Πολλοί Ελληνες θα κακοποιηθούν, γυναίκες θα βιασθούν και ο υπέργηρος Ιερομόναχος Χρύσανθος Μαντάς, ο Λαυριώτης καλόγερος, θα ριχθεί σε πηγάδι του μοναστηριού του. Την ύπαρξη άλλων δύο νεκρών θα παραδεχθούν αργότερα οι τουρκικές αρχές, ενώ στην έκθεση «Οι Ελληνες της Τουρκίας», του «Helsinki Watch» (1992) γίνεται αναφορά σε δεκαοκτώ δολοφονημένους.
Τα γεγονότα άρχισαν το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου, όταν έγινε γνωστή η πληροφορία ότι βομβιστική επίθεση προκάλεσε ζημιές στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Η κινητοποίηση άρχισε στις 5.30 μ.μ., όταν ομάδες φοιτητών συγκεντρώθηκαν μπροστά στο μνημείο του Κεμάλ στο Ταξείμ. Ταυτόχρονα, από τη Θράκη και τη μικρασιατική ακτή, μεταφέρθηκαν στην Πόλη ομάδες κρούσεως αποτελούμενες από βίαια άτομα, τα οποία καμία σχέση δεν είχαν με την Κωνσταντινούπολη, τους κατοίκους και την ιστορία της. Για τη μετακίνησή τους χρησιμοποιήθηκε μεγάλος αριθμός φορτηγών αυτοκινήτων, ταξί και βενζινοπλοίων.
![]() |
| Εικόνα δήωσης και καταστροφής παρουσίαζαν την επομένη των συμβάντων τα ρωμαίικα καταστήματα της Πόλης. (Φωτ. Δ. Καλούμενος) |
«Σπάστε τα καταστήματα των Ρωμιών»
Μέσα σε μια ώρα στους δρόμους της Πόλης συγκεντρώθηκε πλήθος ανθρώπων που είχαν εξοπλιστεί με ρόπαλα, σιδερένιους λοστούς και τα λοιπά χρειώδη. Το σύνθημά τους ήταν «Η Κύπρος ήταν και είναι τουρκική. Σπάστε τα καταστήματα των Ρωμιών». Στις 8.30 μ.μ. είχαν ήδη καταστρέψει τις προθήκες των ελληνικών καταστημάτων. Και όταν έπεσε το σκοτάδι, στο ελεγχόμενο αρχικά πλήθος των δραστών προστέθηκαν στίφη ρακένδυτων ανθρώπων. Έτσι σχηματίστηκε ο ανεξέλεγκτος μαινόμενος όχλος των πλιατσικολόγων που άρχισε να λεηλατεί και να καταστρέφει συστηματικά όχι μόνο τα καταστήματα αλλά και τα ρωμαίικα σπίτια των ακραίων συνοικισμών της απέραντης πολιτείας.
Όπως έχει καταγράψει ο ελληνικός και ο ξένος Τύπος της εποχής, το προγραμματισμένο έργο των καταστροφέων ήταν προσχεδιασμένο και «επιμελώς καταρτισμένο». Οι στόχοι είχαν επισημανθεί σε λεπτομερείς καταλόγους ημέρες πριν. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Έλληνα Πριγκιποννησιώτη που τηλεφώνησε ἐντρομος στον φίλο του καϊμακάμη (κοινοτάρχη) όταν είδε τα πλήθη να καταστρέφουν το ξενοδοχείο του.
«Πώς είναι δυνατόν, αφού το ξενοδοχείο σου δεν είναι στη λίστα», απόρησε ο καϊμακάμης, ο οποίος, βάσει της ανά χείρας «λίστας» του, γνώριζε ως εξαιρέσιμο το κτίσμα από τους προκαθορισμένους στόχους.
Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν κάτω από τα απαθή βλέμματα των τουρκικών αρχών, των αστυνομικών και στη συνέχεια, μετά την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου, των στρατιωτών. Στη Μεγάλη Οδό του Πέρα και στον Γαλατά, τα πεζοδρόμια αλλά και οι δρόμοι ολόκληροι είχαν καταντήσει αδιάβατοι λόγω του ύψους των συσωρευμένων εμπορευμάτων, περιουσία και μόχθος μιας ζωής, ρηγμένη έξω απ' τα ρωμαίικα καταστήματα. Ανάλογη εικόνα παρουσιαζόταν παντού όπου υπήρχε συμπαγής ελληνική παρουσία. Το σκηνικό συνέθεταν σπασμένα τζάμια και έπιπλα, πεταμένα στρώματα κ.ά. Την εικόνα της καταστροφής και του τρόμου συμπλήρωναν οι μακρινές ανταύγειες των πυρπολημένων ενοριακών ναών στα τέσσερα άκρα της Πόλης.
