Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2023

Η επιχείρηση στο Κεφαλόβρυσο και ο θάνατος του Μπότσαρη

Στις αρχές Ιουλίου ο Μουσταή πασάς επικεφαλής 10.000 επίλεκτων ανδρών της περιφέρειάς του και άλλων Αλβανών πολεμιστών, έφτασε στα Τρίκαλα. Σουλτανικό φιρμάνι τον διέταζε να περάσει από τα Άγραφα και, αφού τα υποτάξει, να κατευθυνθεί στο Μεσολόγγι και μαζί με τον Ομέρ Βρυώνη να επιχειρήσει την κατάληψη της πόλης.

Στη σύσκεψη των Ελλήνων αρχηγών ο Μπότσαρης υποστήριξε ότι η αντίσταση κατά του επιδρομέα έπρεπε να προβληθεί όσο το δυνατόν βορειότερα.Έκρινε επιβεβλημένο να αναχαιτιστεί ο Μουσταής μακριά από το Μεσολόγγι, διότι πιθανή άφιξη των δυνάμεών του προ της πόλης θα ήταν πολύ δύσκολο να αντιμετωπιστεί, λόγω του μεγάλου όγκου του στρατού του. Η πρότασή του συνάντησε πολλές αντιρρήσεις. Ο Μπότσαρης διέκρινε πίσω απ' αυτές ότι το αξίωμα του στρατηγού ενοχλούσε ακόμη πολλούς. Τότε έσκισε το δίπλωμα του στρατηγού λέγοντας: «Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα με το σπαθί του από τον πασά». Παρά τη χειρονομία αυτή, η ηρεμία δεν επανήλθε στο πολεμικό συμβούλιο. Ο Μπότσαρης, σταθερός στις αντιλήψεις του, συγκέντρωσε όλους τους διαθέσιμους Σουλιώτες και ξεκίνησε για το Καρπενήσι, προς το οποίο πλησίαζε η προφυλακή του Μουσταή. Γρήγορα οι υπόλοιποι στρατηγοί αντιλήφθηκαν το σφάλμα τους και έσπευσαν να τον ακολουθήσουν. Τελικά σχηματίστηκε μια αμυντική διάταξη 5.000 ανδρών βόρεια του Μεσολογγίου με μια επιθετική αιχμή (1.250 άνδρες) την οποία θα διοικούσε ο Μπότσαρης.

Παρέα κλεφτών αναπαύεται 
(Μουσείο Βούρου, Αθήνα)

Στις 4 Αυγούστου η εχθρική προφυλακή, αποτελούμενη από 5.000 πεζούς και ιππείς υπό τον Τζαλαλεντίν μπέη στρατοπέδευσε σε απόσταση 20 λεπτών από το Καρπενήσι, στη θέση Κεφαλόβρυσο. Επειδή η αριθμητική υπεροχή των Αλβανών δεν ευνοούσε ανοικτή αναμέτρηση, ο Μπότσαρης άρχισε να καταστρώνει σχέδιο αιφνιδιαστικής νυκτερινής επίθεσης. Στις 7 Αυγούστου έστειλε τον εξάδελφό του, Αθανάσιο Τούσια Μπότσαρη, τον σημαιοφόρο του Ιωάννη Μπαϊρακτάρη και τον Αθανάσιο Κουτσονίκα (σύμφωνα με ορισμένες πηγές μόνο τους δύο πρώτους) στο εχθρικό στρατόπεδο για να συλλέξουν πληροφορίες. Το επόμενο πρωί, βασιζόμενος στην αναφορά των κατασκόπων του, κατάστρωσε το σχέδιο επίθεσης. Ο ίδιος, μαζί με τον αδελφό του Κώστα, θα πραγματοποιούσε επίθεση πέντε ώρες μετά τη δύση του ηλίου από τα δυτικά στο Κεφαλόβρυσο. Ο Ζυγούρης Τζαβέλας και άλλοι οπλαρχηγοί θα εξαπέλυαν έφοδο την ίδια χρονική στιγμή από μια κορυφογραμμή πλησίον του χωριού Άγιος Ανδρέας στη θέση Πλατανιά, όπου και θα στρατοπέδευε τμήμα της εχθρικής δύναμης.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης Αυγούστου ο Μάρκος επικεφαλής 350 ή 450 ανδρών επιτέθηκε εναντίον του εχθρικού στρατοπέδου. Οι Σουλιώτες έπειτα από μια πρώτη χρήση των πυροβόλων όπλων, όρμησαν με τα ξίφη σκορπώντας τον πανικό στους αιφνιδιασμένους Αλβανούς. Ο ίδιος ο Μπότσαρης έσπευσε ταχύτατα στις σκηνές των αρχηγών του στρατοπέδου, τη θέση των οποίων του είχαν υποδείξει οι κατάσκοποί του. Αν τους φόνευε ή τους συλλάμβανε, ο εχθρός θα έμενε ακέφαλος και θα διασκορπιζόταν. Φτάνοντας στην πρώτη σκηνή, αιχμαλώτισε τον Τζαφέρ πασά. Αμέσως μετά συνέλαβε τον Αγο Βασιάρη, με τον οποίο είχε διεξάγει κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου τις «διαπραγματεύσεις». Τότε, πάνω στην έξαψη της μάχης, μια εχθρική σφαίρα τον βρήκε στη βουβωνική Χώρα. Ο Σουλιώτης αρχηγός απέκρυψε από τους άνδρες του τον τραυματισμό του και συνέχισε την επίθεση. Επόμενος στόχος ήταν η σύλληψη του Μουσταή. Χάρη, όμως, στις προσπάθειες του Τζελαλεντίν μπέη, ο οποίος συγκέντρωσε γύρω του μια ισχυρή δύναμη και δημιούργησε μια αμυντική γραμμή μπροστά από τη σκηνή του πασά, ο τελευταίος βρήκε τον χρόνο να απομακρυνθεί. Μετά την εξασφάλιση του αρχηγού του ο Τζελαλεντίν οχυρώθηκε πρόχειρα με ένα τμήμα της δύναμής του πίσω από έναν μαντρότοιχο και από εκεί εξαπέλυσε φονικό πυρ εναντίον των επιδρομέων. Η αλβανική αντίσταση προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Μπότσαρη. Ο Σουλιώτης στρατηγός έσπευσε με μερικές δεκάδες πολεμιστών προς εξουδετέρωση της εχθρικής εστίας. Την κρίσιμη εκείνη στιγμή θέλησε να δράσει προσωπικά, για μια ακόμη φορά, και το πλήρωσε με τη ζωή του. Για να αντιληφθεί πόσοι εχθροί ήταν οχυρωμένοι πίσω από τον μαντρότοιχο, σήκωσε το κεφάλι του λίγο ψηλότερα. Δεν πρόλαβε να παρατηρήσει στο εσωτερικό γιατί μια σφαίρα τον έπληξε στο δεξί μάτι. Αναφέρεται ότι τη στιγμή που έπεφτε, θανάσιμα τραυματισμένος, είπε: «Αδέλφια, βαρέθηκα». Ο Τούσιας Μπότσαρης τον κάλυψε με μια κάπα, για να μην καμφθεί το ηθικό των συμπολεμιστών του και τον μετέφερε μακριά. Η μάχη συνεχίστηκε για μικρό διάστημα. Καθώς ξημέρωνε, οι Σουλιώτες αποχώρησαν. Στο πεδίο της μάχης κείτονταν 800-1.500 Αλβανοί. Πολύ μεγάλο ήταν το πλήθος των λαφύρων που συνέλεξαν οι επιδρομείς. Όλα αυτά όμως δεν ήταν δυνατό να αντισταθμίσουν την απώλεια του Μπότσαρη.

Τον νεκρό συνόδευσαν στο Μεσολόγγι 100 συμπολεμιστές του. Εκεί στις 10 Αυγούστου, την επομένη του θανάτου του, ο Μάρκος Μπότσαρης κηδεύτηκε με εξαιρετικά μεγάλες τιμές. Χαρακτηριστική εικόνα της νεκρικής πομπής μάς έδωσε ο ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος: «Προπορεύοντο οι αιχμάλωτοι Τούρκοι με τα χέρια δεμένα, ακολουθούσαν οι αποκομισθέντες εκ του πεδίου της μάχης ίπποι των πασάδων και των μπέηδων με τα πολυτελή των επισάγματα και έπειτα αι αρπαγείσαι σημαίαι. Ηπετο ο κλήρος του Μεσολογγίου με τον Αρχιεπίσκοπον. Μετά τούτον εφέρετο ο νεκρός, σκεπασμένος με κυανήν χλαίνην. Ακολουθούσαν η αδελφή και οι συγγενείς του νεκρού και πλήθος γυναικών της πόλεως, ο έπαρχος και άλλοι επίσημοι και πολίται. Και τέλος ήγοντο οπίσω τα λαφυραγωγηθέντα γιδοπρόβατα του εχθρού, υπερχίλια άλογα και μουλάρια με τα αποκομισθέντα εκ του στρατοπέδου του Μουσταή όπλα και τα άλλα λάφυρα. Εικών θριάμβου, θρυλικού ήρωος, με την διαφοράν ότι ο θριαμβευτής μετεκομίζετο διά να ταφή».

Ακόμη και μετά τον θάνατό του ο Σουλιώτης αρχηγός συνέχισε να προσφέρει στην εθνική υπόθεση. Η φήμη του επεκτάθηκε πολύ γρήγορα σε ολόκληρη την Ευρώπη (ίσως και με κατάλληλες ενέργειες του Μαυροκορδάτου). Ποιητές και καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν από αυτή και με τις δημιουργίες τους ενίσχυσαν το φιλελληνικό ρεύμα της εποχής.

Κατατάσσοντας τον Μάρκο Μπότσαρη στους πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, μπορούμε να εκτιμήσουμε τόσο τις πολεμικές του ικανότητες όσο και τη διπλωματική του ευελιξία. Κατά τη γνώμη του γράφοντος εκείνο που δίνει περίοπτη θέση στον Σουλιώτη αρχηγό είναι η αταλάντευτη αφοσίωσή του στον Αγώνα.


Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ : 1821-2Ο21, 200 χρόνια από την ανάσταση του έθνους 


Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2023

Θεόδωρος Πρόδρομος (Πτωχοπρόδρομος)


