Όταν οι Τούρκοι πέρασαν στην Ευρώπη και δημιούργησαν Ευρωπαϊκό Τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μεγάλο μέρος οποίου κατείχε η Μακεδονία, το ονόμασαν - εκτός από τη Βοσνία, Ρούμελη (Rumeli) - Ρωμυλία, χώρα των Ρωμηών, δηλαδή των Ελλήνων. Αυτό ήταν φυσική συνέπεια της κατάστασης που υπήρχε, καθώς ο,τιδήποτε συναντούσαν στην κάθοδό τους οι Τούρκοι ήταν καθαρά ελληνικό. Αντιμετώπιζαν ελληνικούς πληθυσμούς, κι ανάμεσά τους προχωρούσαν. Ελληνικές ήταν οι πόλεις που καταλάμβαναν και τα μνημεία που κατέστρεφαν. Ήταν λοιπόν φυσιολογικό να χαρακτηρίσουν τη χώρα ελληνική όπως αποδείκνυε ο διοικητικός, εκπολιτιστικός, οικονομικός και θρησκευτικός χαρακτήρας της. Ακόμη και στα βορειότερα μέρη της Βαλκανικής, όπου επικρατούσαν τα σλαβικά στοιχεία, η ελληνική χροιά ήταν έντονη.
Ο Χριστιανισμός αποτελούσε το κυριότερο μέσο εκπολιτισμού στη σκοτεινή μεσαιωνική περίοδο. Διαδόθηκε στη Μακεδονία πολύ πριν παρουσιαστούν σ' αυτήν οι Σλάβοι. Ο Απόστολος Παύλος ξεκίνησε το έργο του και τη διδασκαλία του Λόγου του Χριστού στην Ευρώπη, από τη Μακεδονία. Το 10ο αιώνα, δύο Έλληνες μοναχοί από τη Θεσσαλονίκη, δίδαξαν την Ορθοδοξία στους Σλάβους. Ο Κύριλλος κι ο Μεθόδιος επινόησαν το αλφάβητο της σλαβικής γλώσσας, μετέφρασαν σ' αυτό τις Γραφές και διατήρησαν την ελληνική λειτουργία στις σλαβικές εκκλησίες αν και οι προσευχές και τα κηρύγματα γίνονταν στη σλαβική γλώσσα. Το 865 ασπάστηκε το Χριστιανισμό ο Βόρις της Βουλγαρίας. Οι Βογιάροι όμως, ήταν κατά της Χριστιανικής θρησκείας. Ο Χριστιανισμός επέδρασε ιδιαίτερα στις πρώτες σλαβικές κοινότητες της Μακεδονίας οι οποίες δημιουργήθηκαν στις άνω κοιλάδες του Νέστου και του Στρυμόνα και στη μέση κοιλάδα του Αξιού.
Ανάμεσα στις κοινότητες αυτές διαδόθηκε το 10ο και 11ο αιώνα η αίρεση των Βογομίλων, η οποία παρουσιάστηκε εχθρική προς το κράτος του Σαμουήλ, με αποτέλεσμα να μην έχει την υποστήριξη των σλαβικών κοινοτήτων (Οι Βογόμιλοι δεν παραδέχονταν τα εικονίσματα. Από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης δέχονταν μόνο αυτά των Προφητών. Από την Καινή Διαθήκη παραδέχονταν μόνο τα Τέσσερα Ευαγγέλια, τις επιστολές του Παύλου και την Αποκάλυψη. Από τους Αγίους μόνο τους Προφήτες, τους Αποστόλους και όλους τους Αγίους που αναφέρονταν στις γενεαλογίες του Ματθαίου και του Λουκά. Δεν αποδέχονταν το σημείο του Σταυρού).
