Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2023

Εκχριστιανισμός 337 - 630

Όταν το 337 ο Κωνσταντίνος βαφτίστηκε στο νεκροκρέβατό του, η συντριπτική πλειονότητα των υπηκόων του ήταν ακόμη παγανιστές, δηλαδή λάτρευαν με τους παραδοσιακούς τρόπους τους παραδοσιακούς ελληνικούς και ρωμαϊκούς θεούς. Οπως και παλιότερα, η δημόσια ζωή περιστρεφόταν ακόμη γύρω από ναούς και ιερά. Ακόμη και η νέα πόλη του αυτοκράτορα στον Βόσπορο είχε αρκετά τέτοια κτίρια. Πράγματι, ενώ συνεχιζόταν η οικοδόμησή της, ο Κωνσταντίνος έστειλε εκπροσώπους του να επισκεφτούν περιβόλους ναών και δημόσιους χώρους στην ανατολική αυτοκρατορία για να βρουν ορειχάλκινα και μαρμάρινα αγάλματα και να τα στείλουν στην Κωνσταντινούπολη. Πολλά από αυτά τα αγάλματα κατέληξαν στον νεόδμητο Ιππόδρομο, που οικοδομήθηκε για το δημοφιλές άθλημα των αρματοδρομιών και θα παρέμενε για μεγάλο διάστημα στο κέντρο της δημόσιας ζωής στην πόλη. Πολλά από αυτά τα μνημεία διασώζονται μέχρι σήμερα στον ανοιχτό χώρο απέναντι από το Μπλε Τζαμί, ο οποίος διατηρεί το σχήμα του αρχαίου ιπποδρόμου. Ο Ευσέβιος θέλει να πιστέψουμε ότι o Κωνσταντίνος συγκέντρωσε όλα αυτά τα αρχαία έργα τέχνης με στόχο να αντιληφθούν οι ειδωλολάτρες την «πλάνη» τους παραδίδοντάς τα «ως αθύρματα για γέλια και παιχνίδια σε αυτούς που τα έβλεπαν». Μερικές φορές, o επίσκοπος τα παραλέει και προδίδεται.

Στην πραγματικότητα, o Κωνσταντίνος και οι τρεις γιοι του που τον διαδέχθηκαν ήταν επιφυλακτικοί στις κινήσεις που έκαναν για την επιβολή του χριστιανισμού στην αυτοκρατορία. Απέφυγαν να επαναλάβουν τις υπερβολές των προκατόχων τους εναντίον των χριστιανών και να δημιουργήσουν νέους μάρτυρες. Κατ' αρχάς, δεν προσπάθησαν να επιβάλουν νομοθετικά τον χριστιανισμό. Αντιθέτως, ωθούσαν τους ανθρώπους προς τη νέα θρησκεία μέσω της πατρωνίας. Στην Κωνσταντινούπολη και στις πόλεις της ανατολής, οι δωρεές χρημάτων από τους αυτοκράτορες, οι μειώσεις φόρων για χριστιανούς και χριστιανικά ιδρύματα και η κρατική χρηματοδότηση για την οικοδόμηση εκκλησιών επιδρούσαν σωρευτικά, σε διάστημα αρκετών δεκαετιών. Όμως η αλλαγή ήταν βαθμιαία. Και ίσως τα κινήματα βάσης έπαιξαν σημαντικότερο ρόλο. Ακόμη και τότε ο χριστιανισμός δεν είχε χάσει τη δυναμική την οποία είχε στην αρχή της εμφάνισής του ως κίνημα από τα κάτω.


Αυτό ήταν ιδιαίτερα εμφανές σε μερικές επαρχίες της αυτοκρατορίας: στην Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μεσοποταμία. Οι νέες γενιές των σκαπανέων του χριστιανισμού, πολύ ισχυρότερες αριθμητικά από τους προγενέστερους μάρτυρες, περιλάμβαναν και πάλι γυναίκες και άνδρες που προέρχονταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα, ακόμη και τα ταπεινότερα. Σύντομα, αυτοί οι άνθρωποι θα κατέληγαν να εκπροσωπούν, για εκατομμύρια ανθρώπους, την αγνότερη έκφραση της χριστιανικής ζωής.