Γύρω στο πρώτο μισό του 12ου αιώνα ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ένας φτωχός άνθρωπος των γραμμάτων, που ονομαζόταν Θεόδωρος Πρόδρομος. Ο ίδιος ονόμαζε τον εαυτό του «Πτωχοπρόδρομο». Και πράγματι σπάνια θα βρει κανείς άνθρωπο των γραμμάτων πιο φτωχό, πιο πεινασμένο, πιο ζητιάνο. Πέρασε ολόκληρη τη ζωή του αναζητώντας ισχυρούς προστάτες, ζητώντας βοήθεια από τον αυτοκράτορα, τους πρίγκιπες και τις πριγκίπισσες, τους μεγάλους άρχοντες και τους μεγάλους αξιωματούχους κλαψουρίζοντας για να τους συγκινήσει για τη φτώχια του, τις δυστυχίες του, την υγεία του, τα γηρατειά του, ζητώντας τους σαν αμοιβή για τις φιλοφρονήσεις τα επιθαλάμια και τα συλλυπητήριά του χρήματα, θέσεις, ή τουλάχιστον ένα κρεβάτι στο νοσοκομείο. Ζητιάνος και ματαιόδοξος ταυτόχρονα, πολύ υπερήφανος για την οικογένειά του, για τη μόρφωσή του, για το ταλέντο του και ικανός για όλες τις κοινοτοπίες, προσφέρει ένα ενδιαφέρον πρότυπο του ανθρώπου των γραμμάτων στο Βυζάντιο κατά τον αιώνα των Κομνηνών που αγαπούσε και προστάτευε τους συγγραφείς. Τα χειρόγραφα έχουν διασώσει με το όνομα του Θεόδωρου Προδρόμου μια σημαντική ποσότητα από πολύ διαφορετικά έργα, που ασφαλώς δεν είναι όλα δικά του. Μόνο τα τελευταία χρόνια μια πιο προσεκτική κριτική ανέλαβε να ξεμπερδέψει και να ταξινομήσει λίγο αυτό το συνονθύλευμα των κειμένων, πολλά από τα οποία είναι ακόμη ανέκδοτα. Χωρίς να μπω εδώ στην ουσία ενός ζητήματος που δεν έχει ακόμη λυθεί, θα αρκεστώ να υπενθυμίσω ότι τα πιο πρόσφατα έργα σχετικά με το θέμα φαίνεται να αποδεικνύουν ότι υπήρχαν τουλάχιστον δύο Πρόδρομοι: ο ένας, ο οποίος φαίνεται να έζησε μεταξύ 1096 και 1152, του οποίου ο πατέρας ήταν μορφωμένος άνθρωπος και καλής καταγωγής, του οποίου ο θείος Χρίστος έφτασε στο υψηλό αξίωμα του αρχιεπισκόπου του Κιέβου στο τέλος του 11ου αιώνα και προς τιμήν του οποίου ο Νικήτας Ευγενιανός συνέθεσε έναν επικήδειο λόγο όπου βρίσκονται μερικές πολύ συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τη ζωή του. Ο άλλος, του οποίου τα πολυάριθμα ποιητικά έργα περιλαμβάνονται κυρίως σ' ένα φημισμένο χειρόγραφο της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας και που φαίνεται ότι έζησε τουλάχιστον μέχρι το 1166. Πρέπει να ομολογήσω ότι, από πολλές πλευρές, ο δεύτερους μοιάζει με τον πρώτο σαν αδελφός. Και οι δύο πέρασαν τη ζωή τους ζητώντας τη βοήθεια των μεγάλων, κλαίγοντας για τις αρρώστιες τους και τη δυστυχία τους και οι δύο τελείωσαν τη ζωή τους στο νοσοκομείο όπου η επιμονή τους τους είχε εξασφαλίσει τελικά ένα άσυλο. Και μια που ο ανώνυμος ποιητής του χειρογράφου της Βενετίας φαίνεται, από τον τίτλο ενός από τα ποιήματά του, ότι έφερε το όνομα Πρόδρομος, ασφαλώς θα έμπαινε κανείς στον πειρασμό και αυτό συνέβη για πολύ καιρό - να θεωρήσει σαν ένα πρόσωπο δύο πρόσωπα που είχαν συχνά τους ίδιους προστάτες και που έζησαν σχεδόν πάντα παρόμοια ζωή - αν δεν ξέραμε αφενός ότι ο ένας πέθανε σχετικά νέος, ενώ ο άλλος παραπονιέται αδιάκοπα για το βάθος των γηρατειών, και κυρίως αν ο δεύτερος, εκείνος του χειρογράφου της Μαρκιανής, δεν είχε κατονομάσει σ' ένα ποίημα που συνέθεσε χωρίς αμφιβολία το 1153, τον «φίλο και πρόδρομό του» Πρόδρομο, «τον διάσημο και παινεμένο συγγραφέα, το αρμονικό χελιδόνι, την τόσο εύγλωττη γλώσσα» ως νεκρό τη στιγμή που ο ίδιος απηύθυνε αυτούς τους στίχους στον αυτοκράτορα Μανουήλ. Ανάμεσα στους δύο ομώνυμους άνδρες, που ήταν πιθανόν συγγενείς, πώς πρέπει να μοιράσει κανείς την τεράστια λογοτεχνική αποσκευή που σώζεται με το όνομά τους; Σε ποιον από τους δύο θα πρέπει να αποδώσουμε τα περίεργα ποιήματα στην κοινή ελληνική γλώσσα, για τα οποία θα μιλήσουμε αργότερα και τα οποία θεωρήθηκε μερικές φορές, λανθασμένα κατά τη γνώμη μου, ότι δεν ανήκουν ούτε στον ένα ούτε στον άλλο; Αυτά είναι καθαρά φιλολογικά ζητήματα, που δεν χρειάζεται να εξεταστούν εδώ. Για το αντικείμενο αυτής της μελέτης, που είναι να δείξει πώς ήταν ένας ποιητής της αυλής στον αιώνα των Κομνηνών και να εξετάσει τη φύση των σχέσεων που διατηρούσε με τους ισχυρούς προστάτες του, μπορούμε ασφαλώς να αντλήσουμε πληροφορίες από τα έργα και των δύο, που ήταν περίπου σύγχρονοι και που γνώρισαν σχεδόν όμοιο πεπρωμένο. Εννοείται φυσικά ότι δεν αγνοούμε την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, ότι παραδεχόμαστε τη διάκριση μεταξύ των δύο Προδρόμων και ότι εδώ θέλουμε απλώς να ζωγραφίσουμε ένα γενικό τύπο, που ήταν συνηθισμένος κατά τον 12ο αιώνα. Παρά τη λογοτεχνική αναγέννηση που σημάδεψε την εποχή των Κομνηνών, τα γράμματα εκείνη την εποχή δεν μπορούσαν να θρέψουν τους ανθρώπους. Έτρεφαν το μεγαλύτερο σεβασμό για τη λογοτεχνία αλλά οι μορφωμένοι άνθρωποι ζητιάνευαν. Χωρίς αμφιβολία, σε μερικές σπάνιες ημέρες περηφάνιας, ο Πρόδρομος, παρά τη δυστυχία του, χαιρόταν στη σκέψη ότι ήταν έτσι και ότι η φτώχια συνοδεύει πάντα το ταλέντο. Χαιρόταν που η θεία Πρόνοια δεν του είχε δώσει «τις στοίβες του χρυσαφιού που διαφθείρουν το φιλοσοφικό πνεύμα» και δήλωνε, με μια ωραία αδιαφορία για τα αγαθά αυτού του κόσμου: «Αν δεν μπορείς να είσαι ταυτόχρονα φιλόσοφος και πλούσιος, προτιμώ να μείνω φτωχός με τα βιβλία μου». Αλλά αυτές οι αναλαμπές περήφανου στωικισμού διαρκούσαν λίγο. Συχνά ο ποιητής παρατηρούσε με βαθιά θλίψη οτι πάντοτε «η φτώχια συνοδεύει την επιστήμη». Εκείνες τις στιγμές σκεφτόταν να πετάξει τα βιβλία του από το παράθυρο, να παρατήσει τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, τον Δημόκριτο και τον Όμηρο, να εγκαταλείψει τη ρητορική και τη φιλοσοφία, όλα τα μάταια πράγματα για τα οποία, στα νιάτα του είχε νει τόσο μάταιο κόπο και που του είχαν αποφέρει μόνο δυστυχία. «Άφησε, έγραφε τότε, τα βιβλία, τις ομιλίες, τις έγνοιες που οε τρώνε. Πήγαινε στα θεάματα, στους μίμους, στους ακροβάτες. Αυτό εκτιμούν οι ηλίθιοι άνθρωποι και όχι την επιστήμη». Τότε, αναθυμούμενος τις ημέρες των παιδικών του χρόνων και την ανώφελη λαμπρή παιδεία που είχε φροντίσει να του δώσει η οικογένειά του, απηύθυνε σ' έναν από τους προστάτες του αυτούς τους ευχάριστα μελαγχολικούς στίχους: «Όταν ήμουν μικρός, ο γέρος πατέρας μου μου έλεγε: «Παιδί μου, μάθε τα γράμματα όσο περισσότερο μπορέσεις. Βλέπεις αυτόν εκεί, παιδί μου; Πήγαινε με τα πόδια και τώρα έχει ένα ωραίο άλογο και περιφέρεται πάνω σ' ένα παχύ μουλάρι. Όταν σπούδαζε δεν είχε παπούτσια, και τώρα, όπως βλέπεις, φοράει μυτερά παπούτσια. Όταν σπούδαζε, δεν χτενιζόταν ποτέ και σήμερα είναι ένας ωραίος ιππότης με καλοφροντισμένα μαλλιά. Όταν σπούδαζε δεν είδε ποτέ την πόρτα ενός λουτρού, και τώρα κάνει λουτρό τρεις φορές την εβδομόδα. Ακολούθησε λοιπόν τις συμβουλές του γέρου πατέρα σου, και αφιερώσου ολόκληρος στη μελέτη των γραμμάτων». Και έμαθα τα γράμματα με μεγάλο κόπο. Αλλά από τότε που έγινα εργάτης της λογοτεχνίας, λαχταράω το ψωμί και την ψίχα του ψωμιού. Βρίζω τη λογοτεχνία και λέω με δάκρυα: «Ω Χριστέ, να είναι καταραμένα τα γράμματα και καταραμένος όποιος τα καλλιεργεί! Ας είναι καταραμένη η ώρα και η ημέρα που με έστειλαν στο σχολείο για να μάθω γράμματα και να προσπαθήσω να ζήσω απ' αυτά». Αν με είχαν κάνει κεντητά χρυσοκέντητων υφασμάτων, έναν απ' αυτούς που κερδίζουν τη ζωή τους φτιάχνοντας κεντημένα ρούχα, θα άνοιγα το ντουλάπι μου και θα 'βρισκα μέσα άφθονο ψωμί και κρασί, τόνο και σκουμπριά, ενώ όταν το ανοίγω τώρα, βλέπω όλες τις πινακίδες και δεν βλέπω παρά μόνο χάρτινους σάκους γεμάτους χαρτιά. Ανοίγω το ερμάρι μου για να βρω μέσα ένα κομμάτι ψωμί- βρίσκω μια μικρή χάρτινη σακούλα. Ανοίγω τη βαλίτσα μου, ψάχνω το πουγκί μου, το ψηλαφίζω για να δω αν έχει μέσα σκούδα και είναι γεμάτο χαρτιά. Τότε χάνω το κουράγιο μου και πέφτω αναίσθητος. Και μέσα στην πείνα και την απελπισία μου, προτιμάω από τα γράμματα και τη γραμματική το επάγγελμα του κεντητή». Και συνεχίζει έτσι για πολλή ώρα, και ο ποιητής μετανιώνει με τη σειρά που δεν είναι μπαλωματής ή ράφτης, μπογιατζής ή φούρναρης, τυρογαλάς ή αχθοφόρος, όλα τα επαγγέλματα όπου τρώει κανείς, αντί να είναι ένας άνθρωπος που όλοι του λένε ειρωνικά: «Φάε τα βιβλία σου, καλέ μου άνθρωπε! Ας σε θρέψουν τα γράμματα, φτωχέ διάβολε».
Μερικές φορές σκεφτόταν πιο σοβαρά - γύρω στο 1140 - να εγκαταλείψει αυτό το Βυζάντιο όπου κληρικοί και λαϊκοί περιφρονούσαν εξίσου τα πράγματα του πνεύματος και όπου ο αυτοκράτορας δεν πλήρωνε σύμφωνα με την αξία τους τα ποιήματα με τα οποία τον βομβάρδιζε. 

Σκεφτόταν να συνοδέψει στη μακρινή Τραπεζούντα τον μητροπολίτη Στέφανο Σκυλίτζη, που ήξερε να διακρίνει και να προστατεύει το έμφυτο ταλέντο και που τιμούσε τον ποιητή με τη φιλία του. Μετά, παρ' όλα όσα υπέφερε, δεν μπορούσε να αποφασίσει να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα, όπου ήλπιζε πάντα να πετύχει κάποια ημέρα την ανταμοιβή που επιθυμούσε και τα εισοδήματα που θα τον έβγαζαν από τη φτώχια. Στο μεταξύ, για να ζήσει, έκανε κάθε είδους θελήματα, σύχναζε στους προθαλάμους των μεγάλων όπου οι υπηρέτες αγριοκοιτάζουν και κοροϊδεύουν τους κακοντυμένους πελάτες με τα παλιά παπούτσια, πηγαίνοντας σε τελετές, γάμους, κηδείες, θριαμβευτικές πομπές για να βρει το υλικό για κάποιο κερδοφόρο ποίημα, κολακεύοντας ώσπου να του κοπεί η ανάσα και προκαλώντας ταυτόχρονα θλίψη και λύπηση στις προσπάθειές του να διασκεδάσει τους άλλους και να τους κάνει να γελάσουν. «Βουτηγμένος στα δάκρυα, έλεγε σ' έναν από τους προστάτες του, στα βογκητά και στους θρήνους γράφω στίχους που λάμπουν από ευθυμία και καλή διάθεση. Δεν το κάνω για την ευχαρίστησή μου. Αλλά μα τη δυστυχία στην οποία έχω πέσει, μα την μεγάλη και απελπισμένη πορεία που πρέπει αλίμονο να κάνω για να πάω στο παλάτι ή στην εκκλησία, θέλω να σας πω μια για πάντα τα πράγματα όπως είναι».

Έτσι φυτοζωούσε στην Κωνσταντινούπολη ένα ολόκληρο προλεταριάτο των γραμμάτων, που το αποτελούσαν άνθρωποι έξυπνοι, μορφωμένοι, ακόμη και διακεκριμένοι, αλλά που οι δυσκολίες τη ζωής τους είχαν κατεβάσει χαμηλά, χωρίς να λογαριάσουμε και την αμαρτία που, σε συνδυασμό με τη διστυχία τους είχε βγάλει μερικές φορές απ' το δρόμο τους και τους είχε υποβιβάσει. «Μερικές φορές ξέφυγα λίγο από τον ίσιο δρόμο», ομολογεί ένας απ' αυτούς τους συγγραφείς. «Είχα ανθίσει, γράφει ένας άλλος, στον κήπο των αγίων γραφών και είχα πλέξει το στεφάνι από ρόδα των διαφόρων επιστημών. Αλλά το κάψιμο της δυστυχίας και οι βελόνες του πόνου, τα δεινά του ποτού και η χίμαιρα της σάρκας, αυτού του φοβερότερου απ' όλα τα κτήνη, με μεταμόρφωσαν επονείδιστα και μ' έκαναν να χάσω την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μου». Ένας τρίτος, κακοπαντρεμένος με μια άκαρδη και φιλόνικη γυναίκα, είχε υβριστεί, χτυπηθεί και διωχτεί από το σπίτι, όταν γύριζε στο σπίτι λίγο μεθυσμένος, και έβλεπε στις οικογενειακές του δυστυχίες κυρίως ένα ευχάριστο υλικό για να διασκεδάσει έναν από τους προστάτες του. Για όλους αυτούς τους φτωχούς διαβόλους το κυριότερο ήταν να ζήσουν, όλα τα άλλα τους ήταν αδιάφορα. «Ενδιαφέρομαι για τις δημόσιες υποθέσεις, γράφει ο Τζέτζης, όσο οι καλιακούδες για τη βασιλεία και οι αετοί για τους νόμους του Πλάτωνα».Ένας άλλος συνοψίζει την πολιτική του μ' αυτά τα λόγια: «Ένας αυτοκράτορας πρέπει να κάνει καλό σ' αυτούς που το ζητούν, να παρηγορεί τους θλιμμένους, να λυπάται τους δυστυχισμένους», και προσθέτει με ειλικρίνεια: «Γιατί να κάνεις ένα κόπο που δεν αποφέρει τίποτα, να κάνεις μια δουλειά που είναι μόνο δουλειά; Αν αυτό που ζητάει μένει χωρίς ανταμοιβή, τι ωφελεί να ζητήσει; Τι ωφελεί να γράφει κανείς, αν ο συγγραφέας παραμένει άγνωστος, αν το έργο αγνοείται από εκείνον για τον οποίο ο συγγραφέας έκανε τον κόπο να το γράψει με την ελπίδα του κέρδους;»
Ο Θεόδωρος Πρόδρομος είχε την ίδια γνώμη. Για να αρέσει, για να πετύχει, για να ζήσει, όπως έκανε κάθε είδους θελήματα, έτσι έκανε και όλες τις λογοτεχνικές δουλειές. Του αποδίδουν έμμετρα μυθιστορήματα και φάρσες, σάτιρες και αστρολογικά ποιήματα, θρησκευτικά ποιήματα και φιλοσοφικά δοκίμια, επιστολές και επικήδειους λόγους, πολλά περιστασιακά κομμάτια που αφορούν κυρίως τα αξιοσημείωτα γεγονότα της αυλής και της πόλης, νίκες και γάμους, γεννήσεις και θανάτους, στα οποία κάνει κυρίως την εμφάνισή το απλωμένο χέρι του ζητιάνου ακολουθώντας ένα σωρό μεγαλοφυείς πλάγιους δρόμους. Δεν γράφει μόνο για λογαριασμό του: η πένα του και το πνεύμα του είναι στην υπηρεσία όποιου τον πληρώνει για να συντάξει μια αίτηση, μια φιλοφρόνηση ή ένα θρήνο. Αναζητώντας πάντα την κατάλληλη ευκαιρία, αυτός ο ποιητής είναι στην πραγματικότητα ένας απλός υπηρέτης της αυλής και οι όμοιοί του είναι σαν κι αυτόν, θέλοντας περισσότερο να αρέσουν παρά να κατηγορούν, και πολύ ευτυχείς αν μετά από ένα σωρό παρακάλια, κόπους, ατιμώσεις, βρουν τελικά στο τέλος της ζωής τους ένα ήσυχο καταφύγιο σε κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα. Ο Θεόδωρος Πρόδρομος το βρήκε γύρω στο 1144 στο γηροκομείο του Αγίου Παύλου. Ο ανώνυμος ποιητής του χειρογράφου της Βενετίας το συνάντησε γύρω στο 1156 στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγκάνων μετά από μια περιπετειώδη ζωή που αξίζει να τη διηγηθούμε, γιατί έχει κάποιο ενδιαφέρον για την ιστορία της κοινωνίας την εποχή των Κομνηνών.
Ανάμεσα στις βυζαντινές πριγκίπισσες του πρώτου μισού του 12ου δεν υπάρχει ούτε μία που να μην βομβάρδισαν με τα ποιήματά τους ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή ο ομώνυμός του του χειρογράφου της Βενετίας. Ο πρώτος, απευθυνόμενος στην Ειρήνη Δούκα, τη χήρα του μεγάλου Αλέξιου Κομνηνού, έκλαψε σε πεζό και έμμετρο λόγο για το θάνατο του γιου της Ανδρόνικου.

