέβγου αποχαιρέτησε το σύντροφό της με τα παρακάτω λόγια: «Αγαπημένε μας, όπως έζησες ταπεινά όλη τη ζωή σου έτσι πέθανες και τώρα. Όλη σου τη ζωή σου την έδωσες στο κόμμα και για αυτό σε δολοφόνησαν. Δεν σου φέραμε λουλούδια, Γιάννη μου, αλλά είμαστε εδώ η γυναίκα σου και η κόρη σου και σου δίνουμε μια υπόσχεση: να δώσουμε και εμείς τη ζωή μας για τον ιερό αγώνα που εσύ άρχισες για τη συμφιλίωση του λαού, ολόκληρου του λαού, για να μην τον σκοτώνουν άδικα». Στον Τύπο της επόμενης ημέρας αναφερόταν επιγραμματικά σχετικά με την κηδεία ότι «απαγορεύτηκε με απόφαση της Αστυνομίας κάθε πολιτική εκδήλωση. Η Αστυνομία βρίσκεται σε επιφυλακή». Από την άλλη πλευρά, ο «Ριζοσπάστης» έγραφε: «Φοβισμένη η κυβέρνηση δεν άφησε το λαό να κηδέψει τον αγωνιστή Ζέβγο». Ομαδικό προσκύνημα στον τάφο του Γ. Ζέβγου πραγματοποιήθηκε στις 22 Μαρτίου με τη συμμετοχή του Ν. Ζαχαριάδη, του Κ. Καραγιώργη, του Γ. Πασαλίδη και πολύ κόσμου. 


Οι αποκαλύψεις των δραστών

Τα γεγονότα πήραν άλλη τροπή όταν στις 3 Απριλίου ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε επιστολή του 33χρονου καπνοπαραγωγού από τις Σέρρες, Νίκου Σιδηρόπουλου, συνεργού του Χ. Βλάχου. Οπως ανέφερε, είχε φύγει και αυτός από τον «τόπο αυτοεξορίας» του, το Μπούλκες, και μόλις επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη τον «παρέλαβε» το Γ’ Σώμα Στρατού. Τοποθετήθηκε μαζί με άλλους στην ΕΣΑ Βαρδαρίου, όπου τους ασκήθηκαν πιέσεις «για να καταθέσουν άσχετα με την αλήθεια για τη ζωή στο Μπούλκες». Μάλιστα, ο αντιπρόσωπος της κυβέρνησης στην επιτροπή του ΟΗΕ, Κύρου, τους επισκέφθηκε και επέμεινε να καταθέσουν «για να σώσουν την Ελλάδα». Κατά την παραμονή τους στην ΕΣΑ, μαζί με άλλα άτομα που τελικά κατέθεσαν στην επιτροπή (ο ίδιος δεν κατέθεσε), λάμβαναν ημερομίσθιο, αλλά και μεγαλύτερα ποσά. Στις 10 Μαρτίου 1947, μαζί με τους Χρήστο Βλάχο, Αθανάσιο Παρτούλα, Πολυμέρη Χαρίση, Λάζαρο Τσιαούση, Χαράλαμπο Γκιαουρίδη, Ευστάθιο Μπαϊπουλτίδη, τους έγραψαν σε εθνικόφρονες οργανώσεις, οπλίζοντάς τους. Αρχηγός τους ήταν ο Τάσος Τσάκωνας. Η εντολή που τους δόθηκε ήταν να δολοφονήσουν διάφορα ηγετικά στελέχη της Αριστεράς: τον Γ. Ζέβγο, το δικηγόρο Σακελλαρόπουλο, τον Δηλαβέρη και τον γιατρό Πασαλίδη. Ενώ έλαβαν διαβεβαιώσεις ότι όλα θα γίνουν με την ανοχή της Αστυνομίας και μετά το πέρας του σχεδίου θα αμειφθούν αδρά. Η παρακολούθηση του Γ. Ζέβγου ξεκίνησε στις 18/3 με τη συμμετοχή και των επτά ατόμων, κανένα από τα οποία δεν τον γνώριζε προσωπικά. Η διαταγή που πήραν ήταν να τον σκοτώσουν νύχτα και κρυφά μέσα στο ξενοδοχείο του, πράγμα που δεν έγινε κατορθωτό. Επειτα από δύο ημέρες παρακολουθήσεων, ο Τ. Τσάκωνας και ο Χ. Βλάχος κατόπιν συνάντησης, στην οποία παραβρέθηκε και ο άρτι αφιχθείς στην πόλη Ν. Ζέρβας, πήραν εντολή η δολοφονία να γίνει άμεσα, σε οποιοδήποτε σημείο της πόλης. Κατόπιν τούτου, ξεκίνησε εκ νέου παρακολούθηση. Οταν ο Γ. Ζέβγος βγήκε από εστιατόριο στην Αγίας Σοφίας, ο Χ. Βλάχος τον πυροβόλησε. Αμέσως σκόρπισαν όλοι και συγκεντρώθηκαν ένας ένας στην ΕΣΑ. Εκεί έμαθαν για τη σύλληψη του Χ. Βλάχου. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στο Ε’ Τμήμα, όπου ένας ενωμοτάρχης τού υπέδειξε από το παράθυρο το γραφείο του Σακελλαρόπουλου, αναφέροντάς του ότι αυτός θα αναλάμβανε τη δολοφονία του. Θα την πραγματοποιούσε είτε με όπλο, στην περίπτωση που ήταν και άλλοι στο γραφείο, ή με μαχαίρι, αν ήταν μόνος. Κατά την παραμονή του στο Ε’ Τμήμα, επισκέφτηκαν το γραφείο του διοικητή, στο οποίο βρίσκονταν ο Τ. Τσάκωνας, ο βουλευτής του Κιλκίς Παπαδόπουλος και κάποιος στρατιωτικός. Αφού συνομίλησαν, ο Τ. Τσάκωνας τους ενημέρωσε ότι οι εκτελέσεις έπρεπε να αναβληθούν για δυο-τρεις μέρες. Η επιστολή έκλεινε με τη δήλωση του Ν. Σιδηρόπουλου ότι δέχεται να καταθέσει όσα ομολογεί «μπροστά σε οποιαδήποτε επιτροπή, αρκεί να έχω εγγυήσεις ότι δεν θα πάθω τίποτα. Σας στέλνω και μια φωτογραφία μου που είμαι με έναν από την ΕΣΑ πάνω σε μοτοσικλέτα».

Η επιστολή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, ο υπουργός Δικαιοσύνης δήλωσε ότι το δημοσίευμα στοχεύει στη συκοφάντηση της χώρας, ενώ ο Ν. Ζέρβας έκανε μήνυση στον Ν. Σιδηρόπουλο και τον «Ριζοσπάστη» για συκοφαντική δυσφήμηση.18 Αργότερα δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» αντίστοιχη δήλωση και άλλου συνεργού, του Χ. Γκιαουρίδη. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Ελευθερία», ο ίδιος ανακρίθηκε από την Αστυνομία και δήλωσε ότι η επιστολή ήταν πλαστή, ωστόσο ο δικηγόρος της οικογένειας Ζέβγου κατέθεσε στον ανακριτή τις πρωτότυπες χειρόγραφες επιστολές.


