Σάββατο, Δεκεμβρίου 27, 2025

ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΠΑΥΛΟΥ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ. 7 ΣΦΑΙΡΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η πορεία του νεαρού από τα Βελωτά Ευρυτανίας στην πανεπιστημιακή έδρα του Μονάχου. Ο πόλεμός του με τη Χούντα και η εκπομπή από την «Ντόιτσε Βέλε». Ο «προαναγγελθείς φόνος» στην οδό Ομήρου. Ο εμπνευστής της ιδέας της εθνικής συμφιλίωσης θύμα της οξύτατης πόλωσης του 1989. Η στάση της Αριστεράς εναντίον του φαινομένου της τρομοκρατίας. Πώς κατέγραψε και έκρινε τα γεγονότα και τα κίνητρα ο Τύπος της εποχής και η ιδέα του «ιστορικού συμβιβασμού» αλά ελληνικά.

Νωρίς το πρωί της Τρίτης 26 Σεπτεμβρίου 1989, ο Παύλος Μπακογιάννης, εν ενεργεία βουλευτής της Ν.Δ. και εξέχων δημοσιογράφος, έπεφτε νεκρός στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου στεγαζόταν το γραφείο του (οδός Ομήρου 52), από σφαίρες της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη». 

Το αίμα του Παύλου Μπακογιάννη,
νωπό στο πεζοδρόμιο και το
οδόστρωμα μπροστά
από την πολυκατοικία της
οδού Ομήρου.
Η είδηση διαδίδεται αστραπιαία από στόμα σε στόμα και ολόκληρη η Ελλάδα «παγώνει». Το γεγονός αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές της κοινωνίας, που νιώθει ότι πλήττεται θανάσιμα ένα διακεκριμένο μέλος της, αφού το θύμα είναι εκπρόσωπος μιας ισχυρής μερίδας της στο Κοινοβούλιο και μια προσωπικότητα δημοφιλής και αποδεκτή από όλο το φάσμα του πολιτικού κόσμου. «Στην κουβέντα “χάσαμε το δικό μας άνθρωπο” συνοψίζονταν τα συναισθήματα των κατοίκων της Ευρυτανίας για τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη», έγραφε η «Καθημερινή» την επομένη της δολοφονίας. Ο Μπακογιάννης θα είναι ο πρώτος Ελληνας πολιτικός που σκοτώνεται από τρομοκράτες. Γεννημένος το 1935 στα Βελωτά Ευρυτανίας, ο Παύλος Μπακογιάννης σπούδασε Πολιτικές και Κοινωνικές Επιστήμες στην Πάντειο και τα Πανεπιστήμια Μονάχου, Τίμπιγκεν και Κωστάντσας, από το οποίο και ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ των Κοινωνικών Επιστημών. Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ‘60 και για 10 περίπου χρόνια διηύθυνε το ελληνόφωνο πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας της Βαυαρίας. Από την πρώτη στιγμή του πραξικοπήματος αντιτάχθηκε στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Τα σχόλια και οι ειδήσεις που μετέδιδε το ελληνόφωνο πρόγραμμα αυτού του ραδιοφωνικού σταθμού μεταδίδονταν και από την «Deutsche Welle» και πολύ γρήγορα έγιναν σημείο αναφοράς για όλους τους Ελληνες που αγωνίζονταν για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Το 1974, αμέσως μετά την πτώση της Χούντας, επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου ανέλαβε αναπληρωτής γενικός διευθυντής του τότε Ε.Ι.Ρ.Τ. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Ντόρα Μητσοτάκη, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, την Αλεξία και τον Κώστα. Αργότερα, εργάσθηκε ως πολιτικός συντάκτης και αναλυτής στην εφημερίδα «Το Βήμα», ενώ το 1982 ανέλαβε εκδότης - διευθυντής του εβδομαδιαίου περιοδικού «ΕΝΑ», έως τον Φεβρουάριο του 1985. Από τον Νοέμβριο του 1985 μέχρι το θάνατό του, διετέλεσε πολιτικός σύμβουλος του προέδρου της Ν.Δ, Κώστα Μητσοτάκη. Στις εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989, η Νέα Δημοκρατία δεν κατορθώνει να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και αρχίζει επαφές με τα υπόλοιπα κόμματα για το σχηματισμό κυβέρνησης. Με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και των ηγετών της Αριστεράς, Χαρ. Φλωράκη και Λεων. Κύρκου, δημιουργείται τελικά κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ενιαίου τότε Συνασπισμού. Το νέο κυβερνητικό σχήμα με πρωθυπουργό τον Τζαννή Τζαννετάκη έχει διττή αποστολή: τη δρομολόγηση των διαδικασιών της κάθαρσης και την προετοιμασία αδιάβλητων εκλογών, βάσει του ισχύοντος εκλογικού νόμου. 

