Σάββατο, Ιανουαρίου 29, 2022

Ο ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ"

Η λογοτέχνιδα Σίτσα Καραϊσκάκη 
Το 1933 εμφανίστηκε στην Αθήνα ένας νέος εκδοτικός οίκος με την επωνυμία "Νέα Γενεά " και έμβλημα έναν διπλό μινωικό πέλεκυ. Ο ίδιος ακριβώς πέλεκυς χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως σύμβολο της ΕΟΝ, της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας του Ιω. Μεταξά. Ιδρυτές του εκδοτικού οίκου ήταν o Ευάγγελος Κυριάκης, εξέχουσα νομική φυσιογνωμία της εποχής, η Σίτσα Καραϊσκάκη, νεαρή τότε διδάκτορας της Φιλοσοφίας, και o συγγραφέας Κυριάκος Καραμάνος. O Κυριάκης είχε τη φήμη του εθνικοσοσιαλιστή διανοούμενου και υπήρξε στενός συνεργάτης του ελληνολάτρη λογοτέχνη και δημοσιογράφου Αριστου Καμπάνη. 

Οι σημαντικότερες εκδόσεις της "Νέας Γενεάς" ήταν το πολιτικό ημερολόγιο του Γιόζεφ Γκαίμπελς "Από το Κάιζερχοφ εις την Καγκελαρίαν του Ράιχ" στα ελληνικά και δύο βιβλία που είχε διασκευάσει η Σίτσα Καραϊσκάκη, το "Ψυχικό και Πνευματικό δηλητήριο" και το "Εβραίοι και Κομμουνισμός" 

Η Σίτσα Καραϊσκάκη γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας και μετά την καταστροφή του 1922 εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη. Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Νεαρή φοιτήτρια κυκλοφόρησε το 1925 το πρώτο της βιβλίο με Τίτλο "Το ταίρι που αμάρτησε", από τις εκδόσεις "Γράμματα". Οι πρώτες ευμενείς κριτικές δεν άργησαν να φθάσουν. Λίγο αργότερα αναχώρησε για τη Γερμανία, όπου συνέχισε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Εκεί απέκτησε τον τίτλο της Διδάκτορος και το δίπλωμα της Φιλοσοφίας. Τα επόμενα χρόνια παρακολούθησε μαθήματα Βυζαντινολογίας, Ψυχολογίας και Γερμανικής Φιλολογίας στα Πανεπιστήμια της Ζυρίχης, της Βιέννης και της Πράγας και συνέχισε να γράφει βιβλία, μελέτες και άρθρα σε εφημερίδες και επιστημονικά περιοδικά της εποχής. 

Πολυμαθής και πολύγλωσση, παρακολούθησε από κοντά τις δραστηριότητες και τον αγώνα του Χίτλερ να ανέλθει στην εξουσία και ενστερνίσθηκε τις ιδέες του εθνικοσοσιαλισμού. Μετά τη μεταβολή της 30ής Ιανουαρίου 1933, όταν ο Χίτλερ ανήλθε στην εξουσία, η Σίτσα Καραϊσκάκη υπήρξε σύμβουλος του νεοσυσταθέντος Υπουργείου Προπαγάνδας. Ο ίδιος ο Γκαίμπελς μιλούσε τότε με τα καλύτερα λόγια για τη μόρφωση και τα προσόντα της "νεαράς Ελληνίδος", ενώ ο θεωρητικός του κινήματος Αλφρεντ Ρόζενμπεργκ έδινε έμφαση στην επιστημονική κατάρτιση της "Ελληνίδας συνεργάτιδας" του τμήματος Διαφώτισης. 

Μεταξύ άλλων τότε κυκλοφόρησε στα Γερμανικά το βιβλίο της "Το Τρίτο Ράιχ μέσα από τα γυαλιά μου", που αναφερόταν στα γεγονότα της εποχής και τα επιτεύγματα της εθνικοσοσιαλιστικής διακυβέρνησης στη Γερμανία. 

Στην ελληνική λογοτεχνία η Καραϊσκάκη έγινε γνωστή από το έργο της "Ο γιος της Καλογριάς", που εκδόθηκε από την "Εστία" και παρουσίαζε τη ζωή και τη δράση του ομώνυμου προγόνου της και ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης Γεωργίου Καραϊσκάκη. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1939 και έγινε αμέσως εκδοτική επιτυχία, γεγονός που της επέτρεψε να καθιερωθεί στους κύκλους της προπολεμικής ελληνικής διανόησης. 

Μετά την ίδρυση της ΕΟΝ από τον Μεταξά η Σίτσα Καραϊσκάκη υπήρξε βασική αρθρογράφος του περιοδικού "Νεολαία" της οργάνωσης. Απαντούσε σε γράμματα φαλαγγιτισσών και προπαγάνδιζε τις θέσεις και την ιδεολογία του καθεστώτος. 