Η δίκη και η φυγή στην Αργεντινή 

Ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας Χρήστος Βλάχος παραπέμφθηκε σε δίκη το 1948 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης μόλις 4 ετών. Σύντομα όμως ανακοινώθηκε ότι «δραπέτευσε» από τη φυλακή και φυγαδεύτηκε στο Μπουένος Αϊρες της Αργεντινής, όπως φαίνεται και στο δημοσίευμα ελληνόφωνης παροικιακής εφημερίδας: «Αφίχθη εις την πόλη μας ο ομογενής κ. Χρήστος Βλάχος προκειμένου να εγκατασταθεί οριστικώς ενταύθα!». Αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα και για πολλά χρόνια ήταν έγκλειστος στο Ψυχιατρείο της Λέρου. Από εκεί, το 1981, έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα «Ακρόπολις», στην οποία αποκάλυψε το σχέδιο εκτέλεσης του Γ. Ζέβγου: «Εγώ δούλευα για την ελληνική και τη συμμαχική αντικατασκοπεία, πολεμούσα τους κομμουνιστές και τους Τούρκους... Ετσι, εκτέλεσα και την εντολή που πήρα από τους ανωτέρους μου, να σκοτώσω τον Γιάννη Ζέβγο. Επρεπε να υπακούσω. Η πατρίδα κινδύνευε, έπρεπε να την καθαρίσω από τους κομμουνιστές. Και το Σουλτάνο του ΚΚΕ (σ.σ.: τον Ζαχαριάδη) έπρεπε να τον σκοτώσω».


ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ 

Δείτε επίσης:

Η δολοφονία του Χρήστου Λαδά


Σάββατο, Φεβρουαρίου 14, 2026

Απρίλιος 1941: Οι ελληνικές προετοιμασίες

Οι Έλληνες είχαν αναμφίβολα αποδείξει ότι ήταν περισσότερο από ικανοί όχι απλώς να αποκρούσουν τις δυνάμεις του συνεταίρου του Χίτλερ αλλά και να τις αναγκάσουν σε άτακτη υποχώρηση. Μία αντιπαράθεση όμως με την Γερμανία θα ήταν τελείως διαφορετική. Σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης οι ελληνικές δυνάμεις θα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, καθώς αντικειμενικά η Ελλάδα δεν διέθετε τα μέσα αλλά και το ανθρώπινο δυναμικό για να επιδοθεί σε διμέτωπο αγώνα εναντίον συντριπτικά υπέρτερου αντιπάλου, ευρισκόμενη ήδη σε εμπόλεμη κατάσταση με (έστω θεωρητικά) επίσης ισχυρότερο αντίπαλο. Το ηθικό Ενόπλων Δυνάμεων και λαού συνέχιζε να είναι υψηλό και έτσι θα παρέμενε αλλά για την επιτυχημένη διεξαγωγή εχθροπραξιών χρειάζονται οπλικά συστήματα. Η Ελλάδα όμως δεν διέθετε πολεμική βιομηχανία και εξαρτάτο αποκλειστικά από την Βρετανία, η οποία βεβαίως δεν ήταν και στην καλύτερη δυνατή κατάσταση.

Για την συνέχιση των εχθροπραξιών στην Αλβανία, στο μέτωπο αυτό είχαν μεταφερθεί σημαντικές δυνάμεις, οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να είναι αναπτυγμένες στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Το ενδεχόμενα αναστροφής αυτής της διαδικασίας αποκλείσθηκε, εφόσον κρίθηκε προτιμότερο να εξακολουθήσουν οι επιτυχημένες επιχειρήσεις στην Αλβανία. Με αυτές τις συνθήκες η ελληνική ηγεσία ήλπιζε ότι οι ενισχύσεις, τις οποίες είχαν υποσχεθεί ότι θα διαθέσουν οι Βρετανοί θα ήταν ουσιαστικές από αριθμητικής πλευράς και θα έφθαναν εγκαίρως. Υπολογιζόταν επίσης ότι η Τουρκία και η Γιουγκοσλαβία ή τουλάχιστον μόνο η Γιουγκοσλαβία θα συμμετείχαν ενεργά στον αγώνα εναντίον του Άξονος. Ειδικά, εάν η δεύτερη έμπαινε στον πόλεμο στο πλευρό της Ελλάδας, θα έφραζε την μία από τις πιθανές κατευθύνσεις ενδεχόμενης γερμανικής επίθεσης και θα έδινε στην Ελλάδα την ευκαιρία να αποτραβήξει δυνάμεις από το αλβανικό μέτωπο. Βεβαίως όπως είναι γνωστό, τίποτε από τα παραπάνω δεν συνέβη.

Κατά την διάρκεια ελληνο-βρετανικής σύσκεψης (13-15 Ιανουαρίου 1941), παρόντος και του πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά, ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος διατύπωσε την άποψη ότι η Γιουγκοσλαβία θα παρέμενε ουδέτερη και συνεπώς ιδιαίτερο ρόλο θα έπαιζε η βρετανική βοήθεια. Ζήτησε λοιπόν από τους Συμμάχους τουλάχιστον εννέα μεραρχίες πεζικού με υποστήριξη πυροβολικού και ανάλογες αεροπορικές δυνάμεις. Οι δυνάμεις αυτές θα έπρεπε να αφιχθούν στην Ελλάδα αμέσως μόλις οι Γερμανοί κινούνταν από την Ρουμανία στην Βουλγαρία. Οι Βρετανοί όμως δεν μπορούσαν να διαθέσουν περισσότερες από τρεις μεραρχίες και μικρό σχετικά αριθμό αεροσκαφών αλλά προσφέρθηκαν, διά στόματος του Στρατηγού Ουέηβελ (αρχηγού των βρετανικών δυνάμεων στην Μέση Ανατολή) να στείλουν αμέσως ολιγάριθμες δυνάμεις, απαρτιζόμενες από ένα σύνταγμα πυροβολικού, ένα μικτό αντιαεροπορικό και αντιαρματικό σύνταγμα και δύναμη περίπου 60 αρμάτων. Η μεγαλύτερη βοήθεια των τριών μεραρχιών δεν θα μπορούσε να φθάσει στην Ελλάδα πριν την παρέλευση δύο μηνών λόγω μη διαθεσιμότητας επαρκών θαλασσίων μεταφορικών μέσων. Η προσφορά απορρίφθηκε από ελληνικής πλευράς ώστε να μην δοθούν αφορμές στους Γερμανούς και ζητήθηκε όπως η όποια βρετανική βοήθεια να φθάσει στην χώρα όταν τα στρατεύματα του Χίτλερ θα αναπτύσσονταν στην Βουλγαρία, οπότε η εισβολή θα εθεωρείτο επικείμενη. Τελικά η βοήθεια των Βρετανών περιορίσθηκε σε δύο μεραρχίες πεζικού και μία τεθωρακισμένη ταξιαρχία.

Η παρουσία βρετανικών δυνάμεων χρησιμοποιήθηκε από τον Χίτλερ ως πρόσχημα για την επίθεση εναντίον της Ελλάδας, προβάλλοντας ως αιτία της εισβολής την εκδίωξή τους από αυτήν, εφόσον η παρουσία τους αποτελούσε απειλή για τα συμφέροντα του Άξονος.