Ύμνησε, για την Άννα Κομνηνή, σε πομπώδη επιθαλάμια το γάμο των δύο γιων της.Ύμνησε την Ειρήνη την Ουγγαρέζα, που ήταν σύζυγος του Ιωάννη Κομνηνού και τη Γερμανίδα Ειρήνη, που ήταν η πρώτη σύζυγος του Μανουήλ. Ο άλλος επαίνεσε όλες τις ωραίες γυναίκες που κυκλοφορούσαν στο αυτοκρατορικό περιβάλλον, τις ανιψιές, τις εξαδέλφες του βασιλέως. Αλλά ανάμεσα σ' αυτές τις διάσημες προστάτριες, υπάρχει κυρίως μία της οποίας το όνομα και η οικογένεια εμφανίζονται αδιάκοπα στο χειρόγραφο της Βενετίας και της οποίας ο δεύτερος Πρόδρομος φαίνεται ότι ήταν ο επίσημος ποιητής πρόκειται για τη σεβαστοκρατόρισσα Ειρήνη, νύφη του αυτοκράτορα Μανουήλ.

Ήταν σύζυγος του σεβαστοκράτορα Ανδρόνικου, του δεύτερου γιου του Ιωάννη Κομνηνού και όπως οι περισσότερες μεγάλες κυρίες της εποχής, ήταν πολύ μορφωμένη και αγαπούσε τα γράμματα. Διατηρούσε σχέσεις με μερικούς από τους διασημότερους συγγραφείς της εποχής της. Κατά παραγγελία της και γι' αυτήν, ο Κωνσταντίνος Μανασσής έγραψε το έμμετρο χρονικό του και στον πρόλογο αυτού του έργου ο συγγραφέας ύμνησε όπως άρμοζε την φιλολογωτάτη πριγκίπισσα, που ήθελε πάντα να διευρύνει τις γνώσεις της, αγαπούσε με πάθος τα βιβλία, θαύμαζε θερμά την ευγλωττία και αφιέρωνε στην επιστήμη το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Επαίνεσε επίσης τη γενναιοδωρία της και τα πολλά της δώρα που, σαν δροσιά, έρχονταν συνεχώς να ξεκουράσουν τους συγγραφείς που εργάζονταν για κείνη. Και πρέπει να προσθέσουμε, γιατί αυτό σπανίζει εκείνη την εποχή, ότι έκανε στην προστάτριά του αυτά τα κομπλιμέντα με μια νηφαλιότητα και μια διακριτικότητα που φρόντισε να υπογραμμίσει ο ίδιος: «Σταματάω, γράφει, από φόβο μήπως μερικοί κρίνουν ότι τα λόγια μου είναι γεμάτα κολακεία»: ένας φανερός υπαινιγμός στους ατελείωτους επαίνους του Θεοδώρου Προδρόμου και των ομοίων του, όπου εκδηλώνεται ταυτόχρονα η λίγο περιφρονητική γνώμη που είχαν οι άνθρωποι της εποχής τους γι' αυτούς τους ποιητές της αυλής.

Μορφωμένη και γενναιόδωρη, η Ειρήνη είχε γύρω της ένα μικρό κύκλο από ανθρώπους των γραμμάτων. Όπως ζητούσε από τον Μανασσή να της διδάξει την ιστορία, ανέθετε στον Ιωάννη Τζέτζη να σχολιάσει για λογαριασμό της τον Ησίοδο και τα έπη του Ομήρου- και γι' αυτήν, όπως είχε κάνει κάποτε για την αυτοκράτειρα Ειρήνη, ο μορφωμένος γραμματικός συνέθετε, όπως έλεγε, μια νέα γυναικεία βίβλο στην αρχή της οποίας υπενθύμιζε τις ευεργεσίες που του είχε κάνει η Ειρήνη μέσα στη φτώχια του και μιλούσε για την ευχαρίστηση που ένιωθε εργαζόμενος γι' αυτήν. Κι εκείνος, εξάλλου, όπως οι άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων, ζητούσε, σε πεζό λόγο και σε στίχους, την ευεργεσία και τα δώρα της προστάτριάς του και παραπονιόταν μερικές φορές ότι οι γραμματείς της πριγκίπισσας δεν έδειχναν καθόλου ζήλο για να εκπληρώσουν γενναιόδωρα τις προθέσεις της και ότι η κακή τους θέληση του στερούσε τους καρπούς της εργασίας του. Επίσης η Ειρήνη διατηρούσε μια πολύ περίεργη αλληλογραφία με κάποιον μοναχό Ιάκωβο, που φαίνεται ότι ήταν ένας από τους οικείους της. Σ' αυτές τις επιστολές, εκτός από την ιστορία των δυστυχιών της, βρίσκουμε μια αναφορά στις φιλολογικές της προτιμήσεις, στην «αττική διάλεκτό της» και στην αγάπη της για τους στίχους του Ομήρου «ο σος Όμηρος» όπως λέει ο επιστολογράφος της πριγκίπισσας. Είναι πιθανόν τέλος να εργάστηκε γι' αυτήν ο Θεόδωρος Πρόδρομος, αν και μου φαίνεται αμφίβολο ότι πρέπει να του αποδώσουμε όλα τα ποιήματα που απευθύνονται στη σεβαστοκρατόρισσα που έχουν σωθεί με το όνομά του. Εν πάση περιπτώσει, όμως, είχε στην υπηρεσία της για πολύ καιρό τον ποιητή του χειρογράφου της Βενετίας και τα πολλά κομμάτια που αφιέρωσε σ' εκείνη και στους δικούς της ρίχνουν ένα περίεργο φως τόσο στη ζωή αυτής της διακεκριμένης γυναίκας όσο και στη ζωή του ανθρώπου των γραμμάτων που ήταν o αυλικός της και ο πιστός υπηρέτης της.

Φαίνεται ότι ο ποιητής σύχναζε από νωρίς στο σπίτι του σεβαστοκράτορα Ανδρόνικου. «Σας ανήκα, λέει κάπου στην προστάτριά του, από την εποχή που βρισκόμουν στο στήθος της μητέρας μου». Πολλές φορές εξομολογούταν στον πρίγκιπα τις δυστυχίες του, περιγράφοντάς του την αξιοθρήνητη ζωή των φτωχών σαν κι αυτόν «που είχαν σαν μοναδική κληρονομιά τη φτώχια, που έχουν πολλά έξοδα και λίγα έσοδα» και είχε προσπαθήσει, με τη γλαφυρή διήγηση της δυστυχίας του, να τον μαλακώσει και να πετύχει μια αύξηση του επιδόματος που του έδινε ο Ανδρόνικος. Ταυτόχρονα έγραφε στιχάκια για τη γυναίκα του, προορισμένα να συνοδεύουν τα ευλαβικά δώρα που πρόσφερε στις εκκλησίες αφιέρωσε στην πριγκίπισσα ένα αστρολογικό ποίημα και από εκείνη τη στιγμή έγινε άνθρωπος του σπιτιού. Έτσι, όταν το 1143, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της Κιλικίας, ο πρίγκιπας πέθανε από πυρετό στην Αττάλεια, αφήνοντας τη γυναίκα του χήρα με πέντε παιδιά, η σεβαστοκρατόρισσα ανάθεσε στον ποιητή μας να συνθέσει τον μακροσκελή θρήνο, όπου υποτίθεται ότι η Ειρήνη εξέφραζε τη θλίψη της και όπου, παρά την κουραστική φλυαρία, διακρίνουμε μερικές φορές ένα τόνο ειλικρινούς πόνου. Από εκείνη τη στιγμή έμεινε για πολλά χρόνια πιστά προσκολλημένος στην προστάτριά του.

Το χειρόγραφο της Βενετίας περιλαμβάνει περίπου πενήντα ποιήματα σχετικά με την ίδια και τους δικούς της, που αποτελούνται συνολικά από περίπου 7000 στίχους. Μερικές φορές πρόκειται για μικρά κομμάτια προορισμένα να συνοδεύουν τις προσφορές, πετσέτες κεντημένες με χρυσάφι και μαργαριτάρια, πολύτιμα υφάσματα, σκεπάσματα δισκοπότηρων, που η ευσέβεια της Ειρήνης αφιέρωνε στις εκκλησίες συχνά αυτά τα σύντομα ποιήματα κεντιόνταν πάνω στο ύφασμα των αντικειμένων που πρόσφερε η πριγκίπισσα. Άλλοτε πάλι είναι στίχοι γραμμένοι για τις μεγάλες γιορτές του σπιτιού, αρκετά μακροσκελή ποιήματα που τα διάβαζαν επίσημα. Για όλες τις περιστάσεις της ζωής της Ειρήνης, ο λογοτέχνης μας ήταν πάντα έτοιμος να γράψει ένα κατάλληλο κομμάτι, για τα γενέθλιά της και για την αποκατάσταση της υγείας της, για το γάμο του γιου της του πρωτοσέβαστου και πρωτοβεστιάριου Ιωάννη, για το γάμο της κόρης της Θεοδώρας με τον δούκα της Αυστρίας, για το γάμο της εγγονής της Ειρήνης υμνούσε επίσης τα κατορθώματα των γιων της τις αρετές των θυγατέρων της, την αξία των γαμπρών της και απηύθυνε σε όλους κολακευτικά ποιήματα. Επίσης, με την ευκαιρία της χηρείας της κόρης της Ευδοκίας, της απουσίας ή της επιστροφής της κόρης της Θεοδώρας, της αναχώρηση για το στρατό του γιου της Αλεξίου, έστελνε στην πριγκίπισσα τα έμμετρα συλλυπητήρια ή συγχαρητήριά του. Όταν της μιλούσε, οι πιο κολακευτικές λέξεις συγκεντρώνονταν κάτω από την πένα του. Η Ειρήνη ήταν για κείνον «η σοφή, η αρμονική, η ζωντανή σκέψη της Αθηνάς».
Επαινούσε «την ψυχή της που ήταν γεμάτη καλοσύνη, την ψυχή της που ήταν ευσπλαχνική σαν την ψυχή του Χριστού». Υπενθύμιζε πόσο αγαπούσε το καλό και τα γράμματα (φιλάγαθος και φιλολογωτάτη). Και φαίνεται ότι δεν επρόκειτο απλώς για ψεύτικες εκδηλώσεις αφοσίωσης. Πολλές φορές ο ποιητής έγινε εκφραστής των θλίψεων και των παραπόνων της σεβαστοκρατόρισσας και μερικές φορές το έκανε με αρκετό θάρρος.

Μετά την απώλεια του συζύγου της, η Ειρήνη είχε δει ξαφνικά τη θέση της στην αυλή να αλλάζει. Για μια στιγμή, όταν ο θάνατος πήρε τον Αλέξιο, τον πρωτότοκο γιο του αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνού, είχε την ελπίδα ότι θα ανέβαινε στο θρόνο με τον σύζυγό της και φαίνεται ότι οι φίλοι της χαιρέτιζαν προκαταβολικά στο πρόσωπό της τη μέλλουσα αυτοκράτειρα. Ο πρόωρος θάνατος του Ανδρόνικου κατέστρεψε τις ελπίδες της και από την αρχή της νέας βασιλείας φαίνεται ότι η σεβαστοκρατόρισσα είχε πέσει στη δυσμένεια του κουνιάδου της Μανουήλ. Για πρώτη φορά, γύρω στο 1144, μετά από μια συκοφαντική καταγγελία, φυλακίστηκε στο μεγάλο παλάτι και εξορίστηκε στη συνέχεια στις Πριγκιπονήσους η περιουσία της κατασχέθηκε, τα παιδιά της απομακρύνθηκαν από κοντά της, και παραπονιέται ακόμη και ότι οι δεσμοφύλακές της την κακομεταχειρίστηκαν. Κατάφερε όμως να αποδείξει την αθωότητά της και γύρισε κοντά στους δικούς της. Ένα έργο του τακτικού της ύμνησε με συγκίνηση την επιστροφή της στο σπίτι και την τρανταχτή αναγνώριση της αθωότητάς της. Ωστόσο, δίκαια ή άδικα, η πριγκίπισσα προκαλούσε ανησυχίες. Το 1148 κατηγορήθηκε και πάλι, αυτή τη φορά για συνωμοσία κατά της ζωής του αυτοκράτορα, και χωρίς ανάκριση, χωρίς δίκη, απομακρύνθηκε αρχικά από την πρωτεύουσα και στη συνέχεια φυλακίστηκε στο ανάκτορο των Βλαχερνών. Ταυτόχρονα της αφαιρούσαν όλα τα προνόμια και ακόμη και την ενδυμασία της αυτοκρατορικής οικογένειας και μπορούσε να λέει με θλίψη: «Σ' αυτό το παλάτι όπου γνώρισα κάποτε την ευημερία, όπου έλαμπα σαν λουλούδι, τώρα λιώνω φυλακισμένη, κι όταν θυμάμαι τις αλλοτινές τιμές, τις χαρές και τις απολαύσεις του παρελθόντος, η θλίψη μου μεγαλώνει και το βάρος της δυστυχίας μου διπλασιάζεται». Έμεινε εκεί πάνω από δέκα μήνες και οτη συνέχεια μεταφέρθηκε άρρωστη στο μοναστήρι του Παντοκράτορα. Πολύ αργότερα, γύρω οιο 1151, μετά από πιεστικές αιτήσεις και χάρη οτην παρέμβαση του γιου και του γαμπρού της στον αυτοκράτορα, πήρε επιτέλους χάρη. Χρειάστηκε όμως να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να συνοδεύοει στη Βουλγαρία τον γιο της Ιωάννη, που είχε αναλάβει χωρίς αμφιβολία τη διοίκηση αυτής της επαρχίας.