Πρωταγωνιστής στις συζητήσεις για τη σύγκλιση μεταξύ Ν.Δ. και Συνασπισμού ώστε να δοθεί κυβερνητική διέξοδος είναι ο Παύλος Μπακογιάννης, που έχει εν τω μεταξύ εκλεγεί βουλευτής στη μονοεδρική περιφέρεια της γενέτειράς του, Ευρυτανίας. Συγχρόνως το καλοκαίρι εκείνο, ο Π. Μπακογιάννης εισηγείται εκ μέρους της Ν.Δ. το νομοσχέδιο για την «άρση των συνεπειών του Εμφυλίου πολέμου» (Ν. 1863/89) που επικύρωνε την πολιτική της εθνικής συμφιλίωσης. Ηδη όμως από τα μέσα του 1988, η χώρα συγκλονίζεται από τις αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Ο Γ. Κοσκωτάς, νεαρός τραπεζίτης, ιδιοκτήτης της Τράπεζας Κρήτης, που είχε καταφέρει να κυριαρχήσει στις τραπεζικές και εκδοτικές επιχειρήσεις, αντιμετωπίζει ύστερα από έλεγχο που πραγματοποιείται στην τράπεζά του, ποινική δίωξη για υπεξαίρεση δισεκατομμυρίων δραχμών. Ο Τύπος κάνει λόγο για εμπλοκή στο σκάνδαλο του ίδιου του πρωθυπουργού Ανδρ. Παπανδρέου, αλλά και κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Ανάμεσά τους, ο υπουργός Δικαιοσύνης Μένιος Κουτσόγιωργας, ο οποίος κατηγορείτο ότι εμπόδιζε τον έλεγχο στην τράπεζα, και ο πρώην υπουργός Γιώργος Πέτσος, για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών (παράνομη έκδοση άδειας για την ανέγερση κτιρίων της «Γραμμής Α.Ε.» του Γιώργου Κοσκωτά στην Παλλήνη), για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (καταθέσεις των ΕΛΤΑ στην Τράπεζα Κρήτης) και για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος. Εναντίον μάλιστα του τελευταίου θα γίνει δολοφονική απόπειρα από τη «17Ν», τον Μάιο του 1989. Η πολιτική σκηνή αναστατώνεται και η κάθαρση αποτελεί πλέον παλλαϊκό αίτημα. Είναι επίσης γνωστό ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Παύλος Μπακογιάννης είχε συνεργαστεί με τον Κοσκωτά στη δημιουργία της εκδοτικής επιχείρησης «Γραμμή», αναλαμβάνοντας και τη διεύθυνση του περιοδικού «ΕΝΑ». Την εποχή όμως εκείνη κανείς δεν γνώριζε ότι τα χρήματα του νεαρού επιχειρηματία από την Αμερική ήσαν προϊόν απάτης. Οπως είναι φυσικό, οι εφημερίδες της εποχής δίνουν τεράστια δημοσιότητα στη στυγερή δολοφονία -κάποιες μάλιστα προχωρούν και σε έκτακτες εκδόσεις- και σχολιάζουν η καθεμία από τη δική της οπτική τα αίτια και τις επιπτώσεις της δολοφονίας στην πολιτική ζωή του τόπου. «Η δολοφονία μονοπώλησε το ενδιαφέρον του Τύπου κι επέτρεψε να εκδηλωθεί μια ιδιότυπη εθνική ενότητα στην καταδίκη της αποτρόπαιας πράξης», έγραφε χαρακτηριστικά «Το Βήμα» της 1ης Οκτωβρίου 1989.   