Η διάδοση του Χριστιανισμού στους Σλάβους που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, βοήθησε την ισχυροποίηση του ελληνισμού. Στη διάρκεια της μακραίωνης τουρκικής κατάκτησης η ελληνική εκκλησία περιφρούρησε την ύπαρξη ολόκληρου του χριστιανικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, φρόντιζε για τη μόρφωσή του, τον εκπολιτισμό του και τη βελτίωση των όρων της διαβίωσης του. Εκπροσωπούσε διοικητικά τους Χριστιανούς και η ίδια προσπαθούσε να μετριάσει τα καταπιεστικά μέτρα και τους κατατρεγμούς της τουρκικής διοίκησης. Με την πάροδο του χρόνου, οι Τούρκοι αναγνώρισαν την επιρροή την οποία ασκούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης στους χριστιανικούς πληθυσμούς. Έτσι, καταργήθηκαν τελικά τα Πατριαρχεία εθνικιστικής χροιάς τα οποία είχαν δημιουργηθεί στους κόλπους της Ανατολικής Εκκλησίας την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το 1459, καταργήθηκε το Σερβικό Πατριαρχείο του Ιπέκ κι η περιοχή του εντάχτηκε στον Ελληνικό Αρχιεπισκοπικό Θρόνο της Αχρίδας.
Ο Ελληνικός Αρχιεπισκοπικός Θρόνος της Αχρίδας δημιουργήθηκε το 10ο αιώνα κι αποτελούσε μέχρι το 1018 Βουλγαρικό Πατριαρχείο. Μετά την κατάλυση του κράτους του Σαμουήλ μεταβλήθηκε σε Ελληνική Αρχιεπισκοπή και διατήρησε τον παλιό τίτλο (Αρχιεπισκοπή Βουλγαρίας) για ιστορικούς λόγους. Το 1557, ο Βεζύρης Μεχμέτ Σοκόλοβιτς, σερβικής καταγωγής, επανίδρυσε το Σερβικό Πατριαρχείο του Ιπέκ. Η δικαιοδοσία του Πατριαρχείου αυτού επεκτάθηκε σε μεγάλο μέρος της Βόρειας Μακεδονίας, οι περιοχές όμως της Αχρίδας, του Μοναστηρίου, της Δίβρης και του Περλεπέ παρέμειναν στην Αρχιεπισκοπή της Αχρίδας. Το 1766 καταργήθηκε πάλι το Πατριαρχείο του Ιπέκ, ενώ τα σχολεία, οι εκκλησίες και οι μονές του, πέρασαν στη δικαιοδοσία του Ελληνικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Τα επόμενα εκατό χρόνια η επικράτηση του ελληνισμού στη Μακεδονία με τη βοήθεια της εκκλησίας παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και η ελληνική εκκλησία ήταν εκείνη η οποία διαφύλαξε τους μακεδονικούς πληθυσμούς από τον εξισλαμισμό.
Ο ελληνισμός όμως, δεν κυριαρχούσε στη Μακεδονία μόνο με τη βοήθεια της θρησκείας. Η ελληνική εκπαίδευση είχε επικρατήσει πριν από πολλά χρόνια και διαδιδόταν σταθερά με την πάροδο του χρόνου. Ήδη, στα τέλη του 18ου αιώνα υπήρχαν στη Μακεδονία 40 κλασικές σχολές και 300 δημοτικά σχολεία. Το 1902 ξεπερνούσαν τα 1.000, με μια δύναμη 100.000 περίπου μαθητών. Τα σχολεία αυτά τα συντηρούσαν κυρίως οι ελληνικές κοινότητες οι εισφορές των μαθητών και οι πλούσιοι Μακεδόνες του εξωτερικού. Προσέφεραν εκπαίδευση όχι μόνο σε όσους είχαν την ελληνική μητρική γλώσσα αλλά και σε μεγάλο αριθμό νέων με μητρικη γλώσσα τη σλαβική. Σε όσα από τα σλαβόφωνα χωριά υπήρχε ελληνικό σχολείο, οι κάτοικοι μπορούσαν να μιλούν και ελληνικά. Για τους νεαρούς Μακεδόνες, η ελληνική εκπαίδευση αποτελούσε εξαιρετικό εφόδιο και μεγάλη τιμή για την οικογένειά τους. Η λάμψη του αρχαίου ελληνικού πνεύματος συνεχίστηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και δεν ήταν δυνατόν να σβηστεί από τη Μακεδονία καθώς αυτή αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της. Το αρχαίο ρητό επιβεβαιώνεται απόλυτα : «..."Ελληνας καλείσθαι τους της πα ιδρύσεως της ημετέρας μετέχοντας».