Ιδιόχειρο σημείωμα της Σ. Καραϊσκάκη 

Η Σίτσα Καραϊσκάκη συνεργάστηκε με ένα ακόμα περιοδικό της εποχής, τη "Νέα Πολιτική", που εξέδωσε ο καθηγητής της Ανωτάτης Εμπορικής Ιωάννης Τουρνάκης. Η "Νέα Πολιτική" συγκέντρωσε από το πρώτο τεύχος κιόλας έναν ευρύ κύκλο εθνικιστών διανοουμένων και προσπάθησε να χαράξει - μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια της 4ης Αυγούστου - έναν τρίτο δρόμο κατ' απομίμηση του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και του ιταλικού φασισμού. Πολύ γρήγορα το περιοδικό έγινε όργανο έκφρασης συγκεκριμένων πολιτικών θέσεων και απολογητών των θεαματικών επιτυχιών της εθνικοσοσιαλιστικής κοσμοθεωρίας. Μέσα από τις σελίδες του πέρασαν πολλοί γνωστοί και άγνωστοι εθνικιστές, όπως ο δικηγόρος Αθανάσιος Λ. Κρυστάλλης, η λογοτέχνιδα Ελλη Λαμπρίδη, ο οικονομολόγος Γεώργιος Χαλκιόπουλος, μετέπειτα υφηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο βαγκνεριστής και υπέρμαχος του Κοινού Ευρωπαϊκού Πολιτισμού Γεώργιος Βρασιβανόπουλος κ.ά. 

Η Σίτσα Καραϊσκάκη έγινε τακτική συνεργάτιδα του περιοδικού από τα πρώτα τεύχη. Δημοσίευσε διάφορα λογοτεχνικά κείμενα ξένων εθνικιστών συγγραφέων, μελέτες για τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, την ισπανική φάλαγγα, το εθνικοσοσιαλιστικό θέατρο και τον κινηματογράφο, ενώ τον Αύγουστο του 1937 δημοσιεύθηκε ένα άρθρο της για το βελγικό κίνημα των Ρεξιστών του Λεόν Ντεγκρέλ (λίγα χρόνια αργότερα o Ντεγκρέλ, πιστός και συνεπής στις ιδεολογικές του αντιλήψεις, πολέμησε ως διοικητής μιας βαλωνικής μεραρχίας SS στο Ανατολικό Μέτωπο μέχρι την τελευταία στιγμή). 

Το 1934 προσπάθησε μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο, τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τους Μητροπολίτες Λήμνου και Λέσβου, να υλοποιήσει μια μορφή πανευρωπαϊκής αντικομμουνιστικής χριστιανικής συνεργασίας, ενώ στο πλαίσιο των επαφών της με τη "Μητρόπολη" ταξίδευε συχνά στο Βερολίνο. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Σίτσα Καραϊσκάκη είχε αναλάβει κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στη γερμανική πρωτεύουσα τη διοργάνωση της ελληνικής συμμετοχής από πλευράς Τύπου και Προπαγάνδας. 

Οταν ξέσπασε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος η Σίτσα Καραϊσκάκη άρχισε να αρθρογραφεί εναντίον των Ιταλών, μετά όμως από τη γερμανική εισβολή ανέλαβε τη θέση της συμβούλου Τύπου και Διαφώτισης στη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα. Ταυτόχρονα πραγματοποίησε και πολλές πολιτικές ομιλίες μέσω του κατοχικού ραδιοφώνου. 

Ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο με τη "γερμανόφιλη" λογοτέχνιδα αναφέρει η κα Ζαναντρίς στο βιβλίο της "Έθνική Δράσις και Αντίδρασις":  ...Ήτανε η θρυλική εκείνη εποχή του '41 με την τρομερή ακρίβεια της ζωής και την ολέθρια θανατερή πείνα. Οι καλλιτέχνιδες που θα συνέπραττον (σ.σ. πρόκειται για μια θεατρική συναυλία που θα οργάνωνε η Ζαναντρίς για τους ανάπηρους πολέμου), ηξίωσαν πληρωμήν και αφού "εδικαιολόγησα" τις αξιώσεις εις την αρμοδίαν επιτροπήν, κατόρθωσα την έγκρισιν του σχετικού κονδυλίου. Μετά την τακτοποίησιν κι αυτού του ζητήματος, το Υπουργείον διέταξε το υπό τον Λοχαγόν κ. Λουκόπουλον τυπογραφείον του να προβή εις την εκτύπωσιν των εισιτηρίων και προγραμμάτων κι αφού όλα τελείωσαν o Υπουργός Μπάκος έκαμε την εξής δήλωσιν ως είχεν υποχρέωσιν: 


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ - 

Γραφείο Υπουργού Αριθμός Πρωτ. 103239 

Προς την Υπηρεσίαν Τύπου 

Τμημα Λαϊκής ΔιαφωτίσεωςΕνταύθα 

Εχω την τιμήν να σας γνωρίσω ότι είναι υπό την προστασίαν μου η υπό της κας Ζαναντρίς δοθησομένη συναυλία την Οκτωβρίου 1941 υπέρ των Αναπήρων Πολέμου 1940-1941. 

Αθήναι τη 31η Αυγούστου 1941 O Υπουργός Γ. Μπάκος 


Η κοινοποίησις αυτή, όπως ήτο επόμενον, έπεσε στα χέρια της.. φράου Σίτσας Καραίσκάκη και την έκαμε έξω φρενών. Ζήτησε κι έμαθε τα καθέκαστα και χωρίς να χάνη καιρό τηλεφώνησε στο Τυπογραφείο να σταματήσουν την εκτύπωση. Αλλά τα προγράμματα είχανε πλέον τυπωθή και όταν μου το είπεν ο Διευθυντής του Τυπογραφείου κ. Λουκόπουλος, πήρα 2-3 προγράμματα στο χέρι και την επισκέφθηκα. Μόλις με είδε, φάνηκε απότομη και αυστηρή, σα δασκάλα Παρθεναγωγείου! "Αφού σας τα επέστρεψα τόσες φορές, μου είπε, είναι ακατανόητον το γιατί επιμένετε. Αναλαμβάνει ένας δικός μας Υπουργός υπό την προστασία του μία συναυλία που γίνεται υπέρ των Αναπήρων και πρέπει να προσέξω πολύ... Εγώ δεν το εγκρίνω. Δεν είναι καιρός για γιορτές υπέρ Αναπήρων! Η κατάστασις είναι εμπόλεμος!... Τώρα να δούμε τι θα πουν κι οι άλλοι... 

