Παλιές, ξεχασμένες αναμνήσεις που έχουν «οξειδωθεί» από τον χρόνο – σαν σκουριασμένα αντικείμενα που ήταν κάποτε λαμπερά, αλλά τώρα είναι θαμπά και εύθραυστα. Παλιές φωτογραφίες που κιτρινίζουν σε συρτάρια. Μελαγχολική εικόνα νοσταλγίας, αλλά και λίγο πικρή: μνήμες που δεν τις φροντίζουμε, σκουριάζουν και χάνονται σιγά-σιγά, όμως παράλληλα αποκτούν μια δική τους, τραχιά ομορφιά. Ιστορικές αναμνήσεις, παλιές πολεμικές ιστορίες που ξεθωριάζουν αν δεν τις συντηρούμε.
Τετάρτη, Μαρτίου 31, 2021
Η υπόθεση Κωσταλέξι
Ήταν φθινόπωρο του 1978, και συγκεκριμένα 5 Νοεμβρίου. Μαθαίνω από την Ασφάλεια Προαστίων της τότε Χωροφυλακής ότι ετοιμάζονται να κάνουν μια επιχείρηση εκτός Αθηνών που έχει ιδιαίτερο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.
Προσπαθώ να μάθω τηλεφωνικά περί τίνος πρόκειται αλλά δεν τα καταφέρνω. Παίρνω το αυτοκίνητό μου και κατευθύνομαι προς τον Περισσό, κοντά στον σταθμό Ηλεκτρικού. Εκεί στεγάζονταν οι υπηρεσίες ασφαλείας της Χωροφυλακής και η Άμεση Επέμβαση, το 109 όπως το ξέραμε τότε. Βρίσκω έναν ταγματάρχη ο οποίος μου είπε ότι ένας συνάδελφός του που κατάγεται από την περιοχή Φθιώτιδας είχε την πληροφορία, την οποία και διασταύρωσε, ότι σε σπίτι-αχυρώνα του χωριού Κωσταλέξι ζει αλυσοδεμένη για πολλά χρόνια μια γυναίκα και βασανίζεται. Αυτά έλεγε η πληροφορία που του δόθηκε. Για την επιχείρηση αυτή ενημερώθηκε και o αρμόδιος εισαγγελέας ο οποίος θα βρίσκεται αύριο το πρωί στην περιοχή.
Συνεννοούμαι με τον διευθυντή ειδήσεων, τον αείμνηστο Κώστα Σισμάνη, της ΕΡΤ2 όπου δούλευα τότε, και ετοιμάζουμε συνεργείο. Νωρίς το πρωί και ταυτόχρονα με τα αυτοκίνητα της Χωροφυλακής φτάνουμε στο χωριό. Από κοντά με τους αστυνομικούς, με τον οπερατέρ Κώστα Παπαδάτο και τον ηχολήπτη Γιάννη Λυκάκη, πλησιάζουμε στο σπίτι της οικογένειας Καρυώτη.
«Εδώ είμαστε», είπε ο ταγματάρχης. Γρήγορα o οπερατέρ ετοιμάζεται και μαζί με τον ηχολήπτη αρχίζουν να τραβάνε πλάνα. Πλησιάζω με τους αστυνομικούς και τον εισαγγελέα προς το ισόγειο και βλέπω μια γυναίκα πεσμένη στο χώμα νοι μας κοιτάζει μ' ένα βλέμμα απλανές. Δεν έδινε καμιά σημασία σ' αυτά που διαδραματίζονταν εκείνη την ώρα στον χώρο που ζούσε! 'Ηταν γυμνή. Στην πλάτη της είχε ριγμένο ένα άδειο τσουβάλι. Μετά την είδα να κάνει μια κίνηση. Πήρε το τσουβάλι, στο οποίο είχε ανοίξει τον πάτο, και πέρασε μέσα το κεφάλι της. Δεν είναι υπερβολή να σας πω ότι βρισκόταν σε ζωώδη κατάσταση. Εκεί που ζούσε κλεισμένη 29 χρόνια, δεν υπήρχε πάτωμα, ήταν πεσμένη στο χώμα. Νομίζω ότι αυτή η γυναίκα ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τίποτα. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Κάποια στιγμή την είδα να καταλαμβάνεται από μια τρεμούλα και να σκεπάζει το πρόσωπό της με τα χέρια. Απ' ό,τι κατάλαβα, δεν ήθελε να βλέπει κόσμο ή φώτα. Την είδα επίσης σε κάποια φάση να μασάει τοι ρούχα της. Θυμάμαι ότι ο εισαγγελέας τη φώναξε δυο-τρεις φορες. «Ελένη... Ελένη, μ' ακούς;»
Η Ελένη όμως ούτε μιλούσε ούτε απαντούσε. Σαν να μην έβλεπε τίποτα. Κάτι τη ρωτούσε ο επικεφαλής αξιωματικός, αλλά εκείνη και πάλι δεν απαντούσε. Κάποια στιγμή την είδα να κάνει μια γκριμάτσα και να ανασηκώνεται από το σημείο που ήταν ξαπλωμένη. Είναι πολύ πιθανό να άρχισε εκείνη τη στιγμή να συνειδητοποιεί κάποια πράγματα. Μετά από λίγο έδειχνε τρομαγμένη. Ήταν η Ελένη Καρυώτη, ηλικίας 47 ετών τότε, που σύμφωνοι με τις πληροφορίες της Χωροφυλακής ήταν κλεισμένη εκεί για 29 ολόκληρα χρόνια. Δευτερόλεπτα μετά, κάτι ψιθύρισε ή μάλλον μουρμούρισε, χωρίς ωστόσο να καταλάβει κανείς τι έλεγε.
Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον να σας κάνω μια αναλυτικότερη περιγραφή για την ισόγεια αποθήκη όπου διέμενε η άτυχη γυναίκα. Επρόκειτο για χώρο που έβαζαν όλα τα αγροτικά εργαλεία. Υπήρχαν τσουβάλια, αν θυμάμαι καλά με σιτάρι, ενώ δίπλα στην Ελένη υπήρχε μια παλιά κουβέρτα με την οποία σκεπαζόταν. Πιο πέρα υπήρχε μια ξύλινη κασέλα, για την οποία αργότερα η Ελένη, όταν συνήλθε κάπως, είπε ότι κάποιες φορές που έκανε πολύ κρύο τον χειμώνα, έμπαινε μέσα σ' αυτή για να ζεσταθεί και να κοιμηθεί.
Εκείνο που μου έκανε εντύπωση είναι το γεγονός ότι δεν υπήρχε πουθενά τουαλέτα και τις σωματικές της ανάγκες, σύμφωνα με κάποιους γείτονες, τις έκανε στον ίδιο χώρο που ζούσε η Ελένη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει στον χώρο έντονη δυσοσμία.
Ας συνεχίσω όμως την αφήγηση των γεγονότων για την πληρέστερη και αντικειμενικότερη ενημέρωσή σας. Με εντολή του εισαγγελέα και αφού έντυσαν την Ελένη την παρέλαβε ασθενοφόρο και τη διακόμισε στο Νοσοκομ 342 Λαμίας όπου και την περιποιήθηκοιν σε πρώτη φάση. νοσηλεύτηκε για κάποιο χρονικό διάστημα.
Επισκέφθηκα την Ελένη στο Νοσοκομείο Λαμίας και έκανα ρεπορτάζ αφού υπήρχε τεράστιο ενδιαφέρον για την υπόθεση. Τότε δούλευα εκτός από την ΕΡΤ2 και στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης (στα γραφεία της Αθήνας). Θυμάμαι ότι o μακαρίτης Κώστας Δημάδης, τότε διευθυντής της εφημερίδας, μου έλεγε: «Μάθε και γράψε όσο περισσότερα μπορείς. Είναι τρομακτικό το ενδιαφέρον του κόσμου γι' αυτό το θέμα».
Η συνάντησή μας με την Ελένη στο νοσοκομείο
Η Ελένη, αν δεν με απατά η μνήμη μου, νοσηλευόταν στο υπ' αριθμόν 128 δωμάτιο του νοσοκομείου. Από την επόμενη μέρα άρχισε να παρουσιάζει κάποια βελτίωση η κατάστασή της. Το διαπίστωσα αυτό και από τη συνέντευξη που της πήρα στο κρεβάτι της. Την είδα εντελώς διαφορετική απ' ό,τι την είχα δει την πρώτη στιγμή στο σπίτι της. Ωστόσο ο φόβος παρέμενε ζωγραφισμένος στο πρόσωπό της. Με κοίταζε φοβισμένα και με έναν τρόπο διερευνητικό! Το βλέμμα της συνέχιζε να είναι απλανές.
Κάθισα στο δωμάτιό της περίπου μία ώρα. Απέφευγε να μιλάει όποτε τη ρωτούσα. Με δυσκολία έπαιρνα απαντήσεις στις ερωτήσεις μου. Όποτε ήθελε μιλούσε και απαντούσε, και μάλιστα πολύ γρήγορα, σχεδόν ακαταλαβίστικα κάποιες φορές.
Παραθέτω τη συνέντευξη την οποία μαγνητοφώνησα και τη δημοσίευσα στη Μακεδονία.
ΠΑΝΟΣ ΣΟΜΠΟΛΟΣ: Πώς αισθάνεσαι τώρα, Ελένη; Είσαι καλύτερα;
ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΥΩΤΗ: Ναι, είμαι καλά. Νιώθω καλά.
Π.Σ.: Πόσων χρόνων είσαι τώρα;
Ε.Κ.: 18.
Π.Σ.: Αγαπάς τον αδελφό σου Θύμιο και τις αδελφές σου Ολυμπία και Μαρία;
Η Ελένη κουνάει αρνητικά το κεφάλι της χωρίς να λέει λέξη.
Π.Σ.: Ποιον αγαπούσες όταν ήσουν μικρότερη, θυμάσαι; Θυμάσαι τον Τόλη; Ε.Κ.: τον Τόλη.
Π.Σ.: Πώς λέγεται στο επώνυμό του o Τόλης, Θυμάσαι; Ε.Κ.: ...
Π.Σ.: Ήταν απ' το χωριό σου το Κωσταλέξι ο Τόλης ή από άλλο χωριό; Ε.Κ: Δεν ξέρω.
Π.Σ.: τι δουλειά κάνει o Τόλης, είναι δάσκαλος;
Ε.Κ: Ναι, ναι.
Π.Σ.: Όταν εσύ βρισκόσουν κλεισμένη στο ισόγειο του σπιτιού σου ήρθε καμιά φορά ο Τόλης να σε δει;
Ε.Κ.: Όχι.
Π.Σ.: Από πότε έχεις να τον δεις;
E.K.: Μια φορά ξέφυγα από το παράθυρο του σπιτιού και πήγα από το πίσω μέρος, ανέβηκα στο βράχο και τον είδα.
Π.Σ.: Τον αγαπάς ακόμα τον Τόλη;
E.K.: Ναι, τον αγαπώ.
Θέλω να διευκρινίσω εδώ ότι τη μέρα εκείνη γινόταν μεγάλος σάλος για τον δάσκαλο Τόλη και γι' αυτό τη ρωτούσα. Οι εφημερίδες είχαν μεγάλους τίτλους γι' αυτόν τον δάσκαλο, που τελικά, όπως θα δούμε πιο κάτω, ο άνθρωπος δεν είχε καμιά σχέση με την Ελένη. Είμαι βέβαιος ότι η άτυχη γυναίκα δεν είχε συναίσθηση αυτών που μου έλεγε. Στις ίδιες ερωτήσεις άλλοτε απαντούσε «ναι» κι άλλοτε «όχι». Κι όταν μου απάντησε για τον Τόλη «Ναι, τον αγαπώ », δεν πρέπει να το εννοούσε. Ίσως απάντησε έτσι λόγω της ερώτησης που της έκανα. Στη συνέχεια τη ρώτησα για το νοσοκομείο.
Π.Σ.: Σου αρέσουν τοι φαγητά εδώ στο νοσοκομείο;
Ε.Κ.: Ναι.
Π.Σ.: τι τρως;
E.K: Τρώω μήλα, αχλάδια, πίνω καφέ και γάλα. Εδώ είναι καλά.
