Κυριακή, Απριλίου 24, 2022

Ο Ιέρων των Συρακουσών (269-215)

O Ιέρων ξεκίνησε τη μακρόχρονη καριέρα του το 275, ως στρατηγός του Πύρρου. Το 271 συντάχθηκε με τον λαό και ανακηρύχθηκε στρατηγός αυτοκράτωρ. Ρεαλιστής, αποδέχθηκε τον δυσμενή συσχετισμό δυνάμεων και υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τους Καρχηδονίους. Το 269 ξεκίνησε τον αγώνα εναντίον των Μαμερτίνων και τέσσερα χρόνια αργότερα τους κατανίκησε στον ποταμό Λογγανό. Μετά από τη νίκη αυτή ανακηρύχθηκε βασιλιάς. To βασίλειό του, κατά το πρότυπο των υπόλοιπων ελληνιστικών μοναρχών, ήταν προσωπική του κτήση, και δεν ανήκε στις Συρακούσες. Περιελάμβανε, εκτός των Συρακουσών και των πόλεων στην επικράτειά τους (Άκραι, Έλωρος, Μέγαρα Υβλαία), τους Λεοντίνους, το νότιο τμήμα της πεδιάδας της Κατάνης, το Ταυρομένιον και τους Μοργαντίνους.

O Ιέρων διατήρησε την εξουσία του για 54 χρόνια. Σε πολλά σημεία η καριέρα του μοιάζει να επαναλαμβάνει αυτήν του Αγαθοκλή, ωστόσο ακολούθησε σταθερή φιλορωμαϊκή πολιτική, σε συνδυασμό με μέριμνα για εσωτερική σταθερότητα. O Πολύβιος σημειώνει με έμφαση ότι επί της βασιλείας του δεν εξορίστηκε ούτε θανατώθηκε κάποιος πολίτης.

Οι Μαμερτίνοι κάλεσαν αρχικά σε βοήθεια τους Καρχηδονίους. O Ιέρων έμεινε άπρακτος, φοβούμενος τις συνέπειες μιας σύγκρουσης με την Καρχηδόνα. Οι Μαμερτίνοι όμως στη συνέχεια κάλεσαν και τους Ρωμαίους. H Σύγκλητος αρνήθηκε να πάρει θέση, αλλά τελικά υπό τη λαϊκή πίεση, η πρόσκληση έγινε αποδεκτή (264). H Μεσσήνη καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους, γεγονός που οδήγησε τους δύο προαιώνιους εχθρούς, τις Συρακούσες και την Καρχηδόνα, να συμμαχήσουν. Όμως και οι δύο ηττήθηκαν από τους Ρωμαίους, οι οποίοι μάλιστα απείλησαν με πολιορκία τις Συρακούσες (263). O Ιέρων, εξαιρετικά διορατικός πολιτικός αντιλήφθηκε τη στρατιωτική υπεροχή της Ρώμης και συνομολόγησε συνθήκη ειρήνης, με την οποία κατόρθωσε να σώσει το βάσίλειό του. Υποχρεώθηκε να καταβάλει μεγάλες πολεμικές επανορθώσεις. Υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις του, προσφέροντας μάλιστα αφειδώς τα σικελικά σιτηρά για τις ανάγκες της Ρώμης σε περιόδους σιτοδείας, κάτι που οδήγησε στην ανέλιξή του σε σύμμαχο το 248 και στην κατάργηση των επανορθώσεων. Το κόστος ήταν βέβαια η μετατροπή του κράτους του σε πελατειακό βασίλειο της Ρώμης.

O Ιέρων πάντως διατήρησε κάποιο βαθμό αυτονομίας στην εξωτερική του πολιτική Όταν η Καρχηδόνα συγκλονίζονταν από τη μεγάλη εξέγερση των μισθοφόρων το 241-238, έστειλε στη λιμοκτονούσα πολιτεία φορτία σιτηρών, φροντίζοντας να μην εξασθενήσει υπερβολικά η αντίρροπη στη Ρώμη δύναμη. Μόνο έτσι θα διατηρούσε τη στρατηγική της σημασία η επικράτειά του.

