Κυριακή, Νοεμβρίου 27, 2022

Οι Επιδρομές κατά της Μακεδονίας

Οι Μακεδόνες από τα μυθικά χρόνια μέχρι την κατάκτησή τοις από τους Ρωμαίους (146 π.Χ.) παρέμειναν προσηλωμένοι στα ιστορικά πεπρωμένα του Ελληνισμού. Η Μακεδονία αποτέλεσε το προπύργιο άμυνας της ελληνικής φυλής στο Βορρά. Ο ιστορικός Πολύβιος περιγράφει την ιστορική αποστολή των Μακεδόνων : «ποίαν καί πόσον μεγάλην πρέπει να λάβουν οι Μακεδόνες, οι οποίοι το μεγαλύτερον διάστημα της ζωής των δεν παύουν να πολεμούν προς τους βαρβάρους διά την ασφάλειαν των Ελλήνων» Προστάτευσαν την Ελλάδα από τα διάφορα Ιλλυρικά φύλα. Επικεφαλής όλων των Ελλήνων, κατατρόπωσαν τους Πέρσες, προαιώνιο εχθρό του ελληνισμού και μετέφεραν τον ελληνικό πολιτισμό και τη γλώσα στις χώρες της Ανατολής. Πάντα απέκρουσαν τους επιδρομείς της Ελλάδας από οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν έρχονταν αυτοί.

Επιδρομείς ήταν και οι Ρωμαίοι, οι οποίοι επωφελήθηκαν από τις έριδες ανάμεσα στους Έλληνες και κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν όχι μόνο στην Ελλάδα και τη Βαλκανική, αλλά και σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο. Η Μακεδονία παρέμεινε στην κυριαρχία των Ρωμαίων μέχρι τη δημιουργία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (395 μ.Χ.) χωρίς ποτέ να χάσει ίχνος από τον ελληνικό χαρακτήρα της. Ο Στράβων σε περιοδεία του στη Βαλκανική, όταν αυτή βρισκόταν ακόμη υπό τη ρωμαϊκή κυριαρχία, συνάντησε την ελληνική φυλή μέχρι τα Σκόπια και τα Βελεσσά κι ελληνικούς συνοικισμούς πέρα από την οροσειρά του Αίμου, στην κοιλάδα του Δούναβη. Έτσι, διατύπωσε το συμπέρασμα στα «Γεωγραφικά» του : «Είναι λοιπόν, Ελλάδα κι η Μακεδονία». Ο ιστορικός G.F. Hertzberg (Χέρτσμπεργκ) αναφέρει ότι «από τις δύο διοικήσεις της επαρχίας του Ιλλυρικού, της Μακεδονίας και της Δακίας, η μεγάλη διοίκηση της Μακεδονίας περιλάμβανε για αιώνες και τον ευρωπαϊκό ελληνισμό» . Κι αυτό γιατί οι έξι επαρχίες της, η Μακεδονία από το Σκάρδο ή το Δούναβη, ήταν και παρέμειναν με εξαίρεση τη Νέα Ήπειρο, κυρίως η αληθινή χώρα του Ευρωπαϊκού Ελληνισμού και μάλιστα με όλες τις παλαιότερες και νεώτερες ελληνικές φυλές.

Στις μεγάλες μετακινήσεις των λαών της Ευρώπης οι οποίες άρχισαν το 216 μ.Χ. και συνεχίστηκαν για περισσότερα από 1.200 χρόνια, η Μακεδονία ως επαρχία της νέας Αυτοκρατορίας του Βυζαντίου δέχτηκε άπειρες επιδρομές. Οι επιδρομείς, άλλοτε με τη βία κι άλλοτε ειρηνικά στην υπηρεσία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εγκαταστάθηκαν προσωρινά, ή πέρασαν από τα εδάφη της. Γότθοι, Ούνοι, Άβαροι, Γέτες, Γεπίδες, Σλάβοι, Βούλγαροι, Πετσενέγκοι, Κομάνοι, Σέρβοι, Τούρκοι κ.ά., απασχόλησαν κατά καιρούς την ιστορία της. Από όλους αυτούς όμως, μόνο οι Σλάβοι, οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι και οι Τούρκοι, διεκδίκησαν μονιμότερη εγκατάσταση στη Μακεδονία.