Σ' αυτά τα πονεμένα χρόνια, ο ποιητής μας έγινε η ηχώ των παραπόνων της, ο εκφραστής της λύπης της και ο ιστορικός των συμφορών της. Σε μια σειρά από κομμάτια, όπου συνήθως υποτίθεται ότι μιλάει η ίδια, την βάζει να διηγείται χωρίς τελειωμό τις αξιοθρήνητες περιπέτειες της ζωής της πώς, μετά το θάνατο του λατρεμένου της συζύγου, κάθε ελπίδα πέθανε για κείνη, κάθε ευτυχία Χάθηκε, φανερός υπαινιγμός για τη χαμένη ελπίδα του θρόνου- πώς, τρεις φορές η οργή του αυτοκράτορα έπεσε πάνω της και πώς «σαν κερί στη φωτιά» έλιωσε στο φύσημα του θυμού του- πώς στο βάθος της αβύσσου όπου έχει πέσει, στον τάφο όπου έχει ταφεί ζωντανή, περιμένει και εύχεται μόνο το θάνατο. «Υπέφερα, λέει κάπου, διάφορες και αφόρητες συμφορές. Οι συκοφάντες με συκοφάντησαν, η γλώσσα τους σαν σπαθί με πλήγωσε, με πρόσβαλε, με τσάκισε. Απομακρύνθηκα, διώχτηκα. Έφτασα ως τις πύλες του Άδη». Και αλλού: «Γνώρισα κάθε είδους δεινά, κάθε είδους τυραννία. Υπέμεινα τη φυλακή, υπέμεινα την εξορία- υπέμεινα τις προσβολές, τη 
στέρηση των παιδιών μου, την περιφρόνηοη των οικείων μου, τις κατηγορίες των υπηρετών μου, όλες τις δυστυχίες, όλους τους υποβιβαομούς. Είδα τη χαρά των εχθρών μου. Και όμως ζω». Καινούργιες συμφορές προστίθενται κάθε μέρα στη δυστυχία της. Ένας γάμος για λόγους πολιτικής της στερεί την κόρη της Θεοδώρα για να την ενώοει μ' αυτόν που ο ποιητής ονομάζει «το κτήνος της Δύσης». «Και έκλαψα, έλεγε η Ειρήνη, την κόρη μου σαν να είχε πεθάνει». Μια αυτοκρατορική διαταγή της έπαιρνε τον γιο της Αλέξιο, το μικρότερο από τα παιδιά της, για να τον στείλει οτο στρατό. Η κόρη της Μαρία βρισκόταν μακριά της, η κόρη της Ευδοκία ήταν χήρα και σε λίγο θα έμπλεκε με τον ωραίο Ανδρόνικο Κομνηνό. Κι εκείνη έμενε μόνη, άρρωστη, δυστυχισμένη «σαν νέα Εκάβη στερημένη απ' τα παιδιά της».

Ασφαλώς υπάρχει κάποια υπερβολή σ' αυτά τα παράπονα. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ έβλεπε με πολύ καλό μάτι τους γιους της και τον γαμπρό της Ιωάννη Καντακουζηνό- επέτρεπαν στην κόρη της Μαρία να την επισκέπτεται στη μονή του Παντοκράτορα- η κόρη της Θεοδώρα ερχόταν από τη Γερμανία για να τη δει. Ωστόσο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ίδια είχε πολύ σκληρή μεταχείριση. Στην αίτηση που απευθύνει ο ποιητής της εξ ονόματός της στον αυτοκράτορα Μανουήλ κατά τη φυλάκισή της στις Βλαχέρνες, παραπονείται έντονα και με ακριβείς λεπτομέρειες για τις ταπεινώσεις και τις κάθε είδους τιμωρίες που της επιβάλλουν. Γίνεται λόγους για άνδρες δεσμοφύλακες στους οποίους, αντίθετα απ' ό,τι συνηθιζόταν, εμπιστεύτηκαν την πριγκίπισσα κατά την πρώτη εξορία της γίνεται λόγος ακόμη και για χτυπήματα (μάστιγες) που της έδωσαν. Γίνεται κυρίως λόγος για τον απόλυτα παράνομο τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκαν στη σεβαστοκρατόρισσα. Και σ' αυτό το σημείο, παρά τις ικεσίες από τις οποίες είναι γεμάτη η επιστολή, η Ειρήνη δεν μπορεί να μη διαμαρτυρηθεί, όχι χωρίς θάρρος και περηφάνια: «Δεν αρνούμαι τους δικαστές, δεν αποφεύγω το δικαστήριο- δεν φοβάμαι κανένα κατήγορο ούτε συκοφάντη. Ας εμφανιστεί, το απαιτώ, αυτός που κρατάει το τιμόνι, ας μιλήσει και ας φέρει τις αποδείξεις του εγκλήματός μου». Αντί γι' αυτό, καταδικάστηκε χωρίς ανάκριση, χωρίς δίκη, χωρίς να έρθει αντιμέτωπη με τον κατήγορό της. «Γιατί, γράφει στον αυτοκράτορα, καταδικάζεις ένα ανθρώπινο πλάσμα με μια απλή υποψία; γιατί τιμωρείς με μια απλή καταγγελία κάποιον που δεν μπόρεσε να υπερασπίσει τον εαυτό του; Γιατί δεν ψάχνεις να βρεις αυτόν που με κατηγορεί; Μην αρκείσαι στα λόγια, αλλά απαίτησε αποδείξεις". Για την ίδια, ζητάει να τη μεταχειρίζονται σύμφωνα με το νόμο, πρόθυμη να υποστεί την ποινή της, αν καδικαστεί δίκαια. Θέλει όμως ένα κανονικό, αμερόληπτο δικαστήριο. «Αντίθετα από τους άλλους ανθρώπους, λέει ενεργητικά, δεν εμπιστεύεσαι καθόλου στα λόγια, ζητάς απόδειξη με γεγονότα. Αλλά εναντίον μου ξέχασες όλα τα παραδομένα έθιμα: με τιμωρείς χωρίς να με δικάσεις, με καταδικάζεις με βάση μια απλή λέξιν και υπάρχουν δύο πράγματα εξίσου αξιοθρήνητα στην υπόθεσή μου, η κρίση και η τιμωρία, που και οι δύο είναι αντίθετες προς τον νόμο».

Χρειαζόταν κάποιο θάρρος για να μπορέσει ο φτωχός άνθρωπος των γραμμάτων που έγραφε εξ ονόματος της πριγκίπισσας να πει τόσο σκληρές αλήθειες στον αυτοκράτορα. Πρέπει εξάλλου να πούμε, προς έπαινο του ποιητή μας, ότι έδειξε σ' όλη αυτή την περιπέτεια θαρραλέα πίστη στην ατιμασμένη προστάτριά του. Προσπαθεί να την παρηγορήσει, να της βρει υποστηρικτές. Γράφει στον γαμπρό της Ιωάννη Καντακουζηνό, στον γιο της Ιωάννη Κομνηνό για να τους ζητήσει να ενδιαφερθούν για την τύχη της πριγκίπισσας, υπενθυμίζοντας στον ένα ότι «για μια μητέρα δεν πρέπει να διστάζουμε να δώσουμε ακόμη και τη ζωή μας» και στον άλλο ότι ολόκληρο το Βυζάντιο σκανδαλίζεται για την άδικη ατίμωση της Ειρήνης. Την υποστηρίζει κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της.
Και όταν τελικά έρχεται η συγνώμη, δεν διστάζει, αν και με λύπη του, να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα και να ακολουθήσει την ευεργέτισσά του στη Βουλγαρία. «Η απομάκρυνση, έλεγε με ωραίο τρόπο, σχίζει την ψυχή». Δεν μπορούσε να αντέξει σ' αυτή τη σκέψη και συνόδεψε στην εξορία εκείνη που, όπως υπενθύμιζε υπερήφανα, υπηρετούσε «πιστά και με ζήλο» εδώ και δώδεκα χρόνια.

Υπήρχε κάποια υστεροβουλία σ' αυτή την πίστη. Ασφαλώς ένας από τους λόγους της προσκόλλησης του ποιητή στην προστάτριά του ήταν ότι εξαιτίας της δυσμένειας της Ειρήνης, όπως στην περίπτωση ενός άλλου ανθρώπου των γραμμάτων, του Γλύκα, εξαιτίας της δυσμένειας του Θεόδωρου Στυπιώτη, ο αυτοκράτορας τον έβλεπε με πολύ κακό μάτι και παρά τα ποιήματα που είχε συνθέσει πολλές φορές για τον Μανουήλ, δεν είχε να ελπίζει καμία εύνοια απ' αυτόν. Αντίθετα, στηριζόταν σαν ανταμοιβή στη γενναιοδωρία της σεβαστοκρατόρισσας και του γιου της, που θεωρούσε ότι του άξιζε. Και της το έλεγε καθαρά: «Το μόνο που μου απομένει είναι να ελπίζω στη χριστιανική και φιλάνθρωπη ψυχή σας. Σας ικετεύω, μη διαψεύσετε τη μόνη ελπίδα που μου μένει- μην κάνετε την προσδοκία μου». Ήλπιζε επίσης ασφαλώς ότι, σ' αυτό το Βυζάντιο που ήταν τόσο γόνιμο σε επαναστάσεις, κάποια αλλαγή της τύχης θα επανέφερε την ευεργέτισσά του στην αυλή, και πράγματι, εκείνη γύρισε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Όμως η αφοσίωση του μας τον τιμά και δείχνει ότι άξιζε περισσότερο - τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις - απ' όσο θα μπορούσε να πιστέψει κανείς από τον γενικό τόνο του έργου του.

Πρέπει να προσθέσουμε πάντως ότι κουράστηκε πολύ γρήγορα από την παραμονή του στη Βουλγαρία. Παρά την προσκόλλησή του στην Ειρήνη, η Κωνσταντινούπολη του έλειπε. Νοσταλγούσε, σύμφωνα με τα λόγια του «τον αγαπημένο καπνό της πατρίδας», έπληττε στην υγρή και θλιβερή χώρα όπου τον είχε οδηγήσει το πεπρωμένο του.

Ένιωθε επίσης γέρος, άρρωστος είχε ανάγκη να ζήσει σ' ένα μέρος «όπου βρίσκεις φάρμακα και νοσοκομεία». Θυμόταν ακόμη ότι, εδώ και πολλά χρόνια, η πριγκίπισσα και ο γιος της του είχαν υποσχεθεί να φροντίσουν να γίνει δεκτός στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγκάνων. Όχι χωρίς δισταγμό, ζήτησε την άδειά της να φύγει, υπενθυμίζοντας τις πολύχρονες και πιστές υπηρεσίες του, ζητώντας σαν μοναδική χάρη να τον στείλουν πίσω στο Βυζάντιο όπου θα εξακολουθούσε, στο ανάκτορο που διατηρούσε στην κατοχή της η Ειρήνη, να ανήκει στην οικογένειά της. «Δεν θα ήθελα καθόλου, έλεγε, να αλλάξω κατάσταση ούτε να απομακρυνθώ. δεν επιθυμώ καθόλου τον χωρισμό, την εξορία». Αλλά χρειαζόταν ξεκούραση και η πριγκίπισσα χρειαζόταν νέους και ρωμαλέους υπηρέτες Ζητούσε λοιπόν μια τιμητική σύνταξη. «Δεν ζητάω καμιά πολυτέλεια, ζητάω μόνο τα προς το ζην».

Η επιθυμία του εισακούστηκε. Το 1152 επέστρεψε στο Βυζάντιο και τότε, επειδή έπρεπε να ζήσει και επειδή το να γίνει δεκτός στο μοναστήρι των Μαγκάνων εξαρτιόταν από τον αυτοκράτορα, στράφηκε στον Μανουήλ. Ο ηγεμόνας κώφευε για πολύ καιρό στις αιτήσεις του φτωχού ανθρώπου των γραμμάτων και εκείνος παραπονιόταν πικρά ότι ο βασιλεύς δεν κοίταζε καν τους στίχους του. Τελικά όμως, ίσως χάρη στη λήξη της δυσμένειας της Ειρήνης, πέτυχε μετά από πολλές αιτήσεις και συχνά προδομένες ελπίδες αυτό που ονειρευόταν. Γύρω στο 1156 μπήκε στο μοναστήρι των Μαγκάνων. Έζησε εκεί, γράφοντας πάντα στίχους για τους ισχυρούς προστάτες του και διατηρώντας όπως φαίνεται, βαθιά αφοσίωση για τη σεβαστοκρατόρισσα. Της έγραφε για να την ενημερώσει για την υγεία του, για τις εγχειρήσεις στις οποίες επρόκειτο να υποβληθεί και ασφαλώς ήλπιζε να πετύχει έτσι κάποια νέα ένδειξη της συνηθισμένης της γενναιοδωρίας. Πέθανε στο μοναστήρι του, πιθανότατα λίγο μετά το 1166 - το τελευταίο ποίημά του φέρει αυτή την ημερομηνία - και ανεξάρτητα από τη γνώμη μας για το άτομό του, η ζωή του παρουσιάζει πραγματικό ενδιαφέρον, τόσο για τις πληροφορίες που μας δίνει για την κατάσταση των ανθρώπων των γραμμάτων στο Βυζάντιο όσο και για τα στοιχεία που μας δίνει για τη μελαγχολική Ειρήνη, μορφωμένη πριγκίπισσα και προστάτρια των γραμμάτων, που ένας από τους προστατευόμενούς της ονόμαζε «σειρήνα της ευγλωττίας».

Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ , CHARLES DIEHL



Παρασκευή, Ιανουαρίου 20, 2023

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α'

Πορτρέτο του 
Βασιλέως Αλεξάνδρου Α'
(1917)

Ο δευτερότοκος γιος του βασιλέως Κωνσταντίνου Α ' και της βασιλίσσης Σοφίας γεννήθηκε το 1893 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και κατά τη διάρκεια του Β ' Βαλκανικού Πολέμου (1913) υπηρέτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού στο Επιτελείο. Τον Μάιο του 1917, μετά την εκθρόνιση και την εξορία του πατέρα του και του πρωτότοκου αδελφού του, του διαδόχου Γεωργίου Β' , ο Αλέξανδρος δέχτηκε να ανεβεί στον θρό7νο και λίγες μέρες αργότερα αναγκάστηκε να διορίσει πρωθυπουργό τον πολιτικό αντίπαλο του πατέρα του, Ελευθέριο Βενιζέλο (13 Ιουνίου 1917).

Κατά τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του Αλεξάνδρου, οι σχέσεις ανάμεσα στον βασιλέα και τον πρωθυπουργό σκιάζονταν από ένα πνεύμα αμοιβαίας δυσπιστίας. Γρήγορα, όμως, οι ελληνικές νίκες στο Μακεδονικό Μέτωπο και τα εδαφικά κέρδη που αποκόμισε η Ελλάς από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις και διαμόρφωσαν θετικό κλίμα ώστε να είναι αρμονική η συνεργασία βασιλέως και πρωθυπουργού.

Τον Νοέμβριο του 1919 0 Αλέξανδρος τέλεσε μυστικό «μοργανατικό» γάμο με την Ασπασία Μάνου, o οποίος νομιμοποιήθηκε από την κυβέρνηση τον Απρίλιο του 1920. Ήταν ιδιαίτερα φιλόζωος και γι' αυτό υπέγραψε το 1917 τον πρώτο νόμο «Περί προστασίας των ζώων». Η ειρωνεία της Τύχης ήθελε να χάσει τη ζωή του τρία χρόνια αργότερα, το 1920, από το δάγκωμα ενός ζωντανού που υπεραγαπούσε, μίας από τις δύο κατοικίδιες μαϊμούδες (μακάκοι) που φιλοξενούνταν στο Κτήμα τουΤατοΐου.

Ο βασιλεύς Αλέξανδρος Α' με στολή 
ναυτικού οδηγώντας το αμάξι του 
στην Αθήνα παρέα με τον αγαπημένο 
του σκύλο Φριτς
Ο πρόωρος θάνατος του βασιλέως συνέπεσε με την προεκλογική εκστρατεία των εκλογών που διεξήχθησαν τον Νοέμβριο 1920. Ευλόγως αναθερμάνθηκαν οι ελπίδες των οπαδών του πατέρα του για την παλινόρθωσή του στον θρόνο, ενώ συνέβαλε στην επάνοδο των αντιβενιζελικών στην εξουσία. Προς τιμήν του βασιλέως Αλεξάνδρου μετονομάστηκε Αλεξανδρούπολη η Πόλη Δεδεαγάτς της Δυτικής Θράκης (1919).

Διασώζεται το χειρόγραφο του τελευταίου Διαγγέλματος που απηύθυνε προς τον ελληνικό λαό, το οποίο υπέγραψε την 3η Αυγούστου 1920, μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Σε αυτό εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στους Έλληνες για τους αγώνες και τις θυσίες τους, που έκαναν την Ελλάδα «μεγάλη και περίβλεπτον».


ΑΣΠΑΣΙΑ ΜΑΝΟΥ


Η κόρη του επίλαρχου των Ανακτόρων Πέτρου Μάνου και ετεροθαλής αδελφή της χορογράφου Ραλλούς Μάνου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1896. Το ειδύλλιό της με τον πρίγκιπα Αλέξανδρο, γνωστό στην ελληνική αυλή και στην κυβέρνηση από το 1915, κατέληξε σε «μοργανατικό» γάμο τον τρίτο χρόνο της βασιλείας του τελευταίου (Νοέμβριος 1919).

Η Ασπασία Μάνου με την κόρη 
της Αλεξάνδρα σε τρυφερό
 στιγμιότυπο 
Ο γάμος τους δεν αναγνωρίστηκε από την Πολιτεία και την Εκκλησία, ενώ απαγορεύτηκε ακόμη και η δημοσίευση στον Τύπο του γεγονότος, που είχε συγκινήσει την κοινή γνώμη. Η εγκυρότητα του γάμου της Ασπασίας Μάνου τακτοποιήθηκε αργότερα, μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου (Οκτώβριος 1920) και τη γέννηση της κόρης της Αλεξάνδρας (Μάρτιος 1921).

Ύστερα από την ανάρρηση (1935) στον θρόνο του Γεωργίου B ' της απενεμήθη ο τίτλος της πριγκιπίσσης. H χήρα του βασιλέως Αλεξάνδρου Α', μετά το 1924, εγκαταστάθηκε στη Βενετία, όπου και παρέμεινε έως τον θάνατό της το 1972, εκτός από την περίοδο του Β ' Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου έζησε στο Λονδίνο.


Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, "ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Πέμπτη, Ιανουαρίου 12, 2023

Βασιλεύς Γεώργιος Β'

Το Βασιλικό ζεύγος 
Γεωργίου Β ' και Ελισάβετ
 

Πρωτότοκος γιος του βασιλέως Κωνσταντίνου και της βασιλίσσης Σοφίας, γεννήθηκε στη Δεκέλεια το 1890. Απεφοίτησε το 1909 από τη Σχολή Ευελπίδων ως υπολοχαγός Πεζικού και μετεκπαιδεύτηκε στο Βερολίνο. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα συνόδευσε τον διάδοχο και αρχιστράτηγο πατέρα του ως υπασπιστής του στις επιχειρήσεις της Μακεδονίας και της Ηπείρου και στους Βαλκανικούς (1912-1913).

Τον Μάρτιο 1913, όταν δολοφονήθηκε ο βασιλεύς Γεώργιος Α ' στη Θεσσαλονίκη, o γιος του Κωνσταντίνος έγινε βασιλεύς και ο εγγονός του Γεώργιος διάδοχος. Όταν τον Μάιο 1917 ο βασιλεύς Κωνσταντίνος μετά τη σύγκρουσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο εγκατέλειψε την Ελλάδα, βασιλεύς δεν ανακηρύχθηκε o Γεώργιος, αλλά o νεότερος αδελφός του Αλέξανδρος. Και τούτο διότι θεωρείτο ύποπτος εξαιτίας της μετεκπαίδευσής του στο Βερολίνο και της πιθανολογούμενης ανάμιξής του στα «Νοεμβριανά» (1916). Ακολούθησε έτσι τους γονείς του στην εξορία της Ελβετίας.

Με τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου, στις οποίες ηττήθηκε ο βενιζελισμός, και με το επακόλουθο δημοψήφισμα, ο βασιλεύς Κωνσταντίνος ανέκτησε τον θρόνο και ο Γεώργιος τα δικαιώματα του διαδόχου, δεδομένου ότι o Αλέξανδρος είχε λίγο πιο πριν πεθάνει. O Γεώργιος τότε βρισκόταν στη Ρουμανία, όπου είχε μνηστευθεί την πριγκίπισσα Ελισάβετ, θυγατέρα των βασιλέων Φερδινάνδου και Μαρίας. Ο γάμος, ο οποίος δεν έμελλε να καρποφορήσει και να ευημερήσει, έγινε στο Βουκουρέστι (24 Φεβρουαρίου 1921) και διαλύθηκε τυπικώς τον Ιούλιο 1935.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1920, ο Γεώργιος ακολούθησε με τον βαθμό του συνταγματάρχη την εκστρατεία του ελληνικού στρατού ως τον Σαγγάριο, όπου κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί. Αλλά η καταστροφή επερχόταν με συγκλονιστικές διαστάσεις. Η Επανάσταση του 1922, την οποία κήρυξε o Νικόλαος Πλαστήρας στη Χίο, επιχείρησε να περιορίσει το μέγεθος της εθνικής συμφοράς. O βασιλεύς Κωνσταντίνος υποχρεώθηκε πάλι να εκπατριστεί.

Τη 14η Σεπτεμβρίου 1922 ο Γεώργιος έδωσε βασιλικό όρκο μέσα σε μια ατμόσφαιρα πένθους, αλλά και καχυποψίας. Όλες οι εξουσίες ανήκαν στην Επανάσταση και ο κλοιός γύρω από τον «ανώτατο άρχοντα» ήταν ασφυκτικός. H λεγόμενη «Δίκη των Έξι» αποτέλεσε την υπέρτατη δοκιμασία. O βασιλεύς πλέον Γεώργιος Β ' δεν κατόρθωσε να γλιτώσει τους έξι πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγήτορες από το εκτελεστικό απόσπασμα. Μερικοί τότε τον κατηγόρησαν για έλλειψη σθένους, ενώ άλλοι υποστήριξαν ότι τον συγκράτησε ο Άγγλος πρεσβευτής ή o Ιωάννης Μεταξάς.

Τον Οκτώβριο 1923 εκδηλώθηκε το αντεπαναστατικό κίνημα των Γαργαλίδη - Λεοναρδόπουλου - Ζήρα, το οποίο, αν και κατεστάλη ακαριαία, πυροδότησε εκρηκτικές εξελίξεις. Βέβαιο είναι ότι οι αδιάλλακτοι δημοκρατικοί αξιωματικοί βρήκαν το πρόσχημα για να θέσουν πιεστικά πολιτειακό ζήτημα, ενώ ο Γεώργιος B ' είχε ήδη αποκαταστήσει τις σχέσεις με τον Ελ. Βενιζέλο.

Στις εκλογές που διεξήχθησαν τον Δεκέμβριο 1923, επιβλήθηκαν οι αδιάλλακτοι και o συναρχηγός της Επανάστασης Στυλιανός Γονατάς αξίωσε από τον βασιλέα να εγκαταλείψει προσωρινά την Ελλάδα. Ο Γεώργιος Β ' συμμορφώθηκε και έφυγε στις 19 Δεκεμβρίου για το Βουκουρέστι, χωρίς να παραιτηθεί, ενώ η αντιβασιλεία ανατέθηκε στον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Εντέλει τέσσερις μήνες μετά, η Εθνοσυνέλευση με ψήφισμά της (25 Μαρτίου 1924) κήρυξε έκπτωτη τη δυναστεία, γεγονός που επικυρώθηκε με το δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου, κατά το οποίο 69,95% του λαού εκδηλώθηκε υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Το δωδεκάμηνο της πρώτης, άδοξης βασιλείας του Γεωργίου ακολούθησε η δωδεκάχρονη εξορία του, με επίκεντρο το Λονδίνο. H αναζωπύρωση του καθεστωτικού στην Ελλάδα άρχισε με την αποτυχημένη απόπειρα του Πλαστήρα να αποτρέψει τη νίκη της αντιβενιζελικής παράταξης τον Μάρτιο 1933. Οξύνθηκε με τη νέα απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου (1934) και γνώρισε την αποκορύφωσή του όταν εκδηλώθηκε το κίνημα του Μαρτίου 1935. Ταυτόχρονα, τα νέφη που συσσωρεύονταν στον διεθνή ορίζοντα ενίσχυσαν στους Άγγλους τη σκέψη ότι o Γεώργιος Β ' μπορούσε να διασφαλίσει τα συμφέροντά της στην περιοχή.

Απεσταλμένος των πιστών στο Στέμμα αξιωματικών συνάντησε τον Γεώργιο Β ' στο Λονδίνο, στις αρχές 1935, προτείνοντάς του να εγκατασταθεί σε νησί του Ιονίου, απ' όπου θα μπορούσε να επηρεάζει τις εξελίξεις. Ο Γεώργιος Β ' δίστασε. Μυστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη και του Ελ. Βενιζέλου κατέληξαν στην προκήρυξη εκ μέρους του πρώτου δημοψηφίσματος τη 15η Νοεμβρίου και στην υπόσχεση εκ μέρους του δευτέρου ότι θα αναγνωρίσει τη λύση του καθεστωτικού ως οριστική.

Υποσχέσεις, όμως, για πρωτεύοντα ρόλο είχε φαίνεται πάρει από τον Γεώργιο B ' και o Γεώργιος Κονδύλης. Οργάνωσε το πραξικόπημα της 10ης Οκτωβρίου, κάτω από την πίεση του οποίου η Εθνοσυνέλευση, ενώ αποχωρούσε ο K. Τσαλδάρης και οι νομιμόφρονες βουλευτές, κήρυξε την κατάργηση της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Διόρισε τον Κονδύλη αντιβασιλέα και πρωθυπουργό, και όρισε την 3η Νοεμβρίου ως ημερομηνία διεξαγωγής του δημοψηφίσματος. H ψηφοφορία έγινε ενώ ίσχυε στρατιωτικός νόμος και εμφανίστηκε αποτέλεσμα 97% υπέρ της βασιλείας.

Στις 25 Νοεμβρίου ο Γεώργιος Β ' επέστρεψε στην Αθήνα, δήλωσε ότι είναι «Βασιλεύς όλων των Ελλήνων», απέλυσε τον Κονδύλη που διαφωνούσε στο θέμα της αμνηστίας των κινηματιών του Μαρτίου, έδωσε την εντολή στον Κωνσταντίνο Δεμερτζή και επίσπευσε τις εκλογές. Ωστόσο, οι εκλογές αυτές (26 Ιανουαρίου 1936) δεν έδωσαν λύση στο πολιτικό πρόβλημα: οι δύο μεγάλες αντίπαλες παρατάξεις βγήκαν ισοδύναμες από τις κάλπες που έδινε ρυθμιστική σημασία στη δεκαπενταμελή κομμουνιστική ομάδα.

H αποκάλυψη μυστικής συμφωνίας των Φιλελευθέρων με τους κομμουνιστές ενίσχυσε τη φοβία των συντηρητικών. Σε «προνουτσιαμέντο» του υπουργού Στρατιωτικών Αλέξανδρου Παπάγου, ο Γεώργιος Β ' αντέδρασε τοποθετώντας τον Ιωάννη Μεταξά στην κρίσιμη θέση για να επαναφέρει το στράτευμα στα έργα του. Για την ενέργειά του αυτή ο Γεώργιος Β ' αμείφθηκε με το εντυπωσιακότερο εγκώμιο-κατακλείδα του Βενιζέλου σε επιστολή προς τον Λουκά Κανακάρη-Ρούφο: «Από μέσα από την καρδιά μου αναφωνώ: Ζήτω ο Βασιλεύς».

