Τρίτη, Σεπτεμβρίου 28, 2021

Σελινούντας

Ο Σελινούς ιδρύθηκε το 651-650 π.Χ στο νοτιοδυτικό άκρο της Σικελίας από κατοίκους των Μεγαρέων Υβλαίων, της αποικίας δηλαδή των Μεγαρέων στη Σικελία. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η πόλη εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο λαμπρά και ισχυρά κέντρα του ελληνικού αποικιακού κόσμου, ενώ ειχε στενές πολιτικές και εμπορικές σχέσεις με την Καρχηδόνα. H τοποθεσία της διέθετε ευνοϊκά φυσικά χαρακτηριστικά: την πλατιά κοιλάδα που σχηματιζόταν σε ένα υψίπεδο -εκεί θα κτιζόταν η ακρόπολη, με τα απόκρημνα βράχια στον νότο της—, το οποίο ενωνόταν στα βόρεια με το πιο εκτενές υψίπεδο της Μανούτσα μέσω ενός στενού ισθμού, και τα φυσικά όριά της, στα δυτικά τον ποταμό Σελινούντα (σημερινό Μοντιόνε) και στα ανατολικά τον Ύψα (σημερινός Κοτόνε). οι εκβολές των ποταμών βρίσκονταν σε δύο λιμάνια, από τα οποία το ανατολικό ήταν πιο ευρύ και πιο βαθύ. Στον βορρά απλωνόταν μια πλούσια και εύφορη κοιλάδα.

Γύρω στο 409 π.Χ. η πόλη εκτεινόταν στα δυτικά μέχρι τον ποταμό Ματσάρο και στα ανατολικά μέχρι το βουνό Κρόνιο, συνορεύοντας εν μέρει με την Έγεστα, με την οποία είχε συχνές διαμάχες για εδαφικές διεκδικήσεις.

H ονομασία της πόλης οφείλεται στο φυτό σέλινο, το οποίο απεικονίζεται στα νομίσματά της και αποτελούσε το έμβλημα του Σελινούντα. H αυξανόμενη δύναμη της μεγαρικής αποικίας υπήρξε αιτία διενέξεων τόσο με τους Ελύμους —οι οποίοι υποστηρίζονταν από τους Καρχηδονίους, αν και οι τελευταίοι είχαν αναπτύξει και με τους Σελινουντίους στενές εμπορικές σχέσεις— όσο και με τον Ακράγαντα, που προσπαθούσε να επεκτείνει την επικράτειά του μετά την απώλεια της αποικίας του Σελινούντα, της Ηράκλειας Μινώας.

H διένεξη του Σελινούντα με την Έγεστα προκάλεσε την επεμβαση της Αθήνας το 427 και το 415 π.Χ., και αργότερα της Καρχηδόνας, η οποία κατέστρεψε την πόλη το 409 π.Χ., εποχή κατά την οποία ο Σελινούς ήταν μια ισχυρή πόλη, ένας σκληρός αντίπαλος. Μετά το 383 π.Χ. οι Καρχηδόνιοι, που είχαν ήδη καταλάβει το  αστικό κέντρο περιορισμένο πια μόνο στην ακρόπολη, παρέδωσαν την πόλη στους Συρακούσιους Ερμοκράτη και Διονύσιο. Τελικα το 205 π.Χ, ο Σελινούς καταστράφηκε ολοσχερώς και οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν οτο Λιλύβαιο.

Οι πρώτοι άποικοι εγκαταστάθηκαν μάλλον στο νότιο άκρο της ακρόπολης, πολύ σύντομα όμως οι εγκαταστάσεις εξαπλώθηκαν και στους γύρω λόφους. Στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. είχε οριοθετηθεί η αστική περιοχή —τα όριά της θα παρέμεναν αναλλοίωτα στους επόμενους δύο αιώνες—, και ο διαχωρισμός ανάμεσα στα ιερά κέντρα εντός της πόλης και στα αγροτικά ιερά ήταν σαφής. Οι προστάτιδες θεότητες της πόλης λατρεύονταν στο κέντρο της ακρόπολης, οι ολύμπιοι θεοί στον ανατολικό λόφο, και πιο συγκεκριμένα στον ναό E της πρώτης περιόδου, και οι Χθόνιες θεότητες (οι θεοί του Κάτω Κόσμου) στην ιερή περιοχή της Μαλοφόρου στη δυτική όχθη του ποταμού Σελινούντα, όπου είχε κτιστεί το πρώτο μεγαρον. Οι τοίχοι των μικρών σπιτιών των πρώτων αποίκων ήταν κατασκευασμένοι από λίθινα συμπλέγματα, τα οποία στηρίζονταν πάνω σε μεγάλους ακανόνιστους λίθινους όγκους. Στον ανατολικό λόφο, η τειχοποιία συνίστατο σε ένα κανονικό πλέγμα από λίθινες πέτρες διαφορετικού μεγέθους, οι οποίες ήταν τοποθετημένες εναλλάξ, πότε από τη μεγάλη πλευρά και πότε από τη μικρή, χαρακτηριστικό της καρχηδονιακής τεχνοτροπίας. Η νεκρόπολη εκτεινόταν αρχικά στις  νοτιοανατολικές απολήξεις του οροπεδίου της Μανούτσα, ενώ οτη συνέχεια κατέλαβε το ύψωμα της Γκαλέρα προς βορρά και την περιοχή από την ακρόπολη έως τον ποταμό Σελινούντα και τη Μαλοφόρο. Στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αι. π.Χ. η ακμάζουσα πόλη, διοικούμενη από μια ισχυρή ολιγαρχία, αναπτύχθηκε σύμφωνα με έναν μεγαλεπήβολο αστικό σχεδιασμό, ο οποίος βασίστηκε στην ισομερή σύνθεση διαφόρων συστημάτων. Το οδικό πλέγμα αναπτυσσόταν κατά μήκος δύο αξόνων διαφορετικής κατεύθυνσης που ακολουθούσαν τη φυσική κλίση του εδάφους. Μεταξύ του 580 και του 570 π.Χ η αρχική όψη του Σελινούντα άλλαξε αφού επανασχεδιάστηκε σύμφωνα με νέο πολεοδομικό σχέδιο.  Καποιο φυσικό φαινόμενο,  ίσως ένας ισχυρός σεισμός,  αποτέλεσε την αιτία του επανασχεδιασμού. Ο λόφος της ακρόπολης οργανώθηκε με βάση αφενός τον φυσικό μεσαίο άξονα από βορρά προς νότο και αφετέρου τον άξονα που εκτεινόταν από ανατολικά προς δυτικά, ο οποίος ένωνε τα δύο λιμάνια και σηματοδοτούσε τσ όριο ανάμεσα στην «αστική» περιοχή της πρώτης εγκατάστασης των αποίκων και στην ιερη περιοχή στο κέντρο του λόφου. Από τον 7ο αι. π.Χ., η ιερή αυτή περιοχή διέθετε ήδη ναΐσκους, ενώ αργότερα «απομονώθηκε» στη βόρεια πλευρά από μια μεταγενέστερη οδική αρτηρία, με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση (δρόμος F). Με βάση αυτή την κατευθυντήρια γραμμή έγινε ο σχεδιασμός των οικοδομικών τετραγώνων της βόρειας πλευράς της ακρόπολης μέχρι το υψίπεδο της Μανούτσα. Κατά την αναδόμηση και διεύρυνση του τεμένους (ιερή περιοχή , που οριζόταν στη δυτική του πλευρά από τον άξονα βορρά-νότου, εκεί όπου τελείωναν οι νέοι ναοί που ήταν αφιερωμένοι στις προστάτιδες θεότητες της πόλης, κατασκευάστηκαν δύο άνδηρα, διαφορετικών διαστάσεων, πάνω στους απόκρημνους βράχους της ανατολικής πλευράς του λόφου, τα οποία στηρίχθηκαν σε δύο ογκώδεις τοίχους και συνδέονταν μεταξύ τους με σκαλοπάτια. Ετσι, το ανατολικό όριο του περιβόλου ευθυγραμμίστηκε με τον δρόμο από βορρά προς νότο, ο οποίος ξεκινούσε από το λιμάνι στις εκβολές του Κοτόνε, διασταυρωνόταν με το νότιο όριο του ιερού Χώρου και όριζε με αυτό τον τρόπο το νέο ανατολικό όριο. Στον δρόμο F ο ιερός περίβολος απαρτιζόταν από ένα τείχος 150μ., με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά.