Πήρε ένα πρόγραμμα και όπως αντελήφθην πήγε αμέσως στον Διευθυντήν κ. Πολίτην για να γυρίση σε λίγο με άλλο ύφος. 

"Μια κι έχει προχωρήσει η δουλειά, τουλάχιστο να βγούνε τ' ακατάλληλα κομμάτια", μου είπε. Και ακατάλληλα για την εποχή της "φράου" ήταν ο "Αστραπόγιαννος" και η "Μάνα",  αλλά μ' αυτά έσβησε και τον Σικελιανό και τον Σκίπη. Το "Παραμύθι του Αδάκρυτου" ίσως της ήταν ακατανόητο... Μα γιατί αφαιρείτε τόσα πολλά; παρετήρησα. 

Όταν προϊσταται ένας Υπουργός δικός μας, πρέπει να μπουν και γερμανικά κομμάτια", ετόνισεν. 

Έχω... τον μονόλογο της "Μαργαρίτας". Δεν έχω τίποτε άλλο υπ' όψιν μου. Τα προγράμματα έχουν πια τυπωθή.. " 

-Δεν έχει σημασία. Βγάζετε άλλα. Οσο για κομμάτια, θα σας δώσω εγώ και πρέπει να βρήτε και σεις κανένα... ιταλικό. 

Με το μολύβι στο χέρι έσβησε τα "ακατάλληλα" για να προσθέση ιδιοχείρως τους "Θεούς της Ελλάδος" του Σίλλερ κατά δική της μετάφραση και τις "Τρεις κόρες" του Ούλαντ ως το δημοσιευόμενο με τις σφραγίδες της εγκρίσεως και την μονογραφήν της πρόγραμμα. 

Πριν από την απελευθέρωση η Σίτσα Καραϊσκάκη έφυγε για τη Γερμανία, όπου συνέχισε τη δράση της στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την αυτοαποκαλούμενη εξόριστη κυβέρνηση Τσιρονίκου-Παπαδάκη-Γούλα, που έδρευε στη Βιέννη. 

Από τα Ειδικά Δικαστήρια Δοσιλόγων που δημιουργήθηκαν μετά το 1945 καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο για την προπαγανδιστική της δραστηριότητα, αργότερα όμως αμνηστεύθηκε. Κατά την παραμονή της στη Γερμανία βρέθηκε στο ανατολικό τμήμα της χώρας το οποίο καταλήφθηκε από τα σοβιετικά στρατεύματα. Εκεί κατόρθωσε να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά της. αφού γνώρισε και παντρεύτηκε έναν Γερμανό μεγαλοβιομήχανο με το όνομα Μπάχμαν και έζησε στην αφάνεια για αρκετά χρόνια. Το 1963, μετά τον θάνατο του συζύγου της. οι αρχές της Ανατολικής Γερμανίας της επέτρεψαν να επιστρέψει στην Ελλάδα. Μετά την επιστροφή της αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία και παρουσίασε μερικά βιβλία της που κέρδισαν ευνοϊκές κριτικές και βραβεία. 

Σε αντίθεση με άλλους επώνυμους λογοτέχνες, η Σίτσα Καραϊσκάκη ποτέ δεν αποποιήθηκε τις Ιδέες της και τη σχέση της με εθνικοσοσιαλισμό. Όπως έγραψε ο Δημοσθένης Κούκουνας στο βιβλίο του "Η Γερμανική και Ιταλική προπαγάνδα"...Σε αντίθεση με άλλους λογοτέχνες μας, τότε δεξιούς ή αριστερούς και αργότερα αριστερούς ή δεξιούς αντίστοιχα που δεν θυμούνται τι και πού έγραφαν. Ο Φοίβος Δελφής π.χ. ασφαλώς θα έχει λησμονήσει ότι ήταν τακτικός συνεργάτης στα χρόνια 1934-36 του ημερήσιου οργάνου του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος (του Γεωργ. Μερκούρη), ενώ ο Μελής Νικολαίδης και ο μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης απορούν τι σχέση είχαν με τον Ιω. Μεταξά και την 4η Αυγούστου... Αντίθετα, κανείς δεν έχει τίποτε να πει για τον Κώστα Βάρναλη ή τον Γιάννη Ρίτσο σε ό,τι αφορά την ιδεολογική τους συνέπεια, εφ' όσον καλώς ή κακώς κρίνεται αναγκαίο να πολιτικοποιείται η λογοτεχνία. 

Το λογοτεχνικό κατεστημένο της χώρας αποδέχθηκε και πάλι το "αποπαίδι" του, ενώ το αναγνωστικό κοινό αυτή τη φορά μάλλον αδιαφόρησε. Η Σίτσα αφού αντιμετώπιζε και κάποια οικονομικά προβλήματα, αποτραβήχτηκε σε μια ήσυχη γωνιά στο πατρικό της σπίτι έξω από την πόλη της Μυτιλήνη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε κατάκοιτη, βοηθούμενη από τις αδελφές της στην Αμφιθέα. Πέθανε στις 30 Απριλίου 1987. 