Την 9η Μαρτίου ο Ι. Μεταξάς διαδέχτηκε στην πρωθυπουργία τον αποβιώσαντα K. Δεμερτζή. Ωστόσο, φαίνεται πως ο βασιλεύς ανησύχησε ιδιαιτέρως από τις ολοένα κλιμακούμενες και υποκινούμενες κινητοποιήσεις, προπαντός δε μετά την άγρια καταστολή της καπνεργατικής απεργίας της Θεσσαλονίκης (9 Μαΐου 1936). Οπότε, την 4η Αυγούστου του ιδίου έτους, δέχτηκε την εισήγηση του πρωθυπουργού να ανασταλούν ορισμένα άρθρα του Συντάγματος και να διαλυθεί επ' αόριστον η Βουλή, για να αντιμετωπιστεί η κομμουνιστική απειλή. Πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι o Ι. Μεταξάς οικοδομούσε το δικό του δικτατορικό καθεστώς. Αν και οι σχέσεις βασιλέως και δικτάτορα δεν ήταν ειδυλλιακές, o Γεώργιος Β ' προφανώς δεν επιθυμούσε να αντιταχθεί στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, ακόμη κι όταν η εξέγερση στα Χανιά (28 Ιουλίου 1938) του έδωσε την ευκαιρία.Γενναία πάντως, υπήρξε η στάση του Γεωργίου Β' στην επερχόμενη πολιτική θύελλα. Ούτε στιγμή δεν παρασύρθηκε από τις επιτυχίες του Άξονα, που οδηγούσαν στην τρομακτική σύγκρουση. Για τη σταθερότητά του αυτή οι αντιφρονούντες τον είχαν αποκαλέσει «ο Βρεταννός ύπατος αρμοστής στην Ελλάδα». Η στάση του βασιλέως υπήρξε καθοριστική και για τη χάραξη της ίδιας συνεπούς εξωτερικής πολιτικής εκ μέρους του Ι. Μεταξά. Με τον απροσδόκητο θάνατο του τελευταίου (29 Ιανουαρίου 1941), o Γεώργιος Β' ανέλαβε ο ίδιος τη διεξαγωγή του νικηφόρου ως τότε αγώνα και τις κυβερνητικές ευθύνες.

Ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Αλέξανδρο Κορυζή, υπουργό Κοινωνικής Προνοίας της 4ης Αυγούστου. Η καταστροφή επήλθε όταν η τεράστια στρατιωτική μηχανή της Γερμανίας του Χίτλερ παρενέβη για να σώσει τους Ιταλούς του Μουσολίνι από την ταπείνωση και τον Άξονα από το αδιέξοδο στα Βαλκάνια. Ωστόσο, ούτε με την κατάρρευση του μετώπου, τη συνθηκολόγηση των στρατηγών και τις τραγικές εξελίξεις στην Αθήνα, διανοήθηκε ο Γεώργιος B να αναγνωρίσει τα τετελεσμένα γεγονότα. Παρά τη σύσταση του Άγγλου στρατηγού Φράυμπεργκ, κατέφυγε στην Κρήτη με τον βενιζελικό νέο πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό, όπου και παρέμεινε ως τις 20 Μαΐου, οπότε οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν το Μάλεμε.

Ο Γεώργιος Β ' είχε ζητήσει να μεταφέρει την έδρα του στην Κύπρο, αλλά οι Άγγλοι του αρνήθηκαν. Έτσι, μέσω Αιγύπτου, Πήρε πάλι τον δρόμο της εξορίας προς το Λονδίνο. Η νέα αυτή περίοδος εξορίας του Γεωργίου Β ' άρχισε με πρωτοφανείς τιμές. Όλοι χαιρέτισαν τον «ήρωα-βασιλέα» μιας μικρής χώρας, που πρώτη όρθωσε το παράστημά της απέναντι στον Άξονα. Γρήγορα, όμως, η δοξαστική ατμόσφαιρα μεταλλάχθηκε σε ψυχρή επιφύλαξη, κυρίως λόγω της αντίδρασης που προκαλούσε στον ελληνικό πολιτικό κόσμο, επειδή είχε υποστηρίξει το καθεστώς Μεταξά.

Έτσι, με την πίεση των Άγγλων, ο Γεώργιος Β' ανέθεσε τον Ιανουάριο του 1942 στον Εμμ. Τσουδερό να δηλώσει πως η κυβέρνηση δεν αποτελεί συνέχεια της 4ης Αυγούστου. Επίσης, ότι το Σύνταγμα του 1911 είναι προσωρινό και ότι με τη λήξη του πολέμου θα σχηματιστεί κυβέρνηση που θα στηριχθεί στη λαϊκή εμπιστοσύνη. Τον Ιούλιο 1943 δεσμεύτηκε με προσωπική δήλωση ότι θα διεξαχθούν εκλογές εντός εξαμήνου από την Απελευθέρωση. Πικραμένος από τις πιέσεις των Άγγλων, ο Γεώργιος ζήτησε για λίγο κάποιο στήριγμα στον Αμερικανό πρόεδρο Ρούζβελτ, αλλά δεν υπήρξαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Λίγο πριν από την Απελευθέρωση συναντήθηκε με τον Γεώργιο Παπανδρέου στη Νεάπολη και πείστηκε ότι πρέπει να παραμείνει στην Αγγλία «μέχρις επιλύσεως του καθεστωτικού». Την Απελευθέρωση ακολούθησε η τραγωδία του Δεκεμβρίου 1944. O Γεώργιος Β ' κινητοποιήθηκε αξιώνοντας από τους Άγγλους δυναμική βοήθεια για την αντιμετώπιση του ΕΑΜ. Μόνον όταν εξασφάλισε την υπόσχεση των Άγγλων ότι θα αναλάβουν την ευθύνη καταστολής του κινήματος, συγκατατέθηκε την 29η Δεκεμβρίου να ορίσει αντιβασιλέα τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Η Συμφωνία της Βάρκιζας, που τερμάτισε την πρώτη φάση του εμφύλιου σπαραγμού, προέβλεπε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος εντός έτους για το Πολιτειακό. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, όμως, πέτυχε με επίσκεψή του στην Αγγλία να αναβληθεί επ' αόριστον το δημοψήφισμα για να προηγηθούν βουλευτικές εκλογές.

Στις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 n παράταξη απέσπασε τις 206 από τις 353 έδρες και πραγματοποίησε το δημοψήφισμα την Ιη Σεπτεμβρίου. το 68,3% του λαού ψήφισε υπέρ της Βασιλευομένης Δημοκρατίας και την 28η τοι) ίδιου μήνα ο Γεώργιος Β ' επέστρεψε πανηγυρικά στην Αθήνα. Η τρίτη τελευταία περίοδος της βασιλείας του Γεωργίου Β' υπήρξε σύντομη. Κύριο μέλημά του ήταν η αντιμετώπιση της επανεμφανιζόμενης κομμουνιστικής απειλής και η ανόρθωση της κατερειπωμένης χώρας. Απεβίωσε την 1η Απριλίου του 1947 ύστερα από καρδιακή προσβολή.

Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, "ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΣΟΦΙΑ

Κόρη του Γερμανού αυτοκράτορος Φρειδερίκου Γ' και της Βικτωρίας (θυγατέρας της ομώνυμης βασιλίσσης της Μεγάλης Βρετανίας) και αδελφή του τελευταίου Γερμανού αυτοκράτορος του «κάιζερ» Γουλιέλμου Β', γεννήθηκε στο Πόντσνταμ το 1870. Τον Οκτώβριο του 1889 παντρεύτηκε τον διάδοχο του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνο.

Μετά την άφιξή της στην Ελλάδα η Σοφία ασπάστηκε το ορθόδοξο δόγμα, γεγονός που σήμανε τη ρήξη και σχεδόν διακοπή σχέσεων με τον αδελφό της Γερμανό αυτοκράτορα Γουλιέλμος. Ο τελευταίος την απείλησε ότι δεν θα τη θεωρούσε πλέον μέλος της οικογένειάς του και θα της απαγόρευε να πατήσει στο σπίτι του!

Υιοθέτησε μια φιλόδοξη πολιτική για το πράσινο και τα δάση, η οποία αποτυπώθηκε κατ' αρχάς στο Καταστατικό και τον Κανονισμό της «Φιλοδασικής Ενώσεως». Της Ενώσεως, δηλαδή, την οποία η ίδια ίδρυσε στα τέλη του 1899 και ενεκρίθη με το απαραίτητο Βασιλικό Διάταγμα, που υπέγραψε o σύζυγός της. Ο σκοπός της «Φιλοδασικής Ενώσεως», όπως δημοσιεύθηκε στο Καταστατικό, ήταν ολιγόλογος και σαφής, αφού αποσκοπούσε «εις την εμφύτευσιν δασικών δένδρων επί των πέριξ των πόλεων δημοσίων ή δημοτικών εδαφών των προς τούτο παραχωρηθησομένων, καθώς και την επιμέλειαν της αναπτύξεως αυτών».

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος με
τη σύζυγό του Σοφία και τα
πέντε μεγαλύτερα παιδιά τους,
σε πολυτελή καρτ ποστάλ
(περίπου 1906-7). Απεικονίζονται
 ο Γεώργιος (1890), ο Αλέξανδρος
(1893), η Ελένη (1896),
ο Παύλος(1901) και η
Ειρήνη (1904). Το έκτο παιδί
τους, η Αικατερίνη, γεννήθηκε
 το 1913. Και οι τρεις γιοι
 του Κωνσταντίνου Α'
 βασίλευσαν στην Ελλάδα.
Επίσης, σε εκείνη οφείλεται η ψήφιση και έκδοση του νόμου «Περί αναπτύξεως δασικών φυτειών πέριξ ή εντός κατωκημένων μερών και περί αναδασώσεων εν γένει», o οποίος δημοσιεύθηκε το 1900. Ο νόμος αυτός απέδωσε τα μέγιστα, πλουτίζοντας τη χώρα μας με σημαντικές εστίες πρασίνου. Ιδιαιτέρως δε την Αθήνα, αφού στην προσπάθεια αυτή οφείλονται η διάσωση και η αποφυγή περαιτέρω οικοδόμησης στο Πεδίον του Άρεως, αλλά και στον Λυκαβηττό, στου Φιλοπάππου και στους γύρω αρχαιολογικούς χώρους (Πνύκα, Θησείο κλπ), στα Πευκάκια (Άγιος Νικόλαος), ακόμη και στο Άλσος Παγκρατίου. Αλλά και στο ύψωμα της Καστέλας του Πειραιά, το 1914, διοργάνωσε μια πραγματική γιορτή για την αναδάσωσή του, με πρωταγωνιστές 130 προσκόπους.

Στις δραστηριότητες της Σοφίας περιλαμβανόταν βέβαια και η δημιουργία σχολείων και ιδρυμάτων, όπως το Άσυλο Ανιάτων, το Νοσοκομείο Παίδων κ.ά. H ίδια μάλιστα προσωπικά επέβλεψε στην οργάνωση της νοσοκομειακής περίθαλψης των τραυματιών κατά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913).

H Σοφία ονομάστηκε βασίλισσα το 1913, μετά τη δολοφονία του πεθερού της Γεωργίου A' στη Θεσσαλονίκη και την άνοδο του συζύγου της στον θρόνο. Ακολούθησε η έκρηξη του A' Παγκοσμίου Πολέμου (1914) η οξύτατη πολιτική κρίση στην Ελλάδα (1915), με αντιμέτωπους τον βασιλέα Κωνσταντίνο A' και τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο. Το 1917 η βασίλισσα Σοφία ακολούθησε τον σύζυγό της στην εξορία στην Ιταλία και κυρίως στην Ελβετία.

Εκεί παρέμεινε ως τα τέλη του 1920, οπότε μετά την εκλογική ήττα των Φιλελευθέρων και την παλινόρθωση του Κωνσταντίνου A' επέστρεψε στην Ελλάδα. Σημειώνεται ότι όταν είχε πεθάνει στην Αθήνα (Οκτώβριος 1920) o δευτερότοκος γιος της βασιλεύς Αλέξανδρος A', το αίτημά της να παραστεί στις τελευταίες του στιγμές είχε απορριφθεί από την τότε κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου.

Τον Σεπτέμβριο 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν o Κωνσταντίνος Α' εκδιώχθηκε πάλι από τον θρόνο του (o οποίος περιήλθε στον πρωτότοκο γιο του Γεώργιο Β'), η βασίλισσα Σοφία ακολουθώντας τον σύζυγό της εγκατέλειψε για δεύτερη φορά την Ελλάδα. Μετά τον θάνατο του βασιλέως Κωνσταντίνου A', εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία. Παρέμεινε εκεί ως τα τέλη του 1931, οπότε, άρρωστη από καρκίνο, αναχώρησε για τη Γερμανία, όπου πέθανε τη 13η Ιανουαρίου 1932. H σορός της εναποτέθηκε κοντά σε αυτήν του συζύγου της στη Φλωρεντία και μετά την παλινόρθωση της βασιλείας (1936) μεταφέρθηκε στην Ελλάδα.

Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, "ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Δείτε επίσης:

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Κυριακή, Ιανουαρίου 08, 2023

Κωνσταντίνος A ' , βασιλεύς των Ελλήνων

Ο Κωνσταντίνος A ' , βασιλεύς των Ελλήνων, πρωτότοκος γιος του Γεωργίου A ' και της Όλγας, πατέρας των μετέπειτα βασιλέων Αλεξάνδρου Α ' , Γεωργίου B ' και Παύλου A ' , γεννήθηκε στο Τατόι Αττικής το 1868. Το όνομά του παρέπεμπε ευθέως στα χρόνια του Βυζαντίου. Συνδεόταν με ηρωικούς αγώνες και εθνικούς πόθους, και εκπροσωπούσε τον μεγαλοϊδεατισμό. Άλλη γέννα στη νεότερη ελληνική Ιστορία δεν κατόρθωσε να προκαλέσει Τόσα συναισθήματα και να συνδεθεί με την εθνική συνείδηση.

«Ποτέ διάδοχος δεν εγεννήθη υπό αισιωτέρους οιωνούς», έγραφαν οι εφημερίδες που μετέδιδαν την είδηση της γέννησής του, περιγράφοντας και ένα πανέμορφο φεγγάρι που βγήκε σπιν κορυφή του Υμηττού. Κανονιοβολισμοί έπεφταν στην Αθήνα και στον Πειραιά, η πόλη φωτίστηκε από τα Πλοία που ναυλοχούσαν στο λιμάνι της και έριχναν συνέχεια βεγγαλικά. Όλος ο κόσμος πανηγύριζε.