Στη διάρκεια του 6ου αιώνα μ.Χ., οι Σλάβοι ήταν κυρίως κτηνοτρόφοι, οργανωμένοι σε πατριαρχίες, και τους χρησιμοποιούσαν οι Γεπίδες, οι Άβαροι και οι Ούνοι σε βοηθητικές υπηρεσίες στους στρατούς τους. Με την ιδιότητά τους αυτή, ακολουθώντας δηλαδή τους πολεμικότερους λαούς πέτυχαν την είσοδό τους στη Μακεδονία και μέχρι τον 8ο αιώνα, με βραδείς ρυθμούς, έφτασαν στην Πελοπόννησο. Η διείσδυση όμως αυτή δεν ήταν σημαντική κι επειδή δεν αποτελούσαν πολυάριθμη φυλή εγκαταστάθηκαν στα ορεινά μέρη, μακριά από κατοικημένους τόπους.

Την ίδια περίπου εποχή, οι Βούλγαροι, οι οποίοι στην καταγωγή δεν ήταν Σλάβοι αλλά Ασιάτες, κατέβηκαν από την περιοχή βόρεια του Δούναβη και το 679, o Κωνσταντίνος Δ' Τους αναγνώρισε ως αυτόνομους υποτελείς στην περιοχή που κατέλαβαν, απέναντι σε μερικές στρατιωτικές υπηρεσίες. Οι Βούλγαροι, όταν κατέβηκαν νότια από το Δούναβη, βρήκαν στη χώρα αυτή Έλληνες ιθαγενείς, εκλατινισμένες Θρακοϊλλυρικές φυλές και Σλάβους. οι τελευταίοι δεν ήταν περισσότεροι από τους Έλληνες και τους εκλατινισμένους Θρακοϊλλυριείς, ξεπερνούσαν όμως σε αριθμό τους Βουλγάρους. Έτσι, οι Σλάβοι, σε διάστημα 150 περίπου ετών πέτυχαν να εκσλαβίσουν γλωσσικά όχι μόνο τους υποτελείς Έλληνες που υπήρχαν εκεί, αλλά και τους ίδιους τους άρχοντες της χώρας Βουλγάρους. Το γεγονός αυτό αποτελεί την πρώτη απόδειξη για το πόσο εύκολα μεταδίδεται η σλαβική γλώσσα, τόσο στους υπηκόους όσο και στους άρχοντες.

Οι Βούλγαροι, μετά τον εκσλαβισμό τους, στις αρχές του 9ου αιώνα, με ηγεμόνα τον Κρούμο (802-814 μ.Χ.), άρχισαν να κατεβαίνουν νότια από τον Αίμο και να επιτίθενται στο Βυζάντιο. Αργότερα, με ηγεμόνα το Συμεών (893-927 μ.Χ.) οι Βούλγαροι άρχισαν να εισέρχονται στη Μακεδονία και προχώρησαν ανατολικά μέχρι τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν ότι η Βουλγαρία του Συμεών εκτεινόταν μέχρι τον Όλυμπο και τα Ιωάννινα, αυτό όμως δεν έχει αποδειχτεί ιστορικά. Ο Συμεών, «Τσάρος των Βουλγάρων και των Γραικών», όπως ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του, μόνο επιδρομές και λεηλασίες πραγματοποίησε κατά της Μακεδονίας, ενώ τα σύνορα του κράτους προς το Βυζάντιο δεν μεταβλήθηκαν. Η μόνη θετική εδαφική επέκταση γινόταν προς τη Σερβία.

