Παρασκευή, Νοεμβρίου 22, 2024

ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟ ΤΗΓΑΝΟΨΩΜΟ

Εκδικήθηκε δυο οικογένειες για το προξενιό της κόρης της. Επτά έφαγαν, οι τρεις πέθαναν και οι τέσσερις επέζησαν αλλά τράβηξαν για καιρό του λιναριού τα πάθη.

Έχει μείνει στα αστυνομικά χρονικά της χώρας ως «η υπόθεση με το τηγανόψωμο στο Περιστέρι». Οι αστυνομικοί ρεπόρτερ ασχοληθήκαμε για καιρό, για χρόνια θα έλεγα, με αυτή την υπόθεση που είχε εξελιχθεί σε πραγματικό θρίλερ και παρουσίαζε εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ακολουθεί μια συνοπτική έκθεση των δραματικών γεγονότων.

Μια γυναίκα ηλικίας σαράντα πέντε χρόνων είχε χαλάσει τις σχέσεις της με δύο οικογένειες στη γειτονιά της στο Περιστέρι, επειδή, όπως είχε υποστηριχθεί τότε, δεν ήθελαν για νύφη τη μία από τις δύο κόρες της. Το σατανικό μυαλό της σκέφθηκε μια φοβερή, θανατηφόρα εκδίκηση: αφού ανακάτεψε καλά μεγάλη ποσότητα δηλητηρίου με αλεύρι και το ζύμωσε, στη συνέχεια έδωσε στη μια οικογένεια το μισό ζυμάρι και στην άλλη το άλλο μισό, λέγοντας στις γειτόνισσές της πως βιαζόταν να προλάβει ανοιχτά τα μαγαζιά, κι έτσι δεν μπορούσε να τους φτιάξει η ίδια τηγανόψωμα, όπως είχε σκοπό. Ανυποψίαστες, οι γειτόνισσες πήραν το δηλητηριασμένο ζυμάρι κι έφτιαξαν η μία τηγανόψωμο και η άλλη ωραία μικρά κουλούρια - μόλις άρχισαν να τα τρώνε, άρχισαν και τα μαρτύρια. Το ένα μετά το άλλο τα μέλη των δύο οικογενειών αισθάνθηκαν ρίγη, φρικτούς πόνους στο στομάχι, ναυτία και πολλά άλλα, και στη συνέχεια διακομίστηκαν επειγόντως σε διάφορα νοσοκομεία. Οι γιατροί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να σώσουν τους ασθενείς, και σε μερικές περιπτώσεις το κατάφεραν - υπήρξαν όμως κι άλλοι, που τελικά δεν άντεξαν και υπέκυψαν. Συγκεκριμένα, από τους επτά διακομισθέντες, κατέληξαν οι τρεις, σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις επέζησαν, τραβώντας ωστόσο για καιρό μεγάλα βάσανα.


Δράστιδα ήταν:

Η Μαρία Σ. του Σταύρου, σαράντα πέντε χρόνων τότε, νοικοκυρά, γεννημένη στο χωριό Μελάνθιο της Καστοριάς, η οποία κατοικούσε στο Περιστέρι. Ήταν παντρεμένη και μητέρα δύο κοριτσιών. ενώ o σύζυγός της ήταν ταξιτζής, με ιδιόκτητο ταξί.


Νεκροί ήταν οι:

Ειρήνη σύζυγος Νικολάου Κ.,σαράντα έξι χρόνων, νοικοκυρά.

Αντώνης K., είκοσι τεσσάρων χρόνων, γιος της Ειρήνης.

Θόδωρος Μ., εξήντα χρόνων, συνταξιούχος.

Επιζήσαντες, αν και είδαν τον χάρο με τα μάτια τους, ήταν οι:

Ελένη Μ. , πενήντα έξι χρόνων, σύζυγος του Θόδωρου.

Κωνσταντίνος Μ.,τριάντα τριών χρόνων. γιος τους, Σουλτάν Μ., είκοσι πέντε χρόνων.

Ραχμάν Μ. , τριάντα χρόνων, αδέλφια από το Καζακστάν.

Το τραγικό περιστατικό συνέβη το μεσημέρι του Σαββάτου, 18 Ιανουαρίου 1992, στο Περιστέρι.

Μετά τον χαμό που προκλήθηκε, η δράστιδα συνελήφθη από την Ασφάλεια Αττικής και κατά την προανάκριση ισχυρίστηκε ότι δεν είχε βάλει η ίδια το παραθείο στο ζυμάρι που είχε δώσει στις γειτόνισσες, αλλά κάποιος άλλος. Παραπέμφθηκε σε δίκη με βαρύτατες κατηγορίες και στο πρώτο δικαστήριο. κατά την απολογία της, έλεγε και ξανάλεγε πως ήταν αθώα. υποστηρίζοντας ότι οι γειτόνισσες της είχαν ζητήσει το ζυμάρι επειδή, όπως της έλεγαν, έφτιαχνε ωραία τηγανόψωμα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ποτέ δεν της είχε περάσει από το μυαλό να αποκαταστήσει τις κόρες της με προξενιό, καθώς εκείνες δεν ήταν για παντρειά, ήταν μικρές ακόμα. Όπως ανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υποψιαζόταν για την εγκληματική ενέργεια τρία πρόσωπα, δύο γυναίκες κι έναν άντρα, τους οποίους μάλιστα κατονόμασε. Τελικά, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας έκρινε ένοχη, όπως είχε κριθεί και στην πρώτη δίκη, τη Μαρία χωρίς κανένα ελαφρυντικό. απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της και καταδικάζοντάς τη σε τρεις φορές ισόβια κάθειρξη για τις τρεις ανθρωποκτονίες, και συνολικά σε πρόσκαιρη κάθειρξη 25 ετών για τις τέσσερις απόπειρες ανθρωποκτονίας.

Πριν κλείσω αυτό το κεφάλαιο, αξίζει να αναφερθώ σε ένα σχετικό περιστατικό. Δύο περίπου μήνες πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, είχα βρεθεί στο Αγρίνιο και είχα λάβει μέρος σε διημερίδα που είχαν συνδιοργανώσει η Εισαγγελία Αγρινίου, το Κέντρο Πρόληψης «ΟΔΥΣΣΕΑΣ»—ΟΚΑΝΑ, η Διεύθυνση Αστυνομίας Ακαρνανίας και η Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Αγρινίου, με θέμα «Η βία στην καθημερινότητά μας». Βρέθηκα στο ίδιο πάνελ ομιλητών με έναν εν ενεργεία αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, o οποίος, μετά την εκδήλωση, μου είπε πως είχε πάει στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού για τους σχετικούς ελέγχους που διενεργούν οι εισαγγελικές υπηρεσίες - εκεί τον κέρασαν καφέ και διαπίστωσε πως τους καφέδες έφτιαχνε και σέρβιρε η Μαρία Σ.: αυτή ήταν η καφετζού. Αφού ήπιαν τους καφέδες. άρχισαν να αστειεύονται και να συζητούν για το δηλητηριασμένο τηγανόψωμο, ενώ κάποια από τις γυναίκες υπευθύνους του σωφρονιστικού καταστήματος τους διαβεβαίωσε πως δεν κινδύνευαν γιατί μέσα στη φυλακή δεν υπήρχαν δηλητήρια. Για τη Μαρία, μάλιστα, του είπαν πως δεν είχε δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα κατά την κράτησή της.


Πάνος Σόμπολος: ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (ΕΚΔ. ΠΑΤΑΚΗ)

Δείτε επίσης:

ΝΙΚΟΣ ΚΟΕΜΤΖΗΣ. Έσφαξε τρεις ανθρώπους και τραυμάτισε άλλους επτά για μια παραγγελιά στην πίστα

Η πολύκροτη δίκη για το έγκλημα στου Χαροκόπου

Κυριακή, Νοεμβρίου 10, 2024

ΚΥΝΙΣΚΑ

Το όνομα της Κυνίσκας ηχεί παιδικό παρωνύμιο, καθώς σημαίνει μικρά σκύλα. Ένας πρόγονός της είχε το αντίστοιχο αρσενικό παρωνύμιο, Κυνίσκος. Είναι πολύ πιθανό το παρωνύμιο αυτό να σχετίζεται με ένα συγκεκριμένο είδος λαγωνικών που εκτρέφονταν στη Σπάρτη. Τα θηλυκά κυνηγόσκυλα αυτού του ειδους φημίζοντον για την ικανότητά τους να εντοπίζουν μέσω της όσφρησής τους τα θηράματα, και κυρίως τους αγριόχοιρους. Αν, όπως είναι το πιθανότερο, η Κυνίσκα ήταν πράγματι αδελφή του Αγησίλαου και κόρη του Αρχίδαμου και της Ευπωλείας, τότε θα πρέπει να γεννήθηκε το 440 π.Χ. περίπου. Θα πρέπει επομένως να ήταν σαράντα ετών όταν έγινε η πρώτη γυναίκα που κέρδισε στους Ολυμπιακούς αγώνες, έναν άθλο τον οποίο επανέλαβε στην αμέσως επόμενη Ολυμπιάδα του 392 π.Χ.

H Κυνίσκα δεν ήταν λοιπόν μια απλή Σπαρτιάτισσα αλλά μια πριγκίπισσα. Όπως έχουμε ηδη αναφέρει, η σύναψη ενός γάμου στη Σπάρτη μπορούσε να είναι, ακόμα και υπό κανονικές συνθήκες, μια αρκετά περίπλοκη υπόθεση. Στην περίπτωση των μελών των δύο βασιλικών οίκων, η σύναψη ενός γάμου ήταν πάντα ένα πολύπλοκο ζήτημα, καθώς έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη οικονομικές και πολιτικές παράμετροι. O μαθητής του Αριστοτέλη Θεόφραστος αναφέρει - και o Πλούταρχος παραθέτει το σχετικό χωρίο - ότι οι έφοροι ήθελαν να τιμωρήσουν τον Αρχίδαμο επειδή είχε παντρευτεί μια πολύ βραχύσωμη γυναίκα. Φαίνεται ότι οι Σπαρτιάτισσες ήταν ασυνήθιστα ψηλές σε σχέση με τις υπόλοιπες Ελληνίδες, ίσως επειδή η διατροφή τους ήταν σχετικά καλή. Είναι λοιπόν πιθανό ότι η Ευπωλεία, η δεύτερη σύζυγος του Αρχίδαμου, είχε άλλα θέλγητρα χάρη στα οποία προσέλκυσε το ενδιαφέρον του.

Η σχετική ισότητα που υπήρχε στη Σπάρτη ανάμεσα στους ενήλικες άντρες και γυναίκες προετοιμαζόταν και ενισχυόταν με ένα σύστημα σωματικής άσκησης των κοριτσιών, που ήταν ανάλογο με το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης των αγοριών. Σύμφωνα μάλιστα με μερικές ενδείξεις, υπήρχε και για τα κορίτσια ένα σύστημα διαπαιδαγώγησης μέσω παιδεραστικών σχέσεων, αντίστοιχο με εκείνο που αποτελούσε ένα συστατικό στοιχείο της εκπαίδευσης των αγοριών όταν έφταναν στην εφηβεία. H Κυνίσκα είχε πιθανότατα γαλουχηθεί με βάση αιπό το σύστημα, όπως ακριβώς o αδελφός της Αγησίλαος είχε ανατραφεί στα πλαίσια του συστήματος της αγωγής. Μερικά ορειχάλκινα ειδώλια. που έχουν κατασκευαστεί οτη Σπάρτη και αναπαριστούν κορίτσια στην εφηβική ηλικία ή νεαρές γυναίκες να αθλούνται, καταδεικνύουν τη σημασία αυτού του μοναδικού σε όλη την Ελλάδα κοινωνικού φαινομένου. Ωστόσο, η σωματική άοκηοη των γυναικών προκαλούσε μάλλον την καταπληξη παρά το θαυμασμό των υπόλοιπων Ελλήνων, που αποκαλούσαν προσβλητικά τις Σπαρτιάτιοσες «φαινομηρίδες», επειδή φορούσαν αποκαλυπτικούς κοντούς χιτώνες, και θεωρούσαν ότι όλες οι γυναίκες και τα κορίτσια της Σπάρτης ήταν πόρνες.

Σκοπός του συστήματος της αγωγής ήταν να προετοιμάσει τους εφήβους ώστε να γίνουν πολίτες-πολεμιστές, οι οποίοι θα ήταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να πολεμήσουν όχι μόνο εναντίον των εξωτερικών εχθρών της Σπάρτης, αλλά και εναντίον του εσωτερικού εχθρού (των ειλώτων). Ωστόσο, η ζωή ενός Σπαρτιάτη πολίτη δεν ήταν μόνο ο πόλεμος ή η εξάσκηση για τον πόλεμο. Η θρησκεία είχε τεράστια σημασία για τους Σπαρτιάτες και ο χορός ήταν ένας χρήσιμος τρόπος για γα τιμώνται οι θεοί αλλά και για να ενισχύεται η κοινή ρυθμική κίνηση και η συνοχή, που ήταν αναγκαίες στις εκ παρατάξεως μάχες ανάμεσα στις οπλιτικές φάλαγγες. Όσο για τα κορίτσια, δε χόρευαν μόνο οτις θρησκευτικές γιορτές που τελούνταν στη Σπάρτη. και σε αυτές που διοργανώνονταν σε κοντινές πόλεις. Για παράδειγμα, στη διάρκεια των Υακινθίων, τα οποία τελούνταν προς τιμήν του Απόλλωνα στις Αμύκλες, που βρίσκονταν μερικά χιλιόμετρα νότια της Σπάρτης, κορίτσια και γυναίκες από τη Σπάρτη πήγαιναν εκεί με άμαξες. Ο Ξενοφώντας αναφέρει σε ένα απόσπασμα της βιογραφίας του Αγησίλαου ότι ακόμα και οι κόρες του βασιλιά ταξίδευαν με μια κοινή δημόσια άμαξα όπως και τα υπόλοιπα κοράσια. Εύλογα λοιπόν μπορούμε να εικάσουμε ότι και ο Αγησίλαος δεν επέτρεπε να τυγχάνει ιδιαίτερης μεταχείρισης η Κυνίσκα.

Μια άλλη μορφή θρησκευτικής γιορτής που προσέλκυε το ενδιαφέρον των Σπαρτιατών εξαιτίας του ανταγωνιστικού και πολεμικού πνεύματός τους ήταν οι αθλητικοί αγώνες. Οι πρώτοι πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες που θεσπίστηκαν ήταν οι Ολυμπιακοί αγώνες, οι οποίοι σύμφωνα με την παράδοση διοργανώθηκαν για πρώτη φορά το 776 π.Χ. O όρος "αγώνες" είναι μάλλον μεγαλεπήβολος για την πρώιμη φάση των Ολυμπιακών αγώνων, καθώς αρχικά περιλάμβαναν ένα μόνο αγώνισμα, το οποίο αντιστοιχεί με το σημερινό αγώνα δρόμου των διακοσίων μέτρων. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, προστέθηκαν και αγωνίσματα, ενώ οι διαγωνιζόμενοι χωρίστηκαν οε δυο κατηγορίες: στους άντρες και στους εφήβους. Έτσι, όταν το 472 π.X. τη γενική επίβλεψη των αγώνων ανέλαβε η πόλη της Ήλιδας, οι αγώνες διαρκούσαν πλέον πέντε ημέρες.

O ανταγωνισμός για τη νίκη στους Ολυμπιακούς ήταν πολύ έντονος, όμως το έπαθλο ήταν πάντα ένα καθαρά συμβολικό στεφάνι ελιάς. Η νίκη στους Ολυμπιακούς αγώνες θεωρούνταν αυτή καθαυτή ως επαρκής ανταμοιβή, καθώς απέφερε το πιο πολύτιμο αντάλλαγμα, την αιώνια φήμη. Οι Έλληνες δεν παρέβλεπαν την αρχική θρησκευτική διάσταση των αγώνων. Έτσι, το κεντρικό συμβάν της γιορτής ήταν μια κοινή πομπή όλων όσων συμμετείχαν και η τέλεση θυσιών προς τιμήν του Δία, του σπουδαιότερου από τους θεούς του Ολύμπου. Ωστόσο, τα αγωνίσματα δε διεξάγονταν πάντα μέσα σε θρησκευτική ατμόσφαιρα ευσέβειας. Πράγματι, το πνεύμα του ανταγωνισμού ήταν τόσο έντονο, ώστε οι αγώνες έμοιαζαν με παραστρατιωτικά γυμνάσια. Ένας από τους λόγους ήταν ότι ο αθλητισμός, όπως και πολλές άλλες θεμελιώδεις πτυχές της ελληνικής κουλτούρας, θεωρούνταν αποκλειστικά αντρική δραστηριότητα. Τόσο ανδροκρατούμενοι ήταν οι Ολυμπιακοί αγώνες, ώστε δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες (με εξαίρεση ίσως τις ιέρειες) ούτε καν να παρακολουθούν τους άντρες να διαγωνίζονται.

Ωστόσο, εκτός από τα αγωνίσματα του στίβου και τα αθλήματα που περιλαμβάνουν σωματική επαφή (πάλη, πυγμαχία), τα οποία διεξάγονταν μέσα ή κοντά στο κύριο στάδιο της Ολυμπίας, διεξάγονταν επίσης ιππικοί αγώνες οε έναν ξεχωριστό ιππόδρομο. Μόνο σε αυτά τα αγωνίσματα μπορούσαν να συμμετάσχουν οι γυναίκες - αν και μέσω άλλον: όχι δηλαδή ως αναβάτες ή ηνίοχοι (που ήταν πάντα άντρες ή έφηβοι), αλλά ως ιδιοκτήτριες των αρμάτων και των αλόγων. Tο 396 π.Χ. Η Κυνίσκα συμμετείχε στο αγώνισμα του τεθρίππου και κέρδισε, κάτι που επανέλαβε και το 392 π.Χ.

Διαθέτουμε αρκετές ηληροφορίες γι' αυτές τις δύο διαδοχικές νίκες της, επειδή προσέλκυσαν την προσοχή και τροφοδότησαν τη φαντασία του περιηγητή Παυσανία, ενός Έλληνα από τη Μικρά Ασία ο οποίος επισκέφτηκε την Ολυμπία στα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα. Τότε, αλλά και σήμερα, μπορεί κάποιος νο διαβάσει το ακόλουθο επίγραμμα στη βάση του μνημείου που ανέγειρε η Κυνίσκα:

Της Σπάρτης πατεράδες μου κι αδέρφια βασιλιάδες και μ' άρμα ίππων γοργοπόδαρων νικώντας η Κυνίσκα αυτό δα αφιέρωσα άγαλμα. Κι απ' τις γυναίκες μόνη εγώ λέγω όλης της Ελλάδας τούτο το στεφάνι.