Το εμπόριο, οι τέχνες και τα επαγγέλματα της Μακεδονίας βρίσκονταν σε ελληνικά χέρια κι έτσι ήταν αναγκαία η ελληνική εκπαίδευση. Αν και κατά κανόνα οι μεγάλες κτηματικές περιουσίες ανήκαν σε μωαμεθανούς υπήρχαν και πολλοί Έλληνες που είχαν στην κατοχή τους μεγάλα αγροκτήματα, τα τσιφλίκια.
Επίσης, οι Μακεδόνες Έλληνες απόδημοι στο εξωτερικό, ιδίως όσοι κατάγονταν από τη Δυτική Μακεδονία, είχαν δημιουργήσει στους τόπους της αποδημίας τους τεράστιες περιουσίες και κερδοφόρες επιχειρήσεις. Έτσι, οι νεαροί Μακεδόνες που διέθεταν ελληνική μόρφωση, με ένα ισχυρό εφόδιο, μπορούσαν να δοκιμάσουν την τύχη τους κι ως απόδημοι αν επιθυμούσαν να απομακρυνθούν από τη σκληρή γεωργική απασχόληση. Επίσης, μπορούσαν να προαχθούν κοινωνικά και να μετριάσουν τη σκληρότητα της τουρκικής διοίκησης.
Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η επικράτηση του ελληνισμού στη Μακεδονία ήταν εμφανέστατη. οι Έλληνες αποτελούσαν την κυρίαρχη εθνότητα και μόνο στη βόρεια Μακεδονία, στις περιοχές Ιστίπ, Βελεσσά, Σκόπια και Τέτοβο, όπου το γλωσσικό ιδίωμα παρουσίαζε μεγαλύτερη ομοιότητα με τη σερβική γλώσσα, εμφανιζόταν κάποια ύπαρξη σερβικής εθνότητας. Στις περιοχές του Όρβηλου, Πιρίν, τις γειτονικές της Βουλγαρίας, δεν παρουσιαζόταν καμία βουλγαρικής εθνότητας. Οι ευκατάστατοι και κοινωνικά ανώτεροι Βούλγαροι, θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες, μιλούσαν κι έγραφαν ελληνικά κι απέφευγαν την προσωνυμία Μπουλγκάρ (Bulgar) η οποία χαρακτήριζε τις μάζες των χειρονακτών και των αγράμματων. Η προσωνυμία Μπουλγκάρ που επικράτησε τότε στη Μακεδονία, δεν είχε καμία γλωσσική ή εθνολογική αξία. Χαρακτήριζε τους κοινωνικά καθυστερημένους κι άξεστους σλαβόφωνους της μακεδονικής υπαίθρου κι η σημασία της ήταν υποτιμητική.
Η Τουρκική Διοίκηση κι οι Εθνικοί Αγώνες ενάντια στον Κατακτητή
Η σχετική θρησκευτική ελευθερία που παραχώρησαν οι Τούρκοι κι η ανοχή τους για την κοινωνική και οικονομική προβολή του ελληνισμού, δεν ήταν αρκετές για να αμβλύνουν το μίσος των Ελλήνων κατά του κατακτητή. Οι Τούρκοι συνάντησαν στη Μακεδονία τον ελληνικό πολιτισμό, τον κατέκτησαν, και προσπάθησαν να τον εξαλείψουν. Για το σκοπό αυτό, εφάρμοσαν ιδιαίτερα σκληρή διοίκηση κάτω από την οποία οι συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων ραγιάδων ήταν αφόρητες.