Μετά το θάνατο του Συμεών, ο γιός του Πέτρος σύναψε ειρήνη με το Βυζάντιο και παντρεύτηκε την Ελληνίδα πριγκίπισσα Μαρία, εγγονή του Αυτοκράτορα Ρωμανού Λεκαπηνού. Το 971, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής κατέλαβε τη Βουλγαρία. Το 977 0 Σαμουήλ (977-1014 μ.Χ.) αναδιοργάνωσε το Βουλγαρικό κράτος, την εποχή που ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Βασίλειος Β' ο Βουλγαροκτόνος ήταν απασχολημένος με εμφύλιους αγώνες στη Μικρά Ασία. Ο Σαμουήλ επωφελήθηκε από το γεγονός αυτό, πέτυχε να καταλάβει τη Μακεδονία να κατέβει μέχρι τη Θεσσαλία και να κυριεύσει τη Λάρισα, το Δυρράχιο και τη Βέροια. Το 996 μετέφερε την πρωτεύουσά του στην Πρέσπα. Όταν επέστρεφε με το στρατό του από την Πελοπόννησο, όπου είχε μεταβεί για λεηλασίες στην Πρέσπα, ελληνικές δυνάμεις από τη Θεσσαλονίκη με το Στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό τον αιφνιδίασαν κοντά στο Σπερχειό ποταμό και τον κατανίκησαν. Ο ίδιος ο Σαμουήλ κατόρθωσε να διασωθεί και να αναδιοργανώσει το στρατό του, ενώ μετέφερε και πάλι την έδρα του στην Αχρίδα, το 1000. Ο Αυτοκράτορας Βασίλειος, επιδίωκε την πλήρη εξόντωση των Βουλγάρων και τελικά το 1014, στη στενωπό Κλειδί, ο Έλληνας Στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας πέτυχε να καταστρέψει ολόκληρο το στρατό του Σαμουήλ. Ο Σαμουήλ πέθανε μόλις πληροφορήθηκε τη συμφορά (6 Οκτωβρίου 1014). Όμως το βουλγαρικό κράτος της Αχρίδας κατόρθωσε να επιζήσει για τέσσερα ακόμη χρόνια μέχρι το 1018, οπότε με τη συνθήκη που υπογράφηκε, εντάχτηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Από την εποχή αυτή και μέχρι το 1185, η Βουλγαρία αποτελούσε Βυζαντινή Επαρχία και τα σύνορα της αυτοκρατορίας επεκτάθηκαν μέχρι το Βελιγράδι και τη Δαλματία. Οι Βούλγαροι αναμίχθηκαν με τα σλαβικά φύλλα και το όνομά τους υπονοούσε όλους τους λαούς που μιλούσαν τη σλαβική γλώσσα. Οι διωγμοί σταμάτησαν και η βυζαντινή διοίκηση εγκαταστάθηκε πάλι. Οι Έλληνες άρχισαν να επικρατούν όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στην ύπαιθρο. Άλλωστε, είναι βέβαιο, ότι οι εγκαταστημένοι στη Μακεδονία Σλάβοι, ποτέ δεν εκτόπισαν αποφασιστικά τον αρχικό πληθυσμό. Σ' αυτό συντέλεσαν και τα μέτρα του Βασιλείου Β' για τη Μακεδονία. Ο ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς γράφει: «Όμως μετά πάροδον ετών ο βασιλεύς Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος κατόπιν μαχών πολλών συνέτριψε τέλος και υπεδούλωσε τούτους (τους Βουλγάρους). Και από μεν την χώραν εξόρισε τους εναπομείναντας είς την κάτω Μοισίαν πλησίον του Ίστρου και το όνομα (Βουλγαρία), ως άλλον τι μνημείον δι' εκείνους έχει εναπομείνει είς την αρχιεπισκοπήν (της Αχρίδος)».

Το 1185 εποχή κατά την οποία η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν απασχολημένη με τους Νορμανδούς και τις Σταυροφορίες, η Βουλγαρία έγινε και πάλι ανεξάρτητη με τους αδελφούς Ασάν και Πέτρο. Αυτοαποκαλούνταν Βλάχοι, κατάγονταν όμως από τους Κουμάνους, οι οποίοι πριν από αρκετά χρόνια είχαν καταπλημμυρίσει τη Βουλγαρία. Οι δύο αδελφοί δολοφονήθηκαν και τη θέση τους κατέλαβε ο μικρότερος αδελφός τους Ιωάννης ή Σκυλοϊωάννης, ο οποίος επέκτεινε το κράτος του από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι το Στρυμόνα και τον Άνω Αξιό. Συμπεριλαμβάνονταν το Κιουστενήλ και τα Σκόπια. Αναγνωρίστηκε ως Τσάρος των Βουλγάρων και των Βλάχων, και το 1207, πολιόρκησε τη Θεσσαλονίκη, την οποία όμως ποτέ δεν κατέλαβαν Βούλγαροι ή Σλάβοι. Μπροστά στην πόλη σκοτώθηκε.