Από πολλούς η εκτέλεση του Παύλου Μπακογιάννη χαρακτηρίστηκε ως «προαναγγελθείς θάνατος», καθώς η εφημερίδα «Αυριανή» δεκαπέντε μέρες πριν από τη δολοφονία (στις 11/9/89) είχε γράψει σε ένα πολυσυζητημένο της άρθρο ότι «ετοιμάζεται προεκλογική προβοκάτσια σε βάρος του ΠΑΣΟΚ, που θα έχει σχέση με τη δράση της “17Ν”». Αναλυτικότερα το δημοσίευμα έγραφε: «Σατανική προβοκάτσια εις βάρος του ΠΑΣΟΚ μαγειρεύουν εγκάθετοι της Κρατικής Ασφάλειας σε πλήρη συνεννόηση με δύο απόστρατους αξιωματικούς που ανήκουν στην κλαδική της Ρηγίλλης. Στο τέλος Σεπτεμβρίου σχεδιάζουν να παρουσιάσουν κάποια ενέργεια που θα έχει σχέση με τη «17Ν». Το πιθανότερο είναι να κατασκευάσουν γιάφκα και μέσα σε αυτή θα βρεθούν όπλα και άλλα υλικά, που δήθεν χρησιμοποιεί η «17Ν» στις επιθέσεις της. Στα σχέδια είναι η ανεύρεση στοιχείων με τα οποία θα κατηγορούν ανθρώπους του ΠΑΣΟΚ. Στόχος της προβοκάτσιας είναι να κατηγορηθεί το ΠΑΣΟΚ για τις τρομοκρατικές ενέργειες εν όψει εκλογών».

[...] Η «Απογευματινή» της 27/9/89 δημοσίευε ολόκληρη την προκήρυξη με την οποία η «17Ν» ανελάμβανε την ευθύνη για τη δολοφονία και όπως ήταν φανερό περιείχε πολλές «ειδήσεις»: «Από αυτές ξεχώριζε ο μακάβριος τίτλος της προκήρυξης: «Αρχισε η κάθαρση». «Αυτό», σχολίαζε η εφημερίδα, «μπορεί να είναι ειρωνικό, αλλά είναι σίγουρα και απειλητικό, για να μην πούμε κυρίως απειλητικό». Στην προκήρυξη αυτή, που η «17Ν» άφησε στον τόπο της εκτέλεσης, μεταξύ άλλων, γράφονταν τα εξής: «Αν λοιπόν δούμε μέσα απ’ το πάρα πάνω πρίσμα την “κάθαρση” -και πρέπει να τη δούμε-, είναι τελείως εύλογο και προφανές ότι αυτή δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, και ότι δεν πρόκειται να τιμωρηθεί απολύτως κανένας υπεύθυνος για το σκάνδαλο Κοσκωτά, ούτε καν ο ίδιος ο Κοσκωτάς. Και είναι ηλίου φαεινότερον ότι όχι μόνο το ΠΑΣΟΚ, αλλά κυρίως η Ν.Δ. έχουν συμφέρον να προχωρήσουν στη μεθόδευση της παραγραφής και ότι η σημερινή “κάθαρση” στη Βουλή είναι στάχτη στα μάτια του κόσμου, καθαρή κοροϊδία και εμπαιγμός του. Αλλωστε στην ίδια αυτή διαδικασία της “κάθαρσης” υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που βγάζουν μάτι, που την καθιστούν έωλη, που την αυτογελοιοποιούν. Ενα απ’ αυτά είναι το ζήτημα Μπακογιάννη.