Το μεγαλύτερο τμήμα του εύφορου εδάφους στις πεδιάδες και τις κοιλάδες ανήκε στα μεγάλα μουσουλμανικά τσιφλίκια. Όσοι χριστιανοί χωρικοί εργάζονταν σ' αυτά, ήταν κολλήγοι. Σε αντάλλαγμα του δικαιώματος να καλλιεργούν λίγα στρέμματα παρέδιδαν στον τσιφλικά μουσουλμάνο μεγάλο μέρος από την παραγωγή τους. Συνήθως ο ίδιος αυτός τσιφλικούχος είχε στην υπηρεσία του ενόπλους κι ήταν συγχρόνως φορολογικός εισπράκτορας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Διενεργούσε τη συγκέντρωση του κρατικού παρακρατήματος από την παραγωγή, δικαίωμα που του είχε εκμισθωθεί από το Σουλτανικό θησαυροφυλάκιο. Ο ίδιος τσιφλικούχος σε πολλές περιπτώσεις υπαγόρευε τις αποφάσεις των τοπικών μουσουλμανικών ιεροδικείων, οπότε οι πιέσεις κατά των κολλήγων του γίνονταν τελείως ανεξέλεγκτες.
Οι τεχνίτες, οι επαγγελματίες και οι έμποροι, ζούσαν κάτω από καλύτερες συνθήκες. Ήταν όμως κι αυτοί υποχρεωμένοι, όπως κι οι κάτοικοι των μεγάλων αστικών κέντρων να υπομένουν τις αυθαιρεσίες των κρατικών υπαλλήλων και το βάρος των απερίσκεπτων και υπερβολικών φόρων. Η τουρκική διοίκηση δεν είχε εύρυθμη λειτουργία και ασκούσε μεγάλη καταπίεση στους υπόδουλους.
Οι μισθοί για τους βαλήδες των βιλαετίων (γενικών διοικήσεων), τους μουτεσαρίφηδες των σαντζακιών (νομών), τους καϊμακάμηδες των καζάδων (επαρχιών) και το σύνολο των δημόσιων υπαλλήλων, των στρατιωτικών και αστυνομικών, προέρχονταν από τους επιτόπιους πόρους ενώ κατά κανόνα χρηματίζονταν στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η απόδοση της δικαιοσύνης ήταν μεροληπτική, χρησιμοποιούσε μάλιστα διαφορετικά κριτήρια για τους Μουσουλμάνους και τους υποδούλους, οι οποίοι φυσικά απέφευγαν να αντιδικούν με τους πρώτους καθώς ήταν βέβαιοι ότι δεν θα έβρισκαν δίκαιο. Και σε περίπτωση όμως που αντιδικούσαν μεταξύ τους, ικανοποιούνταν όσοι διέθεταν τα περισσότερα χρήματα για τη δωροδοκία των δικαστών.
Παράλληλα με τις αυθαιρεσίες της άδικης και τυραννικης οθωμανικής εξουσίας γινόταν και το εθνοκτόνο παιδομάζωμα, βίαιοι εξισλαμισμοί και προσβολές κατά των αυστηρών αντιλήψεων ηθικής των υποδούλων. Όλα αυτά δημιουργούσαν αφόρητη κατάσταση στους Μακεδόνες Έλληνες και τους εξωθούσαν στην ενεργό αντίδραση. Έτσι μετά την εγκατάσταση χιλιάδων Τούρκων εποίκων στις εύφορες μακεδονικές πεδιάδες παρουσιάστηκε μια τεράστια διαρροή των ντόπιων πληθυσμών προς τα ορεινά κι απότομα τμήματα της χώρας. Εγκαταστάθηκαν στα δυσπρόσιτα αυτά μέρη και δημιουργούσαν ελεύθερους συνοικισμούς τους οποίους δεν μπορούσαν εύκολα να πλησιάσουν τα όργανα της τουρκικής εξουσίας. Για να παραμένουν ανενόχλητοι κατέβαλαν κανονικά τους συνηθισμένους φόρους τους, το φόρο των στρατευσίμων και τον επαγγελματικό φόρο. Απέφευγαν όμως τις αυθαιρεσίες της τουρκικής διοίκησης και σπάνια τους επισκεπτόταν ο φοβερός για τις υπερβασίες του Τούρκος χωροφύλακας.
Συγχρόνως με την καταφυγή των Μακεδόνων Ελλήνων στα ορεινά μέρη εκδηλώθηκε και η ροπή των ορεινών κυρίως πληθυσμών προς τον κλέφτικο βίο, με τις ίδιες συνθήκες όπως ακριβώς παρουσιάστηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στη συνέχεια εμφανίζονται και οι Αρματολοί. Τα τουρκικά αρχεία της Βέροιας και της Θεσσαλονίκης βεβαιώνουν ότι από τις αρχές του 17ου αιώνα, υπήρχαν κλέφτες και αρματολοί στη Μακεδονία.