Αντίστοιχης σημασίας ήταν και βάπτισή του. Το μυστήριο έγινε 22 Αυγούστου 1868 και υπήρξε ίσως το πιο μεγαλειώδες τελετουργικά γεγονός του 19ου αιώνα. Τελέστηκε στη Μητρόπολη των Αθηνών, με πομπώδεις τελετουργίες και πλήθος συμβολικών πράξεων, που τροφοδοτούσαν ακόμη περισσότερο τα λαϊκά στρώματα.

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του γράφτηκε στη Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε το 1886 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Ακολούθησε η μετάβασή του στη Γερμανία για ανώτερες στρατιωτικές σπουδές και εκεί συνδέθηκε με το περιβάλλον και τις αναλήψεις της γερμανικής αυτοκρατορικής αυλής.

Παντρεύτηκε τη 15η Οκτωβρίου 1889, στη Μητρόπολη Αθηνών, την πριγκίπισσα Σοφία Δωροθέα Αλίκη του οίκου Χοεντσόλερν της Πρωσίας, τη μετέπειτα βασίλισσα Σοφία της Ελλάδος. Στον γάμο δόθηκε πάνδημος και πανηγυρικός χαρακτήρας. H πόλη των Αθηνών φωταγωγήθηκε για πρώτη φορά με ηλεκτρικό ρεύμα. Σχηματίστηκε η Πλατεία Κολωνακίου εκεί όπου μέχρι τότε υπήρχε ένα πραγματικό χωράφι.

Επίσης, χαράχθηκε η λεωφόρος Βασιλίσσης Όλγας και κατεδαφίστηκαν ετοιμόρροπα σπίτια. Είναι μία από τις περιπτώσεις όπου ένα σημαντικό γεγονός άφησε πίσω του σπουδαία έργα για την πόλη των Αθηνών. Με τη Σοφία απέκτησαν έξι παιδιά, τρία από τα οποία βασίλευσαν: τον Γεώργιο Β ' , τον Αλέξανδρο A ' , τον Παύλο A ' , και τις πριγκίπισσες Ελένη, Ειρήνη και Αικατερίνη.

Μετά την έκρηξη του A 'Βαλκανικού Πολέμου, o βασιλεύς Κωνσταντίνος, ως αρχηγός του στρατού, συνέδεσε το όνομά του με τις ελληνικές νίκες στην Ελασσόνα, στο Σαραντάπορο και στα Γιαννιτσά, καθώς και με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (26 Οκτωβρίου 1912) και των Ιωαννίνων (22 Φεβρουαρίου 1913). Περιβεβλημένος με κύρος και προφανή δημοτικότητα, ανέλαβε την 8η Μαρτίου 1913 και πήρε μέρος στις επιχειρήσεις του Β ' Βαλκανικού Πολέμου, που κατέληξαν σε νέα ελληνική νίκη.

Από την εποχή αυτη άρχισαν να διαφαίνονται οι σοβαρές διαφωνίες μεταξύ βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου ως προς τη διεθνή θέση της Ελλάδος. Διαφωνίες οι οποίες αργότερα πυροδότησαν τον Διχασμό, προδιαγράφοντας και την καταστροφή του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Πιο συγκεκριμένα, σε μια εποχή που γινόταν αισθητή η απειλή ενός γενικότερου ευρωπαικού πολέμου, o Ελ. Βενιζέλος εργάστηκε για την ένταξη της χώρας στην αγγλογαλλική συμμαχία, ενώ o Κωνσταντίνος έδειξε φιλογερμανικές διαθέσεις. Η κατάσταση έγινε πιο κρίσιμη μετά τη δημοσίευση στον ευρωπαϊκό Τύπο βασιλικών δηλώσεων που μπορούσαν να εκληφθούν ως εχθρικές για τους Αγγλογάλλους. Θα πρέπει, να σημειωθεί ότι ο βασιλεύς, σε εκμυστηρεύσεις του προς τον γραμματέα του Γεώργιο Μελά, αρνήθηκε την πατρότητα των δηλώσεων εκείνων, αποκαλώντας τις γερμανικό τέχνασμα.

Με την έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, οι διαφωνίες βασιλέως Κωνσταντίνου Ελ. Βενιζέλου οξύνθηκαν. O δεύτερος τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της εισόδου στον πόλεμο με το μέρος της Αντάντ, ενώ ο πρώτος υποστήριξε την ουδετερότητα της χώρας. Κατά τους οπαδούς του Κωνσταντίνου, n επίδειξη αυτή ουδετεροφιλίας υπήρξε ειλικρινής σε μια εποχή μάλιστα που o βασιλεύς δεχόταν τεράστιες πιέσεις από τον γυναικάδελφό του Κάιζερ για ένταξη της Ελλάδας στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Παρ' όλες όμως τις διαφωνίες, ο Ελ. Βενιζέλος αναγνώριζε την καθολική συμβολή του Κωνσταντίνου στις πολεμικές επιχειρήσεις και του απένειμε την 6η Απριλίου του 1914 τη Στραταρχική Ράβδο σε μια μεγαλειώδη τελετή. Το χειρόγραφο του βασιλικού λόγου που εκφώνησε o Κωνσταντίνος κατά την επίδοση της Ράβδου διασώθηκε ως τις μέρες μας χάρη στην εφημερίδα «Εστία».

Στη διάρκεια του 1915, η εσωτερική πολιτική κρίση πήρε εκρηκτική μορφή και δίχασε το Έθνος. O Κωνσταντίνος παρενέβη αποφασιστικά στην πολιτική και προκάλεσε την παραίτηση δύο κυβερνήσεων του Βενιζέλου (21 Φεβρουαρίου και 23 Σεπτεμβρίου). Ακολούθησε ο διορισμός κυβερνήσεων προσκείμενων στις βασιλικές απόψεις, που επιχείρησαν να αντιδράσουν στις πιέσεις και παρεμβάσεις της Αντάντ

Μια άγνωστη παρέμβασή του το ίδιο έτος ήταν και εκείνη για την αντιμετώπιση του δημογραφικού σε όλη τη χώρα. Προκειμένου δηλαδή να ενισχύσει τις πολύτεκνες οικογένειες, εξήγγειλε πως θα βάφτιζε το όγδοο παιδί τους. Τον Αύγουστο του 1916 ο Βενιζέλος κατήγγειλε ανοιχτά τον βασιλέα για φιλογερμανισμό και προδοσία και προχώρησε στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, με το οποίο η Ελλάδα διασπάστηκε σε δύο κράτη.

Κατά τους κρίσιμους μήνες που ακολούθησαν, ο Διχασμός του Έθνους ολοκληρώθηκε με κίνδυνο ολοκληρωτικής εμφύλιας αναμέτρησης. Το αδιέξοδο έλυσε η απροκάλυπτη αγγλογαλλική επέμβαση του Ιουνίου 1917, με την οποία ο βασιλεύς υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από τον θρόνο και να αποχωρήσει για το εξωτερικό, αφήνοντας διάδοχό του γιο του Αλέξανδρο Α'.

Παράλληλα, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα η κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου, η οποία διέθεσε όλη την πολεμική δύναμη της Ελλάδας στο πλευρό της Αντάντ. Η μεθόδευση εκδίωξης του Κωνσταντίνου φανάτισε τους οπαδούς του και βάθυνε το χάσμα του Διχασμού. Η τραυματισμένη εθνική ενότητα των Ελλήνων δεν αποκαταστάθηκε ούτε μετά την ευνοϊκή για την Ελλάδα Συνθήκη των Σεβρών (1920), που αποτέλεσε κορυφαίο επίτευγμα, δημιουργώντας την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών.

O βασιλεύς Κωνσταντίνος, από την Ελβετία όπου είχε εγκατασταθεί στο διάστημα της εξορίας του, επέστρεψε στη χώρα στα τέλη 1920, μετά την παταγώδη εκλογική ήττα του Ελ. Βενιζέλου . Η νέα περίοδος της βασιλείας του συνοδεύτηκε από την κλιμάκωση του Μικρασιατικού Πολέμου και αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα από τους εταίρους της πρώην Αντάντ. Μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και την επικράτηση του κινήματος Πλαστήρα-Γονατά, αναγκάστηκε να παραιτηθεί για δεύτερη φορά και να εγκαταλείψει την Ελλάδα, αφήνοντας ως διάδοχό του τον Γεώργιο Β'.

Από νωρίς αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, λόγω της μανίας που είχε με το κάπνισμα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το 1915, σε ηλικία 47 ετών, να αρρωστήσει από πνευμονιοκοκκική λοίμωξη του αναπνευστικού με συνοδό πλευρίτιδα, που εξελίχθηκε στον αποκαλούμενο από τους γιατρούς πυοθώρακα. Είχε φτάσει να καπνίζει έως και 70 τσιγάρα την ημέρα, δηλαδή περισσότερα από τρία πακέτα της εποχής μας. Γι' αυτό o πατέρας του βασιλεύς Γεώργιος Α ', παρά το γεγονός ότι ήταν και ο ίδιος καπνιστής, του έκανε συχνά παρατηρήσεις και του συνιστούσε να μετριάσει το κάπνισμα. Απεβίωσε την 29η Δεκεμβρίου 1922, στο Παλέρμο της Σικελίας, παραμένοντας μανιώδης καπνιστής.


Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, "ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ



Σάββατο, Ιανουαρίου 07, 2023

Βασιλεύς Γεώργιος Α' και Βασίλισσα Όλγα

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α'

Ο Γεώργιος Α ' (Χριστιανός - Γουλιέλμος, Φερδινάνδος - Αδόλφος - Γεώργιος) γεννήθηκε στην Κοπεγχάγη το 1845 και καταγόταν από τον Κλάδο Σλέσβικ-Χόλσταϊν - Ζόντερμπουργκ- Γλύξμπουργκ του ηγεμονικού οίκου του Ολδενβούργου. Ήταν δευτερότοκος γιος του βασιλέως της Δανίας Χριστιανού και της Λουίζας της Έσσης-Κάασελ. Τον Μάρτιο 1863, με την έγκριση των Προστάτιδων Δυνάμεων, η Β' Εθνοσυνέλευση των Αθηνών τον εξέλεξε παμψηφεί βασιλέα των Ελλήνων. O Γεώργιος έφτασε στην Αθήνα σας 17 Οκτωβρίου και δύο μέρες αργότερα ορκίστηκε σε συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης. Με ψήφισμα του Σώματος αυτού είχε ήδη κηρυχτεί ενήλικος και έτσι δεν χρειάστηκε να συσταθεί Αντιβασιλεία.

O ελληνικός λαός στήριξε την εποχή εκείνη όλες τις ελπίδες του στον νέο ηγεμόνα. Τον θεωρούσε ως έναν «από μηχανής θεό», ο οποίος θα τερμάτιζε την κατάσταση εμφύλιας διαμάχης που επικρατούσε κατά την περίοδο της Μεσοβασιλείας, δηλαδή από την Έξωση του Όθωνος έως την άφιξη του Γεωργίου. Οι ελπίδες αυτές αναπτερώθηκαν από το γεγονός ότι η άνοδος του νέου βασιλέως στον θρόνο συνοδεύτηκε και από την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα (Μάιος 1864), δηλαδή την πρώτη αύξηση της ελληνικής επικράτειας μετά την Ανεξαρτησία. Λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο 1864, ψηφίστηκε από την Εθνοσυνέλευση το νέο Σύνταγμα, το σποίο καθιέρωνε το πολίτευμα της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, με βασιλείς τον Γεώργιο και τους απογόνους του. Το πολίτευμα αυτό ίσχυσε, με εξαιρέσεις την περίοδο 1924-35, ως το 1967.

Το βασιλικό ζεύγος Γεωργίου Α' - Όλγας
κατά τον χρόνο του γάμου τους.
 

Ο Γεώργιος Α' γρήγορα κατανόησε την πολιτική πραγματικότητα της νέας του πατρίδος. Από τους σημαντικούς πολιτικούς ηγέτες της βασιλείας του, διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τον Γεώργιο Θεοτόκη, o οποίος συνέχιζε την ανορθωτική προσπάθεια του Χαρίλαου Τρικούπη. Στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του (1910-1913), ο Γεώργιος ανέπτυξε μια σχέση αλληλοεκτίμησης σε ισότιμη βάση με τον νέο τότε πολιτικό Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο βασιλεύς εκτίμησε την προσωπικότητα του Κρήτα πολιτικού, ενώ παράλληλα πείστηκε ότι το κόμμα του, δηλαδή το Κόμμα των Φιλελευθέρων, ήταν ένα δυναμικό και συμπαγές «κόμμα αρχών».

Γενικότερα, o βασιλεύς Α' στις σχέσεις του με τον ελληνικό πολιτικό κόσμο έδειξε μια αξιέπαινη προσαρμοστικότητα, η οποία εκδηλώθηκε σε δύο κυρίως περιστάσεις: Στην πρώτη, όταν με τον Λόγο του Θρόνου, κατά την έναρξη των εργασιών της Βουλής του 1875, αποδέχθηκε την αρχή της «δεδηλωμένης», δηλαδή της εξάρτησης της κυβέρνησης από τη Βουλή και όχι από τον θρόνο. Στη δεύτερη, όταν το 1909 συμβιβάστηκε με το πρόγραμμα του Στρατιωτικού Συνδέσμου και το λαϊκό αίτημα της αλλαγής.

Ο Γεώργιος Α' κατά τα πρώτα 
χρόνια της βασιλείας του. 
Φωτογραφία Πέτρου Μωραΐτη
Στον εξωτερικό τομέα o Γεώργιος ταυτίστηκε με τα αλυτρωτικά όνειρα των Ελλήνων, χωρίς όμως να επιδοθεί στις μεγαλοϊδεατικές εξάρσεις του προκατόχου βασιλέως Όθωνος. Κύριος άξονας ήταν να εκμεταλλεύεται η Ελλάδα τις διεθνείς περιστάσεις, χωρίς όμως να διακινδυνεύει o ίδιος τον θρόνο του και το ελληνικό κράτος την υπόστασή του. Οι κυριότερες εξωτερικές περιπλοκές κατά τη διάρκεια της βασιλείας του υπήρξαν η μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866-1869, η Ανατολική Κρίση του 1875-1878, μετά τη λήξη της οποίας η Ελλάδα προσάρτησε (1881) τη Θεσσαλία και την Άρτα, και o Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897.