O Ιέρων στράφηκε στον τομέα της αναδιοργάνωσης του βασιλείου. Το σημαντικότερο έργο του ήταν η εφαρμογή μιας νέας πολιτικής φορολογίας, μέσω του περίφημου Ιερώνειου Νόμου (lex Hieronica), της σταθερής δηλαδή φορολόγησης της δεκάτης επί της παραγωγής των σιτηρών της επικράτειάς του. O παραγωγός καλούνταν να καταβάλλει ένα αντίστοιχο της απόδοσης της γης του ποσό στο βασιλικό ταμείο. Σε περιπτώσεις κακής σοδειάς το φορολογικό βάρος μειωνόταν σημαντικά και το γεγονός αυτό ήταν αρκετό για την ανόρθωση της αγροτικής παραγωγής και την επιβίωση των μικρών και μεσαίων αγροτών. Ταυτόχρονα, ο Ιέρων επεχείρησε να αντιπαραβληθεί στους μονάρχες της ελληνιστικής Ανατολής, χωρίς όμως να ξεχνά και το σικελικό, τυραννικό του υπόβαθρο, με την εφαρμογή μεγαλεπήβολων οικοδομικών προγραμμάτων (με κυριότερο τον μνημειακό βωμό κοντά στο θέατρο των Συρακουσών, με διαστάσεις 199 X 23,5 μ, και το ίδιο το θέατρο στη Νεάπολη, οικοδομήματα διακοσμημένα με ολόγλυφες μνημειακές μορφές Τελαμώνων). Η Αυλή του στέγασε μερικούς από τους λαμπρότερους διανοουμένους και επιστήμονες της εποχής, με προεξάρχοντα βεβαια τον Αρχιμήδη. Βρίσκονταν σε διπλωματικές επαφές με τους ομολόγους του στην Ανατολή, και κυρίως με ιους Πτολεμαίους, στους οποίους δεν παρέλειπε να στέλνει πλούσια δώρα.

Συμμετείχε ενεργά στις δραστηριότητες του ελληνικού κόσμου της Ανατολής στέλνοντας προσφορές στα σημαντικότερα ιερά των ελληνικών πόλεων και βοήθεια στη Ρόδο μετά τον καταστροφικό σεισμό του 224, ενώ συμμετείχε και στους Ολυμπιακούς αγώνες όπως μαρτυρεί το γεγονός της παρουσίας της Νίκης ως ηνιόχου στα νομίσματά του, αλλά και το ότι έστησε έξι ανδριάντες του στην Ολυμπία περισσότερους από οποιονδήποτε άλλο θνητό. 


Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, Εκδ. ΔΟΜΗ 


Η δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά απο τον Ιωάννη Τζιμισκή (669)

Ένας γάμος τόσο αταίριαστος που ξεκινούσε με τόσο κακούς οιωνούς, είχε πολλές πιθανότητες να έχει κακή εξέλιξη. Και αυτό έγινε πολύ γρήγορα. Και πάλι δεν ξέρουμε όλες τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής του αυτοκρατορικού ζεύγους στη διάρκεια αυτών των δέκα ετών και o ρόλος της Θεοφανώς, πάντα διακριτικής και επιτήδειας, ήταν περισσότερο φανερός στα παρασκήνια. Έτσι πρέπει να περιοριστούμε μόνο στις γενικές γραμμές της περιπέτειας και της τραγικής καταστροφής στην οποία κατέληξε.

Ερωτευμένος με πάθος με τη Θεοφανώ, ξετρελαμένος από την ακτινοβόλο ομορφιά της, o Νικηφόρος έκανε γι' αυτήν σύμφωνα με το επιφυλακτικό και σύντομο σχόλιο του ιστορικού Λέοντος του Διακόνου «περισσότερα απ' όσα έπρεπε». Αυτός ο οικονόμος, σοβαρός, αυστηρός άνδρας γέμιζε την ωραία πριγκίπισσα πολυτελή δώρα, υπέροχες τουαλέτες, λαμπερά κοσμήματα, την περιέβαλλε με εκθαμβωτική πολυτέλεια, της δημιουργούσε μια περιουσία προικίζοντάς την με θαυμάσια κτήματα και κομψές βίλες. «Τίποτα, λέει ο Schlumberger, δεν ήταν πολύ ακριβό, τίποτα δεν ήταν υπερβολικά όμορφο για να το προσφέρει στην πολυαγαπημένη του βασίλισσα». Και το κυριότερο, δεν μπορούσε να κάνει χωρίς αυτήν. Όταν το 964 έφυγε για το στρατό, πήρε μαζί του τη Θεοφανώ στο στρατόπεδο και για πρώτη ίσως φορά στην μακρόχρονη στρατιωτική σταδιοδρομία του, διέκοψε απότομα την εκστρατεία που είχε ξεκινήσει για να γυρίσει γρηγορότερα κοντά της.