Οι αλλεπάλληλες και συνεχόμενες οροσειρές της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, αποτέλεσαν για όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας κρησφύγετα κλεφτών κι αρματολών εξαιτίας του πρόσφορου για ανορθόδοξο αγώνα εδάφους τους. Την περίοδο 1682-3, παρουσιάζεται έξαρση στη δράση των κλεφτών των Καζάδων (Επαρχιών) στην Αχρίδα, Μοναστήρι, Σκόπια, Κιουστεντήλ, Περλεπέ, Φλώρινα, Καστοριά, Μπιγλίστα, Χρουπίστα (Άργος Ορεστικό), Ανασελίτσα (Νεάπολη), Σέρβια, Βέροια, Νάουσα, Γιαννιτσά, Έδεσσα και Όστροβο (Άρνισσα). Δρούσαν συλλογικά, κι ανάγκαζαν την τουρκική διοίκηση να λαμβάνει εναντίον τους, σύντονα μέτρα δίωξης. Το 1691 εξεγέρθηκαν οι κάτοικοι των χωριών Μηλιά, Σκοτίνα και Καρυά στα Πιέρια. Το 1705, οι κάτοικοι της Νάουσας με επικεφαλής τον αρματολό Ζήση Καραδήμο, αντιδρούν ένοπλα στο παιδομάζωμα και δίνουν σκληρή μάχη με τους στρατολόγους στη στενωπό του ποταμού Αραπίτσα, όπου και σκοτώνεται ηρωϊκά ο Καραδήμος. Για την καταστολή της δύσκολης κατάστασης που δημιουργήθηκε, η τουρκική διοίκηση προσέλαβε στην υπηρεσία της εξισλαμισμένους Αλβανούς οπλοφόρους για να τους χρησιμοποιήσει κατά των Ελλήνων κλεφτών κι αρματολών. Έτσι, από το 1700 άρχισε η είσοδος Των Αλβανών στη Μακεδονία με όλες τις θλιβερές συνέπειές της για την τύχη των χριστιανικών πληθυσμών. Δολοφονίες, αρπαγές, ατιμώσεις, ληστείες, παράνομες φορολογίες για πλουτισμό, δημεύσεις περιουσιών κι άλλες τυραννικές ενέργειες, διέκριναν τις πράξεις των Τουρκαλβανών. Η δράση αυτή έφτασε στο αποκορύφωμά της την εποχή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Οι Αλβανοί πέτυχαν με ομαδικές εκτοπίσεις να εγκατασταθούν ως συγκυρίαρχοι των Τούρκων σε πολλές περιφέρειες της Μακεδονίας ενώ πολλά χωριά έγιναν τσιφλίκια Τουρκαλβανών μπέηδων.
Τα ελληνικά αντάρτικα σώματα όμως, όχι μόνο δεν μείωσαν τη δράση τους αλλά τη συνέχισαν με μεγαλύτερη ένταση. Οι λεηλασίες των Τουρκαλβανών οδήγησαν σε απόγνωση τους υποδούλους κι έτσι πύκνωναν περισσότερο οι τάξεις των κλεφτών. Την περίοδο του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1710-14), αυξήθηκε η δράση των κλεφτών στους καζάδες Έδεσσας και Γιαννιτσών. Το 1717, Έλληνες αρματολοί επιτέθηκαν στο ιεροδικείο της Νάουσας και το 1742 ελληνικά πειρατικά πλοία προσέβαλαν τη χερσόνησο της Κασσάνδρας. Οι πράξεις ανταρσίας συνεχίστηκαν για όλο το 18ο αιώνα κι αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια των Ορλοφικών, οπότε ο απεσταλμένος της Μεγάλης Αικατερίνης, Γεώργιος Παπαζώλης, από τη Σιάτιστα, κινητοποίησε τους αρματολούς της Μακεδονίας.