Εκτός από το γεγονός της ειλημμένης απόφασης για εισβολή στην Ελλάδα, όπως προαναφέραμε, οι Γερμανοί ήξεραν επίσης τις ελληνικές θέσεις, οι οποίες είχαν γνωστοποιηθεί στην γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, η οποία εκείνη την εποχή ερωτοτροπούσε με τον Γερμανό δικτάτορα. Επίσης γνωστές ήταν οι ελληνικές θέσεις στους Γερμανούς όταν στις αρχές του έτους είχαν γίνει ανεπίσημες βολιδοσκοπήσεις σε διπλωματικό επίπεδο προς τον Έλληνα πρεσβευτή στην Γερμανία ως προς την πιθανότητα μεσολάβησης για ανακωχή με την Ιταλία έναντι διευκολύνσεων. Οι οδηγίες, τις οποίες είχε λάβει ο τελευταίος από την Αθήνα ήταν «Πολεμούμε»!

Κατά την διάρκεια του Φεβρουαρίου 1941 η ελληνική ηγεσία εξέταζε τα υπέρ και τα κατά της περιορισμένης βρετανικής βοήθειας και την πιθανότητα σχηματισμού αμυντικής γραμμής κατά μήκος των οροσειρών Βερμίου και Ολύμπου. Από καθαρά στρατιωτικής πλευράς φαινόταν προτιμότερο να εκκενωθεί η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, καθώς για την επιτυχημένη άμυνα αυτών των περιοχών απαιτούνταν δώδεκα μεραρχίες, ενώ οι διαθέσιμες μαζί με τις βρετανικές ήταν έξι. Η υπό συζήτηση περιοχή προσέφερε πράγματι σημαντικά πλεονεκτήματα για αμυντικό πόλεμο, λόγω εδαφικής διαμόρφωσης και η λύση αυτή σαφώς υποστηριζόταν από τους Βρετανούς. Εάν όμως υιοθετείτο, αυτό θα σήμαινε εγκατάλειψη της Θεσσαλονίκης και όλων των εδαφών ανατολικά του Αξιού και από ηθικής και πολιτικής άποψης τέτοια απόφαση δεν γινόταν να ληφθεί από οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση (τουλάχιστον εκείνη την εποχή). Για παρόμοιους λόγους δεν αποφασίσθηκε και η σύμπτυξη των μαχομένων ελληνικών δυνάμεων στην Αλβανία, γιατί εκτιμήθηκε ότι μία τέτοια κίνηση θα επηρέαζε αρνητικά το ηθικό στρατού και λαού. Ενώ όμως ήταν φανερό ότι σε περίπτωση επίθεσης των Γερμανών από την Γιουγκοσλαβία θα εύρισκαν τον δρόμο ανοιχτό, ο επικεφαλής των βρετανικών δυνάμεων Αντιστράτηγος Μαίτλαντ Γουίλσον δεν έκανε την λογική κίνηση να παρατάξει τις δυνάμεις του σε αυτό το αδύνατο σημείο, δυτικά της «Γραμμής Μεταξά», θεωρώντας ότι αυτές ήταν πολύ μικρές για να προτάξουν αποτελεσματική άμυνα.

Αντιθέτως τις ανέπτυξε περίπου 70 χιλιόμετρα δυτικά του Αξιού σε ένα μέτωπο περίπου 140 χιλιομέτρων βορείως του Ολύμπου και των Πιερίων και ανατολικά του Βερμίου. Οι δύο βασικές παράμετροι αυτής της απόφασης ήταν η εξασφάλιση επαφής με το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) και η άρνηση στους Γερμανούς πρόσβασης στην κεντρική Ελλάδα. Η πιθανότητα ταχείας κατάρρευσης του Γιουγκοσλαβικού Στρατού και η παρά καμψη αυτής της αμυντικής γραμμής δεν λήφθηκε καθόλου υπ' όψιν. Θα λέγαμε λοιπόν ότι οι άμεσοι πρόγονοί μας ήλπιζαν μόνο σε ένα θαύμα.

Το γερμανικό σχέδιο βασιζόταν στην δοκιμασμένη και επιτυχημένη τακτική του «Κεραυνοβόλου Πολέμου ». Αμέσως μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, η Αθήνα και ο σημαντικός λιμένας του Πειραιά θα ήταν ο βασικός αντικειμενικός στόχος. Με τον λιμένα του Πειραιά και την διώρυγα της Κορίνθου σε γερμανικά χέρια, η αποχώρηση των βρετανικών δυνάμεων από την ηπειρωτική Ελλάδα θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Το κλειδί για την γερμανική επιτυχία θα ήταν οι τολμηρές κινήσεις των μηχανοκινήτων δυνάμεων με την ισχυρή υποστήριξη της Λουφτβάφε.

Καθ' όλη την διάρκεια της ελληνο-ιταλικής σύγκρουσης η γερμανική πλευρά τηρούσε επισήμως μία «ουδέτερη» στάση. Ο Γερμανός πρεσβευτής στην Ελλάδα, βαρώνος Έρμπαχ, εμφάνιζε την ιταλική επίθεση ως υπόθεση ξένη προς την Γερμανία. Το προσωπικό της πρεσβείας εκδηλωνόταν με θαυμασμό για τον ηρωικό αγώνα των Ελλήνων στην Αλβανία. Διάφοροι Γερμανοί, οι οποίοι ευρίσκοντο στην Αθήνα, τόνιζαν την αντιπάθειά τους προς τους Ιταλούς και το μόνο που φαινόταν ότι στενοχωρούσε το Γ' Ράιχ ήταν ή διαφαινόμενη προσχώρηση της Ελλάδας στο άρμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Βεβαίως αυτή η στάση σκοπό είχε να διαμορφώσει ένα θετικό κλίμα ανάμεσα στον ελληνικό πληθυσμό για τους Ναζί, ώστε η σχεδιαζόμενη κατοχή της χώρας να εξελιχθεί ομαλότερα.

Παράλληλα με αυτές τις κινήσεις, μέσα στην Ελλάδα λειτουργούσε και η λεγόμενη Πέμπτη Φάλαγγα», η οποία χωρίς να είναι ιδιαιτέρως ισχυρή, μέσω επαφών με Γερμανούς διπλωμάτες προετοίμαζε το έδαφος για την κατάληψη της χώρας από τις δυνάμεις του Άξονος. Επίσης, πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες του τόπου θεωρούσαν ότι ο πόλεμος έπρεπε να τελειώσει άμεσα ώστε να αποφευχθούν περισσότερες βλάβες για την Ελλάδα και να υπάρξει κυβέρνηση φιλική προς τον Άξονα. Συνεπώς, έστω και θεωρητικά υπήρχε η πιθανότητα φιλογερμανικού πραξικοπήματος διαρκούντος του ελληνο-ιταλικού πολέμου. Η κυβέρνηση, γνωρίζοντας αυτές τις κινήσεις, είχε λάβει τα μέτρα της συλλαμβάνοντας ανθρώπους όπως ο Γ. Μερκούρης (πρώην υπουργός του Λαϊκού Κόμματος και αρχηγός του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος), ο καθηγητής Ν. Λούβαρις, οι πολιτικοί Πέτρος Ράλλης, Νικόλαος Δαρβέρης, οι στρατιωτικοί αδελφοί Παπούλα (γιοί του διατελέσαντος αρχιστρατήγου κατά την μικρασιατική εκστρατεία), Ναπολέων Ζέρβας, Πάσσαρης και Κάβδας (υπουργοί σε κυβερνήσεις του Μεταξά) και οι δημοσιογράφοι Τραυλός, Βούρος και Αναστασόπουλος. Αυτοί, όπως και άλλοι γνωστοί δημόσιοι άνδρες της εποχής, είχαν κλεισθεί στα κρατητήρια της Χωροφυλακής στου Μακρυγιάννη και αφέθηκαν ελεύθεροι λίγο πριν εισέλθουν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Αρκετοί από αυτούς θα συνεργάζονταν ενεργά με τις Αρχές κατοχής, ενώ βεβαίως υπήρχαν και οι εξαιρέσεις όπως αυτή του Ναπολέοντος Ζέρβα.

