Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2022

Όθων Α'

Φωτογραφία του βασιλέως
Όθωνος και της βασιλίσσης Αμαλίας
από το Atelier Albert του Μονάχου (1867).


Ο Όθων Α' (Φρειδερίκος - Λουδοβίκος) υπήρξε o πρώτος βασιλεύς της Ελλάδος (1863-1862). Γεννημένος στο Σάλτσμπουργκ το 1815, ήταν δευτερότοκος γιος του Βαυαρού βασιλέως Λουδοβίκου A' (της δυναστείας των Βίττελμπαχ) και της Θηρεσίας, κόρης του δούκα του Σαξ Άλτενμπουργκ. Ηγεμόνας εμφορούμενος από τις αντιλήψεις της «ελέω Θεού μοναρχίας», και ασκώντας ουσιαστικά την εξουσία, επέδρασε σημαντικά στη διαμόρφωση της εθνικής και πολιτικής ταυτότητας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. H εκπαίδευσή του υπήρξε εξαιρετικά επιμελημένη και ανάμεσα στους δασκάλους του περιλαμβάνονταν ονομαστοί σοφοί της εποχής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε για τα κλασικά γράμματα.

H επιλογή του Όθωνος για τον ελληνικό θρόνο αποφασίστηκε από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις τον Φεβρουάριο 1831 (Πρωτόκολλο του Λονδίνου), κυρώθηκε τον Μάιο (Συνθήκη Λονδίνου μεταξύ Μεγάλων Δυνάμεων και Βαυαρίας) και επισημοποιήθηκε στην Ελλάδα τον Αύγουστο, με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης της Πρόνοιας. Ακολούθησε επίσκεψη τριμελούς ελληνικής αντιπροσωπείας στο Μόναχο, που προσέφερε και τυπικά το Στέμμα στον 17ετή τότε Όθωνα, o οποίος και το αποδέχθηκε. Η όλη διαδικασία συμπληρώθηκε με τη συγκρότηση Συμβουλίου Αντιβασιλείας από τον Λουδοβίκο Α ', καθώς και τον σχημαπσμό βαυαρικού στρατιωτικού σώματος 3800 ανδρών περίπου, προορισμένων να τον ακολουθήσουν στην Ελλάδα.

Ο Όθων αναχώρησε από τη Βαυαρία στα τέλη Νοεμβρίου 1832 και έφτασε στο λιμάνι του Ναυπλίου τη 18η Ιανουαρίου 1833, με την αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη». Η επίσημη επιβίβασή του την 25η Ιανουαρίου χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από τον συγκεντρωμένο λαό. Η τριακονταετής βασιλεία του Όθωνος διαιρείται σε τρεις περιόδους: της Αντιβασιλείας (1832-1835), της Απόλυτης Μοναρχίας (1835-1843) και της Συνταγματικής Μοναρχίας (1843-1862).

Ειδικότερα, η Αντιβασιλεία (με πρόεδρό της και ουσιαστικό κυβερνήτη τον προσκείμενο στους Άγγλους Λουδοβίκο Άρμανσμπεργκ) έδρασε βάσει οδηγιών του Λουδοβίκου A' της Βαυαρίας, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή του Όθωνος. Στα έργα της περιλαμβάνεται η εισαγωγή ενιαίου νομικού καθεστώτος σε όλη τη χώρα, η συγκεντρωτική δόμηση της Διοίκησης, η ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Ελληνικής Εκκλησίας, η οργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης, η μετάθεση της πρωτευούσης από το Ναύπλιο στην Αθήνα (Δεκέμβριος 1834) και πολλά άλλα. Το καθεστώς αυτό λειτούργησε γενικά ως ξένη υπηρεσία (αποκλήθηκε Βαυαροκρατία), συμπεριφέρθηκε με περιφρόνηση προς τη γηγενή πολιτικοστρατιωτική ηγεσία (καταδίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα το 1834) και συγκέντρωσε εναντίον του τα πυρά τόσο των πολιτικών δυνάμεων όσο και των υπερσυντηρητικών στρωμάτων.