Μερικοί κατέφευγαν μόνοι τους σε ερήμους και όρη για να μιμηθούν τον Ιησού, ο οποίος, σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, αποσύρθηκε για σαράντα ημέρες στην έρημο, όπου αντιμετώπισε τους πειρασμούς του διαβόλου. Αυτοί οι άνθρωποι, γνωστοί ως «ερημίτες» ή «ασκητές», υπέβαλλαν τους εαυτούς τους σε τρομερές κακουχίες και στερήσεις βασανίζοντας εσκεμμένα το σώμα τους για να τελειοποιήσουν την ψυχή τους και να την προετοιμάσουν για μια καλύτερη ζωή μετά τον θάνατο. Ακριβώς όπως o Ιησούς είχε παλέψει εναντίον του σατανά, έτσι και αυτοί οι ασκητές θεωρούσαν ότι διεξήγαν μια πνευματική πάλη. οι ερημίτες που πολλαπλασιάζονταν σε όλη τη Συρία και τη Μεσοποταμία περιγράφονται ως «περιπλανώμενοι άγριοι, ντυμένοι με προβιές, με λιγδιασμένα μαλλιά που τους έκαναν να μοιάζουν με αετούς». «Φλογεροί άνθρωποι, προκαλούσαν κατάπληξη και ανησυχία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο με τους θεατρινισμούς τους». Όμως δεν ήταν απλώς άνθρωποι που ήθελαν να απομονωθούν. οι ασκητές γύριζαν την πλάτη τους στην κοινωνία, αλλά, όπως ανακάλυψαν, η κοινωνία ερχόταν σε αυτούς. Οι άνθρωποι τους αναζητούσαν για ηθική καθοδήγηση, για να δαιμόνια ή απλώς για να τους χαζέψουν και να θαυμάσουν την αντοχή τους. Έναν αιώνα μετά την εποχή του Κωνσταντίνου, πλήθη συγκεντρώνονταν στο Χαλέπι για να δουν στην κορυφή ενός ψηλού στύλου τον άγιο Συμεών τον Στυλίτη, o οποίος ζούσε εκεί επί τριάντα επτά χρόνια σκαρφαλωμένος Πάνω σε μια μικρή εξέδρα και συντηρείτο με τρόφιμα που του έφερναν οι πιστοί της περιοχής και τα ανέβαζε επάνω με καλάθι. Τέτοιοι άνδρες και τέτοιες ήταν οι δημοφιλείς ήρωες και ηρωίδες της εποχής. Άλλοι δημιούργησαν ολόκληρες κοινότητες με παρόμοιους σκοπούς. Στην Αίγυπτο, ένας χωρικός ονόματι Παχώμιος, που είχε προσηλυτιστεί στον χριστιανισμό ενώ υπηρετούσε στις ρωμαϊκές λεγεώνες, φαίνεται πως ήταν ένας από τους πρώτους που καθιέρωσε ένα σύστημα ζωής ανδρών και γυναικών, που έμεναν ξεχωριστά, με αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες και μακριά από πόλεις και κωμοπόλεις. Μέχρι το 346, όταν πέθανε o Παχώμιος, υπήρχαν στην Αίγυπτο εννέα τέτοια «μοναστήρια», όπως έμειναν γνωστά. Όσοι υποτάσσονταν στους κανόνες ενός μοναστηριού ήταν γνωστοί ως μοναχοί, όρος που ταιριάζει καλύτερα στους ερημίτες και τους μοναχικούς ασκητές παρά στα μέλη των κοινοτήτων τις οποίες ίδρυσαν o Παχώμιος και άλλοι. Εκατό χρόνια αργότερα, μπορεί να υπήρχαν στην Αίγυπτο δεκαπέντε χιλιάδες μοναχοί, αριθμός που περιλάμβανε τετρακόσιες τουλάχιστον μοναχές. Πολλοί από αυτούς μιλούσαν την κοπτική, μορφή της αρχαίας αιγυπτιακής γλώσσας, η οποία κέρδιζε έδαφος και ως γραπτή γλώσσα μεταξύ των χριστιανών. Όμως οι βίοι των ιδρυτών του κοινοβιακού μοναχισμού ήταν γραμμένοι στα ελληνικά και διαβάζονταν ευρέως σε όλη την ανατολική αυτοκρατορία. Οι απλοί άνθρωποι αναζητούσαν το παράδειγμα της ζωής του χριστιανού τόσο στους μοναχούς και τους ερημίτες του τόπου τους όσο και στους μακρινούς αυτοκράτορες οι οποίοι καθόριζαν τους νόμους στην Κωνσταντινούπολη.