Στη συνέχεια, το κράτος του διχάστηκε και διαμοιράστηκε ανάμεσα στους Λατίνους της Θεσσαλονίκης και στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Αργότερα, ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Δούκας Άγγελος Κομνηνός επέκτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Αδριανούπολη, το 1230 όμως, τον νίκησε o Τσάρος Ασάν ο Β', κοντά στον ποταμό Έβρο.

Οι Βούλγαροι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι ο Ασάν ο B' περιλάμβανε στο κράτος του την Ήπειρο και τη Μακεδονία. O Ακροπολίτης όμως, το διαψεύδει και γράφει με σαφήνεια στην ιστορία του : «και άπ' αυτού του χρόνου ο Άγγελος Μανουήλ ήτο κύριος των υπολοίπων και περιοχών και πόλεων των ευρισκομένων πρός τα δυτικά μέρη, δίχως να ενοχλήται γενικώς υπό των Βουλγάρων, όσον ήτο νυμφευμένος με την έκ παλλακίδος θυγατέρα του Ασάν». Ο Άγγελος Μανουήλ ήταν αδελφός του Θεόδωρου και εξουσίαζε ολόκληρη τη χώρα δυτικά του Αξιού.

Το 1246, o Αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Βατάτζης κατέλαβε όλες τις μακεδονικές επαρχίες από την Αδριανούπολη μέχρι τον Αξιό. Το 1252, επέκτεινε την κυριαρχία του πέρα από τον ποταμό, στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Το έργο συμπλήρωσε ο διάδοχός του Θεόδωρος B' Λάσκαρις, ο οποίος κατανίκησε τους επαναστατημένους Βουλγάρους κι από το 1256 οι Βούλγαροι έπαψαν να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη Μακεδονία.

Τις νέες περιπέτειες της Μακεδονίας προκάλεσαν οι Σέρβοι, σλαβική φυλή που παρουσιάστηκε τον 9ο αιώνα. Η εχθρική δράση τους κατά της Μακεδονίας άρχισε με τον ηγεμόνα τους Στέφανο Νεμάνια (1151-1195 μ.Χ.) εναντίον του οποίου διεξήγαγε μακροχρόνιους αγώνες ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός. Μετά την κατάλυση του Βουλγαρικού κράτους του Σαμουήλ και πριν το Νεμάνια, οι Σέρβοι βρίσκονταν στην κυριαρχία του Βυζαντίου. Την περίοδο της βασιλείας του Κράλη Στέφανου Δουσάν (1331-1355 μ.Χ.) κυριάρχησαν στη Μακεδονία, εκτός από τα παράλιά της και στη Θεσσαλονίκη.

Το 1345 κατέλαβαν την Αχρίδα, το Πρίλαπο (Περλεπέ), την Έδεσσα και τις Σέρρες. Το 1342 κατέλαβαν τη Στρώμνιτσα και τα Ιωάννινα και το 1349 τη Θεσσαλία. Το 1346 ο Δουσάν ανακηρύχτηκε «Τσάρος των Σέρβων και Γραικών» αναγνώρισε όμως πολλά ελληνικά προνόμια στη Μακεδονία. Στα χρυσόβουλλα του, χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα και γενικά τήρησε φιλική στάση προς τους Έλληνες. Μετά το θάνατό του, το κράτος του διασπάστηκε ανάμεσα στο διάδοχό του Στέφανο Ούρος (Ούρεση) και τον ετεροθαλή αδελφό του Συμεών Ούρος, o οποίος εγκατέστησε την πρωτεύουσά του στα Τρίκαλα και κυβέρνησε την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Νότιο Μακεδονία ως Έλληνας ηγεμόνας. Το παράδειγμά του ακολούθησαν κι άλλοι Σέρβοι άρχοντες όπως ο Ιωάννης Ουγκλιέσης στην Ανατολική Μακεδονία, από το 1366.