Επισημαίνω εδώ και πάλι ότι αυτές τις απαντήσεις μου τις έδινε με δυσκολία η Ελένη. Μη φανταστείτε ότι μιλούσε σαν φυσιολογικός άνθρωπος. Μου έλεγε και πάρα πολλές ασυναρτησίες. Μερικές φορές άλλα τη ρωτούσα κι άλλα απαντούσε. Μία από τις νοσοκόμες που μίλησα και που περιποιείτο την Ελένη ήταν η Σπυριδούλα Πάνου. Να τι μου είπε τότε:
«Είμαι από τις πρώτες αδελφές νοσοκόμες που είδα την Ελένη στα χάλια που βρισκόταν. Τα νύχια της ήταν τόσο μεγάλα που φοβόσουν να τα βλέπεις. Τα μακριά μαλλιά της ήταν κολλημένα από τις ακαθαρσίες. Το τσουβάλι στο οποίο ήταν τυλιγμένη, βρομούσε ολόκληρο από εκατό μέτρα μακριά. Η Ελένη δεν μιλούσε καθόλου κι ούτε ήθελε να βλέπει άνθρωπο. Προσπαθήσαμε όλοι μας με κάθε τρόπο να την πλησιάσουμε και να την κάνουμε να ξεθαρρέψει. Καταφέραμε με την υπομονή μας να την κάνουμε να μιλάει και να αντιδρά σε ορισμένα πειράγματα των νοσοκόμων και των γιατρών. Αυτό που έχω να λέω είναι για το φαγητό της. Ό,τι και να της δώσουμε δεν λέει όχι και σχεδόν κατεβάζει τις τροφές πολύ γρήγορα. Χτες το βράδυ της δώσαμε μπιφτέκια. Μόλις της φέραμε το πιάτο, τα έφαγε σε πέντε λεπτά. Της φέραμε και δεύτερο πιάτο και τα μπιφτέκια τα έφαγε όλα, πάλι σε πέντε λεπτά. Έτρωγε και τρώει λαίμαργα ό,τι της δώσουμε. Αν δεν με πιστεύετε, περιμένετε μια στιγμή...»
Η κυρία Πάνου πήγε στο μαγειρείο κι έφερε ένα μη ένα αχλάδι, τρεις φρυγανιές, ένα ποτηράκι καφέ κι ένα ποτηράκι γάλα. Πρόσφερε στην Ελένη πρώτα το αχλάδι, το οποίο άρπαξε κυριολεκτικά από τα χέρια της και το έφαγε χωρίς να το καθαρίσει. Αμέσως μετά έφαγε δύο φρυγανιές, μετά το μήλο, ήπιε λίγο καφέ και στη συνέχεια έφαγε την τρίτη φρυγανιά και ήπιε και το γάλα.
Μια άλλη νοσοκόμα η Λαμπρινή Δημοπούλου μας είπε για την Ελένη:
«Χτες το βράδυ την κουρέψαμε και της κάναμε ένα γερό μπάνιο. Μπορεί να είχε να πλυθεί πολλά χρόνια. Της βγάλαμε όλες τις ακαθαρσίες που ήταν κολλημένες πάνω της και που είχαν γίνει ένα με το σώμα της και τη βάλαμε να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Γύρισε μπρούμυτα. κι όταν εμείς βγήκαμε από το δωμάτιό της, εκείνη σηκώθηκε και μπουσουλώντας —δεν μπορούσε να σταθεί όρθια— πήγε στη γωνία, κουλουριάστηκε και περίμενε. Όταν μπήκα μέσα και τη ρώτησα γιατί έφυγε από το κρεβάτι, εκείνη δεν μου μιλούσε. Την πήραμε με έναν συνάδελφό μου νοσοκόμο και την ξαναβάλαμε στο κρεβάτι. Εκείνη πάλι τα ίδια. Σηκώθηκε και πήγε και κάθισε στην άλλη γωνία, πίσω από την πόρτα. Δεν ήθελε επ' ουδενί λόγω να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Ίσως ένιωθε καλύτερα κάτω στο δάπεδο και ξεσκέπαστη. Από την πρώτη στιγμή της είπαμε ότι όταν θέλει να πάει για σωματική της ανάγκη να μας το πει για να την πάμε στην τουαλέτα. Εκείνη δεν θυμήθηκε και πήγε στη γωνία του δωματίου. Ευτυχώς την προλάβαμε. Σήμερα τη βλέπω καλύτερα, και μάλιστα πριν από περίπου μια ώρα μου ζήτησε και την πήγα στην τουαλέτα. Άρχισε να συνηθίζει. Μίλησα και με τους γιατρούς του νοσοκομείου Κωνσταντίνο Τσιαχρή, Αναστάσιο Μπελεγράπη και Διονύσιο Μαντζουράτο, οι οποίοι μου είπαν ότι παρουσιάζει σημεία ψυχικής νόσου. Επίσης μου είπαν ότι παρουσιάζει έντονη ωχρότητα το δέρμα της, που φυσικά προέρχεται από εγκλεισμό. Δεν μπορεί να βαδίσει μόνη της, πράγμα που οφείλεται σε ατροφία των μυών και σε εκδηλώσεις από τις αρθρώσεις της. Είναι φοβισμένη αλλά σιγά σιγά αρχίζει να εκδηλώνει την αγάπη της σ' αυτούς που της δείχνουν αγάπη. Πάντως εμφανίζει πτώση των νοητικών λειτουργιών και διαταραχή προσανατολισμού και χρόνου.
Η συνέντευξη με τα αδέλφια της Ελένης
Έπειτα από το νοσοκομείο πήγα στην Αστυνομία της Λαμίας όπου μετά από προσπάθειες κατάφερα να μιλήσω και με τα τρία αδέλφια της Ελένης μέσα στο κρατητήριο. Ήθελα να έχω και την άποψή τους για λόγους δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Μαζί μου ήταν κι άλλοι συνάδελφοι. Ακολούθησε ο εξής διάλογος με τα τρία αδέλφια και τους απεσταλμένους των μέσων.
— Ποιος έκλεισε την Ελένη μέσα στο ισόγειο;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Ο πατέρας.
— Γιατί την έκλεισε στο ισόγειο;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Αρρώστησε, κι έτσι πίστευε ότι θα γίνει καλά.
ΜΑΡΙΑ: Έτσι μας έλεγε ο πατέρας μας, ότι θα γινόταν καλά στο ισόγειο.
— κι εσείς ακούγατε τον πατέρα σας και την κρατούσατε στο υπόγειο;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Και βέβαια ακούγαμε τον πατέρα μας. Τον σεβόμασταν. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. — Αν σας έλεγε ο πατέρας σας να την κρεμάσετε στο δέντρο, εσείς τι θα κάνατε;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Αυτό είναι άλλο θέμα.
— Είχε αγαπήσει η Ελένη όταν ήταν 18 χρόνων κάποια δάσκαλο στο χωριό σας;
ΟΛΥΜΠΙΑ: Όχι. Αυτό δεν είν' αλήθεια. Δεν είχε σχέση με κανέναν δάσκαλο, λέτε ψέματα.
— Έτσι διαδίδεται. Σας ρωτάμε για να μας το διευκρινίσετε.
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Λένε όλοι ψέματα. Ποτέ δεν ήταν ερωτευμένη η Ελένη με δάσκαλο.
— Λένε ότι αυτόν τον δάσκαλο τον λέγανε Τόλη και υπηρετούσε στο διπλανό χωριό.
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Σας επαναλαμβάνω και πάλι ότι δεν υπάρχει κανένας Τόλης δάσκαλος. Αν βρεθεί δάσκαλος Τόλης, θα δεχτώ να με σκοτώσουν.
— Πότε την κλείσατε την Ελένη στο ισόγειο;
ΟΛΥΜΠΙΑ: Όταν αυτή αρρώστησε, σε μικρή ηλικία.
— Πώς αρρώστησε και τι είδους αρρώστια είχε;
ΜΑΡΙΑ: Όταν η Ελένή ήταν 11 χρόνων περίπου και πήγαινε στην E' ή ΣΤ' τάξη του Δημοτικού και ενώ βρισκόμασταν στην πλατεία του χωριού, είδε κάτι φαντάρους μαυροσκούφηδες, οι οποίοι βάραγαν αλύπητα άντρες, γυναίκες και μικρά παιδιά. Η Ελένη τρόμαξε κι έπαθε σοκ. Από τότε αρρώστησε και δεν μπορεί να βρει την υγεία της.
— Και γι' αυτό την κλείσατε στο ισόγειο;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Την κλείσαμε για να γίνει καλά. Ο πατέρας μας πεθαίνοντας μας άφησε ευχή και κατάρα να μη βγάλουμε ποτέ την Ελένη από το ισόγειο.
— Γιατί;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Γιατί αν την πηγαίναμε στο νοσοκομείο, μέσα σ' ένα μήνα θα πέθαινε. — Το πιστεύετε αυτό που λέτε;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Έτσι μας έλεγε ο πατέρας μας, έτσι κάναμε.
— Καλά, κι όταν πέθανε o πατέρας σας εδώ και τέσσερα χρόνια, γιατί εσείς εξακολουθούσατε να την κρατάτε στο ισόγειο;
ΟΛΥΜΠΙΑ: Έτσι μας είχε πει ο πατέρας μας.
— Την πήγατε σε γιατρό να τη γιατρέψετε; Εσείς λένε ότι έχετε χρήματα.
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Δεν έχουμε χρήματα. Εσείς λέτε ότι έχουμε κι o κόσμος έξω. Δουλεύουμε και ζούμε. Πάντως σας πληροφορώ ότι την πήγαμε σε γιατρούς, αλλά δεν γινόταν καλά και γι' αυτό την κλείσαμε στο ισόγειο, για να μην πεθάνει στα νοσοκομεία.
ΜΑΡΙΑ: Πάντως την πήγαμε στο νοσοκομείο Ψυχικών παθήσεων του Βλαστού στο Μαρούσι.
Τα τρία αδέλφια υποστήριξαν ότι δεν είχαν εγκαταλείψει την Ελένη και ότι τη φρόντιζαν. Η Ολυμπία υποστήριξε ότι της πήγαιναν φαγητό δύο και τρεις φορές τη μέρα και ότι την περιποιούνταν και ότι εκείνη ήταν ευχαριστημένη.
Πάντως από το ρεπορτάζ που έκανα τότε στο χωριό διαπίστωσα ότι ο πατέρας της Ελένης την είχε πάει πολλές φορές στο νοσοκομείο, και στη Λαμία και στην Αθήνα. Την είχε πάει σε Ψυχιατρικές κλινικές, αλλά η αρρώστια της ήταν ανίατη, δεν γιατρευόταν. Έλεγαν οι δικοί της ότι γεννήθηκε μ' αυτή την πάθηση και γι' αυτό δεν γιατρευόταν.
Θυμάμαι ότι κάποιος από τους συγγενείς της μου είχε πει πως τελευταία φορά ο πατέρας την είχε πάει στο Δαφνί στο Δημόσιο Ψυχιατρείο για νοσηλεία. Όταν αργότερα την επισκέφθηκε για να δει πώς πάει, τη βρήκε σε κακό χάλι. Τα ρούχα της ήταν κουρελιασμένα, το πρόσωπό της αγριεμένο και η συμπεριφορά της ήταν αλλοπρόσαλλη.
Βλέποντάς τη σ' αυτή την κατάσταση, την πήρε άρον άρον από το Ψυχιατρείο και την πήγε πίσω στο χωριό. Την έβαλε στο ισόγειο (κατώι) του σπιτιού που χρησιμοποιείτο ως αποθήκη και είπε στον Θύμιο και στις δύο αδελφές του ότι εκεί θα πρέπει να μείνει σ' όλη της τη ζωή η Ελένη. Τους είπε επίσης ότι αν την άφηνε στο Ψυχιατρείο θα πέθαινε. Και τα τρία αδέλφια τήρησαν την εντολή του πατέρα τους.
Από την ημέρα που αποκαλύφθηκε η υπόθεση, το χωριό Κωσταλέξι και η Ελένη Καρυώτη βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας για πολλές εβδομάδες. Με την «υπόθεση Κωσταλέξι» ασχολήθηκαν και πολλές εφημερίδες στην Ευρώπη και την Αμερική, ενώ έγινε πρώτο θέμα και σε ξένα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης.