Η δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά
 απο τον Ιωάννη Τζιμισκή (669)
Κατά βάθος όμως ο γηραιός αυτός στρατιώτης δεν ήταν καθόλου αυλικός. Αφού αφοσιώθηκε για λίγο στο πάθος του, ο πόλεμος, ο άλλος έρωτάς του, ανέκτησε πολύ γρήγορα την κυριαρχία του πάνω στην ψυχή του και κάθε χρόνο έφευγε για τα σύνορα όπου πήγαινε να πολεμήσει τους Άραβες, τους Βουλγάρους, τους Ρώσους και τώρα πια δεν έπαιρνε μαζί του τη Θεοφανώ. Μετά προσπαθούσε να κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά του ως αυτοκράτορας. Και έτσι, σιγά σιγά ο ηγεμόνας, που κάποτε ήταν τόσο αγαπητός, έχανε ολοένα και περισσότερο τη δημοτικότητά του. Ο λαός, τσακισμένος από τους φόρους, μουρμούριζε. Ο κλήρος, που ο Νικηφόρος περιόριζε τα προνόμιά του, οι μοναχοί των οποίων προσπαθούσε να μειώσει την τεράστια ακίνητη περιουσία, δεν έκρυβαν τη δυσαρέσκειά τους. Ο πατριάρχης ήταν σε ανοιχτή αντίθεση με τον αυτοκράτορα. Στην πρωτεύουσα ξέσπασαν ταραχές. Ο Νικηφόρος προπηλακίστηκε από το λαό, του πέταξαν πέτρες. Και παρά την αξιοθαύμαστη ψυχραιμία που έδειξε σ' αυτή την περίσταση, λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του, αν οι οικείοι του δεν τον είχαν απομακρύνει εγκαίρως. Τελικά είχε κυριευτεί ξανά από τις κρίσεις μυστικιστικής θρησκομανίας που τον ενοχλούσαν στο παρελθόν. Κυριευόταν από θλίψη, δεν ήθελε να κοιμηθεί στο αυτοκρατορικό κρεβάτι του και κοιμόταν σε μια γωνιά, ξαπλωμένος σ' ένα δέρμα πάνθηρα όπου τοποθετούσαν ένα μαξιλάρι από πορφύρα και είχε αρχίσει και πάλι να φοράει κατάσαρκα το ράσο του θείου του Μαλεϊνού. Η ψυχή του ήταν ανήσυχη, ταραγμένη. Φοβόταν για την ασφάλειά του και είχε κάνει το ανάκτορό του του Βουκολέοντα πραγματικό κάστρο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εξακολουθούσε να λατρεύει τη Θεοφανώ και να είναι υποταγμένος στη γλυκιά και μυστική επιρροή της περισσότερο απ' όσο επέτρεπε η σύνεση και η λογική. Όμως η αντίθεση ανάμεσα στον άξεστο στρατιώτη και την κομψή πριγκίπισσα ήταν μεγάλη. Εκείνος την έκανε να πλήττει, κι εκείνη έπληττε. Αυτό επρόκειτο να έχει σοβαρές συνέπειες.