Το οδικό δίκτυο πανω οτην ακρόπολη οριζόταν από στενωπούς πλάτους περίπου 3.50μ, παράλληλες με τον δρόμο F, ενώ η βασική αρτηρία από βορρά προς νότο είχε πλάτος 9, 14 μ. Οσον αφορά το υψίπεδο της Μανούτσα, ο άξονας που κατηφόριζε από βορειοδυτικά προς την αρχαία νεκρόπολη ήταν εκείνος που καθόριζε τη δημιουργία των οικοδομικών τετραγώνων. O άξονας αποτελείτο από καλά πατημένο χώμα με άμμο πάνω στο βραχώδες έδαφος, όπως και οι υπόλοιποι δρόμοι της πόλης. Ανάμεσα στο 560 και στο 540 π.Χ. μέρος του μεγάλου πλούτου της πόλης διατέθηκε για δημόσια έργα και η πόλη απέκτησε μεγαλειώδη όψη, αποκαλύπτοντας την αφθονία οικονομικών πόρων, αλλά και τη δραστηριότητα άριστων αρχιτεκτόνων και τεχνιτών. Παράλληλα, δείχνει την τάση των πολιτικών του Σελινούντα για αυτοπροβολή. H χαλικόστρωση του οδικού άξονα της ακρόπολης και του δρόμου F κατέστη επιτακτική, λόγω της μεταφοράς υλικών πολύ μεγάλου βάρους από τα λατομεία της Κούζα στον βορρά, για την οικοδόμηση του ναού C. Ένα νέο ανάχωμα συνιστούσε τη βάση για την κατασκευή ενός πολύ μεγάλου ανδήρου, στην ανατολική πλευρά του τεμένους, που στηριζόταν σε μια κλιμακωτή κατασκευή ύψους 9,80 μ., η οποία ακολουθούσε στην αρχή τη φυσική καμπύλη γραμμή του λόφου, στο άκρο του όμως άλλαζε κατεύθυνση προς τα βορειοδυτικά, χωρίς να ολοκληρώνει τον κύκλο του περιβόλου. O ογκώδης τοίχος κατέληγε σε αψιδωτό περίστυλο στην κορυφή. Στη συνέχεια, η βορειοανατολική γωνία του ιερού χώρου συνδεόταν με τον δρόμο F με ένα νέο άνδηρο, πιο χαμηλό, όπου αργότερα θα κτίζονταν οι καρχηδονιακές κατοικίες σε διαφορετικά επίπεδα. Έτσι, λοιπόν, μετά την ολοκλήρωση αλεπάλληλων επεκτάσεων και έργων στήριξης, η εξ ανατολών πρόσβαση στην ιερή περιοχή γινόταν μέσω μιας διαδρομής από ανισόπεδες επιφάνειες, διαδοχικά άνδηρα και μια μεγάλη σκάλα στο τέλος, που οδηγούσε απευθείας στη θέα της πλαϊνής πλευράς ναού C και του του, την ίδια θέα που θα είχε κάποιος μπαίνοντας στον ιερό περίβολο από τη νότια είσοδο. Γυρω στο 480 π.X. o ιερός χώρος της ακρόπολης πλησίαζε στην ολοκλήρωσή του, όπως επίσης και οι βόρειες συνοικίες με τις κατοικίες των εύπορων πολιτών.

Ο ναός C, η νότια πλευρά του οποίου αποκαταστάθηκε με αναστήλωση των κιόνων και του θριγκού κατά τη δεκαετία του 1960, δεσπόζει πάνω στην ακρόπολη και είναι ο σημαντικότερος ναός του Σελινούντα. Αφιερωμένος στον Απόλλωνα, κτίστηκε το 560 π.Χ., στη θέση προϋπάρχοντος κτίσματος. O ναός, στενός και επιμήκης, χωριζόταν σε τρία μέρη, είχε άδυτο στην πίσω πλευρά και τέσσερις κίονες στην πρόσοψη του πρόναου. Το δωρικό περιστύλιο αποτελείτο από έξι κίονες στις στενές πλευρές και δεκαεπτά στις μακριές: οι κίονες της νότιας πλευράς είναι ακέραιοι, ενώ της βόρειας είναι διαιρεμένοι στους σπονδύλους τους. Μπροστά στην είσοδο του ναού βρισκόταν ο βωμός, που ήταν προσανατολισμένος στην ανατολή. Σημαντικές είναι οι τρεις μετόπες που σώζονται και οι οποίες βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Παλέρμο. Απεικονίζουν τον Απόλλωνα με την Αρτεμη.
O σχεδιασμός του ναού ήταν όμοιος με εκείνον του ναού C, με μοναδικές εξαιρέσεις την απουσία κιόνων μπροστά στον πρόναο και τους δύο κίονες εν παραστάσι, καθώς και το περιστύλιο των 6 ×18 κιόνων. Το τέμενος περιλάμβανε επίσης και το λεγόμενο μέγαρον. Από το 490 μέχρι το 460 π.Χ. άλλοι δύο ναοί προστέθηκαν στην ακρόπολη: ένας ναΐσκος, ιδιαίτερα επιμήκης και στενός, διαιρεμένος σε τρία μέρη, του οποίου το μπροστινό μέρος χωριζόταν από δύο κίονες, και ο μικρότερος ναός B, ο δωρικός θριγκός του οποίου στηριζόταν σε κίονες ιωνικού ρυθμού. Επίσης, υπήρχαν κτίσματα διαφόρων υπηρεσιών.