Το καθεστώς της Αντιβασιλείας έληξε με την ενηλικίωση του Όθωνος (20 Μαΐου 1835). Ανέλαβε τότε την εξουσία ως απόλυτος μονάρχης, με αρχιγραμματέα τον Λουδοβίκο Άρμανσμπεργκ και από τον Ιούλιο και πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου. Όμως n εξέλιξη αυτή, παρά τις γενικές προσδοκίες, δεν επέφερε ουσιώδεις αλλαγές στο όλο σύστημα διακυβέρνησης και διεθνών σχέσεων του βασιλείου, με συνέπεια να προκληθούν οι πρώτοι σπινθήρες αντιδυναστικών κινήσεων. Τον χειμώνα του 1835 επισκέφθηκε την Αθήνα o πατέρας του Όθωνος, o Λουδοβίκος A'. Με δική του προτροπή πραγματοποιήθηκε ο αιφνιδιαστικός γάμος του μονάρχη της Ελλάδος με την Αμαλία (Νοέμβριο 1836) και n αντικατάσταση του αγγλόφιλου Άρμανσμπεργκ με τον νομομαθή Ιγνάτιο φον Ρούντχαρτ στο αξίωμα του αρχιγραμματέα της Επικράτειας.

Οι Άγγλοι, χολωμένοι την αποδυνάμωση της ισχύος τους στην Ελλάδα, ξεκίνησαν με τον πρεσβευτή τους Λάυονς έναν ολομέτωπο αγώνα φθοράς του ελληνικού θρόνου και ενίσχυσαν προκλητικά τις αντιπολιτευτικές κινήσεις στη χώρα, με κύριο αίτημα την παραχώρηση Συντάγματος.

Ο Βασιλιάς Όθων ποζάρει ντυμένος
 με την ελληνική εθνική ενδυμασία (1863).
 Φωτογραφία Joseph Albert , Μόναχο.
Κατά την αμέσως επόμενη διετία o Όθων προσπάθησε -αρκετά αδέξια- να εξισορροπήσει τις ξένες επιρροές στην Ελλάδα και να εξομαλύνει τις σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ωστόσο, οι σχετικές συμφωνίες με την Πύλη δεν υλοποιήθηκαν. Το γεγονός αυτό προκάλεσε νέες, φθορσποιές για το βασιλικό κύρος, αντιπολιτευτικές κινήσεις και διεθνείς αντιδράσεις. Η αποτυχημένη εξάλλου «επανάσταση των Χαιρετών» στην Κρήτη το 1841, που υποκινήθηκε από τον ίδιο TOV Όθωνα, όξυνε περαιτέρω τις ελληνοοθωμανικές αλλά και τις ελληνοβρετανικές σχέσεις.

Στα 1841-1843 το αίτημα για παραχώρηση Συντάγματος παρουσιάστηκε οξύτερο, συσπειρώνοντας αρκετά ετερόκλητες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. H πολιτική κρίση κορυφώθηκε με την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που πειθανάγκασε τον Όθωνα να τερματίσει το καθεστώς απόλυτης μοναρχίας. Ακολούθησε η σύγκληση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης, που εξέδωσε το πρώτο ελληνικό Σύνταγμα το 1844, το οποίο παραχωρούσε σημαντικές αρμοδιότητες στον βασιλέα. Με την εξέλιξη αυτή εγκαινιάστηκε η τρίτη και ουσιωδέστερη περίοδος της μοναρχίας του Όθωνος.