Στην Ελλάδα, εμείς οι δημοσιογράφοι το είχαμε κάνει σίριαλ και προσπαθούσαμε τότε να βγάλουμε στη δημοσιότητα ό,τι μπορούσε να φανταστεί κάποιος κάτοικος του συγκεκριμένου χωριού και των γύρω περιοχών. Θυμάμαι ότι αρκετά πράγματα είδαν τότε το φως της δημοσιότητας σε κάποιες εφημερίδες. Πολλά απ' αυτά δεν είχαν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Δυστυχώς ήταν αποκυήματα της φαντασίας. Είχε γραφτεί τότε με πηχυαίους τίτλους ότι η Ελένη ήταν ερωτευμένη με τον δάσκαλο, o οποίος επισκεπτόταν συγγενείς του στο Κωσταλέξι. Ο δάσκαλος αυτός ήταν ενταγμένος στις τάξεις των κομμουνιστών ανταρτών και οι οικείοι της δεν τον ήθελαν. Από τότε δήθεν τρελάθηκε η Ελένη και οδηγήθηκε στην κατάσταση που τη βρήκαν οι αστυνομικοί και ο εισαγγελέας. Άλλα δημοσιεύματα της εποχής ανέφεραν ότι είχε ερωτευτεί έναν αντάρτη και επειδή οι γονείς της ήταν εθνικόφρονες, αντιτάχθηκαν και αντέδρασαν. Περισσότερο φέρεται ότι αντέδρασε ένας θείος της, αδελφός της μάνας της Ελένης, o οποίος έβαλε βέτο. Η Ελένη —όπως έγραφαν— τον αγαπούσε παράφορα, οπότε οι γονείς της την έκλεισαν στο σπίτι και απαγόρευσαν στο εξής να βγαίνει έξω. Εκεί από την κλεισούρα αρρώστησε και κατέληξε στη σχιζοφρένεια.
Γράφτηκε, τέλος ότι η Ελένη έζησε ένα τραγικό περιστατικό κατά τον Εμφύλιο, κι από τότε αρρώστησε. Δηλαδή ήταν ερωτευμένη με έναν αντάρτη ο οποίος σκοτώθηκε από έκρηξη που σημειώθηκε κοντά στο σπίτι της κι από τότε σάλεψε το μυαλό της.
Το τι δημοσιεύματα βλέπαμε καθημερινά σε ορισμένες εφημερίδες, δεν μπορώ να σας περιγράψω. Δεν μπόρεσα να διασταυρώσω ποια απ' όλα αυτά είχαν ίχνος αλήθειας και ποιοι όχι. Η υπόθεση είχε μετατραπεί σε σίριαλ! Ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του... Εκείνο που έμαθα και μπορώ να το γράψω με βεβαιότητα, είναι για τον δάσκαλο με τον οποίο υποτίθεται ότι ήταν ερωτευμένη η Ελένη. Ο συγκεκριμένος δάσκαλος υποστήριζε από τότε ότι δεν είχε καμιά σχέση με τη συγκεκριμένη γυναίκα. Στις 14 Νοεμβρίου 1978 έστειλε μια επιστολή στην εφημερίδα του χωριού Κωσταλεξιώτικα Νέα με την οποία διαψεύδει τα δημοσιεύματα.
«Ύστερα από τα δημοσιεύματα στον αθηναϊκό τύπο, το πρώτο δεκαήμερο του τρέχοντος μηνός Νοεμβρίου, σχετικά με τον υποτιθέμενο δεσμό μου με την άμοιρη Ελένη, επιθυμώ να ενημερώσω την κοινή γνώμη και να διευκρινίσω τα εξής: Ουδεμία σχέση έχω με τα αναγραφέντα κοιι διαψεύδω κατηγορηματικά, σαν αναληθή και τελείως φανταστικά, τα όσα γράφτηκαν γύρω από το άτομό μου απ' οποιαδήποτε πηγή κι αν προέρχονται. Κακίζω τη δημοσιογραφική σπουδή, με την οποία ήρθαν στο φως της δημοσιότητας πρόσωπα και πράγματα τελείως άσχετα προς τα γεγονότα, με επακόλουθο τη μη σωστή και αντικειμενική ενημέρωση του ελληνικού κοινού».
Αυτά υποστήριξε ο δάσκαλος και οφείλω να τα περιλάβω στο βιβλίο για την αποκατάσταση της αλήθειας και οπωσδήποτε για λόγους δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Η δίκη και η αθώωση
Μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης, τα αδέλφια της Ελένης Καρυώτη συνελήφθησαν από τη Χωροφυλακή και φυλακίστηκαν. Αξίζει να αναφέρω εδώ ένα απόσπασμα από το κατηγορητήριο που συντάχθηκε μετά την προανάκριση της Ασφάλειας καθώς και την τακτική ανάκριση που διενήργησαν οι δικαστικές αρχές αργότερα.
«Eκ προθέσεως αφήκαν αβοήθητον την αδελφήν των Ελένην, θυγατέρα Αθανασίου Καρυώτη, ετών 47, ην ενέκλεισαν εντός του ισογείου της οικίας των, όντως παντελώς ανθυγιεινού και ανηλίου, και απαγόρευσαν την εξ αυτού έξοδόν της και την οποίαν εγκατέλειψαν εντελώς γυμνήν, άνευ κλίνης και κλινοσκεπασμάτων, άνευ στοιχειώδους καθαριότητος του δαπέδου, ευρεθέντος την 6.11.1978 Πλήρους προσφάτων και παλαιών περιττωμάτων εκ των φυσικών αναγκών της και άνευ παροχής ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, των οποίων ήσαν υπόχρεοι και κατά νόμον να παράσχουν εις την αδελφήν των και των οποίων ήσαν εις θέσιν, άνευ διακινδυνεύσεως της ιδίας των διατροφής, να παράσχουν εις αυτήν, ήτις, λόγω Ψυχοπαθείας και δη ημιφρενικής μορφής σχιζοφρενείας και μακροχρονίου εγκλεισμού της εις το ισόγειον, δεν ηδύνατο να προσφέρει εις εαυτήν βοήθειαν. Συνεπεία δε της τοιαύτης εγκαταλείψεώς της υπό τούτων περιέστη, αύτη, εις κίνδυνον της ζωής και υπέπεσεν εις βαρείας και μακράν νόσον, υποστάσα, εκτός των άλλων, αγκυλώσεις εις τας αρθρώσεις (κατ' ισχίον — κατά γόνυ — ποδοκνημικάς), θωρακικής μοίρας, σπονδυλικής στήλης (κύφωσις), υποκινητικότητα, ελαφρόν αρνητισμόν και κακήν επαφήν μετά του περιβάλλοντος, πτώσιν των διανοητικών λειτουργιών και ελαφράς καθολικάς ατροφίας κατά τα άνω, κυρίως, άκρα, αι δε βλάβαι αύται του σώματος και της διανοίας και ο κίνδυνος της ζωής ταύτης οφείλονται εις αμέλειαν τούτων, συνισταμένην ότι δεν προείδον καίτοι ηδύναντο».
Τα τρία αδέλφια της Ελένης που είχαν συλληφθεί την ίδια μέρα, o Ευθύμιος, η Μαρία και η Ολυμπία, παραπέμφθηκαν σε δίκη με βαρύτατες κατηγορίες. Δικάστηκαν στο Κακουργιοδικείο στις 10 Ιανουαρίου 1980, το οποίο και τους κήρυξε παμψηφεί αθώους. Κάτοικοι του χωριού Κωσταλέξι που παρακολουθούσαν τη δίκη, μόλις άκουσαν την αθωωτική απόφαση για τα τρία αδέλφια, ξέσπασαν σε ζητωκραυγές και σε χειροκροτήματα.
Η περίεργη εξαφάνιση της Ελένης
Μετά την αθώωσή τους, τα αδέλφια πήραν και πάλι στο σπίτι την Ελένη από την Ψυχιατρική κλινική της Αθήνας όπου νοσηλευόταν. Σύμφωνα με τους συγγενείς τους, τη βοηθούσαν και την περιποιούνταν όσο μπορούσαν καλύτερα.
Δυστυχώς, το 1998 η Ελένη εξαφανίστηκε από το σπίτι της κι από το χωριό, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, και μέχρι τώρα που γράφω γι' αυτή την υπόθεση δεν είχε βρεθεί πουθενά.
Σύμφωνα με τους οικείους της, όταν της πήγαν το φαγητό στον χώρο που διέμενε, διαπίστωσαν ότι απουσίαζε. Την έψαξαν στο σπίτι, στην αποθήκη και σε άλλους χώρους, την έψαξαν σε γειτονικά σπίτια και σε αποθήκες του χωριού αλλά δεν τη βρήκαν πουθενά. Τότε επιστρατεύτηκαν πολλοί κάτοικοι του χωριού κι άρχισαν να ψάχνουν στα βουνά, στους κάμπους και στα λαγκάδια για να τη βρουν. Έψαχναν μέρες, βδομάδες παντού, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Είχαν κυκλοφορήσει τότε και διάφορες φήμες. Κάποιοι υπέθεσαν ότι είχε καταφύγει σε μοναστήρι για να μονάσει. Κάποιοι άλλοι ότι την απήγαγαν έμποροι οργάνων, για να πουλήσουν την καρδιά της και άλλα όργανά της. Κάποιοι πιο ψύχραιμοι έλεγαν ότι η πιθανότερη εκδοχή είναι να έφυγε προς τα γύρω βουνά και κάπου εκεί να άφησε την τελευταία της πνοή, χωρίς να καταστεί δυνατό να εντοπιστεί. Ίσως αυτή να είναι και η επικρατέστερη εκδοχή.
Την ημέρα που ολοκλήρωσα το γράψιμο του κεφαλαίου για την άτυχη Ελένη, ήρθα σε επαφή με τον αστυνομικό διευθυντή Φθιώτιδας στη Λαμία Στέφανο Λουλακούδη και τον ρώτησα αν υπάρχει Κάποια εξέλιξη σχετικά με την εξαφάνιση της άτυχης Ελένης για να την περιλάβω στο βιβλίο. Μου απάντησε ότι μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ούτε ζωντανή ούτε νεκρή. Θεωρείται αγνοούμενη.
Πηγή: Πάνος Σόμπολος, ΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΚΟΝΤΑΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ ΟΠΩΣ ΤΑ ΕΖΗΣΑ, Εκδ. ΠΑΤΑΚΗ
Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια
Αποτυχία μιας τελευταίας απόπειρας συμφιλίωσης
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, όταν όλες οι προσπάθειες της αντιπολίτευσης να διευρύνει τα ερείσματά της, κυρίως με την εξέγερση των στρατευμάτων της Στερεάς, είχαν αποτύχει και η Κυβέρνηση απειλούσε ακόμα και την ίδια την Ύδρα, άρχισε να παρατηρείται διάσταση απόψεων μεταξύ Υδραίων και των συγκεντρωμένων στο νησί τους αντικυβερνητικών. Σύμφωνα με δύο τουλάχιστον μαρτυρίες, οι Υδραίοι πρόκριτοι, παρακάμπτοντας τους άλλους αντιπολιτευομένους, επιχείρησαν προσέγγιση με την Κυβέρνηση, αλλά το τραγικό γεγονός του Ναυπλίου κατέστρεψε την προοπτική κάποιου ενδεχομένως συμβιβασμού.
Το έγκλημα του Ναυπλίου
Το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 ο Ιω. Καποδίστριας δολοφονήθηκε από τον Κωνσταντίνο και τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Κτυπήθηκε μπροστά στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. O συνοδός του Κυβερνήτη πλήγωσε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, ο οποίος, αδυνατώντας να διαφύγει, πιάστηκε από το οργισμένο πλήθος και θανατώθηκε οικτρά. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, που αναγκάστηκε να τον παραδώσει υπό τον όρο να δικαστεί. Στην ανάκρισή του ο Γ. Μαυρομιχάλης αρνήθηκε κάθε συμμετοχή στο έγκλημα. Αυτόπτες, όμως, μάρτυρες βεβαίωσαν ότι αυτός μαχαίρωσε τον Κυβερνήτη τη στιγμή που τον πυροβολούσε ο Κ. Μαυρομιχάλης. Συγκροτήθηκε στρατιωτικό δικαστήριο για να τον δικάσει. Στη δίκη του δεν αποκάλυψε τίποτα για τα κίνητρα της πράξης τους. Μόνο στη διαθήκη του μίλησε για σύνταγμα, νόμους ελεύθερους, ομόνοια. Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε.