Οι περίπτεροι ναοί O και Α, με ανατολικοδυτικό προσανατολισμό, στα νότια του ιερού περιβόλου της ακρόπολης, τυπολογικά είναι παρόμοιοι. Και οι δύο έχουν περιορισμένες διαστάσεις, συγκρινόμενοι με τους ναούς C και D, και περιλαμβάνουν έναν επιμήκη σηκό που καταλήγει στο άδυτο και έναν οπισθόδομο με δύο κίονες εν παραστάσι. Το δωρικό περιστύλιο τους αποτελείτο από 6× 14 κίονες. Με την κατασκευή του ναού D και, αργότερα των νέων ναών Α και Ο , ο ιερός χωρος διευρύνθηκε προς το νότο, και κατά συνέπεια διευρύνθηκε και ο βασικός άξονας βορρά- νότου.
Πέρα από τις όχθες του ποταμού Κοτόνε στον ανατολικό λόφο,βρίσκονταν τρεις μεγαλοπρεπείς ναοί, κτισμένοι με τον τυπικό ανατολικοδυτικό προσανατολισμό. H αναστήλωση μεγάλου μέρους από το περίστυλο του ναού F αποκάλυψε την επιβλητικότητα και το δέος που προκαλούσε αυτό το εξαιρετικό σύμπλεγμα στον αρχαίο επισκέπτη. Ο δωρικός περίπτερος ναός του πρώτου μισού του 5ου αι. π.Χ., που σώζεται ακόμη και ο οποίος πιθανολογείται ότι ήταν αφιερωμένος στην Ήρα, εμφάνιζε τη συνήθη επιμήκη μορφή του σηκού, με τον πρόναο και τον οπισθόδομο με δύο κίονες εν παραστάσι, χαρακτηριζόταν όμως από ένα ασυνήθιστο άδυτο ιδιαίτερα υπερυψωμένο. Το περιστύλιο των 6 χ 15 κιόνων διέθετε διάζωμα με τρίγλυφα και μετόπες από ασβεστόλιθο (φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Παλέρμο), όπου απεικονίζονται θέματα από μύθους με τις σημαντικότερες ολύμπιες θεότητες. Στις μετόπες είχαν προστεθεί, με τρόπο εντελώς πρωτότυπο, γυναικείες κεφαλές από μάρμαρο.

O ναός F του ανατολικού λόφου, λίγο μεταγενέστερος του προηγούμενου, αποδόθηκε συμβατικά στον Διόνυσο και στην τελετουργία μυστικών λατρειών στις οποίες συμμετείχαν μόνον οι μυημένοι, λόγω των ενδιάμεσων τμημάτων που υπήρχαν ανάμεσα στους κίονες του περιστυλίου αφήνοντας στενές διόδους μόνο στην πρόσοψη. Όσον αφορά τα υπόλοιπα μέρη του ναού σηκός, πρόναος , παρουσιάζουν ομοιότητες με τα αντίστοιχα του ναού C της ακρόπολης.

Το πιο φιλόδοξο και πρωτότυπο εγχείρημα στον ανατολικό λόφο υπήρξε χωρίς αμφιβολία ο γιγάντιος ναός G, αφιερωμένος στον Ολύμπιο Δία, στον οποίο διακρίνονται επιδράσεις από τους κολοσσιαίους αρχαϊκούς ναούς της Ιωνίας. Από τον συγκεκριμένο ναό σώζονται τα θεμέλια (113 × 54 μ.) και ένας τεράστιος όγκος θραυσμάτων από αρχιτεκτονικά μέλη, τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα στον περιβάλλοντα Χώρο. Ο ναός ξεκίνησε να κτίζεται το 550 π.Χ., αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.Το περιστύλιο, με οκτώ πελώριους κίονες στις στενές πλευρές και δεκαεπτά στις μακριές, χωριζόταν από τον εξαιρετικά επιμήκη σηκό με έναν πλατύ διάδρομο. Ο σηκός χωριζόταν κατά μήκος από δύο κιονοστοιχίες. Στο πίσω μέρος βρισκόταν ο οπισθόδομος με δύο κίονες εν παραστάσι, ενώ πριν από τον πρόναο υπήρχε μια σειρά από τέσσερις κίονες στην πρόσοψη και δύο κίονες στην κάθε πλευρά. Κατά τις ανασκαφές, στα ερείπια του ναού βρέθηκε μια επιγραφή στην οποία ήταν χαραγμένα τα ονόματα των θεοτήτων που λατρεύονταν κυρίως στον Σελινούντα (ανάμεσά τους ο Ποσειδών, ο Ηρακλής και η Δήμητρα).

Μεγάλη εντύπωση πρέπει να προκαλούσε στον επισκέπτη η ιερή περιοχή της ακρόπολης και η ιερή περιοχή του ανατολικού λόφου, Ιδιαίτερα σε αυτόν που έφθανε στον Σελινούντα από τη θάλασσα: θέαμα εντυπωσιακό, που ξεπερνούσε ακόμη και την ιερή περιοχή του αντίπαλου Ακράγαντα.

Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., οι μεγάλες ανατολικοδυτικές οδικές αρτηρίες που περνούσαν από τις αστικές συνοικίες — διευρυμένες προς τις όχθες των δύο ποταμών— ήταν ο ιερός δρόμος F και οι πλατείες 0 και 6 στο βόρειο άκρο της ακρόπολης, ενώ τα δημόσια κτίρια και η Αγορά βρίσκοστο κεντρικό τμήμα, που ήταν το σημείο συνάντησης διαφόρων συνοικιών με διαφορετικούς προσανατολισμούς, οι οποίοι όμως συνέκλιναν στη νοτιοκεντρική περιοχή του οροπεδίου Μανούτσα. Οι αστικές συνοικίες πρέπει να εκτείνονταν στην περιφέρεια μεταξύ του ιερού Χώρου της Μαλοφόρου και του ανατολικού λόφου, ενώ τα αμυντικά έργα κάλυπταν το βορινό μέρος της ακρόπολης και κατευθύνονταν προς την εσωτερική ζώνη της πόλης. Στα δυτικά του ποταμού Σελινούντα, στη σημερινή περιοχή Γκατζέρα, κοντά στις εκβολές του Σελινούντα και στο λιμάνι, ήδη από τον 7ο αι.π.Χ. υπήρχε ένας πολύ σημαντικός ιερός Χώρος, έδρα της λατρείας της Μαλοφόρου, Χθόνιας θεότητας της γονιμότητας, η οποία αργότερα ταυτίστηκε με τη Δήμητρα. Στον ίδιο ιερό Χώρο υπήρχε ένα μικρότερο ιερό που ήταν αφιερωμένο στον Μειλίχιο Δία, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος οτη συνείδηση των πιστών με τη μεταθανάτια ζωή.

Στον τόπο του ιερού Χώρου βρίσκονται τα ερείπια από τα θεμέλια ενός προπυλαίου του 5ου αι.π.Χ., O ναός περιβαλλόταν από πολλούς άλλους βωμούς και ναΐσκους. Ανάμεσα στους ναΐσκους υπήρχε και ένα Εκαταίο, αφιερωμένο στη λατρεία Χθόνιων θεοτήτων. Μεταξύ των ευρημάτων από τον ιερό Χώρο συγκαταλέγεται μεγάλος αριθμός αγγείων, αναθημάτων, στηλών, προτομών, πήλινων εκμαγείων, καθώς επίσης και περίπου 12.000 αγαλματίδια θεών και ανθρώπων που προσέφεραν τα αναθήματα.
Επίσης, βρέθηκε και ένα ανάγλυφο που φέρει παράσταση από τον μύθο της Ηώς και του Κέφαλου. Όλα τα ευρήματα φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Παλέρμο. Στα αρχαία λατομεία της Κούζα, βόρεια του Σελινούντα, βρίσκονται μερικοί σπόνδυλοι κιόνωνπ από λαξευμένη πέτρα της περιοχής. Οι πελώριες διαστασεις και η σύσταση των σπονδύλων οδηγεί στην υπόθεση ότι προορίζονταν για τον ναό C της ακρόπολης. H γοητεία και το εξαιρετικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει ο τόπος οφείλεται ακριβώς στην ύπαρξη της ζωντανής και εντυπωσιακής μαρτυρίας για τις τεχνικές εξόρυξης και μεταφοράς του οικοδομικού υλικού, που χρησιμοποίησαν οι κατασκευαστές του ναού στα μέσα του 6ου αι.π.Χ
 
















Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27, 2021

Τα μοιρολόγια στα Μέγαρα


Στα Μέγαρα συνηθίζουν να παραστέκουν στο κεφάλι του νεκρού τα πιο στενά του πρόσωπα. Απ' αυτά οι γυναίκες έχουν τα μαλλιά τους ξέμπλεχτα και τα τραβούν με τα δυό τους χέρια σύμφωνα με τον ρυθμό του μοιρολογιού που του λένε και που το αρχίζει η μια και κατόπιν το επαναλαμβάνουν όλες μαζί.