Κων. Ε. Αβτζιγιάννης, Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1941

Δείτε επίσης:

Η επίθεση κατά του οχυρού Ποποτλίβιτσα

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2026

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΦΥΓΑΔΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ "ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ" ΤΣΙΡΟΝΙΚΟΥ

Το μεγάλο ταξίδι για τη Γερμανία ξεκίνησε στις αρχές Σεπτεμβρίου. Πρώτα έφυγαν οι γυναίκες που εργάζονταν για τον Γερμανικό Στρατό, οι νοσοκόμες, τα μέλη της γερμανικής παροικίας, οι γραφείς και άλλοι διοικητικοί υπάλληλοι. Ακολούθησαν οι υπόλοιποι. Ενα πυκνό ρεύμα από φορτηγά, ασθενο φόρα, βαριά πυροβόλα, επιτελικά αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες ανέβαινε τον σκονισμένο δημόσιο δρόμο που οδηγούσε στην καρδιά του Ράιχ, προσπερνώντας χωρικούς που μερικές φορές σήκωσαν το χέρι να χαιρετήσουν, αλλά και άλλους που αδιαφορούσαν.

Εφημ. "Πρωία", 9 - 8 - 1944: "Ευχαριστίες
του Φύρερ προς τον κον Τσιρονίκον και Ι. Ράλλην".
Και οι συνεργάτες που άφησαν πίσω; Οι δοσίλογοι, οι γερμανόφιλοι, κάποιοι εθνικοσοσιαλιστές και εκείνοι που πίστεψαν στη "Νέα Τάξη Πραγμάτων"; Ποια θα ήταν η μοίρα τους; Οι περισσότεροι αξιωματικοί των Ταγμάτων Ασφαλείας άρχισαν να πανικοβάλλονται. Κάποιοι ακολούθησαν του Γερμανούς. Αλλοι - οι περισσότεροι- αποφάσισαν "να πουλήσουν ακριβά το τομάρι τους" (οι τοπικοί "εθνικιστές" οπλαρχηγοί των ποντιακών και τουρκόφωνων χωριών της Δυτικής Μακεδονίας, τα Τάγματα στην Πελοπόννησο, μερικά στην Εύβοια κ.ά.). Οι πολύ φανατικοί και αμετανόητοι γερμανόφιλοι πίστευαν ακόμα σε ένα θαύμα. Ο ρομαντικός Κυριάκης, ο Γκοτζαμάνης, ο Τσιρονίκος, αναχώρησαν έγκαιρα για τη Γερμανία. Αλλοι, λιγότερο επώνυμοι εθνικοσοσιαλιστές, προσπαθούσαν να κλείσουν θέσεις για τους ίδιους και τις οικογένειές τους στα τελευταία τραίνα που έφευγαν για το περικυκλωμένο Ράιχ.

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1944 ξεκίνησε από την Αθήνα μια ειδική αμαξοστοιχία αποτελούμενη από δύο βαγόνια με 40 περίπου εκλεκτούς" γερμανόφιλους, με προορισμό τη Βιέννη. Ανάμεσά τους ήταν ο Κ. Γούλας των ΕΕΕ και ο αδελφός του, ο υπεύθυνος προπαγάνδας του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών Κωνστ. Σκανδάλης με τη γυναίκα του και τον γιο του, ο κουνιάδος του Χ.Κ. (ο οποίος ζει σήμερα στη Νυρεμβέργη), ένας καθηγητής με το όνομα Φλόκας από την Καστοριά, ο Ιωάννης Κοσμίδης των ΕΕΕ με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του, ο γνωστός αντισιωνιστής Αριστ. Ανδρόνικος με τη γυναίκα του και την κόρη του Βάλια και ο δικηγόρος Βλαχογιάννης των Τρία Εψιλον της Θεσσαλονίκης και αργότερα προϊστάμενος Νομαρχιών (επί Επταετίας). Στο τραίνο ήταν ακόμα ο Γεώργιος Κ., τότε μόλις 22 ετών, κάποιος Χρήστος Στάγγος που καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία, ο Κυρτσόγλου από τη Σμύρνη και πολλοί ακόμα διερμηνείς, συνεργάτες και φιλοναζιστές που είχαν ταυτίσει την προσωπική τους πορεία με τη γερμανική νίκη ή την ήττα.

Οπως έγραψε ο Ιταλός συγγραφέας Κάρλο Καμπαλλέρο, "Υπήρξαν πατριώτες και καιροσκόποι, ήρωες και εγκληματίες στις τάξεις και των αντιστασιακών και των συνεργατών. Για πολλούς η επιλογή ήταν απλώς μεταξύ δύο διαφορετικών απόψεων της μοίρας της χώρας τους. Για τους αντιφασίστες προτεραιότητα είχε η καταστροφή του Γερμανικού Φασισμού με τη συμμαχική βοήθεια. Για τους αντικομμουνιστές η γερμανική βοήθεια ήταν απαραίτητη για την καταστροφή της μπολσεβικικής απειλής", ακόμα και αν έπρεπε να πληρωθή με το τίμημα της Γερμανικής Κατοχής" (βλ. "Αντιστασιακοί και Συνεργάτες στη Δυτική Ευρώπη 1940 - 45', εκδ. Ελεύθερη Σκέψις, σελ. 3).