Δεν εντοπίστηκαν, παρά τον ζήλο των ανακριτικών αρχών, ασφαλή τεκμήρια που θα μπορούσαν να συνδέσουν άμεσα την αντιπολίτευση στην Ύδρα με το έγκλημα του Ναυπλίου. Δεν προέκυψε επίσης κανένα στοιχείο για εμπλοκή στη δολοφονία οιουδήποτε αγγλικού παράγοντα. Οι υπόνοιες για εμπλοκή Γάλλων στρατιωτικών που βρίσκονταν στο Ναύπλιο, αν ευσταθούν, θα πρέπει να αποδοθούν σε ατομική πρωτοβουλία και όχι στην οποιαδήποτε ανάμειξη της Γαλλικής Κυβέρνησης. Η αναζήτηση συνενόχων των Μαυρομιχαλαίων ανάμεσα σ' ορισμένους προκρίτους της στηρίζεται σε ασφαλέστερα τεκμήρια. Η δολοφονία του Καποδίστρια δεν φαίνεται να ήταν το αποτέλεσμα ευρύτερης συνωμοσίας. στην οποία διευθυντικό ρόλο είχαν ξένοι παράγοντες ή η ηγεσία της αντιπολίτευσης στην Ύδρα, αλλά το τελευταίο όπλο που διέθεταν τα πιο παραδοσιακά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας για να υπερασπίσουν την άμεσα απειλούμενη κοινωνική τους υπόσταση. Η συγκυρία έδωσε στην πράξη τους διαφορετικό περιεχόμενο: ενώ είχε τα χαρακτηριστικά μιας βεντέτας, πήρε και τη χροιά της υπεράσπισης των καταργημένων ελευθεριών.
Με την ενέργεια όμως των Μαυρομιχαλαίων δεν ματαιώθηκαν και οι προσδοκίες πολλών αντιπολιτευομένων που είχαν σπεύσει να τονίσουν με έμφαση «ή αυτός ή εμείς» και μερικοί από αυτούς δεν είχαν διστάσει να θεωρήσουν ακόμη και τη δολοφονία, λίγους μήνες πριν αυτή συντελεστεί, ως το έσχατο μέτρο ανατροπής του Καποδίστρια προτού οι Δυνάμεις αποφασίσουν να τον στηρίξουν μέχρι την εκλογή του νέου ηγεμόνα. Και δεν έκρυψαν την ικανοποίησή τους για το έγκλημα.
Η είδηση της δολοφονίας του Καποδίστρια συγκλόνισε τους πολλούς, κυρίως τους χωρικούς της Πελοποννήσου. Οι αντιδράσεις τους έδειχναν ότι είχαν χάσει τον προστάτη τους: «ο λαός τον έκλαψε και τον κλαίει ακόμα σαν πατέρα και ευεργέτη του», σημειώνει ένας σύγχρονος σφοδρός επικριτής του Κυβερνήτη. Στους πολλούς, αφού θα μένουν άλυτα τα προβλήματά τους, θα διατηρηθεί έντονα η ανάμνηση του Καποδίστρια και στα οθωνικά χρόνια.
Η τριμελής Διοικητική Επιτροπή (πρόεδρος ο Αυγουστίνος Καποδίστριας, μέλη οι Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Ιωάννης Κωλέττης) που ανέλαβε την εξουσία μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη γρήγορα διασπάστηκε. Σχηματίστηκαν δύο αντίπαλα στρατόπεδα, δύο χωριστές εθνοσυνελεύσεις συνεδρίαζαν και ένας νέος εμφύλιος πόλεμος δεν άργησε να ξεσπάσει. O Αυγουστίνος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και παραλαμβάνοντας το ταριχευμένο σώμα του αδελφού του κατέφυγε στην Κέρκυρα. Η αναρχία που κυριάρχησε στη χώρα όλο το 1832 κατέστησε αδύνατη κάθε αντίδραση στην απόφαση των τριών Δυνάμεων να επιβάλουν ως πολίτευμα της χώρας την απόλυτη μοναρχία.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, όταν όλες οι προσπάθειες της αντιπολίτευσης να διευρύνει τα ερείσματά της, κυρίως με την εξέγερση των στρατευμάτων της Στερεάς, είχαν αποτύχει και η Κυβέρνηση απειλούσε ακόμα και την ίδια την Ύδρα, άρχισε να παρατηρείται διάσταση απόψεων μεταξύ Υδραίων και των συγκεντρωμένων στο νησί τους αντικυβερνητικών. Σύμφωνα με δύο τουλάχιστον μαρτυρίες, οι Υδραίοι πρόκριτοι, παρακάμπτοντας τους άλλους αντιπολιτευομένους, επιχείρησαν προσέγγιση με την Κυβέρνηση, αλλά το τραγικό γεγονός του Ναυπλίου κατέστρεψε την προοπτική κάποιου ενδεχομένως συμβιβασμού.
Το έγκλημα του Ναυπλίου
Το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 ο Ιω. Καποδίστριας δολοφονήθηκε από τον Κωνσταντίνο και τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Κτυπήθηκε μπροστά στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. O συνοδός του Κυβερνήτη πλήγωσε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, ο οποίος, αδυνατώντας να διαφύγει, πιάστηκε από το οργισμένο πλήθος και θανατώθηκε οικτρά. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, που αναγκάστηκε να τον παραδώσει υπό τον όρο να δικαστεί. Στην ανάκρισή του ο Γ. Μαυρομιχάλης αρνήθηκε κάθε συμμετοχή στο έγκλημα. Αυτόπτες, όμως, μάρτυρες βεβαίωσαν ότι αυτός μαχαίρωσε τον Κυβερνήτη τη στιγμή που τον πυροβολούσε ο Κ. Μαυρομιχάλης. Συγκροτήθηκε στρατιωτικό δικαστήριο για να τον δικάσει. Στη δίκη του δεν αποκάλυψε τίποτα για τα κίνητρα της πράξης τους. Μόνο στη διαθήκη του μίλησε για σύνταγμα, νόμους ελεύθερους, ομόνοια. Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε.
Δεν εντοπίστηκαν, παρά τον ζήλο των ανακριτικών αρχών, ασφαλή τεκμήρια που θα μπορούσαν να συνδέσουν άμεσα την αντιπολίτευση στην Ύδρα με το έγκλημα του Ναυπλίου. Δεν προέκυψε επίσης κανένα στοιχείο για εμπλοκή στη δολοφονία οιουδήποτε αγγλικού παράγοντα. Οι υπόνοιες για εμπλοκή Γάλλων στρατιωτικών που βρίσκονταν στο Ναύπλιο, αν ευσταθούν, θα πρέπει να αποδοθούν σε ατομική πρωτοβουλία και όχι στην οποιαδήποτε ανάμειξη της Γαλλικής Κυβέρνησης. Η αναζήτηση συνενόχων των Μαυρομιχαλαίων ανάμεσα σ' ορισμένους προκρίτους της στηρίζεται σε ασφαλέστερα τεκμήρια. Η δολοφονία του Καποδίστρια δεν φαίνεται να ήταν το αποτέλεσμα ευρύτερης συνωμοσίας. στην οποία διευθυντικό ρόλο είχαν ξένοι παράγοντες ή η ηγεσία της αντιπολίτευσης στην Ύδρα, αλλά το τελευταίο όπλο που διέθεταν τα πιο παραδοσιακά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας για να υπερασπίσουν την άμεσα απειλούμενη κοινωνική τους υπόσταση. Η συγκυρία έδωσε στην πράξη τους διαφορετικό περιεχόμενο: ενώ είχε τα χαρακτηριστικά μιας βεντέτας, πήρε και τη χροιά της υπεράσπισης των καταργημένων ελευθεριών.
Με την ενέργεια όμως των Μαυρομιχαλαίων δεν ματαιώθηκαν και οι προσδοκίες πολλών αντιπολιτευομένων που είχαν σπεύσει να τονίσουν με έμφαση «ή αυτός ή εμείς» και μερικοί από αυτούς δεν είχαν διστάσει να θεωρήσουν ακόμη και τη δολοφονία, λίγους μήνες πριν αυτή συντελεστεί, ως το έσχατο μέτρο ανατροπής του Καποδίστρια προτού οι Δυνάμεις αποφασίσουν να τον στηρίξουν μέχρι την εκλογή του νέου ηγεμόνα. Και δεν έκρυψαν την ικανοποίησή τους για το έγκλημα.
Η είδηση της δολοφονίας του Καποδίστρια συγκλόνισε τους πολλούς, κυρίως τους χωρικούς της Πελοποννήσου. Οι αντιδράσεις τους έδειχναν ότι είχαν χάσει τον προστάτη τους: «ο λαός τον έκλαψε και τον κλαίει ακόμα σαν πατέρα και ευεργέτη του», σημειώνει ένας σύγχρονος σφοδρός επικριτής του Κυβερνήτη. Στους πολλούς, αφού θα μένουν άλυτα τα προβλήματά τους, θα διατηρηθεί έντονα η ανάμνηση του Καποδίστρια και στα οθωνικά χρόνια.
Η τριμελής Διοικητική Επιτροπή (πρόεδρος ο Αυγουστίνος Καποδίστριας, μέλη οι Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Ιωάννης Κωλέττης) που ανέλαβε την εξουσία μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη γρήγορα διασπάστηκε. Σχηματίστηκαν δύο αντίπαλα στρατόπεδα, δύο χωριστές εθνοσυνελεύσεις συνεδρίαζαν και ένας νέος εμφύλιος πόλεμος δεν άργησε να ξεσπάσει. O Αυγουστίνος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και παραλαμβάνοντας το ταριχευμένο σώμα του αδελφού του κατέφυγε στην Κέρκυρα. Η αναρχία που κυριάρχησε στη χώρα όλο το 1832 κατέστησε αδύνατη κάθε αντίδραση στην απόφαση των τριών Δυνάμεων να επιβάλουν ως πολίτευμα της χώρας την απόλυτη μοναρχία.
Η Επιχείρηση ανατίναξης του ξενοδοχείου «ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ» και η άφιξη του Τσώρτσιλ στην Αθήνα!
![]() |
| Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Ουίνστον Τσώρτσιλ |
Κατά την εκπόνηση του σχεδίου αποφασίστηκε η προσέγγιση του ξενοδοχείου μέσω του δικτύου των υπονόμων. Μηχανικοί οδοποιίας, προσκείμενοι στο ΕΑΜ, μελέτησαν τα σχέδια της πόλης και πρότειναν δύο πιθανές διαδρομές. Επιλέχθηκε αυτή που ξεκινούσε από το Μοναστηράκι, περνούσε κάτω από την Ερμού και κατέληγε δίπλα στα θεμέλια του ξενοδοχείου. Τη νύχτα της 23ης προς 24η Δεκεμβρίου άρχισε η μεταφορά των εκρηκτικών προς τη «Μεγάλη Βρετανία». Μια εκκαθαριστική επιχείρηση των Βρετανών προς το Μοναστηράκι όμως ανάγκασε τους ιθύνοντες να αναβάλλουν την επιχείρηση για την επομένη. Επιλέχθηκε μια εναλλακτική διαδρομή. Ξεκινούσε πίσω από τον ναό του Αγίου Κωνσταντίνου, περνούσε κάτω από την πλατεία Ομονοίας και κατέληγε στο Σύνταγμα μέσω της οδού Πανεπιστημίου. Στις 21.00 της 24ης Δεκεμβρίου, οι τρεις δυναμιτιστές, επικεφαλής 80 ανταρτών, άρχισαν την μεταφορά των εκρηκτικών, των πυροδοτικών μηχανισμών και των καλωδίων πυροδότησης. Η ποσότητα της εκρηκτικής ύλης (750 κιλά νιτροτολουόλης) ήταν αρκετή για να τινάξει ολόκληρη την πλατεία Συντάγματος στον αέρα!. Μέχρι τις 07.00 της επομένης, ανήμερα των Χριστουγέννων, τα εκρηκτικά είχαν τοποθετηθεί. Απέμενε ο τελικός έλεγχος της συνδεσμολογίας και η πολυπόθητη διαταγή!
Στο μεταξύ το μεσημέρι της ίδιας ημέρας έφθασε στο αεροδρόμιο των Μεγάρων ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Ουίνστων Τσώρτσιλ, συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών Άντονι Ηντεν. Ο ισχυρός άνδρας της Βρετανίας θα προσπαθούσε να βρει λύση για το ελληνικό πρόβλημα αλλά και να αντιμετωπίσει τις ενδοβρετανικές διενέξεις, που είχαν προκληθεί από τη συμμετοχή βρετανικών δυνάμεων στον ελληνικό εμφύλιο.