Εκτός όμως από τα πολύ στενά πρόσωπα του νεκρού τον παραστέκουν και άλλες γυναίκες, λιγότερο συγγενείς ή γειτόνισσες που τις στιγμές αυτές θυμούνται τον θάνατο δικών τους προσώπων κι έτσι το κλάμα τους γίνεται πιο έντονο και γοερό, αφιερώνουν δέ και διάφορους στίχους που λένε στον νεκρό να τους διαβιβάσει στα αγαπητά τους πρόσωπα, όταν φτάσει στον κάτω κόσμο. Οι στιγμές αυτές είναι σπαραχτικές και κυρίως όταν πλησιάζουν τα μεσάνυχτα οπότε αλλάζουν μοιρολόγια και λένε πιό βαριά και πιό λυπητερά. Το ίδιο γίνεται και τα ξημερώματα ή στόν δρόμο, μεταφέροντας τον νεκρό από το σπίτι στην εκκλησία. Τότε όλοι μαζί με τα πιό συγκινητικά λόγια τον «ξεπροβοδίζουν» για την άλλη του κατοικία. Επίσης ο ρυθμός του μοιρολογιού θ' αλλάξει και στη διαδρομή από την εκκλησία για το νεκροταφείο.

Αν ο νεκρός χαθεί στην ξενιτιά ή πνιγεί σε θάλασσες ή σκοτωθεί σε πόλεμο, τότε βάζουν μιά φωτογραφία του στη μέση του δωματίου πάνω σ' ένα τραπέζι, μαζεύονται όλοι γύρω απ' αυτήν και θρηνούν τόσο λυπητερά και γοερά που ραγίζεται η καρδιά του ανθρώπου.

Τους ήχους των μεγαρίτικων μοιρολογιών τους έχω κατατάξει σε τέσσερις ομάδες. Οι ήχοι αυτοί λέγονται στα Μέγαρα Χαβάδες και είναι όλοι σχεδόν μακρόσυρτοι και εύρυθμοι. Οι ήχοι αυτοί διακρίνονται από τις περιπτώσεις που λέγονται δηλαδή α) όταν ο νεκρός ειναι ακόμα στο σπίτι β) όταν είναι χαράματα οπότε ο ήχος αυτός λέγεται «βαρύς χαβάς» γ) όταν πηγαίνουν τον νεκρό στην εκκλησία καί δ) ένας άλλος που μοιάζει με τον βαρύ χαβά, έχει το ίδιο μέτρο και τα ίδια διαστήματα, αλλά είναι σέ διαφορετική κλίμακα, (τσιγγάνικο).

Οι στίχοι που ταιριάζουν στην κάθε μελωδία δεν είναι ορισμένοι και απόλυτοι γιατί οι Μεγαρίτισσες που κλαίνε τον νεκρό φτιάχνουν στίχους ανάλογα με την κάθε περίπτωση. Δηλαδή αν ο νεκρός πέθανε στην ξενιτιά, αν ήταν νιόπαντρος, αν πέθανε μετά από σοβαρή αρρώστια, αν ήταν αδικοσκοτωμένος κλπ. Επίσης εξαρτάται και από το βαθμό της συγγένειας και την ηλικία του νεκρού.

για το παιδί:

Πω-πώ χάρε που παίρνεις τις ψυχές, πωπώ χάρε που να πεθάνεις πωπώ και χάρος να γενώ εγώ, πωπώ να ιδούμε τί θα κάνεις.

πωπώ για πές μου χάρε, τι θα πείς πωπώ σ' ορκίζω στην ψυχή σου πωπώ στον άλλο χάρο που θα ρθεί πωπώ να πάρει το παιδί σου.


Όταν ο νεκρός ήταν βαριά άρρωστος:

πωπώ άσπρα φορούσαν οι γιατροί, λελέ άσπρα κι οι νοσοκόμες πωπώ και μένα το κορμάκι μου, λελέ το φάγαν οι βελόνες.

Όταν σκοτώνεται από αστροπελέκι:

Σ' όλο τον κόσμο συννεφιά, λελέ σ' όλο τον κόσμο βρέχει μανούλα μου, σ' όλο τον κόσμο βρέχει και στη δική σου την αυλή, λελέ μανούλα μου, πέφτει τ' αστροπελέκι.


Στη διαδρομή από το σπίτι στην εκκλησία:

Ανοίχτε μας την Παναγιά πωπώ κουρντίστε το ρολόϊ γιατί περνάει ο γιόκας μας πωπώ με το μεγάλο σόι

(Λέγοντας Παναγιά εννοούν το Μητροπολιτικό Ναό των Μεγάρων που έχει και ρολόγια στα καμπαναριά).

Γιά νεκρό που σκοτώθηκε στον πόλεμο του '40:

Χιλιάδες εσκοτώσανε οι Γερμανοί στρατιώτες μά σένα σε σκοτώσανε Έλληνες πατριώτες. Μη με σκοτώνεις βρέ φονιά και μην τραβάς σκαντάλη μόν' έλα να παλαίψουμε αν είσαι παληκάρι.


Για νεκρό που πνίγηκε:

Θάλασσ' απ' όλα τα νερά πωπώ και τα ποτάμια πίνεις κι από τα παληκάρια μας πωπώ, κανένα δεν αφήνεις.

Για μικρό παιδί:

σάν ήλιος εβασίλεψες πωπώ και σαν φεγγάρι εχάθεις και σαν κλωνί βασιλικού πωπώ έπεσες και μαράθεις.