Ναοί και Ιερά σκηνώματα
Προκαθορισμένο στόχο καταστροφής ήταν επόμενο να αποτελέσουν οι εκκλησίες, και γενικά τα ιερά σκηνώματα. Ο μαινόμενος όχλος δεν σεβάστηκε ούτε τα νεκροταφεία, ενώ το καταστροφικό έργο ολοκληρώθηκε στα σχολεία, στα κοινοτικά κτίρια, στους συλλόγους, τα συσσίτια, παντού όπου δρούσε η οργανωμένη πολίτικη φιλανθρωπία.
Όπως ήδη αναφέραμε, οι δηώσεις συνεχίστηκαν και μετά την κήρυξη
του στρατιωτικού νόμου, στις μεταμεσονύχτιες ώρες, υπό τα όμματα
της αστυνομίας και του στρατού.
Υπάρχουν καταγγελίες ότι την επομένη των γεγονότων, όταν τα πλήθη είχαν πλέον διαλυθεί, καταστροφές διέπραξαν και τα όργανα της τάξης.
Για παράδειγμα, στην αίθουσα τελετών της Μεγάλης του Γένους Σχολής, οι στρατιώτες καταξέσχισαν, την επαύριο, τους πίνακες των καθηγητών και των ευεργετών.
Αρμόδιοι να μιλήσουν για τα Σεπτεμβριανά είναι οι γνώστες και μελετητές του θέματος, αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες οι περισσότεροι, που ζωντανεύουν στις επόμενες σελίδες την τραγική για τον Ελληνισμό νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου. Εμείς παραθέτουμε απλώς την πρόσφατη μαρτυρία ενός Τούρκου, του
δημοσιογράφου Χαντί Ουλουενγκίνπου, παιδί τότε, έζησε τη βιαιότητα
της νύχτας των Σεπτεμβριανών. Δημοσιεύτηκε στη «Χουριέτ» της 28/8/1993 με τίτλο «Τα σκυλιά των τάφων» και αναδημοσιεύτηκε στην «Επτάλοφο», εφημερίδα των εν Ελλάδι Κωνσταντινουπολιτών, τον ίδιο μήνα:
«Οι πρώτες παιδικές αναμνήσεις μου απλώνονται ως μία νύχτα τρόμου. Είναι η νύχτα της 6-7 Σεπτεμβρίου 1955, όταν οι βάνδαλοι που υποστήριζε και προωθούσε το κράτος επιτέθηκαν εναντίον των Ρωμιών. Ταυτίζονται με τα γεγονότα ντροπής για τη Δημοκρατία μας και παραφροσύνης για το Εθνος μας. Η πρώτη παιδική μου ανάμνηση
προβάλλει το ανθρώπινο μίσος.
Θυμάμαι πως μόλις ξέσπασε η είδηση των γεγονότων, ο πατέρας μου ξεκίνησε απ' το Κιζίλτοπρακ να φθάσει στο Γεσήλκιοϊ (Αγιος Στέφανο) για να πάει να προστατέψει τον Κώτσο Αμτζά (θείο Κώτσο).
Θυμάμαι το πόσο είχε ταραχθεί η μάνα μου, καθώς ο θείος μου, που θα συνόδευε τον πατέρα μου με το αυτοκίνητό του, πάσχιζε να βρει μια τουρκική σημαία να αναρτήσει σ' αυτό. Κατόπιν έρχεται στο νου μου το πώς, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μου, δεν σταματήσαμε να βλέπουμε προς το Γαλατά, που όλη νύχτα καιγόταν. Νομίζω ακόμη πως είχα χαρεί γιατί δεν με είχαν υποχρεώσει, εμένα τον μικρό, να κοιμηθώ.
Εχω ακόμη μπρος στα μάτια μου όσα είδα την επομένη το πρωί. Στο Πέρα, από το Ταξείμ ώς το Τουνέλι να'ναι καλυμμένος ο δρόμος με υφάσματα, τα τανκ να κυκλοφορούν ανάμεσα στα τραμ, το κατεστραμμένο και κατακλεμμένο κατάστημα του περίφημου υποδηματοποιού του Πάνου, τους λυγμούς του μαστρο-Μανώλη όταν εξηγούσε στη μάνα μου τα γεγονότα, το πώς την αγκάλιασε κλαίγοντας η κ. Ανέτα που πουλούσε κουμπιά. Βλέπω ακόμη τον πατέρα μου, που μας περίμενε στο κατάστημα μουσικών ειδών του κ.Παπαγεωργίου, ν' ατενίζει μ' έκπληκτα μάτια, το θρυμματισμένο βιολοντσέλο. Τον ακούω να μας λέει πως αποφάσισε να μείνει κοντά στο φίλο του τον Κώτσο, ώσπου να καθησυχάσουν τα πράγματα και στέλνω χαιρετίσματα στο συνομήλικό μου γιο του Χρήστο. Αυτές οι πρώτες παιδικές μου αναμνήσεις είναι πλημμυρισμένες από τρόμο.