Το 1807, εποχή που μαίνονταν και πάλι ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, Μακεδόνες πειρατές βοήθησαν το Ρώσο ναύαρχο Σενιάβιν στην Τένεδο. Ο Οπλαρχηγός του Ολύμπου Νικοτσάρας, αποβιβάστηκε στον κόλπο του Ορφανού κι έφτασε μέχρι τη Ζίχνα, όπου έδωσε σκληρή μάχη με τους Τούρκους. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εξέγερση των Ναουσαίων την ίδια εποχή, προκάλεσε την πολιορκία της πόλης από τα τουρκαλβανικά στίφη του Αλή Πασά. Οι γενναίοι κάτοικοί της, με αρχηγό τον αρματολό Βασίλειο Ρομφέη, αμύνθηκαν για τεσσεράμιση μήνες κι επιχείρησαν τελικά ηρωικότατη έξοδο, εφάμιλλη με αυτήν του Μεσολογγίου. Από τους αγώνες αυτούς εναντίον του κατακτητη διαπιστώνεται ότι, στις αρχές του 19ου αιώνα, οι Μακεδόνες σε τίποτα δεν διέφεραν από τους άλλους υπόδουλους Έλληνες. Η Μακεδονία ήταν Ελλάδα με όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των άλλων διαμερισμάτων της χώρας. Το γεγονός ότι ορισμένοι Μακεδόνες μιλούσαν κάποιο σλαβικό γλωσσικό ιδίωμα ήταν αποτέλεσμα των ιστορικών περιπετειών του τόπου τους και βέβαια δεν μπορούσε να αποτελεί αιτία για να μην θεωρούνται κι αυτοί Έλληνες.
Ο αρματολός της Έδεσσας Γάτσος, ο αρχηγός του ελληνικού ιππικού στην Παλιγγενεσία του 1821 Χατζηχρήστος, και πολλοί άλλοι κλέφτες κι αρματολοί των μακεδονικών βουνών που περιλαμβάνονταν οτην περίφημη Μακεδονική Φάλαγγα της Ελληνικής Επανάστασης, ήταν σλαβόφωνοι. Αποτελούσαν όμως γνησιότατους Έλληνες και μαζί με τους άλλους σλαβόφωνους συμπατριώτες τους ποτέ δεν θεώρησαν τους εαυτούς τους μη Έλληνες.
O μύθος της σλαβομακεδονικής εθνότητας δεν είχε εφευρεθεί ακόμη στις αρχές του 19ου αιώνα. Βουλγαρικό κράτος δεν υπήρχε, κι ο ρωσικός πανσλαβισμός δεν είχε αρχίσει τη δράση του.
Στο τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, με την ανακήρυξη της Γιουγκοσλαβίας σε Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, στο νότιο μέρος της χώρας δημιουργήθηκε η «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» με πρωτεύουσα τα Σκόπια, πόλη που βρίσκεται εκτός των γεωγραφικών ορίων της Μακεδονίας. Μέχρι τότε η περιοχή ήταν γνωστή σαν Νότια Σερβία ή Βαρντάνσκα Μπανοβίνα. Με τη διοικητική αυτή ρύθμιση εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα Βαλκάνια «μακεδονικό κράτος» έστω κι ως ομόσπονδο. Στην περίπτωση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η Ελλάδα έγινε αναπόφευκτα αντικείμενο αλυτρωτικών οραμάτων. Η νεόκοπη εθνική ιδεολογία των Σκοπίων στηρίχτηκε κυρίως στην υπόθεση της παρουσίας ενός «μακεδονικού λαού» και στα τρία τμήματα του ομώνυμου γεωγραφικού χώρου τα δύο (ή και τρία, αν ληφθούν υπόψη οι συχνές αναφορές στην Αλβανία) τμήματα, το ελληνικό και το βουλγαρικό, αποτελούσαν αυτόματα αλύτρωτες περιοχές για το ομόσπονδο κρατίδιο. Παράλληλα με τη νέα επίσημη γλώσσα, τη χωριστή Εκκλησία και τον ιστορικό μύθο, η «συνένωση όλων των τμημάτων της Μακεδονίας» εφοδίασε τους εθνικιστές των Σκοπίων με την απαραίτητη «Μεγάλη Ιδέα». Η επίσημη ιστοριογραφία και οι κοινωνικές επιστήμες γενικότερα στρατεύτηκαν σε μια επιχείρηση εθνογένεσης, η οποία αναπόφευκτα προσέκρουσε στην ιστορική παράδοση και πολιτιστική ταυτότητα των περισσότερων