Ο Τσώρτσιλ και η συνοδεία προβλεπόταν να καταλύσουν στην παγιδευμένη «Μεγάλη Βρετανία»! Όμως την τελευταία στιγμή ματαιώθηκε η μετάβαση τους εκεί, καθώς κρίθηκε ότι η διαδρομή προς το κέντρο της πρωτεύουσας δεν ήταν ασφαλής! Τελικά οδηγήθηκαν στο Φάληρο, επί του θωρηκτού «Ajax». Η ηγεσία του ΕΛΑΣ, πληροφορούμενη ότι αναμένονταν προτάσεις ειρήνευσης από τον Βρετανό πρωθυπουργό, αποφάσισε την αποσύνδεση των εκρηκτικών. Την ίδια ημέρα οι τρεις δυναμιτιστές εισήλθαν ξανά στον υπόνομο για να ελέγξουν την κατάσταση των εκρηκτικών. Κοντά στην Ομόνοια όμως τους εντόπισε βρετανική περίπολος η οποία εκτόξευσε εναντίον τους χειροβομβίδες από τα φρεάτια των υπονόμων. Λόγω των νερών και των ακαθαρσιών η δραστικότητα των εκρήξεων περιορίστηκε και οι τολμηροί δυναμιτιστές διέφυγαν. Τα εκρηκτικά όμως παρέμεναν στη θέση τους. Η ελληνική κυβέρνηση και το βρετανικό επιτελείο κάθονταν στην κυριολεξία σε «ένα καζάνι έτοιμο να σκάσει» χωρίς να το γνωρίζουν. Εν τω μεταξύ ο Τσώρτσιλ προετοίμαζε, μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, τη διάσκεψη μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών.
Στις 26 Δεκεμβρίου ο Τσώρτσιλ, υπό ισχυρότατη συνοδεία, έφθασε στην βρετανική πρεσβεία επί της οδού Βασιλίσσης Σοφίας. Εκεί ενημερώθηκε για την ανακάλυψη και την αποσύνδεση των εκρηκτικών κάτω από τη «Μεγάλη Βρετανία». Η περίπολος που είχε εντοπίσει τον Βρατσάνο και τους άνδρες του, ενημέρωσε τη διοίκηση. οι μεθοδικοί Βρετανοί διέταξαν έρευνα η οποία απέδωσε την ανακάλυψη των εκρηκτικών. Ο Τάκης Μεγαλοοικονόμου, μαχητής της Χ και οπλίτης του 143 Τάγματος Εθνοφρουράς θυμάται: «Μια ομάδα του λόχου μου είχε τη φύλαξη του κεντρικού υπονόμου των Αθηνών. Πάντα τρεις φύλαγαν. Στη γωνία Πανεπιστημίου και Β. Σοφίας, κάτω από τη Μεγάλη Βρετανία, οι Εγγλέζοι είχαν βάλει κάγκελα και συρματοπλέγματα. Μια ομάδα του ΕΛΑΣ κατάφερε κάποια στιγμή να διαφύγει της προσοχής των ανδρών που φύλαγαν τον κεντρικό υπόνομο και τοποθέτησε εκρηκτικά, προκειμένου κάποια στιγμή να τα πυροδοτήσουν.
Στη βάρδιά μου, παρέα μ' έναν Άγγλο στρατιώτη, τα εντοπίσαμε και αμέσως καλέσαμε τους πυροτεχνουργούς, οι οποίοι τα εξουδετέρωσαν» (Φάνης Χαμόδρακας, ΘΗΣΕΙΟ, Αθήνα 2009).
Ο Τσώρτσιλ μετέφερε τη διάσκεψη στο υπουργείο Εξωτερικών. Σε αυτή παρίστατο ο ίδιος, ο Έλληνας πρωθυπουργός, αντιπρόσωποι των ξένων δυνάμεων, ο Πλαστήρας, αντιπρόσωποι του ΕΛΑΣ και ο προεδρεύων αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός ζήτησε ουσιαστικά την συνθηκολόγηση του ΕΛΑΣ, με προσεκτικά διατυπωμένες προτάσεις όμως, ύστερα από την υπόδειξη του Αλεξάντερ ότι η συντριβή των κομμουνιστών σε πανελλαδικό επίπεδο ήταν αδύνατη για τις διαθέσιμες βρετανικές δυνάμεις. Η αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ, με τη σειρά της, κατέθεσε εξωπραγματικές προτάσεις. Μεταξύ άλλων απαιτούσε τη συμμετοχή της Αριστεράς στην κυβέρνηση σε ποσοστό 40-50%, τη διάλυση της Χωροφυλακής, της Εθνοφυλακής, της ΙΙΙ ΕΟΤ και του Ιερού Λόχου και τη δημιουργία εθνικού στρατού με την επιστράτευση όλων των εθελοντικών σχηματισμών, δηλαδή διοχέτευση ολόκληρου του ΕΛΑΣ στις Ένοπλες Δυνάμεις, εφόσον αυτός ήταν μακράν ο μεγαλύτερος εθελοντικός σχηματισμός! ΟΙ εκπρόσωποι του ΕΛΑΣ επέμεναν στις ίδιες προτάσεις και την επομένη. Όπως ήταν φυσικό οι συζητήσεις ναυάγησαν εν μέσω ύβρεων και απειλών. Ο Τσώρτσιλ επέστρεψε στο Λονδίνο. Ο λόγος ανήκε και πάλι στα όπλα.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αν είχε υλοποιηθεί η επιχείρηση ανατίναξης της «Μεγάλης Βρετανίας» και ο Βρετανός πρωθυπουργός βρισκόταν σ' αυτό, οι εξελίξεις όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο θα ήταν ανυπολόγιστες. Το ΚΚΕ θα βαρυνόταν με τον θάνατο του «πατέρα της νίκης» και θα προκαλούσε βίαιες αντιδράσεις εναντίον του. Αντιδράσεις οι οποίες πιθανότατα θα επέφεραν την πλήρη εξολόθρευσή του. Πάντως οι αριστερές πηγές δεν έχουν συμφωνήσει ακόμα σχετικά με την απόπειρα ανατίναξης της «Μεγάλης Βρετανίας», καθώς πολλές απ' αυτές θεωρούν ότι η επιχείρηση οργανώθηκε εκτός κομματικής γραμμής.
Πηγή: Νίκος Γιαννόπουλος, Δεκέμβριος 1944: Η Αθήνα στις φλόγες
Βρασίδας
Ο Βρασίδας, χάρη στο έντονο ενδιαφέρον που δείχνει γι' αυτόν ο Θουκυδίδης, είναι ένας από τους ελάχιστους Σπαρτιάτες ηγέτες ο οποίος δεν ήταν βασιλιάς και για τον οποίο διαθέτουμε αρκετά στοιχεία ώστε να παρουσιάσουμε μια σύντομη βιογραφία του. Είναι πιθανό το όνομά του να προέρχεται ετυμολογικά από τις Πρασιές, μια πόλη στις βορειοανατολικές ακτές της Λακωνίας η οποία, πριν μετατραπεί σε μια πόλη περιοίκων, ήταν τον 7ο π.Χ. αιώνα μέλος μιας αμφικτιονίας που είχε την έδρα της στο νησί Καλαυρεία (το σημερινό Πόρο). Γνωρίζουμε επίσης, κάτι που είναι ασυνήθιστο, τα ονόματα και των δύο γονιών του Βρασίδα. O πατέρας του, ο Τέλλης, ήταν ένας από τους επιφανείς Σπαρτιάτες που το 421 π.Χ. διαπραγματεύτηκαν τους όρους της συνθήκης ειρήνης με την Αθήνα. Η μητέρα του ήταν η Αρχιλεωνίδα, στην οποία αποδίδεται ένα από τα αποφθέγματα που έχει συλλέξει ο Πλούταρχος στο έργο του Λακαινών Αποφθέγματα.
Ανεξάρτητα από την αυθεντικότητα με την οποία ο Πλούταρχος μεταφέρει τα λόγια της Αρχιλεωνίδας, αυτά αποσκοπούσαν να επισημάνουν: πρώτον, ότι στη Σπάρτη υπήρχαν πολλοί πολίτες που ήταν ισάξιοι με έναν τόσο επιφανή άντρα όσο ο γιος της ο Βρασίδας. και, δεύτερον, ότι μια υποδειγματική Σπαρτιάτισσα μητέρα, όπως η Αρχιλεωνίδα, ενδιαφερόταν περισσότερο για το κοινό καλό παρά για τον εγκωμιασμό ενός μέλους της οικογένειάς της. Στην πραγματικότητα όμως, υπήρχαν ελάχιστοι Σπαρτιάτες που ήταν περισσότερο ικανοί και αποτελεσματικοί ή είχαν περισσότερο κύρος εκτός Σπάρτης από τον Βρασίδα, τόσο στη διάρκεια της ζωής του όσο και μετά από το θάνατό του. Αν είχε ζήσει περισσότερο, ίσως ο Πλούταρχος να είχε γράψει μια βιογραφία του — όπως έκανε για τον Λύσανδρο, το μοναδικό ηγέτη της Σπάρτης που δεν ήταν βασιλιάς αλλά τον τίμησε εξιστορώντας τη ζωή του.
O Βρασίδας ήταν ένας από τους πέντε εφόρους το 431 π.Χ., όταν ξέσπασε ο Αθηναϊκός Πόλεμος. Το γεγονός αυτό δεν ήταν τυχαίο ή συμπτωματικό. Παρόλο που απαγορευόταν στους υποψήφιους για το αξίωμα του εφόρου να ψηφοθηρούν, θα ήταν παράδοξο αν αυτοί που έθεσαν —ή τους επιτράπηκε να θέσουν— υποψηφιότητα σε αυτή την κρίσιμη περίοδο δεν ήταν «γεράκια», δηλαδή σκληροί αντίπαλοι των Αθηναίων και υποστηρικτές της άμεσης έναρξης των εχθροπραξιών εναντίον τους. Όλα όσα γνωρίζουμε για τη μετέπειτα σταδιοδρομία του Βρασίδα επιβεβαιώνουν ότι ήταν ένας από τους πιο σφοδρούς πολέμιους της Αθήνας. Το 430 π.Χ. ήταν επικεφαλής του στρατιωτικού αγήματος που έλυσε την πολιορκία της Μεθώνης, στις δυτικές ακτές της Μεσσηνίας. Το επόμενο έτος, το 429 π.Χ., προήχθη σε επίτροπο του στόλου που ναυλοχούσε στην Κυλλήνη, στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, και παρέμεινε σε αυτή τη θέση μέχρι το 427 π.Χ. Στον πελοποννησιακό στόλο είχε ανατεθεί η εξαιρετικά σημαντική αποστολή να φυλάει Το «βορειοδυτικό πέρασμα », δηλαδή να αποτρέψει τους Αθηναίους να περιπλεύσουν την Πελοπόννησο και να ενωθούν με τους Ναυπάκτιους Μεσσήνιους και τους υπόλοιπους συμμάχους τους στα νησιά του Ιονίου. O Βρασίδας ήταν ο πιο στενός συνεργάτης του Σπαρτιάτη ναυάρχου που διοικούσε το στόλο και συμμετείχε σε μερικές ιδιαίτερα σκληρές συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένου και του εμφυλίου πολέμου στην Κέρκυρα, τον οποίο περιγράφει αναλυτικά ο Θουκυδίδης. Ωστόσο, παρά τα προληπτικά μέτρα που είχαν λάβει, οι Σπαρτιάτες δεν κατάφεραν να εμποδίσουν τον Αθηναίο στρατηγό Δημοσθένη να καταλάβει και να οχυρώσει την Πύλο το 425 π.Χ. O Βρασίδας στάλθηκε εσπευσμένα στην περιοχή ως διοικητής μιας τριήρους. Λέγεται ότι διακρίθηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στη μάχη που επακολούθησε, όμως η έκβαση της σύγκρουσης στην Πύλο ήταν καταστρεπτική για τους Σπαρτιάτες. Ήταν λοιπόν αναγκαίο να υπάρξει ένας αντιπερισπασμός για να ανακτήσουν οι Σπαρτιάτες το ηθικό τους, αλλά και για να αποκατασταθεί το κύρος της Σπάρτης. Το ζήτημα των Μεγάρων, όπου υπήρχε μια ισχυρή φιλοαθηναϊκή και ενδεχομένως δημοκρατική μερίδα στις τάξεις του πληθυσμού, έδωσε στους Σπαρτιάτες την ευκαιρία να πετύχουν μια νίκη που τόνωσε το φρόνημά τους, καθώς το 424 π.Χ. ο Βρασίδας απέτρεψε να περάσουν τα Μέγαρα στο αθηνάϊκό στρατόπεδο. Ωστόσο η Σπάρτη αντιμετώπιζε σημαντικότερα προβλήματα πιο βόρεια και ο Βρασίδας κλήθηκε να τα επιλύσει.