Η αμαξοστοιχία με τους επώνυμους Έλληνες γερμανόφιλους έφθασε στη Βιέννη μετά από 25 ημέρες (3 Οκτωβρίου 1944). Την πρώτη ημέρα διανυκτέρευσαν στο Δαδί της Λειβαδιάς λόγω του φόβου των βομβαρδισμών. Τη δεύτερη νύκτα έμειναν στη Λάρισα και ύστερα στη Θεσσαλονίκη, όπου κατέλυσαν σε ξενοδοχεία της πόλης επί τέσσερις ημέρες. Η αγωνία και ο φόβος για το "τι μέλλει γενέσθαι" είχε καταλάβει τους περισσότερους επιβάτες. Κατά την πορεία τους προς τον Βορρά ανέβαιναν και άλλοι τρομαγμένοι "πρόσφυγες". Σε λίγο βρέθηκαν σε δασωμένες πλαγιές γεμάτες παρτιζάνους και παγιδευμένες σήραγγες. Μετά από ταξίδι έξι ημερών έφθασαν στη Μιτρόβιτσα (Κοσσυφοπέδιο). Η διαδρομή ήταν γεμάτη κινδύνους. Το πρωί υπήρχε η απειλή των συμμαχικών αεροπλάνων, ενώ τα βράδια οι ενέδρες και οι επιθέσεις των Γιουγκοσλάβων ανταρτών. Στο χωριό Γκρίλιτσα οι επιβάτες της αμαξοστοιχίας έγιναν μάρτυρες μιας αιματηρής μάχης ανάμεσα σε Αλβανούς συνεργάτες των Γερμανών (Μπαλιστές) και παρτιζάνων του Τίτο. Μια γερμανική μονάδα επενέβη καταλυτικά στη μάχη και, αφού κτύπησε πλαγιομετωπικά τους αντάρτες, εξόντωσε πολλούς από αυτούς και έτρεψε τους υπόλοιπους σε φυγή. Οι Μπαλιστές συνεχίζοντας το έργο των "συμμάχων" τους καρατόμησαν τους τριακόσιους παρτιζάνους που είχαν αιχμαλωτισθεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Ελλήνων συνεργατών. Η πορεία προς το Βελιγράδι συνεχίστηκε χωρίς άλλα απρόοπτα, εκτός από τους σποραδικούς κανονιοβολισμούς που ακούγονταν από δυτικά. Οι περισσότεροι ήταν κατάκοποι από την πολυήμερη ταλαιπωρία, αλλά οι Γερμανοί τούς επέτρεψαν να αναπαυθούν μόνον όταν πλησίασαν τα ουγγρικά σύνορα στη Βοϊβοντίνα. Μπορεί να ήταν αρχές Οκτωβρίου αλλά τα χιόνια είχαν αρχίσει και το κρύο ήταν ήδη τσουχτερό.

Στη Βουδαπέστη έφθασαν το πρωί της 2ας Οκτωβρίου και, αφού πέρασαν τον Δούναβη, την επόμενη ημέρα αντίκρισαν την αυστριακή πρωτεύουσα. Οι Έλληνες "δοσίλογοι" φιλοξενήθηκαν επί δύο ημέρες σε ένα ξενοδοχείο της πόλης και αμέσως μετά αναχώρησαν για το Αουγκσμπουργκ. Εκεί παρέμειναν για μικρό χρονικό διάστημα σε ένα στρατόπεδο έξω από την πόλη, υπό τη διακριτική προστασία των SD. Σε λίγο έφθασαν οι εντολές από "επάνω" να αναλάβουν κάποιες συγκεκριμένες δραστηριότητες που αφορούσαν την προπαγάνδα και τη διαφώτιση των Ελλήνων εργατών που ζούσαν στη Γερμανία. Ο Σκανδάλης με τη γυναίκα του αναχώρησαν για το Βερολίνο, όπου εκείνος ανέλαβε τη θέση του εκφωνητή, μια θέση που του προσέφερε ο Κυριάκης. Αργότερα η εκπομπή μεταδιδόταν από τον ραδιοσταθμό της Βιέννης "Donau und Alpen" (Δούναβης και Αλπεις). Οι ελληνικές εκπομπές άρχισαν στα τέλη Οκτωβρίου 1944 και συνεχίστηκαν ως τις αρχές Απριλίου 1945 υπό τη διεύθυνση του Κυριάκη. Υπήρχαν δύο ωριαίες καθημερινές μεταδόσεις στην ελληνική γλώσσα με ειδήσεις από την Ελλάδα, τα πολεμικά μέτωπα και συνθήματα κατά των Συμμάχων. Η πρωινή ξεκινούσε στις 10.00, άρχιζε με το χαρακτηριστικό μουσικό σήμα του "τσομπανάκου" και είχε εκφωνητές τον Κυριάκη, τον Γεώργιο Στελάκη και μια Ελληνίδα της Προπαγκάντασταφελ (Propagandastaffel), με σχολιαστή τον πρώην Λοχίτη της ΕΟΝ Νίκο Βελισσαρόπουλο. Ο Βελισσαρόπουλος, που παλαιότερα από το κατοχικό ραδιόφωνο της Αθήνας καταφερόταν εναντίον των Εβραίων και των Αμερικανών, παραδόθηκε από τις συμμαχικές υπηρεσίες στις Ελληνικές Αρχές για να δικαστεί το καλοκαίρι του 1945. Συντελεστές της απογευματινής εκπομπής (18.00 - 19.00) ήταν ο Σκανδάλης και η Σίτσα Καραϊσκάκη, με θεματολόγιο ανάλογο της πρωινής.

Στις αρχές Νοεμβρίου έγινε και κάτι άλλο σημαντικό από τους Έλληνες εξόριστους" γερμανόφιλους. Συγκροτήθηκε η Εθνική Επιτροπή κατά το πρότυπο της γνωστής ΠΕΕΑ του ΕΑΜ. Η "κυβέρνηση φυγάδων συγκροτήθηκε στη γραφική κωμόπολη Κίτσμπυλ, στο ξενοδοχείο "Grand Hotel", υπό την προεδρία του Εκτορα Τσιρονίκου. Γενικός γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής ήταν ο Ν. Βλαχογιάννης, των Εσωτερικών Υποθέσεων ο Γούλας των ΕΕΕ, της Παιδείας ο καθηγητής Φλόκας, της Προπαγάνδας ο Σκανδάλης και ο Ανδρόνικος. Στην κυβέρνηση" μετείχαν ακόμα ο Πασσαδάκης (ως προεδρίας), ο Ταβουλάρης (κατοχικός πρώην υπουργός). Ο Ξενοφών Γιοσμάς (γνωστός αργότερα, κατά τη δεκαετία του '60, από την υπόθεση Λαμπράκη), ο δημοσιογράφος της "Νέας Ευρώπης" στη Θεσσαλονίκη Μ. Παπαστρατηγάκης, ένας από τους λίγους ιδεολόγους των "εξορίστων" ο οποίος εργαζόταν στο περιοδικό Signal, ο Αλέξης Πανταζής και ο Χάρης Λάμπρου της Propagandastaffel και πολλά άλλα λιγότερο επώνυμα πρόσωπα τα οποία στελέχωσαν τις δευτερεύουσες υπηρεσίες.