γειτονικών εθνών. Η προσπάθεια αυτή, εξάλλου, δεν εξαντλήθηκε στα όρια του κρατιδίου. Η πολιτική και πνευματική ηγεσία των Σκοπίων φαινόταν να τρέφει διεκδικήσεις σε ολόκληρη τη Μακεδονία, όπως, τουλάχιστον, γίνεται αντιληπτό από την ενορχηστρωμένη εκστρατεία δημοσιότητας και προπαγάνδας στο εξωτερικό που ακόμη διεξάγεται με αμείωτο εθνικιστικό ζήλο. Η «μακεδονική» ταυτότητα στην εκδοχή των Σκοπίων καλλιεργήθηκε έντεχνα στους κόλπους των κοινοτήτων που δημιούργησαν σλαβόφωνοι μετανάστες από τη Μακεδονία στην Αυστραλία κυρίως, και τον Καναδά. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 σε πολλές από τις κοινότητες αυτές εκδηλώνονται έντονες εθνικιστικές τάσεις που συχνά υπερακοντίζουν την επίσημη ιδεολογία της «μητέρας πατρίδας». Είναι ενδεικτικό ότι το σύμβολο που μόλις τον Αύγουστο του 1992 επελέγη για να κοσμήσει τη σημαία της «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» -ο δεκαεξάκτινος ήλιος που έχει συνδεθεί με τη δυναστεία των αρχαίων Μακεδόνων - ήδη από το 1983 είχε γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από εθνικιστικούς κύκλους στην Αυστραλία.
Η χαλάρωση του ελέγχου που ασκούσε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στις επιμέρους δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας, ιδιαίτερα μετά τις συνταγματικές μεταβολές του 1974, επέτρεψε στους ηγέτες των Σκοπίων να ανεβάσουν τους εθνικιστικούς τόνους. Τα περιθώρια επηρεασμού της επίσημης γιουγκοσλαβικής πολιτικής εκ μέρους τους διευρύνθηκαν, όπως δείχνει η σοβαρή επιδείνωση στις σχέσεις Βελιγραδίου - Σόφιας, με αφορμή το Μακεδονικό μεταξύ 1978-1982. Κατά τη δεκαετία του 1980 η Ελλάδα, η Βουλγαρία, και η Αλβανία ακόμη, έγιναν στόχος σφοδρών επιθέσεων από εκπροσώπους της Γιουγκοσλαβίας σε διεθνείς οργανισμούς, ιδίως με την ευκαιρία συναντήσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι κατηγορίες αφορούσαν τη δήθεν καταπίεση ή περιφρόνηση των δικαιωμάτων «μακεδονικών» μειονοτήτων από τις τρεις αυτές χώρες. Η επόμενη φάση σηματοδοτήθηκε από τη διάλυση της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας, οποτε εθνικιστικές και αλυτρωτικές διεκδικήσεις εκδηλώθηκαν πλέον απροκάλυπτα
Στις 16 Οκτωβρίου 1991, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα με δεδομένη την εμπόλεμη κατάσταση και το διαμελισμό της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, εξέφρασαν τη σκοπιμότητα της αναγνώρισης των νέων κρατών, υπό ορισμένες βέβαια προϋποθέσεις. Στις 15 Ιανουαρίου 1992 αναγνωρίστηκαν οι Κροατία και Σλοβενία, και στις 8 Απριλίου 1992 η Βοσνία - Ερζεγοβίνη. Στις 13 Οκτωβρίου 1995 τέθηκε σε ισχύ η αναγνώριση από την Ελλάδα του νέου κράτους της «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (FYROM), σύμφωνα με το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Τέλος, στις 9 Απριλίου 1996, αναγνωρίστηκε η Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, κι έτσι ολοκληρώθηκε η αναγνώριση των διάδοχων κρατών που προέκυψαν από τη διάλυση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας.
Πηγή κειμένου: ΤΟ ΒΗΜΑ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, Α' ΜΕΡΟΣ, ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