Η ελληνική ήττα στον πόλεμο αυτόν προκάλεσε την έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης εναντίον του θρόνου, με αποκορύφωμα την απόπειρα δολοφονίας του Γεωργίου Α' στην Αθήνα, στη λεωφόρο Συγγρού, στο σημείο όπου κτίστηκε αργότερα η εκκλησία του Αγίου Σώστη (14 Φεβρουαρίου 1898). Τότε ο βασιλεύς οργάνωσε τη μοναδική «προεκλογική» εκστρατεία της ζωής του, περιοδεύοντας στην επαρχία και εκφωνώντας λόγους, με τους σποίους απέδιδε την εθνική ήττα στους πολιτικούς και στα κόμματα, με αποτέλεσμα να αποκτήσει και πάλι λαϊκό έρεισμα.

Πάντως, σε όλες τις εξωτερικές εμπλοκές που προαναφέρθηκαν η Ελλάς ήταν διπλωματικά απομονωμένη και στρατιωτικά ανέτοιμη. Αντίθετα, κατά τον A' Βαλκανικό Πόλεμο (1912-1913), τον τελευταίο πόλεμο της βασιλείας του Α', η σύναψη της Βαλκανικής Συμμαχίας σε μια εποχή που η Αγγλία είχε εγκαταλείψει το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς και η πολεμική προπαρασκευή της χώρας από τον Θεοτόκη, την Επανάσταση του 1909, απέφεραν τους καρπούς τους. Απελευθερώθηκαν τότε η Μακεδονία, η Ήπειρος, τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη.

Κατά την περίοδο αυτήν και συγκεκριμένα από τις 29 Οκτωβρίου 1912, o Γεώργιος Α' είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη για να υπογραμμίσει τα δικαιώματα της Ελλάδος στην περιοχή. Εκεί δολοφονήθηκε, στις 5 Μαρτίου 1913, από τον Αλέξανδρο Σχινά. Στον θρόνο τον διαδέχθηκε o πρωτότοκος γιος του Κωνσταντίνος Α ' , από τον γάμο του το 1867 με τη Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας Όλγα. Άλλα παιδιά του Γεωργίου ήταν οι Πρίγκιπες Γεώργιος, Νικόλαος, Ανδρέας και Χριστόφορος και οι πριγκίπισσες Αλεξάνδρα, Μαρία και Όλγα, η οποία απεβίωσε έξι μήνες μετά τη γέννησή της.

Η δολοφονία του συνετού βασιλέως A ' είχε τραγικές επιπτώσεις για τον Ελληνισμό. Αν o ηλικιωμένος αλλά βιολογικά ακμαίος βασιλεύς ζούσε και βασιλευε κατά την κρίσιμη δεκαετία 1913-1923, θα συνεχιζόταν η συνεργασία των Ανακτόρων με τον Βενιζέλο. Οπότε θα αποτρεπόταν o Εθνικός Διχασμός και οι συνέπειές του, από τις οποίες η πιο τραυματική για το Έθνος υπήρξε η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.


ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ

Η βασίλισσα Όλγα ήταν
ιδιαίτερα αγαπητή στον
 ελληνικό λαό διότι 
ουδέποτε
 ενεπλάκη στα
δημόσια πράγματα 
Η Όλγα, βασίλισσα των Ελλήνων και σύζυγος του Γεωργίου Α ', γεννήθηκε στην Πετρούπολη Ρωσίας το 1851. Ήταν Κόρη του Μεγάλου Δούκα της Ρωσίας Κωνσταντίνου Νικολάγεβιτς και της Μεγάλης Δούκισσας Αλεξάνδρας Ιοσίφεβνας, πριγκιπίσσης του γερμανικού οίκου Σαξ-Άλτενμπουργκ.

Σε ηλικία 16 ετών (15 Οκτωβρίου 1867), παντρεύτηκε στην Πετρούπολη τον Γεώργιο A'. Ήταν η πρώτη φορά που μέλος του Αυτοκρατορικού Οίκου της Ρωσίας παντρευόταν με βασιλέα ορθόδοξου κράτους. Το γεγονός προκαλούσε διπλωματικά προβλήματα, αλλά χαροποιούσε ιδιαίτερα Ρώσους και Έλληνες.

Μέχρι τότε ζούσε σε έναν παραμυθένιο κόσμο, υπερπροστατευμένη και γαλουχημένη με αυτοκρατορικές συνήθειες. Όταν αρραβωνιάστηκε, ήταν ακόμη παιδί. Είναι χαρακτηριστικές οι σκηνές που περιγράφουν οι βιογράφοι της, με τον Γεώργιο Α ' να αναζητά την αρραβωνιαστικιά του στο ρωσικό παλάτι και να τη βρίσκει ανάμεσα σε παιχνίδια, στο κουκλόσπιτό της!

Ο βασιλεύς Γεώργιος Α' με τη σύζυγό του
βασίλισσα Όλγα στο κέντρο. Διακρίνονται 
δύο από τις κόρες τους, η Αλεξάνδρα
(δεξιά της Όλγας)
και η Μαρία (αριστερά στη φωτογραφία)
Προσαρμόστηκε όμως γρήγορα στην ελληνική πραγματικότητα. Φτάνοντας στην Ελλάδα, ζήτησε να μη γίνουν έξοδα για την υποδοχή της. Τα χρήματα ήθελε να διατεθούν για την περίθαλψη των Κρητών προσφύγων που έφταναν κατά δεκάδες στην Αθήνα, αφού βρισκόταν σε εξέλιξη ένας από τους ξεσηκωμούς της Μεγαλονήσου (1866-1869). Όταν μπήκε στη Μητρόπολη των Αθηνών, ασπάστηκε το Ευαγγέλιο και έκανε τον σταυρό της ως χριστιανή ορθόδοξη, δίνοντας το «σύνθημα» για τις σχέσεις της με τον ελληνικό λαό. Υποσχέθηκε να του αφιερώσει τη ζωή της και το έπραξε. Παρέμεινε βασίλισσα περίπου μισό αιώνα (1867-1913) και συνέδεσε το όνομά της με το σημαντικότερο δίκτυο φιλανθρωπίας που γνώρισε η οικουμένη.

Η Ελλάς, λόγω οικονομικής αδυναμίας, δεν διέθετε δίκτυο κοινωνικής και ιατρικής περίθαλψης. Η βασίλισσα Όλγα τέθηκε επικεφαλής εκστρατειών που κατέληξαν, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στη δημιουργία ενός αξιοθαύμαστου δικτύου κοινωνικής πρόνοιας, στην κορωνίδα του οποίου βρέθηκε το Θεραπευτήριον «Ο Ευαγγελισμός». Ιδρύματα για την περίθαλψη των παιδιών, μαιευτήρια, βρεφοκομεία, σχολές αδελφών νοσοκόμων και μακρά σειρά νομικών προσώπων (σύλλογοι, αδελφότητες, παρθεναγωγεία, σχολές νοσοκόμων, δήμοι, κοινότητες, εκκλησίες κ.ά.) βρέθηκαν υπό την αιγίδα της.

Τα πέντε από τα παιδιά του βασιλέως
 Γεωργίου Α ' και της βασιλίσσης Όλγας.
 Στην πρώτη σειρά η Μαρία με τον
 Νικόλαο και στη δεύτερη από αριστερά ο
 Γεώργιος, ο Κωνσταντίνος και η
 Αλεξάνδρα. Φωτογραφία Πέτρου
 Μωραΐτη.
Στα τέλη του 19ου αιώνα η χώρα διέθετε πλέον ικανοποιητικές δομές, στηριγμένες κατά το πλείστον στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Το 1872 ξεκίνησε με τον Σύλλογον υπέρ της γυναικείας Εκπαιδεύσεως και τα Εργαστήρια Απόρων που εξασφάλιζαν εργασία σε χιλιάδες υπάρξεις. Συνέχισε με τον «Ευαγγελισμό», που υπήρξε το κατεξοχήν έργο ζωής της βασιλίσσης. Δεν δίστασε, όταν χρειάστηκε, να αντλήσει χρήματα και σημαντικά κεφάλαια από την οικογένειά της στη Ρωσία, προκειμένου να ολοκληρώσει το έργο της.

Ήταν αγαπητή στον ελληνικό λαό, διότι ουδέποτε ενεπλάκη στα δημόσια πράγματα. Σε δικές της ενέργειες, οι οποίες δεν έχουν αποκαλυφθεί σε όλο το εύρος τους, οφείλεται η δημιουργία Τόσο των Γυναικείων όσο και των Εφηβικών Φυλακών (Αβέρωφ) που ανεγέρθηκαν στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. «Η εν Χριστώ Αδελφότης», η οποία πρωταγωνιστούσε σε όλες τις ενέργειες, υπήρξε δικό της δημιούργημα. Επίσης, πολλά οφείλουν στις δραστηριότητές της φορείς που συνεχίζουν να ακμάζουν ακόμη στις ημέρες μας, όπως η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία και το Αμαλίειον Ορφανοτροφείον.

Οι αδελφές πριγκίπισσες Αλεξάνδρα
 και Μαρία, κόρες του βασιλέως
Γεωργίου Α ' και της βασιλίσσης Όλγας.
 Φωτογραφία Πέτρου Μωραΐτη (1880).
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα υπήρξε η πρωτοβουλία της για μετάφραση του Ευαγγελίου στην καθομιλουμένη γλώσσα, ώστε να γίνει κτήμα και των ολιγογράμματων τάξεων του ελληνικού λαού. Απευθύνθηκε στους καθηγητές του πανεπιστημίου και στην Ιερά Σύνοδο αλλά υπήρξε απροθυμία. Έτσι ανέθεσε την εργασία στην Ιουλία Σωμάκη, αργότερα σύζ. Καρόλου, ανεψιά του καθηγητού της Φιλοσοφικής Σχολής Πανταζίδη. Αλλά όταν υπέβαλε το αποτέλεσμα της εργασίας στην Ιερά Σύνοδο, απορρίφθηκε αναφανδόν ως θεολογικώς αδόκιμο.

Τότε η βασίλισσα Όλγα εστράφη στον Φ. Παπαδόπουλο, με τον οποίο είχε αναπτύξει φιλική σχέση στηριγμένη στην κοινή αφοσίωση στη θρησκεία. Γιος του ιερέως Παναγιώτη και γεννημένος στην ελληνικότατη τότε Βάρνα της Βουλγαρίας, o Φ. Παπαδόπουλος υπήρξε σπουδαίος Έλλην και διδάσκαλος. Αφιλοκερδώς ανέλαβε την αναθεώρηση και ουσιαστικώς την εξαρχής μετάφραση των τεσσάρων Ευαγγελίων. H εργασία υποβλήθηκε και εγκρίθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ενώ είχε αρχίσει η εκτύπωση και διανομή, εμφανίσθηκε απρόσμενα n δημοσίευση της μετάφρασης του Αλ. Πάλλη στην εφημερίδα «Ακρόπολις».

Ο βασιλόπαις Ανδρέας 
Η μετάφρασις Πάλλη σε «εξεζητημένη μαλλιαρή» δεν είχε εγκριθεί από εκκλησιαστική αρχή και προκάλεσε αντιδράσεις, αλλά και συγχύσεις. Τα βέλη ηθελημένα εστράφησαν προς τη βασίλισσα Όλγα και τον Φ. Παπαδόπουλο, οι οποίοι ωστόσο δεν είχαν σχέση με τη μετάφραση που δημοσίευε η «Ακρόπολις». Υποστηρίχθηκε τότε και πολλοί υποστηρίζουν ακόμη πως n βασίλισσα Όλγα πλήρωσε την έκδοση της μεταφράσεως Πάλλη. Η είδηση ήταν και είναι αναληθής, αλλά αρκούσε για να βρεθεί η εστεμμένη στο επίκεντρο των αντιδράσεων σε περίοδο εθνικής έξαρσης. H βασίλισσα Όλγα αγάπησε πραγματικά την Ελλάδα σαν πατρίδα της. Μεταξύ άλλων, απαίτησε το περιβάλλον της να τιμά την εθνική μας ενδυμασία. Καθιέρωσε ειδικό ένδυμα το οποίο έπρεπε να φορούν οι κυρίες της Αυλής τις ημέρες των γιορτών και των επίσημων εκδηλώσεων στο παλάτι. Από το 1867, όταν πάτησε το πόδι της στην Ελλάδα, εισήγαγε το επίσημο ένδυμα για την ίδια και την Αυλή της. Το ειδικά σχεδιασμένο ένδυμα έφερε έντονα τα στοιχεία της νυφικής και γιορτινής φορεσιάς της Αττικής, σε συνδυασμό με στοιχεία από ενδύματα.

Ο πρίγκηπας Νικόλαος. 
Φωτογραφία Πέτρου Μωραΐτη
 
Όταν έφυγε από τη ζωή o Γεώργιος Α ' , το αυλικό περιβάλλον του γιου της Κωνσταντίνου A' της συζύγου του βασιλίσσης Σοφίας δεν την αντιμετώπισε με την προσήκουσα ευγνωμοσύνη. H ευαίσθητη και υπερήφανη Όλγα προτίμησε να επιστρέψει στη Ρωσία. Από εκεί παρακολούθησε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και την επέλαση των μπολσεβίκων, που ξεκλήρισαν την οικογένειά της. Κατόρθωσε να ξεφύγει χάρη σε γερμανική διπλωματική παρέμβαση. Βρέθηκε στην Ελβετία, κοντά στον εξόριστο γιο της Κωνσταντίνο Α'.

Μετά τη νίκη των αντιβενιζιλικών (Νοέμβριος 1920) ανέλαβε για μικρό χρονικό διάστημα καθήκοντα Αντιβασίλισσας μέχρι την αποκατάσταση του γιου της στο βασιλικό αξίωμα. Έμελλε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια, σχεδόν τυφλή, Ρώμη (18 Ιουνίου 1926), «συνεπεία οξυτάτης εντερίτιδος». Προηγουμένως είχε βιώσει τον θάνατο της τριτότοκης κόρης της Αλεξάνδρας (+1891), τον θάνατο του εγγονού της βασιλέως Αλεξάνδρου (+1920) και του πρωτότοκου γιου της Κωνσταντίνου Α' (+1923). Τάφηκε στη Ρωσική Εκκλησία της Φλωρεντίας και το 1936 έγινε η μετακομιδή των οστών της στο Τατόι.



Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, "ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