Υπήρχαν όμως και άλλα "μεγάλα ψάρια" που είχαν καταφύγει στο περικυκλωμένο Ράιχ, όπως οι πρώην πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος, που έφθασε έγκαιρα στη Βιέννη με τη Γερμανίδα γυναίκα του και τη μεγαλύτερη κόρη του (η μικρότερη έμεινε στην Αθήνα). Ο Λογοθετόπουλος μεταφέρθηκε στο Vitshofen, μια μικρή κωμόπολη της Βαυαρίας, και έμεινε εκεί μέχρι να συλληφθεί από τους Αμερικανούς λίγους μήνες μετά το τέλος του πολέμου. Στην Ελλάδα επανήλθε τον Φεβρουάριο του 1946. Για την προσωπικότητα του Εκτορα Τσιρονίκου έγραψε σχετικά ο Νώυμπάχερ (Ειδικός πληρεξούσιος του Ράιχ) στο βιβλίο του "Ειδική αποστολή στη Νοτιοανατολική Ευρώπη": Έκτωρ Τσιρονίκος. Μέλος της κυβέρνησης από τον Δεκέμβριο του 1942, αρχικά ως υπουργός Ανεφοδιασμού, αργότερα Οικονομίας. Ήταν μεγαλοβιομήχανος και τραπεζίτης στην τσαρική Ρωσία και αργότερα εμπορικός και πολιτικός σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας στις Βρυξέλλες. Ως οικονομολόγος μεγάλης πείρας και ευθύς χαρακτήρας έπραξε ό,τι καλό μπορούσε να πράξει για τη χώρα του". Ο Νώυμπάχερ βέβαια παρέλειψε να συμπληρώσει ότι ο Τσιρονίκος ήτον συνεταίρος του σε εμπορικές επιχειρήσεις στο Ροστόβ της Ρωσίας κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής και προσωπικός του φίλος. Η παρουσία και η δράση της τελευταίας "εξόριστης κυβέρνησης ήταν μικρής διάρκειας. Το χιόνι έλιωνε ήδη στις αυστριακές Άλπεις και η Ελλάδα ετοιμαζόταν για τον εμφύλιο πόλεμο, γράφει ο Μαρκ Μαζάουερ. Τα στελέχη της Εθνικής Επιτροπής περιορίστηκαν σε προπαγανδιστικές εμφανίσεις και επαφές με αντίστοιχες εξόριστες φιλοναζιστικές "κυβερνήσεις" της Γαλλίας, της Ρουμανίας, της Σερβίας κ.ά., τρέφοντας την αυταπάτη της "τελικής νίκης".

Στη Βιέννη είχε συγκεντρωθεί ένα πλήθος από γερμανόφιλους συνεργάτες των Βαλκανίων, όπως οι Πατριάρχης της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Γαβριήλ, ο πρωθυπουργός Νέντις με την οικογένειά του, ο αρχηγός της ρουμανικής Σιδηράς Φρουράς Χόρια Σίμα, διάφοροι Βούλγαροι, Αλβανοί και Ρουμάνοι συμπαθούντες και τα μέλη της ελληνικής Ενθνικής Επιτροπής. Οι Ελληνες που διέφυγαν προς τον Βορρά ήταν γνήσιοι εθνικοσοσιαλιστές, διαβόητοι μαυραγορίτες ή, όπως έγραψε ο Μαρκ Μαζάουερ, απλώς τόσο βλάκες ώστε να μην έχουν λάβει το προφυλακτικό μέτρο να διατηρούν επαφές με το Κάιρο για να σωθούν.

Η πιο εντυπωσιακή εμφάνιση των Ελλήνων φυγάδων της Βιέννης ήταν η παρουσία κλιμακίου της Εθνικής Επιτροπής και η κατάθεση στεφάνου στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη της αυστριακής πρωτεύουσας κατά την επέτειο της παλιγγενεσίας του 1821 (25 Μαρτίου 1945). Στην τελετή ήταν παρόντες οι Ταβουλάρης, Βλαχογιάννης, Ανδρόνικος, Αλεξ. Πανταζής και η αδελφή του (Θεσσαλονικείς), Χάρης Λάμπρου του τμήματος Διαφωτίσεως, Ε.Π., γνωστός σήμερα πανεπιστημιακός καθηγητής και τότε εκπρόσωπος του τμήματος νεολαίας της ΕΕ κ.ά.

Μεταπολεμικά ο Βλαχογιάννης εκβιάσθηκε από την αδελφή του Πανταζή με αντάλλαγμα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, επειδή η τελευταία είχε στην κατοχή της μία φωτογραφία της τελετής στη Βιέννη στην οποία ο Βλαχογιάννης διακρινόταν με περιβραχιόνιο με τον αγκυλωτό σταυρό. Ο Ιω. Κοσμίδης επέστρεψε στην Ελλάδα το 1947 και αφού παρέμεινε στις φυλακές επί μικρό χρονικό διάστημα αμνηστεύθηκε και έλαβε σημαντική θέση στα υφαντουργεία Γαβριήλ στο Φάληρο. Ως τα βαθιά γεράματά του (αρχές του 1980) παρέμεινε αδιάλλακτος και αμετακίνητος εθνικοσοσιαλιστής.


Ιάκωβος Χονδροματίδης: Η μαύρη σκιά στην Ελλάδα 

Δείτε επίσης:

Ο ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ"

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΚΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ

ΕΘΝΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ (ΕΕΣ) - POULOS VERBAND

ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΡΚΟΥΡΗ


Σάββατο, Φεβρουαρίου 07, 2026

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΑΪΒΑΔΟΓΛΟΥ

Η βρετανική αντικατασκοπεία, που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα τις πρώτες μέρες μετά την Απελευθέρωση, εγκαταστάθηκε στα γραφεία της ομόλογης υπηρεσίας των Ες Ντε, που βρίσκονταν στο μέγαρο του ΜΤΣ και στο συγκρότημα Σέκερη-Βασ. Σοφίας-Μέρλιν, μια σειρά νεοκλασικών κτιρίων που είχαν ουσιαστικά ενοποιήσει οι Γερμανοί, ενώνοντας τα υπόγεια (στο ίδιο συγκρότημα στεγάσθηκαν και διάφορες υπηρεσίες του ελληνικού ΓΕΣ).

Σε συνεργασία με Έλληνες αστυνομικούς και στρατιωτικούς και με τον χαρακτηριστικό επαγγελματισμό τους, αναζήτησαν κάθε πιθανό Έλληνα ή ξένο κατάσκοπο που είχε δράσει ή συνέχιζε να δρα υπέρ των Γερμανών. Αξιοποιώντας πληροφορίες, που της είχαν παρασχεθεί από την ελληνική αστυνομία ή είχαν συγκεντρώσει οι πάμπολλοι πράκτορές της από την εποχή ήδη της Κατοχής, εξέταζε προσεκτικά κάθε υπόθεση. Μέχρις ενός σημείου ο ζήλος της δεν είχε καν εκδηλωθεί και ίσως θα συνέχιζε να αδιαφορεί, αν κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών δεν γινόταν αντιληπτό ότι στην απομονωμένη Γερμανία έφθαναν πληροφορίες για το τι συνέβαινε στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα υπήρχαν και άλλες υποψίες για «γερμανικό δάκτυλο» κατά την εξέγερση. (Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, διαπιστώθηκε ότι η ελληνόφωνη εκπομπή από το γερμανικό ραδιόφωνο του Μπρεσλάου μετέδιδε πληροφορίες από την Αθήνα, που λογικά δεν θα έπρεπε να τις έχουν στη διάθεσή τους στη Γερμανία. Αυτό ενέβαλε σε υποψίες τις βρετανικές υπηρεσίες, ενώ παράλληλα υπήρχαν έντονες υποψίες για αόρατο «γερμανικό δάκτυλο» που έριξε το πρώτο πυρ κατά την εξέγερση. Επ' αυτού, βλ. σχετικό δημοσίευμα στο περιοδικό Λαβύρινθος (τεύχ. 6, Δεκέμβριος 2006, σελ. 9-11), όπου γίνεται συσχετισμός του «πρώτου πυροβολισμού» στα Δεκεμβριανά με την απόπειρα δολοφονίας του Ρώσου συνταγματάρχη Ποπώφ και με την ύπαρξη της τεράστιας ποσότητας εκρηκτικών στα υπόγεια του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», που επρόκειτο να πυροδοτηθούν κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Τσώρτσιλ τα Χριστούγεννα του 1944, καθώς και με τη δράση ελευθέρων σκοπευτών έξω από τη βρετανική πρεσβεία, όταν έβγαινε απ' αυτήν ο Βρετανός πρωθυπουργός στις 27 Δεκεμβρίου, οπότε σκοτώθηκε μια άσχετη γυναίκα που βρισκόταν εκεί για να τον επευφημήσει. Ο αρθρογράφος δίνει μεγάλη σημασία στη θεωρία του κινήτρου, το οποίο με τα δεδομένα των ημερών εκείνων δεν μπορούσε να το έχει άλλος παρά η μακρινή τότε Γερμανία). Αξιοσημείωτο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση Γερμανών στρατιωτικών που βρέθηκαν στις τάξεις του ΕΛΑΣ κατά τα Δεκεμβριανά, δρώντας εναντίον των Άγγλων.