H χρησιμοποίηση του πρώτου προσώπου δείχνει ότι η Κυνίσκα δεν είχε ενδοιασμούς να αυτοπροβληθεί. Ωστόσο, διαθέτουμε μια ακόμα πηγή για τπν Κυνίσκα, τη βιογραφία του αδελφού της από τον Ξενοφώντα, την οποία αναμφίβολα είχε εγκρίνει o Αγησίλαος και ήταν ένα προπαγανδιστικό έργο που θα δημοσιευόταν μετά το θάνατό του (το 359 π.Χ). Σε αυτό το έργο πληροφορούμαστε ότι η ιδέα να αναθρέψει άλογα και να συμμετάσχει με αυτά στους Ολυμπιακούς αγώνες δεν ήταν της Κυνίσκας αλλά του Αγησίλαου, ο οποίος ήθελε να αποδείξει ότι οι νίκες που επιτυγχάνονταν με αυτό τον τρόπο οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στον πλούτο, σε αντίθεση με τις νίκες σε άλλα αγωνίσματα και πεδία (και προπάντων στο πεδίο της μάχης), όπου ο καθοριστικός παράγοντας ήταν η αντρική αρετή. Ποιος άντρας, εξυπακούεται, θα ήθελε να κερδίσει ένα έπαθλο που μπορούσε να το κερδίσει και μια γυναίκα;

Παρόλο που είναι ευνόητο ότι ο Αγησίλαος και ο εγκωμιαστής του ήθελαν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι η Κυνίσκα έκανε αυτό που ήθελε χωρίς να της έχει δοθεί επίσημη έγκριση, οφείλουμε να εξετάσουμε για ποιους λόγους ο Αγησιλαος ήθελε να μειώσει με αυτό τον τρόπο το πρωτοποριακό επίτευγμα της αδελφής του και την πανελλήνια δόξα που το συνόδευε. Πιθανότατα, επενέργηοαν πολλοί παράγοντες και κίνητρα. Σε ένα πρώτο επίπεδο, ίσως ο Αγησίλαος να επιδίωκε να αναζωπυρώσει την προσήλωση της σπαρτιατικής κοινωνίας στο συλλογικό πολεμικό ήθος, η οποία είχε ενδεχομένως εξασθενήσει εξαιτίας της δελεαστικής ατομικής δόξας που μπορουσε να αποκτήσει κάποιος απο μια νίκη στα πολυδάπανα ολυμπιακά αγωνίσματα. οι επιτυχίες των Σπαρτιατών στους αγώνες αρμάτων που γίνονταν στους Ολυμπιακούς αγώνες και σε άλλους πανελλήνιους αγώνες τον 5ο π.X. αιώνα ήταν όντως αξιοσημείωτοι και o Ξενοφώντας αναφέρει ότι o Αγησίλαος είχε επισημάνει ότι, ενώ η Κυνίοκα εξέτρεφε άλογα ιπποδρομιών, ο ίδιος εξέτρεφε πολεμικά άλογα. Σε ένα άλλο επίπεδο, ίσως ο Αγησίλαος να επιδίωκε να μειώσει την Κυνίσκα επειδή άταν γυναίκα, καθώς ο Αριστοτέλης θα έγραφε αργότερα γι' αυτά την περίοδο της σπαρτιατικής ιστορίας ότι "οι γυναίκες είχαν μεγάλη ελευθερία". Αν αυτή η εξήγηση είναι όντως βάσιμη, τότε δεν είναι σύμπτωση ότι μερικά χρόνια αργότερα o Αγησίλαος θεώρησε αναγκαίο να διατάξει την εκτέλεση δύο Σπαρτιατισσών αριστοκρατικής καταγωγής, της μητέρας και της θείας ενός αξιωματικού που έπεσε σε δυσμένεια.

Πάντως η Κυνίσκα δικαιώθηκε τελικά. Μετά το θάνατό της, ως συμπλήρωμα στο μνημείο της στην Ολυμπία προστέθηκε και ένα ηρώο το οποίο ανεγέρθηκε προς τιμήν της στη Σπάρτη και στο οποίο πραγματοποιούνταν θρησκευτικές τελετές. Είναι αλήθεια ότι μετά το θάνατό τους παρόμοιες τιμές αποδίδονταν οε όλους τους βασιλιάδες της Σπάρτης, η Κυνίσκα όμως είναι η μοναδική Σπαρτιάτισσα που σύμφωνα με τις γραπτές μαρτυρίες τιμήθηκε με αυτό τον τόσο αξιοζήλευτο τρόπο.


Πηγή: Πολ Κάρτλεντζ, ΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ, εκδ. Λιβάνη

Δείτε επίσης:

Λυκούργος

Γοργώ

Σάββατο, Νοεμβρίου 09, 2024

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΣΜΟΣ

Η Σίτσα Καραϊσκάκη 
Στη δεκαετία του 1930 παρουσιάστηκε και στη χώρα μας το φαινόμενο ενός εκδοτικού οργασμού, σε ό,τι αφορά το θέμα που εξετάζει αυτό το βιβλίο. Εκατοντάδες είναι οι εκδόσεις βιβλίων, που πραγματοποιήθηκαν στα χρόνια εκείνα και που παρουσίαζαν και ανέπτυσσαν την εικόνα ή τις αρχές του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού. Πολλές από τις εκδόσεις αυτές ήταν μεμονωμένες, αλλά αρκετές άλλες ήταν εντεταγμένες στην προπαγανδιστική μηχανή της Γερμανίας και της Ιταλίας.

Από τους εκδοτικούς οίκους, που ασχολήθηκαν συστηματικά με μια τέτοια προσπάθεια παραγωγής βιβλίων, οπωσδήποτε την πιο σημαντική θέση κατέχει η «Νέα Γενεά». Στο λογότυπό της είχε ως έμβλημα ένα διπλό μινωικό πέλεκυ και ιδρύθηκε το 1933. Είναι δύσκολο να διακριβωθεί αν είχε απ' ευθείας από τη Γερμανία χρηματοδότηση, αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται απίθανο, καθώς αυτός ο εκδοτικός οίκος ήταν συνδεδεμένος με την ημερήσια εφημερίδα της ΟΕΚΚ Κράτος, που ήταν εξώφθαλμα γερμανόφιλη.

Επί κεφαλής του εκδοτικού οίκου αυτού, ήταν η νεαρή τότε διδάκτορας της φιλοσοφίας Σίτσα Καραϊσκάκη, o Κύπριος δημοσιογράφος Κυριάκος Καραμάνος και ο Ευάγγελος Κυριάκης. Το πρώτο βιβλίο που κυκλοφόρησε ήταν του Γιόζεφ Γκαίμπελς "Από το Κάιζερχοφ εις την Καγκελαρίαν του Ράιχ" και ακολούθησε μια σειρά βιβλίων, που είχε μεταφράσει και διασκευάσει η Σ. Καραϊσκάκη: "Πνευματικό και ψυχικό δηλητήριο", "Ο πόλεμος εναντίον των αθέων", "Ιδεαλισμός και υλισμός", "Εβραίοι και κομμουνισμός" κ.ά.

Η Σίτσα Καραϊσκάκη, που θα την συναντήσουμε και σε επόμενες σελίδες αναφορικά με την κατοχική της δραστηριότητα, είχε σπουδάσει στη Γερμανία και εκεί είχε την ευκαιρία να συνδεθεί με κύκλους Ρώσων προσφύγων και φυσικά με την πολιτικά ανερχόμενη δύναμη του εθνικοσοσιαλισμού, μετά την άνοδο του οποίου στην εξουσία τοποθετήθηκε σύμβουλος στο νεοσυσταθέν υπουργείο Προπαγάνδας. Επισκεπτόταν τακτικά την Ελλάδα, συμμετέχοντας σε πολιτικές και εκδοτικές δραστηριότητες. Σε μια από τις επισκέψεις της αυτές είχε εκτεταμένες επαφές με τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο, καθώς και με τους Μητροπολύτες Λήμνου και Λέσβου, οι οποίοι είχαν δείξει ενδιαφέρον - ύστερα από την έκθεση «Pro Deo», που είχε πραγματοποιηθεί στη Γενεύη - για να συμμετάσχουν σε μια πανευρωπαϊκή χριστιανική αντικομμουνιστική συνεργασία. Κάτι τέτοιο ποτέ δεν προωθήθηκε στην πράξη, αλλά είναι προφανές ότι η έκδοση αντίστοιχων θεμάτων από τη «Νέα Γενεά" αυτόν τον στόχο είχε.

Μια εξ ίσου σημαντική εκδοτική δραστηριότητα είχε αναπτυχθεί και από την «Οργάνωση Εθνικών και Κοινωνικών Κατευθύνσεων» ή «Οργάνωση Εθνικού Κυριάρχου Κράτους», που εξέδιδε την ημερησία εφημερίδα Κράτος, βιβλία και μπροσούρες, σε συνδυασμό με διαλέξεις, δημοσιεύματα και άλλες παρεμφερείς ενέργειες.

Στη δεκαετία 1930 κυκλοφόρησαν πολλοί τίτλοι φιλοφασιστικών βιβλίων, που μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχουν καταταχθεί βιβλιογραφικά, κάτι που θα ήταν πολύτιμο βοήθημα για τον ερευνητή. Πάντως, από εντοπίους συγγραφείς έχουν εκδοθεί τόσο επιστημονικής υφής βιβλία, όσο και ευτελείς υμνητικές εκδόσεις. Ανάμεσα στα πρώτα θα περιλάβουμε τα βιβλία των καθηγητών Δημοσθ. Στεφανίδη και Γεωργ. Παμπούκα, που αναπτύσσουν τις θεωρητικές βάσεις του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού ρ ένας και του ιταλικού φασισμού o άλλος. Είναι σαφώς ευνοϊκή η τοποθέτησή τους, αλλά οπωσδήποτε πρόκειται περί επιστημονικών συγγραμμάτων.

Στις ευτελείς εκδόσεις θα πρέπει να συμπεριλάβουμε ένα βιβλίο του Σπύρου Βλάχου με τίτλο "Μουσολίνι" (έκδοση του Βιβλιοπωλείου της Εστίας), με εκστασιακές κολακείες, καθώς και μια σειρά βιβλίων του Νικ. Κουλαπίδη ή της Ευφημίας Σωσσίδη για τον Χίτλερ. Σημειωτέον ότι ο Σπ. Βλάχος, ζωηρός κινηματίας στη δεκαετία 1920, υπήρξε ο επιτελάρχης του Συντάγματος Ψαρρού επί Κατοχής και μεταπολεμικά γενικός διευθυντής του ΕΙΡ.

Τέλος, ας αναφέρουμε ότι δεν επισημάνθηκε κάποια αξιόλογη εκδοτική δραστηριότητα στον χώρο του ημερήσιου Τύπου προπολεμικά. Τρεις υπήρξαν οι μοναδικές εξαιρέσεις: η Εσπερινή, η Εθνική Σημαία και το Κράτος. Η πρώτη ανήκε στον αρχηγό του φασιστικού κόμματος, που φυσικά το υποστήριζε, και ήταν εφημερίδα με μακρά παράδοση. Χρησιμοποιήθηκε για την προβολή αυτών των Ιδεών απλά και μόνο γιατί συνέπεσε o ιδιοκτήτης της να θέλει να πολιτευθεί. Όσον αφορά τη δεύτερη, αυτή εκδόθηκε για να υποστηρίξει τον χρηματοδότη της, που δεν ήταν άλλος από τον αρχηγό του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος, τον Γεώργιο Μερκούρη. Τέλος, η τρίτη υπήρξε μία ακραιφνώς γερμανόφιλη εφημερίδα, όργανο της Οργανώσεως Εθνικού Κυριάρχου Κράτους (ΟΕΚΚ) υπό τον E. Κυριάκη και με διευθυντή τον ΝΙΚ. Βελισσαρόπουλο.


Πηγή κειμένου : ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΣ, "Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ"


Δείτε επίσης:

ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΡΚΟΥΡΗ

Ο ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ

Παρασκευή, Νοεμβρίου 08, 2024

Ο βασιλιάς Γεώργιος Β' και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου

Ο βασιλιάς Γεώργιος B'

Προκειμένου να κατανοηθεί η δομή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, είναι απαραίτητο να φωτιστεί μια προσωπικότητα που συχνά υποτιμάται η σημασία της παρά την κρίσιμη θέση που κατείχε στην ιεραρχία του πολιτεύματος. O βασιλιάς Γεώργιος Β' έβλεπε με καχυποψία την ελληνική πολιτική ζωή. Η οικογένειά του και o ίδιος είχαν ταλαιπωρηθεί πολύ κατά την περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού, από τους Έλληνες πολιτικούς, ιδίως του αντιμοναρχικού πολιτικού συνασπισμού. Από το 1923 που ανακηρύχτηκε η Δημοκρατία στην Ελλάδα μέχρι το 1935 (που έγινε το αποτυχημένο πραξικόπημα του Πλαστήρα) ήταν εξόριστος στην Αγγλία. Εκεί συνδέθηκε με πολλούς Άγγλους πολιτικούς και έγινε ένθερμος οπαδός των αγγλικών πολιτικών θεσμών και της αγγλικής κουλτούρας. Στο συναισθηματικό του δέσιμο με την Αγγλία πιθανότατα έπαιξε ρόλο και ένας «διακριτικός δεσμός» που είχε με μια Αγγλίδα .

O Γεώργιος, αντίθετα από το γερμανόφιλο Κωνσταντίνο, ήταν ξεκάθαρα αγγλόφιλος και ταυτόχρονα έβλεπε με χαρακτηριστικά «αγγλικού» τύπου υπεροπτική διάθεση την ελληνική πολιτική ζωή και την ελληνική κοινωνία. Ηταν ιδιαίτερα συνδεδεμένος με τον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα, σερ Σίντνεϊ Γουότερλοου. Η φιλική τους σχέση φαίνεται ότι ήταν τόσο στενή ώστε, σύμφωνα με τον πρέσβη, ο βασιλιάς τού εξέφραζε σκέψεις όπως η παρακάτω: «Υπάρχει μόνο μία αληθινή λύση και αυτή είναι ότι θα πρέπει την Ελλάδα να αναλάβουν οι δικές σας δημόσιες υπηρεσίες και να τη διοικήσετε σαν βρετανική αποικία. Μακάρι να ήταν δυνατό». Στην αναφορά του στο Λονδίνο o πρέσβης πρόσθεσε ότι ο βασιλιάς ανέλαβε το καθήκον του «με το πνεύμα εκείνου που κουβαλάει το βάρος του λευκού ανθρώπου μεταξύ των φυλών της ζούγκλας».

Ο διορισμός του Μεταξά ως πρωθυπουργού της χώρας από το βασιλιά τον Μάρτιο του 1955 και η εγκαθίδρυση της δικτατορίας λίγο αργότερα έδωσαν τη δυνατότητα στο βασιλιά να μην ασχολείται πια με τους πολιτικούς τους οποίους απεχθανόταν και να αφοσιωθεί στην αναδιοργάνωση του Στρατού ή στις μακροχρόνιες διακοπές του στην Κέρκυρα και το Λονδίνο. Ο βασιλιάς, αν και ίσως προτιμούσε το κοινοβουλευτικό μοντέλο διακυβέρνησης σύμφωνα με το αγγλικό πρότυπο, τελικά πείστηκε από τον Μεταξά ότι μια δικτατορία θα ήταν επωφελέστερη τόσο για τον ίδιο όσο και για τη χώρα στο βαθμό που θα εξασφάλιζε την παραμονή των βενιζελικών εκτός της κυβερνητικής εξουσίας και την πρόσδεση της χώρας στη βρετανική συμμαχία.

Έτσι, o βασιλιάς ουσιαστικά αγνόησε την πρόταση των αρχηγών των δύο μεγάλων κομμάτων της χώρας ότι ήταν έτοιμοι να συνεργαστούν στο πλαίσιο ενός (με σύγχρονη ορολογία) «μεγάλου συνασπισμού» προκειμένου να υπάρχει κοινοβουλευτική διακυβέρνηση στη χώρα. Συγκεκριμένα, o διάδοχος του Βενιζέλου στην ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων, Θεμιστοκλής Σοφούλης, και ο αρχηγός της δεύτερης σε δύναμη παράταξης του φιλοβασιλικού συνασπισμού, Ιωάννης Θεοτόκης, συνεννοήθηκαν, τον Ιούλιο του 1936, για το σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού με στόχο τη διενέργεια εκλογών με πλειοψηφικό σύστημα. Ταυτόχρονα οι αντιβενιζελικοί πολιτικοί δέχτηκαν την επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία όσων αξιωματικών δεν είχαν καταδικαστεί, είχαν απλώς αποταχθεί ως ανεπιθύμητοι. Η κυβέρνηση συνασπισμού θα παρέμενε στην εξουσία για ένα χρόνο τουλάχιστον και σε αυτό το διάστημα θα έπαιρνε μέτρα για την προστασία του κοινωνικού καθεστώτος από τον κομμουνισμό. Ο Σοφούλης ανακοίνωσε αυτή τη συμφωνία στο βασιλιά στις 22 Ιουλίου 1956. Ο βασιλιάς φέρεται να έδωσε συγχαρητήρια στον Σοφούλη, τον οποίο διαβεβαίωσε για την εμπιστοσύνη του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του στενού συνεργάτη του Ιωάννη Μεταξά, Ιωάννη Διάκου, ο βασιλιάς πληροφόρησε τον πρωθυπουργό για τη συμφωνία αυτή το ίδιο βράδυ της συνομιλίας, οπότε και του έδωσε το «πράσινο φως» για την επιβολή της δικτατορίας.

Συνεπώς, ο βασιλιάς ήταν εκείνος που βρισκόταν πίσω από το πραξικόπημα Μεταξά, σύμφωνα και με τον πρεσβευτή της Αγγλίας, o οποίος σε έκθεσή του πληροφορούσε το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών: «Ο ίδιος ο βασιλεύς, όχι ο Μεταξάς, ξεκίνησε την όλη υπόθεση». Ως δικαιολογία για το πραξικόπημα προβλήθηκε η κομμουνιστική απειλή, καθώς και το παράδειγμα του ισπανικού εμφυλίου. Η Δημοκρατία ήταν μια «πολυτέλεια που η χώρα τη στιγμή αυτή δεν μπορούσε να αντέξει» για το βασιλιά, ενώ, σύμφωνα με τις βρετανικές εκθέσεις, o βασιλιάς δεν αισθανόταν Ελληνας, περιφρονούσε τον ελληνικό λαό, που τον αντιλαμβανόταν ως απείθαρχο, χωρίς εποικοδομητικό πνεύμα και συνεπώς ανίκανο για ένα γνήσιο δημοκρατικό σύστημα.