Το 426 π.Χ. οι Σπαρτιάτες μαζί με άλλους Έλληνες εποίκισαν μια νέα πόλη, την Ηράκλεια Τραχινία στη Φθιώτιδα. Από την πρώτη στιγμή ήταν φανερές οι στρατηγικές επιδιώξεις που εξυπηρετούσε η ίδρυσή της: Οι Σπαρτιάτες θα μπορούσαν να ασκούν πιέσεις στην ελεγχόμενη από τους Αθηναίους Εύβοια, ενώ η νέα πόλη βρισκόταν στο δρόμο που οδηγούσε από τη Βοιωτία στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία και στη Χαλκιδική. Την ίδια περίοδο επιτράπηκε στον Βρασίδα να συγκροτήσει ένα στρατό με εντελώς νέα σύνθεση. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει την ιδιοφυΐα του και διαψεύδει τον ισχυρισμό ότι οι Σπαρτιάτες, εξ ορισμού αλλά και εξαιτίας των κοινωνικών τους συνηθειών, σκέφτονταν με συντηρητικό τρόπο. Στο νέο στρατό που δημιούργησε ο Βρασίδας, εκτός από οπλίτες που προέρχονταν από πόλεις της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, συμπεριλαμβάνονταν και μισθοφόροι — παρόλο που μισθοφορικές στρατιωτικές μονάδες είχαν συμμετάσχει και σε προηγούμενους πολέμους ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις, ο ρόλος τους αναβαθμίστηκε στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου και στους μεταγενέστερους πολέμους. Τέλος, εκτός από τους Πελοποννήσιους οπλίτες και τους μισθοφόρους, ο Βρασίδας είχε στη διάθεσή του και μια δύναμη εφτακοσίων οπλισμένων ειλώτων. Όσοι από αυτούς επέζησαν, απελευθερώθηκαν όταν επέστρεψαν στη Σπάρτη. Ωστόσο, η ιδιαίτερη κοινωνική τους θέση υποδηλωνόταν με τη συλλογική ονομασία «Βρασίδειοι στρατιώτες», που καταδεικνύει ότι υπήρχε ένας ιδιαίτερος δεσμός ανάμεσα στους άντρες και το διοικητή τους. Το 418 π.Χ., τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Βρασίδα, οι «Βρασίδειοι στρατιώτες» θα πολεμούσαν μαζί με τον τακτικό σπαρτιατικό στρατό στη μάχη της Μαντίνειας.
O Βρασίδας είχε φίλους σε αρκετές πόλεις της Θεσσαλίας. Το γεγονός αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να διασχίσει με ασφάλεια τη Θεσσαλία και να φτάσει στη Μακεδονία. O τελικός του προορισμός ήταν η Χαλκιδική, όπου το 437 π.Χ, οι Αθηναίοι είχαν Ιδρύσει την Αμφίπολη. H στρατηγική θέση της επέτρεπε στους Αθηναίους να ελέγχουν τους χερσαίους δρόμους κατά μήκος των βόρειων ακτών του Αιγαίου, αλλά και να έχουν πρόσβαση σε πρώτες ύλες, ιδίως σε ξυλεία και σε μεταλλεύματα, που είχαν ζωτική σημασία για να συνεχίσουν να κυριαρχούν στις θάλασσες. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε την αναστάτωση που επικράτησε στην Αθήνα, όταν έγινε γνωστό ότι ο Βρασίδας είχε καταφέρει να κερδίσει την υποστήριξη του Περδίκκα, του βασιλιά της Μακεδονίας, αλλά και πολλών ελληνικών πόλεων κατά μήκος των βόρειων ακτών του Αιγαίου, εν μέρει με τη χρήση απειλών, αλλά και, κάτι παράξενο για ένα Σπαρτιάτη, χάρη στην ευγλωττία του. Ο Θουκυδίδης εγκωμιάζει τη ρητορική του δεινότητα και παραθέτει δύο λακωνικές (όπως άρμοζε σε ένα Σπαρτιάτη) δημηγορίες του. Ωστόσο, ο Αθηναίος ιστορικός είχε προσωπικούς λόγους να επαινεί τον Βρασίδα. Το 424 π.Χ. ο Θουκυδίδης ήταν ένας από τους δέκα εκλεγμένους Αθηναίους στρατηγούς και του είχε ανατεθεί η αποστολή να εμποδίσει τον Βρασίδα να καταλάβει την Αμφίπολη. Δυστυχώς όμως απέτυχε.
Οι «απελευθερωμένοι» κάτοικοι της Αμφίπολης σέβονταν τόσο πολύ τον Βρασίδα, ώστε μετά το θάνατό του το 422 π.Χ. τον αναγόρευσαν οικιστή της πόλης τους και τον τιμούσαν με θρησκευτικές τελετές. Το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Αμφίπολης αποκήρυξαν τον πραγματικό τους οικιστή, τον Αθηναίο Άγνωνα, καταδεικνύει τη συνάφεια που υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα ανάμεσα στη θρησκεία και την πολιτική. Οι κάτοικοι της Αμφίπολης δεν ήταν οι μόνοι Έλληνες στην περιοχή της Χαλκιδικής που εκτιμούσαν τον Βρασίδα. Οι κάτοικοι της Σκιώνης (σύμφωνα με τον Θουκυδίδη):
...οργάνωσαν πολύ τιμητική υποδοχή στον Βρασίδα. Του χάρισαν χρυσό στεφάνι σε δημόσια τελετή, σαν απελευθερωτή των Ελλήνων και πολλοί τον στόλιζαν με ταινίες σαν αθλητή.
Μόνο η Ποτίδαια, την οποία οι Αθηναίοι είχαν εμποδίσει να αποστατήσει μετά από μια μακροχρόνια και σκληρή πολιορκία, που κράτησε από το 432 π.Χ. έως το 429 π.Χ., δεν επηρεάστηκε από τις δελεαστικές προτάσεις του Βρασίδα. Ωστόσο, αυτό ήταν αρκετό για να σταματήσει η νικηφόρα προέλαση του Βρασίδα στην περιοχή και αυτή η αποτυχία του, σε συνδυασμό με το φθόνο των αντιπάλων του στη Σπάρτη, είχαν ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει η Σπάρτη τη μέχρι τότε επιθετική πολιτική της και να υιοθετήσει μια ειρηνόφιλη πολιτική.
Ωστόσο, ο Βρασίδας δεν είχε καμία ανάμειξη στην ανακωχή που συνάφθηκε το 423 π.Χ., όπως εξάλλου δεν είχε και ο Αθηναίος Κλέωνας, ο πολιτικός που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο είχε συμβάλει και είχε εκμεταλλευτεί την ταπεινωτική ήττα της Σπάρτης στην Πύλο το 425 π.Χ. Το 422 π.Χ. οι δύο άντρες έλυσαν τις διαφορές τους - σαν ομηρικοί ήρωες - σε μια μάχη που διεξήχθη μπροστά από τα τείχη της Αμφίπολης. Παρόλο που στην πραγματικότητα δε σκότωσε ο ένας τον άλλο, έπεσαν και οι δυο στο πεδίο της μάχης και o θάνατός τους άνοιξε το δρόμο για την επανέναρξη των ειρηνευτικών διαδικασιών. Ωστόσο, η Αμφίπολη δεν επανήλθε ποτέ οτο αθηναϊκό στρατόπεδο και αυτό ήταν ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα του Βρασίδα.
Πηγή: Πολ Κάρτλεντζ, ΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ, εκδ. Λιβάνη, σελ. 252-257
Ανεξάρτητα από την αυθεντικότητα με την οποία ο Πλούταρχος μεταφέρει τα λόγια της Αρχιλεωνίδας, αυτά αποσκοπούσαν να επισημάνουν: πρώτον, ότι στη Σπάρτη υπήρχαν πολλοί πολίτες που ήταν ισάξιοι με έναν τόσο επιφανή άντρα όσο ο γιος της ο Βρασίδας. και, δεύτερον, ότι μια υποδειγματική Σπαρτιάτισσα μητέρα, όπως η Αρχιλεωνίδα, ενδιαφερόταν περισσότερο για το κοινό καλό παρά για τον εγκωμιασμό ενός μέλους της οικογένειάς της. Στην πραγματικότητα όμως, υπήρχαν ελάχιστοι Σπαρτιάτες που ήταν περισσότερο ικανοί και αποτελεσματικοί ή είχαν περισσότερο κύρος εκτός Σπάρτης από τον Βρασίδα, τόσο στη διάρκεια της ζωής του όσο και μετά από το θάνατό του. Αν είχε ζήσει περισσότερο, ίσως ο Πλούταρχος να είχε γράψει μια βιογραφία του — όπως έκανε για τον Λύσανδρο, το μοναδικό ηγέτη της Σπάρτης που δεν ήταν βασιλιάς αλλά τον τίμησε εξιστορώντας τη ζωή του.
O Βρασίδας ήταν ένας από τους πέντε εφόρους το 431 π.Χ., όταν ξέσπασε ο Αθηναϊκός Πόλεμος. Το γεγονός αυτό δεν ήταν τυχαίο ή συμπτωματικό. Παρόλο που απαγορευόταν στους υποψήφιους για το αξίωμα του εφόρου να ψηφοθηρούν, θα ήταν παράδοξο αν αυτοί που έθεσαν —ή τους επιτράπηκε να θέσουν— υποψηφιότητα σε αυτή την κρίσιμη περίοδο δεν ήταν «γεράκια», δηλαδή σκληροί αντίπαλοι των Αθηναίων και υποστηρικτές της άμεσης έναρξης των εχθροπραξιών εναντίον τους. Όλα όσα γνωρίζουμε για τη μετέπειτα σταδιοδρομία του Βρασίδα επιβεβαιώνουν ότι ήταν ένας από τους πιο σφοδρούς πολέμιους της Αθήνας. Το 430 π.Χ. ήταν επικεφαλής του στρατιωτικού αγήματος που έλυσε την πολιορκία της Μεθώνης, στις δυτικές ακτές της Μεσσηνίας. Το επόμενο έτος, το 429 π.Χ., προήχθη σε επίτροπο του στόλου που ναυλοχούσε στην Κυλλήνη, στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, και παρέμεινε σε αυτή τη θέση μέχρι το 427 π.Χ. Στον πελοποννησιακό στόλο είχε ανατεθεί η εξαιρετικά σημαντική αποστολή να φυλάει Το «βορειοδυτικό πέρασμα », δηλαδή να αποτρέψει τους Αθηναίους να περιπλεύσουν την Πελοπόννησο και να ενωθούν με τους Ναυπάκτιους Μεσσήνιους και τους υπόλοιπους συμμάχους τους στα νησιά του Ιονίου. O Βρασίδας ήταν ο πιο στενός συνεργάτης του Σπαρτιάτη ναυάρχου που διοικούσε το στόλο και συμμετείχε σε μερικές ιδιαίτερα σκληρές συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένου και του εμφυλίου πολέμου στην Κέρκυρα, τον οποίο περιγράφει αναλυτικά ο Θουκυδίδης. Ωστόσο, παρά τα προληπτικά μέτρα που είχαν λάβει, οι Σπαρτιάτες δεν κατάφεραν να εμποδίσουν τον Αθηναίο στρατηγό Δημοσθένη να καταλάβει και να οχυρώσει την Πύλο το 425 π.Χ. O Βρασίδας στάλθηκε εσπευσμένα στην περιοχή ως διοικητής μιας τριήρους. Λέγεται ότι διακρίθηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στη μάχη που επακολούθησε, όμως η έκβαση της σύγκρουσης στην Πύλο ήταν καταστρεπτική για τους Σπαρτιάτες. Ήταν λοιπόν αναγκαίο να υπάρξει ένας αντιπερισπασμός για να ανακτήσουν οι Σπαρτιάτες το ηθικό τους, αλλά και για να αποκατασταθεί το κύρος της Σπάρτης. Το ζήτημα των Μεγάρων, όπου υπήρχε μια ισχυρή φιλοαθηναϊκή και ενδεχομένως δημοκρατική μερίδα στις τάξεις του πληθυσμού, έδωσε στους Σπαρτιάτες την ευκαιρία να πετύχουν μια νίκη που τόνωσε το φρόνημά τους, καθώς το 424 π.Χ. ο Βρασίδας απέτρεψε να περάσουν τα Μέγαρα στο αθηνάϊκό στρατόπεδο. Ωστόσο η Σπάρτη αντιμετώπιζε σημαντικότερα προβλήματα πιο βόρεια και ο Βρασίδας κλήθηκε να τα επιλύσει.
