Το Ευπαλίνειο υδραγωγείο της Σάμου είναι έργο του αρχιτέκτονα και μηχανικού Ευπαλίνου του Ναυστρόφου από τα Μέγαρα, ο οποίος είχε κατασκευάσει και άλλα τέτοια έργα (Αθήνα, Κόρινθος, Μέγαρα). Όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος το Ευπαλίνειο όρυγμα ήταν ένα από τα τρία μεγαλύτερα έργα που κατασκευάστηκαν στην Ελλάδα: «τό μέν μήκος του ορύγματος έπτά στάδιοί είσι, τό δέ ύψος καί εύρος όκτώ έκάτερον πόδες' διά παντός δέ αυτού άλλο όρυγμα είκοσίπηχυ βάθος όρώρυκται, τρίπουν δέ τό εύρος, δι' ού τό ύδωρ όχετευόμενον διά σωλήνων παραγίνεται ές τήν πόλιν άγόμενον άπό μεγάλης πηγής' άρχιτέκτων δέ τοϋ όρύγματος τούτου έγένετο Μεγαρεύς Ευπαλίνος Ναυστρόφου» (3.60). Ο σχεδιασμός και η κατασκευή του έργου ήταν από τα πιο δύσκολα προβλήματα, γιατί έπρεπε να μεταφερθεί νερό στην πόλη με φυσική ροή από μεγάλη απόσταση από μια πηγή, τη σημερινή πηγή των Αγιάδων, που βρίσκεται σε ψηλότερη θέση πίσω από το βουνό, στα νώτα πόλης.
Με βάση την εμπειρία από την κατασκευή ανάλογων έργων και τη γνώση κάποιων τεχνικών οργάνων, απαραίτητων για τέτοια έργα άρχισε η ταυτόχρονη διάνοιξη, και από τις δύο πλευρές του βουνού, οριζόντιας σήραγγας μήκους 1.035 μέτρων, η οποία ολοκληρώθηκε με ακρίβεια. H κατασκευή του έργου επέβαλε, για λόγους ασφαλείας σε περίπτωση πολιορκίας τη διάνοιξη υπόγειου αγωγού, με κλίση 0,6%. Από το συνολικό μήκος του αγωγού, τα 859 μέτρα θα ήταν μέσα σε υπόγεια κτιστή τάφρο, τα 1.035 μέτρα μέσα σε σήραγγα και τα άλλα 520 μέτρα από την έξοδο της σήραγγας ως την πόλη, πάλι μέσα σε τάφρο. Το νερό συγκεντρωνόταν σε δεξαμενή κοντά στην πηγή, που η μισή ήταν κτιστή και η άλλη μισή σκαμμένη στον βράχο. Από εκεί αγωγοί, μέσω της υπόγειας τάφρου μετέφεραν το νερό μέσα από τη σήραγγα προς τη δεξαμενή που βρισκόταν κοντά στην πόλη
H δυσκολία της διάνοιξης της σήραγγας είχε σχέση με τον ακριβή προσδιορισμό των δύο άκρων της ώστε να έχουν την απαραίτητη υψομετρική διαφορά για την κλίση του αγωγού που θα μετέφερε το νερό. Παράλληλα η απόλυτη ευθυγράμμιση των δύο τμημάτων της σήραγγας, του νότιου και του βόρειου, που διάνοιγαν ταυτόχρονα τα συνεργεία κατασκευής, μας κάνουν να δεχθούμε ότι πρέπει να χρησιμοποιήθηκε κάποιο γεωμετρικό όργανο πιθανόν το νήμα της στάθμης, με το οποίο υπολογιζόταν καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών η τήρηση της μελέτης κατασκευής της σήραγγας. Τελικώς, το έργο ολοκληρώθηκε σε διάστημα περίπου δέκα χρόνων (530-520 πχ) και μετέφερε στην πόλη το νερό από απόσταση περίπου 2,500 μέτρων. Το έργο, πρωτοποριακό για την εποχή και μοναδικό για αιώνες, αν λάβει κανείς υπόψη τις τεχνικές γνώσεις της εποχής λειτούργησε μέχρι τον 5ο αιώνα μ.Χ και μετά εγκαταλείφθηκε, πιθανόν λόγω κακής συντήρησης. Πάντως η αρχαία πηγή εξακολουθεί και σήμερα να παρέχει στην πόλη του Πυθαγορείου διακόσια πενήντα κυβικά μέτρα νερό το εικοσιτετράωρο.
Πηγή: Εκδ. ΔΟΜΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, τ. 2 σελ. 409
Παλιές, ξεχασμένες αναμνήσεις που έχουν «οξειδωθεί» από τον χρόνο – σαν σκουριασμένα αντικείμενα που ήταν κάποτε λαμπερά, αλλά τώρα είναι θαμπά και εύθραυστα. Παλιές φωτογραφίες που κιτρινίζουν σε συρτάρια. Μελαγχολική εικόνα νοσταλγίας, αλλά και λίγο πικρή: μνήμες που δεν τις φροντίζουμε, σκουριάζουν και χάνονται σιγά-σιγά, όμως παράλληλα αποκτούν μια δική τους, τραχιά ομορφιά. Ιστορικές αναμνήσεις, παλιές πολεμικές ιστορίες που ξεθωριάζουν αν δεν τις συντηρούμε.
Σάββατο, Απριλίου 03, 2021
Πέμπτη, Απριλίου 01, 2021
Τα Μέγαρα στους αρχαϊκούς χρόνους
| Κορμός κούρου υπερφυσικού μεγέθους, έργο που βρέθηκε στα Μέγαρα και χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθήνα) |
Tα Μέγαρα τα οποία βρίσκονται βόρεια της Κορίνθου και απλώνονταν σε μια στενή λωριδα γης μέσα στον Ισθμό, ήταν η τελευταία από τις σημαντικές δωρικές πόλεις που εποικίστηκε από Αργείους και Κορινθίους αλλά αναπτύχθηκε κάτω από τη σκιά της Κορίνθου. Όπως όμως η Κόρινθος αποσπάστηκε από το Άργος και έγινε ανεξάρτητη δωρική επικράτεια έτσι και τα Μέγαρα αποσπάστηκαν από την Κόρινθο και έγιναν και αυτά, ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ., ανεξάρτητα. Επειδή το έδαφος ήταν βραχώδες και κατάλληλο μόνο για βοσκοτόπια, οι Μεγαρείς αναγκάζονταν να εμπορεύονται τα προϊόντα που παρήγαγαν, όπως μάλλινα υφάσματα και βαριά αγγεία, στις πόλεις της ανατολής και της δύσης. Ταυτόχρονα ασχολήθηκαν και με την ίδρυση αποικιών, στην οποία μετείχαν θήτες και άλλοι. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (6.4), το 734 πχ. Μεγαρείς μετανάστες, πιθανόν πρόσφυγες από περιοχές που είχαν καταλάβει οι Κορίνθιοι με αρχηγό τον Λάμη, ακολούθησαν Χαλκιδείς αποίκους στη Σικελία οι οποίοι ίδρυσαν τη Νάξο: «κατά δέ τόν αύτόν χρόνον καί Λάμις έκ Μεγάρων άποικίαν άγων ές Σικελίαν άφίκετο». Οι Μεγαρείς, όμως δεν εγκαταστάθηκαν μαζί τους στη Νάξο αλλά αποσπάστηκαν από αυτούς και ίδρυσαν το 727 π.Χ. τα Υβλαία Μέγαρα: «οί δ' άλλοι έκ τής θάψου άναστάντες "Υβλωνος βασιλέως Σικελού προδόντος τήν χώραν καί καθηγησαμένου Μεγαρέας ώκισαν τούς Ύβλαίους κληθέντας». Επειδή όμως η περιοχή δεν ήταν εύφορη, ίδρυσαν στη συνέχεια τον Σελινούντα: «Πάμιλλον πέμψαντες Σελινούντα κτίζουσι, καί έκ Μεγάρων τής μητροπόλεως ούσης αύτοίς έπελθών ξυγκατώκισεν». Το ενδιαφέρον όμως των Μεγαρέων στράφηκε προς την Προποντίδα και τον Βόσπορο. Εκεί, στο διάστημα από το 716 π.Χ έως το 659 ή 628 π.Χ. ίδρυσαν μια σειρά αποικιών, πρώτα τη Σηλύμβρια, στη θρακική παραλία της Προποντίδας, έπειτα την Καλχηδόνα στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου και, μαζί με τους Καλχηδόνιους, ίδρυσαν το Βυζάντιο (στη θέση της σημερινής Κωνσταντινούπολης) και τον Αστακό στον κόλπο της Βιθυνίας στην Προποντίδα.