Εντούτοις, για μια έκτακτη περίοδο είκοσι μηνών, η οποία άρχισε τον Νοέμβριο του 361, φαινόταν πως ολόκληρη η διαδικασία θα αντιστρεφόταν. Με τον θάνατο του τελευταίου γιου του Κωνσταντίνου, του Κωνσταντίου B', o Ιουλιανός, o τριαντάχρονος ανιψιός του Κωνσταντίνου, o οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί ήδη συναυτοκράτορας στη δύση, έγινε o άρχοντας ολόκληρου του ρωμαϊκού κόσμου. O Ιουλιανός έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «o Παραβάτης». Από τη μεριά του πατέρα του, o Ιουλιανός καταγόταν από την ίδια με τον Κωνσταντίνο λατινόφωνη βαλκανική οικογένεια. Όπως και o Κωνσταντίνος, είχε λατινικό όνομα. Όμως η μητρική του γλώσσα ήταν η ελληνική. O Ιουλιανός είχε γεννηθεί και είχε περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί, πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει φιλοσοφία, γραμματική και ρητορική. Είχε κερδίσει στρατιωτικές τιμές και βαθμούς στη δύση, όπου είχε ηγηθεί των λεγεώνων στις μάχες εναντίον των Γερμανών εισβολέων που είχαν διαβεί τον Ρήνο. Παρ' όλα αυτά, η καρδιά και o νους του Ιουλιανού θα παρέμεναν πάντα στην ελληνόφωνη ανατολή.

O Ιουλιανός ήταν εκκεντρικός ακόμη και για τα δεδομένα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Είχε γενειάδα όμοια με εκείνη των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και θα μπορούσε να καυχηθεί για ένα επίπεδο πνευματικής καλλιέργειας που δεν έφθανε κανένας προηγούμενος αυτοκράτορας, με εξαίρεση τον Μάρκο Αυρήλιο (τον οποίο θαύμαζε πάρα πολύ). Ανήλθε στον θρόνο αποφασισμένος όχι μόνο να καταστείλει τη νέα θρησκεία του Κωνσταντίνου, αλλά και να την αντικαταστήσει με μια θρησκεία η οποία με τον τρόπο της ήταν καινοτόμα. Το σχέδιο του Ιουλιανού δεν περιοριζόταν μόνο στην αποκατάσταση των παλιών πρακτικών της θυσίας ζώων και των γιορτών προς τιμή των παραδοσιακών θεών (πολλές από τις οποίες συνεχίζονταν ούτως ή άλλως). O Ιουλιανός ήταν θρήσκος με μια σημασία η οποία θα ήταν ακατανόητη για τους περισσότερους Έλληνες στο απόγειο της κλασικής Αθήνας, την οποία είχε σε τόσο μεγάλη εκτίμηση. Μοιραζόταν με τους χριστιανούς ασκητές την αποστροφή τους για τη σάρκα. Στο κάτω κάτω είχε ανατραφεί ως Χριστιανός.

Πηγή κειμένου: ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: ΜΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, Roderick Beaton, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ .

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2023

Ο εξελληνισμός της Ανατολής 322 π.Χ - 27 π.Χ

Αν o Αλέξανδρος είχε ποτέ την πρόθεση να δημιουργήσει μια «νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων», οι επίγονοί του απέτυχαν θεαματικά να υλοποιήσουν αυτό το σχέδιο. Για τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του στη Βαβυλώνα, οι πρώην στρατιωτικοί διοικητές του πολεμούσαν μεταξύ τους, σε μεγάλο βαθμό όπως έκαναν οι ελληνικές πόλεις-κράτη για εκατοντάδες χρόνια, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη γεωγραφική κλίμακα. Πράγματι, στον νέο ελληνικό κόσμο που αναδυόταν, τα πάντα ήταν γιγαντιαία σε σύγκριση με την προηγούμενη εποχή - από την ισχυρογνωμοσύνη των ηγεμόνων μέχρι τα μνημειακά οικοδομήματα που δημιουργούσαν και τους εκατομμύρια μη Έλληνες οι οποίοι ήταν τώρα υπήκοοί τους. Τελικά, αναδύθηκαν τρία σχετικά σταθερά νέα βασίλεια, ένα στην καθεμιά από τις ηπείρους που απάρτιζαν τον τότε γνωστό κόσμο: την Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη. Στο κάθε βασίλειο την εξουσία θα ασκούσε η δυναστεία την οποία είχαν ιδρύσει αυτοί οι «επίγονοι», όπως έμειναν στην ιστορία. Όμως o ελληνόφωνος κόσμος τον οποίο αποκαλούμε ελληνιστικό επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο προς την ανατολή και προς τη δύση.

Στην ανατολή, στις περιοχές από τις οποίες είχαν περάσει τα μακεδονικά στρατεύματα και στις οποίες o Αλέξανδρος είχε αφήσει πίσω του φρουρά για να προστατεύει τις κατακτήσεις του, παρέμενε ελληνόφωνος πληθυσμός. Σχεδόν αμέσως, η πιο ανατολική περιοχή ανακτήθηκε από τον Ινδό βασιλιά Τσαντραγκούπτα (τον οποίο οι Έλληνες ιστορικοί αποκαλούν «Σανδράκοττο»). Η δυναστεία των Μαουρύα, την οποία ίδρυσε, θα κυριαρχούσε στο μέλλον σε μεγάλο τμήμα της ινδικής υποηπείρου. οι Έλληνες και οι Μακεδόνες οι οποίοι ζούσαν στα ανακατακτημένα από τον Τσαντραγκούπτα εδάφη θα απορροφούνταν στο βασίλειο του εγγονού του, του Ασόκα. Αυτός o βασιλιάς ήταν ένθερμος προσήλυτος στον βουδισμό. Μια επιγραφή από την Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας (σημερινό Κανταχάρ στο Αφγανιστάν) αναγγέλλει σε δύο γλώσσες, από τις οποίες η μία είναι η ελληνική, την επιτυχία της νέας θρησκείας. Από ό,τι φαίνεται, στους προσηλύτους περιλαμβάνονταν και ελληνόφωνοι. Πράγματι, έναν αιώνα αργότερα, ένας ελληνόφωνος ονόματι Μένανδρος θα έπαιζε ρόλο στην ανάπτυξη του ινδικού βουδισμού. 

Όταν η Αυτοκρατορία των Μαουρύα κατέρρευσε με τη σειρά της, εμφανίστηκαν νέα μικρά βασίλεια στην περιοχή του σημερινού Πακιστάν. Το τελευταίο από αυτά, γνωστό ως «ινδοελληνικό», επιβίωσε για τριακόσια κάτι χρόνια. Επομένως, η ελληνική κυριαρχία σε αυτό το τμήμα της ινδικής υποηπείρου διήρκεσε περισσότερο από ό,τι στη σύγχρονη εποχή η βρετανική, η οποία έληξε το 1947. Κανένας δεν έγραψε την ιστορία αυτών των βασιλέων ή των υπηκόων τους ή, αν κάποιος την έγραψε, αυτή δεν διασώθηκε. Συχνά το μοναδικό τεκμήριο για την ύπαρξή τους είναι τα νομίσματα τα οποία έκοψαν. Αυτά είναι ελληνικής τεχνοτροπίας και φέρουν το όνομα και τη στιλιζαρισμένη εικόνα του ηγεμόνα. Για ένα διάστημα, η πόλη Τάξιλα, στην Ισλαμαμπάντ, τη σύγχρονη πρωτεύουσα του Πακιστάν, είχε ελληνόφωνους βασιλείς και μια διακριτή τεχνοτροπία γλυπτικής, η οποία αναμειγνύει ινδικές και ελληνικές τεχνικές και μοτίβα. Γνωστή ως Τέχνη της Γκαντάρα, από το όνομα της ευρύτερης περιοχής, ήταν σε θέση να παραγάγει κάποιες αξιοσημείωτες υβριδικές μορφές ακόμη και μετά την εξαφάνιση των ελληνιστικών βασιλείων.