O Κωστής Παλαμάς είχε γράψει γι' αυτήν. "Δεν της έφτανε το γνήσιο καθαρό πηγαίο ταλέντο της, ηθελε να ευρύνει τη γνώση της γιατί η τέχνη για να γίνει πλατειά και τέλεια πρέπει να έχει και τις γνώσεις που της χρειάζονται. Η νεαρή αυτή ποιήτρια μεταχειρίζεται τη δημοτική σαν καμιά άλλη Ελληνίδα λογοτέχνισσα.. " 

Από τους τίτλους και τα βραβεία που απέκτησε η Σίτσα Καραϊσκάκη ξεχωρίζουν ο τίτλος της Διδάκτορος της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και η πλακέτα Γκαίτε από το Ινστιτούτο Γκαίτε στο Ιλμενάου. 

Η Σίτσα Καραϊσκάκη ήταν ίσως η μεγαλύτερη "διανόηση" στον εθνικοσοσιαλιστικό χώρο της προπολεμικής Ελλάδας

Πηγή κειμένου: Ιάκωβος Περ. Χονδροματίδης - "Η ΜΑΥΡΗ ΣΚΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ"


Δευτέρα, Ιανουαρίου 24, 2022

Τα θρησκευτικά ήθη στη Μεγάλη Ελλάδα

Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά στοιχεία πάνω στα οποία θεμελιώθηκε η κοινή ταυτότητα των διαφορετικών ελληνικών γενεών που άφησαν την πατρίδα τους για να κατοικησουν σε νέες χώρες στη Δύση, ο θρησκευτικός παράγοντας έχει αναμφίβολα κεντρική θέση. Θα ήταν λανθασμένη μια προσπάθεια ενοποιησης του πολυπολιτισμικού μωσαϊκού και της θρησκευτικής φαινομενολογίας που διακρίνει τις αποικίες και τις μητροπόλεις. Εντούτοις, στο βασικό σχήμα της γενεαλογίας, της θεογονίας και του συστήματος των θεοτήτων που αποτελούσαν το ελληνικό πάνθεον, την εποχή της ίδρυσης των αποικιών και την κλασική εποχή, αντικατοπτρίζεται ουσιαστικά το πολιτιστικό υπόβαθρο των αποίκων. Όμως όπως θα δούμε παρακάτω, δεν έλειπαν και πρωτότυπα στοιχεία ανανέωσης που καλλιεργήθηκαν από τους κατοίκους της Μεγάλης Ελλάδας. 



Χάλκινο αγαλματίδιο του
Απόλλωνα, που ανακαλύφθηκε
 στο Τσέλιε ντελ Κάμπο, στην
περιοχή του Μπάρι (490-460 π.Χ
.).


Θεοί, ήρωες, άνθρωποι
 

Ακόμη και η απόφαση για την ίδρυση ή όχι μιας αποικίας έπρεπε να έχει τη συγκατάθεση και την επικύρωση του θεού. Ο Απόλλων, ο θεός της τάξης και της αρμονίας, υποδείκνυε μέσω των χρησμών της Πυθίας στο ιερό των Δελφών - αλλά και στο εξίσου σημαντικό μαντείο στη γενέτειρα του θεού, Δήλο -  τον τόπο και τον τρόπο της ίδρυσης της αποικίας. Επιπλέον, ήταν αυτός που ενέπνεε και όριζε τους νόμους στην καινούργια πολιτική οντότητα - πρακτικά ίδιους με αυτούς της μητρόπολης - λίγο πριν από την επιχείρηση προς τη νέα, άγνωστη γη. O τιμητικός τίτλος του αρχηγέτη αποδιδόταν στον αρχηγό της αποστολής, ο οποίος είχε κατά κύριο λόγο σκοπό την Απόλλωνα Αρχηγέτη, μάλιστα, ήταν αφιερωμένος ο βωμός που βρισκόταν έξω από τα τείχη μιας από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις στη Σικελία, της Νάξου, την οποία ίδρυσαν άποικοι από τη Χαλκίδα της Εύβοιας και τη Νάξο των Κυκλάδων. Στον βωμό αυτό, έως και τα τέλη του 5ου αι. π.Χ., έδιναν όρκους οι αθλητές και οι επίσημοι αντιπρόσωποι της πόλης πριν από την αναχώρησή τους για να συμμετάσχουν σε πανελλήνιους αγώνες. O Απόλλων θεωρείτο επίσης προστάτης της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, η φυσιογνωμία της οποίας περιγράφεται με σαφήνεια στα ομηρικά έπη. Αν και είναι δύσκολο να οριοθετηθεί με ξεκάθαρο τρόπο το πλαίσιο της δράσης και των αρμοδιοτήτων της κάθε θεότητας, οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους εξέφραζαν τη σχέση των Ελλήνων με τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης, με τον κόσμο των αξιών, με τις εμπειρίες και τους πιο μύχιους φόβους της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι αλληλεπιδράοεις και οι σχέοεις των ανθρωπόμορφων θεών της αρχαίας Ελλάδας, στους οποίους αποδίδονταν οι αρετές και οι τα πάθη και τα ευγενή ή κοινά συναισθήματα των θνητών, καθώς και η στάση απέναντι στον θάνατο, αποτελούν το κυρίαρχο συμβολικό σύστημα ανάγνωσης και ερμηνείας της ανθρώπινης εμπειρίας. Πολλά από τα χαρακτηριστικά των θεοτήτων της Μεγάλης Ελλάδας έχουν τις ρίζες τους στις αντίστοιχες μητροπόλεις της αρχαϊκής εποχής. O απόηχος αυτός αναγνωρίζεται στα χαρακτηριστικά της απεικόνισης των θεών και των μύθων,  τα  οποία όμως δυσχεραίνουν το έργο των μελετητών, εξαιτίας της σχετικής καθυστέρησης στην εμφάνισης τους,  σε σχέση με τη λάμψη και την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής έκφρασης της μητέρας-πατρίδας. Υπό αυτή την οπτική, είναι σίγουρο ότι χρειάζεται να αναθεωρήσουμε την έκταση της επίδρασης των αυτοχθόνων πληθυσμών στον καθορισμό της αρχαίας ελληνικής θρησκευτικής έκφρασης στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία. 