Αν προσπαθήσουμε να δούμε την τότε πολιτική πραγματικότητα με τα μάτια του βασιλιά, ο τότε συσχετισμός δυνάμεων στο Κοινοβούλιο δεν επέτρεπε την κυβερνητική σταθερότητα σε μια εποχή που η Ελλάδα είχε ανάγκη σταθερής κυβέρνησης. Επιπλέον, η δικτατορία έθετε τέρμα στην ανασφάλειά του για το μέλλον του αφού έβαζε φρένο στις πολιτικές ζυμώσεις που μπορούσαν να οδηγήσουν στην επαναφορά των απότακτων στρατιωτικών που ταυτίζονταν με το βενιζελικό και αντιβασιλικό στρατόπεδο. Η δικτατορία εξασφάλιζε μια συνέχεια στο θρόνο για το βασιλιά, o οποίος αισθανόταν ασφαλής έχοντας έναν πιστό σε αυτόν Στρατό, κάτι που θα αμφισβητείτο αν σε ενδεχόμενες εκλογές νικούσε το αντιμοναρχικό κόμμα των Φιλελευθέρων.

Ενώ για το βασιλιά η δικτατορία γινόταν αντιληπτή ως «παρένθεση», ως προσωρινή εκτροπή, για τον Μεταξά η δικτατορία ήταν n καταλληλότερη μορφή διακυβέρνησης για τις ανάγκες της χώρας.

Την άποψη αυτή την εξέφραζε δημόσια ήδη πολύ πριν από την 4η Αυγούστου. Για παράδειγμα, στις 6 Ιανουαρίου 1934 δήλωνε στην «Καθημερινή»: «... Δι' ημάς τους Έλληνας, το πρόβλημα δεν είναι πώς θα μείνωμεν εις τον κοινοβουλευτισμόν, αλλά διά ποίας θύρας θα εξέλθωμεν εξ αυτού. Διά της θύρας του κομμουνισμού ή διά της θύρας του εθνικού κράτους» 

Ο πολιτικός δυαδισμός στην κορυφή της ιεραρχίας του νέου κράτους στοιχειοθετείται από το γεγονός ότι ο βασιλιάς είχε τον πλήρη έλεγχο του Στρατού και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να επιβάλλει τη θέλησή του. Μια απόδειξη αυτής της κατάστασης είναι η άρνησή του να επιτρέψει στον Μεταξά την ίδρυση ενός μαζικού φορέα που πιθανό να εξασφάλιζε μια λαϊκή βάση στον τελευταίο με πιθανή συνέπεια την αμφισβήτηση του πρώτου. Ο βασιλιάς επιθυμούσε μεν να αναθέσει την καθημερινή πολιτική διαχείριση της εξουσίας στον Μεταξά αλλά δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να περιοριστεί σε ένα διακοσμητικό ρόλο, όπως συνέβη με τον Βίκτωρα Εμμανουήλ τον Γ' στην Ιταλία, κάτω από τη δικτατορία του Μουσολίνι. Από την άλλη, αντίθετα από άλλους βασιλιάδες, όπως o Αλέξανδρος της Γιουγκοσλαβίας το 1929, o Μπόρις της Βουλγαρίας το 1935 ή o Κάρολος της Ρουμανίας το 1938, δεν επέλεξε να ασκήσει δικτατορία, την ευθύνη της οποίας θα την αναλάμβανε εξ ολοκλήρου o ίδιος. Ετσι, οι στρατηγικές επιλογές στην εξωτερική πολιτική, ο Στρατός και μέχρι το 1938 και η Παιδεία αποτελούσαν πεδία που την πολιτική τους χάραζε έμμεσα ή άμεσα ο ίδιος o βασιλιάς.

Χαρακτηριστικές για τις δυνατότητες του Μεταξά ιδίως κατά την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησής του (μέχρι το 1938) ήταν οι εκτιμήσεις της βρετανικής κυβέρνησης, οι οποίες συμπυκνώνονταν στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Είναι ευτύχημα ότι o στρατηγός (Μεταξάς), o οποίος στερείται δημοτικότητας και δεν διαθέτει προσωπικούς οπαδούς μεταξύ των πολιτικών και των αξιωματικών, μπορεί εύκολα να αποπεμφθεί όταν γίνει επικίνδυνος ή και όταν απλώς παύσει να είναι χρήσιμος».

Συνεπώς, η στήριξη της Αγγλίας στο βασιλιά, σε συνδυασμό με την αμέριστη υποστήριξη του Στρατού, καθιστούσε το βασιλιά ρυθμιστή του πολιτεύματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολύ συχνά o Μεταξάς όταν τόνιζε τις βασικές αξίες της ιδεολογίας του καθεστώτος που επέβαλε αναφερόταν πρώτα στο βασιλιά, ύστερα στην πατρίδα και μετά στη θρησκεία και την οικογένεια.

Επιπλέον, σχεδόν σε όλους τους λόγους του ο Μεταξάς τόνιζε ότι το νέο κράτος «προήλθε από απόφασιν της Αυτού Μεγαλειότητας του βασιλέως», που είχε «εγκρίνει» και «εμπνεύσει» τη δράση της κυβέρνησής του, την οποία περιέβαλλε έκτοτε «διά της απόλυτης εμπιστοσύνης του» και της «υποστήριξής του». «Μπροστά μας», έλεγε, "βαδίζει o Βασιλεύς το σύμβολον της Πατρίδος μας ακολουθεί η κυβέρνησις». Οι σχέσεις των δύο ανδρών βρίσκονταν σε μια εύθραυστη ισορροπία και δεν έλειπαν οι διενέξεις μεταξύ τους, κάτι που προκαλούσε ανασφάλεια στον πιο αδύναμο πολιτικά από τους δύο, που, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν ο Μεταξάς. Είναι χαρακτηριστικό το ότι ο Μεταξάς στα απομνημονεύματά του επανειλημμένα αναφέρει την αγωνία του μπροστά στο ενδεχόμενο να πέσει στη δυσμένεια του βασιλιά.

Μετά το 1938 n θέση του Μεταξά ενισχύθηκε με μεγαλύτερες εξουσίες (ιδίως λόγω της στελέχωσης των Σωμάτων Ασφαλείας με έμπιστους του καθεστώτος) και ο δικτάτορας εξασφάλισε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, χωρίς σοβαρές παρεμβάσεις από το βασιλιά. Οι εξουσίες του βασιλιά περιορίστηκαν κυρίως στο Στρατό και στην εξωτερική πολιτική. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι δύο αυτοί βασικοί πόλοι εξουσίας, ο βασιλιάς και Μεταξάς, δεν λειτουργούσαν ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Οπως σημειώνει ο ιστορικός Ιωάννης Κολιόπουλος: «Είχε δημιουργηθεί μια πλήρης ταύτιση των συμφερόντων των δύο φορέων που συνδέονταν πλέον με δεσμούς αλληλεξάρτησης: μοναρχία και δικτατορία παρέμεναν ή έπεφταν μαζί. Πτώση της δικτατορίας θα σήμαινε έξωση της μοναρχίας και το αντίθετο». Το αποτέλεσμα ήταν η ισχυροποίηση του δικτατορικού καθεστώτος, το οποίο σταδιακά σκλήραινε όλο και περισσότερο απέναντι στους διαφωνούντες.

Σύμφωνα με τον Νίκο Αλιβιζάτο: «O βασιλιάς δεν ασχολείτο με τις τρέχουσες ανάγκες και την καθημερινότητα της άσκησης της εξουσίας, με αποτέλεσμα να μην πιστώνεται και τις αρνητικές συνέπειες των αυθαίρετων τακτικών, της αστυνομοκρατίας και της δίωξης των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος» 

Η αντιδημοτικότητα του καθεστώτος Μεταξά, λόγω ακριβώς της δυσαρέσκειας που προκαλούσε ο αστυνομοκρατικός του χαρακτήρας (που περιλάμβανε βασανιστήρια, φυλακίσεις και εξορίες), ανησυχούσε τον Βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα, που στις εκθέσεις του προς το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών εξέφραζε το φόβο του ότι αυτή η δυσαρέσκεια πιθανόν να στραφεί και προς το βασιλιά, που ολοένα και περισσότερο από τους Ελληνες ταυτιζόταν με το καθεστώς. Μάλιστα ο Βρετανός πρέσβης επισκέφθηκε το βασιλιά και του είπε ότι είχε την πεποίθηση πως όλοι πίστευαν «ότι η πραγματική εξουσία βρισκόταν τώρα στα χέρια μιας διεφθαρμένης κλίκας», καθώς και ότι ο βασιλιάς, συνεργαζόμενος με το δικτατορικό καθεστώς, «είχε χάσει όχι μόνο κάθε δημοτικότητα, αλλά και το σεβασμό της μεγάλης μάζας του λαού. Αυτή η παρέμβαση κατακρίθηκε από το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών, καθώς ο Μεταξάς θεωρείτο πιστός φίλος της χώρας («οι σχέσεις μας με τον νυν πρωθυπουργό υπήρξαν πολύ πιο ομαλές παρά με οποιονδήποτε προκάτοχό του») ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την «τακτοποίηση» σχεδόν όλων των «εκκρεμών υποθέσεων που στο παρελθόν καθιστούσαν τις σχέσεις μας με την Ελλάδα δυσάρεστες και κάποτε δύσκολες». Λόγω αυτής της διαφωνίας μεταξύ του Βρετανού πρέσβη και του αγγλικού υπουργείου Εξωτερικών, ο πρώτος αντικαταστάθηκε στις αρχές Ιουνίου 1939.


Τα χαρακτηριστικά του πολιτεύματος

Όμως ήταν η βασιλομεταξική δικτατορία ένα φασιστικό πολίτευμα; Ηταν πράγματι αντίφαση το γεγονός ότι η Ελλάδα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του παγκόσμιου αντιφασιστικού αγώνα, πετυχαίνοντας μάλιστα και την πρώτη σημαντική νίκη εναντίον του, τη στιγμή που η ίδια είχε ένα φασιστικό καθεστώς;

Η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί καθώς το ίδιο το καθεστώς δεν αυτοπροσδιοριζόταν ποτέ ως φασιστικό, αν και είχε πολλά κοινά σημεία με τα φασιστικά καθεστώτα, με σημαντικότερο όλων τον αντικοινοβουλευτισμό και τον περιορισμό βασικών ελευθεριών. Οπως υποστήριζε ο ίδιος o Μεταξάς, το καθεστώς που επιδίωκε να εγκαθιδρύσει στη χώρα ήταν ένα «κράτος αντικομμουνιστικό, κράτος αντικοινοβουλευτικό, κράτος ολοκληρωτικό», με αστυνομοκρατία και ποινικοποίηση των πολιτικών απόψεων των πολιτών, στοιχεία που αναμφισβήτητα είχε το ιταλικό και το γερμανικό πολίτευμα.

Όμως, σε αντίθεση με το φασισμό του Μουσολίνι και τον εθνικοσοσιαλισμό του Χίτλερ, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν προήλθε από κάποιο μαζικό κίνημα και δεν διέθετε καμία λαϊκή βάση. Επιπλέον δεν είχε ούτε κάποια συγκεκριμένη και συστηματική θεωρία ούτε κάποιους διανοουμένους που θα πρόσφεραν μια τέτοια θεωρία. Η ρητορική του καθεστώτος ήταν ένας συνδυασμός αντικομμουνισμού, αντικοινοβουλευτισμού και εθνικισμού.

Επιπλέον ο Στρατός δεν είχε άμεση εμπλοκή στην πολιτική διακυβέρνηση της χώρας, αν και στην κυβέρνηση του Μεταξά το μεγαλύτερο ποσοστό των υπουργών του ήταν πρώην αξιωματικοί του Στρατού ή του Ναυτικού (29 ήταν πρώην αξιωματικοί του Στρατού ή του Ναυτικού, 19 ήταν πρώην πολιτικοί, 10 ήταν πρώην τραπεζίτες). Μάλιστα, ιδιαίτερα σημαντικός ήταν o αριθμός των στρατιωτικών που είχαν συμμετάσχει μαζί με τον Μεταξά στο αποτυχημένο φιλοβασιλικό κίνημα των Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη του 1925 ή ήταν μεταξύ των αξιωματικών που είχαν υποστεί τις συνέπειες της συνακόλουθης εκκαθάρισης του στρατεύματος.

Ένας άλλος σημαντικός λόγος για τον οποίο το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν μπορεί να καταταχθεί στα φασιστικά καθεστώτα είναι η απουσία ενός αδιαφιλονίκητου ηγέτη. Ο Μεταξάς δεν ήταν Φύρερ και ο λόγος του σίγουρα δεν είχε την ισχύ αναμφισβήτητου νόμου όπως συνέβαινε στη Γερμανία. Ήδη έγινε αναφορά στη δυαδική μορφή του πολιτεύματος, όπου ο Μεταξάς διαχειριζόταν την καθημερινότητα της εξουσίας τη στιγμή που ο πραγματικά ισχυρός άντρας ήταν ο βασιλιάς, o οποίος είχε τη δυνατότητα να ασκήσει βέτο σε οποιαδήποτε πολιτική επιλογή του εκλεκτού του.

Στο πρακτικό επίπεδο καταμερισμού της εξουσίας o Μεταξάς κατείχε μεν τα υπουργικά χαρτοφυλάκια και των τριών σωμάτων των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά μοιραζόταν την εξουσία στις Ένοπλες Δυνάμεις με το βασιλιά, o οποίος ορισμένες φορές αμφισβητούσε τις επιλογές του Μεταξά σε θέματα διορισμών και αποστρατεύσεων. Ο βασιλιάς ασχολείτο συστηματικά με την εκπαίδευση και την ευημερία του Στρατού και του Ναυτικού και συμμετείχε προσωπικά στις στρατιωτικές και τις ναυτικές ασκήσεις. Η αφοσίωση των ανώτερων αξιωματικών στο πρόσωπο του βασιλιά οφειλόταν τόσο στο φόβο μιας επαναφοράς των βενιζελικών αξιωματικών που η διατήρηση της δικτατορίας εξασφάλιζε όσο και στη μεγάλη αύξηση σε όλους τους τύπους των στρατιωτικών δαπανών, συμπεριλαμβανομένου και των μισθών τους.

Στη διακυβέρνηση της χώρας ο Μεταξάς ήταν ο διορισμένος από το βασιλιά αρχηγός της κυβέρνησης και συμπύκνωνε πάνω του όλες τις εξουσίες: τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική. Το «νέο κράτος», όπως το αποκαλούσαν το δικτατορικό καθεστώς οι υποστηρικτές του, υπήρξε στην πράξη ένα αστυνομικό καθεστώς με συστηματική δίωξη των απόψεων που θεωρούνταν εγκλήματα γνώμης. Στους «εγκληματίες της γνώμης» συγκαταλέγονταν όχι μόνο κομμουνιστές αλλά και όσοι διαφωνούσαν πολιτικά με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και θεωρούνταν επικίνδυνοι για αυτό.

Για να αποφευχθεί η παρείσφρηση αντιφρονούντων υπήρχαν σε όλες τις θέσεις του κρατικού μηχανισμού έμπιστοι του καθεστώτος με στόχο τον απόλυτο έλεγχο της κυβέρνησης από τον ίδιο το δικτάτορα. Ο ίδιος ο Μεταξάς έλεγχε τα κυριότερα υπουργεία, Εξωτερικών, Εσωτερικών, τα τρία πολεμικά υπουργεία και από το 1938 και το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων,

Τέλος, μια ακόμη σημαντική διαφορά με την Ιταλία και τη Γερμανία ήταν το ότι το καθεστώς δεν προσπάθησε να καλλιεργήσει επεκτατικές τάσεις αλυτρωτικά οράματα αλλά, αντίθετα, επιδίωκε την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των βαλκανικών χωρών, καθώς και τη διατήρηση του υφιστάμενου εδαφικού καθεστώτος. Μάλιστα, το μεταξικό καθεστώς ήταν ευνοϊκό προς τους Εβραίους και υπήρχε απουσία ρατσιστικής και αντισημιτικής βάσης στην ιδεολογία του Μεταξά.


ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ: ΤΟ ΟΧΙ ΚΑΙ Ο ΜΕΤΑΞΑΣ 


Δείτε επίσης:

 ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Μάιος 1941: Οι Σύμμαχοι εγκαταλείπουν την Κρήτη

Τετάρτη, Νοεμβρίου 06, 2024

Μικρασιατική Εκστρατεία: Προς την Καταστροφή



Το σκηνικό στη Μικρά Ασία ήταν δραματικό. Ο στρατός ήταν ανοργάνωτος και με χαμηλό ηθικό, η Ελλάδα απομονωμένη από τους συμμάχους, ενώ από την αντίθετη πλευρά οι Τούρκοι με την ενεργό υποστήριξη της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Σοβιετικής Ενωσης οργάνωναν αντεπίθεση. Η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη πρότεινε για αντιπερισπασμό επίθεση στην Κωνσταντινούπολη, οι σύμμαχοι όμως, και ιδιαίτερα η Γαλλία, αντέδρασαν. Ετσι στις 13 Αυγούστου 1922 εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση και σε λιγότερο από δεκαπέντε μέρες πέτυχε την πλήρη αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία με αποτέλεσμα εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι να προσπαθούν απεγνωσμένα να φύγουν με κάθε μέσο προς την Ελλάδα. Μόλις ο Κεμάλ έφτασε στη Σμύρνη διακήρυξε στους Συμμάχους ότι μόνο η άμεση παραχώρηση ολόκληρης της Ανατολικής Θράκης θα μπορούσε να αποτρέψει τη σύγκρουση μεταξύ του συμμαχικού και του τουρκικού στρατού στην ουδέτερη ζώνη των Στενών. Οι Αγγλοι αναζήτησαν την υποστήριξη των Γάλλων και των Ιταλών οι οποίοι κατέστησαν σαφές ότι σε καμία περίπτωση δεν σκόπευαν να φτάσουν σε πόλεμο με την Τουρκία για το ζήτημα αυτό.

Τον Σεπτέμβριο, ξέσπασε το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 στη Χίο και τη Λέσβο υπό τον Στυλιανό Γονατά, τον Δημήτριο Φωκά και τον Νικόλαο Πλαστήρα, οι οποίοι κήρυξαν επανάσταση. Στις 13 Σεπτεμβρίου ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στο Λαύριο και η επαναστατική επιτροπή ανέλαβε τη διακυβέρνηση του κράτους. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' παραιτήθηκε από το θρόνο αναχωρώντας για την Ιταλία και παραχωρώντας το θρόνο στο γιο του Γεώργιο Β'. Επιπλέον παραιτήθηκε η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου, η οποία και αντικαταστάθηκε από τη βραχύβια, μόλις μιας ημέρας, κυβέρνηση Χαραλάμπη που με τη σειρά της αντικαταστάθηκε από αυτή του Σωτήριου Κροκίδα. Ο Βενιζέλος, που βρισκόταν τότε στο εξωτερικό, αρνήθηκε να πάρει μέρος στην επαναστατική κυβέρνηση, αλλά συμφώνησε να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην Ευρώπη.