Με τις εκλογές του 1844, την πρωθυπουργία ανέλαβε ο προσκείμενος στη γαλλική πολιτική Ιωάννης Κωλέττης. O Ηπειρώτης πολιτικός ήταν εξ εκείνων που γέννησαν και καλλιέργησαν τη Μεγάλη Ιδέα, επηρεάζοντας καθοριστικά τον βασιλέα. Πολλές επιλογές οδήγησαν στην ανατρσπή των διεθνών ισορροπιών και τη στάση ξένων δυνάμεων προς την Ελλάδα, ενώ ο Ι. Κωλέττης κατέστησε τον εαυτό του στόχο της αγγλικής, αλλά και της ρωσικής πολιτικής.

Οι αντανακλάσεις ήταν άμεσες στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις. Κατέληξαν σε οδυνηρές εξωτερικές περιπλοκές, όπως τα «Μουσουρικά» (1847) τα «Πατσιφικά» (1849). Ουσιαστικότατες υπήρξαν οι εξελίξεις των ετών 1850-1853, οπότε ο Όθων εμφανίστηκε ως φιλικά προσκείμενος προς τη Ρωσία και εξ αντικειμένου πολέμιος αγγλικών και των γαλλικών συμφερόντων στην Ανατολή. Με πρωτοβουλία του υποκινήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση επαναστάσεις των αλύτρωτων στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία και την Ήπειρο.

H στάση του αυτή προκάλεσε την αντίδραση των δύο μεγάλων δυτικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853 - 1856) και την εγκατάσταση καθεστώτος αγγλογαλλικής κατοχής στη χώρα (1854-1857). O Όθων, αρνούμενος να πειθαρχήσει στις πιέσεις των Αγγλογάλλων, κέρδισε με την εθνικά αξιοπρεπή στάση του τη γενική συμπάθεια. Έτσι το 1858 γιορτάστηκε με μεγάλη λαμπρότητα n εικοσιπενταετία της βασιλείας του.

Το επίτευγμα όμως αυτό του Όθωνος αποδείχθηκε προσωρινό. Πολιτικά άπειρος και αγαθών διαθέσεων, δεν μπόρεσε να εναρμονιστεί με τον ρόλο του συνταγματικού μονάρχη. Συναίνεσε λήψη μέτρων που δεν τιμούσαν τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και συνέχισε τις ατυχείς παρεμβάσεις του σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Ουσιαστικά, υπονόμευε τον θρόνο του συνέβαλε σε εσωτερικές περιπέτειες, όπως οι ταραχές οι αποκαλούμενες «Σκιαδικά» το 1859. Επιθυμώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα, έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον λαοφιλή πυρπολητή Κωνσταντίνο Κανάρη. Αρνήθηκε, όμως, o Όθων να αποδεχθεί τους όρους που έθετε o γηραιός αγωνιστής, οπότε ανακάλεσε την εντολή, ανοίγοντας την οδό για τις επαναστατικές εξελίξεις που ακολούθησαν («Ναυπλιακά», «Κυθνιακά», 1862).

Η νέα κυβέρνηση του Γ. Κολοκοτρώνη επιχείρησε να εκτονώσει την κατάσταση, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τον Οκτώβριο 1862 ενώ το βασιλικό ζεύγος περιόδευε, ξέσπασε η αντιοθωνική επανάσταση στη Βόνιτσα και διαδόθηκε αστραπιαία στην Αθήνα. Η κυβέρνηση Γ. Κολοκοτρώνη κατέρρευσε και το νέο καθεστώς, με επικεφαλής τον Δ. Βούλγαρη, προχώρησε στην άμεση κατάργηση της μοναρχίας του Όθωνος και, μετά την εσπευσμένη άφιξη του τελευταίου στον Πειραιά, εμπόδισε την αποβίβασή του. O μονάρχης επιβιβάστηκε στο βρετανικό Πλοίο «Σκύλλα» και εγκατέλειψε για πάντα την Ελλάδα.

Απεβίωσε στη Βαμβέργη σε ηλικία 52 ετών, το 1867, και ενταφιάστηκε, φορώντας την παραδοσιακή ελληνική φουστανέλα, στο Μόναχο.



Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, "ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