Γνωρίζουμε κάπως περισσότερα πράγματα, αλλά και πάλι δυστυχώς λίγα, για τους ελληνόφωνους της Βακτριανής. Αυτή η περιοχή αντιστοιχεί γεωγραφικά στο σημερινό Αφγανιστάν και στο νότιο τμήμα του Ουζμπεκιστάν. Η Βακτριανή, μετά την κατάκτησή της από τον Αλέξανδρο, θα διατηρούσε την πολιτική ανεξαρτησία της ως ένα ελάσσονος σημασίας μακεδονικό βασίλειο στις παρυφές του ελληνιστικού κόσμου για ενάμιση τουλάχιστον αιώνα. Στη διάρκεια της ύπαρξής του, το Κανταχάρ και η Σαμαρκάνδη ήταν ακμάζουσες ελληνικές πόλεις. Το 1966, ανακαλύφθηκαν τα ερείπια και μιας άλλης πόλης στο Αφγανιστάν στα σύνορα με το Τατζικιστάν. Το μέρος είναι γνωστό με τη συγχρονη ονομασία Άι Χανούμ. Μερικά από τα κτίρια που ανασκάφτηκαν από αρχαιολόγους είναι περσικής τεχνοτροπίας, ενώ άλλα είναι αμέσως αναγνωρίσιμα ως ελληνικά.

Σε ένα μνημείο στο Άι Χανούμ, είναι χαραγμένα αρκετά από τα περίφημα ηθικά γνωμικά που είχαν χαραχτεί στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, σε απόσταση πάνω από τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. O συγγραφέας της επιγραφής δηλώνει πως o ίδιος είναι o Κλέαρχος, και πιθανώς ταυτίζεται με τον συνονόματο πρώην μαθητή του Αριστοτέλη, o οποίος είχε πάει από τη γενέτειρά του Κύπρο για σπουδές στην Αθήνα πριν να καταλήξει σε αυτή τη μακρινή γωνιά του ελληνόφωνου κόσμου. O Κλέαρχος περιγράφει πόσο «επιμελώς αντέγραψε» τα γνωμικά από το ιερό του Απόλλωνα έτσι ώστε «vα φωτίζουν ακόμη και από τόσο μακριά». Σε μια άλλη ελληνική επιγραφή από το Αφγανιστάν, ένας επιχειρηματίας, o οποίος είχε φτιάξει περιουσία ύστερα από πολλές δοκιμασίες, λέει την ιστορία του στην επιτύμβια στήλη του τάφου του. «O Σώφυτος, γιος του Ναράτου» είναι απίθανο να μιλούσε την ελληνική ως μητρική γλώσσα του, αφού ούτε το δικό του όνομα ούτε το όνομα του πατέρα του είναι ελληνικό. Όμως όποιος έγραψε την επιτύμβια επιγραφή είχε μια εκλεπτυσμένη γνώση όχι μόνο της ελληνικής γλώσσας αλλά και των λογοτεχνικών συμβάσεων. Ανεξάρτητα από το αν τα λόγια είναι του ίδιου του Σώφυτου ή όχι, ήταν ρητή επιθυμία του να μετατρέψει τη ζωή του σε «ομιλούν μνημείο σε ένα μακρύ ταξίδι». Σε εκείνον τον χρόνο και εκείνο τον τόπο, η ελληνική γλώσσα ήταν το φυσικό μέσο για αυτόν τον σκοπό. 