Αν και ανήκω σε μια τουρκική και μωαμεθανική οικογένεια, που πάντοτε πολέμησε την αδικία, βρίσκω ότι το έγκλημα που διαπράχθηκε είναι ομαδικό και θεωρώ και τον εαυτό μου συνυπεύθυνο σ' αυτή την ομαδική παραφροσύνη».
Οι υπεύθυνοι των γεγονότων
Τα ανθελληνικά γεγονότα της 6/7 Σεπτεμβρίου αποδόθηκαν στην «αυθόρμητη» λαϊκή έκρηξη στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, λόγω της «βομβιστικής απόπειρας» κατά της «γενέθλιας οικίας» του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Προηγήθηκε καταιγισμός της κοινής γνώμης από τον κατευθυνόμενο από το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών τουρκικό Τύπο, με χαλκευμένες ειδήσεις περί «σχεδιαζομένων σφαγών των Τούρκων της Κύπρου από τους Έλληνες». Στην πραγματικότητα, η λογική της αντίδρασης στηρίχθηκε στο «θράσος» των Ελλήνων της Κύπρου, δηλαδή του 82% του πληθυσμού της Μεγαλονήσου, να ζητήσουν αυτοδιάθεση και στην πρόθεση της τουρκικής κυβέρνησης να «τρομοκρατήσει» ή να εκβιάσει την ελληνική πλευρά, χρησιμοποιώντας ως όμηρους τους Έλληνες της Τουρκίας.
Προκειμένου να αξιολογήσουμε τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το «Δημοκρατικό Κόμμα» συμπλήρωνε πενταετία στην εξουσία. Παρά τους αρχικούς άριστους οιωνούς που συνόδεψαν τη μετάβαση στον «πολυκομματισμό» της Τουρκίας, τα δεδομένα ήταν απογοητευτικά. Το κατά κεφαλήν εισόδημα από 556 λ.Τ. το 1953 πέφτει στις 490 λ.Τ. το 1954 -χρονιά κατά την οποία η τουρκική κυβέρνηση αρχίζει να δείχνει «ενδιαφέρον» για το Κυπριακό ενώ η οικονομία, που την εποχή εκείνη ήταν προεχόντως αγροτική, νοσεί. Η εμπλοκή λοιπόν της Τουρκίας στο Κυπριακό, με την παρότρυνση της Μεγάλης Βρετανίας, είχε ως συνέπεια την καλλιέργεια από την τουρκική κυβέρνηση έντονου ανθελληνικού κλίματος, ικανού να αναστείλει, λόγω των τουρκικών στερεοτύπων, κάθε κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό.
Παρόμοιο φαινόμενο διαπιστώνει κανείς και στην Ελλάδα, όπου μετά τα βαθιά τραύματα του Εμφυλίου, η ελληνική κοινωνία βρήκε στο Κυπριακό τη διέξοδο να εκφράσει τα πραγματικά της αισθήματα για την ξενοκρατία και τον ιμπεριαλισμό (υπαίτιους σε μεγάλο βαθμό των εθνικών της δεινών).
Οι πηγές θέλουν τον Τεφβικ Ρουστί Ζουρλού έναν άριστο διπλωματικό υπάλληλο που είχε ως υπουργός επικρατείας αναλάβει το χειρισμό του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών σχέσεων, να έχει συναποφασίσει με τον πρωθυπουργό Αντνάν Μεντερές «αυθόρμητες» λαϊκές εκδηλώσεις στην Κωνσταντινούπολη (καιτη Σμύρνη), που θα τρομοκρατούσαν την ελληνική πλευρά και θα την ανάγκαζαν να αναθεωρήσει τη στάση της. Οι εκδηλώσεις είχαν προγραμματισθεί να συμπέσουν με την τριμερή διάσκεψη του Λονδίνου, η οποία στην πράξη δεν είχε άλλη αποστολή από το να κατοχυρώσει την Τουρκία ως διάδικο μέρος σε μια διένεξη που, επιτέλους, αφορούσε το αίτημα της αυτοδιάθεσης της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων μιας βρετανικής αποικίας, που ήταν οι Ελληνες και επεδίωκαν την Ενωσή της με την Ελλάδα. Ο Ζορλού στο Λονδίνο, όχι μόνο υπεραμύνθηκε της συνέχειας της αποικιακής διοικήσεως των Άγγλων, αλλά ξάφνιασε την ελληνική αντιπροσωπεία, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι σε περίπτωση που θα αποσυρόταν η Μεγάλη Βρετανία από την Κύπρο, αυτή θα έπρεπε να επιστραφεί... στην Τουρκία!.