Για το νοικοκύρη:

Είχες μια βρύση σπίτι σου κι αυλή μαρμαρωμένη κι ένα ολόχρυσο δεντρί που ήταν ακουμπισμένη. Τώρα η βρύση στέρεψε κι η αυλή ξεμαρμαρώθει και το ολόχρυσο δεντρί 'πο ρίζα ξεριζώθει.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 24, 2021

Ο ΑΪ ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΜΑΚΡΙΝΟΣ

Έχουμε κι άλλη μια τοποθεσία στα Μέγαρα που τη λέμε του Αϊ-Γιάννη του Μακρινού κι αυτό γιατί είναι πολύ μακριά από το κέντρο της πόλης. Βαδίζουμε πέντε ώρες και βρισκόμαστε δεξιά του Λουτρακίου αγναντεύοντας τον Κορινθιακό Κόλπο. Εκεί λοιπόν γίνεται διήμερη πανήγυρη στη μνήμη της Γ' Ευρέσεως της κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στις 25 Μαϊου. Στο πανηγύρι αυτό συνήθως πήγαιναν ανδρόγυνα και όχι ανύπαντροι νέοι και νέες. Αυτό βέβαια δεν ισχύει σήμερα. Εκεί λοιπόν από τα παλιά χρόνια μέχρι και σήμερα πήγαιναν νιόπαντροι και έταζαν στον Άγιο για ν' άποκτήσουν αγόρι και να του βάλουν τ' όνομά του. Αν τύχαινε όμως και αποκτούσαν κορίτσι δεν αθετούσαν το τάξιμο. Το έβαζαν Ιωάννα. Την ημέρα αυτή γίνονται στην Έκκλησία και πολλά βαπτίσια με κάπως διαφορετικές συνήθειες. Ένα αντρόγυνο δηλαδή που είχε τάξει στον Άγιο το παιδί του δεν είχε υπόψη του ποιόν θα έκανε κουμπάρο, δηλαδή δεν ήταν μιλημένα τα κουμπαριά, όπως λέμε, αλλά έριχνε το παιδί μπροστά στην Ωραία Πύλη κι εκεί βρισκόντουσαν πολλά πρόσωπα που ήθελαν να κάνουν το Μυστήριο της βαπτίσεως και σπρώχνονταν ποιός θα πάρει το μωρό να το βαφτίσει χωρίς να ξέρει ποιανού είναι. Πολλές φορές τύχαινε να ειναι και παιδί εχθρού του οπότε αναγκάζονταν να ξαναγίνουν φίλοι. Άλλες φορές το παιδί ανήκε σε φτωχούς γονείς που η τάξη τους δεν ταίριαζε με την τάξη του νονού. Αυτό δέν είχε καμιά σημασία. Ο νονός καταδεχόταν και πήγαινε και στην πρόχειρη κατασκήνωση του κουμπάρου του και γλεντούσε μαζί του.

Εκεί λοιπόν γινόντουσαν 80 -100 κουμπαριά τύχαινε δε ένας νονός να κάνει τέσσερα και πέντε βαφτίσια κι άλλοι είχαν κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες για αγόρι ή κορίτσι, ενώ άλλοι βάπτιζαν πρόχειρα μα σε λίγες μέρες έβαζαν του παιδιού τα δώρα τους. Καμιά φορά τα κουμπαριά ηταν μιλημένα οπότε ήταν προετοιμασμένο και το γλέντι που ακολουθούσε.

Και σ' αυτό λοιπόν το πανηγύρι οι Μεγαρίτες γλεντούν αδελφωμένοι. Ψήνουν σχεδόν κοντά, κοντά δυό και τρία αρνιά κι έχουν πάρει μαζί τους τα πιο όμορφα σερβίτσια, τα πιο καλά κουστούμια τους, τα πιο ωραία και χρωματιστά ρούχα για τον ύπνο τους μέχρι και μεταξωτά μαξιλάρια, αν και υπόφεραν να πάνε στη χάρη του γιατί ειναι μακριά γι' αυτό τον λένε και Μακρινό. Ωστόσο πάνε με μεγάλη ευλάβεια καί χαρά. Πήγαινε σχεδόν όλο το χωριό άλλοι με γαϊδουράκια κι άλλοι μ' αυτοκίνητα. Σήμερα ο δρόμος έχει βελτιωθεί, ενώ παλιά ήταν τόσο στενός που πολλοί κινδύνεψαν κι απέδωσαν τη σωτηρία τους σε θαύμα του Παπά του Γιάννη, όπως αποκαλούν τον Άγιο στα Μέγαρα. Κάποτε για να φτάσουν στον Αϊ-Γιάννη περνούσαν με τα γαϊδουράκια τους από μια απότομη τοποθεσία καί πολύ στενή με βάθος περισσότερο από διακόσια μέτρα. Μια γυναίκα λοιπόν η Νικολάκαινα του Γιαννακόπουλου έπεσε με το γαϊδουράκι της και στάθηκε σ' ένα πεύκο χωρίς να πάθουν τίποτα. Από τότε η τοποθεσία αυτή ονομάστηκε «της Νικολάκαινας το πεύκο». Άλλη μιά φορά ολόκληρο αυτοκίνητο έπεσε στη στροφή της Κακιάς Σκάλας -έχει κι εκεί Κακιά Σκάλα- μ' όλον τον κόσμο και το μωρό που πήγαιναν να βαφτίσουν βρέθηκε εκατό μέτρα μακριά και δεν έπαθε τίποτα κανείς. Όλα αυτά οι Μεγαρίτες τα οφείλουν στον Παπά τον Γιάννη. Διηγούνται ακόμα και το παρακάτω. Το μοναστήρι του Αϊ-Γιάννη έχει μέσα αμυγδαλιές. Κάποιος Μεγαρίτης θέλοντας να κόψει μύγδαλα ανέβηκε επάνω και μετά δεν μπορούσε να κατέβει κι έταξε στον Άγιο ένα τουλούμι λάδι. Τότε του επέτρεψε ο Άγιος να κατέβει. Από τότε κανένας δεν τολμάει να απλώσει χέρι στα χωράφια, τις ελιές ή τα πεύκα του μοναστηριού από σεβασμό στον Άγιο κι από φόβο. Στο πανηγύρι αυτό δέν τραγουδούν ιδιαίτερα τραγούδια. Γλεντούν με τους γνωστούς στα Μέγαρα χορούς και τραγούδια.

Πηγή κειμένου: "ΤΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΡΩΝ" Ιακώβ. Αναστ. Ηλία,  εκδ. ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ 1982


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 22, 2021

Το Πάσχα στα Μέγαρα

Την τρίτη μέρα του Πάσχα μαζεύονται από πολλά μέρη να δουν τον περίφημο γυναικείο χορό της Τράτας.

Η θέση που χορεύουν οι κοπέλες των Μεγάρων βρίσκεται λίγο έξω από το χωριό πρός τη Δυτική πλευρά. Λέγεται του Αι-Γιάννη του Χορευταρά γιατί εκεί υπάρχει μιά μικρή Εκκλησία αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Ιωάννη.