Τα Μέγαρα είχαν εχθρικές σχέσεις με την Κόρινθο και φιλικές με το Άργος. Κατά την παράδοση, Μεγαρείς και Αργείοι νίκησαν τους Κορίνθιους την εποχή που στην Αθήνα ήταν άρχοντας ο Φόρβας, κατά το β' μισό του 10ου αιώνα π.Χ. ή μετά το 900 π.Χ. H συμμαχία των Μεγαρέων με τους Αργείους στον πόλεμο κατά Κορινθίων και ο φόβος για πιθανή αντεκδίκηση εκ μέρους των Κορινθίων έκανε τους Μεγαρείς να έχουν πολύ στενές σχέσεις με τους Αργείους οι οποίοι ίδρυσαν στα μέσα του 9ου αιώνα π.Χ. και συντήρησαν για πολλές δεκαετίες έναν ναό της Ήρας στην περιοχή της Περαχώρας η οποία τότε ανήκε στους Μεγαρείς. Κατά τον Ληλάντιο πόλεμο τα Μέγαρα, λόγω έχθρας προς την Κόρινθο, που τους είχε αποσπάσει την Περαχώρα, είχαν συμπαραταχθεί με την Ερέτρια, σε αντίθεση με την Κόρινθο που συμμάχησε με τη Χαλκίδα. Οι Μεγαρείς κατείχαν την περιοχή Κρομμυωνία (Άγιοι Θεόδωροι) —την οποία όμως μετά τον 6ο αιώνα πχ. προσάρτησαν οι Κορίνθιοι στο κράτος τους— και το Ηραίο κοντά στο ακρωτήριο που είναι μέσα στον κορινθιακό κόλπο απέναντι από το κορινθιακό λιμάνι Λέχαιο. Αργότερα, οι Κυψελίδες απέσπασαν κάποια εδάφη από τα Μέγαρα, τα οποίο όμως ανέκτησαν (μετά το 720 π.Χ.), οδηγούμενοι από τον ολυμπιονίκη τους Όρσιππο.
Τα Μέγαρα κατά τους ιστορικούς χρόνους είχαν μια ιδιότυπη βασιλεία. O βασιλιάς ήταν ένας απλός άρχοντας με θρησκευτικά καθήκοντα. Κάθε χρόνο εκλεγόταν ένας ανώτατος άρχοντας που είχε τον τίτλο του βασιλιά. Το ίδιο συνέβαινε και στις αποικίες των Μεγαρέων στον Βόσπορο, Καλχηδόνα, Ηράκλεια και Βυζάντιο, όπου οι επώνυμοι άρχοντες ονομάζονταν βασιλείς. Φαίνεται ότι η κληρονομική βασιλεία είχε αντικατασταθεί με αριστοκρατικό καθεστώς, αλλά είχε διατηρηθεί ο τίτλος του βασιλιά. Από τα μέσα του 7ου αιώνα πχ. και μετά τα Μέγαρα γνώρισαν για μικρό σχετικά διάστημα το καθεστώς της τυραννίας, αλλά με πολύ χειρότερο τρόπο σε σχέση με άλλες πόλεις της ίδιας περιόδου, το οποίο περιορίζεται σε ένα μόνο πρόσωπο, τον Θεαγένη, έναν αριστοκράτη δημαγωγό. Σαφείς πληροφορίες για τον τρόπο που κατέλαβε την εξουσία ο Θεαγένης δεν υπάρχουν, Υποστηρίζοντας οτι κινδυνεύει από τους ευγενείς, κατόρθωσε να πείσει την Εκκλησία ιου Δήμου —στην οποία την περίοδο αυτή φαίνεται ότι συμμετείχαν και μη ευγενείς— να του δώσει φρουρά, όπως έκανε αργότερο και ο Πεισίστρατος στην Αθήνα, ο οποίος αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη του λαού με την επίδειξη έχθρας προς τους πλούσιους, τους «πεδιακούς», κατέλαβε την εξουσία και επέβαλε την τυραννία: «πάντες τουτω έδρων ύπό του δήμου πιστευθέντες, ή δη πίστις ήν ή άπέχθεια ή πρός τους πλουσίους» (Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1305 α. 23). Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο, κατά τον Αριστοτέλη, είναι ότι «οί προστάται του δήμου, ότε γένοιντο, τυραννίδι έπετίθεντο», προκάλεσαν δηλαδή εμφύλια διαμάχη. Έχοντας πλέον, σωματοφυλακή ο Θεαγένης και εκμεταλλευόμενος την καταπίεση των αγροτών από τη δωρική αριστοκρατία που κατείχε τις λίγες εύφορες εκτάοεις γης, κατέλαβε την εξουσία.Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι ο Θεαγένης κατέσφαξε τα ζώα των πλουσίων που έβοσκαν κοντά στο ποτάμι, χωρίς όμως νο προσδιορίζεται ο χρόνος που έγινε αυτό, πριν δηλαδή καταλάβει την εξουσία ή κατά τη διάρκειά της. Η ενέργεια του αυτή δεν είναι εύκολο ερμηνευτεί. Ισως υπήρχαν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ φτωχών καλλιεργητών και πλούσιων κτηνοτρόφων, επειδή τα κοπάδια τους κατέστρεφαν τις καλλιεργούμενες εκτάσεις. Πιθανώς αναγκάστηκε να περιορίσει το δικαίωμα νομής της γης σε κοινόκτητες εκτάσεις και να τις μοιράσει στους οπαδούς του. Ίσως, ακόμη, να ήταν πράξη εύνοιας προς τους φτωχούς στους οποίους μπορεί και να προσέφερε συμπόσιο με τα ζώα που έσφαξε. Με τη σωματοφυλακή του ο Θεαγένης βοήθησε τον γαμπρό του, τον Αθηναίο αριστοκράτη και ολυμπιονίκη Κύλωνα, να καταλάβει, ανεπιτυχώς την εξουσία στην Αθήνα (631 π.Χ) και να γίνει τύραννος. Ο Θεαγένης κατασκεύασε μία μεγάλη και όμορφη κρήνη (υδραγωγείο), με πολλούς κίονες και ωραίο διάκοσμο, η οποια εξασφάλισε αρκετό νερό στην πόλη. Λέγεται, ακόμη, ότι μάλλον επί της τυραννίας του Θεαγένη οι Μεγαρείς πολέμησαν με τους Αθηναίους για τη Σαλαμίνα και την απέσπασαν. O Παυσανίας αναφέρει ότι υπάρχει στον ναό του Δία στα Μέγαρα ως αφιέρωμα χάλκινο έμβολο αθηναίκού πλοίου το οποίο συνέλαβαν οι Μεγαρείς κατά τη ναυμαχία με τους Αθηναίους για τη Σαλαμίνα. Μετά από λίγο, όμως, οι Αθηναίοι παρακινούμενοι από τις ελεγείες του Σόλωνα, άρπαξαν το όπλα εναντίον των Μεγαρέων, τους νίκησαν και έθεσαν πάλι το νησί υπό τον έλεγχό τους. Οι Μεγαρείς ισχυρίζονται ότι κάποιοι εξόριστοι άνδρες πήγαν στη Σαλαμίνα και παρέδωσαν την πόλη στους Αθηναίους.
Επειδή η τυραννία του Θεαγένη δεν απέκτησε πραγματική λαϊκή υποστήριξη, παρά τα μέτρα που έλαβε, ήταν εφήμερη και αντικαταστάθηκε από την τιμοκρατία του πλούτου. Πότε και με ποιον τρόπο έγινε η απομάκρυνσή του από την εξουσία δεν είναι γνωστό. Εκείνο όμως που ακολούθησε είναι μια γενική κρίση, ηθική και κοινωνική, που φάνηκε σύντομα κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης των Μεγάρων με την Κόρινθο, η οποία τους απέσπασε το Ηραίο και το Πείραιο στην περιοχή της Περαχώρας και στον Κρομμυώνα (σήμερα Αγιοι Θεόδωροι). Τα Μέγαρα αναγκάστηκαν να περιορίσουν τα όριά τους σχεδόν μέχρι την αγορά της πόλης. Πλήθος προσφύγων συγκεντρώθηκε στην πόλη. H κατάσταση ήταν πολύ άσχημη, O Πλούταρχος αναφέρει ότι, όταν οι Μεγαρείς έδιωξαν τον Θεαγένη, γιο λίγο χρόνο παρέμειναν ήρεμοι, έπειτα όμως παρασυρόμενοι από τους δημαγωγούς άρχισαν να φέρονται με προσβλητικό τρόπο προς τους πλούσιους έμπαιναν στα σπίτια τους και αξίωναν να τους προσφέρουν πολυτελή φαγητό: «παριόντες είς τάς οίκίας αύτών οί πένητες ήξίουν έστιάσθαι και δειπνείν πολυτελώς» αν τους το αρνούνταν, χρησιμοποιούσαν βία και ύβρεις: ει δέ μή τυγχάνοιεν, πρός βίαν και μεθ' ύβρεως έχρώντο πάσι» (Πλούταρχος, Αίτια Ρωμαϊκά, 295.ρ.5). Και στο τέλος ψήφισαν νόμο, σύμφωνα με τον οποίο πήραν πίσω τους τόκους που είχαν δώσει στους δανειστές: «τέλος δέ δόγμα θέμενοι τούς τόκους άν επράττοντο παρά τών δανειστών ους δεδωκότες έτύγχανον, παλιντοκίαν τό γινόμενον προσαγορεύσαντες». H επιστροφή αυτή των τόκων ονομάστηκε παλιντοκία. Όλες αυτές οι ενέργειες του πλήθους παρέμειναν ατιμώρητες και αποτελούν ένδειξη της αδυναμίας του ολιγαρχικού καθεστώτος, που ακολούθησε την τυραννία του Θεαγένη, να επιβληθεί στις οργανωμένες λαϊκές ομάδες. Γι' αυτό και ο Πλούταρχος αποκαλεί την περίοδο αυτή «ακόλαστη δημοκρατία».