Η επαναστατική κυβέρνηση, έπειτα σύσταση του Βενιζέλου, δέχτηκε την παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία, κίνηση που υπαγορεύτηκε όχι από στρατιωτικούς αλλά από πολιτικούς λόγους και κυρίως για να μην υποχρεωθεί η Αγγλία να συγκρουστεί με την κεμαλική Τουρκία στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης. Η νέα επαναστατική κυβέρνηση αντιμετώπισε την ήττα με τον ίδιο τρόπο που πιθανότατα θα αντιδρούσαν και οι αντιβενιζελικοί αν ήταν στη θέση της: με την αναζήτηση προδοτών. Η δίκη, η καταδίκη και η εκτέλεση των έξι ηγετικών στελεχών, πολιτικών και στρατιωτικών, του κωνσταντινικού καθεστώτος με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας» συνέβαλαν στο να ηρεμήσει κάπως η οργή ενός λαού που έβλεπε τις θυσίες δέκα χρόνων συνεχούς πολέμου να χαραμιζονται.

Τα περισσότερα στελέχη της κυβέρνησης Γούναρη και ο ίδιος ο Γούναρης συνελήφθησαν, ενώ σε ογκώδη διαδήλωση στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 1922, απαιτήθηκε η άμεση εκτέλεση των υπευθύνων. Η λογική που είχε περάσει η επαναστατική επιτροπή στο λαό ήταν ότι η Ελλάδα δεν ηττήθηκε αλλά προδόθηκε. Τελικά, παρά τις έντονες αντιδράσεις των Ευρωπαίων και ιδίως της Αγγλίας, το αποτέλεσμα της λαϊκής αντίδρασης εξαιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής ήταν η εκτέλεση των 6 «αποδιοπομπαίων τράγων» της αντιβενιζελικής παράταξης και η ανακήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας. Είναι φανερό ότι οι επιλογές των ηγετών της αντιβενιζελικής παράταξης δεν ήταν εσκεμμένες πράξεις προδοσίας αλλά λαθεμένες πολιτικές στις οποίες συναινούσε και η βενιζελική αντιπολίτευση. Η εκτέλεσή τους επρόκειτο να βαραίνει για πολλά χρόνια τις μετέπειτα πολιτικές εξελιξεις στην Ελλάδα και να δώσει στον ανταγωνισμό μεταξύ βενιζελικών και βασιλικών μερικά από τα χαρακτηριστικά της βεντέτας.


Ως συμπέρασμα

H διαφωνία σχετικά με το στρατόπεδο που θα έπαιρνε η Ελλάδα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η εξωτερική έκφραση της διαφορετικής αντιληψης που είχε η κάθε παράταξη σχετικά με το ποιο θα έπρεπε να είναι το πολιτικό καθεστώς της Ελλάδας. Οι αντιβενιζελικοί απέρριπταν τη βασιλευομένη δημοκρατία με το βασιλιά «ποδοπατούμενο και εξυβριζόμενο» από τον κάθε κομματάρχη και τάσσονταν υπέρ της «δημοκρατούμενης βασιλείας». Αντίθετα οι Φιλελεύθεροι είχαν πολιτικά πρότυπά τους τα καθεστώτα της Γαλλίας και της Αγγλίας και υποστήριζαν ότι την ευθύνη της διοίκησης του κράτους θα έπρεπε να έχει ο δημοκρατικά εκλεγμένος από το λαό πολιτικός του οποίου η εξουσία νομιμοποιείται και τεκμηριώνεται έμπρακτα με την ψήφο εμπιστοσύνης από την πλειοψηφία της Βουλής. Οι βενιζελικοί, στην πλειονότητά τους, δεν απέρριπταν το θεσμό της βασιλείας, αλλά τόνιζαν ότι ο βασιλιάς δεν θα έπρεπε να μετατρέπεται σε κομματικό ηγέτη ούτε να παίρνει το μέρος κάποιας πολιτικής παράταξης αλλά θα έπρεπε να είναι σύμβολο ενότητας του έθνους.

Επιπλέον, οι δύο πολιτικές παρατάξεις είχαν διαφορετικές πολιτικές αξίες. Για τους Φιλελεύθερους άμεση προτεραιότητα ήταν ο εκσυγχρονισμός του κρατικού μηχανισμού με στόχο την προστασία της ιδιοκτησίας και του κεφαλαίου, στην ανάγκη με τη χρήση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, και η υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων. Αντίθετα οι αντιβενιζελικοί ήταν πιο κοντά στη συντηρητική πολιτική ιδεολογία (Κάτι που πέρα από την προσήλωση στο θεσμό της βασιλείας φαίνεται και από τη σφοδρή αντίθεσή τους στην καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του ελληνικού κράτους) και ήταν υπέρ του αυξανόμενου κρατικού παρεμβατισμού προκειμένου να αμβλυνθούν οι κοινωνικές αντιθέσεις. Ο αντιπλουτοκρατικός τους λόγος εκφράστηκε και με τη συστηματική χρήση και επίκληση της έννοιας του λαού σε αντιδιαστολή με τον όρο έθνος που είχε Ιδιοποιηθεί ο βενιζελισμός. Εκφραση του «λαϊκού αντιβενιζελισμού» ήταν η μετονομασία στις εκλογές του 1920 του κόμματος εθνικοφρόνων σε Λαϊκό Κόμμα το οποίο θα στέγαζε την πλειονότητα του αντιβενιζελικού χώρου κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. οι αντιβενιζελικοί πρόβαλαν μια μυθική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας από την οποία απουσίαζαν οι ταξικές διαιρέσεις. Ο βασιλιάς κατείχε κεντρική θέση σε αυτό το ιδεολογικό οικοδόμημα, για τη συνοχή του οποίου επιστρατεύθηκαν η θρησκεία και η Εκκλησία.

Από την άλλη, παρά τις διαφορές τους, πρέπει να επισημανθεί ότι το ρήγμα μεταξύ βενιζελικών - φιλοβασιλικών ήταν μια σύγκρουση εντός της αστικής κυρίαρχης ελίτ δίχως αμφισβήτηση του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος της χώρας, αντίθετα με το επόμενο μεγάλο ρήγμα του εικοστού αιώνα, το ρήγμα κομμουνιστών - αντικομμουνιστών που σημάδεψε τη δεκαετία του '40 και τα μετεμφυλιακά χρόνια. οι κομμουνιστές, που συνιστούσαν μια πολύ μικρή πολιτική ομάδα κατά το Μεσοπόλεμο, κατάφεραν να συνδεθούν με ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας κατά την Κατοχή και κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1947-1949) και αμφισβήτησαν την εξουσία των συνασπισμένων (αλλά διχασμένων κατά το Μεσοπόλεμο) συντηρητικών-φιλελευθέρων που υπερασπίζονταν το καπιταλιστικό-κοινοβουλευτικό καθεστώς.

Μια άλλη ομοιότητα των δύο παρατάξεων ήταν η προσπάθειά τους να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους την εκπροσώπηση του έθνους και να πείσουν ότι η πολιτική των «άλλων» δεν ήταν απλά λάθος αλλά υπέκρυπτε «εθνοπροδοτική» συμπεριφορά. Η ονομασία το 1915 του κόμματος του Δ. Γούναρη ως Κόμματος των Εθνικοφρόνων ήταν χαρακτηριστική για τη νέα τάση: η πολιτική διαφωνία εξισωνόταν με το έγκλημα της προδοσίας. Αυτή η Κληρονομιά του Εθνικού Διχασμού έμελλε να αποτελέσει χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας τουλάχιστον μέχρι τη Μεταπολίτευση, το 1974. Σε αυτό το πλαίσιο οι αντιβενιζελικοί κατηγορούσαν τους αντιπάλους τους ως όργανο των Αγγλογάλλων που είχαν αποκλείσει ελληνικά λιμάνια και κατείχαν περιοχές της Ελλάδας, ενώ αντίστοιχα οι Φιλελεύθεροι καταδίκαζαν την ουδετερόφιλη πολιτική των βασιλοφρόνων που ουσιαστικά ευνοούσε τους συμμάχους της Γερμανίας, Οθωμανούς και Βούλγαρους. Ειδικά, η παράδοση του οχυρού Ρούπελ, της Καβάλας και μέρους της Mακεδονίας στα βουλγαρικά στρατεύματα στοιχειοθετούσε, κατά τους βενιζελικούς, την προδοσία των αντιπάλων τους για χάρη τσυ «κληρονομικού εχθρού» του έθνους που ήταν οι Βσύλγαροι.

Όλοι οι πολιτικοί πρωταγωνιστές της εποχής είχαν μεγαλώσει με το όνειρο της Μεγάλης Ιδέας και αντιλαμβάνονταν ως μέρος της «εθνικής» αποστολής τους την προσπάθεια πραγματοποίησής της. οι συνεχείς αλληλοκατηγορίες για «εθνική προδοσία» υποδηλώνουν τη «σιγουριά» των δύο πολιτικών παρατάξεων για το ότι μόνο οι «δικές τους» πολιτικές ήταν αποτελεσματικότερες για την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων, κάτι που φαίνεται και από το ότι παρά την επίκληση της κοινοβουλευτικής νομιμότητας δεν δίσταζαν να την παραβούν (σε ορισμένες περιπτώσεις αξιοποιώντας τη βοήθεια άλλων κρατών) προκειμένου να τις επιβάλουν. Οπως έγινε φανερό παραπάνω, η πόλωση και ο φανατισμός τούς οδήγησαν σε εκτεταμένη χρήση βίας προκειμένου να επιβληθούν οι επιλογές τους. Σε αυτό το πλαίσιο αναδείχθηκαν η δράση παρακρατικών οργανώσεων και η σημασία του στρατού στην άσκηση της πολιτικής.

Συνοψίζοντας, οι πολιτικές εξελιξεις στην Ελλάδα την εποχή του Διχασμού και της μικρασιατικής εκστρατείας συνδέονται άμεσα με τις διεθνείς εξελίξεις και τα λεγόμενα «εθνικά θέματα». οι πολιτικοί ηγέτες της χώρας δεν κατόρθωσαν να συνεννοηθούν στο πλαίσιο του κοινοβουλευτισμού και η Ελλάδα οδηγήθηκε σε μια τεραστίων διαστάσεων κοινωνική τραγωδία: στο ξερίζωμα εκατοντάδων χιλιάδων χριστιανών της Μικράς Ασίας από τα σπίτια τους. Ενδεχομένως το αποτέλεσμα της μικρασιατικής εκστρατείας να ήταν διαφορετικό αν τα δύο αντιμαχόμενα μέρη της ελληνικής πολιτικής ελίτ μπορούσαν να παραμερίσουν το αβυσσαλέο μίσος που τους χώριζε και να συνεργαστούν προκειμένου να υπηρετήσουν αποτελεσματικότερα την ελληνική κοινωνία που εκπροσωπούσαν.


Ραϋμόνδος Αλβανός, επιστημονικός συνεργάτης Τμήματος Δημόσιων Σχέσεων και Επικοινωνίας, ΤΕΙ Δυτ. Μακεδονίας. (ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΚΕΣ, Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ "ΕΞΙ").


Ο βίος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη μέχρι τα χρόνια της Απελευθέρωσης

«Εμέ με λένε Θοδωρή, με λεν Κολοκοτρώνη, που 'χει τ' ασκέρι διαλεχτό και τους καπεταναίους...

Δημοτικό τραγούδι

Μια ξεχωριστή στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία εμφανιζεται στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας στο τέλος του 18ου αιώνα.: το όνομά του Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Από τους προεπαναστατικούς κιόλας χρόνους o Κολοκοτρώνης κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του, πολεμώντας ως Κλεφταρματολός εναντίον των Τούρκων, αναδεικνύεται δε σε κορυφαίο πρόσωπο κατά την περίοδο του Αγώνα για την Ανεξαρτησία αλλά και μεταγενέστερα, κατά τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους.

Για τις αρετές του, την ανδρεία και την τόλμη του, αλλά και τη σύνεση και τη σοφία του, o λαός τον τίμησε ονομάζοντάς τον «O Γέρος του Μοριά».

«Εγεννήθηκα εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέραν της Λαμπρής, εις ένα βουνό, εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», λέγει αρχίζοντας τα «Απομνημονεύματά» του, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

«Αδύνατη και μαυριδερή η όψη του», σημειώνει περιγράφοντας τον Γέρο του Μοριά o Γάλλος φιλέλληνας συνταγματάρχης Βουτιέ, «μάτια βαθουλά, ματιά σκληρή και δυνατή, μεγάλο μουστάκι μαύρο, γερακωτή μεγάλη μύτη, μαλλιά μακριά κυματιστά (τσαμπάς), μικρό κόκκινο φέσι στραβοφορεμένο. Τέλος, πρόσωπο που χτυπάει και ξαφνιζει και που του Κάκου θα γύρευε κανείς να βρει σ' έναν Ευρωπαίο το ταίρι του».


Προεπαναστατικά χρόνια - κλεφταρματολός

Μαρτυρίες για την παρουσία των Κολοκοτρωναίων στη Γορτυνία υπάρχουν ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα. Τότε μάλιστα χρονολογείται και η έναρξη του αγώνα τους κατά των Τούρκων κατακτητών, αγώνα που κορυφώθηκε τον 18ο αι. με τη δημιουργία των ένοπλων κλέφτικων σωμάτων στον Μοριά, στην οργάνωση των οποίων οι Κολοκοτρωναίοι πρωτοστάτησαν: «Από τα 1553 που εφάνησαν εις τα μέρη μας οι Τούρκοι, ποτέ δεν τους ανεγνώρισαν, αλλ' ήσαν εις αιώνιον πόλεμον», αναφέρει o ίδιος.

Στην αρχή η οικογένεια έφερε το επώνυμο Τζεργίνης και ήταν εγκατεστημένη στο Ρουπάκι, κοντά στο Λεοντάρι Αρκαδίας. Ο γιος του Δήμου Τζεργίνη - πολεμιστή που στο τελευταίο τέταρτο του 17ου αιώνα πολέμησε με τους Βενετούς εναντίον των Οθωμανών - εγκατέλειψε το πατρικό του επίθετο και πήρε το όνομα Μπότσικας, από το μαυριδερό του χρώμα και το μικρό του ανάστημα.

Κάποιος Αρβανίτης βλέποντας τον γιο του Μπότσικα, Γιάννη, τον αποκάλεσε - λόγω της ιδιόμορφης σωματικής του διάπλασης - Μπιθεκούρα, που στα αρβανίτικα σημαίνει «Κολοκοτρώνης». Εξελληνισμένο το παρωνύμιο αυτό περνά από τα μέσα του 18ου αι. και στους υπόλοιπους Τζεργίνηδες.

Ο πατέρας του Θεόδωρου, Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, φημισμένος κλέφτης, σκοτώνεται από τους Τούρκους το 1780, ενώ στην ίδια μάχη σκλαβώνονται τα δύο μικρά του αδέλφια. Το γεγονός αυτό επιδρά καθοριστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του μικρού τότε Θόδωρου. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο δεκάχρονος Θοδωρής καταφεύγει με μια αδερφή του και τη μητέρα τους στην Αλωνίσταινα της Μαντινείας και λίγο αργότερα ακολουθεί τον θείο του Αναγνώστη, στον Ακοβο της επαρχίας Μεγαλόπολης.

«Δεκαπέντε χρονών μ' έβαλαν αρματολόν εις την επαρχίαν του Λεονταριού...», σημειώνει ο ίδιος.

Είκοσι χρονών νυμφεύεται την κόρη ενός πρώτου προεστού του Λεονταριού, την Αικατερίνη Καρούτσου, και μαζί της αποκτά τρία αγόρια τον Πάνο, τον Ιωάννη - Γενναίο και τον Κωνσταντίνο - Κολίνο, καθώς και 3 θυγατέρες. Αναφερόμενος στην οικογενειακή του ζωή γράφει: «Έχτισα σπίτια, επήρα προικιό ελιαίς, αμπέλι, έγινα νοικοκύρης, εφύλαγα και το βιλαέτι. Εστεκόμαστε πάντοτε με το τουφέκι».

Οι Τούρκοι όμως «μας εφθόνησαν και ήθελαν να μας σκοτώσουν. Αφάνισαν όλα τα αγαθά μας και έδωκαν διαταγήν όπου ακουσθούμε να μας χαλάσουν. ...Εμεινα με δώδεκα Κολοκοτρωναίους, επήγαμεν εις την Μάνην, αφήκαμεν ταις φαμίλιαις μας και εγυρίσαμε και εσηκωθήκαμε φανερά, εσυνάξαμε στρατιώτας, εμείναμε δύο χρόνους κλέφταις. Από 36 πρωτοξαδέρφια μόνον 8 εγλίτωσαν, οι άλλοι εχάθηκαν όλοι. Δεν είναι διάσελο οπού δεν είναι θαμμένος Κολοκοτρώνης, χωριστά τα δευτεροξαδέρφια, θείοι και λοιποί φίλοι χαμένοι. Το κλέφτης ήτον καύχημα, η ευχή των πατέρων ενός παιδιού ήτον να γίνη κλέφτης», γράφει στα απομνημονεύματά του.

Την εποχή αυτή ακριβώς αρχιζει η πορεία του στα σώματα των κλεφτών της Αρκαδίας, μια πορεία που έμελλε να καθορίσει τη μετέπειτα ζωή του, για την οποία σημειώνει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του: «Αυτό το είδος της ζωής που εκάναμε, μας βοήθησε πολύ εις την Επανάσταση, διότι ηξεύραμεν τα κατατόπια, τους δρόμους, τους ανθρώπους, συνειθίσαμαν να καταφρονούμεν τους Τούρκους, να υποφέρωμεν την πείναν, την δίψαν, την κακοπάθειαν, την λέρα και καθεξής...».

Ο Μακρυγιάννης εύστοχα χαρακτηρίζει τους κλέφτες σαν «μαγιά της λευτεριάς», γιατί αυτοί ήταν οι πρώτοι που καθοδήγησαν τους κατοίκους της ελληνικής υπαίθρου, τους οργάνωσαν και τους προετοίμασαν για τον κλεφτοπόλεμο και τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις εναντίον των κατακτητών.

Είναι γνωστό ότι σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι καταδιωκόμενοι κατέφευγαν στα ελληνικά βουνά, ζητώντας καταφύγιο και προστασία από τις αυθαιρεσίες και τις υπερβάσεις της εξουσίας, τις ατιμώσεις, τις εκτελέσεις ή την κακή συμπεριφορά των συνεργατών του εχθρού. Αποτέλεσαν έτσι τα κλέφτικα σώματα τους πρώτους πυρήνες αντίστασης του ελληνικού λαού. Ορισμένοι από αυτούς έμπαιναν στην υπηρεσία της Πύλης και διοριζονταν αρματολοί, δηλαδή διώκτες των κλεφτών. Ομως ποτέ δεν διέρρηξαν τους δεσμούς τους με τους πρώην συντρόφους τους, δημιουργώντας συνεχώς προβλήματα στους κατακτητές. 