Ο θρύλος αναφέρει ότι στο ιερό της εκκλησιάς υπάρχει ένα πηγάδι που το σκέπασαν με την Αγία Τράπεζα. Έλεγαν πως προτού σκεπαστεί ό,τι και να περνούσε πάνω, ακόμα και πουλί, πάθαινε κακό, γι' αυτό και οι Μεγαρίτες σκέφτηκαν κάποτε να εξαφανίσουν το πηγάδι χτίζοντας επάνω του την Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Βρέθηκαν όμως μπροστά σε δίλημμα γιατί όσο έχτιζαν την ημέρα, το βράδυ γκρεμιζόταν. Έτσι αποφάσισαν να μαζευτεί όλο το χωριό κάποια Τρίτη του Πάσχα και να χτίσει μονομιάς την Εκκλησία κι αφού είδαν οτι βράδιασε και δεν γκρεμίστηκε, έστησαν το χορό για να γιορτάσουν το γεγονός γι αυτό και μέχρι σήμερα επικρατεί το έθιμο του χορού της Τράτας. Σύμφωνα με άλλη παράδοση ο χορός της Τράτας συνδέεται με το εξής περιστατικό: Στα 1821 τα Μέγαρα ερημώνονται από τους Τούρκους γιατί οι Μεγαρείς τόλμησαν να βοηθήσουν σε κάποια μάχη την Ακροκόρινθο. Μετά την καταστροφή αυτή οι κάτοικοι άρχισαν να ξαναχτίζουν την πόλη τους ξεκινώντας από την αναστήλωση της εκκλησίας τους με τον όρο όμως να τελειώσουν πρίν από τη δύση του ήλιου. Έτσι σύσσωμοι οι Μεγαρίτες έτρεξαν νά βοηθήσουν κι όταν τελείωσαν, οι κοπέλες πανηγυρίζοντας χόρεψαν γύρω από την  εκκλησία το χορό της Τράτας. Η ίδια παράδοση μας λέει πως το πιάσιμο των χεριών στο χορό συμβολίζει τη μεταφορά των λίθων από χέρι σε χέρι κατά το χτίσιμο της εκκλησιάς. Αυτή την άποψη την ενισχύει και το γεγονός ότι τα περισσότερα τραγούδια που συνοδεύουν το χορό αυτό ειναι επηρεασμένα από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας όπως και το ακόλουθο.

Ανοίχτε τα πορτάκια σας να βγούν οι σκλαβωμένοι να μπούνε Τούρκοι με σπαθιά Πασάδες με κοντάρια. Να μπούν τα Ελληνόπουλα σαν τα μαργαριτάρια.

Μια άλλη παράδοση μας λέει πως ο χορός αυτός είναι συμβολικός γιατί αναπαριστάνει τον τρόπο που οι Μεγαρίτισσες μεταφέρανε χορεύοντας χωρίς να δίνουν υποψίες στον κατακτητή, λίθους για να χτιστούν τα μετερίζια των Ελλήνων. Πέρα όμως από κάθε παράδοση ο χορός της Τράτας μοιάζει με τον αρχαίο χορό των Πεπλοφόρων Παρθένων, σύμφωνα και με αναπαράστασή του σε τοιχογραφία του 4ου π.Χ. αι. που ανακαλύφτηκε σε τάφο της ελληνικής αποικίας της Απουλίας.

Θα πρέπει να σημειώσω πως οι χοροί που χορεύονται την ημέρα αυτή είναι όλοι γυναικείοι τα δέ τραγούδια ειναι όλα στο ρυθμό της Τράτας και τραγουδιούνται αποκλειστικά την ημέρα αυτή και σε καμιά άλλη εκδήλωση, γλέντι, πανηγύρι, γάμο κλπ. εκτός αν η εκδήλωση αυτή συμπέσει με το Πάσχα.

Όταν χορεύεται η Τράτα στο πίσω μέρος του χορού ειναι μαζεμένες όλες οι καλλίφωνες γυναίκες που αποτελούν τον χορό  και τραγουδούν δυνατά για ν' ακούν οι πρώτες που χορεύουν. Ποτέ Τράτα δεν έχει χορευτεί στα Μέγαρα με τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Τα τραγούδια της Τράτας έχουν μελωδία βαριά και μακρόσυρτη που νομίζει κανείς πως ειναι και άχρωμα, αλλά οι γυναίκες που τα αποδίδουν γνωρίζουν να τους δίνουν το απαιτούμενο χρώμα, τόσο μάλιστα που ούτε και οι ντόπιοι βιολάτορες δεν θα έδιναν. Με κόπο λοιπόν κατέγραψα απ' αυτές τις καλλίφωνες γυναίκες τα τραγούδια της Λαμπρής και τα παραθέτω:

ΤΟ ΠΙΠΙΝΙ

Υψηλό κυπαρισσάκι γέρνει η κορφάδα σου και ποιός θα την γλεντήσει, μικρό μου, την ομορφάδα σου τσάκισμα

Πιπίνι μου, πιπίνι μου, διαμάντι και ρουμπίνι μου να χα ένα ταχυδρόμο να τον είχα βοηθό να ρωτώ για το πουλί μου, μικρό μου, πώς περνάει μοναχό. τσάκισμα

Το πού 'σαι συ να 'ρχόμουνα, να στα παραπονιόμουνα. Είσαι άγγελος ωραίος, είσαι σαν τη ζωγραφιά και τον ήλιο τον σκεπάζει, μικρό μου, η δική σου ομορφιά. τσάκισμα

Πουλάκι μου, πουλάκι μου, μαράθει το χειλάκι μου.

ΩΡΑΙΑ ΠΟΥΝ' ΤΑ ΜΕΓΑΡΑ

Ωραία πουν' αμάν-αμάν, ωραια πούν' τα Μέγαρα Αχ! Ωραία πούν' τα Μέγαρα που 'χουνε τον Αγιάννη  που βγαίνουνε, αμάν-αμάν, που βγαίνουνε τα θηλυκά άχ! που βγαίνουνε τα θηλυκά να κάνουνε σεργιάνι.

ΛΑΜΠΡΗ ΚΑΜΑΡΑ

Λαμπρή, καμάρα αμάν-αμάν

Λαμπρή, καμάρα κι ας περνά. Αχ! Λαμπρή, καμάρα κι ας περνά εγν' τ' Αϊ-Γιωργιου το τέλος. Πάρτε τα δρε-αμάν, αμάν πάρτε τα δρεπανάκια σας άχ! πάρτε τα δρεπανάκια σας και πάμε για το θέρος. Κορίτσια Με-αμάν, αμάν κορίτσια Μεγαρίτικα άχ! κορίτσια Μεγαρίτικα για βγείτε στο σεργιάνι. Βάλτε το κα-αμάν, αμάν βάλτε το καπελάκι σας άχ! βάλτε το καπελάκι σας να πάτε στον Αϊ-Γιάννη.

Πηγή κειμένου: "ΤΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΡΩΝ" Ιακώβ. Αναστ. Ηλία,  εκδ. ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ 1982

Περιγραφή χώρων μεγαρίτικης οικίας

Κάθε μεγαρίτικο σπίτι ήταν μονοκατοικία που περιλάμβανε την κυρίως οικία (ορθογώνια ισόγεια δωμάτια με τζάκι και σε κάποιες περιπτώσεις και ανώγι με τζάκι), την αυλή και τους βοηθητικούς χώρους:

το «παράσπιτο» (δωμάτιο πού ήταν τοποθετημένα: τό «κιβώτιο» ή το «πιθάρι» με το λάδι, το βαρέλι με το κρασί, το «βουτσί» με τις ελιές, τα σακιά με το στάρι και τα άλλα δημητριακά).

Τον «αχυρώνα» (χώρος όπου αποθηκεύονταν τα σανά και τα άχυρα που αποτελούσαν τροφή για τα ζώα).

Το «αχούρι» (ο στάβλος όπου παχνίζονταν τα ζώα: άλογο, μουλάρι, γάιδαρος, κατσίκες, προβατίνες).

Ο «κάτικας» (το κοτέτσι όπου ζούσαν οι κότες της αυλής) με την  «κοτόγουρνα»: λαξευμένη σε πέτρα από πουρί, όπου οι κότες έπιναν το νερό τους.

Το «χαγιάτι» που στέγαζε το φούρνο και τις «γούρνες» (λαξευμένες κοιλότητες σε συμπαγείς πουρένιες μάζες, όπου οί Μεγαρίτισσες έπλεναν τα ρούχα τους).