Η λαϊκή τραγουδίστρια Ρόζα 
Εσκενάζη (Ζαρντινίδου τότε
)
Υπό το πρόσχημα ότι ήταν λιποτάκτες και αντιχιτλερικοί είχαν παραμείνει στην Αθήνα ορισμένοι Γερμανοί, που δεν ακολούθησαν τον συμπτυσσόμενο στρατό τους. Άλλο πρόσχημα που χρησιμοποιήθηκε ήταν ότι είχαν συνάψει ερωτικό δεσμό με εντόπιες γυναίκες και έτσι πήραν την απόφαση να μείνουν στην Ελλάδα. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο περιπτώσεις στελεχών των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών που προσπάθησαν να μείνουν στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Πρόκειται για τον Φρέντερικ Άλφρεντ Μάγιερ, πρώην διερμηνέα της Γκε Εφ Πε και της Άμπβερ, ο οποίος, εκτός από γερμανικά, μιλούσε ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά. Συνελήφθη από άνδρες της ελληνικής αστυνομίας στις 3 Δεκεμβρίου, την πρώτη ημέρα της εξέγερσης και δήλωσε ότι ήταν «Αυστριακός Εβραίος». Στη συνέχεια διαπιστώθηκε η πραγματική του ιδιότητα στην περίοδο της Κατοχής και ο κρατούμενος δόθηκε στις βρετανικές υπηρεσίες για περαιτέρω ανάκριση.

Η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη του Γερμανού κατασκόπου Χανς Μύλλερ, ο οποίος είχε σημαντική θέση στην ιεραρχία της Άμπβερ στην Ελλάδα κατά την Κατοχή. Ένα από τα οικήματα που χρησιμοποιούσε τότε αυτή η υπηρεσία ήταν στην οδό Αχαρνών 25. Εκεί παρέμεινε ο Γερμανός Χανς και μετά την Απελευθέρωση, συνεχίζοντας ανεμπόδιστα τη δράση του και δεχόμενος επισκέψεις των Ελλήνων υφισταμένων του – σύμφωνα με την ενώπιον του ελληνικού στρατοδικείου κατάθεση της καθαρίστριας Μυτάκη που φρόντιζε το σπίτι. Ο Χανς έμενε εκεί με την Εβραία φίλη του από τη Θεσσαλονίκη Ρόζα Ζαρντινίδου, καλλιτέχνιδα, η οποία και αυτή κατέθεσε ως μάρτυρας για να επιβεβαιώσει τις επισκέψεις των Ελλήνων συνεργατών του Χανς Μύλλερ, προσθέτοντας ότι είχε αντιληφθεί ότι ορισμένοι απ' αυτούς εκπαιδεύονταν στον χειρισμό του ασυρμάτου.

Αυτές είναι μόνο δύο από αρκετές άλλες περιπτώσεις Γερμανών που παρέμειναν στην Ελλάδα είτε σε διατεταγμένη υπηρεσία, είτε με δική τους πρωτοβουλία. Η έκρηξη των Δεκεμβριανών χτύπησε για τους Άγγλους ως συναγερμός και πήραν από την αρχή όλες τις υποθέσεις, άνοιξαν όλους τους φακέλους και άρχισε το ξεσκόνισμα κάθε πληροφορίας που είχε φθάσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Οι Άγγλοι συνειδητοποίησαν τότε είχαν κάποιες ενδείξεις για να αποκαλύψουν ένα ακόμη γερμανικό δίκτυο, που συνέχιζε να λειτουργεί μετά την Απελευθέρωση. Επρόκειτο για το δίκτυο με αρχηγό τον Ιωάννη Αϊβάδογλου, στο οποίο συμμετείχαν Έλληνες πράκτορες, περιλαμβανομένου, όπως προέκυψε από τις εν συνεχεία έρευνες, και ενός εν ενεργεία υπολοχαγού του ελληνικού στρατού!

Η υπόθεση ανατέθηκε από τη βρετανική αντικατασκοπία σ' έναν ικανό νεαρό Έλληνα αξιωματικό, που υπηρετούσε στο ελληνικό ΓΕΣ, τον Ανδρέα Μπρε. Η έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου τον είχε βρει σπουδαστή στη Σχολή Ευελπίδων, που στα χρόνια της Κατοχής έσπευσε να προσφέρει εργασία στις συμμαχικές υπηρεσίες. Ανέλαβε να αξιοποιήσει όλες τις υπάρχουσες πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες, καθώς και την παρακολούθηση των υπόπτων, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το οίκημα της οδού Αχαρνών 25 και ένα άλλο στην οδό Πάρνηθος, στην Κυψέλη. Ο Μπρες ήταν εκείνος που εντόπισε και τα έξι μέλη του τελευταίου γερμανικού δικτύου, τα οποία συνελήφθησαν. Επρόκειτο για τον Ιωάννη Αϊβάδογλου, (Το όνομα του Αϊβάδογλου αναφέρεται σε άλλες πηγές ως Αϊβάνογλου. Η εφημερίδα Ριζοσπάστης (8 Μαΐου 1945) αναφέρει ότι «ήταν έμπιστος του Μεταξά και έδωσε στους Γερμανούς τα σχέδια των οχυρών της Μακεδονίας») που είχε τους κωδικούς «Σαν Ποτιέρ» ή «Βασίλης» και ήταν παλαιό στέλεχος της Άμπβερ στην Ελλάδα. Συνελήφθησαν επίσης οι Ευάγγελος Παντίρης ή «Τζακ», 56 ετών, ο γιος του Δημήτριος Παντίρης ή «Φίλιος», 25 ετών, ο Δημήτριος Νόνης ή «Μούσα», 41 ετών, ο Κωνσταντίνος Κουσιάδης ή «Χασρ», 33 ετών, και ο Αναστάσιος Τσιρόπουλος ή «Τέλος», 47 ετών. Συνελήφθησαν επίσης δύο ακόμη, ο Δημήτριος Αποστόλου και ο εν ενεργεία υπολοχαγός Δημήτριος Δήμας.