Στο διάστημα αυτής της «ακόλαστης δημοκρατίας πολλοί ευγενείς και πλούσιοι, είτε οικειοθελώς είτε γιατί εξορίστηκαν, αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε άλλες πόλεις. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Θέογνις που στα ποιήματά του εκφράζει την πίκρα του για την κατάσταση που βρίσκεται, καταριέται τους υπεύθυνους και ζητά εκδίκηση. Στο τέλος όλοι οι εξόριστοι επέστρεψαν στα Μέγαρα, κατέλυσαν τη δημοκρατία και επανέφεραν την ολιγαρχία (558 π.Χ)
Πηγή: Εκδ. ΔΟΜΗ , τ.2, σελ. 376-382
Μηδικά: Η στάση των Μεγάρων απέναντι στην απειλή του 490 π.Χ
Οι Μεγαρείς κράτησαν μια καθαρά παθητική
στάση απέναντι στα ιστορικά γεγονότα που διαδραματιζονταν στον Ελλαδικό χώρο και ειδικότερα στην Αττική το 490 π.Χ. Υπήρχε το ενδεχόμενο να κυριευΘεί και καταστραφεί η γειτονική Αθήνα, όπως ήταν και ο στόχος των Περσών και αν αυτό συνέβαινε Θα είχε ολέθριες συνέπειες και για τα Μέγαρα.
Η Ερέτρια κατεστραφόταν και ο λαός της εξανδραποδιζόταν στην Ασία. Οι Πέρσες αποβιβάζονταν στον Μαραθώνα. οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς "ελευθερίης γλιχόμενοι" μάχονταν μέχρι θανάτου. Ένα στρατιωτικό σώμα 2.000 Σπαρτιατών έφτανε στην Αττική έστω και καθυστερημένα και οι Μεγαρείς δεν έπραξαν τίποτε. Η στάση τους αυτή ερμηνεύεται ως μια ενδοτική και ηττοπαθής πολιτική και άποψη ότι δηλαδή ήταν μάταια οποιασδήποτε αντίσταση στους Πέρσες.
Στην συνέχεια μεσολαβεί η δεκαετία 490-480 π.Χ με τεράστιες πολιτικές εξελιξεις στην Αθήνα που επρόκειτο να επηρεάσουν την τύχη ολόκληρης της Ελλάδος. Επικράτησαν οι δημοκρατικοί και εγκρίθηκε το εξοπλιστικο-ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλή που κατέστησε την Αθήνα μεγάλη ναυτική δύναμη.
H ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ ΝΑ ΥΠΟΤΑΞΟΥΝ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ
(480-479π.Χ)
ΤΑ ΜΕΓΑΡΑ ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΟ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ.
Μπορεί οι Μεγαρείς, κατά την πρώτη εκστρατεία των Περσών να μην δραστηριοποιήθηκαν ή να μην πήραν καμία πρωτοβουλία για την άμυνα της Ελλάδας, όμως δεν ήρθαν σε κανένα συμβιβασμό με τον εχθρό ούτε και έκαναν κάποια ενέργεια σε βάρος άλλων πόλεων, όπως συνέβη από την πλευρά άλλων Ελληνικών πόλεων. Όμως, κατά την δεύτερη εισβολή των Περσών στην Ευρώπη, όταν ο κίνδυνος ήταν πλέον ορατός και η προσπάθεια του Ξέρξη να καθυποτάξει την Ελλάδα φανερή, οι Μεγαρείς συνειδητοποίησαν τον κίνδυνο και επιδόθηκαν με όλα τα μέσα που διέθεταν στην κοινή προσπάθεια για την συγκρότηση ενιαίου Εθνικού στρατού για την άμυνα της Ελλαδας.
ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΣΤΟΝ ΙΣΘΜΟ
Έτσι λοιπόν κάτω υπό την σκιά της Περσικής απειλής, πραγματοποιήθηκε το Φθινόπωρο του 481 π.Χ στον Ισθμό, συνέδριο των Ελληνικών πόλεων. Την πρωτοβουλία αυτή την είχαν οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες. Συμμετείχαν 31 πόλεις-αναμεσά τους και τα Μέγαρα- και πάρθηκαν αποφάσεις προκειμένου να αντιμετωπισθεί η επικείμενη Περσική απειλή. Αποφασίσθηκε:
1) Να σταματήσουν οι Έλληνες τις φιλονικίες και τις εμφύλιες διαμάχες, προκειμένου να αντιμετωπίσουν ενωμένοι τον κοινό εχθρό.
2) Να τιμωρήσουν τις πόλεις που Θα συνεργάζονταν με τους Πέρσες
3) Να είναι οι Σπαρτιάτες αρχηγοί του πολέμου.
Στον πόλεμο αυτό τα Μέγαρα ταύτισαν την πολιτική και την τύχη τους με αυτήν των Αθηνών και υποστήριξαν την ανάγκη άμυνας στην Βόρειο Ελλάδα και στην συνέχεια στο Σαρωνικό Κόλπο. Αλλά και προκειμένου να αντιμετωπισθεί λίγο αργότερα o Μαρδόνιος, οι Μεγαρείς επέμειναν ότι o ελληνικός στρατός έπρεπε να αποκρούσει τον Περσικό στρατό στην περιοχή της Βοιωτίας. Η επιρροή, λοιπόν, και η συμβολή των Μεγάρων, για την επιλογή του χώρου στον οποίο έγινε κυρίως η ναυμαχία της Σαλαμίνας και η μάχη των Πλαταιών ήταν σημαντική. Έτσι είχαμε νικηφόρες εκβάσεις υπέρ της Ελλάδος, που καθόρισαν και την τελική έκβαση του πολέμου.
Η ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΞΕΡΞΗ: Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Ιστορία Ζ. 186) ο Ξέρξης κατήφθυνε εναντίον της Ελλάδος στράτευμα 5.280.000 ανδρών, 1207 τριήρεις και 3.000 πεντηκοντόρους (μικρότερα πλοία). Δεν γνωριζουμε πόσο ακριβείς είναι αυτοί οι αριθμοί. Το σίγουρο όμως είναι οτί επρόκειτο για ένα στράτευμα εκατομμυρίων ανδρών που αποτέλεσε και την μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη που είχε συγκεντρωθεί την εποχή εκείνη.
Η στρατιά αυτή, ξεκίνησε από τις Σάρδεις την Ανοιξη του 480 π.Χ και πέρασε διαδοχικά τον Ελλήσποντο, την Μακεδονία, τη Θράκη και προχώρησε πρός τη νοτιότερη Ελλάδα χωρίς δυσκολία. Πολλές Ελληνικές πόλεις, τρομοκρατημένες από τον όγκο της Πέρσικης στρατιάς, έσπευσαν να προσφέρουν "γήν και ύδωρ", δηλαδή να δηλώσουν υποταγή.
Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ
Καθώς λοιπόν, οι Πέρσες κατέρχονταν προς τον Νότο, οι Έλληνες έστειλαν στρατό στα Τέμπη. Η τοποθεσία όμως κρίθηκε ακατάλληλη και επιλέχθηκε το Στενό των Θερμοπυλών, διότι, η μορφολογία του εδάφους ευνοούσε τους Έλληνες, οι οποίοι ήταν μόλις 7.000. Πριν τη μάχη ο Πέρσης Βασιλιάς Ξέρξης, ζήτησε από τον Σπαρτιάτη Βασιλιά Λεωνίδα να παραδώσουν οι Έλληνες τα όπλα και ο δεύτερος απάντησε εκείνο το περίφημο: "μολών λαβέ", δηλαδή έλα να τα πάρεις.
Στη συνέχεια οι Έλληνες απέκρουσαν με επιτυχία όλες τις Περσικές επιθέσεις. Όμως στο τέλος της δεύτερης ημέρας της μάχης, ένας άλλος Έλληνας, ο Εφιάλτης, οδήγησε τους Πέρσες στα νώτα των Ελλήνων από ένα ορεινό μονοπάτι.
Ο Λεωνίδας, Βασιλιάς της Σπάρτης και αρχιστράτηγος των Ελλήνων, πληροφορήθηκε έγκαιρα το γεγονός και ζήτησε από τους περισσότερους πολεμιστές να αποσυρθούν, προκειμένου να φανούν χρήσιμοι αλλού. Ο ίδιος με 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς, που δεν δέχθηκαν να αποχωρήσουν, αγωνίσθηκαν μέχρι το τέλος, κυκλωμένοι από τον εχθρό και μαχώμενοι με μαχαίρια, όσοι τυχόν είχαν ακόμη, με τα χέρια και τα στοματά τους ακόμη, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (Ιστορία Ζ.225).
Από τους 300 πολεμιστές του Λεωνίδα, ένας μόνο δείλιασε και έφυγε πριν από την μάχη, ο Αριστόδημος. Ξέπλυνε όμως την ντροπή αυτή, αφού σκοτώθηκε ηρωικά στην μάχη των Πλαταιών το καλοκαίρι του 479 π.Χ (Ηροδότου Ιστορία Θ. 71 ).
Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟΥ
Το 480 π.Χ στο Αρτεμίσιο που είναι ακρωτήριο στα Βορειοδυτικά της Ευβοιας, έγινε επίσης η ομώνυμη ναυμαχία η οποία αποτέλεσε και την πρώτη ναυτική επιχείρηση κατά των Περσών. Ο Ελληνικός στόλος, στον οποίο συμμετείχαν οι Μεγαρείς με 20 τριήρεις ως δεύτερη ναυτική δύναμη μετά την Αθήνα, που διέθετε 127 τριήρεις, είχε σταλεί εκεί για να εμποδίσει τον Περσικό στόλο να προχωρήσει νοτιότερα και να αποβιβάσει στρατεύματα στα νώτα των Ελλήνων που μάχονταν στις Θερμοπύλες. Όταν όμως ο Περσικός στόλος πέρασε τα στενά, η παρουσία του Ελληνικού στόλου δεν είχε πλέον νόημα εκεί. Εγκατέλειψε την αμφίρροπη σύγκρουση και έπλευσε προς την Σαλαμίνα.
Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ
Μετά την μάχη των Θερμοπυλών, οι Πέρσες κινήθηκαν προς την Αττική. Η Αθήνα τότε εκκενώθηκε και οι Πέρσες αφού εισέβαλαν στην έρημη πια πόλη, την λεηλάτησαν και την έκαψαν. Εν τω μεταξύ προέκυψε διαφωνία ανάμεσα στους Έλληνες για τη θέση του στόλου. Οι Πελοπονήσιοι ήθελαν να προστατέψουν τα παράλια της Πελοπονήσου, ενώ οι Αθηναίοι επέμεναν πως στο στενό της Σαλαμίνας υπήρχαν περισσότερες πιθανότητες για νίκη, εφόσον η στενότητα του χώρου δεν Θα επέτρεπε στους Πέρσες να εκμεταλλευθούν την αριθμητική τους υπεροχή.
Την θέση αυτή της Αθήνας την υποστήριξαν έντονα οι Μεγαρείς και οι Αιγινίτες, διότι ήθελαν τον στόλο κοντά στις πόλεις τους. Όμως τα ίδια τα πράγματα οδήγησαν προς αυτή την λύση καθώς ο Περσικός στόλος έκλεισε τον Ελληνικό - στον οποίο συμμετείχαν οι 20 τριήρεις των Μεγαρέων - μέσα στο στενό της Σαλαμίνας. Στην ναυμαχία που ακολούθησε (Σεπτέμβρης του 480 π.Χ) ο Περσικός στόλος διαλύθηκε,
H σημασία της ελληνικής νίκης στην Σαλαμίνα υπήρξε τεράστια, διότι συντέλεσε στο να απαλλαγεί οριστικά η Ελλάδα από τον Περσικό κίνδυνο.
Αξιοσημείωτο είναι και το σχόλιο του Εφόρου, Ιστορικού του 4ου π.Χ αιώνα, ο οποίος λέγει για τους Μεγαρείς, το ναυτικό τους και την σμμμετοχή τους στην ναυμαχία (Diodorus Siculus, Bibliotheca, xi. 18) "εθεωρούνται οι Μεγαρείς οι πλέον εξέχοντες από τις ναυτικές δυνάμεις μετά τους Αθηναίους και επιθυμούσαν να αποδείξουν ότι αξίζανε την Ελευθερία τους, διότι μόνον αυτοί απο απ'όλες τις άλλες Ελληνικές πόλεις δεν θα είχαν που να καταφύγουν, εάν οι Έλληνες δέχονταν μια ήττα στην Σαλαμίνα“. Έτσι λοιπόν, η εκστρατεία του Ξέρξη ουσιαστικά απέτυχε και ο Πέρσης Βασιλιάς αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ασία, αφήνοντας πίσω τον Μαρδόνιο με το πεζικό για να επιχειρήσει μια νέα προσπάθεια.
Ο ΠΕΡΣΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΡΙΔΑ
Η ναυμαχία της Σαλαμίνας έγινε το φθινόπωρο του 480 π.Χ. Ο Μαρδόνιος πέρασε τον χειμώνα του στη Θεσσαλία, και την Ανοιξη του 479 π.Χ. κάνει πρόταση συνεργασίας στους Αθηναίους, την οποία οι Αθηναίοι όχι μόνον απέρριψαν, αλλά και ζήτησαν από τους Σπαρτιάτες να στείλουν γρήγορα στρατό για να αντιμετωπίσουν τον Μαρδόνιο στην Βοιωτία, πριν αυτός κατέβει στην Αττική. Μετά την άρνηση των Αθηναίων, τα περσικά στρατεύματα μέσω της Βοιωτίας εισβάλλουν στην Αττική και στην Αθήνα, η οποία είχε εκκενωθεί. Ο Μαρδόνιος τότε για δεύτερη φορά προτείνει συνεργασία στους Αθηναίους. Εν τω μεταξύ, υπό την πίεση αυτής της καταστάσεως Αθηναίοι, Μεγαρείς και Πλαταιείς επισκέπτονται την Σπάρτη και ζητούν στρατιωτική βοήθεια για να συγκρουσθούν με τον εχθρό στο Θριάσιο Πεδιο. Τα στρατεύματα των Λακεδαιμονίων όρχισαν να εξέρχονται από την Σπάρτη και να κατευθύνονται προς την Αττική. Μόλις ο Μαρδόνιος πληροφορήθηκε την είδηση αυτή, εγκατέλειψε την Αττική και έκαψε την Αθήνα. Σκόπευε να επιστρέψει στην Θήβα, με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις. “ Οταν λοιπόν, βρισκόταν καθ'οδόν προς την Θήβα, ήρθε σ'αυτόν είδηση ότι χίλιοι Σπαρτιάτες έφτασαν στα Μέγαρα, ως εμπροσθοφυλακή. Οταν το πληροφορήθηκε αυτό σκέφθηκε οτι ίσως κατορθώσει να νικήσει πρώτα αυτούς. Για αυτό λοιπόν, επέστρεψε πίσω και οδηγούσε τα στρατευματά του προς τα Μέγαρα. Το δε ιππικό του προπορευόταν και διήλθε τη χώρα των Μεγάρων. Και τα Μέγαρα είναι το μακρύτερο μέρος της Ευρώπης προς την Δύση, στο οποίο έφτασε ο στρατός των Περσών" (Ηροδότου Ιστορία θ. 14)
Στην συνέχεια οι Πέρσες επέστρεψαν πάλι πίσω προς τη Βοιωτία διότι πληροφορήθηκαν ότι όλοι Λακεδαιμόνιοι είχαν ήδη συγκεντρωθεί στον Ισθμό.
Κατά τη διάρκεια αυτής της τακτικής και του στρατιωτικού ελιγμού του Μαρδόνιου, ουσιαστικά δεν θα εισέβαλε όλο το στράτευμα στην Μεγαρίδα, αλλά σίγουρα το ιππικό που προπορευόταν θα προξένησε καταστροφές στην Μεγαρική γή. Πάντως η επιδρομή αυτή ήταν πολύ σύντομη. Ο Παυσανίας, ιστορικός και περιηγητής του 2ου μ.Χ αιώνα, αναφέρει μια τοπική Μεγαρική Παράδοση για κάποιο Περσικό στράτευμα στην Μεγαρίδα (Παυσανίου Αττικά. 40. 2-3): “ Υπάρχει η φήμη ότι ένα στρατιωτικό σώμα του Μαρδόνιου, αφού επιτέθηκε κατά της Μεγαρίδος, Θέλησε κατόπιν να επιστρέψει στη Θήβα, κοντά στο Μαρδόνιο, αλλά κατ'επιθυμία της Άρτεμης το βρήκε η νύχτα και έχασαν τον δρόμο τους. Προχώρησαν προς τα ορεινά μέρη της περιοχής και ενώ εξέταζαν μήπως κοντά τους υπάρχει κάποιο εχθρικό στράτευμα για να του επιτεθούν, έριξαν βέλη σε κάποια κοντινή τους πέτρα και (από την αντήχηση) νόμισαν οτι αναστέναξε. Τότε άρχισαν να τοξεύουν με μεγαλύτερη προθυμία.
Στο τέλος διαπίστωσαν ότι τα βέλη τους εξαντλήθηκαν με το να τοξεύουν τους υποτιθέμενους εχθρούς. Όταν όμως ξημέρωσε, και τους επιτέθηκαν οι Μεγαρείς, πολεμώντας οπλισμένοι στρατιώτες με άοπλους, φόνευσαν τους περισσότερους απ'αυτούς."
Την τοποθεσία στην οποία βρίσκεται αυτή η πέτρα μας την προσδιοριζει ο Παυσανίας (Παυσανίου Αττικά. 44.4). " Η ορεινή περιοχή της Μεγαρίδος στην οποία υπάρχει η πόλη Παγαί (σημερινό Αλεποχώρι) των Μεγαρέων, είναι γειτονική με την Βοιωτία. Κατευθυνόμενοι προς τα κει, εάν λίγο ξεφύγουμε από το δρόμο, φαίνεται μια πέτρα , η οποία σ' όλη την επιφανειά της έχει ίχνη από βέλη τα οποία κάποια νύχτα οι Πέρσες εκτόξευσαν σε αυτήν".
Ίσως πρόκειται για κάποιο θρύλο που
καλλιεργήθηκε στα Μέγαρα. Πάντως το σίγουρο είναι ότι οι Μεγαρείς Θα επέφεραν κάποια χτυπήματα στο Περσικό ιππικό που υποχωρούσε προς τη Βοιωτία.
Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΠΛΑΤΑΙΩΝ
Έτσι λοιπόν, σιγά-Σιγά οι Ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να συγκεντρώνονται. Όλοι οι Πελοπονήσιοι είχαν ως σημείο αναφοράς τον Ισθμό και από κει έφτασαν στην Ελευσίνα. Στην Ελευσίνα ενώθηκαν όλες οι δυνάμεις του Ελληνικού στρατού, και κατευθύνθηκαν προς την Βοιωτία. Οι Πέρσες είχαν στρατοπεδεύσει στον Ασωπό ποταμό και οι Έλληνες αντιστρατοπέδευσαν στους πρόποδες του Κιθαιρώνα. Τότε Μαρδόνιος στέλνει εναντίον τους όλο το ιππικό του, το οποίο διαιρέθηκε σε ίλες και προξενούσε μεγάλη φθορά στους Έλληνες.
οι Μεγαρείς που αποτελούσαν ένα στρατιωτικό σώμα 3.000 οπλιτών, βρίσκονταν στο πιο ευαίσθητο σημείο, διότι εκεί ορμούσε περισσότερο το ιππικό των Περσών. Έτσι αφόρητα πιεσμένοι καθώς ήταν έστειλαν στους Έλληνες στρατηγούς το εξής μήνυμα με κάποιο κύρηκα: " Οι Μεγαρείς λέγουν: εμείς, σύμμαχοι, δεν μπορούμε μόνοι μας να αποκρούσουμε το ιππικό των Περσών, έχοντας αυτή τη θέση, στην οποία βρεθήκαμε από την αρχή. Αλλά μέχρι τώρα αντέχουμε λόγω της ανδρείας και της υπομονής μας, παρόλο που έχουμε πιεσθεί πάρα πολύ. Τώρα, αν δεν στείλετε κάποιους άλλους να μας διαδεχθούν στην θέση μας, να ξέρετε ότι εμείς θα την εγκαταλείψουμε " (Ηροδότου Ιστορία θ. 21 )
Κανείς όμως από τους Έλληνες δεν ήθελε να αντικαταστήσει τους Μεγαρείς. Τελικά δέχθηκαν μόνον οι Αθηναίοι οι οποίοι είχαν μαζί τους, τους τρακόσιους εκλεκτούς. Επρόκειτο για το μοναδικό επίλεκτο στρατιωτικό σώμα των τοξοτών που διέθεταν οι Έλληνες και ήταν και το μόνο ικανό να αντιμετωπίσει το Περσικό ιππικό.
Ο Ηρόδοτος θεωρεί συμπτωματική την τοποθέτηση των Μεγαρέων σ'αυτήν την τόσο εκτεθειμένη θέση, αλλά ίσως υπήρχε και μια διάθεση από πλευράς του εχθρού να εκδικηθεί την σφαγή των Περσών ιππέων από τους Μεγαρείς, την οποία μας αναφέρει ο Παυσανίας (Αττικά 40.2-3). Όταν λοιπόν, κατέλαβαν οι Αθηναίοι την θέση των Μεγαρέων , οι επιθέσεις των Περσών συνεχίσθηκαν με μεγαλύτερη σφοδρότητα, ώσπου φονεύθηκε ο αρχηγός του Περσικού ιππικού, Μασίστιος, χτυπηθείς με βέλη στο ένα μάτι. Οι Έλληνες τότε πήραν θάρρος και υπερίσχυσαν στις επόμενες συγκρούσεις.
Μετά την ευνοϊκή αυτή εξέλιξη οι Έλληνες αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τους πρόποδες του Κιθαιρώνα και να στρατοπεδεύσουν στις Πλαταιές. Αφού έφθασαν, παρατάχθηκαν σε θέση μάχης. Στην δεξιά παράταξη ήταν οι Λακεδαιμόνιοι, στην συνέχεια οι άλλες στρατιωτικές δυνάμεις των Ελλήνων και στην αριστερή οι Αθηναίοι έχοντας δίπλα τους 600 Πλαταιείς και 3 .ΟΟΟ Μεγαρείς.
Αφού παρατάχθηκαν οι Έλληνες στρατοπέδευσαν στις όχθες του ποταμού Ασωπού. Τότε ο Μαρδόνιος παρέταξε και αυτός το στρατό του. Απέναντι στους Σπαρτιάτες είχε παρατάξει τους γεναιότερους από τους Πέρσες και απέναντι από τους Αθηναίους, Πλαταιείς και Μεγαρείς, είχε παρατάξει τους Βοιώτους, Λοκρούς, Μαλιείς, Θεσσαλούς και χίλιους Φωκιείς που είχαν συμμαχήσει με τους Πέρσες.
Και οι δυο αντίπαλοι επί οκτώ μέρες δεν έπαιρναν πρωτοβουλία για να αρχίσει η μάχη. Ο χρόνος μετρούσε υπέρ των Ελλήνων διότι αυξανε συνεχώς ο αριθμός τους. Τότε εμφανίστηκε ένας τρίτος Έλληνας, ο Θηβαίος Τιμηγενίδης, και συμβούλευσε το Μαρδόνιο να φυλάξει το στενό πέρασμα του Κιθαιρώνα από το οποίο συνεχώς συρρέανε Έλληνες για να λάβουν μέρος στη μάχη. Την δωδεκάτη ημέρα ο Μαρδόνιος αποφασιζει να συγκρουσθεί με τους Έλληνες και εξαπολύει κατ'αρχάς το ιππικό του εναντίον τους. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποκλεισθεί ο Ελληνικός στρατός από νερό και τρόφιμα. Για να αντιμετωπιστεί άμμεσα η κατάσταση οι Έλληνες στρατηγοί αποφάσισαν μια τακτική υποχώρηση προς τους πρόποδες του Κιθαιρώνα, προκειμένου να έχουν νερό και να προφυλαχθούν από τους ιππείς. Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι συμμαχικές Ελληνικές δυνάμεις να αποχωρήσουν και να κατευθυνθούν όχι στον τόπο που συμφωνήσανε, αλλά στο Ηραίον που βρισκόταν μπροστά στην πόλη των Πλαταιών. Τελευταίοι θα αποσύρονταν οι Λακεδαιμονίοι οι Τεγεάτες και οι Αθηναίοι. οι οποίοι αγνοούσαν την κίνηση αυτή των συμμαχικών δυνάμεων. Έτσι, Τεγεάτες και Λακεδαιμόνιοι κατευθύνθηκαν στις πλαγιές και τους πρόποδες του Κιθαιρώνα και οι Αθηναίοι κάτω στην πεδιάδα. Οι Πέρσες αντιλήφθηκαν την τελευταία κίνηση των Λακεδαιμονίων και πιστεύοντας οτί υποχωρούσαν κατηύθηναν εναντίον των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών ολόκληρο τον Περσικό στρατό.
Ο Παυσανίας, ο Σπαρτιάτης Βασιλιάς, πίστεψε ότι προδόθηκε από τις συμμαχικές ελληνικές δυνάμεις, και ζήτησε βοήθεια από τους Αθηναίους στέλνοντας το εξής μήνυμα (Ηροδότου Ιστορία θ. 60). “ επίκειται πολύ μεγάλος αγώνας ή να παραμείνει η Ελλάδα ελεύθερη ή να υποδουλωθεί ". Οι Αθηναίοι έσπευσαν σε βοήθεια αλλά καθ'οδόν συνεπλάκησαν μ'αυτους από τους Έλληνες οι οποίοι είχαν συμμαχήσει με τους Πέρσες. Έτσι , απ'όλο τον Ελληνικό στρατό έμειναν μόνοι οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάτες να αντιμετωπίσουν τον Περσικό στρατό, και υπέσθησαν τρομερή φθορά όσο ζούσε ο Μαρδόνιος. Όταν όμως σκοτώθηκε, οι Πέρσες έστρεψαν τα νώτα και έτσι έδωσαν την νίκη στους Έλληνες.
Κατά την διάρκεια της φυγής των Περσών, μεταδόθηκε η είδηση και στις άλλες συμμαχικές δυνάμεις που δεν είχαν πάρει μέρος στη μάχη. Παρατάχθηκαν χωρίς τάξη και αναχώρησαν οι Κορίνθιοι μέσω του βουνού, ενώ οι Μεγαρείς και οι Φλειάσιοι μέσω της πεδιάδας.
Καθώς πλησίαζαν οι Μεγαρείς και οι Φλειάσιοι τους Πέρσες, προχωρώντας με ορμή, αλλά χωρίς καμία τάξη, τους επιτέθηκε το ιππικο των Θηβαίων και σκότωσαν 600 στρατιώτες, μη επιτρεποντάς τους έτσι να καταδιώξουν τον Περσικό στρατό που είχε τραπεί σε φυγή..
Μετά τη μάχη, κάθε πόλη που έχασε σημαντικό αριθμό στρατιωτών, άνοιξε ομαδικό τάφο και έθαψε τους νεκρούς της. Οι Μεγαρείς και οι Φλειάσιοι έθαψαν τους νεκρούς τους, σε κοινό τάφο. Για την νίκη τους αυτή, οι Έλληνες που πολέμησαν στις Πλαταιές αφιέρωσαν χρυσό τρίποδα στο μαντείο των Δελφών (Ηροδότου Ιστορία .81) και άγαλμα του Δία (Παυσανία Ηλειακά 23). Στο δεξιό μέρος του βάθρου του αγάλματος του Δία έχουν γραφθεί τα ονόματα των πόλεων που έλαβαν μέρος στη μάχη και ήταν συνολικά 33. Τα Μέγαρα αναφέρονται έκτα στην σείρα.