Ο Νικηφόρος είχε έναν ανιψιό, τον Ιωάννη Τζιμισκή. Ήταν ένας άνδρας σαράντα πέντε χρόνων, κοντός αλλά καλοφτιαγμένος και πολύ κομψός. Είχε λευκό δέρμα, γαλανά μάτια, χρυσόξανθα μαλλιά που στεφάνωναν σαν φωτοστέφανο το πρόσωπό του, κόκκινα γένια, λεπτή μύτη, ένα τολμηρό βλέμμα που δεν φοβόταν τίποτα και δεν χαμήλωνε μπροστά σε κανέναν. Δυνατός, επιδέξιος, ευκίνητος, γενναιόδωρος και μεγαλοπρεπής και επιπλέον λίγο γλεντζές, ήταν εξαιρετικά γοητευτικός. Μέσα στην πλήξη όπου σερνόταν η ζωή της, φυσικά άρεσε στη Θεοφανώ. Και τότε το πάθος την οδήγησε στο έγκλημα. Ο Τζιμισκής ήταν φιλόδοξος. Εξάλλου τον είχε ενοχλήσει πολύ η ατίμωση που είχε υποστεί πρόσφατα. Μετά από ένα πολεμικό επεισόδιο, ο αυτοκράτορας τον είχε καθαιρέσει από το αξίωμα του δομέστικου των σχολών της Ανατολής και τον είχε καλέσει να αποσυρθεί στα κτήματά του. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν να πάρει εκδίκηση για μια προσβολή που θεωρούσε άδικη. Η Θεοφανώ από την πλευρά της είχε κουραστεί πολύ από τον Νικηφόρο. Η καλή συνεννόηση του παρελθόντος είχε δώσει τη θέση της σε μνησικακίες και υποψίες. Η αυτοκράτειρα είχε φτάσει σε σημείο να προσποιείται ότι φοβόταν μια απόπειρα εκ μέρους του συζύγου της κατά της ζωής των γιων της. Επίσης, ο χωρισμός από τον εραστή της τη γέμιζε ανυπομονησία. Ο Τζιμισκής φαίνεται ότι υπήρξε ο μεγάλος και ασφαλώς ο μόνος πραγματικός έρωτας της ζωής της. Κάτω από αυτές τις συνθήκες γλίστρησε χωρίς να το καταλάβει προς την ιδέα του πιο φρικτού εγκλήματος.

Από τότε που ο Νικηφόρος είχε γυρίσει από τη Συρία στις αρχές του 969, βασανιζόταν από σκοτεινά προαισθήματα. Ένιωθε γύρω του συνωμοσίες να ετοιμάζονται στο σκοτάδι. Ο θάνατος του γηραιού πατέρα του, του καίσαρα Βάρδα Φωκά, είχε κάνει ακόμη μεγαλύτερη τη θλίψη του. Ωστόσο αγαπούσε ακόμη τη Θεοφανώ. Εκείνη μεταχειρίστηκε ύπουλα την επιρροή της για να ανακαλέσει τον Τζιμισκή στην αυλή. Τόνισε στον αυτοκράτορα πόσο κακό ήταν να στερείται τις υπηρεσίες ενός τέτοιου άνδρα και πολύ επιτήδεια, για να απομακρύνει από το μυαλό του Νικηφόρου τις υποψίες που θα μπορούσε να ξυπνήσει η υπερβολικά έκδηλη συμπάθεια για τον Ιωάννη, προσποιήθηκε πως σχεδίαζε να τον παντρέψει με κάποια συγγενή της. Όπως πάντα, ο βασιλεύς υπέκυψε στις επιθυμίες της γυναίκας του. Ήταν αυτό που περίμενε εκείνη. Ο Ιωάννης ξανάφυγε για την Κωνσταντινούπολη. Χάρη στους συνεργάτες που είχε εξασφαλίσει επιτήδεια η Θεοφανώ στο παλάτι, οι δύο εραστές ξαναειδώθηκαν στο ίδιο το παλάτι, χωρίς ο Νικηφόρος να υποψιαστεί τίποτα, και κανόνισαν τα προκαταρκτικά της συνωμοσίας τους. Δεν επρόκειτο για τίποτα λιγότερο από τη δολοφονία του βασιλέως. Ανάμεσα στους δυσαρεστημένους στρατηγούς, ο Ιωάννης βρήκε εύκολα συνενόχους. Έγιναν πολλές συζητήσεις ανάμεσα στους συνωμότες, τον Τζιμισκή και την αυτοκράτειρα. Τελικά, χάρη στη συνενοχή του γυναικωνίτη, ένοπλοι άνδρες έφθασαν μέχρι το παλάτι και κρύφτηκαν στα διαμερίσματα της Αυγούστας.