Οι Οθωμανοί Τούρκοι πέρασαν τον Ελλήσποντο το 1360, ενώ τη Μακεδονία κατείχαν ακόμη φεουδάρχες Σέρβοι άρχοντες. Την επόμενη χρονιά κατέλαβαν το Διδυμότειχο και την Αδριανούπολη την οποία το 1365 ο Σουλτάνος Μουράτ Α' έκανε πρωτεύουσά του. Το 1363 οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Φιλιππούπολη και τις Σέρρες και το 1371 κατανίκησαν τις Σερβοελληνικές δυνάμεις κοντά στο Ορμένιο (Τσίρμεν) του Έβρου. Με τις επιτυχίες τους αυτές ουσιαστικά άνοιξαν το δρόμο για την κατάληψη της Μακεδονίας και το 1389 μετά τη συντριβή των Σέρβων στο Κοσσυφοπέδιο η Μακεδονία παρέμεινε στους Τούρκους. Ο Μουράτ Β' κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη από τους Βενετούς το 1430 τελευταία από τις ελληνικές πόλεις της Μακεδονίας.


Πηγή κειμένου: ΤΟ ΒΗΜΑ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, Α' ΜΕΡΟΣ, ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ 

Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2022

Όθων Α'

Φωτογραφία του βασιλέως
Όθωνος και της βασιλίσσης Αμαλίας
από το Atelier Albert του Μονάχου (1867).


Ο Όθων Α' (Φρειδερίκος - Λουδοβίκος) υπήρξε o πρώτος βασιλεύς της Ελλάδος (1863-1862). Γεννημένος στο Σάλτσμπουργκ το 1815, ήταν δευτερότοκος γιος του Βαυαρού βασιλέως Λουδοβίκου A' (της δυναστείας των Βίττελμπαχ) και της Θηρεσίας, κόρης του δούκα του Σαξ Άλτενμπουργκ. Ηγεμόνας εμφορούμενος από τις αντιλήψεις της «ελέω Θεού μοναρχίας», και ασκώντας ουσιαστικά την εξουσία, επέδρασε σημαντικά στη διαμόρφωση της εθνικής και πολιτικής ταυτότητας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. H εκπαίδευσή του υπήρξε εξαιρετικά επιμελημένη και ανάμεσα στους δασκάλους του περιλαμβάνονταν ονομαστοί σοφοί της εποχής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε για τα κλασικά γράμματα.

H επιλογή του Όθωνος για τον ελληνικό θρόνο αποφασίστηκε από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις τον Φεβρουάριο 1831 (Πρωτόκολλο του Λονδίνου), κυρώθηκε τον Μάιο (Συνθήκη Λονδίνου μεταξύ Μεγάλων Δυνάμεων και Βαυαρίας) και επισημοποιήθηκε στην Ελλάδα τον Αύγουστο, με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης της Πρόνοιας. Ακολούθησε επίσκεψη τριμελούς ελληνικής αντιπροσωπείας στο Μόναχο, που προσέφερε και τυπικά το Στέμμα στον 17ετή τότε Όθωνα, o οποίος και το αποδέχθηκε. Η όλη διαδικασία συμπληρώθηκε με τη συγκρότηση Συμβουλίου Αντιβασιλείας από τον Λουδοβίκο Α ', καθώς και τον σχημαπσμό βαυαρικού στρατιωτικού σώματος 3800 ανδρών περίπου, προορισμένων να τον ακολουθήσουν στην Ελλάδα.

Ο Όθων αναχώρησε από τη Βαυαρία στα τέλη Νοεμβρίου 1832 και έφτασε στο λιμάνι του Ναυπλίου τη 18η Ιανουαρίου 1833, με την αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη». Η επίσημη επιβίβασή του την 25η Ιανουαρίου χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από τον συγκεντρωμένο λαό. Η τριακονταετής βασιλεία του Όθωνος διαιρείται σε τρεις περιόδους: της Αντιβασιλείας (1832-1835), της Απόλυτης Μοναρχίας (1835-1843) και της Συνταγματικής Μοναρχίας (1843-1862).