Λόγω των συνεχών πολέμων στην Ευρώπη, την Ανατολή και ιδίως στον ελληνικό χώρο, η Πύλη αναγκαζόταν να ανεχθεί και σιωπηρά να αναγνωρίσει την ύπαρξη των κλεφταρματολικών ομάδων.

Έτσι μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, ο κλεφταρματολισμός αρχιζει να ανδρώνεται και κάποιες οικογένειες κλεφταρματολών να διακρίνονται στα βουνά της ελληνικής επικράτειας.

Οι ορεινές στην πλειονότητά τους εκτάσεις της Πελοποννήσου προσφέρονταν για τη δημιουργία κλέφτικων ομάδων, οι οποίες όμως δεν είχαν την ανάπτυξη που εμφάνιζαν οι αντίστοιχες στη Ρούμελη. Μία αιτία ίσως ήταν το ότι στα μεγάλα δυνατά κάστρα του Μοριά στρατοπέδευαν μόνιμα ισχυρές φρουρές Οθωμανών, που ήταν εύκολο να καταστειλουν τη δράση των κλεφτών.

Παρ' όλα αυτά σε περιόδους πολεμικής αναταραχής δρουν στο Μοριά φημισμένοι κλέφτες, όπως μετά τα Ορλωφικά του 1770, ο Παναγιώτης Βενετσανάκης, ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, πατέρας του Θεόδωρου, και ο Ζαχαριάς.

Με την έκρηξη του αγώνα της ανεξαρτησίας, οι κλέφτες αυτοί ή οι αρματολοί θα σπεύσουν να προσφέρουν τον εαυτό τους και τις ομάδες που έχουν υπό τις προσταγές τους στην υπηρεσία του έθνους. Από αυτούς τους άγνωστους οπλοφόρους θα ξεπηδήσουν και θα αναδειχθούν κάποιες στρατηγικές ιδιοφυΐες, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης.

Οι πυρήνες όμως αυτοί της στρατιωτικής οργάνωσης της Πελοποννήσου έμελλε να εξολοθρευτούν στις αρχές του 19ου αι. Συγκεκριμένα το 1804, η Πύλη ανησυχώντας υπέρμετρα για την ανάπτυξη του κλέφτικου κινήματος, αναγκάζει τον Πατριάρχη Καλλίνικο τον Δ' να εκδώσει συνοδικό επιτίμιο (αφορισμό) εναντίον των κλεφτών της Πελοποννήσου, αλλά και εκείνων που τους υπέθαλπαν ή δεν τους κατέδιδαν. Με τη σύμπραξη αρχιερέων και προκρίτων αρχιζει η άγρια καταδίωξή τους. Σε αυτήν αναφέρεται και το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι:

«Οι γέροντες και οι προεστοί και οι προύχοντες του τόπου, πιάνουν και γράφουν μια γραφή στο βασιλιά στην Πόλι,

Σε σέν' αφέντη βασιλιά, σε σένανε βεζίρη, οι κλέφταις που είναι στο Μωριά είνε και βασιλιάδες,

Ο Θοδωρής είν' βασιλιάς κι' ο Γιάννης είν' βεζίρης, κι ο Γεώργος από τον Αητό είνε κατής και κρίνει,

Ο βασιλιάς σαν τ' άκουσε πολύ του κακοφάνη, Ευθύς φερμάνι έβγαλε και στο Μωριά το στέλνει,

Τους κλέφταις να σκοτώσουνε τους Κολοκοτρωναίους...

«Εμάθαμεν ότι ήλθε το συνοδικό και το φερμάνι», θυμάται ο ίδιος: «Εμάζωξα όλους έως 150 και τους είπα να αναχωρήσωμε να πάμε εις την Ζάκυνθον. Αυτοί, αφού ήκουσαν ότι οι Ρούσοι είχαν πάρει όλους τους Έλληνας και τους επήγαν εις την Νεάπολι, με αποκρίθηκαν όλοι με ένα στόμα, ότι "ημείς δεν παγαίνομεν εις την Φραγκιά και θέλομεν να αποθάνωμεν επάνω εις την πατρίδα μας". Ο αδελφός μου ο Γιάννης με είπε ότι "Θέλω να με φάγουν τα όρνεα του τόπου μας”».


Ζάκυνθος - Επτάνησα

Οι Κολοκοτρωναίοι μπαίνουν στο στόχαστρο της κεντρικής εξουσίας αλλά και των κοτζαμπάσηδων. Ο ίδιος ο Θόδωρος αναγκάζεται να καταφύγει στα Επτάνησα το 1805: «Ολα τα στρατεύματα, καπετανάτα, τα κλέφτικα της Ρούμελης είχαν καταφύγει εις την Επτάνησον από τον ίδιον κατατρεγμόν τον εδικόν μου», γράφει τότε. Εκεί κατατάσσεται στον ρωσικό στρατό, αρνείται όμως να λάβει μέρος στο πλευρό των Ρώσων εναντίον του Ναπολέοντα: «Ο Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος (Α' της Ρωσίας) κάμνει πρόσκληση δια να γραφθούν οι Ελληνες εις τα στρατεύματα», λέει.. «Κάμνομεν όλοι μίαν αναφοράν, Σουλιώται, Ρουμελιώται και Πελοποννήσιοι εις τον Αυτοκράτορα και του ζητούμεν βοήθειαν δια να ελευθερώσωμεν τον τόπον μας. Ηλθε η απάντησις. Ομιλώ με τον Αρχηγόν των Ρωσικών στρατευμάτων και με λέγει ότι ο Αυτοκράτωρ τον διέταξε να παραδεχθή εις την δούλευσιν, όσους θέλουν να έμβουν και να υπάγουν να κτυπήσουν τον Ναπολέοντα. Του αποκρίνομαι: "Οσον δια το μέρος μου δεν εμβαίνω εις την δούλευσιν. τι έχω να κάμω με τον Ναπολέοντα;” Αν θέλετε όμως στρατιώτας δια να ελευθερώσωμεν την πατρίδα μας, σε υπόσχομαι και πέντε και δέκα χιλιάδες στρατιώτας. Μία φορά εβαπτισθήκαμεν με το λάδι, βαπτιζόμεθα και μίαν με το αίμα και άλλην μίαν δια την ελευθερίαν της πατρίδος μας».

Ο Γέρος του Μοριά αντιπροτείνει τότε στους Ρώσους να κάνουν απόβαση στις ακτές του Μοριά, «και τους υποσχόμουν εις δύο μήνας να ελευθερώσω την Πελοπόννησον». Ο στρατηγός των Ρώσων Παπαδόπουλος αποδέχεται το σχέδιο, αλλά o Γενικός Διοικητής Μοντσενίγος το απορρίπτει.

Κατόπιν αυτού o Κολοκοτρώνης επιστρέφει στο Μοριά όπου ανασυγκροτεί μία κλέφτικη ομάδα.

Στον νέο διωγμό που αρχιζει εναντίον του, κατορθώνει με ελάχιστους από τους συντρόφους του να διαφύγει στα Κύθηρα. Από εκεί μεταβαίνει στο Άγιον Όρος, όπου μαζί με τους οπλαρχηγούς του Ολύμπου, που έχουν επίσης βρει εκεί καταφύγιο, επιδίδεται στην πειρατεία και προξενεί μεγάλες καταστροφές στα τουρκικά πλοία.

Τελικά καταλήγει πάλι στα Επτάνησα, τα οποία ύστερα από αλλεπάλληλες κατοχές Ρώσων και Γάλλων περιέρχονται το 1809 στους Αγγλους.

Κατατάσσεται στον αγγλικό στρατό και προάγεται στον βαθμό του Ταγματάρχη. «Τότε», λέει στα απομνημονεύματά του, «εκάμαμε όσοι Ελληνες καπεταναίοι ευρέθημεν εις Ζάκυνθο μίαν αναφοράν, με την οποίαν εζητούσαμεν βοήθεια από την αγγλική κυβέρνησι δια να ελευθερώσωμεν την πατρίδα».

Το αίτημα του όμως δεν εισακούεται και τότε συνειδητοποιεί πως οι Ελληνες μόνο στις δικές τους δυνάμεις μπορούν να στηριχθούν: «ό,τι κάμωμε θα το κάμωμε μονάχοι και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους».

Ως μαγγιόρος, δηλαδή ταγματάρχης του Αγγλικού στρατού, φέρει την πασίγνωστη περικεφαλαία με την οποία πάντα απεικονίζεται, τη ζώνη και το σπαθί του. Δεν αποχωρίζεται όμως ποτέ τη φουστανέλα, λέγοντας μάλιστα: «Οσάκις έμβαινα εις δούλευσιν, έμβαινα πάντοτε με την συμφωνία, ότι από την Επτάνησον να μην απομακρύνωμαι και να μην πολεμώ παρά εις Τούρκικο τόπο και το φόρεμα να μην εβγάλω».

Ευρισκόμενος στην Ζάκυνθο νιώθει μεγάλη νοσταλγία για την πατρίδα του τον Μοριά: «γύριζε συχνά τα μάτια και αγνάντευε τα βουνά του Μωριά», γράφει o Φωτάκος και έλεγε: «Αχ, δε θα ξανάρθη πάλι το σεφέρι; Δε θ' αντιλαλήση πάλι στης ράχες του Μωριά το ντουφέκι το Κολοκοτρωναίικο;».

Στη νοσταλγία του αυτή αναφέρεται και το δημοτικό τραγούδι:

«Ο Θοδωράκης κάθεται στη Ζάκυνθο στο κάστρο,

Ρήχνει το κιάλι και τηράει τους κάμπους κι αγναντεύει,

Λέπει τους κάμπους πράσινους και τα βουνά γεράνια, Και τα γιατάκια των κλεφτών πολύ σκοτιδιασμένα,

Και του' ρθε σαν παράπονο και κάθεται και κλαίει...

Τ' έχεις πατέρα μου και κλαις και βαρυαναστενάζεις;

Βλέπω το πέλαγο πλατύ και τον Μοριάν αλάργα,

Και μούρθε το παράπονο και το μεγάλο ντέρτι...»

H θητεία του αυτή αγγλικό στρατό τού παρέχει σπουδαίες γνώσεις για την τέχνη του πολέμου, τις οποίες θα αξιοποιήσει αργότερα στον αγώνα της Ανεξαρτησίας. Επίσης, με την επαφή του με ανώτατους Αγγλους αξιωματούχους, εισάγεται στα άδυτα της τέχνης της πολιτικής και της διπλωματίας. O Τερτσέτης γράφει για την υπηρεσία του Γέρου του Μοριά στα ξένα στρατεύματα: «Όσες φορές εγράφθη εις ξένην στρατιωτική υπηρεσίαν, δεν εκρέμασε ποτέ φούντα εις το σπαθί του, εξηγών κατά γράμμα τους στίχους του Ρήγα:

«Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθή, ή να κρεμάση φούντα για ξένον στο σπαθί ».

Στις επίσημες περιστάσεις φορά πάντα την πολεμική περικεφαλαία, κατάλοιπο και αυτό της θητείας του στον αγγλικό στρατό. Αν την παρατηρούσε κανείς προσεκτικά θα έβλεπε χαραγμένη επάνω της την λέξη «Είθε». H αρχαϊκή αυτή ρήση δεν χαράχθηκε το 1821, ούτε τις παραμονές της Επανάστασης, αλλά το 1808. Κατά την εποχή εκείνη ο στρατηγός, συνταγματάρχης των αγγλικών όπλων στα Επτάνησα, είχε διαταχθεί να οργανώσει δύο συντάγματα από Ελληνες πολεμιστές. Για να συνδέσει δε τους αγωνιστές της Ελλάδος με ένα αίσθημα εθνικό και δώσει σε αυτούς το σύνθημα ενός μέλλοντος, «έθηκεν επί της περικεφαλαίας αυτών την λέξιν είθε», δηλαδή είθε να φθάσει η ημέρα κατά την οποίαν να αναγεννηθεί η Ελλάδα.

Εκτός όμως από τη στρατιωτική εκπαίδευση, στα Ιόνια Νησιά, φροντίζει και για τη μόρφωσή του. Στέλνει τα παιδιά του στον γνωστό δάσκαλο Μαρτελάο, κοντά στον οποίο μορφώνεται και o ίδιος τον καιρό της νεότητος», λέει, «οπού ημπορούσα να μάθω κάτι, σχολεία, ακαδημίαι δεν υπήρχαν. Μόλις ήσαν μερικά σχολεία, εις τα οποία εμάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν. Το ψαλτήρι, το οκτωήχι, ο μηναίος, άλλαι προφητείαι, ήσαν τα βιβλία οπού ανέγνωσα. Δεν είναι παρά αφού επήγα εις την Ζάκυνθον, οπού εύρηκα την ιστορία της Ελλάδος εις την απλοελληνικήν. Τα βιβλία που εδιάβαζα ήταν η ιστορία της Ελλάδος, η ιστορία του Αριστομένη, η Γοργώ και η ιστορία του Σκεντέρμπεη. Η γαλλική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε κατά την γνώμη μου να ανοιξουν τα μάτια του κόσμου. Πρωτήτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενόμιζον ως θεούς της γης και ό,τι και αν έκαμναν, το έλεγαν καλά καμωμένο....».

Στα αγγλικά στρατεύματα o Κολοκοτρώνης παραμένει μέχρι το 1817, ενώ τα επόμενα χρόνια εργάζεται στην Ζάκυνθο ως ζωέμπορος για να ζήσει την οικογένειά του. Ομως στο νησί αυτό των Ιονίων, χάνει και την πολυαγαπημένη του γυναίκα.

Την 1η Δεκεμβρίου 1818 μυείται στη Φιλική Εταιρεία από τον φιλικό Πάγκαλο και με ζήλο διαδίδει τους σκοπούς της. Γράφει γι' αυτό σχετικά: «Την Εταιρείαν με την είπε ο Πάγκαλος, έπειτα επέρασε και ο Αναγνωσταράς με έφερε γράμμα από την Εταιρεία και άρχισα να κατηχώ και εγώ διαφόρους εις την Ζάκυνθο, Κεφαλονιά και διαφόρους καπεταναίους Σπετσιώτικων και Υδραίικων καραβιών. Τέλος πάντων το μυστήριον της Εταιρείας ήρχισε να διαδίδεται εις κάθε λογής ανθρώπους και καλούς και κακούς και εβιασθήκαμε να κινήσωμεν μίαν ώραν αρχήτερα την επανάστασιν».

Τον καιρό εκείνο επισκέπτεται και τον Ιωάννη Καποδίστρια στην Κέρκυρα: «τον αντάμωσα, εκάθησα 30 ημέρας και ωμιλήσαμε πολλά περί της υποθέσεως», γράφει στα απομνημονεύματά του. Θυμάται μάλιστα ότι «Ο Καποδίστριας μία μέρα είχε τραπέζι σε πολλούς». Εκεί λοιπόν που ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης λιάνιζε το αρνί, του λέει ο Καποδίστριας: «Φέτος εδώ και του χρόνου στο Μωριά». Ο Κολοκοτρώνης το φυλάει αυτό καλά στον νου του και «άμα σηκώθηκε η Επανάσταση, έγραψε στον Καποδίστρια ναρθή να φάνε τ' αρνί». .

«Στην Ζάκυνθο», γράφει και πάλι ο Τερτσέτης, «εδιάβαζεν ο Κολοκοτρώνης, το Ευαγγέλιον εις την έκδοσιν την αγγλικήν, την εμποδισμένην από την εκκλησία. Έτυχε παρών ο Δικαίος Φλέσσας, τότε νέος και αναγνώστης. "Μην διαβάζης του λέγει, δεν πρέπει, έχει αφορισμόν ο Πατριάρχης". "Εσύ που διαβάζεις, είσαι καταραμένος, ωργισμένος από τον Θεόν”, του το δευτεροείπε. Αναψε o Γέρος, σου αρπάζει τον Δικαίον από τα μαύρα περίσσια μαλλιά του, τον βάνει κάτου και ετρόμαξαν οι φίλοι να τον γλυτώσουν από τα χέρια του. O Κολοκοτρώνης ενθυμήθη το πατριαρχικό αφοριστικό του 1804, με το οποίο βέβαια δεν ήτον εις αρμονίαν. Για αυτό και αργότερα στον λόγο του προς τους νέους στην Πνύκα, θα πει: "Αυτός, o Πατριάρχης έκανεν ότι του έλεγε o Σουλτάνος”».


Της ΓΙΟΥΛΗΣ ΚΟΚΚΟΡΗ δημοσιογράφου,  Μεγάλες Δίκες, Η Δίκη του Κολοκοτρώνη 

Δείτε επίσης: Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

Κυριακή, Νοεμβρίου 03, 2024

Νίκος Ζαχαριάδης

ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Ο Νίκος Ζαχαριάδης είχε γεννηθεί στις 27 Απριλίου 1903 στην Αδριανούπολη της Θράκης. Ο πατέρας του λεγόταν Παναγιώτης Ζαχαριάδης και καταγόταν από τη Ρούμελη. Ήταν απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής, πολύγλωσσος, πολυμαθής και είχε γίνει εμπειρογνώμονας αγοράς καπνών στη γαλλοτουρκική καπνεμπορική εταιρία «Ρεζί Οτομάν», έχοντας ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του από καπνεργάτης.

Πορτρέτα του Νίκου Ζαχαριάδη 
που είχε στη διάθεσή της η
Ασφάλεια. Κάτω δεξιά, η μητέρα 
του Ερατώ 
Η μητέρα του λεγόταν Ερατώ Πρωτόπαπα και ζούσε στα Άδανα της Τουρκίας, όπου ο πατέρας της ήταν ξενοδόχος και καταγόταν από την Κυνουρία. Εκεί γνωρίστηκε με τον Παναγιώτη Ζαχαριάδη, που είχε μείνει στο ξενοδοχείο του πατέρα της κατά τη διάρκεια παραμονής του στα Άδανα για λόγους υπηρεσιακούς, ερωτεύτηκαν και τελικά παντρεύτηκαν το 1899. Η ίδια είχε φοιτήσει σε Σχολή Καλογραιών και ανήκε στα παιδιά της καλής τοπικής κοινωνίας. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά, δύο δίδυμες κόρες, τη Φώφω και τη Σάσα, και δύο αγόρια, τον Νίκο και τον Δημήτρη. Και τα τρία αδέλφια του Νίκου Ζαχαριάδη, όταν μετά από πολλά χρόνια o ίδιος απέκτησε μεγάλη φήμη ως αρχηγός του ΚΚΕ, ελάχιστη έως μηδενική επαφή είχαν μαζί του. Η μία αδελφή είχε παντρευτεί έναν πλούσιο καπνέμπορο, η άλλη έναν στρατιωτικό αρχίατρο, ενώ ο κατά δύο χρόνια μικρότερος αδελφός του Δημήτρης είχε διοριστεί επί Μεταξά ως υπάλληλος στην Αγροτική Τράπεζα.

Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα, η οικογένεια είχε μετακομίσει πολλές φορές σε διάφορες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας, γι' αυτό και τα παιδιά είχαν γεννηθεί σε διαφορετικές πόλεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι o Νίκος Ζαχαριάδης πρωτοπήγε σχολείο στα Σκόπια, ενώ φοίτησε στο επτατάξιο δημοτικό σχολείο της μακρινής Νικομήδειας και για ένα χρόνο στο γυμνάσιο της Αδριανούπολης, όπου είχε ξαναμετατεθεί ο πατέρας του.

Σύμφωνα με τον φίλο και συνεργάτη του, αλλά μετέπειτα θανάσιμο αντίπαλό του, Κώστα Καραγιώργη, που είχε συντάξει μια διθυραμβική βιογραφία του στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» (1.11.1946, σελ. 607), στη Νικομήδεια ήταν που για πρώτη φορά γνώρισε τον σοσιαλισμό, τη ρώσικη επανάσταση και τον Λένιν. Σ' αυτά τον εισήγαγε ένας Κύπριος φίλος του στη Νικομήδεια, κατά αρκετά χρόνια μεγαλύτερός του, o Ευριπίδης Αναστασιάδης, που υπηρετούσε ως διερμηνέας στον αγγλικό στρατό. Τότε ταρακουνήθηκε για πρώτη φορά, τόσο πολύ μάλιστα, ώστε εγκατέλειψε την ομάδα Ελλήνων προσκόπων της Νικομήδειας όπου ήταν αρχηγός. Ωστόσο η πληροφορία αυτή χρησίμευσε αργότερα στον Μάρκο Βαφειάδη για να διατυπώσει κατηγορίες ότι ο Ελληνοκύπριος εκείνος ήταν που ενέταξε τον Ζαχαριάδη στην Ιντέλιτζενς Σέρβις.

Η οικογένεια Ζαχαριάδη το 1919 ζούσε στη Νικομήδεια, λοιπόν, όταν ο Νίκος εμπνευσμένος από το πνεύμα των Μπολσεβίκων, που του είχε ενσταλάξει ο Κύπριος διερμηνέας, αποφάσισε να εγκαταλείψει το σπίτι και την οικογένειά του. Αρχικά η πρόθεσή του ήταν να καταταγεί εθελοντής στον ελληνικό στρατό, που τότε - με εντολή των Συμμάχων - κατελάμβανε την Ιωνία, ώστε να μπορέσει να διαδώσει τις μαρξιστικές ιδέες στους στρατιώτες. Εφοδιασμένος με λίγα χρήματα, πήγε στη μεγαλούπολη, την Κωνσταντινούπολη, αναζητώντας την περιπέτεια και προσδοκώντας από εκεί να κατορθώσει να φτάσει στη νεοπαγή Σοβιετική Ένωση, πρόθυμος για να προσφέρει και ο ίδιος τον εαυτό του. Σε μια εποχή τόσο ρευστή, όσο εκείνη στην ηττημένη Τουρκία τότε, ο μόλις δεκαεξάχρονος Νίκος Ζαχαριάδης έκανε πράξη την έμπνευσή του και αποφάσιζε να εγκαταλείψει την ήρεμη και «καθωσπρέπει» οικογενειακή ζωή για να γνωρίσει από πρώτο χέρι τις επαναστατικές ιδέες.

Ωστόσο, η πορεία του δεν ήταν εύκολη στα πρώτα εκείνα χρόνια. Στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρέθηκε από τη Νικομήδεια, χρειάστηκε για να επιβιώσει να κάνει διάφορες πρόχειρες δουλειές. Άλλοτε εργαζόταν σαν βοηθός ενός μπακάλη, άλλοτε σαν φορτοεκφορτωτής και στο τέλος σαν βοηθός ενός σαράφη. Τα κατάφερνε πολύ δύσκολα σε μια μεγάλη πολιτεία, που βρισκόταν υπό συμμαχική κατοχή.

Εκεί συνδέθηκε με άλλους Έλληνες νεαρούς αναρχοκομμουνιστές, όπως οι Λαύρας, Βογιατζής, Λέανδρος Κρητικός και Σεραφείμ Μάξιμος. Ανάμεσα στις άλλες δουλειές που έπρεπε να κάνει για να τα βγάζει πέρα, εργαζόταν και ως ναυτεργάτης σε διάφορα ρυμουλκά. Η ομάδα των νεαρών κομμουνιστών είχε συνδεθεί με στελέχη της τοπικής «Τσέκα», τα οποία τους ανέθεσαν να υπεξαιρέσουν εμπιστευτικά έγγραφα από το σπίτι ενός Ρώσου στρατηγού Χαράζωφ, που με τον Βράγκελ είχε πολεμήσει κατά των μπολσεβίκων και τώρα ήταν εξόριστος και είχε βρει άσυλο εκεί. Τη «δουλειά» ανέλαβε ο πρόθυμος Νίκος Ζαχαριάδης και μαζί με τα έγγραφα έκλεψε και τιμαλφή μεγάλης αξίας. Ο Ρώσος εξόριστος κατήγγειλε την κλοπή στην τουρκική αστυνομία, που άρχισε να κάνει έρευνες και ανακρίσεις, οπότε για μεγαλύτερη ασφάλειά του ο Ζαχαριάδης φυγαδεύθηκε με πλοίο στη Σοβιετική Ένωση και αποβιβάσθηκε στο λιμάνι της Θεοδόσιας.

Εκεί έπιασε δουλειά ως ναυτεργάτης και λιμενεργάτης, αλλά στην πραγματικότητα του είχε ανατεθεί να παρακολουθεί τις κινήσεις των Ελλήνων προσφύγων που επεδίωκαν να διαφύγουν από τη Σοβιετική Ένωση. Τον Απρίλιο του 1924, ύστερα από υπόδειξη της Ελληνικής Κομμουνιστικής Οργάνωσης του Ροστόβ, αποφασίστηκε ο Ζαχαριάδης να φύγει για την Ελλάδα. Και πράγματι, επιβιβάσθηκε σε σοβιετικό πλοίο που τον οδήγησε στον Πειραιά. Ήδη ήταν μέλος του Κ.Κ. της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ το 1923 έγινε και μέλος του Κ.Κ. Τουρκίας.

Το 1924 είναι μια ακόμη χρονιά κομβική για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Στις 25 Μαρτίου του χρόνου εκείνου ανακηρύσσεται πανηγυρικά η πρώτη Ελληνική Δημοκρατία, ενώ o βενιζελισμός που πολιτικά επικρατεί απογαλακτίζεται από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, o οποίος για μια ακόμη φορά εγκαταλείπει την ελληνική πολιτική. Είναι πολλές οι πολιτικές ανακατατάξεις που συντελούνται, καθώς επιχειρείται να διαγραφεί μια πορεία βενιζελική μεν, αλλά χωρίς τον Βενιζέλο και κυρίως χωρίς τους δυναμικούς συνταγματάρχες που από τον Σεπτέμβριο 1922 είχαν ανέλθει στην εξουσία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Από την εποχή του 1920 πολλά έχουν αλλάξει. Η αντιβενιζελική παντοδυναμία στις μοιραίες εκλογές εκείνης της χρονιάς έχει μεταβληθεί, όπως και οι ψήφοι των κομμουνιστών. Από εκατό χιλιάδες που είχαν συγκεντρώσει οι κομμουνιστές υποψήφιοι, στις εκλογές του Δεκεμβρίου 1923 περιορίστηκαν στις 18.000 ψήφους. Το ότι στην Ελλάδα βρίσκονταν πλέον και οι πρόσφυγες της Καταστροφής δεν ήταν στοιχείο θετικό για να βελτιωθεί η δύναμη του ούτως ή άλλως νεότευκτου ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Οι πρόσφυγες αισθάνονταν προδομένοι - και ανάμεσα σ' εκείνους που μέμφονταν ως υπαίτιους περιλαμβανόταν και η Σοβιετική Ένωση, η οποία είχε πολλαπλώς βοηθήσει τους Τούρκους του Κεμάλ.


ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ίδια η Σοβιετική Ένωση ενδιαφερόταν τώρα να εξισορροπήσει τις σχέσεις με την Ελλάδα, σε μια εποχή που δεν υπήρχε καν διπλωματική εκπροσώπηση. Μέσω του ΚΚΕ υποβλήθηκε τον Ιανουάριο 1924 μια πρόταση προς την ελληνική κυβέρνηση για αποκατάσταση των εμπορικών και διπλωματικών σχέσεων Ελλάδος - ΕΣΣΔ. Στο έγγραφο γίνεται ειδική προσπάθεια για την πώληση καλού και φθηνού σίτου στην Ελλάδα, ενώ αφήνεται και μια έμμεση απειλή για την τύχη των Ελλήνων που ζουν στη Ρωσία, αν δεν αποκατασταθούν οι ελληνορωσικές σχέσεις.

Ταυτόχρονα φθάνει στην Ελλάδα μια σειρά νεαρών στελεχών, παθιασμένων μπολσεβίκων: Σεραφείμ Μάξιμος, Νίκος Νικολαΐδης, Κώστας Σκλάβος, Ιωακείμ Τσατσάκος, Πέτρος Ρούσος, Νίκος Ζαχαριάδης, Λέανδρος Κρητικός, Σμαρώ Κρητικού, Στέλλα Κοσμίδου και άλλοι. Όχι απλώς ήταν φανατισμένα και αποφασισμένα στελέχη, αλλά έρχονταν στην Ελλάδα με εντολή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και προορίζονταν για να αναλάβουν ηγετικές θέσεις. Είναι το νέο αίμα που φθάνει καθοδηγημένο από τη «μεγάλη πατρίδα» για να συμβάλει στην ανασύνταξη και στο ξεκαθάρισμα του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Εκεί μόλις έχει πεθάνει ο Λένιν και οι ζυμώσεις εξακολουθούν για τη διαδοχή του.

Όταν ήλθε στην Ελλάδα ο νεαρός Νίκος Ζαχαριάδης, με εντολή της ηγεσίας τον υποδέχθηκε ο Τάσος Χατζηαναστασίου, ο οποίος περιγράφει:

«Ήταν Ιούλιος του 1924, Κυριακή απόγευμα, που o τότε γραμματεύς της K.E. του ΚΚΕ Θωμάς Αποστολίδης - ένας Τίμιος αγωνιστής που δεν έγινε ποτέ όργανο της Μόσχας - μ' εκάλεσε ένα μυστικό σπίτι του Κόμματος, στην οδό Παλαμηδίου και μου είπε:

- Θέλω να σου αναθέσω μια επικίνδυνη αποστολή. Νομίζω, πως είσαι o μοναδικός "νεολαίος" που μπορείς να την φέρεις σε πέρας.

- N' ακούσω, σύντροφε Αποστολίδη, ψιθύρισα.

O μακαρίτης Αποστολίδης, μόλις ακουόμενος, άρχισε να λέει:

- Μόλις σουρουπώσει, θα κατέβεις στον Πειραιά. Μπροστά στο τελωνείο, θα σε περιμένει ένας βαρκάρης που το "παρατσούκλι" του είναι "Ριζοσπάστης". Το πραγματικό του όνομα είναι Μήτσος Δημητρόπουλος. M' αυτόν, θα προσπαθήσεντε να πλησιάσετε το σοβιετικό πλοίο "Τσιτσέριν". Απ' το πλοίο αυτό θα παραλάβεις έναν νέο σαν κι εσένα και θα τον φέρεις στην Αθήνα. Φρόντισε να του βρεις ρούχα, παπούτσια και μέρος να κοιμηθεί. Έρχεται απ' την Μόσχα!

Την εποχή εκείνη, τα σοβιετικά, όπως και όλα τα ξένα πλοία επετηρούντο από ένα ναύτη του Λιμεναρχείου, o οποίος κατά κανόνα εστέκετο στην κλίμακα του πλοίου, κουβεντιάζοντας με άνδρες του πληρώματος. Έτσι, η λαθραία αποβίβαση επιβατών ήταν εύκολη. Για καλό και για κακό, o Θωμάς Αποστολίδης με είχε εφοδιάσει μ' ένα σημαντικό χρηματικό ποσόν, ώστε αν η αποβίβαση "εμπερδεύετο", να είμαι εις θέσιν να δωροδοκήσω τον ναύτη του Λιμεναρχείου...

Είχε ήδη νυχτώσει, όταν βρέθηκα στη βάρκα του Δημητρόπουλου. Ο πονηρός βαρκάρης άρχισε να "φέρνει βόλτα" το "Τσιτσέριν" από το μέρος που δεν έβλεπε ο ναύτης του Λιμεναρχείου. Είχαν περάσει είκοσι λεπτά της ώρας, όταν ξαφνικά ακούστηκε από το πλοίο ένα σιγανό σφύριγμα. Πλησιάσαμε στο πλοίο και είδα μια γυναίκα που φορούσε στολή καπετάνιου να χειρονομεί.

Μα "έγνεφε" να πλευρίσουμε σε μια σχοινένια σκάλα, απ' όπου είδα να κατεβαίνει ένας "μούτσος" με μαύρο παντελόνι και "μπλε" μπλούζα, φορώντας ένα ναυτικό κασκέτο.

Ο άγνωστος πήδηξε στη βάρκα σαν βάτραχος, χωρίς να πει λέξη.

Όταν απομακρυνθήκαμε από το "Τσιτσέριν", ήταν κάπου εννιά και τέταρτο. Κανείς δεν είχε αντιληφθεί το "εγχείρημα". O Δημητρόπουλος άρχισε να τραβάει βιαστικά κουπί. Όταν φθάσαμε, λίγο πιο έξω απ' τα καρβουνιάρικα, είπα στον βαρκάρη:

- Εδώ μπάρμπα - Μήτσο άφησέ μας.

O άγνωστος και αμίλητος ώς εκείνη τη στιγμή λαθρεπιβάτης, με μια χοντρή και παράξενη φωνή με ρώτησε:

- Είναι σίγουρα εδώ;

Δεν του 'δωσα καμιά απάντηση, παρά μόνον όταν η βάρκα πλεύρισε στο μουράγιο, του είπα:

- Μπρος, πάμε...

Διασχίζοντας τους ερημικούς δρόμους του Πειραιώς για να πάμε προς τον σταθμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, ρώτησα τον άγνωστό μου νέο:

- Πώς θα σε λέμε;

Εκείνος με απότομο ύφος μουρμούρισε:

- Κόλλια.

- Τι λες βρε, του είπα, αυτό είναι ξένο όνομα, δεν συμφέρει...

- Τότε να με λες Νίκο, ψιθύρισε κάπως μειωμένος.

- Έχεις ξανάρθεις στην Ελλάδα; τον ρώτησα.

- Όχι, απάντησε ξερά.

Αμίλητοι φθάσαμε στο Μοναστηράκι.

Στο τραίνο μέσα, με τρόπο παρατηρούσα τον συνοδό μου. Ήταν ένας τύπος νέου, αδύνατου, με χοντρά κόκαλα. Πάνω απ' το δεξί του φρύδι, είχε ένα αρκετά ογκώδες "καρούμπαλο". Νευρικά κοίταζε δεξιά και αριστερά, σαν να μην τον χωρούσε ο τόπος...

Όταν βγήκαμε στην πλατεία Μοναστηρακίου και εβεβαιώθην ότι δεν παρακολουθούμεθα, τον ρώτησα:

- Πεινάς Νίκο;

Εκείνος, γελών και ξεροβήχοντας, απάντησε:

- Πεινάω και πολύ μάλιστα. Έχω να φάω απ' το πρωί. Ήμουνα βλέπεις από χθες τα μεσάνυχτα υπ' ατμόν. Δεν έβλεπα την ώρα, για να βγω στην στεριά. Σε περίμενα σαν Θεό!...

Τον οδήγησα στην αρχή της οδού Πατησίων, όπου τότε ήταν το εστιατόριο "o Συγγρός".

Στο εστιατόριο εκείνο, τότε, σύχναζε η "αφρόκρεμα" του Κομμουνισμού. O Ξύδης, ο Πουλιόπουλος, o Πηλιώτης, o Χαϊτάς, o Κολοζώφ, o Εφραιμίδης, o Λάβδας, o Βατικιώτης, o Θεοδώρου, o Μοναστηριώτης, o Κουτσομπός, o Φίτσος κ.ά.

Φυσικά για λόγους συνωμοτικούς, σε κανέναν από αυτούς δεν συνέστησα τον Νίκο. Καθήσαμε σ' ένα τραπέζι μόνοι. Όταν φύγαμε απ' το εστιατόριο, τοι' είπα:

- Τώρα, θα σε πάω να κοιμηθείς στα γραφεία ενός σωματείου. Αύριο θα σου φέρω ρούχα και παπούτσια για να βγάλεις τα ναυτικά και θα δούμε πώς θα σε τακτοποιήσω.

Τον επήγα στο Εργατικό Κέντρο, που στεγαζότανε στο παλιό Δημοτικό Θέατρο. Τον κλείδωσα στα γραφεία του σωματείου αρτεργατών. Το σωματείο αυτό δεν ήταν κομμουνιστικό και φυσικά δεν παρηκολουθείτο από τους χωροφύλακες του Ειδικού Αποσπάσματος Ασφαλείας.

Την επομένη, πρωί-πρωί, πήγα τον παρέλαβα, του αγόρασα παπούτσια, παντελόνι, σακάκι και δυο "αλλαξιές" και κατά το μεσημέρι, κατόπιν εντολής του μακαρίτη του Αποστολίδη, τον παρουσίασα στον Γενικό Γραμματέα της Ομοσπονδίας Παλαιών Πολεμιστών Ξύδη, που ήτο μια παντοδύναμη και μαχητική Οργάνωση τότε των κομμουνιστών. Ανεβαίνοντας τις σκάλες της Ομοσπονδίας, ο συνοδός μου έσκυψε και ψιθυριστά στο αυτί μού είπε:

- Λέγουμαι Ζαχαριάδης, έτσι θα με παρουσιάσεις στους συντρόφους...

Ο Ξύδης αδιάφορα και με ρώτησε:

- Ποιος είναι αυτός;

- Είναι ένας σύντροφος απ' την Καβάλα. Τον συνιστά ο σ. Αποστολίδης. Θέλει να του βρεις δουλειά!

Στο άκουσμα των λόγων μου, o Ξύδης έγινε έξω φρενών.

- Να πεις του σ. Αποστολίδη, φώναξε, πως η Ομοσπονδία Πολεμιστών, δεν είναι μεσιτικό γραφείο.