Όπως διηγείται ο Ιωάννης ο Διάκονος, που μας έχει αφήσει μια πολύ συναρπαστική αφήγηση του δράματος, ήταν αρχές Δεκεμβρίου. Ο φόνος είχε οριστεί για τη νύχτα της 10ης προς την 11η του μηνός προηγούμενη ημέρα, αρκετοί από τους συνωμόιες, κρυμμένοι κάτω από γυναικεία ρούχα, μπήκαν στο Ιερό Παλάτι με τη βοήθεια της Θεοφανώς. Αυτή τη φορά, κάποιος έδωσε μια μυστηριώδη συμβουλή στον αυτοκράτορα και ο Νικηφόρος διέταξε έναν από τους αξιωματικούς του να βάλει να ψάξουν τα διαμερίσματα των γυναικών. Όμως, είτε γιατί δεν έψαξαν προσεκτικά, ή γιατί δεν θέλησαν να βρουν τίποτα, δεν ανακάλυψαν κανένα. Στο μεταξύ, είχε νυχτώσει: δεν περίμεναν παρά μόνο τον Τζιμισκή για να χτυπήσουν. Ένας φόβος κυρίευσε τότε τους συνωμότες: αν ο αυτοκράτορας κλεινόταν στο δωμάτιό του, αν χρειαζόταν να παραβιάσουν την πόρτα του, αν ξυπνούσε από το θόρυβο, δεν θα χάνονταν όλα; Η Θεοφανώ, με τρομαχτική ψυχραιμία, ανέλαβε να παραμερίσει το εμπόδιο. Πήγε αργά το βράδυ να βρει τον Νικηφόρο στο διαμέρισμά του, συζήτησε φιλικά μαζί του και μετά, με το πρόσχημα ότι θα πήγαινε να δει μερικές νεαρές Βουλγάρες που βρίσκονταν για επίσκεψη στο Παλάτι, βγήκε έξω, λέγοντας ότι θα γύριζε σε λίγο και παρακαλώντας τον σύζυγό της ν' αφήσει την πόρτα ανοιχτή. θα την έκλεινε εκείνη γυρίζοντας. Ο Νικηφόρος δέχθηκε και όταν έμεινε μόνος, προσευχήθηκε για λίγο και μετά αποκοιμήθηκε.

Ήταν περίπου έντεκα το βράδυ. Έξω χιόνιζε και ο αέρας φυσούσε μανιασμένα στον Βόσπορο. Με μια μικρή βάρκα, ο Ιωάννης Τζιμισκής έφτασε στην έρημη αποβάθρα που απλωνόταν κάτω απ' τους τοίχους του αυτοκρατορικού κάστρου στον Βόσπορο. Μ' ένα καλάθι στερεωμένο στην άκρη ενός σχοινιού τον ανέβασαν στο γυναικωνίτη και οι συνωμότες με επικεφαλής τον αρχηγό τους, μπήκαν στο δωμάτιο του ηγεμόνα. Για μια στιγμή επικράτησε αναστάτωση: το κρεβάτι ήταν άδειο. Όμως ένας ευνούχος του γυναικωνίτη, που ήξερε τις συνήθειες του Νικηφόρου, έδειξε στους συνωμότες τον βασιλέα που κειτόταν σε μια γωνιά, κοιμισμένος πάνω στο δέρμα του πάνθηρα. Ρίχνονται μανιασμένα επάνω του. Ακούγοντας το θόρυβο ο Φωκάς ξυπνάει και σηκώνεται. Με μια σπαθιά ένας από τους συνωμότες του ανοίγει το κεφάλι από την κορυφή του κρανίου ως την καμάρα των φρυδιών. Καταματωμένος, ο άτυχος άνδρας φώναζε: «Θεοτόκε, βοήθησέ με!» Χωρίς να τον ακούσουν, οι δολοφόνοι τον σέρνουν στα πόδια του Τζιμισκή, που τον βρίζει και με μια βίαιη κίνηση του ξεριζώνει τη γενειάδα. Ακολουθώντας το παράδειγμα του αρχηγού τους, όλοι ρίχνονται πάνω στον δύστυχο μισοπεθαμένο άνδρα που αναπνέει με δυσκολία. Τελικά, με μια κλωτσιά ο Ιωάννης τον ρίχνει κάτω και τραβώντας το ξίφος του του καταφέρει ένα φοβερό χτύπημα στο κρανίο. Μ' ένα τελευταίο χτύπημα, ένας άλλος από τους συνωμότες τον αποτελειώνει. Ο αυτοκράτορας πέφτει νεκρός, λουσμένος στο αίμα του.

Στο θόρυβο της πάλης, οι στρατιώτες της φρουράς τρέχουν αλλά είναι πολύ αργά. Από ένα παράθυρο τους έδειξαν ανάμεσα στους πυρσούς, το κομμένο και ματωμένο κεφάλι του κυρίου τους. Αυτό το τραγικό θέαμα έκοψε κάθε διάθεση για αντίσταση. Ο λαός ακολούθησε το παράδειγμα της αυτοκράτειρας: δόθηκε στον Τζιμισκή και τον ανακήρυξε αυτοκράτορα.


Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ , CHARLES DIEHL