Ο Μαχμούντ Ντικερντέμ αφηγείται ότι μετά το ναυάγιο της διάσκεψης, κατά την επιστροφή, ο Τούρκος πολιτικός έλεγε απελπισμένος: «όλοι οι μόχθοι μας, η επιτυχία που είχαμε στο Λονδίνο, εξαφανίστηκαν και πάνε σε μια νύχτα».
Μπορεί λοιπόν να είχε εισηγηθεί την
οργάνωση των ανθελληνικών εκδηλώσεων, να ήταν εμπνευστής τους.
Από την άλλη πλευρά, ο Μεντερές, απολογούμενος για τα γεγονότα, ισχυρίστηκε ότι η απρόβλεπτη έκτασή τους τον εμπόδισε να ζητήσει, όπως σκόπευε, την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης και την «επιστροφή της Δωδεκανήσου στην Τουρκία». Δεν χωρεί όμως καμία αμφιβολία ότι όσοι εκπόνησαν το σχέδιο και είχαν την ευθύνη της εκτέλεσής του, είχαν προβλέψει και την έκταση που θα προσλάμβαναν.
Οργάνωση γεγονότων
Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τη μέθοδο που ακολουθήθηκε και τον προκαθορισμό των στόχων από «τις κατά τόπους αστυνομικές αρχές, τους κοινοτάρχες (μουχτάρηδες), τις κομματικές οργανώσεις του κυβερνώντος «Δημοκρατικού Κόμματος». Επίσης, από το γεγονός ότι
πραγματοποιήθηκε μεταφορά ειδικών ομάδων από τα περίχωρα ή την επαρχία, που διενεργούσαν τις καταστροφές και λεηλατούσαν τα κτίρια, στα οποία αρχικοί «διαδηλωτές» είχαν σπάσει «ενδεικτικά» τα τζάμια ή είχαν «φιλοτεχνήσει» ανάλογο διακριτικό σημείο. Και, κυρίως, από το ότι τα στίφη ήταν εφοδιασμένα με ειδικά όργανα καταστροφής. (Για παράδειγμα, οι ομάδες που εσύλησαν το νεκροταφείο του Σισλί, είχαν κομπρεσέρ και ειδική γεννήτρια ρεύματος). Ακόμη, για την εκτέλεση του
σχεδίου φαίνεται ότι κινητοποιήθηκαν οι ποικιλώνυμες φοιτητικές οργανώσεις και κυρίως το σωματείο «Η Κύπρος είναι τουρκική», το οποίο είχε συστήσει η κυβέρνηση από προσωπικότητες που ανήκαν σε όλο το πολιτικό φάσμα. Το γεγονός ότι οι νεκροί ήταν λίγοι έχουν καταμετρηθεί δεκαοκτώ, οι περισσότεροι των οποίων πέθαναν συνεπεία των τραυμάτων τους) είναι πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο του ελεγχόμενου των γεγονότων.
Δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι στην οργάνωση των γεγονότων ενέχεται ο κρατικός μηχανισμός της Τουρκίας. Αυτό δεν τεκμαίρεται μόνο από την ένοχη ανοχή, αν όχι ενεργό συνδρομή των οργάνων της τάξης. Αποδεικνύεται, επίσης, από τη σκηνοθετημένη βομβιστική επίθεση στην οικία του πατριού του Κεμάλ Ατατούρκ, την οποία, μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο, είχαν δωρίσει στην Αγκυρα η ελληνική κυβέρνηση και ο Δήμος Θεσσαλονίκης (δεκαετία του '30), προκειμένου να στεγαστεί το τουρκικό προξενείο. Στο χώρο αυτό, ο Οκτάι Εγκίν, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και γιος του μουσουλμάνου βουλευτή στην ελληνική Βουλή Φαΐκ Εγκίν, σε συνεργασία με τον πρόξενο Μ. Μπαλίν, τον υποπρόξενο Μ. Τεκινάλη και τον κλητήρα Χ. Ουτσάρ, τοποθέτησε εκρηκτικό μηχανισμό που είχε προμηθευτεί από τις τουρκικές υπηρεσίες. Οι ελληνικές αρχές τάχιστα διελεύκαναν το γεγονός και παρέπεμψαν τους δράστες στη δικαιοσύνη (στις 20 Σεπτεμβρίου 1956 ο Εγκίν, κατόπιν συμφωνίας της ελληνικής κυβέρνησης με την τουρκική για «εκτόνωση της μεταξύ των δύο χωρών έντασης», φυγαδεύτηκε στην Τουρκία!).
Πηγή κειμένου: Εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" - ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ, 10 Σεπτεμβρίου 1995