Και γυρίζοντας προς τον Ζαχαριάδη, είπε:

- Τι δουλειά μπορείς να κάνεις; Είσαι μέλος της Νεολαίας; Εκείνος ξεροκατάπιε και με ύφος θρασύτατο απάντησε:

- Αυτό δεν είναι δική σου υπόθεση. Αν μπορείς να με βολέψεις κάπου, έχει καλώς. T άλλα θα κανονισθούν από πάνω...

Την ίδια στιγμή στο γραφείο του Ξύδη, μπήκε o Πηλιώτης, ταμίας της Ο.Π.Π., που άκουσε την κουβέντα. Αποτεινόμενος σε μένα ο Πηλιώτης σιγά, μου είπε:

- Μπορεί να κάνει τον διεκπεραιωτή στην εφημερίδα «Π. Πολεμιστής». Είναι βαριά δουλειά. Θα πηγαίνει στου Παπαδόγιαννη το τυπογραφείο και θα κουβαλάει με καρότσι τα φύλλα, έως εδώ.

Ο Ζαχαριάδης που άκουσε την συνομιλία, πλησίασε λέγων:

- Μπορώ, μπορώ, ξεύρω την δουλειά. Με μόνη την συμφωνία να μου δώσετε λίγα λεφτά και να μ' αφήσετε να κοιμάμαι στα γραφεία της εφημερίδος μέχρι που να τακτοποιηθώ...

Ο Πηλιώτης σήκωσε τους ώμους του:

- Να κοιμάσαι στα γραφεία μπορείς, αλλά λεφτά...

- Καλά, διέκοψα, το οικονομικό θα το φροντίσω εγώ.

Η συμφωνία είχε κλεισθεί. Πήρα τον Ζαχαριάδη, τον επήγα στην οδό Ψαρρών, όπου το τυπογραφείο του Παπαδόγιαννη και τον συνέστησα στους ανθρώπους του τυπογραφείου, δείχνοντάς του και τους δρόμους. Το ίδιο βράδυ, o Ζαχαριάδης άρχισε το "κουβάλημα” των εφημερίδων με το καροτσάκι.

O Παπαδόγιαννης, που ήταν ένας πράος άνθρωπος, κοίταζε τον Ζαχαριάδη, με κλειστό μάτι.

- Πού στο διάβολο τον βρήκατε αυτόν; με ρώτησε. Αυτός είναι σατανάς. Θα μου διαλύσει το μαγαζί με την προπαγάνδα του. Δεν σταματάει το στόμα του. Πες του, να έχει λίγες κουβέντες με το προσωπικό του τυπογραφείου...

Τρεις ημέρες μετά τα γεγονότα εκείνα, με φώναξε πάλι ο Θωμάς Αποστολίδης και με ρώτησε:

- Τι έγινε o νεολαίος απ' την Ρωσία; Τον τακτοποίησες;

Είπα στον μακαρίτη Αποστολίδη τα διατρέξαντα και εκείνος προσέθεσε:

- Πήγαινε να τον γράψεις αθορύβως στη Νεολαία. Πρέπει να γίνει μέλος της ΟΚΝΕ.

Τα κεντρικά γραφεία της Κομμουνιστικής Νεολαίας Αθηνών ήταν στην οδό Ευριπίδου 14. Σκέφθηκα πως δεν έπρεπε να κάνει την εμφάνισή του o Ζαχαριάδης εκεί.

Απετάνθην τότε στον Στέλιο Σκλάβαινα, που ήταν κλητήρας του "Ριζοσπάστη" και συγχρόνως γραμματεύς της τοπικής Κομμουνιστικής Νεολαίας Κάτω Πετραλώνων.

- Πρέπει να γράψεις στο Παράρτημά σου ως μέλος έναν Νίκο Ζαχαριάδη. Είναι εντολή του γραμματέως του Κόμματος, είπα στον Σκλάβαινα.

Εκείνος με ρώτησε:

- Τι δουλειά κάνει; Είναι εργάτης ή διανοούμενος; 

- Εργάτης, απάντησα.

- Καλά, είπε, φέρ' τον το βράδυ στα Πετράλωνα.

Πραγματικά ήταν Πέμπτη βράδυ που τον πήγα στα γραφεία της Κομμουνιστικής Νεολαίας και τον συνέστησα. Την επομένη Κυριακή, o Ζαχαριάδης έκανε την πρώτη δημοσία εμφάνισή του. Μίλησε στους "νεολαίους" των Πετραλώνων για την "ανάγκη της παράνομης δουλειάς" ...

Την Κυριακή, αφού ο Ζαχαριάδης έκανε την πρώτη δημοσία του εμφάνιση στην συνοικία της Αγίας Φωτεινής των Κάτω Πετραλώνων, ήλθε και με βρήκε στα γραφεία της Γεν. Συνομοσπονδίας, που ήταν τότε εγκατεστημένα μέσα στην στοά του συνδικάτου "Πρόοδος", επί της οδού Λυκούργου 10, εκεί που τώρα υψούται το Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Δημ. Υπαλλήλων.

Φαινόταν ευχαριστημένος και υπερήφανος. Η ομιλία του έκανε εντύπωση όχι μόνο στους "νεολαίους", αλλά και στους ενήλικους κομμουνιστές που την παρακολούθησαν. 'Ως την εποχή εκείνη, για να είσαι κομμουνιστής αρκούσε να φοράς μια κόκκινη "φλοτάν" γραβάτα, ή να έχεις ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο πέτο σου. Φυσικά, τα άκοπα μαλλιά σου ή η βρώμική σου εμφάνιση με σχισμένες κάλτσες ή ξηλωμένα παπούτσια, σου προσέδιδαν ακόμη περισσότερη κομμουνιστική αίγλη .

O Ζαχαριάδης στη διάλεξή του καυτηρίασε όλα αυτά, μίλησε "για παράνομη δράση", μα συγχρόνως τόνισε πως ένας κομμουνιστής "μιλιτάν", δεν πρέπει να είναι και... αλήτης.

Το "σούσουρο" για το ότι o ομιλητής "ήλθε απ' έξω" δεν απεφεύχθη. Όλοι κατάλαβαν πως o νεαρός "νεολαίος“ ήταν απεσταλμένος απ' τη Ρωσία. Κανείς όμως δεν τολμούσε να το πει στον διπλανό του.

Εν πάση περιπτώσει, ο Ζαχαριάδης μόλις με πλησίασε μου είπε:

- Ξέρεις, έμαθα πως η αδελφή μου συχνάζει στο Ζάππειο. Θέλω να με πας εκεί, να την ιδώ από μακριά...

- Έχεις αδελφή στην Αθήνα; ρώτησα έκπληκτος. 

- Και μάνα και αδέλφια, μου είπε εκείνος μυστηριωδώς.

Και συνέχισε:

- Μα ξέρεις, δεν θέλω να μάθουν πως βρίσκουμαι στην Αθήνα. Αυτοί με νομίζουν χαμένο...

Ικανοποίησα την επιθυμία του και τον επήγα στο Ζάππειο.

Αφού μείναμε κάπου μια ώρα εκεί, ακούοντας μουσική, ξαφνικά μου είπε:

- Πάμε να φύγουμε!

- Είδες την αδελφή σου; ρώτησα.

- Μου φαίνεται ναι, είπε αόριστα. Δεν την θυμάμαι και τόσο καλά...

Δεν επέμεινα στην ερώτησή μου, γιατί φαντάστηκα πως μεταξύ του Ζαχαριάδη και των δικών του, εκρύπτετο κάποιο οικογενειακό δράμα, που δεν ήθελε να μου το φανερώσει».

Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο του Τάσου Χατζηαναστασίου είναι αποκαλυπτική για το πώς πρωτοήρθε στην Ελλάδα ο Νίκος Ζαχαριάδης και πώς συνδέθηκε αμέσως με το ΚΚΕ, το οποίο άλλωστε τον περίμενε. Φυσικά, κανείς δεν μπορούσε να φαντασθεί εκείνη την ώρα ότι αυτός ο παντελώς μέχρι στιγμής άγνωστος θα γινόταν μέσα σε λίγα χρόνια αρχηγός του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα.


Πηγή κειμένου: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΣ: Νίκος Ζαχαριάδης, Η άγνωστη ζωή κομμουνιστή ηγέτη.


ΜΙΝΙΟΝ, ΚΑΤΡΑΝΤΖΟΣ ΣΠΟΡ, ΚΛΑΟΥΔΑΤΟΣ

Του Πάνου Σόμπολου 

Παρανάλωμα του πυρός τα πρώτα πολυκαταστήματα της Αθήνας

Ηταν λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του 1980. Ο κόσμος ετοιμαζόταν για τις γιορτές και η αγορά έσφυζε από ζωή. Τα μαγαζιά περίμεναν πώς και πώς να έρθουν αυτές οι γιορτινές μέρες για να δουλέψουν και να ανασάνουν οικονομικά.

Πηγή εικόνας: You Tube 
Αυτές τις μέρες, αδίστακτοι εμπρηστές βρήκαν τον κατάλληλο χρόνο να μεταβάλουν σε κόλαση το κέντρο της Αθήνας. Το πρωί που ξημέρωνε, το κέντρο έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο και σαν να είχε κηρυχτεί η πόλη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Τα πολυκαταστήματα Μινιόν στην αρχή της Πατησίων και Κατράντζος Σπορ στη Σταδίου γίνονται παρανάλωμα του πυρός, με όλες τις συνέπειες που όλοι αντιλαμβανόμαστε.

Ήταν η αρχή των μεγάλων εμπρησμών πολυκαταστημάτων της Αθήνας. Περίπου πεντέμισι μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα στις αρχές Ιουνίου του 1981, πυρπολούν τα πολυκαταστήματα Κλαουδάτος στην πλατεία Κοτζιά και των αδελφών Τσιτσόπουλου στην οδό Σταδίου. Και οι σύγχρονοι Νέρωνες ολοκληρώνουν την εμπρηστική τους μανία πυρπολώντας τα καταστήματα Δραγώνα επί της οδού Αιόλου και τρεις μέρες αργότερα τα πολυκαταστήματα Αφοί Λαμπρόπουλοι στον Πειραιά.

Πολλά είχαν γραφτεί και ειπωθεί τότε για τους εμπρηστές. Για το ποιοι μπορεί να ήταν. Όλες οι απόψεις συνέκλιναν τότε ότι πρόκειται για έργο κάποιας τρομοκρατικής οργάνωσης.

Τον Ιούνιο του 1981, η Γενική Ασφάλεια Αθηνών (υπήρχε ακόμα η Αστυνομία Πόλεων) είχε εκδώσει ανακοίνωση που ανέφερε μεταξύ των άλλων:

«Από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν για την ανακάλυψη των εμπρηστών των πολυκαταστημάτων Μινιόν, Κατράντζος Σπορ και πρόσφατα και Κλαουδάτος, και από τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις εις βάρος των αδελφών Λ. και Κ.Τ., 22 και 23 χρόνων, στην οικία των οποίων βρέθηκε ύποπτο υλικό, διά τούτο και καταζητούνται».

Οι δύο αδελφές εμφανίστηκαν με τον συνήγορό τους στον ανακριτή, απαγγέλθηκαν κατηγορίες εις βάρος τους, απολογήθηκαν και τελικά αφέθηκαν ελεύθερες. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν αναφέρω τα στοιχεία τους και βάζω μόνο τα αρχικά. Μετά τις αδελφές κατηγορήθηκαν ένας 25χρονος σιδηρουργός και λίγο αργότερα άλλα τρία άτομα, όλοι ανήκαν στον αποκαλούμενο αντιεξουσιαστικό χώρο. Τελικά διαπιστώθηκε, σύμφωνα με τις Αρχές, ότι δεν ήταν οι δράστες των εμπρησμών.

Εκείνες τις μέρες, και συγκεκριμένα στις 5 Ιουνίου 1981, ένας άγνωστος είχε τηλεφωνήσει στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων και είχε πει ότι μιλάει για λογαριασμό της οργάνωσης Λαϊκός Επαναστατικός Αγώνας. Είπε επίσης ότι η οργάνωση αυτή έκαψε τα πολυκαταστήματα Κλαουδάτος και ότι οι αδελφές που καταζητούνται δεν πρόκειται να βρεθούν ποτέ. Λίγες μέρες αργότερα, οι αδελφές, όπως αναφέρω και πιο πάνω, παρουσιάστηκαν αυτοβούλως στον ανακριτή που χειριζόταν την υπόθεση των εμπρησμών των πολυκαταστημάτων.

Τελικά οι εμπρηστές των πολυκαταστημάτων παρέμειναν άγνωστοι.

Πάμε τώρα στις άλλες παραμέτρους, αλλά να δούμε και τις λεπτομέρειες των εμπρησμών.

Η πυρπόληση των πολυκαταστημάτων είχε τεράστιες επιπτώσεις, κυρίως οικονομικές. Έπληξε εμποροοικονομικά περίπου δύο χιλιάδες οικογένειες (περίπου χίλιους υπαλλήλους είχε το Μινιόν) και έριξαν στην ανεργία τον κόσμο που δούλευε σε αυτά. Αν υπολογίσουμε και τις επιχειρήσεις που τροφοδοτούσαν με προϊόντα όλα αυτά τα πολυκαταστήματα, αντιλαμβάνεται κανείς το τεράστιο πρόβλημα που είχε προκληθεί.

Μαζί με τα πολυκαταστήματα, καταστράφηκαν ή έπαθαν ζημιές κι άλλα καταστήματα και γραφεία που βρίσκονταν κοντά τους. Κι αυτά τα μαγαζιά που δεν έπαθαν ζημιές και γειτνίαζαν με τα πολυκαταστήματα, νέκρωσαν για μέρες, επειδή είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία στην Πατησίων για το Μινιόν και στην αρχή της Αιόλου για το Κατράντζος Σπορ. Οι αρμόδιοι φοβούνταν κατάρρευση των κτιρίων αυτών και επομένως θα υπήρχε κίνδυνος να καταπλακωθούν διερχόμενοι.

Ως προς τις ζημιές που προκλήθηκαν στα δύο πολυκαταστήματα, αυτές είχαν υπολογιστεί τότε σε πολλά δισεκατομμύρια δραχμές.

Ας δούμε αναλυτικά πώς πυρπολήθηκαν τα πολυκαταστήματα αρχίζοντας από το Μινιόν και το Κατράντζος Σπορ.

'Ωρα 3.10, ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980: το κέντρο της άμεσης επέμβασης της πυροσβεστικής, το γνωστό σε όλους 199, δέχεται το πρώτο τηλεφώνημα σύμφωνα με το οποίο «βγαίνουν καπνοί από το Μινιόν». Ακολουθεί βροχή άλλων τηλεφωνημάτων για τη φωτιά που στο μεταξύ δυνάμωνε λεπτό προς λεπτό κι έπαιρνε ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Σπεύδουν στον τόπο τα πρώτα πυροσβεστικά οχήματα και οι αξιωματικοί διαβλέπουν τον τεράστιο κίνδυνο που θα ακολουθήσει. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή γίνεται ένα τηλεφώνημα στο 199 ότι καπνοί βγαίνουν και από τα καταστήματα Κατράντζος Σπορ, κι ακολουθούν κι άλλα τηλεφωνήματα από διερχόμενους και φύλακες των γύρω καταστημάτων.

Ενημερώνεται αμέσως ο τότε αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος Παναγιώτης Ποτουρίδης, ο οποίος κινητοποιεί όλες τις δυνάμεις που είχε στη διάθεσή του στο λεκανοπέδιο της Αττικής, για να μπορέσει να προλάβει τα χειρότερα και να αντιμετωπίσει την κατάσταση.

Τότε εργαζόμουν στην ΕΡΤ2, τη μετέπειτα ΝΕΤ. Με ενημερώνει ένας αξιωματικός της πυροσβεστικής ότι καίγεται το Μινιόν και σε λίγο παίρνω κι άλλο τηλεφώνημα, την ώρα που ντυνόμουν, από αστυνομικό της Ασφάλειας για την ίδια πυρκαγιά. Παίρνω τηλέφωνο τον οπερατέρ Θανάση Γρίβα και τον ηχολήπτη Παναγιώτη Σαλτερή και φεύγω για το κανάλι στη λεωφόρο Μεσογείων και Κατεχάκη. Βρίσκουμε και αυτοκίνητο, και αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα, φτάνουμε πολύ έγκαιρα στον τόπο των καταστροφών.

Αντικρίσαμε πραγματική κόλαση φωτιάς, ενώ η περιοχή του κέντρου είχε αποκλειστεί για να μην εμποδίζεται το έργο της κατάσβεσης των πυροσβεστικών δυνάμεων. Ο συνάδελφος οπερατέρ τραβούσε φοβερά πλάνα που σώζονται στα αρχεία της ΕΡΤ σήμερα. Δηλαδή τις παμφάγες φλόγες που ισοπέδωναν τα πάντα στο διάβα τους και οι ανταύγειές τους που έβγαιναν από το φλεγόμενο οκταώροφο κτίριο του Μινιόν, φώτιζαν δραματικά όλο το κέντρο γύρω από την Ομόνοια, τα Χαυτεία και τη Σταδίου, όπου σε μικρή απόσταση καιγόταν και το δεύτερο πολυκατάστημα του Κατράντζου.

Την ίδια ώρα ισχυρότατες εκρήξεις που σημειώνονταν σε μικρά χρονικά διαστήματα, συμπλήρωναν τη δαντική κόλαση που επικρατούσε στο κέντρο, καθώς και στο ένα πολυκατάστημα και στο άλλο υπήρχαν εύφλεκτα υλικά.

Μου έλεγε o αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος ότι οι εκρήξεις αυτές είναι σύνηθες φαινόμενο σε μαγαζιά με πλαστικά και εύφλεκτα υλικά. Μου αποκάλυψε και κάτι που τον απασχολούσε ιδιαίτερα εκείνη τη στιγμή. Μου είπε συγκεκριμένα o αρχηγός:

«Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι κάτι που μου είπαν πριν από λίγη ώρα κάποιοι από τους υπαλλήλους που ήταν τρομοκρατημένοι και που εργάζονταν στο Μινιόν. Μου είπαν να κάνω κάτι γρήγορα, επειδή στο υπόγειο υπάρχουν τεράστιες δεξαμενές γεμάτες καύσιμα, κι αν πάρουν φωτιά αυτές, το κτίριο θα τιναχτεί στον αέρα. Ήδη έβαλα συνεργεία προς την πλευρά των υπόγειων χώρων. οι πυροσβέστες με μεθοδικότητα αλλά και με κίνδυνο της ζωής τους κατάφεραν να προσεγγίσουν και να περιζώσουν τον υπόγειο χώρο. Έκαναν ομπρέλα νερού τους υπόγειους χώρους και χτυπάνε συνεχώς τις φλόγες που πλησιάζουν, και επιπλέον ρίχνουν πάνω στις δεξαμενές νερό για να αποφευχθεί το λίαν επικίνδυνο αποτέλεσμα. Ελπίζω να αποφύγουμε τα ακόμα χειρότερα» 

Και ενώ οι πυροσβέστες έδιναν πραγματική μάχη με την καταστροφική πυρκαγιά και στα δύο καταστήματα, το κτίριο του Κατράντζου παρουσίαζε πρόβλημα. Ένας τοίχος προς την πλευρά της οδού Σταδίου έγειρε από το υπερβολικό θερμικό φορτίο που είχαν αναπτύξει οι φλόγες και τα καιόμενα αντικείμενα. Λίγο αργότερα σημειώθηκε κατάρρευση ενός άλλου τοίχου, όχι αυτού που είχε γείρει προς τη Σταδίου.

