Στην πραγματικότητα, αν εξαιρέσουμε το δίκτυο Αϊβάδογλου, μόνον ένα δίκτυο συνέχισε να λειτουργεί για ορισμένο διάστημα κατά τη μεταπελευθερωτική περίοδο, ακόμη και κατα τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, μέχρι να συλληφθούν ορισμένα από τα στελέχη του και να κατορθώσει τελικά να διαφύγει στο εξωτερικό ο αρχηγός του. Πρόκειται για το περιώνυμο δίκτυο «Σωκράτης», το οποίο είχε ξεκινήσει τη δράση του στην Ελλάδα πριν αρχίσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Προφανώς είναι το μακροβιότερο που υπήρξε, το πιστότερο έναντι των Γερμανών και προφανώς το αποδοτικότερο.
«Σωκράτης» ήταν το κωδικό όνομα της Λιλής Βουτσινά, στρατολογημένης από τη προπολεμική Αμπβερ γερμανικής καταγωγής Ελληνίδας, συζύγου γνωστού Αθηναίου επιχειρηματία. (Ο Έλληνας σύζυγός της, που επί Κατοχής είχε συνεργασθεί οικονομικά με τους κατακτητές, παρέμεινε στην Ελλάδα μετά την Απελευθέρωση, συνελήφθη τον Μάρτιο 1945 και δικάσθηκε σε πολυτετή φυλάκιση ως δοσίλογος).
Η ίδια ήταν πολύ κοινωνική και σχεδόν καθημερινά εμφανιζόταν σε διάφορες κοσμικές δεξιώσεις και εκδηλώσεις. Αν και επρόκειτο για φανατική εθνικοσοσιαλίστρια, η οποία χρησιμοποίησε τη θετή πατρίδα της για κατασκοπευτική δράση, απέφευγε να προπαγανδίζει ευθέως υπέρ του Χίτλερ, ακριβώς για να μπορεί να επιτυγχάνει του στόχους της. Μόνον όταν ήταν βέβαιη για τις πολιτικές - ιδεολογικές τοποθετήσεις των άλλων, εφόσον βέβαια ήταν ταυτόσημες με τις δικές της, ανοιγόταν σε συζητήσεις – και αυτό το έπραττε με τον απώτερο στόχο να ανανεώνει τους πράκτορες που εργάζονταν για λογαριασμό της. Διότι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του δικτύου «Σωκράτης» ήταν ότι τα πρόσωπα που εργάζονταν γι' αυτό δεν ήταν επαγγελματίες κατάσκοποι με κίνητρο το χρήμα, αλλά κίνητρό τους είχαν την ιδεολογία και εν προκειμένω την πεποίθησή τους για την τελική γερμανική νίκη.
Η Βουτσινά, που έμενε στο Κολωνάκι, στην οδό Ομήρου 54 και Σκουφά, είχε πάρει την απόφαση να εκτελέσει προσεκτικά και με κάθε τρόπο την αποστολή της. Όταν διαπίστωσε ότι η βρετανική αντικατασκοπία είχε μάθει για την ύπαρξη του δικτύου της και ότι μάλιστα είχε συλλάβει μερικούς από τους πράκτορές της, αποφάσισε να δραπετεύσει.
Πράγματι, κατόρθωσε να φύγει στο εξωτερικό, συναποκομίζοντας μυθώδες ποσόν, που είχε στη διάθεσή της, δεδομένου ότι παράλληλα με την κατασκοπευτική δράση της κατά την Κατοχή είχε συμμετάσχει στη διαχείριση ναυπηγείου στα Αμπελάκια Σαλαμίνας, που εργαζόταν για λογαριασμό των Γερμανών. Κατέληξε στην Αργεντινή, όπου εκεί παρέμεινε για πολλά χρόνια και ασχολήθηκε με επικερδείς επιχειρήσεις. Στην Αργεντινή διασυνδέθηκε αμέσως με άλλους αυτοεξόριστους Γερμανούς, αλλά και με μέλη της εκεί ελληνικής παροικίας.
Οι βρετανικές υπηρεσίες, που δεν υποπτεύονταν ότι ο αρχικατάσκοπος «Σωκράτης» ήταν γυναίκα, πραγματοποίησαν εξαντλητικές ανακρίσεις για να εντοπίσουν την ταυτότητα του προσώπου, που είχε καταφέρει να οργανώσει το δραστήριο αυτό κατασκοπευτικό δίκτυο. Δεν το κατόρθωσαν όμως παρά μόνον ύστερα από αρκετά χρόνια, όταν έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι επρόκειτο για τη Λιλή Βουτσινά.
Ο Άρθουρ Ζάιτς αφηγήθηκε πώς δύο Έλληνες είχαν στρατολογηθεί και ενταχθεί στο δίκτυο «Σωκράτης» :
«Στον Πειραιά υπήρχε ένας καφετζής ευφυέστατος, σωστός διάβολος. Οι δουλειές του όμως δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Στο καφενείο του σύχναζε ένας Γερμανός της υπηρεσίας σαμποτάζ, ο οποίος από καιρού εις καιρόν τον διευκόλυνε, δίνοντάς του μερικά τρόφιμα. Κάποια μέρα όμως ο Γερμανός τού πρότεινε να αναλάβει υπηρεσία σαμποτέρ. Για να μην χάσει τα τρόφιμα, ο καφετζής δέχθηκε. Άρχισε σε λίγο να εκπαιδεύεται και με έκπληξη είδε ότι όχι μόνο έπαιρνε τώρα περισσότερα τρόφιμα, αλλά και χαρτζιλίκι. Το πράγμα ήταν αρκετό δελεαστικό. Σκέφθηκε λοιπόν να βοηθήσει κάποιον φίλο του. Και χωρίς να χάσει καιρό μια μέρα τον πήγε στη γερμανική υπηρεσία και τον συνέστησε ότι δήθεν επιθυμούσε ζωηρά να εργασθεί υπέρ των Γερμανών. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε τίποτε άλλο,παρά να εξασφαλίσει μερικά τρόφιμα και λεφτά για να μην πεθάνει της πείνας.