Η νίκη των Ελλήνων λοιπόν, στις Πλαταιές ήταν συντριπτική. Ο Περσικός στρατός κυριολεκτικά εξοντώθηκε. Στην συνέχεια οι Έλληνες τιμώρησαν τους Θηβαίους που είχαν συμμαχήσει με τους Πέρσες και διέλυσαν την Βοιωτική ομοσπονδία.
Πηγή: Χ. Στρατούρη, ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
| Μονομαχία ανάμεσα σε Έλληνα οπλίτη και Πέρση στρατιώτη, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα (5ος αιώνας π.Χ.). |
στάση απέναντι στα ιστορικά γεγονότα που διαδραματιζονταν στον Ελλαδικό χώρο και ειδικότερα στην Αττική το 490 π.Χ. Υπήρχε το ενδεχόμενο να κυριευΘεί και καταστραφεί η γειτονική Αθήνα, όπως ήταν και ο στόχος των Περσών και αν αυτό συνέβαινε Θα είχε ολέθριες συνέπειες και για τα Μέγαρα.
Η Ερέτρια κατεστραφόταν και ο λαός της εξανδραποδιζόταν στην Ασία. Οι Πέρσες αποβιβάζονταν στον Μαραθώνα. οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς "ελευθερίης γλιχόμενοι" μάχονταν μέχρι θανάτου. Ένα στρατιωτικό σώμα 2.000 Σπαρτιατών έφτανε στην Αττική έστω και καθυστερημένα και οι Μεγαρείς δεν έπραξαν τίποτε. Η στάση τους αυτή ερμηνεύεται ως μια ενδοτική και ηττοπαθής πολιτική και άποψη ότι δηλαδή ήταν μάταια οποιασδήποτε αντίσταση στους Πέρσες.
Στην συνέχεια μεσολαβεί η δεκαετία 490-480 π.Χ με τεράστιες πολιτικές εξελιξεις στην Αθήνα που επρόκειτο να επηρεάσουν την τύχη ολόκληρης της Ελλάδος. Επικράτησαν οι δημοκρατικοί και εγκρίθηκε το εξοπλιστικο-ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλή που κατέστησε την Αθήνα μεγάλη ναυτική δύναμη.
H ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ ΝΑ ΥΠΟΤΑΞΟΥΝ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ
(480-479π.Χ)
ΤΑ ΜΕΓΑΡΑ ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΟ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ.
Μπορεί οι Μεγαρείς, κατά την πρώτη εκστρατεία των Περσών να μην δραστηριοποιήθηκαν ή να μην πήραν καμία πρωτοβουλία για την άμυνα της Ελλάδας, όμως δεν ήρθαν σε κανένα συμβιβασμό με τον εχθρό ούτε και έκαναν κάποια ενέργεια σε βάρος άλλων πόλεων, όπως συνέβη από την πλευρά άλλων Ελληνικών πόλεων. Όμως, κατά την δεύτερη εισβολή των Περσών στην Ευρώπη, όταν ο κίνδυνος ήταν πλέον ορατός και η προσπάθεια του Ξέρξη να καθυποτάξει την Ελλάδα φανερή, οι Μεγαρείς συνειδητοποίησαν τον κίνδυνο και επιδόθηκαν με όλα τα μέσα που διέθεταν στην κοινή προσπάθεια για την συγκρότηση ενιαίου Εθνικού στρατού για την άμυνα της Ελλαδας.
ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΣΤΟΝ ΙΣΘΜΟ
Έτσι λοιπόν κάτω υπό την σκιά της Περσικής απειλής, πραγματοποιήθηκε το Φθινόπωρο του 481 π.Χ στον Ισθμό, συνέδριο των Ελληνικών πόλεων. Την πρωτοβουλία αυτή την είχαν οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες. Συμμετείχαν 31 πόλεις-αναμεσά τους και τα Μέγαρα- και πάρθηκαν αποφάσεις προκειμένου να αντιμετωπισθεί η επικείμενη Περσική απειλή. Αποφασίσθηκε:
1) Να σταματήσουν οι Έλληνες τις φιλονικίες και τις εμφύλιες διαμάχες, προκειμένου να αντιμετωπίσουν ενωμένοι τον κοινό εχθρό.
2) Να τιμωρήσουν τις πόλεις που Θα συνεργάζονταν με τους Πέρσες
3) Να είναι οι Σπαρτιάτες αρχηγοί του πολέμου.
Στον πόλεμο αυτό τα Μέγαρα ταύτισαν την πολιτική και την τύχη τους με αυτήν των Αθηνών και υποστήριξαν την ανάγκη άμυνας στην Βόρειο Ελλάδα και στην συνέχεια στο Σαρωνικό Κόλπο. Αλλά και προκειμένου να αντιμετωπισθεί λίγο αργότερα o Μαρδόνιος, οι Μεγαρείς επέμειναν ότι o ελληνικός στρατός έπρεπε να αποκρούσει τον Περσικό στρατό στην περιοχή της Βοιωτίας. Η επιρροή, λοιπόν, και η συμβολή των Μεγάρων, για την επιλογή του χώρου στον οποίο έγινε κυρίως η ναυμαχία της Σαλαμίνας και η μάχη των Πλαταιών ήταν σημαντική. Έτσι είχαμε νικηφόρες εκβάσεις υπέρ της Ελλάδος, που καθόρισαν και την τελική έκβαση του πολέμου.
Η ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΞΕΡΞΗ: Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Ιστορία Ζ. 186) ο Ξέρξης κατήφθυνε εναντίον της Ελλάδος στράτευμα 5.280.000 ανδρών, 1207 τριήρεις και 3.000 πεντηκοντόρους (μικρότερα πλοία). Δεν γνωριζουμε πόσο ακριβείς είναι αυτοί οι αριθμοί. Το σίγουρο όμως είναι οτί επρόκειτο για ένα στράτευμα εκατομμυρίων ανδρών που αποτέλεσε και την μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη που είχε συγκεντρωθεί την εποχή εκείνη.
Η στρατιά αυτή, ξεκίνησε από τις Σάρδεις την Ανοιξη του 480 π.Χ και πέρασε διαδοχικά τον Ελλήσποντο, την Μακεδονία, τη Θράκη και προχώρησε πρός τη νοτιότερη Ελλάδα χωρίς δυσκολία. Πολλές Ελληνικές πόλεις, τρομοκρατημένες από τον όγκο της Πέρσικης στρατιάς, έσπευσαν να προσφέρουν "γήν και ύδωρ", δηλαδή να δηλώσουν υποταγή.
Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ
Καθώς λοιπόν, οι Πέρσες κατέρχονταν προς τον Νότο, οι Έλληνες έστειλαν στρατό στα Τέμπη. Η τοποθεσία όμως κρίθηκε ακατάλληλη και επιλέχθηκε το Στενό των Θερμοπυλών, διότι, η μορφολογία του εδάφους ευνοούσε τους Έλληνες, οι οποίοι ήταν μόλις 7.000. Πριν τη μάχη ο Πέρσης Βασιλιάς Ξέρξης, ζήτησε από τον Σπαρτιάτη Βασιλιά Λεωνίδα να παραδώσουν οι Έλληνες τα όπλα και ο δεύτερος απάντησε εκείνο το περίφημο: "μολών λαβέ", δηλαδή έλα να τα πάρεις.
Στη συνέχεια οι Έλληνες απέκρουσαν με επιτυχία όλες τις Περσικές επιθέσεις. Όμως στο τέλος της δεύτερης ημέρας της μάχης, ένας άλλος Έλληνας, ο Εφιάλτης, οδήγησε τους Πέρσες στα νώτα των Ελλήνων από ένα ορεινό μονοπάτι.
Ο Λεωνίδας, Βασιλιάς της Σπάρτης και αρχιστράτηγος των Ελλήνων, πληροφορήθηκε έγκαιρα το γεγονός και ζήτησε από τους περισσότερους πολεμιστές να αποσυρθούν, προκειμένου να φανούν χρήσιμοι αλλού. Ο ίδιος με 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς, που δεν δέχθηκαν να αποχωρήσουν, αγωνίσθηκαν μέχρι το τέλος, κυκλωμένοι από τον εχθρό και μαχώμενοι με μαχαίρια, όσοι τυχόν είχαν ακόμη, με τα χέρια και τα στοματά τους ακόμη, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (Ιστορία Ζ.225).
Από τους 300 πολεμιστές του Λεωνίδα, ένας μόνο δείλιασε και έφυγε πριν από την μάχη, ο Αριστόδημος. Ξέπλυνε όμως την ντροπή αυτή, αφού σκοτώθηκε ηρωικά στην μάχη των Πλαταιών το καλοκαίρι του 479 π.Χ (Ηροδότου Ιστορία Θ. 71 ).
Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟΥ
Το 480 π.Χ στο Αρτεμίσιο που είναι ακρωτήριο στα Βορειοδυτικά της Ευβοιας, έγινε επίσης η ομώνυμη ναυμαχία η οποία αποτέλεσε και την πρώτη ναυτική επιχείρηση κατά των Περσών. Ο Ελληνικός στόλος, στον οποίο συμμετείχαν οι Μεγαρείς με 20 τριήρεις ως δεύτερη ναυτική δύναμη μετά την Αθήνα, που διέθετε 127 τριήρεις, είχε σταλεί εκεί για να εμποδίσει τον Περσικό στόλο να προχωρήσει νοτιότερα και να αποβιβάσει στρατεύματα στα νώτα των Ελλήνων που μάχονταν στις Θερμοπύλες. Όταν όμως ο Περσικός στόλος πέρασε τα στενά, η παρουσία του Ελληνικού στόλου δεν είχε πλέον νόημα εκεί. Εγκατέλειψε την αμφίρροπη σύγκρουση και έπλευσε προς την Σαλαμίνα.
Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ
Μετά την μάχη των Θερμοπυλών, οι Πέρσες κινήθηκαν προς την Αττική. Η Αθήνα τότε εκκενώθηκε και οι Πέρσες αφού εισέβαλαν στην έρημη πια πόλη, την λεηλάτησαν και την έκαψαν. Εν τω μεταξύ προέκυψε διαφωνία ανάμεσα στους Έλληνες για τη θέση του στόλου. Οι Πελοπονήσιοι ήθελαν να προστατέψουν τα παράλια της Πελοπονήσου, ενώ οι Αθηναίοι επέμεναν πως στο στενό της Σαλαμίνας υπήρχαν περισσότερες πιθανότητες για νίκη, εφόσον η στενότητα του χώρου δεν Θα επέτρεπε στους Πέρσες να εκμεταλλευθούν την αριθμητική τους υπεροχή.
Την θέση αυτή της Αθήνας την υποστήριξαν έντονα οι Μεγαρείς και οι Αιγινίτες, διότι ήθελαν τον στόλο κοντά στις πόλεις τους. Όμως τα ίδια τα πράγματα οδήγησαν προς αυτή την λύση καθώς ο Περσικός στόλος έκλεισε τον Ελληνικό - στον οποίο συμμετείχαν οι 20 τριήρεις των Μεγαρέων - μέσα στο στενό της Σαλαμίνας. Στην ναυμαχία που ακολούθησε (Σεπτέμβρης του 480 π.Χ) ο Περσικός στόλος διαλύθηκε,
H σημασία της ελληνικής νίκης στην Σαλαμίνα υπήρξε τεράστια, διότι συντέλεσε στο να απαλλαγεί οριστικά η Ελλάδα από τον Περσικό κίνδυνο.
Αξιοσημείωτο είναι και το σχόλιο του Εφόρου, Ιστορικού του 4ου π.Χ αιώνα, ο οποίος λέγει για τους Μεγαρείς, το ναυτικό τους και την σμμμετοχή τους στην ναυμαχία (Diodorus Siculus, Bibliotheca, xi. 18) "εθεωρούνται οι Μεγαρείς οι πλέον εξέχοντες από τις ναυτικές δυνάμεις μετά τους Αθηναίους και επιθυμούσαν να αποδείξουν ότι αξίζανε την Ελευθερία τους, διότι μόνον αυτοί απο απ'όλες τις άλλες Ελληνικές πόλεις δεν θα είχαν που να καταφύγουν, εάν οι Έλληνες δέχονταν μια ήττα στην Σαλαμίνα“. Έτσι λοιπόν, η εκστρατεία του Ξέρξη ουσιαστικά απέτυχε και ο Πέρσης Βασιλιάς αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ασία, αφήνοντας πίσω τον Μαρδόνιο με το πεζικό για να επιχειρήσει μια νέα προσπάθεια.
Ο ΠΕΡΣΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΡΙΔΑ
Η ναυμαχία της Σαλαμίνας έγινε το φθινόπωρο του 480 π.Χ. Ο Μαρδόνιος πέρασε τον χειμώνα του στη Θεσσαλία, και την Ανοιξη του 479 π.Χ. κάνει πρόταση συνεργασίας στους Αθηναίους, την οποία οι Αθηναίοι όχι μόνον απέρριψαν, αλλά και ζήτησαν από τους Σπαρτιάτες να στείλουν γρήγορα στρατό για να αντιμετωπίσουν τον Μαρδόνιο στην Βοιωτία, πριν αυτός κατέβει στην Αττική. Μετά την άρνηση των Αθηναίων, τα περσικά στρατεύματα μέσω της Βοιωτίας εισβάλλουν στην Αττική και στην Αθήνα, η οποία είχε εκκενωθεί. Ο Μαρδόνιος τότε για δεύτερη φορά προτείνει συνεργασία στους Αθηναίους. Εν τω μεταξύ, υπό την πίεση αυτής της καταστάσεως Αθηναίοι, Μεγαρείς και Πλαταιείς επισκέπτονται την Σπάρτη και ζητούν στρατιωτική βοήθεια για να συγκρουσθούν με τον εχθρό στο Θριάσιο Πεδιο. Τα στρατεύματα των Λακεδαιμονίων όρχισαν να εξέρχονται από την Σπάρτη και να κατευθύνονται προς την Αττική. Μόλις ο Μαρδόνιος πληροφορήθηκε την είδηση αυτή, εγκατέλειψε την Αττική και έκαψε την Αθήνα. Σκόπευε να επιστρέψει στην Θήβα, με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις. “ Οταν λοιπόν, βρισκόταν καθ'οδόν προς την Θήβα, ήρθε σ'αυτόν είδηση ότι χίλιοι Σπαρτιάτες έφτασαν στα Μέγαρα, ως εμπροσθοφυλακή. Οταν το πληροφορήθηκε αυτό σκέφθηκε οτι ίσως κατορθώσει να νικήσει πρώτα αυτούς. Για αυτό λοιπόν, επέστρεψε πίσω και οδηγούσε τα στρατευματά του προς τα Μέγαρα. Το δε ιππικό του προπορευόταν και διήλθε τη χώρα των Μεγάρων. Και τα Μέγαρα είναι το μακρύτερο μέρος της Ευρώπης προς την Δύση, στο οποίο έφτασε ο στρατός των Περσών" (Ηροδότου Ιστορία θ. 14)
Στην συνέχεια οι Πέρσες επέστρεψαν πάλι πίσω προς τη Βοιωτία διότι πληροφορήθηκαν ότι όλοι Λακεδαιμόνιοι είχαν ήδη συγκεντρωθεί στον Ισθμό.
Κατά τη διάρκεια αυτής της τακτικής και του στρατιωτικού ελιγμού του Μαρδόνιου, ουσιαστικά δεν θα εισέβαλε όλο το στράτευμα στην Μεγαρίδα, αλλά σίγουρα το ιππικό που προπορευόταν θα προξένησε καταστροφές στην Μεγαρική γή. Πάντως η επιδρομή αυτή ήταν πολύ σύντομη. Ο Παυσανίας, ιστορικός και περιηγητής του 2ου μ.Χ αιώνα, αναφέρει μια τοπική Μεγαρική Παράδοση για κάποιο Περσικό στράτευμα στην Μεγαρίδα (Παυσανίου Αττικά. 40. 2-3): “ Υπάρχει η φήμη ότι ένα στρατιωτικό σώμα του Μαρδόνιου, αφού επιτέθηκε κατά της Μεγαρίδος, Θέλησε κατόπιν να επιστρέψει στη Θήβα, κοντά στο Μαρδόνιο, αλλά κατ'επιθυμία της Άρτεμης το βρήκε η νύχτα και έχασαν τον δρόμο τους. Προχώρησαν προς τα ορεινά μέρη της περιοχής και ενώ εξέταζαν μήπως κοντά τους υπάρχει κάποιο εχθρικό στράτευμα για να του επιτεθούν, έριξαν βέλη σε κάποια κοντινή τους πέτρα και (από την αντήχηση) νόμισαν οτι αναστέναξε. Τότε άρχισαν να τοξεύουν με μεγαλύτερη προθυμία.
Στο τέλος διαπίστωσαν ότι τα βέλη τους εξαντλήθηκαν με το να τοξεύουν τους υποτιθέμενους εχθρούς. Όταν όμως ξημέρωσε, και τους επιτέθηκαν οι Μεγαρείς, πολεμώντας οπλισμένοι στρατιώτες με άοπλους, φόνευσαν τους περισσότερους απ'αυτούς."
Την τοποθεσία στην οποία βρίσκεται αυτή η πέτρα μας την προσδιοριζει ο Παυσανίας (Παυσανίου Αττικά. 44.4). " Η ορεινή περιοχή της Μεγαρίδος στην οποία υπάρχει η πόλη Παγαί (σημερινό Αλεποχώρι) των Μεγαρέων, είναι γειτονική με την Βοιωτία. Κατευθυνόμενοι προς τα κει, εάν λίγο ξεφύγουμε από το δρόμο, φαίνεται μια πέτρα , η οποία σ' όλη την επιφανειά της έχει ίχνη από βέλη τα οποία κάποια νύχτα οι Πέρσες εκτόξευσαν σε αυτήν".
Ίσως πρόκειται για κάποιο θρύλο που
καλλιεργήθηκε στα Μέγαρα. Πάντως το σίγουρο είναι ότι οι Μεγαρείς Θα επέφεραν κάποια χτυπήματα στο Περσικό ιππικό που υποχωρούσε προς τη Βοιωτία.
Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΠΛΑΤΑΙΩΝ
Έτσι λοιπόν, σιγά-Σιγά οι Ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να συγκεντρώνονται. Όλοι οι Πελοπονήσιοι είχαν ως σημείο αναφοράς τον Ισθμό και από κει έφτασαν στην Ελευσίνα. Στην Ελευσίνα ενώθηκαν όλες οι δυνάμεις του Ελληνικού στρατού, και κατευθύνθηκαν προς την Βοιωτία. Οι Πέρσες είχαν στρατοπεδεύσει στον Ασωπό ποταμό και οι Έλληνες αντιστρατοπέδευσαν στους πρόποδες του Κιθαιρώνα. Τότε Μαρδόνιος στέλνει εναντίον τους όλο το ιππικό του, το οποίο διαιρέθηκε σε ίλες και προξενούσε μεγάλη φθορά στους Έλληνες.