Στο κτίριο του Μινιόν, τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο όσο περνούσε η ώρα. Η μανία της φωτιάς ήταν τέτοια που επεκτεινόταν γρήγορα από τον έναν όροφο στον άλλο. Οι προσπάθειες των πυροσβεστικών δυνάμεων δεν έφταναν να ανακόψουν την ισοπεδωτική μανία της πυρκαγιάς. Οι εξωτερικοί τοίχοι άντεξαν, σημειώθηκε όμως κατάρρευση εσωτερικών τοίχων σε όλους τους ορόφους.

Ένα άλλο βασικό μέλημα των πυροσβεστών ήταν να εμποδίσουν την επέκταση των πυρκαγιών και στα παρακείμενα κτίρια. Θυμάμαι στα καταστήματα Κατράντζος Σπορ, επειδή υπήρχαν πολλά εύφλεκτα υλικά, οι πυροσβέστες δεν μπόρεσαν να τη σταματήσουν παρ' όλη την αυτοθυσία τους. Η φωτιά επεκτάθηκε και στο κατάστημα Κ. Μαρούσης, που εκείνη την εποχή βρισκόταν επί της οδού Αιόλου και ήταν συνεχόμενο με του Κατράντζου. Πρόλαβαν όμως και την έσβησαν, κι έτσι οι ζημιές δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες.

Εδώ αξίζει να σας αναφέρω ένα περιστατικό το οποίο θα θυμάμαι σ' όλη μου τη ζωή. Γύρω στις 5 το πρωί, βρισκόμουν μπροστά στον ιστορικό κινηματογράφο «Ροζικλαίρ» που - οι περισσότεροι και οι παλαιότεροι θα το θυμάστε - ήταν επί της Πατησίων απέναντι από το Μινιόν. Το συνεργείο συνέχισε να τραβάει πλάνα από την πίσω πλευρά, στην οδό Βερανζέρου. Εγώ παρακολουθούσα με δέος και απογοήτευση αυτά που συντελούνταν μπροστά στα μάτια μου και κρατούσα σημειώσεις για να βγάζω έκτακτα δελτία ειδήσεων.


Ο ιδιοκτήτης του Μινιόν

Παρατήρησα ότι σε απόσταση τεσσάρων-πέντε μέτρων από το «Ροζικλαίρ» στεκόταν ένας ηλικιωμένος κύριος. Ήταν στραμμένος προς το φλεγόμενο πολυκατάστημα. Έπιανε

το πρόσωπό του με τα χέρια του και αναστέναζε με λυγμούς. Τον πλησιάζω δειλά δειλά. Εκείνη τη στιγμή, πιστέψτε με, ενήργησα ανθρώπινα κι όχι καθαρά επαγγελματικά.

«Μην κλαίτε, τα μαγαζιά και τα κτίρια ας καίγονται, μπορεί να ξαναφτιαχτούν. Ευτυχώς που δεν παγιδεύτηκαν σ' αυτή την κόλαση άνθρωποι για να έχουμε και ανθρώπινα θύματα» του είπα.

Σήκωσε το σκυμμένο κεφάλι του, με κοίταξε, μάλλον με γνώρισε ποιος ήμουν, και με ρώτησε:

« Το επιβεβαιώσατε ότι δεν παγιδεύτηκαν στη φωτιά άνθρωποι; »

Του απάντησα ότι από την πρώτη στιγμή που βρίσκομαι εδώ αυτό το πράγμα ρωτάω, και οι επικεφαλής αξιωματικοί και οι πυροσβέστες που είναι μέσα στη φωτιά μού λένε ότι δεν υπάρχουν ανθρώπινα θύματα, μόνο καταστροφές. Ο άνθρωπος που είχα μπροστά μου έκανε τον σταυρό του και είπε «Δόξα σοι ο Θεός». Προφανώς αγωνιούσε.

«Έχετε σχέση με το Μινιόν; Δουλεύατε εδώ; Δούλευαν δικοί σας άνθρωποι στο πολυκατάστημα;» τον ξαναρωτάω.

Κούνησε το κεφάλι του, έβγαλε έναν αναστεναγμό και μου λέει με δάκρυα:

«Είναι δημιούργημά μου, παιδί μου... Τι σου λέω είναι... Ήταν... Ήταν δικό μου... Δούλευα από μικρό παιδί μέρα νύχτα για να φτιάξω κάτι στη ζωή μου. Ξεκίνησα από μια τρύπα κι έφτασα εδώ όλα αυτά τα χρόνια, με κόπους, βάσανα και δυσκολίες, που δεν εύχομαι σε κανέναν επιχειρηματία να τις περάσει. Έφτιαξα αυτό το στολίδι για την Αθήνα και για την Ελλάδα, και τώρα βλέπεις ότι μέσα σε μερικές ώρες όλα εξανεμίστηκαν. οι κόποι, οι θυσίες, οι αγωνίες και η σκληρή δουλειά έγιναν στάχτη...»

Ήταν ο ιδιοκτήτης και δημιουργός του Μινιόν, Γιάννης Γεωργακάς. Ήταν εντελώς μόνος του και κρατούσε την καρδιά του. Κάποιοι υπάλληλοι του Μινιόν βρίσκονταν πιο πέρα, σε απόσταση περίπου τριάντα μέτρων, και παρακολουθούσαν τη συμφορά. Προφανώς δεν τον γνώριζαν - όπως δεν τον γνώριζα κι εγώ - για να τον πλησιάσουν και να τον παρηγορήσουν.

Παρακάλεσα τον Γιάννη Γεωργακά να μου τα πει αυτά τα λόγια στην κάμερα για να τα γνωρίσει κι ο κόσμος. Δεν ήθελε. Τον πίεσα λίγο παραπάνω - βλέπετε, εδώ υπεισέρχεται και το επαγγελματικό μου στοιχείο, είμαι δημοσιογράφος και ήθελα την επιτυχία - , δεν ήθελε! Δεν επέμενα περισσότερο γιατί ο άνθρωπος ήταν σε κακό χάλι. Σεβάστηκα την κατάστασή του κι ας έχασα την επιτυχία.

Θα πρέπει να επισημάνω εδώ ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ακόμα τα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Οι τηλεθεατές ενημερώνονταν από την ΕΡΤ1 και την ΕΡΤ2, τα κρατικά κανάλια, τη δημόσια τηλεόραση όπως λέμε σήμερα.

Να σας μεταφέρω κι ένα στιγμιότυπο που θυμάμαι από τη φοβερή αυτή νύχτα. Όλοι οι ξενύχτηδες και πολλοί περίεργοι είχαν συγκεντρωθεί στα Χαυτεία και με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσαν τις εφιαλτικές καταστάσεις που διαδραματίζονταν απέναντί τους. Παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα τις φλόγες να κατασπαράζουν τα δύο πολυκαταστήματα. Κοιτάζονταν κάποιοι μεταξύ τους, δεν μιλούσαν, αλλά κουνούσαν το κεφάλι...

Μόλις άρχιζε να χαράζει, και με το πρώτο φως της ημέρας οι πυρκαγιές βρίσκονταν σε ύφεση, αφού δεν είχαν τι άλλο να κάψουν. Ωστόσο δεν είχαν σβήσει, και οι πυροσβέστες παιδεύτηκαν για πολύ ακόμα.

Τελικά οι φλόγες είχαν ερημώσει τα πάντα. Τα δύο πολυκαταστήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς. Είχαν μείνει όρθιοι μόνο οι τοίχοι. Μόνο οι σκελετοί. Σε διάφορα σημεία, έβγαιναν από τα αποκαΐδια οι τελευταίοι καπνοί. Και το ένα πολυκατάστημα που βλέπαμε και το άλλο, είχαν πάθει ολοσχερή καταστροφή. Δεν διορθώνονταν με τίποτα για να ξαναλειτουργήσουν. Στέκονταν όρθια μόνο τα κουφάρια τους. Όπως έλεγαν οι ειδικοί τότε, είχαν λυγίσει και είχαν αλλοιωθεί τα σίδερα και οι τσιμεντοδοκοί. Έλεγαν μάλιστα ότι θα έπρεπε να κατεδαφιστούν, και το ένα πολυκατάστημα και το άλλο. Τελικά κατεδαφίστηκε μόνο του Κατράντζου.

Η πρωτεύουσα ξύπνησε το πρωί, και εκείνοι που κατευθύνονταν προς το κέντρο αντίκριζαν τις καταστροφές και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Όλη η Αθήνα ξύπνησε μέσα σ' έναν εφιάλτη.

Στον τόπο των πρωτοφανών καταστροφών έφτασαν o τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης και ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης Δημήτρης Δαβάκης, οι οποίοι ενημερώθηκαν από τον αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος για τους εμπρησμούς των δύο πολυκαταστημάτων, τα αποτελέσματα και την τρομερή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί.


Ο Κλαουδάτος και το Athenee

Πάμε τώρα στο δεύτερο χτύπημα των εμπρηστών. Στόχος τους αυτή τη φορά ήταν τα πολυκαταστήματα Αφοί Κλαουδάτου και Τσιτσόπουλοι Α.Ε. Το πρώτο βρισκόταν στην πλατεία Κοτζιά και Αθηνάς, και το δεύτερο στην οδό Σταδίου κοντά στη Σοφοκλέους-Πεσμαζόγλου. Κι αυτή τη φορά, χτύπησαν ξημερώματα, σχεδόν ταυτόχρονα, και τα δύο πολυκαταστήματα.

Η ώρα ήταν 3.22 τα ξημερώματα της 3ης Ιουνίου 1981. Το κέντρο της Άμεσης Επέμβασης ενημερώνεται ότι εκδηλώθηκε πυρκαγιά στα πολυκαταστήματα Κλαουδάτου. Με το που φτάνουν τα πρώτα πυροσβεστικά οχήματα στην Αθηνάς και Σοφοκλέους και οι πυροσβέστες ρίχνονται στη μάχη για την κατάσβεση, πέφτει νέο τηλεφώνημα στην Άμεση Επέμβαση για νέα μεγάλη πυρκαγιά στο πολυκατάστημα στη Σταδίου.

Ο τότε αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος Δημήτρης Ξιφαράς έφερε στο μυαλό του τον εφιάλτη που είχε ζήσει ως υπαρχηγός με το Μινιόν και το Κατράντζος Σπορ. «Η ιστορία επαναλαμβάνεται» μου είπε όταν τον συνάντησα στην πλατεία Κοτζιά σε κάποια φάση, και του πήρα συνέντευξη για τους νέους καταστροφικούς εμπρησμούς.

Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του ανακριτικού της πυροσβεστικής, η φωτιά στου Κλαουδάτου είχε εκδηλωθεί στο τμήμα γυναικείων ενδυμάτων του δεύτερου ορόφου του κτιρίου που βρίσκεται στη διασταύρωση Αθηνάς και Σοφοκλέους.

Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον όροφο και στη συνέχεια στους πάνω και τους κάτω ορόφους του κτιριακού συγκροτήματος, και απείλησε με ολοκληρωτική καταστροφή το οικοδομικό συγκρότημα μεταξύ των οδών Αθηνάς-Σοφοκλέους-Στρέιτ-Κρατίνου, όπου στεγάζονταν διάφορα καταστήματα, γραφεία και επιχειρήσεις.

Οι πυροσβεστικές δυνάμεις μοιράζονται στα δύο πολυκαταστήματα και οι πυροσβέστες παλεύουν με τις φλόγες, όταν ήδη είχαν αρχίσει να ακούγονται αλλεπάλληλες εκρήξεις.

Στου Κλαουδάτου εκείνη την ώρα οι εκρήξεις ήταν περισσότερες και οι πύρινες γλώσσες άρχισαν να επεκτείνονται σε διάφορα γραφεία επιχειρήσεων του διπλανού γωνιοικού κτιρίου από τον φωταγωγό, από τα ανοίγματα και από τους ορόφους που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με τις εσωτερικές σκάλες, γύρω από τις οποίες ήταν τοποθετημένα πολλά εμπορεύματα.

Τα καταστήματα Κλαουδάτου στεγάζονταν σε δύο κτίρια, ένα οκταώροφο κι ένα πενταώροφο. Ήταν συνεχόμενα.

Τα σίδερα λύγιζαν στη θερμοκρασία των 2.000 βαθμών Κελσίου, το μπετόν είχε αλλοιωθεί και το πενταώροφο κτίριο άρχισε να καταρρέει εσωτερικά, δημιουργώντας σοβαρότατους κινδύνους για τους πυροσβέστες που χτυπούσαν με τις μάνικες τη φωτιά στο κλιμακοστάσιο.

Την ίδια εικόνα συναντήσαμε και στο άλλο οκταώροφο πολυκατάστημα στη Σταδίου. Η φωτιά είχε ξεκινήσει μεταξύ του τρίτου και του τέταρτου ορόφου και προχώρησε προς τα πάνω από τα ανοδικά ρεύματα και προς τοι Κάτω από την πτώση των φλεγόμενων αντικειμένων, χωρίς να μπορούν οι πυροσβέστες να περιορίσουν την επέκτασή της σε όλο το κτιριακό συγκρότημα.

Με το φως της ημέρας φάνηκε το μέγεθος των καταστροφών και στα δύο πολυκαταστήματα.

Θυμάμαι ότι λίγο πριν από το μεσημέρι, ενώ βρισκόμουν στην πλατεία Κοτζιά και Αθηνάς απ' όπου θα έδινα ρεπορτάζ στην ΕΡΤ με απευθείας σύνδεση, με πλησίασε η τότε εκδότρια της Καθημερινής και της Μεσημβρινής Ελένη Βλάχου και μου ζήτησε να την ενημερώσω για τους δύο νέους εμπρησμούς, πράγμα που έκανα ευχαρίστως. Θυμάμαι επίσης ότι πριν φύγει μου είπε κουνώντας το κεφάλι της:

«Ποια αρρωστημένα μυαλά κρύβονται πίσω από την πυρπόληση αυτών των πολυκαταστημάτων; Ποια μάνα γέννησε αυτά τα παιδιά, αυτούς τους ανθρώπους; Μπορούν να σκεφτούν πόσος κόσμος πετάγεται στους δρόμους μ' αυτές τις εγκληματικές πράξεις! Αλλά μέσα τους έχουν το κακό και την καταστροφή, δεν σκέφτονται τίποτα, δεν ενδιαφέρονται για τίποτα... Η αστυνομία θα πρέπει να ρίξει το βάρος να βρει εκείνους που κατευθύνουν τους εμπρηστές και τις μυστικές υπηρεσίες που κρύβονται από πίσω... Αλλά τι σου λέω τώρα...»

Να αναφέρω επίσης ότι πολύ κοντά στο φλεγόμενο κτίριο του Κλαουδάτου υπήρχε αντιπροσωπεία κυνηγετικών όπλων και εκρηκτικών, και o κίνδυνος αυτός αποφεύχθηκε χάρη στις προσπάθειες των πυροσβεστών. Αν μεταδιδόταν η φωτιά σε αυτό το κατάστημα, τα αποτελέσματα θα ήταν ακόμα πιο τραγικά.

Επίσης, όπως στο Μινιόν, έτσι και στου Κλαουδάτου, στο υπόγειο ήταν αποθηκευμένοι αρκετοί τόνοι υγρών καυσίμων. Ευτυχώς, οι πυροσβέστες με αυτοθυσία κατάφεραν να εμποδίσουν τη φωτιά να πλησιάσει. Γενικά οι ζημιές που προκλήθηκαν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες και σε εμπορεύματα και σε κτιριακές εγκαταστάσεις.


Ο Δραγώνας και οι Αφοί Λαμπρόπουλοι

Το τρίτο χτύπημα δεν ήταν διπλό. Οι εμπρηστές πυρπόλησαν τα καταστήματα Δραγώνα επί της οδού Αιόλου 72. Η φωτιά εδώ εκδηλώθηκε στις 4.10 το απόγευμα της 4ης Ιουλίου 1981. Κι εδώ επεκτάθηκε γρήγορα, αλλά ήταν έγκαιρη η επέμβαση των πάνω από πενήντα πυροσβεστών, οι οποίοι ρίχτηκαν στη μάχη κατά της φωτιάς. Έφτασαν επιτόπου με περισσότερα από δέκα υδροφόρα και βραχιονοφόρα οχήματα. Μετά από προσπάθειες περίπου τεσσάρων ωρών, οι πυροσβεστικές δυνάμεις κατάφεραν να θέσουν υπό πλήρη έλεγχο την πυρκαγιά, την οποία περιόρισαν στον δεύτερο και τον τρίτο όροφο του οκταώροφου κτιρίου. Καταστράφηκαν είδη ρουχισμού, είδη δώρων και διάφορα άλλα εμπορεύματα αξίας πολλών εκατομμυρίων δραχμών.

Απόγευμα χτύπησαν οι αδίστακτοι εμπρηστές και το οκταώροφο κτίριο των πολυκαταστημάτων Αφοί Λαμπρόπουλοι, στη διασταύρωση Τσαμαδού και Βασιλέως Κωνσταντίνου, στο κέντρο του Πειραιά. Η φωτιά εκδηλώθηκε στις 3.47 το απόγευμα της 7ης Ιουλίου 1981, τρεις μέρες μετά του Δραγώνα, και κατέστρεψε τρεις ορόφους, τον τρίτο, τον τέταρτο και τον πέμπτο. Οι πυροσβέστες εμπόδισαν την επέκτασή της στους άλλους ορόφους του πολυκαταστήματος. Καταστράφηκαν έτοιμα ενδύματα, παιχνίδια, αθλητικά είδη και διάφορα άλλα αντικείμενα αξίας δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών.

Τελικά για τους εμπρησμούς των πολυκαταστημάτων, παρά τις εκτεταμένες έρευνες και τις εκατοντάδες προσαγωγές υπόπτων, δεν βρέθηκε ένοχος ούτε από τις αστυνομικές αρχές ούτε από τις δικαστικές. Η υπόθεση των εμπρησμών των πολυκαταστημάτων στην Αθήνα και τον Πειραιά παραμένει ανεξιχνίαστη.


Πηγή κειμένου: Πάνος Σόμπολος, "ΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ", Εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