Ο χώρος της αυλής που στοιβάζονταν τα ξύλα και τα κλαριά που αποτελούσαν την ενέργεια για τις καθημερινές ανάγκες.

Το πηγάδι ως πηγή άντλησης νερού.

Τα παλιά μεγαρίτικα σπίτια που είχαν κτισθεί με στρομπολίθαρα και πουριά, αποτελούνταν από δωμάτια σε σχήμα Π τοποθετημένα. Οι τοίχοι των δωματίων (τα ντουβάρια όπως τα έλεγαν) ειχαν πλάτος 50-60 εκατοστών και ασβεστώνονταν κάθε μεγάλη Σαρακοστή.

Τη στέγη την συνέθεταν τα «πατερά» (κορμοί πεύκων, που ένωναν τους δύο τοίχους τού δωματίου), που τα σκέπαζαν καλάμια και βρύα, για να καλυφθούν με μια παχιά στρώση χώματος, που την συμπλήρωναν κάθε καλοκαίρι.

Το πάτωμα καλυπτόταν με χώμα αναμεμειγμένο με κοπριά αγελάδας και άχυρα (το λεγόμενο «μπουχό»). Το πάτωμα το αποκαλούσαν «πάτωση».

Η αυλή της Μεγαρίτισσας. Άλλες ασχολίες της

Η μεγαρίτισσα νοικοκυρά, ως μάνα, ως γιαγιά, ως κόρη με τις πολλές και ποικίλες ασχολίες της, αποκαλύπτει μια ηρωίδα. Φροντίζει τα παιδιά της, βοηθεί στις αγροτικές δουλειές, διδάσκεται καθημερινά, αλλά και διδάσκει. Είναι υφάντρα, νοικοκυρά, αγρότισσα και προπάντων ως μάνα είναι το «πάπλωμα» που όλα τα σκεπάζει.

Στη ρούγα της, στην αυλή της, εκτρέφει τις κότες της, τις κατσίκες της, τις προβατίνες της, τα «ζωντανά» της. Ο φούρνος συμπληρώνει το νοικοκυριό της.

Τα αυγά από τις κότες της εξασφαλίζουν χρήματα για την αγορά των χρειωδών της οικογένειάς. Δίνουν αυγά στους πλανόδιους πραγματευτές, για να αγοράσουν μπαχαρικά, κουβαρίστρες και διάφορα άλλα.

Η μεγαρίτισσα νοικοκυρά χρησιμοποιεί τις κότες της και ως εκκολαπτικές μηχανές.Όταν η κότα «κλωσσεί» ή νοικοκυρά φροντίζει να της ετοιμάσει πανέρι με άχυρα, όπου τοποθετεί μια δεκαπεντάδα αυγά. Και η κλωσούσα κότα «κάθεται στα αυγά της» δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για την εκκόλαψή τους. Έτσι μετά από 22 ημέρες
έχει τη χαρά να μαζέψει 15 κλωσόπουλα, όπου μεγαλώνοντας θα ανανεώσουν τον πληθυσμό του κοτετσιού οι θηλυκές, τα δε κοκκορόπουλα θα αποτελέσουν υγιεινή τροφή τής οικογένειας. Κριθάρι, βρώμη, πίτουρα, καθώς και τα υπολείμματα των τροφών του σπιτιού ειναι οι τροφές με τις οποίες τρέφονται οι σπιτίσιες κότες.

Τα κοτόπουλα, οι γριές κότες, τα αρνάκια, τα κατσικάκια, το γάλα, οι μυτζήθρες, ο τραχανάς, οι χυλοπίτες είναι τα προϊόντα της αυλής της μεγαρίτισσας νοικοκυράς.

Το ψωμί το μεγαρίτικο, νοστιμότατο ψωμί, το παρασκευάζει η Μεγαρίτισσα με πόθο και μεράκι. Αρχίζει η διαδικασία με το κοσκίνισμα του σταριού, για να φύγουν οι σπόροι των ζιζανίων.
Ακολουθεί το πλύσιμό του. Το άπλωμά του στην αυλή, για να στεγνώσει.
Το άλεσμά του στον αλευρόμυλο.
Το κοσκίνισμά του, για να διαχωρισθεί το αλεύρι από τα πίτουρα. Τα πίτουρα τα χρησιμοποιεί η νοικοκυρά για την διατροφή των ζώων της αυλής της. Το αλεύρι με τα στιβαρά της χέρια το μετατρέπει η νοικοκυρά σε ζύμη, μέσα στη «σκάφη», που αποτελεί απαραίτητο εξάρτημα της μεγαρικής οικίας.

Το ψωμί που προκύπτει από τη ζύμη της «σκάφης» (λαξευμένη κοιλότητα σε ξύλο) είναι ένζυμο, με προζύμι που η νοικοκυρά έχει λάβει από την ενορία της τη Μεγάλη Πέμπτη και το διατηρεί έως την επόμενη Μεγάλη Πέμπτη σε πήλινο δοχείο.

Η μεγαρίτισσα νοικοκυρά παρασκευάζει και κεραμιδόπιτες, που είναι άζυμες, και τις ψήνει στο «κεραμίδι» που θέτει πάνω σε πυρά.. Τη ζύμη της «σκάφης» μετατρέπει σε κουλούρες, σε σιμίτες, σε καρβέλια και μικρά κουλουράκια.

Τα παρασκευάσματα αυτά τοποθετούνται στην «πανακωτή» (ειδική ορθογώνια θήκη με χωρίσματα) που την σκέπαζαν με τα κλινοσκεπάσματά τους, για να φουσκώσει η ζύμη και «ανεβασμένη», όπως έλεγαν, να την ψήσουν στο φούρνο της αυλής τους. Το φούρνο τον πύρωναν με κλαριά που είχε φροντίσει ο σύζυγος να εφοδιάσει την νοικοκυρά. Και ο χώρος της οικίας την ημέρα του ζυμώματος (που γινόταν κάθε 8-10 ημέρες) μοσχοβολούσε από τα φρέσκα ψωμιά που ξεφούρνιζε η Μεγαρίτισσα. Τα ψωμιά τα τοποθετούσαν σε σανίδες που είχαν κρεμάσει από τα πατερά ενός δωματίου.

Το γάλα, που έδιδαν οι κατσίκες, η Μεγαρίτισσα το μετέτρεπε σε νοστιμότατες μυτζήθρες που τις αποξέραινε, για να τις χρησιμοποιεί το χειμώνα. Το γάλα του καλοκαιριού αποτελεί τη βασική ύλη για την παρασκευή τραχανά καί φύλλου (χυλοπίτες).

Τον νοστιμότατο μεγαρίτικο τραχανά, η Μεγαρίτισσα παρασκεύαζε με γάλα και πληγούρι (τριμμένο στάρι στο χειρόμυλο). Τον τραχανά άπλωναν σε πεντακάθαρα σεντόνια, για να ξεραθεί και να τοποθετηθεί σε σακούλες πάνινες για να αποτελέσει θρεπτικό έδεσμα το χειμώνα.

Το μεγαρίτικο «φύλλο» (χυλοπίτες), παρασκεύαζε η νοικοκυρά Μεγαρίτισσα με γάλα, αυγά και αλεύρι, και ήταν άλλο ένα οικολογικό νόστιμο έδεσμα.