Το 426 π.Χ. οι Σπαρτιάτες μαζί με άλλους Έλληνες εποίκισαν μια νέα πόλη, την Ηράκλεια Τραχινία στη Φθιώτιδα. Από την πρώτη στιγμή ήταν φανερές οι στρατηγικές επιδιώξεις που εξυπηρετούσε η ίδρυσή της: Οι Σπαρτιάτες θα μπορούσαν να ασκούν πιέσεις στην ελεγχόμενη από τους Αθηναίους Εύβοια, ενώ η νέα πόλη βρισκόταν στο δρόμο που οδηγούσε από τη Βοιωτία στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία και στη Χαλκιδική. Την ίδια περίοδο επιτράπηκε στον Βρασίδα να συγκροτήσει ένα στρατό με εντελώς νέα σύνθεση. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει την ιδιοφυΐα του και διαψεύδει τον ισχυρισμό ότι οι Σπαρτιάτες, εξ ορισμού αλλά και εξαιτίας των κοινωνικών τους συνηθειών, σκέφτονταν με συντηρητικό τρόπο. Στο νέο στρατό που δημιούργησε ο Βρασίδας, εκτός από οπλίτες που προέρχονταν από πόλεις της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, συμπεριλαμβάνονταν και μισθοφόροι — παρόλο που μισθοφορικές στρατιωτικές μονάδες είχαν συμμετάσχει και σε προηγούμενους πολέμους ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις, ο ρόλος τους αναβαθμίστηκε στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου και στους μεταγενέστερους πολέμους. Τέλος, εκτός από τους Πελοποννήσιους οπλίτες και τους μισθοφόρους, ο Βρασίδας είχε στη διάθεσή του και μια δύναμη εφτακοσίων οπλισμένων ειλώτων. Όσοι από αυτούς επέζησαν, απελευθερώθηκαν όταν επέστρεψαν στη Σπάρτη. Ωστόσο, η ιδιαίτερη κοινωνική τους θέση υποδηλωνόταν με τη συλλογική ονομασία «Βρασίδειοι στρατιώτες», που καταδεικνύει ότι υπήρχε ένας ιδιαίτερος δεσμός ανάμεσα στους άντρες και το διοικητή τους. Το 418 π.Χ., τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Βρασίδα, οι «Βρασίδειοι στρατιώτες» θα πολεμούσαν μαζί με τον τακτικό σπαρτιατικό στρατό στη μάχη της Μαντίνειας.
O Βρασίδας είχε φίλους σε αρκετές πόλεις της Θεσσαλίας. Το γεγονός αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να διασχίσει με ασφάλεια τη Θεσσαλία και να φτάσει στη Μακεδονία. O τελικός του προορισμός ήταν η Χαλκιδική, όπου το 437 π.Χ, οι Αθηναίοι είχαν Ιδρύσει την Αμφίπολη. H στρατηγική θέση της επέτρεπε στους Αθηναίους να ελέγχουν τους χερσαίους δρόμους κατά μήκος των βόρειων ακτών του Αιγαίου, αλλά και να έχουν πρόσβαση σε πρώτες ύλες, ιδίως σε ξυλεία και σε μεταλλεύματα, που είχαν ζωτική σημασία για να συνεχίσουν να κυριαρχούν στις θάλασσες. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε την αναστάτωση που επικράτησε στην Αθήνα, όταν έγινε γνωστό ότι ο Βρασίδας είχε καταφέρει να κερδίσει την υποστήριξη του Περδίκκα, του βασιλιά της Μακεδονίας, αλλά και πολλών ελληνικών πόλεων κατά μήκος των βόρειων ακτών του Αιγαίου, εν μέρει με τη χρήση απειλών, αλλά και, κάτι παράξενο για ένα Σπαρτιάτη, χάρη στην ευγλωττία του. Ο Θουκυδίδης εγκωμιάζει τη ρητορική του δεινότητα και παραθέτει δύο λακωνικές (όπως άρμοζε σε ένα Σπαρτιάτη) δημηγορίες του. Ωστόσο, ο Αθηναίος ιστορικός είχε προσωπικούς λόγους να επαινεί τον Βρασίδα. Το 424 π.Χ. ο Θουκυδίδης ήταν ένας από τους δέκα εκλεγμένους Αθηναίους στρατηγούς και του είχε ανατεθεί η αποστολή να εμποδίσει τον Βρασίδα να καταλάβει την Αμφίπολη. Δυστυχώς όμως απέτυχε.
Οι «απελευθερωμένοι» κάτοικοι της Αμφίπολης σέβονταν τόσο πολύ τον Βρασίδα, ώστε μετά το θάνατό του το 422 π.Χ. τον αναγόρευσαν οικιστή της πόλης τους και τον τιμούσαν με θρησκευτικές τελετές. Το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Αμφίπολης αποκήρυξαν τον πραγματικό τους οικιστή, τον Αθηναίο Άγνωνα, καταδεικνύει τη συνάφεια που υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα ανάμεσα στη θρησκεία και την πολιτική. Οι κάτοικοι της Αμφίπολης δεν ήταν οι μόνοι Έλληνες στην περιοχή της Χαλκιδικής που εκτιμούσαν τον Βρασίδα. Οι κάτοικοι της Σκιώνης (σύμφωνα με τον Θουκυδίδη):
...οργάνωσαν πολύ τιμητική υποδοχή στον Βρασίδα. Του χάρισαν χρυσό στεφάνι σε δημόσια τελετή, σαν απελευθερωτή των Ελλήνων και πολλοί τον στόλιζαν με ταινίες σαν αθλητή.
Μόνο η Ποτίδαια, την οποία οι Αθηναίοι είχαν εμποδίσει να αποστατήσει μετά από μια μακροχρόνια και σκληρή πολιορκία, που κράτησε από το 432 π.Χ. έως το 429 π.Χ., δεν επηρεάστηκε από τις δελεαστικές προτάσεις του Βρασίδα. Ωστόσο, αυτό ήταν αρκετό για να σταματήσει η νικηφόρα προέλαση του Βρασίδα στην περιοχή και αυτή η αποτυχία του, σε συνδυασμό με το φθόνο των αντιπάλων του στη Σπάρτη, είχαν ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει η Σπάρτη τη μέχρι τότε επιθετική πολιτική της και να υιοθετήσει μια ειρηνόφιλη πολιτική.
Ωστόσο, ο Βρασίδας δεν είχε καμία ανάμειξη στην ανακωχή που συνάφθηκε το 423 π.Χ., όπως εξάλλου δεν είχε και ο Αθηναίος Κλέωνας, ο πολιτικός που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο είχε συμβάλει και είχε εκμεταλλευτεί την ταπεινωτική ήττα της Σπάρτης στην Πύλο το 425 π.Χ. Το 422 π.Χ. οι δύο άντρες έλυσαν τις διαφορές τους - σαν ομηρικοί ήρωες - σε μια μάχη που διεξήχθη μπροστά από τα τείχη της Αμφίπολης. Παρόλο που στην πραγματικότητα δε σκότωσε ο ένας τον άλλο, έπεσαν και οι δυο στο πεδίο της μάχης και o θάνατός τους άνοιξε το δρόμο για την επανέναρξη των ειρηνευτικών διαδικασιών. Ωστόσο, η Αμφίπολη δεν επανήλθε ποτέ οτο αθηναϊκό στρατόπεδο και αυτό ήταν ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα του Βρασίδα.
Πηγή: Πολ Κάρτλεντζ, ΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ, εκδ. Λιβάνη, σελ. 252-257
Τρίτη, Μαρτίου 30, 2021
Υβλαία Μέγαρα
Σύμφωνα με την παράδοση, τα δωρικά Υβλαία Μέγαρα, μία από τις πρώτες αποικίες στη Σικελία, ιδρύθηκαν από τους κατοίκους των ελληνικών Μεγάρων σε μια περιοχή που παραχώρησε ο βασιλιάς της Σικελίας Υβλων (από εδώ προκύπτει η προσθήκη στο αρχικό όνομα της μητρόπολης). Ύστερα από κάποιες περιπέτειες, πράγματι, οι Μεγαρείς πέτυχαν στο εγχείρημά τους, πιθανότατα κατά το τρίτο τέταρτο του 8ου αι. π.Χ
Όμως, η επικράτεια των Υβλαίων Μεγάρων ήταν τόσο μικρή, ώστε σε διάστημα μικρότερο του ενός αιώνα αναγκάστηκαν να προχωρήσουν στην ίδρυση μιας άλλης αποικίας, του Σελινούντα, που έμελλε να έχει λαμπρό μέλλον. H περιοχή της αρχαίας πόλης, κοντά στη σημερινή Αουγκούστα, εκτεινόταν σε ένα οροπέδιο με θέα στη θάλασσα —το οποίο οριζόταν στον βορρά από τον ποταμό Κάντερα και στη δύση και στον νότο από τον ποταμό Σαν Κουσμάνο— και χωριζόταν από ένα βαθύπεδο που φτάνει έως τα παράλια του Ιονίου. Οι έρευνες επιβεβαίωσαν ότι η ίδρυση της αποικίας πραγματοποιήθηκε σε ακατοίκητο έδαφος, ενώ οι παρακείμενοι λόφοι κατοικούνταν από Σικελούς. Η πόλη στηριζόταν ουσιαστικά στην αγροτική οικονομία, χαρακτηριστικό που αντανακλάται στο πρωτότυπο αρχαϊκό πολεοδομικό σχέδιο, το οποίο καθορίστηκε από τον διαμοιρασμό της χώρας. Στη βόρεια ζώνη του οροπεδίου αναδύονται τα ερείπια δύο συνοικιών τοποθετημένων στα ανατολικά και στα δυτικά της Αγοράς, ενταγμένων σε ένα αστικό δίκτυο οργανωμένο πάνω σε δύο δέσμες συγκλινουσών πλατειών (λεωφόρων) πλάτους 3 μ., με προσανατολισμό από βορρά προς νότο. Τα οικοδομικά τετράγωνα που καθορίζονταν με αυτό τον τρόπο είχαν πλάτος 25 μ., σταθερό δεδομένο που επιβεβαιώνεται από την αστική διαίρεση της δυτικότερης περιοχής και της νότιας ζώνης του οροπεδίου. Δύο μεγάλες αρτηρίες, με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά και με πλάτος 5 μ., έτεμναν πλαγίως τους άξονες βορρά-νότου.
Η καινούργια πόλη αντανακλούσε, στις πέντε συνοικίες του πολεοδομικού ιστού της, την προέλευση των ομάδων των αποίκων, οι οποίοι κατάγονταν από τους πέντε συνοικισμούς που αποτελούσαν τα Μέγαρα της Αττικής, κατά την περίοδο της αναχώρησής τους. O αστικός χώρος, όπως και η ύπαιθρος, καθορίστηκε με ακρίβεια από την αρχή της εγκατάστασης. H μελέτη των ερειπίων των κατοικιών, οι οποίες παρατάσσονταν στους άξονες που όριζαν τα σύνορα, μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε την τυπολογική εξέλιξή τους. Από το απλούστατο μονόχωρο της πρώτης εγκατάστασης (8ος αι. π.Χ.), η δομή της κατοικίας εμπλουτίζεται σταδιακά με χώρους, μέχρι να φτάσει στον οριστικό τύπο της αρχαϊκής πέτρινης οικίας, η οποία απαρτιζόταν από τρεις τετράγωνους χώρους, με πάτωμα από πατημένο χώμα, παρατεταγμένους και χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους, και με τη νότια πλευρά να βλέπει σε μια αυλή, Οι συνοικισμοί στα αρχαϊκά Υβλαία Μέγαρα δεν ήταν πυκνοκατοικημένοι, καθώς ανάμεσά τους υπήρχαν καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης' το ίδιο ίσχυε και στην πόλη, στις περιοχές που προορίζονταν για τα δημόσια, ιερά πολιτικά κτίρια.