Παράλληλα με τη λατρεία των θεών της μητέρας-πατρίδας -που λειτούργησε στις αποικίες ως συνδετικός κρίκος με τη μητρόπολη, ως πυρήνας ενότητας και ως έκφραση της θεϊκής προστασίας των νόμων, των εδαφών και της ίδρυσης των νέων πόλεων - μια ιδιαίτερη λατρεία ήταν αφιερωμένη στους ήρωες των επών και των μύθων. H τοπική παράδοση τροφοδοτούσε τη λατρεία με αναφορές στην καταγωγή των αποίκων και ιδιαίτερα με αναφορές σε διακεκριμένους προγόνους, όπως ήταν οι οικιστές ή οι αθλητές που είχαν χαρίσει φήμη και τιμή στην πόλη. Οι οικιστές, δηλαδή οι ιδρυτές των αποικιών, διατηρούσαν έναν ρόλο απόλυτα ιερό και χτίζονταν ναοί προς τιμήν τους, ακόμη και όσο ήταν εν ζωή. Μετά τον θάνατό τους τους τιμούσαν ως ήρωες και είχαν καθιερώσει τον εορτασμό της μνήμης τους από την πόλη με ετήσια θυσία (εναγιομός). Το λεγόμενο ηρώο στην αγορά της Ποσειδωνίας, το οποίο έχει ταυτιστεί με το κενοτάφιο του οικιστή της, προσφέρει θαυμάσια στοιχεία για τη λατρεία των ηρώων. Στο εσωτερικό του ανακαλύφθηκαν, εκτός από τον απαραίτητο διάκοσμο για το νεκρικό γεύμα, αρκετές αξιόλογες χάλκινες υδρίες, που περιείχαν άθικτα τα υπολείμματα σπονδών, μαζί με έναν κρατήρα διακοσμημένο με παραστάσεις από τον μύθο του Ηρακλή, πρότυπο ενός θνητού που έγινε θεός χάρη στην αρετή και στις πράξεις του.


Πηγή: Ιστορία των Ελλήνων, Εκδ, ΔΟΜΗ, τ. 21



Σάββατο, Ιανουαρίου 22, 2022

Ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα του Βασιλείου Β'

Στους περισσότερους ανθρώπους της γενιάς μας, που γνώρισαν τον αυτοκράτορα Βασίλειο, ο βασιλιάς αυτός έδινε την εντύπωση ενός στρυφνού και άξεστου στη συμπεριφορά ανθρώπου, οξύθυμου, επίμονου, λιτοδίαιτου, που αποστρεφόταν κάθε είδους μαλθακότητα. Όπως όμως εγώ ο ίδιος συμπέρανα από τους ιστορικούς που έγραψαν γι'αυτόν, δεν ήταν καθόλου τέτοιος κατ'αρχάς, αλλά από μια ζωή φιλήδονη και τρυφηλή, μεταβλήθηκε σε άνθρωπο ενεργητικότατο, σαν να εστύφισαν τον χαρακτήρα του οι περιστάσεις, αφού τόνωσαν τη δύναμή του και αποδυνάμωσαν τη χαυνότητα, μεταμορφώνοντας όλη του τη ζωή. 

Όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος αντιλήφθηκε την ποικιλομορφία των διοικητικών του καθηκόντων και κατανόησε πως δεν ήταν καθόλου εύκολο και απλό πράγμα να διαχειρίζεται μια τόσο τεράστια εξουσία, απαρνήθηκε κατ'αρχήν κάθε μαλθακότητα. Στη συνέχεια μάλιστα, περιφρόνησε κάθε κόσμημα σωματικό: ούτε στόλιζε με καδένες το δέρμα του, ούτε με τιάρες τα μαλλιά του, ούτε λαμπροντυνόταν με καταπόρφυρες χλαμύδες. Πέταξε μακριά τα περιττά δαχτυλίδια και όλες τις πολύχρωμες εσθήτες. Παρουσιαζόταν πάντα σκεπτικός και περίφροντις, προσπαθώντας συστηματικά να συμβιβάσει τις ποικιλόμορφες αρμοδιότητες του κατέχοντος μια εξουσία βασιλική. Άρχισε επιπλέον να φέρεται υπεροπτικά, όχι μόνο στους άλλους ανθρώπους, αλλά ακόμα και στον ίδιο του τον αδελφό τον Κωνσταντίνο. 