οι Μεγαρείς που αποτελούσαν ένα στρατιωτικό σώμα 3.000 οπλιτών, βρίσκονταν στο πιο ευαίσθητο σημείο, διότι εκεί ορμούσε περισσότερο το ιππικό των Περσών. Έτσι αφόρητα πιεσμένοι καθώς ήταν έστειλαν στους Έλληνες στρατηγούς το εξής μήνυμα με κάποιο κύρηκα: " Οι Μεγαρείς λέγουν: εμείς, σύμμαχοι, δεν μπορούμε μόνοι μας να αποκρούσουμε το ιππικό των Περσών, έχοντας αυτή τη θέση, στην οποία βρεθήκαμε από την αρχή. Αλλά μέχρι τώρα αντέχουμε λόγω της ανδρείας και της υπομονής μας, παρόλο που έχουμε πιεσθεί πάρα πολύ. Τώρα, αν δεν στείλετε κάποιους άλλους να μας διαδεχθούν στην θέση μας, να ξέρετε ότι εμείς θα την εγκαταλείψουμε " (Ηροδότου Ιστορία θ. 21 )
Κανείς όμως από τους Έλληνες δεν ήθελε να αντικαταστήσει τους Μεγαρείς. Τελικά δέχθηκαν μόνον οι Αθηναίοι οι οποίοι είχαν μαζί τους, τους τρακόσιους εκλεκτούς. Επρόκειτο για το μοναδικό επίλεκτο στρατιωτικό σώμα των τοξοτών που διέθεταν οι Έλληνες και ήταν και το μόνο ικανό να αντιμετωπίσει το Περσικό ιππικό.
Ο Ηρόδοτος θεωρεί συμπτωματική την τοποθέτηση των Μεγαρέων σ'αυτήν την τόσο εκτεθειμένη θέση, αλλά ίσως υπήρχε και μια διάθεση από πλευράς του εχθρού να εκδικηθεί την σφαγή των Περσών ιππέων από τους Μεγαρείς, την οποία μας αναφέρει ο Παυσανίας (Αττικά 40.2-3). Όταν λοιπόν, κατέλαβαν οι Αθηναίοι την θέση των Μεγαρέων , οι επιθέσεις των Περσών συνεχίσθηκαν με μεγαλύτερη σφοδρότητα, ώσπου φονεύθηκε ο αρχηγός του Περσικού ιππικού, Μασίστιος, χτυπηθείς με βέλη στο ένα μάτι. Οι Έλληνες τότε πήραν θάρρος και υπερίσχυσαν στις επόμενες συγκρούσεις.
Μετά την ευνοϊκή αυτή εξέλιξη οι Έλληνες αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τους πρόποδες του Κιθαιρώνα και να στρατοπεδεύσουν στις Πλαταιές. Αφού έφθασαν, παρατάχθηκαν σε θέση μάχης. Στην δεξιά παράταξη ήταν οι Λακεδαιμόνιοι, στην συνέχεια οι άλλες στρατιωτικές δυνάμεις των Ελλήνων και στην αριστερή οι Αθηναίοι έχοντας δίπλα τους 600 Πλαταιείς και 3 .ΟΟΟ Μεγαρείς.
Αφού παρατάχθηκαν οι Έλληνες στρατοπέδευσαν στις όχθες του ποταμού Ασωπού. Τότε ο Μαρδόνιος παρέταξε και αυτός το στρατό του. Απέναντι στους Σπαρτιάτες είχε παρατάξει τους γεναιότερους από τους Πέρσες και απέναντι από τους Αθηναίους, Πλαταιείς και Μεγαρείς, είχε παρατάξει τους Βοιώτους, Λοκρούς, Μαλιείς, Θεσσαλούς και χίλιους Φωκιείς που είχαν συμμαχήσει με τους Πέρσες.
Και οι δυο αντίπαλοι επί οκτώ μέρες δεν έπαιρναν πρωτοβουλία για να αρχίσει η μάχη. Ο χρόνος μετρούσε υπέρ των Ελλήνων διότι αυξανε συνεχώς ο αριθμός τους. Τότε εμφανίστηκε ένας τρίτος Έλληνας, ο Θηβαίος Τιμηγενίδης, και συμβούλευσε το Μαρδόνιο να φυλάξει το στενό πέρασμα του Κιθαιρώνα από το οποίο συνεχώς συρρέανε Έλληνες για να λάβουν μέρος στη μάχη. Την δωδεκάτη ημέρα ο Μαρδόνιος αποφασιζει να συγκρουσθεί με τους Έλληνες και εξαπολύει κατ'αρχάς το ιππικό του εναντίον τους. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποκλεισθεί ο Ελληνικός στρατός από νερό και τρόφιμα. Για να αντιμετωπιστεί άμμεσα η κατάσταση οι Έλληνες στρατηγοί αποφάσισαν μια τακτική υποχώρηση προς τους πρόποδες του Κιθαιρώνα, προκειμένου να έχουν νερό και να προφυλαχθούν από τους ιππείς. Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι συμμαχικές Ελληνικές δυνάμεις να αποχωρήσουν και να κατευθυνθούν όχι στον τόπο που συμφωνήσανε, αλλά στο Ηραίον που βρισκόταν μπροστά στην πόλη των Πλαταιών. Τελευταίοι θα αποσύρονταν οι Λακεδαιμονίοι οι Τεγεάτες και οι Αθηναίοι. οι οποίοι αγνοούσαν την κίνηση αυτή των συμμαχικών δυνάμεων. Έτσι, Τεγεάτες και Λακεδαιμόνιοι κατευθύνθηκαν στις πλαγιές και τους πρόποδες του Κιθαιρώνα και οι Αθηναίοι κάτω στην πεδιάδα. Οι Πέρσες αντιλήφθηκαν την τελευταία κίνηση των Λακεδαιμονίων και πιστεύοντας οτί υποχωρούσαν κατηύθηναν εναντίον των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών ολόκληρο τον Περσικό στρατό.
Ο Παυσανίας, ο Σπαρτιάτης Βασιλιάς, πίστεψε ότι προδόθηκε από τις συμμαχικές ελληνικές δυνάμεις, και ζήτησε βοήθεια από τους Αθηναίους στέλνοντας το εξής μήνυμα (Ηροδότου Ιστορία θ. 60). “ επίκειται πολύ μεγάλος αγώνας ή να παραμείνει η Ελλάδα ελεύθερη ή να υποδουλωθεί ". Οι Αθηναίοι έσπευσαν σε βοήθεια αλλά καθ'οδόν συνεπλάκησαν μ'αυτους από τους Έλληνες οι οποίοι είχαν συμμαχήσει με τους Πέρσες. Έτσι , απ'όλο τον Ελληνικό στρατό έμειναν μόνοι οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάτες να αντιμετωπίσουν τον Περσικό στρατό, και υπέσθησαν τρομερή φθορά όσο ζούσε ο Μαρδόνιος. Όταν όμως σκοτώθηκε, οι Πέρσες έστρεψαν τα νώτα και έτσι έδωσαν την νίκη στους Έλληνες.
Κατά την διάρκεια της φυγής των Περσών, μεταδόθηκε η είδηση και στις άλλες συμμαχικές δυνάμεις που δεν είχαν πάρει μέρος στη μάχη. Παρατάχθηκαν χωρίς τάξη και αναχώρησαν οι Κορίνθιοι μέσω του βουνού, ενώ οι Μεγαρείς και οι Φλειάσιοι μέσω της πεδιάδας.
Καθώς πλησίαζαν οι Μεγαρείς και οι Φλειάσιοι τους Πέρσες, προχωρώντας με ορμή, αλλά χωρίς καμία τάξη, τους επιτέθηκε το ιππικο των Θηβαίων και σκότωσαν 600 στρατιώτες, μη επιτρεποντάς τους έτσι να καταδιώξουν τον Περσικό στρατό που είχε τραπεί σε φυγή..
Μετά τη μάχη, κάθε πόλη που έχασε σημαντικό αριθμό στρατιωτών, άνοιξε ομαδικό τάφο και έθαψε τους νεκρούς της. Οι Μεγαρείς και οι Φλειάσιοι έθαψαν τους νεκρούς τους, σε κοινό τάφο. Για την νίκη τους αυτή, οι Έλληνες που πολέμησαν στις Πλαταιές αφιέρωσαν χρυσό τρίποδα στο μαντείο των Δελφών (Ηροδότου Ιστορία .81) και άγαλμα του Δία (Παυσανία Ηλειακά 23). Στο δεξιό μέρος του βάθρου του αγάλματος του Δία έχουν γραφθεί τα ονόματα των πόλεων που έλαβαν μέρος στη μάχη και ήταν συνολικά 33. Τα Μέγαρα αναφέρονται έκτα στην σείρα.
Η νίκη των Ελλήνων λοιπόν, στις Πλαταιές ήταν συντριπτική. Ο Περσικός στρατός κυριολεκτικά εξοντώθηκε. Στην συνέχεια οι Έλληνες τιμώρησαν τους Θηβαίους που είχαν συμμαχήσει με τους Πέρσες και διέλυσαν την Βοιωτική ομοσπονδία.
Πηγή: Χ. Στρατούρη, ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)