Ειδικότερα, η Αντιβασιλεία (με πρόεδρό της και ουσιαστικό κυβερνήτη τον προσκείμενο στους Άγγλους Λουδοβίκο Άρμανσμπεργκ) έδρασε βάσει οδηγιών του Λουδοβίκου A' της Βαυαρίας, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή του Όθωνος. Στα έργα της περιλαμβάνεται η εισαγωγή ενιαίου νομικού καθεστώτος σε όλη τη χώρα, η συγκεντρωτική δόμηση της Διοίκησης, η ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Ελληνικής Εκκλησίας, η οργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης, η μετάθεση της πρωτευούσης από το Ναύπλιο στην Αθήνα (Δεκέμβριος 1834) και πολλά άλλα. Το καθεστώς αυτό λειτούργησε γενικά ως ξένη υπηρεσία (αποκλήθηκε Βαυαροκρατία), συμπεριφέρθηκε με περιφρόνηση προς τη γηγενή πολιτικοστρατιωτική ηγεσία (καταδίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα το 1834) και συγκέντρωσε εναντίον του τα πυρά τόσο των πολιτικών δυνάμεων όσο και των υπερσυντηρητικών στρωμάτων.

Το καθεστώς της Αντιβασιλείας έληξε με την ενηλικίωση του Όθωνος (20 Μαΐου 1835). Ανέλαβε τότε την εξουσία ως απόλυτος μονάρχης, με αρχιγραμματέα τον Λουδοβίκο Άρμανσμπεργκ και από τον Ιούλιο και πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου. Όμως n εξέλιξη αυτή, παρά τις γενικές προσδοκίες, δεν επέφερε ουσιώδεις αλλαγές στο όλο σύστημα διακυβέρνησης και διεθνών σχέσεων του βασιλείου, με συνέπεια να προκληθούν οι πρώτοι σπινθήρες αντιδυναστικών κινήσεων. Τον χειμώνα του 1835 επισκέφθηκε την Αθήνα o πατέρας του Όθωνος, o Λουδοβίκος A'. Με δική του προτροπή πραγματοποιήθηκε ο αιφνιδιαστικός γάμος του μονάρχη της Ελλάδος με την Αμαλία (Νοέμβριο 1836) και n αντικατάσταση του αγγλόφιλου Άρμανσμπεργκ με τον νομομαθή Ιγνάτιο φον Ρούντχαρτ στο αξίωμα του αρχιγραμματέα της Επικράτειας.

Οι Άγγλοι, χολωμένοι την αποδυνάμωση της ισχύος τους στην Ελλάδα, ξεκίνησαν με τον πρεσβευτή τους Λάυονς έναν ολομέτωπο αγώνα φθοράς του ελληνικού θρόνου και ενίσχυσαν προκλητικά τις αντιπολιτευτικές κινήσεις στη χώρα, με κύριο αίτημα την παραχώρηση Συντάγματος.

Ο Βασιλιάς Όθων ποζάρει ντυμένος
 με την ελληνική εθνική ενδυμασία (1863).
 Φωτογραφία Joseph Albert , Μόναχο.
Κατά την αμέσως επόμενη διετία o Όθων προσπάθησε -αρκετά αδέξια- να εξισορροπήσει τις ξένες επιρροές στην Ελλάδα και να εξομαλύνει τις σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ωστόσο, οι σχετικές συμφωνίες με την Πύλη δεν υλοποιήθηκαν. Το γεγονός αυτό προκάλεσε νέες, φθορσποιές για το βασιλικό κύρος, αντιπολιτευτικές κινήσεις και διεθνείς αντιδράσεις. Η αποτυχημένη εξάλλου «επανάσταση των Χαιρετών» στην Κρήτη το 1841, που υποκινήθηκε από τον ίδιο TOV Όθωνα, όξυνε περαιτέρω τις ελληνοοθωμανικές αλλά και τις ελληνοβρετανικές σχέσεις.

Στα 1841-1843 το αίτημα για παραχώρηση Συντάγματος παρουσιάστηκε οξύτερο, συσπειρώνοντας αρκετά ετερόκλητες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. H πολιτική κρίση κορυφώθηκε με την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που πειθανάγκασε τον Όθωνα να τερματίσει το καθεστώς απόλυτης μοναρχίας. Ακολούθησε η σύγκληση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης, που εξέδωσε το πρώτο ελληνικό Σύνταγμα το 1844, το οποίο παραχωρούσε σημαντικές αρμοδιότητες στον βασιλέα. Με την εξέλιξη αυτή εγκαινιάστηκε η τρίτη και ουσιωδέστερη περίοδος της μοναρχίας του Όθωνος.