Αν συνεχίσουμε προς δυσμάς, συναντούμε τη Μεσοποταμία, την περιοχή ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη. Η Μεσοποταμία, στο κέντρο της Εύφορης Ημισελήνου, όπου θεωρείται ότι πρωτοεμφανίστηκε η γεωργία, ήταν ήδη για αρκετές χιλιετίες μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του κόσμου. Τα Σούσα, κτισμένα σε παραπόταμο του Τίγρη, ήταν στο παρελθόν η διοικητική πρωτεύουσα της Περσίας. Η Βαβυλώνα, πάνω στον Ευφράτη, εξουσίαζε παλιότερα μια δική της αυτοκρατορία και είχε να επιδείξει ένα από τα θαύματα του αρχαίου κόσμου, τους Κρεμαστούς Κήπους της, τους οποίους λεγόταν ότι είχε δημιουργήσει o γνωστός από τη Βίβλο βασιλιάς της, o Ναβουχοδονόσορ. Λίγο πριν από τον θάνατό του, o Αλέξανδρος είχε μεταφέρει το στρατηγείο του από τα Σούσα στη Βαβυλώνα. Η Ουρούκ, νοτιότερα επί του Ευφράτη, είχε ακόμη αρχαιότερη ιστορία. Όταν τελείωσαν οι πόλεμοι των Επιγόνων, και οι τρεις αυτές ιστορικές πόλεις θα συνέχιζαν να ευημερούν ως τα κύρια κέντρα εξουσίας του μεγαλύτερου ελληνιστικού βασιλείου. Γνωστό ως «Ασία», αυτό το βασίλειο έφθανε στη δύση μέχρι τη Μεσόγειο και μέσω της Μικράς Ασίας μέχρι το Αιγαίο. Ηγεμόνες της Ασίας ήταν οι Σελευκίδες, το όνομα της δυναστείας την οποία ίδρυσε o Σέλευκος Α', o οποίος το 305 π.Χ. αυτοανακηρύχθηκε βασιλεύς.

Η αρχαιολογία μάς δείχνει ότι υπό το νέο καθεστώς αυτές οι ιστορικές πόλεις της Μεσοποταμίας άλλαξαν ελάχιστα. Η Βαβυλώνα φαίνεται πως είχε μια μικρή ελληνική κοινότητα, πιθανώς περιορισμένη στη δική της συνοικία. Στην αρχαιότερη Ουρούκ, δεν διατηρείται κανένα σημάδι ελληνικής παρουσίας - με εξαίρεση τις αποκαλυπτικές και πανταχού παρούσες αποδείξεις πληρωμής φόρων εμπίεστες σε πηλό, οι οποίες δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για το ποιος έκανε κουμάντο. Τα Σούσα πλέον είχαν νέα ελληνική ονομασία - «Σελεύκεια επί του Ευλαίου » - αλλά η ζωή εκεί φαίνεται πως συνεχιζόταν ως επί το πλείστον όπως και παλιότερα. Οι ελληνόφωνοι πρέπει να ήταν μια μικρή μειονότητα σε μια τόσο πολυπληθή περιοχή. Όμως, σαν να μην υπήρχαν ήδη αρκετές πόλεις, o Σέλευκος οικοδόμησε και νέες - ελληνικές. Σε αυτό τον ακολούθησε o γιος του Αντίοχος Α'. Οι περισσότερες από αυτές τις πόλεις έπαιρναν το όνομα του Σελεύκου ή του Αντιόχου (με πιο γνωστή την Αντιόχεια επί του Ορόντη, τη σημερινή Αντάκια της σύγχρονης Τουρκίας).

Η πόλη που ήταν ό,τι κοντινότερο σε επίσημη πρωτεύουσα του βασιλείου των Σελευκιδών ήταν άλλη μία από τις νεοσύστατες, η Σελεύκεια επί του Τίγρη, κοντά στη Βαβυλώνα, στο σημείο όπου οι δύο ποταμοί πλησιάζουν κοντύτερα o ένας στον άλλον και συνδέονταν μεταξύ τους με διώρυγα. Η Σελεύκεια επί του Τίγρη αναπτύχθηκε ταχέως αποκτώντας πληθυσμό εκατό χιλιάδων κατοίκων - δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερο από τον πληθυσμό της Αθήνας στο απόγειό της κατά την κλασική εποχή. Όλες αυτές οι νέες πόλεις οικοδομήθηκαν με βάση το ίδιο πολεοδομικό σχέδιο ορθογώνιου καννάβου. Αυτό το πολεοδομικό σχέδιο, που λέγεται ότι ήταν πνευματικό τέκνο του Ιπποδάμου από τη Μίλητο, από τον 5ο αιώνα π.Χ., ήταν τώρα το σήμα κατατεθέν όλων των νέων πόλεων σε ολόκληρο τον ελληνόφωνο κόσμο.