Εξ αυτών ο Ευάγγελος Παντίρης, φανατικός χιτλερικός από την προπολεμική περίοδο, στρατολογήθηκε στην Άμπβερ στις αρχές του 1943 με αποστολή να πραγματοποιεί ταξίδια στη Ρούμελη και την Ήπειρο, καθώς και σε άλλα μέρη της χώρας, ώστε να συλλέγει πληροφορίες για τις αντιστασιακές οργανώσεις. Ο Δημήτριος Νόνης βρισκόταν και αυτός στην υπηρεσία της Άμπβερ από τα τέλη του 1942 με την ίδια αποστολή και για να την εκτελέσει διείσδυσε στον ΕΔΕΣ. Ο 25χρονος Δημήτριος Παντίρης, γιος του Ευάγγελου, στρατολογήθηκε λίγους μήνες πριν από την αποχώρηση των Γερμανών, το καλοκαίρι του 1944, και εκπαιδεύθηκε στον χειρισμό ασυρμάτου από Γερμανούς αξιωματικούς. Ο Αναστάσιος Τσιρόπουλος, που προπολεμικά εργαζόταν σε εμπορικά πλοία ως ασυρματιστής, στρατολογήθηκε από την Άμπβερ μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, τον Οκτώβριο του 1943, και χρησιμοποιήθηκε και αυτός για τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων. Η αποστολή των πρακτόρων αυτών, οι περισσότεροι των οποίων είχαν εξασφαλίσει κάλυψη ως μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων, στις οποίες είχαν διεισδύσει ακριβώς για να τις παρακολουθούν εκ των έσω, συνέχισαν να ενημερώνουν τους εντολοδότες τους και μετά την Απελευθέρωση, οπότε βέβαια αυτοί είχαν αποχωρήσει. Η κάλυψή τους αυτή τους επέτρεπε να κυκλοφορούν ελεύθερα και ίσως άφοβα, μέχρι τη στιγμή που συνελήφθησαν. Είχαν στη διάθεσή τους άφθονα χρήματα και δύο συσκευές ασυρμάτου, τις οποίες χειρίζονταν οι Τσιρόπουλος, Κουσιάδης και Δημήτριος Παντίρης. Ο αρχηγός Ιω. Αϊβάδογλου καταδικάσθηκε σε θάνατο, ο Ευάγγ. Παντίρης σε ισόβια, ο Δ. Νόνης σε φυλάκιση 15 ετών, ο Ιω. Κουσιάδης σε 10 ετών και ο υπολοχαγός Δ. Δήμας σε 10ετή κάθειρξη και στρατιωτική καθαίρεση.


ΥΠΟΨΙΕΣ ΓΙΑ ΠΡΟΒΟΛΗ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

Μόλις οριστικά και αμετάκλητα χάθηκε για τους Γερμανούς ο πόλεμος και η χώρα τους είχε βαραθρωθεί, την άνοιξη του 1945, οι Άγγλοι στην Ελλάδα ενέτειναν τις προσπάθειές τους για την ανεύρεση κάθε υπολείμματος Ελλήνων πρακτόρων απ' αυτούς που είχαν αφήσει οι Γερμανοί φεύγοντας. Διαπνέονταν από τον φόβο ότι αυτοί θα έριχναν βάρος στην προβολή ζητήματος Κυπριακού, είτε έχοντας τέτοιες οδηγίες είτε από δική τους πρωτοβουλία για να εξωραΐσουν τη μέχρι τότε ένοχη στάση τους. Είχαν διαπιστώσει ότι σε ορισμένα έγγραφα, που είχαν κατασχέσει, υπήρχε τέτοια γερμανική κατευθυντήρια γραμμή, ενώ διυλίζοντας τις υποθέσεις υποδίκων δοσιλόγων, αντιμετώπισαν την ύπαρξη Κυπρίων ανάμεσά τους.

Παρά την αυτονόητη υποχρέωσή τους να ενημερώνουν τις ελληνικές αρχές για τα στοιχεία που συνέλεγαν στην Ελλάδα και αφορούσαν τοπικά θέματα, όσες υποθέσεις συνδέονταν με το Κυπριακό ή απλώς με Κυπρίους τις χαρακτήριζαν ως διαβαθμισμένες και απέναντι στις ελληνικές υπηρεσίες.

Εκτός από τη γνωστή υπόθεση της βρετανικής κυβέρνησης να απαντήσει αρνητικά στο επανειλημμένα το 1941 υποβληθέν ελληνικό αίτημα να μεταφερθεί η έδρα της εξόριστης ελλληνικής κυβέρνησης στο κυπριακό έδαφος, για συμβολικούς και μόνο λόγους, επίμονα και μάλλον αυστηρά οι βρετανικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές αποθάρρυναν κάθε επαφή των Κυπρίων με εξόριστους Έλληνες, ακόμη και την αυτοτελή παρουσία Κυπρίων εθελοντών στο Μέτωπο μετά από την 28η Οκτωβρίου 1940. Είχαν επίσης τον μόνιμο φόβο ότι γερμανόφιλοι Ελληνοκύπριοι, υποκινούμενοι από τους Γερμανούς, θα προκαλούσαν αναταραχή στη μεγαλόνησο. Αντιλαμβάνεται κανείς, λοιπόν, πώς αντέδρασε το Λονδίνο όταν στα τέλη Αυγούστου 1944, στις παραμονές της Απελευθέρωσης, έγιναν στην Κύπρο ζωηρές διαδηλώσεις για την Ένωση με την Ελλάδα. Στη Λευκωσία συγκεντρώθηκαν 7.000 Ελληνοκύπριοι και οι αρχές πραγματοποίησαν εκτεταμένες συλλήψεις. Ασφαλώς οι Άγγλοι δεν μπορούσαν να αποκλείσουν ότι υποκινητές δεν ήταν οι Γερμανοί, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι στην Ελλάδα υπήρχαν Κύπριοι που είχαν εργασθεί για λογαριασμό των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Όπως και αλλού έχει αναφερθεί, πολλοί από τους Έλληνες πράκτορες που είχαν στρατολογήσει οι γερμανικές και ιταλικές υπηρεσίες αντικατασκοπίας επί Κατοχής λίγο πριν από την Απελευθέρωση μερίμνησαν για να περάσουν εγκαίρως στις ομόλογες ελληνικές και συμμαχικές υπηρεσίες, οι οποίες και κατακλύσθηκαν από τέτοια μεταλλαγμένα πρόσωπα. Μέσα απ' αυτή τη δεξαμενή θα επιλεγούν πράκτορες από τις βρετανικές υπηρεσίες για να χρησιμοποιηθούν αργότερα σε θέματα σχετικά με το Κυπριακό ή με ευρύτερο αντικείμενο σύμφωνα με το διεθνές ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής και την ελληνική διάστασή του. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1950, συναντούμε πρόσωπα που είχαν δράσει υπέρ των κατακτητών στα χρόνια της Κατοχής, να τελούν τώρα υπό τις διαταγές της Ιντέλιτζενς Σέρβις...


Δημοσθένης Κούκουνας: Η γερμανική κατασκοπεία στην Ελλάδα 


Δείτε επίσης:

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ «ΣΩΚΡΑΤΗΣ»