Με τις εκλογές του 1844, την πρωθυπουργία ανέλαβε ο προσκείμενος στη γαλλική πολιτική Ιωάννης Κωλέττης. O Ηπειρώτης πολιτικός ήταν εξ εκείνων που γέννησαν και καλλιέργησαν τη Μεγάλη Ιδέα, επηρεάζοντας καθοριστικά τον βασιλέα. Πολλές επιλογές οδήγησαν στην ανατρσπή των διεθνών ισορροπιών και τη στάση ξένων δυνάμεων προς την Ελλάδα, ενώ ο Ι. Κωλέττης κατέστησε τον εαυτό του στόχο της αγγλικής, αλλά και της ρωσικής πολιτικής.

Οι αντανακλάσεις ήταν άμεσες στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις. Κατέληξαν σε οδυνηρές εξωτερικές περιπλοκές, όπως τα «Μουσουρικά» (1847) τα «Πατσιφικά» (1849). Ουσιαστικότατες υπήρξαν οι εξελίξεις των ετών 1850-1853, οπότε ο Όθων εμφανίστηκε ως φιλικά προσκείμενος προς τη Ρωσία και εξ αντικειμένου πολέμιος αγγλικών και των γαλλικών συμφερόντων στην Ανατολή. Με πρωτοβουλία του υποκινήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση επαναστάσεις των αλύτρωτων στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία και την Ήπειρο.

H στάση του αυτή προκάλεσε την αντίδραση των δύο μεγάλων δυτικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853 - 1856) και την εγκατάσταση καθεστώτος αγγλογαλλικής κατοχής στη χώρα (1854-1857). O Όθων, αρνούμενος να πειθαρχήσει στις πιέσεις των Αγγλογάλλων, κέρδισε με την εθνικά αξιοπρεπή στάση του τη γενική συμπάθεια. Έτσι το 1858 γιορτάστηκε με μεγάλη λαμπρότητα n εικοσιπενταετία της βασιλείας του.

Το επίτευγμα όμως αυτό του Όθωνος αποδείχθηκε προσωρινό. Πολιτικά άπειρος και αγαθών διαθέσεων, δεν μπόρεσε να εναρμονιστεί με τον ρόλο του συνταγματικού μονάρχη. Συναίνεσε λήψη μέτρων που δεν τιμούσαν τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και συνέχισε τις ατυχείς παρεμβάσεις του σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Ουσιαστικά, υπονόμευε τον θρόνο του συνέβαλε σε εσωτερικές περιπέτειες, όπως οι ταραχές οι αποκαλούμενες «Σκιαδικά» το 1859. Επιθυμώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα, έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον λαοφιλή πυρπολητή Κωνσταντίνο Κανάρη. Αρνήθηκε, όμως, o Όθων να αποδεχθεί τους όρους που έθετε o γηραιός αγωνιστής, οπότε ανακάλεσε την εντολή, ανοίγοντας την οδό για τις επαναστατικές εξελίξεις που ακολούθησαν («Ναυπλιακά», «Κυθνιακά», 1862).

Η νέα κυβέρνηση του Γ. Κολοκοτρώνη επιχείρησε να εκτονώσει την κατάσταση, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τον Οκτώβριο 1862 ενώ το βασιλικό ζεύγος περιόδευε, ξέσπασε η αντιοθωνική επανάσταση στη Βόνιτσα και διαδόθηκε αστραπιαία στην Αθήνα. Η κυβέρνηση Γ. Κολοκοτρώνη κατέρρευσε και το νέο καθεστώς, με επικεφαλής τον Δ. Βούλγαρη, προχώρησε στην άμεση κατάργηση της μοναρχίας του Όθωνος και, μετά την εσπευσμένη άφιξη του τελευταίου στον Πειραιά, εμπόδισε την αποβίβασή του. O μονάρχης επιβιβάστηκε στο βρετανικό Πλοίο «Σκύλλα» και εγκατέλειψε για πάντα την Ελλάδα.

Απεβίωσε στη Βαμβέργη σε ηλικία 52 ετών, το 1867, και ενταφιάστηκε, φορώντας την παραδοσιακή ελληνική φουστανέλα, στο Μόναχο.



Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, "ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