Υπό τις συνθήκες αυτές εκπαιδεύθηκαν και οι δύο ως σαμποτέρ και τους δόθηκαν επίσης οι σχετικές βαλίτσες με τις απαραίτητες εκρηκτικές ύλες και βόμβες. Ο καφετζής επρόκειτο να δράσει στην περιοχή του λιμανιού του Πειραιά, ο δεύτερος στην περιοχή του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Πήραν λοιπόν τις βαλίτσες και ο πρώτος μεν την έκρυψε στο σπίτι του στον Πειραιά, ο δε δεύτερος επιβιβάσθηκε σε γερμανικό αυτοκίνητο και την μετέφερε στο σπίτι μιας γριάς συγγενούς του στην Κατερίνη.
Μαζί με τη βαλίτσα είχε και ένα σάκο γεμάτο από τη σκόνη που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί για τις πυρπολήσεις και τους εμπρησμούς. Η γριά την εξέλαβε για θειάφι και επειδή είχε ένα αμπελάκι αράντιστο, σκέφθηκε να το ραντίσει με αυτήν. Πήρε λοιπόν το ειδικό φυσερό, το γέμισε και άρχισε το ράντισμα. Τη στιγμή εκείνη όμως την επισκέφθηκε ένας γείτονάς της και ενώ την ρωτούσε πώς κατόρθωσε να προμηθευθεί το θειάφι, έβγαλε να ανάψει ένα τσιγάρο. Με το άναμμα του σπίρτου η σκόνη που ήταν ακόμη στον αέρα, πήρε φωτιά και το αμπέλι αυτοστιγμεί μεταβλήθηκε σ' ένα τεράστιο πυροτέχνημα.
Είχε, όπως βλέπετε, και τις κωμικές πλευρές της η υπόθεση της κατασκοπείας και του σαμποτάζ. Είναι περιττό να πούμε πως γριά και επισκέπτης δεν βγήκαν από την ιστορία αυτή παρά με αρκετά εγκαύματα.
Ο καφετζής, μετά από την αποχώρηση των Γερμανών και την είσοδο των πρώτων αγγλικών τμημάτων, θεώρησε σκόπιμο να εξαφανίσει τη βαλίτσα. Την πήρε λοιπόν κι ένα ωραίο πρωί, την έριξε στο Τουρκολίμανο».
Αλλά αυτή η πραγματική ιστορία, που αφηγείται ο περιώνυμος Ζάιτς, δεν τελειώνει φυσικά εδώ. Διότι ο δαιμόνιος καφετζής και ο απελπισμένος από την οικονομική ένδεια φίλος του, που δεν δίστασαν να εμπλακούν στα πλοκάμια της γερμανικής κατασκοπείας, νόμισαν ότι θα μπορούσαν να παίρνουν τα υπεσχημένα τακτικά επιδόματα. Τους είχε υποδειχθεί να πηγαίνουν κάθε μήνα σ' ένα κατάστημα πώλησης γραμματοσήμων στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Θεμιστοκλέους 4, και να λένε ότι είναι «άνθρωποι του Σωκράτη».
Αφού ο προαναφερόμενος καφετζής κατάφερε να εξαφανίσει τη βαλίτσα με τα εκρηκτικά, αποφάσισε να πάει στη διεύθυνση που του είχε υποδειχθεί και να ζητήσει το επίδομά του, δηλώνοντας ότι είναι διαθέσιμος για να λάβει οδηγίες δράσης. Εν τω μεταξύ, όμως, οι βρετανικές υπηρεσίες είχαν ανακαλύψει το κατάστημα που χρησιμοποιούσε ο «Σωκράτης» και, αφού συνέλαβαν τον «ταμία» του δικτύου, τον αντικατέστησαν με δικό τους άνθρωπο. Έθεσε το θέμα και, σύμφωνα με την απάντηση που πήρε, θα έπρεπε να ειδοποιήσει τους φίλους του και να έλθουν την επομένη για την πληρωμή. Ο καφετζής πράγματι ειδοποίησε τον φίλο του και την άλλη μέρα το πρωί, πήγαν και οι δύο μαζί στην οδό Θεμιστοκλέους. Εκεί, αφού δήλωσαν ποιοι ήταν, συνελήφθησαν και μ' ένα βρετανικό τζιπ οδηγήθηκαν στα κρατητήρια της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας για τα περαιτέρω. Με τον ίδιο τρόπο συνελήφθησαν και άλλα μέλη του δικτύου «Σωκράτης», όχι όμως και ο αόρατος αρχηγός που αντελήφθη τι συνέβη και κατόρθωσε να διαφύγει εγκαίρως στο εξωτερικό.
Δημοσθένη Κούκουνα - ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