Και ενώ άφησε τον ομομήτριό του να απολαμβάνει την ομορφιά των λειμώνων και τις τέρψεις των κυνηγίων και των λουτρών, για τα οποία άλλωστε μεριμνούσε κατ' αποκλειστικότητα, ο ίδιος έσπευσε στα σημεία των συνόρων, όπου ο στρατός κινδύνευε περισσότερο, αποφασίζοντας να απαλλάξει την αυτοκρατορία από τους πέριξ βαρβάρους, όσους περικυκλώνουν τα ανατολικά και δυτικά σύνορα του κράτους μας. 

Μιχαήλ Ψελλός, «Χρονογραφία» Ι, 4, 22, νεοελλην. απόδοση Ι, σσ. 45-47, 69-71.

Ρέα

Κατά την ελληνική μυθολογία, κόρη του Ουρανού και της Γης, γυναίκα του αδελφού της, του Τιτάνος Κρόνου, από τον οποίο απέκτησε τους Ολύμπιους θεούς, Άδη, Ποσειδώνα, Ήρα, Εστία και Δήμητρα. Γι' αυτόν τον λόγο την ονόμαζαν συνήθως Μητέρα των θεών. Ο Κρόνος πληροφορήθηκε από τους γονείς του για μια προφητεία που έλεγε πως ένα από τα παιδιά του ήταν γραφτό να τον ανατρέψει. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Κρόνος έφαγε τα παιδιά του Εστία, Δήμητρα, Ήρα, Άδη και Ποσειδώνα αμέσως μετά τη γέννησή τους. Η Ρέα κατόρθωσε ωστόσο να κρύψει τον Δία σε μια σπηλιά, κάπου στα όρη Δίκτη ή Ίδη, ενώ οι Κουρήτες κάλυπταν τα κλάματα του μωρού με τον πολεμικό χορό τους. Η Ρέα έδωσε στον Κρόνο μια πέτρα τυλιγμένη μέσα σε βρεφικά σπάργανα κι εκείνος την καταβρόχθισε, νομίζοντας πως καταβρόχθιζε τον Δία. Αργότερα ο Ζευς νίκησε τον Κρόνο και τον ανάγκασε να ξεράσει τα παιδιά του. 