Η γλώσσα της πρώην περσικής διοίκησης, η αραμαϊκή, εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται παράλληλα με την ελληνική ως επίσημη γλώσσα. Οι ντόπιοι υιοθετούσαν ελληνικά ονόματα, συχνά σε συνδυασμό με το παλιό, μη ελληνικό όνομά τους. Πολλοί, ίσως η πλειονότητα, θα μπορούσαν να χειρίζονται αρκετές γλώσσες - όπως έκαναν και προηγουμένως επί αιώνες. Η διαφορά ήταν πως τώρα η γλώσσα υψηλού κύρους ήταν η ελληνική. Στα ελληνικά έγραψε o Βαβυλώνιος ιστορικός Βηρωσός μια «εκλεπτυσμένη ιστορία», όπως έχει χαρακτηριστεί, της αρχαίας πόλης και του πολιτισμού της. Δεν σώζεται αρκετό μέρος του έργου του για να σχηματίσουμε άποψη σχετικά με τα κίνητρά του. Όμως αναρωτιόμαστε μήπως η ίδια η γλώσσα την οποία υιοθέτησε o Βηρωσός ήταν αυτό που τον ώθησε να γράψει ιστορία. Παράλληλα, οι Σελευκίδες, ακολουθώντας το παράδειγμα του Αλεξάνδρου, κατέβαλλαν μεγάλη προσπάθεια για να παρουσιάζονται ως οι νόμιμοι διάδοχοι των Περσών ηγεμόνων τους οποίους είχαν εκτοπίσει. Για αυτό τον σκοπό, εγκαινίασαν ένα σημαντικό πρόγραμμα για την οικοδόμηση με βάση την παραδοσιακή τεχνοτροπία ναών προς τιμή των παλιών βαβυλωνιακών θεών. Μάλιστα o πρώτος Σέλευκος παντρεύτηκε Περσίδα βασίλισσα, την Απάμη (και έδωσε σε αρκετές πόλεις το όνομά της), αν και αυτός o γάμος αποδείχθηκε μάλλον η εξαίρεση παρά o κανόνας.

Από αυτή τη συνάντηση των ελληνικών και των βαβυλωνιακών αντιλήψεων προήλθε κατά τον πρώτο αιώνα της εξουσίας των Σελευκιδών μια σημαντική καινοτομία, η οποία θα καθόριζε στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η ιστορία και σκέφτονται οι άνθρωποι για το μακρινό παρελθόν. Οι αρχαίοι Βαβυλώνιοι μετρούσαν τον χρόνο με βάση τις βασιλείες των βασιλέων. Κατέγραφαν ότι ένα γεγονός είχε συμβεί το δέκατο έτος της βασιλείας, για παράδειγμα, του Ναβουχοδονόσορα. Με την άνοδο κάθε νέου βασιλιά, το ρολόι ξεκινούσε από την αρχή. Παρόμοια συστήματα χρησιμοποιούνταν σε όλον τον αρχαίο κόσμο. Οι ελληνικές πόλεις-κράτη υπολόγιζαν τον χρόνο με βάση τα ονόματα των ανώτερων αξιωματούχων που εκλέγονταν ετησίως. Όμως μετά τη δολοφονία του Σελεύκου Α' το 281 π.Χ., οι υπεύθυνοι για την καταγραφή των γεγονότων και την τήρηση των αρχείων στη Βαβυλώνα άφησαν το ρολόι να προχωρήσει. Στο εξής, o χρόνος δεν υπολογιζόταν πια με βάση την αρχή της κάθε νέας βασιλείας, αλλά με βάση τα χρόνια που είχαν περάσει αφότου o Σέλευκος Α' απέκτησε τον έλεγχο του βασιλείου του. Αυτό ήταν το έτος 312 π.Χ. (επτά χρόνια πριν να πάρει τον τίτλο του βασιλέως). Ήταν το πρώτο οικουμενικό σύστημα για τη μέτρηση του ιστορικού χρόνου.


Πηγή κειμένου: ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: ΜΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, Roderick Beaton, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