Στο δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ καθορίστηκε η όψη της Αγοράς η οποία καταλάμβανε ένα χώρο σε σχήμα τραπεζίου στο κέντρο των συνοικιών που έχουν εως τώρα ανασκαφεί. Μια μακριά στοά στη βόρεια πλευρά οδηγούσε στην πλατεία μεσω μιας κιονοστοιχίας, ενώ μια άλλη μακριά στοά την καθιστούσε επιβλητικότερη στην ανατολική πλευρά. Στον νότιο τομέα της πλατείας, το έδαφος της οποίας ήταν από πατημένο χώμα, υπήρχαν δύο ναοί με προσανατολισμό από ανατολικά προς δυτικά, οι οποίοι ήταν εμφανώς τοποθετημένοι στη συμβολή δύο οδών στη νότια πλευρά. Ο μεγαλύτερος ναός, με επίμηκες σχήμα, διέθετε μεσαία εσωτερική κιονοστοιχία, ενώ ο μικρότερος, ο οποίος δεν διατηρείται σε καλή κατάσταση, ήταν ένας ναΐσκος εν παραστάσι. Το συγκρότημα αυτό, το οποίο χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., δεν τροποποιήθηκε σε όλη τη διάρκεια αρχαϊκής περιόδου. Στο δυτικό άκρο της Αγοράς βρίσκονταν τα σημαντικά ιερά και κοσμικά κτίρια της πόλης. Στο βορειοδυτικό άκρο ένας ναός, ο σηκός του οποίου ήταν χωρισμένος στη μέση, του δεύτερου μισού του 6ου αι. π.Χ., που έβλεπε προς την πλατεία ταυτοποιήθηκε με το ηρώο του οικιστή. Προχωρώντας από βορρά προς νότο, ένας ναός που βρίσκεται λίγο πίσω από τα όρια της Αγοράς χρονολογείται στα
τέλη του 7ου αι. πΧ. Στη συνέχεια βρισκόταν το πρυτανείο, το καλύτερα διατηρημένο κτίριο της περιοχής, που απαρτιζόταν απο τρεις χώρους με στοά στη βόρεια πλευρά, είχε πρόσοψη σε μια αυλή και χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ. Το σχέδιο του κέντρου της πόλης συμπληρώνεται από ένα μεγάλο σύνολο χώρων σε σχήμα τραπεζίου, του δεύτερου μισού του 7ου αι. π.Χ., η χρήση των οποίων παραμένει ακόμη άγνωστη. H καταστροφή της πόλης από τον τύραννο Γέλωνα το 483 π.Χ. είχε ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική εγκατάλειψη του αστικού κέντρου για περίπου ενάμιση αιώνα. Η αναγέννησή του κατά την ελληνιστική περίοδο εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής της ίδρυσης πόλεων από τον Τιμολέοντα. H καινούργια πόλη, που περιβαλλόταν από οχυρώσεις με πύργους και πύλες, χρησιμοποίησε ουσιαστικά την υποδομή της προϋπάρχουσας πόλης, αποκαθιστώντας το οδικό δίκτυο στον βορρά και στις περιοχές γύρω από την Αγορά, η οποία ανέκτησε τον ρόλο της, αν και σε περιορισμένο βαθμό. H βόρεια πλευρά παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη' πίσω από την καινούργια στοά, που ήταν τοποθετημένη στη βόρεια πλευρά, ανήγειραν έναν δωρικό ναό με ιωνικό αρχιτεκτονικό διάκοσμο, κτίριο που χρονολογείται στα πρώτα χρόνια της επανίδρυσης της πόλης από τον Τιμολέοντα. Τη νότια πλευρά της Αγοράς καταλάμβανε ένα συγκρότημα δημόσιων λουτρών, που χρονολογείται στο πρώτο του 3ου αι. πΧ., ενώ στα ανατολικά βρισκόταν ένα ιερό αποτελούμενο από έναν τετράγωνο χώρο που νότια έβλεπε σε μια αυλή, η οποία περιβαλλόταν από μικρά δωμάτια. Το συγκρότημα ήταν προσιτό απο τα βόρεια μέσω μιας εισόδου ανοιχτής στην Αγορά, περιστοιχισμένης από βωμους. Τέλος, η διάταξη συνοικιών με κατοικίες πήρε τη γεωμετρική και αυστηρή φυσιογνωμία της αρχαϊκής περιόδου. Οι ανασκαφές από τα ελληνιστικά Υβλαία Μέγαρα έφεραν στο φως, εκτός των άλλων, τα ερείπια ενός μεγάλου αριθμού κατοικιών, οι πιο αξιόλογες από τις οποίες χαρακτηρίζονται από την περίτεχνη τοποθέτησή τους γύρω από κιονοστοιχίες. Από μερικές κατοικίες διασώζονται τα πατώματα και άλλα λειτουργικά τμήματα, όπως δεξαμενές νερού και πήλινα δοχεία θαμμένα μέσα στο χώμα. H ιστορία της μεγαρικης αποικίας έλαβε οριστικά τέλος με την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους και την καταστροφή της, Tο 214 π.Χ.
Όμως, η επικράτεια των Υβλαίων Μεγάρων ήταν τόσο μικρή, ώστε σε διάστημα μικρότερο του ενός αιώνα αναγκάστηκαν να προχωρήσουν στην ίδρυση μιας άλλης αποικίας, του Σελινούντα, που έμελλε να έχει λαμπρό μέλλον. H περιοχή της αρχαίας πόλης, κοντά στη σημερινή Αουγκούστα, εκτεινόταν σε ένα οροπέδιο με θέα στη θάλασσα —το οποίο οριζόταν στον βορρά από τον ποταμό Κάντερα και στη δύση και στον νότο από τον ποταμό Σαν Κουσμάνο— και χωριζόταν από ένα βαθύπεδο που φτάνει έως τα παράλια του Ιονίου. Οι έρευνες επιβεβαίωσαν ότι η ίδρυση της αποικίας πραγματοποιήθηκε σε ακατοίκητο έδαφος, ενώ οι παρακείμενοι λόφοι κατοικούνταν από Σικελούς. Η πόλη στηριζόταν ουσιαστικά στην αγροτική οικονομία, χαρακτηριστικό που αντανακλάται στο πρωτότυπο αρχαϊκό πολεοδομικό σχέδιο, το οποίο καθορίστηκε από τον διαμοιρασμό της χώρας. Στη βόρεια ζώνη του οροπεδίου αναδύονται τα ερείπια δύο συνοικιών τοποθετημένων στα ανατολικά και στα δυτικά της Αγοράς, ενταγμένων σε ένα αστικό δίκτυο οργανωμένο πάνω σε δύο δέσμες συγκλινουσών πλατειών (λεωφόρων) πλάτους 3 μ., με προσανατολισμό από βορρά προς νότο. Τα οικοδομικά τετράγωνα που καθορίζονταν με αυτό τον τρόπο είχαν πλάτος 25 μ., σταθερό δεδομένο που επιβεβαιώνεται από την αστική διαίρεση της δυτικότερης περιοχής και της νότιας ζώνης του οροπεδίου. Δύο μεγάλες αρτηρίες, με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά και με πλάτος 5 μ., έτεμναν πλαγίως τους άξονες βορρά-νότου.
Η καινούργια πόλη αντανακλούσε, στις πέντε συνοικίες του πολεοδομικού ιστού της, την προέλευση των ομάδων των αποίκων, οι οποίοι κατάγονταν από τους πέντε συνοικισμούς που αποτελούσαν τα Μέγαρα της Αττικής, κατά την περίοδο της αναχώρησής τους. O αστικός χώρος, όπως και η ύπαιθρος, καθορίστηκε με ακρίβεια από την αρχή της εγκατάστασης. H μελέτη των ερειπίων των κατοικιών, οι οποίες παρατάσσονταν στους άξονες που όριζαν τα σύνορα, μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε την τυπολογική εξέλιξή τους. Από το απλούστατο μονόχωρο της πρώτης εγκατάστασης (8ος αι. π.Χ.), η δομή της κατοικίας εμπλουτίζεται σταδιακά με χώρους, μέχρι να φτάσει στον οριστικό τύπο της αρχαϊκής πέτρινης οικίας, η οποία απαρτιζόταν από τρεις τετράγωνους χώρους, με πάτωμα από πατημένο χώμα, παρατεταγμένους και χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους, και με τη νότια πλευρά να βλέπει σε μια αυλή, Οι συνοικισμοί στα αρχαϊκά Υβλαία Μέγαρα δεν ήταν πυκνοκατοικημένοι, καθώς ανάμεσά τους υπήρχαν καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης' το ίδιο ίσχυε και στην πόλη, στις περιοχές που προορίζονταν για τα δημόσια, ιερά πολιτικά κτίρια.
Στο δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ καθορίστηκε η όψη της Αγοράς η οποία καταλάμβανε ένα χώρο σε σχήμα τραπεζίου στο κέντρο των συνοικιών που έχουν εως τώρα ανασκαφεί. Μια μακριά στοά στη βόρεια πλευρά οδηγούσε στην πλατεία μεσω μιας κιονοστοιχίας, ενώ μια άλλη μακριά στοά την καθιστούσε επιβλητικότερη στην ανατολική πλευρά. Στον νότιο τομέα της πλατείας, το έδαφος της οποίας ήταν από πατημένο χώμα, υπήρχαν δύο ναοί με προσανατολισμό από ανατολικά προς δυτικά, οι οποίοι ήταν εμφανώς τοποθετημένοι στη συμβολή δύο οδών στη νότια πλευρά. Ο μεγαλύτερος ναός, με επίμηκες σχήμα, διέθετε μεσαία εσωτερική κιονοστοιχία, ενώ ο μικρότερος, ο οποίος δεν διατηρείται σε καλή κατάσταση, ήταν ένας ναΐσκος εν παραστάσι. Το συγκρότημα αυτό, το οποίο χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., δεν τροποποιήθηκε σε όλη τη διάρκεια αρχαϊκής περιόδου. Στο δυτικό άκρο της Αγοράς βρίσκονταν τα σημαντικά ιερά και κοσμικά κτίρια της πόλης. Στο βορειοδυτικό άκρο ένας ναός, ο σηκός του οποίου ήταν χωρισμένος στη μέση, του δεύτερου μισού του 6ου αι. π.Χ., που έβλεπε προς την πλατεία ταυτοποιήθηκε με το ηρώο του οικιστή. Προχωρώντας από βορρά προς νότο, ένας ναός που βρίσκεται λίγο πίσω από τα όρια της Αγοράς χρονολογείται στα
τέλη του 7ου αι. πΧ. Στη συνέχεια βρισκόταν το πρυτανείο, το καλύτερα διατηρημένο κτίριο της περιοχής, που απαρτιζόταν απο τρεις χώρους με στοά στη βόρεια πλευρά, είχε πρόσοψη σε μια αυλή και χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ. Το σχέδιο του κέντρου της πόλης συμπληρώνεται από ένα μεγάλο σύνολο χώρων σε σχήμα τραπεζίου, του δεύτερου μισού του 7ου αι. π.Χ., η χρήση των οποίων παραμένει ακόμη άγνωστη. H καταστροφή της πόλης από τον τύραννο Γέλωνα το 483 π.Χ. είχε ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική εγκατάλειψη του αστικού κέντρου για περίπου ενάμιση αιώνα. Η αναγέννησή του κατά την ελληνιστική περίοδο εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής της ίδρυσης πόλεων από τον Τιμολέοντα. H καινούργια πόλη, που περιβαλλόταν από οχυρώσεις με πύργους και πύλες, χρησιμοποίησε ουσιαστικά την υποδομή της προϋπάρχουσας πόλης, αποκαθιστώντας το οδικό δίκτυο στον βορρά και στις περιοχές γύρω από την Αγορά, η οποία ανέκτησε τον ρόλο της, αν και σε περιορισμένο βαθμό. H βόρεια πλευρά παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη' πίσω από την καινούργια στοά, που ήταν τοποθετημένη στη βόρεια πλευρά, ανήγειραν έναν δωρικό ναό με ιωνικό αρχιτεκτονικό διάκοσμο, κτίριο που χρονολογείται στα πρώτα χρόνια της επανίδρυσης της πόλης από τον Τιμολέοντα. Τη νότια πλευρά της Αγοράς καταλάμβανε ένα συγκρότημα δημόσιων λουτρών, που χρονολογείται στο πρώτο του 3ου αι. πΧ., ενώ στα ανατολικά βρισκόταν ένα ιερό αποτελούμενο από έναν τετράγωνο χώρο που νότια έβλεπε σε μια αυλή, η οποία περιβαλλόταν από μικρά δωμάτια. Το συγκρότημα ήταν προσιτό απο τα βόρεια μέσω μιας εισόδου ανοιχτής στην Αγορά, περιστοιχισμένης από βωμους. Τέλος, η διάταξη συνοικιών με κατοικίες πήρε τη γεωμετρική και αυστηρή φυσιογνωμία της αρχαϊκής περιόδου. Οι ανασκαφές από τα ελληνιστικά Υβλαία Μέγαρα έφεραν στο φως, εκτός των άλλων, τα ερείπια ενός μεγάλου αριθμού κατοικιών, οι πιο αξιόλογες από τις οποίες χαρακτηρίζονται από την περίτεχνη τοποθέτησή τους γύρω από κιονοστοιχίες. Από μερικές κατοικίες διασώζονται τα πατώματα και άλλα λειτουργικά τμήματα, όπως δεξαμενές νερού και πήλινα δοχεία θαμμένα μέσα στο χώμα. H ιστορία της μεγαρικης αποικίας έλαβε οριστικά τέλος με την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους και την καταστροφή της, Tο 214 π.Χ.
Πηγή: Εκδ. ΔΟΜΗ, τ. 21
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