Η αυλή του μεγαρίτικου σπιτιού (με τις κότες, τις κατσίκες, τα άλογα, το φούρνο, τις γούρνες, το πηγάδι) είναι ο ένας δημιουργικός πόλος της μεγαρικής δραστηριότητας, που συμπληρώνεται από τον άλλο πόλο που είναι τα χωράφια με τις ελιές και τα αμπέλια.

Οί «κατσούμπλες» (οι λουκουμάδες) ήταν το επίσημο γλύκισμα που παρασκεύαζαν την πρωτοχρονιά και στην επέτειο χαρμόσυνων γεγονότων.
Η προετοιμασία της ζύμης γινόταν το βράδυ της παραμονής της 1ης του έτους, όπου η νοικοκυρά ανάδευε το αλεύρι με το προζύμι και το σκέπαζε με κλινοσκεπάσματα για να φουσκώσει. Τα χαράματα της πρωτοχρονιάς ξαναανάδευε τη ζύμη με τα επιδέξια χέρια της και την άφηνε να «ανεβεί». Μετά την έριχνε σε λάδι που έβραζε μέσα στο δοχείο (τον «ταβά») που ήταν πάνω στη φωτιά, είτε με τα χέρια της, είτε με κουτάλι της σούπας.

Την Πρωτοχρονιά όλα τα Μέγαρα μοσχομύριζαν από τίς ευωδιές που έβγαιναν από όλες τις μεγαρίτικες καπνοδόχους. Οί «κατσούμπλες» τοποθετούνταν σε μεγάλες πύλινες λεκάνες και επί δύο ήμέρες ήταν τά ζηλευτά εκλεκτά εδέσματα της οικογένειας που τα κατανάλωνε με «πετιμέζι» ή μέλι.
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς οι «κατσούμπλες» ήταν το κύριο φαγητό του πρωϊνού γεύματος.

Επικρατούσε μάλιστα η συνήθεια να αποστέλλονται και ως δώρο στούς επιφανείς της πόλεως (στο γιατρό, στο συμβολαιογράφο, κ.λπ.) ως πρωτοχρονιάτικο δώρο. "Έβαζαν μιά ποσότητα κατσούμπλες μέσα σ' ένα βαθύ πιατο, το τύλιγαν με μιά καθαρή πετσέτα και όρθρου βαθέος ένα παιδί της οικογένειας μετέβαινε στο σπίτι του επιλεγόμενου, για να του δώσει το πεσκέσι και να λάβει (αν λάβαινε) το φιλοδώρημα.

Οί «δίπλες» ήταν μιά άλλη λιχουδιά που παρασκεύαζε η Μεγαρίτισσα νοικοκυρά την παραμονή των Θεοφανείων. Οικολογικά ήταν όλα τα παρασκευασμένα της μεγαρίτικης νοικοκυράς.

Οικολογικά όλα όσα χρησιμοποιούσε για την καθαριότητα του σπιτιού της, του νοικοκυριού της.

Οικολογικό ήταν το υλικό που χρησιμοποιούσε για να λούσει τα μαλλιά της και των παιδιών. Ο «πηλός», όπως τον αποκαλούσαν, ήταν μιά συμπαγής όρυκτή στερεά μάζα που η εξόρυξή της γινόταν απο ειδικές τοποθεσίες, κυρίως από την τοποθεσία «Πηλός» πάντα την ημέρα της εορτής της Αναλήψεως. Εκείνη την ημέρα, όλες οι μεγαρίτισσες ξανοίγονταν στον κάμπο για να προμηθευτούν τον «πηλό» που θα τους χρησίμευε για το λούσιμο της κεφαλής όλων των μελών της οικογένειας (κυρίως τών θηλυκών).

Η μάζα αυτή που την εμπλούτιζαν με νερό αρκετές ώρες προτού να την χρησιμοποιήσουν, απλωνόταν πάνω στο τριχωτό της κεφαλής και ήταν υλικό με δύο ιδιότητες: 1ον) Καθάριζε τα μαλλιά, 2ον) τα καθιστούσε μαλακά. Η μαλακτική ιδιότητα ήταν πολύ σημαντική, αφού διευκόλυνε το χτένισμα των πλούσιων μακριών μαλλιών που κάθε μεγαρίτισσα διατηρούσε και τα έπλεκε σε κοτσίδες που έφθαναν ως τη μέση της.

Το γλυκό του κουταλιού το παρασκεύαζε η Μεγαρίτισσα με τα «περγουλάτα» σταφύλια που μάζευε από το αμπέλι της.Έτσι είχε βάζα με γλυκό, για να το σερβίρει στους επισκέπτες της.

Η Μεγαρίτισσα παρασκεύαζε και νοστιμότατη μαρμελάδα από τα σταφύλια του αμπελιού της, που μαζί με το πετιμέζι και το ψωμί αποτελούσαν το χορταστικό πρωϊνό των παιδιών.

Η Μεγαρίτισσα νοικοκυρά φρόντιζε και για την προμήθεια της πρώτης ύλης για την παρασκευή του «ζεστού» (προϊόν του εντός του ύδατος βρασμού φυτικών ουσιών) της οίκογένειας.

Από το μεγαρικό κάμπο και τα βουνά μάζευαν διάφορα βότανα, με κορυφαίο το χαμομήλι, για την παρασκευή του «ζεστού» τους. Ειδικά το χαμομήλι το μάζευαν το μήνα Απρίλιο έκαστου έτους, ώστε την παραμονή της εορτής της μνήμης του Αγίου Γεωργίου να βρεθεί απλωμένο, για να το βλογήσει ο Άγιος.

Τόν καφέ η μεγαρίτισσα νοικοκυρά τον προμηθευόταν σέ κόκκους τους οποίους έθετε στο «καβουρντιστήρι» (κυλινδρικό δοχείο, το οποίο διαπερνούσε σιδερένιος λεπτός άξονας), για να τους καβουρδίσει υπό την επίδραση πυράς, επί της οποίας τοποθετούσαν το «καβουρντιστήρι» στριφογυρίζοντάς το, γύρω από τον άξονά του. Με το «καβουρντιστήρι» καβούρδιζαν και σπόρους σιταριού, ρεβυθιού και κριθαριού. Τους καβουρδισμένους κόκκους του καφέ και των σπόρων του σιταριού και του ρεβυθιού που τους άλεθαν οι μεγαρίτισσες στο χειρόμυλο, τον οποίο είχε προμηθευτεί κάθε μεγαρίτικο σπίτι. Έτσι παρασκευαζόταν ρόφημα με αναμεμειγμένη σκόνη από καφέ, κριθάρι και ρεβύθι. Σε περιόδους λιτότητας το ρόφημα παρασκευαζόταν μόνο από σπόρους σιταριού και ρεβυθιού.

Μέσα σε όλα αυτά, η μεγαρίτισσα νοικοκυρά βρίσκει χρόνο να ασχοληθεί και με τα ραψίματα του σπιτιού της. Κάθε μεγαρίτικο σπίτι έχει τη δική του ραπτομηχανή, για να ράψει η νοικοκυρά τα χρειώδη και να μπαλώσει τα παντελόνια και τα υποκάμισα των ανδρών.

Πηγή κειμένου: Χρυσόστομος Σύρκος "Ο Μεγαρίτης, η Μεγαρίτισσα" Μέγαρα 2011