Η Ρέα έχει ήδη φυγαδεύσει τον Δία
στην Κρήτη και δίνει στον Κρόνο μια
πέτρα τυλιγμένη με σπάργανα. Παράσταση 
από ερυθρόμορφο αγγείο του 460 π.Χ
που εκτίθεται στο Μητροπολιτικό 
Μουσείο της Νέας Υόρκης. 
Τη Ρέα τη λάτρευαν σποραδικά σε όλο τον ελληνικό κόσμο, πολλές φορές μαζί με τον Κρόνο ή τον Δία, αλλα περισσότερο στην Αθήνα, στην Αρκαδία, στην Ολυμπία, και ιδιαίτερα στην Κρήτη. Κατά μια άλλη εκδοχή του μύθου, μόλις γεννήθηκε ο Ζευς, για να μην τον καταβροχθίσει ο πατέρας του, τον παρέλαβε κρυφά η Θέτις και τον παρέδωσε στη νύμφη Αδράστεια από την Κρήτη, κι αυτή τον ανέθρεψε με το γάλα της Αμαλθείας. Κατά τον Καλλίμαχο, και σύμφωνα με την αρκαδικά παράδοση, η Ρέα γέννησε τον Δία στην Παρρασία της Αρκαδίας, μέσα σε μια σπηλιά του όρους Λυκαίου, και η θέση αυτή ονομαζόταν η πανάρχαια της λεχούς Ρέας κλίνη. Επειδή η Ρέα έπρεπε να λουστεί μετά τον τοκετό και δεν υπήρχε νερό στην ξερή τότε Αρκαδία, παρακάλεσε τη μητέρα της Γη, κι εκείνη χτύπησε τον βράχο και αναπήδησε από μέσα άφθονο νερό. Κατόπιν, η Ρέα παρέδωσε το βρέφος στη νύμφη Νέδη, που το μετέφερε στην Κνωσό της Κρήτης, και οι Κουρήτες ανέλαβαν τη φύλαξή του, χτυπώντας τα ξίφη τους πάνω στις ασπίδες τους για να μην ακούει ο Κρόνος τα κλάματα του μωρού. Με τον αρχικό χαρακτήρα της, η Ρέα υπήρξε σύμβολο της αναπαραγωγικής δύναμης της φύσης. Κατόπιν, αντιπροσώπευε την καλλιέργεια της αμπέλου και τη γεωργία γενικά, μαζί με όλες τις άλλες μορφές της κοινωνικής προόδου και του πολιτισμού που εξαρτώνται από αυτά. Έτσι, τη θεωρούσαν ιδρύτρια των πόλεων, και γι' αυτό στα έργα Τέχνης παριστάνεται έχοντας στο κεφάλι ένα διάδημα από πύργους. Λέγεται πως αληθινή πατρίδα αυτής της θρησκείας ήταν η Πεσσινούς της Φρυγίας, στην περιοχή που έγινε κατόπιν γνωστή ως Γαλατία. Εκεί η θεά ονομαζόταν Άγδιστις η Άνγδιστις, από έναν ιερό βράχο που ονομαζόταν Άγδον στο όρος Δίδυμο, πάνω από την πόλη. Στο βουνό αυτό υπήρχε το αρχαιότερο ιερό της, όπως και το αρχαιότερο ξόανό της (μια πέτρα που είχε πέσει από τον ουρανό), και ο τάφος του αγαπημένου της Άττιδος. Στη Λυδία την λάτρευαν ως μητέρα του Διός και θετή μητέρα του Διονύσου. Με το όνομα Κυβέλη, η λατρεία της στη Φρυγία είχε γενικευτεί. Υπήρχε επίσης ναός της Κυβέλης στις Σάρδεις. Η μυθική ακολουθία της αποτελείτο από τους Κορύβαντες, που ήταν κάτι ανάλογο με τους Κουρήτες της Κρητικής Ρέας. Αυτοί λέγεται πως τη συνόδευαν στους λόφους, με αναμμένους δαυλούς και με άγριους χορούς, και με συνοδεία μουσικής από φλάουτα και κύμβαλα. Οι ιερείς της Κυβέλης ονομάζονταν επίσης Κορύβαντες, και οι γιορτές της θεάς συνοδεύονταν από παρόμοια όργια, μέσα στη φρενίτιδα των οποίων εκείνοι που έπαιρναν μέρος αλληλοτραυματίζονταν ή, όπως ο Άττις, ακρωτηριάζονταν. Εκτός από αυτούς υπήρχαν και οι επαίτες ιερείς, που τριγύριζαν από μέρος σε μέρος, ως εμπνευσμένοι θεράποντες και προφήτες της Μεγάλης Μητέρας. Στον Ελλήσποντο και στην Προποντίδα, η Ρέα-Κυβέλη ήταν επίσης η κυριότερη θεότητα, ιδιαίτερα στην Τροία, όπου λατρευόταν πάνω στο ορός Ίδη. Από την Ασία, αυτή η θρησκεία προωθήθηκε στην Ελλάδα. Μετά τους περσικούς πολέμους, έφτασε στην Αθήνα, όπου στο Μητρώο, τον ναό της Μεγάλης Μητέρας, υπήρχε το ιδανικό ομοίωμα της θεάς, κατασκευασμένο από τον φειδία (Παυσανίας, Ι 3 και 5). Η λατρεία της Κυβέλης δεν πέτυχε, ωστόσο, δημόσια αναγνώριση εδώ, όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, λόγω των οργιαστικών υπερβολών της και των αποκρουστικών εθίμων των επαιτών ιερέων της. Καλλιεργήθηκε μόνο στις κατώτερες λαϊκές τάξεις. Στη Ρώμη, η λατρεία της Μεγάλης Μητέρας (Magna Mater) εισήχθη για Πολιτικούς λόγους το 204 π.Χ., με εντολή ενός Σιβιιλλικού χρησμού, και με τον σκοπό να διώξουν τον Αννίβα από την Ιταλία, έστειλαν μια πρεσβεία για να φέρει τπν ιερή πέτρα από την Πεσσινούντα. Μια γιορτή θεσπίστηκε προς τιμήν της θεάς, από τις 4 έως τις 9 Απριλίου (τα Megalesia, από το ελληνικό Μεγάλη Μήτηρ), και το 217 της αφιέρωσαν έναν ναό στον Παλατίνο λόφο. Η ιεροτελεστία γινόταν από έναν ιερέα και μια ιέρεια από τη Φρυγία, και από μερικούς Galli (ευνουχισμένους ιερείς της Κυβέλης), που μπορούσαν να κάνουν πομπή μέσα από την πόλη σύμφωνα με την ιεροτελεστία της πατρίδας τους. Οι Ρωμαίοι πολίτες απαγορευόταν να λάβουν μέρος σε αυτήν τη λειτουργία, μολονότι o πραίτορας και κάποιοι ιδιώτες από τους πατρικίους γιόρταζαν μεταξύ τους, γιατί η νέα λατρεία είχε συνδεθεί με εκείνη της Μαίας. Η λατρεία της Κυβέλης επεκτεινόταν όλο και περισσότερο, τόσο ώστε στα πρώτα χρόνια της αυτοκρατορίας καθιερώθηκε μια καινούργια γιορτή, από τις 15 έως τις 27 Μαρτίου, με τήρηση πένθους, που ακολουθείτο από την πιο ξέφρενη χαρά. Στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ. προστέθηκαν τα Ταυροβόλια και τα Κριοβόλια. Σ' αυτές τις τελετές, το πρόσωπο που έπαιρνε μέρος περνούσε από μια μορφή βαπτίσματος με αίμα ταύρων και κριαριών που σκοτώνονταν σε θυσία, για να καθαριστεί από τις βεβηλώσεις και να ξαναγεννηθεί. Η δρυς και το πεύκο ήταν ιερά για τη Ρέα-Κυβέλη, όπως επίσης και το λιοντάρι. Υποτίθεται πως διέσχιζε τα βουνά πάνω σε ένα λιοντάρι, ή με ένα άρμα που το έσερναν λιοντάρια. Στα έργα τέχνης την παρουσίαζαν συνήθως καθισμένη σε έναν θρονο ανάμεσα σε λιοντάρια, έχοντας στο κεφαλι το τειχοειδές η πυργωτό στέμμα της, όπου κρεμόταν πέπλο.

Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδ. ΔΟΜΗ, τ.26


Κυριακή, Ιανουαρίου 09, 2022

Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

Γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας) στις 2 Ιανουαρίου 1787. Γονείς του ήταν o Σταματέλος ονομαστός αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου και μητέρα του η Σοφία Δημητρίου Καρούτσου από τον Άκοβο του Λεονταρίου, δευτερότοκη θυγατέρα και αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Από τα αδέλφια του γνωστά είναι: Ο Ιωάννης, o Νικόλαος και o Γιωργάκης. Ως ανιψιός του Θ. Κολοκοτρώνη ήταν ευρύτερα γνωστός σαν δεξί του χέρι. Η δημώδης μούσα μάλιστα έλεγε: «Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω o Κολοκοτρώνης». 


Η δράση του στην Επανάσταση 

Διωγμένος και επικηρυγμένος o πατέρας του,- καθώς ήταν πολεμικός -από τους Τούρκους 16 χρονών πολέμησε στην Πάρο με Ρώσικα στρατεύματα, βρήκε καταφύγιο στο Τουρκολέκα και αργότερα πέρασε στην Ζάκυνθο. 

Το 1816, κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου, o πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και o Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα. Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι στο μεταξύ τα είχαν καταλάβει με τη συνθήκη του Τίλσιτ. 

Ήταν ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Συντηρούσε δικό του Σώμα Ενόπλων με άνδρες που προέρχονταν από διάφορα μέρη της Ελλάδας. 

Με την έκρηξη της Επανάστασης, στην πρώτη Μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 12 και 13 Μαΐου του 1821, (είχε προηγηθεί μια συμπλοκή στο Λεβίδι τον Απρίλιο), ο Νικηταράς που κρατούσε με 200 άντρες τα Άνω Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει 2.000 Τούρκους που επιτίθεντο με πυροβολικό. Επειδή έπεσαν πολλοί Τούρκοι από το Χέρι του σ' εκείνη τη Μάχη, οι άντρες του τον ονόμασαν Τουρκοφάγο. 

Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με το θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τρίπολης. Όταν η Τρίπολη καταλήφθηκε από τους Έλληνες, δε ζήτησε κανένα λάφυρο για τον εαυτό του και όταν του πρόσφεραν ένα αδαμαντοκόλλητο σπαθί, το έκανε δώρο στην προσωρινή Κυβέρνηση. Όταν οι Έλληνες κατέστρεψαν τη στρατιά του Δράμαλη στα στενά των Δερβενακίων, ο Νικηταράς μαζί με τους Δημήτριο Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, είχε καταλάβει τη χαράδρα γύρω από τον Άγιο Σώστη, απ' όπου θα περνούσαν οι Τούρκοι, προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή. Καθώς ο Δράμαλης υποχωρούσε προς το Άργος, o Νικηταράς κατέλαβε την οχυρή θέση Αγινόρι και σκότωσε πολλούς Τούρκους που προσπάθησαν να διαφύγουν μέσω αυτής. Συνετέλεσε στο να υποχωρήσει τελικά ο Δράμαλης, υφιστάμενος πανωλεθρία (26 - 28 Ιουλίου 1822). Ο Νικηταράς πήρε μέρος σε πολλές ακόμη μάχες μέχρι που απελευθερώθηκε η Χώρα. 


Το τέλος του Νικηταρά 

Το 1839 συνελήφθη με την άδικη κατηγορία της συνομωσίας σαν μέλος της «Φιλορθόδοξης Εταιρείας» που στρεφόταν εναντίον του Όθωνα. Τον εμφάνισαν μάλιστα σαν στρατιωτικό αρχηγό της οργάνωσης αυτής, που είχε σαν στόχους την απελευθέρωση των υπόδουλων περιοχών και την στήριξη της ορθόδοξης πίστης. Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι, και στη συνέχεια δικάστηκε, στις 11 Ιουλίου 1840, αλλά λόγω έλλειψης στοιχείων αθωώθηκε. Όμως η αθωωτική απόφαση προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης η οποία με την προσυπογραφή του Όθωνα τον φυλάκισε στην Αίγινα. Από τότε άρχισε το μαρτύριό του. Κάθε μέρα οι Βαυαροί τον έβγαζαν στο δρόμο και τον χτυπούσαν με μπαστούνια και τον περιγελούσαν μπρος στα μάτια των Ελλήνων που έρχονταν να δουν τον ήρωα τους. Ανάμεσα στους θεατές ήταν και η δεύτερη κόρη του η οποία δεν άντεξε να βλέπει τον πατέρα της σε αυτή την κατάσταση και τρελάθηκε, ενώ αυτός αρρώστησε με σάκχαρο το οποίο του κατέστρεψε τα μάτια. Λόγω των ταλαιπωριών και φυλακίσεων η υγεία του είχε κλονισθεί σοβαρά. Σε μια δίκη του είχε προσαχθεί καθιστός από αδυναμία. Βίωσε την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του νεοσύστατου τότε ελληνικού κράτους, το οποίο του αρνήθηκε μια αξιοπρεπή σύνταξη ώστε να ζει αυτός και η οικογένειά του ευπρεπώς και αντί αυτού, του χορηγήθηκε «άδεια επαιτείας» στον χώρο όπου υπάρχει σήμερα o ναός της Ευαγγελίστριας κάθε Παρασκευή. 

Μετά την Επανάσταση του 1843 ονομάστηκε υποστράτηγος, ενώ μετά την συνταγματική εξέγερση της 3 ης Σεπτεμβρίου 1847 διορίστηκε μέλος της Γερουσίας θέση που του επέφερε μια πενιχρή σύνταξη το μοναδικό πόρο της ζωής του. 

Απεβίωσε στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 61 ετών. Τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στο Κολοκοτρώνη.