[...]Δεκατρία χρόνια μετά, τις 29 Ιουνίου του 2002, μια βόμβα που εκρήγνυται στα χέρια του Σάββα Ξηρού στον Πειραιά γίνεται η αφετηρία για την εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης «17Ν». Η υπόθεση παίρνει σύντομα το δρόμο της Δικαιοσύνης. Στην πρώτη δίκη, που άρχισε τον Μάρτιο του 2003 στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, συζητήθηκε ασφαλώς και η υπόθεση Μπακογιάννη: «Το “γιατί τον Παύλο Μπακογιάννη” μας βασανίζει όλους και ελπίζουμε ότι η δική σας δίκη θα μπορούσε να μας δώσει κάποιες απαντήσεις», είπε καταθέτοντας στο δικαστήριο η Ντόρα Μπακογιάννη, όπως αναφέρει η «Καθημερινή» της 2/4/2003. «Eγώ έχω καταλήξει σε δύο ενδεχόμενα: ενδεχομένως υπήρχε πληροφόρηση ότι ο Mπακογιάννης ήταν κοντά, ότι κάτι ήξερε. Γνωρίζω ότι έψαχνε το θέμα, γιατί στο δικό του αξιακό σύστημα η τρομοκρατία ισοδυναμούσε με το φασισμό», εξήγησε η κ. Μπακογιάννη και προσέθεσε: «Περίπου δύο μήνες πριν από τη δολοφονία του, μου είχε πει πως “θα παραδώσω τη 17N”. O δεύτερος λόγος, πιστεύω, ήταν ότι δεν άντεχε η τρομοκρατία τη λογική της εθνικής συμφιλίωσης. Γι’ αυτό σκότωσαν και τον Mόρο. Δεν άντεχε η τρομοκρατία τη λογική της συμφιλίωσης της Δεξιάς με την Aριστερά, διότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν ζήσει τον πόνο του Eμφυλίου, αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρανε τι θα πει να είναι μοιρασμένα τα χωριά, οι οικογένειες, να τρέχει αίμα από κάθε πλευρά». Οπως συμπλήρωσε η κυρία Μπακογιάννη, «ο βουλευτής ήταν σε επαφή την περίοδο της χούντας με πολλές οργανώσεις εντός και εκτός Eλλάδος. Πολλές απ’ αυτές δεν είχαν απαρνηθεί την περίοδο εκείνη την ένοπλη βία. Η “17 Νοέμβρη” δεν ήταν η πρώτη που σκέφθηκε να χτυπήσει τον Μπακογιάννη. Το 1970 είχε τοποθετηθεί βόμβα στο σπίτι του στη Γερμανία, στο Μόναχο. Η γερμανική Αστυνομία είχε πει ότι είχε τοποθετηθεί από τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες της εποχής». «Στη δική του λογική», συνέχισε η σύζυγος του Π. Μπακογιάννη, «η τρομοκρατία ήταν συνώνυμη με το φασισμό. Πίστευε ότι στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα». «Επίσης», προσέθεσε η μάρτυς, «ως δημοσιογράφος ο Παύλος Μπακογιάννης ερευνούσε το θέμα της τρομοκρατίας. Κατά τη γνώμη μου έκανε λάθος, μεγάλο λάθος. Πίστευε ότι κάποιοι άνθρωποι που ξεκίνησαν μαζί στη δικτατορία συμμερίζονταν τις δικές του αρχές. Εκανε μεγάλο λάθος». Σύμφωνα με την κ. Μπακογιάννη, ο εκλιπών πέρασε το προηγούμενο βράδυ της δολοφονίας στον Συνασπισμό και έτσι το επίμαχο πρωινό είπε στο σύνοδό του να μην πάει μαζί του στο γραφείο. «Ο Παύλος δεν φυλαγόταν, διότι στην αντίληψή του δεν ταίριαζε η φύλαξη. Αλλο ένα λάθος». Οταν η μάρτυς ρώτησε τον Δημήτρη Κουφοντίνα για τους λόγους που σκότωσαν το σύζυγό της, εκείνος απάντησε: «Η προκήρυξη εξηγεί πολύ καλά τους λόγους», και στη συνέχεια, ερωτηθείς από τον εισαγγελέα αν συμμετείχε στη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, υποστήριξε: «Ημουν μέλος της “17Ν”, συμφωνώ με τις επιλογές της. Δεν μπαίνω όμως στη διαδικασία να σας διευκολύνω και να πω αν ήμουν εκεί και ποιοι άλλοι ήταν. Δεν έχω καμία αγωνία να αποδείξω πού ήμουν. Ξέρω ότι θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στη φυλακή. Θα καταδικαστώ σύμφωνα με το κατηγορητήριο».


ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Κάθε πολιτική δολοφονία δημιουργεί μία τομή στην πολιτική ζωή ενός τόπου. Κατά τη διάρκεια της μετεμφυλιακής περιόδου, η ελληνική κοινωνία συνταράσσεται για πρώτη φορά το 1963, όταν παρακρατικοί σκοτώνουν στη Θεσσαλονίκη το βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγ. Λαμπράκη. Ηταν μια εποχή που το προοδευτικό, αριστερό κίνημα βρισκόταν σε ιδιαίτερη άνθηση. Το 1989, χρονιά-ορόσημο για τη χώρα μας, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο, είναι η δεύτερη φορά που ο ελληνικός λαός θα μείνει άφωνος, όταν τρομοκράτες της «17Ν», περνώντας σε ανώτερο επίπεδο τρομοκρατίας, εκτελούν το βουλευτή Παύλο Μπακογιάννη. Την εποχή εκείνη, η ελληνική πολιτική σκηνή κλυδωνίζεται από την τροπή που λαμβάνει το θέμα Κοσκωτά, με την παραπομπή του Ανδρ. Παπανδρέου και ορισμένων υπουργών του στο Ειδικό Δικαστήριο, ενώ στη διεθνή σκηνή βρίσκεται προ των πυλών η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και η συνακόλουθη προσέγγιση καπιταλιστικού και πρώην σοσιαλιστικού κόσμου. Μια προσέγγιση που κάποιοι ίσως θεωρούσαν πως δεν θα μπορούσε να αντικατοπτρίζεται πλέον στη συμμετοχή της Αριστεράς στο πολιτικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι. Μέσα σε αυτό λοιπόν το θυελλώδες και γεμάτο εντάσεις πολιτικό σκηνικό, γίνεται η στόχευση του Παύλου Μπακογιάννη, ανθρώπου με σημαντικότατη συνεισφορά στον αντιδικτατορικό αγώνα και πρωτεργάτη του ελληνικού «ιστορικού συμβιβασμού» μεταξύ της συντηρητικής Ν.Δ. και της Κομμουνιστικής Αριστεράς. Η δολοφονία του γεννά ουσιώδη ερωτήματα, συζητείται και προβληματίζει έντονα την ελληνική κοινωνία. Συνειδητοποιείται από όλους πόσο επιτακτική είναι πλέον η ανάγκη να θωρακιστεί η Δημοκρατία και να υψωθεί ένα τείχος απομόνωσης στους δολοφόνους. Ανεξάρτητα από τη μετέπειτα εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης, οι ουσιαστικοί λόγοι για τους οποίους τα όπλα στράφηκαν εναντίον του Ελληνα πολιτικού παραμένουν ακόμα υπό διερεύνηση. Εναπόκειται στην Ιστορία να συνθέσει τα υπάρχοντα στοιχεία, αλλά και όσα ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον, ώστε να διατυπώσει την οριστική της ετυμηγορία για τα αίτια που οδήγησαν στη στυγερή δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη.


ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ, ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 

Δείτε επίσης:

ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ Λαμπράκη



Παρασκευή, Δεκεμβρίου 26, 2025

Η δολοφονία του Λαμπράκη

Στα μέσα του 1963, οι πολιτικές και οι κοινωνικές εντάσεις είχαν ενισχυθεί. Το απεργιακό κλίμα εντεινόταν συνέχεια (συνταξιούχοι του ΙΚΑ, αυτοκινητιστές, εμποροϋπάλληλοι, οικοδόμοι, γουνοποιοί, αγροφύλακες, γιατροί, καθηγητές), οι αριστεροί φοιτητές στο Δ’ Πανσπουδαστικό Συνέδριο (Απρίλιος 1963) κυριαρχούσαν απόλυτα, ενώ 115 πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις απομόνωναν την ακροδεξιά ηγεσία της ΓΣΕΕ και υπόσχονταν απεργίες που θα ήταν πλέον και πολιτικές, όχι μόνο για μεροκάματα, αλλά και για δημοκρατία. Στις 20 Μαρτίου 1963, οχτώ χιλιάδες νοσοκομειακοί γιατροί κήρυξαν αποχή μίας εβδομάδας από τα καθήκοντά τους. Ομως το απονενοημένο εγχείρημα να αντιμετωπιστούν οι κινητοποιήσεις και οι λαϊκοί αγώνες με μαζική βία και προβοκάτσιες, στο πλαίσιο της παλιάς συνταγής των «αγανακτισμένων» πολιτών, αποθέωνε τα κατακάθια της κοινωνίας, τα οποία καθίσταντο ανεξέλεγκτα. Οι ίδιοι οι μηχανισμοί που τους επιστράτευσαν, από μια στιγμή και μετά, δεν μπορούσαν να τους ελέγξουν. 

Την ίδια στιγμή ενισχυόταν υπέρμετρα η φημολογία του στρατιωτικού πραξικοπήματος, όπως και ο ΙΔΕΑ μέσα στο στράτευμα, με την προώθηση από το νέο αρχηγό ΓΕΣ, τον αντιστράτηγο Σακελλαρίου, τον Δεκέμβριο του 1962, καθώς και όλων των μελλοντικών πραξικοπηματιών του 1967 (Χατζηπέτρου, Παπαδόπουλου, Μακαρέζου, Μέξη, Βελισσαρούδη, Κοντώση), αυτών που δεν είχε προωθήσει ο εξίσου θιασώτης πραξικοπημάτων προκάτοχός του, στρατηγός B. Καρδαμάκης. Ο τελευταίος είχε ενημερώσει τους Αμερικανούς, την εποχή που επιχειρούσε ο Λαμπράκης την προσωπική του πορεία στον Μαραθώνα, τον Απρίλιο του 1963, ότι υπήρχε μια ομάδα στο στρατό που ήταν έτοιμη να προβεί σε πραξικόπημα. Γενικά, κάποιοι αξιωματικοί φοβούνταν ότι ήταν πολύ ισχυρό το ενδεχόμενο στις επόμενες εκλογές η ΕΔΑ να συμμαχούσε με δυνάμεις από άλλα κόμματα με στόχο την προώθηση των ελληνικών θέσεων στο Κυπριακό και να κέρδιζε τις εκλογές αυτές. Ετσι, η Ελλάδα αντιμετωπίζει, την εποχή που δολοφονείται ο Λαμπράκης, με τη συνδρομή των δυνάμεων ασφαλείας και της CIA, δεκάδες προβοκάτσιες και πρόβες πραξικοπήματος που καταλήγουν στα γεγονότα του Γοργοποτάμου (την Kυριακή 29 Nοεμβρίου 1964, η περιοχή γύρω από τη γέφυρα του Γοργοποτάμου γεμίζει με 13 νεκρούς και 80 τραυματίες, τη στιγμή που για πρώτη φορά γιορτάζεται η Εθνική Aντίσταση στην Ελλάδα), ενώ πραγματοποιείται λίγο αργότερα η «δολιοφθορά του Εβρου» (την άνοιξη του 1965, η 117 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού, που έδρευε στην Ορεστιάδα, απέστειλε στο Κιλκίς 23 αυτοκίνητα τύπου «Τζαίημς», αρκετά από τα όποια έμειναν στο δρόμο από διάφορες βλάβες, οι οποίες από το διοικητή της Μοίρας Γ. Παπαδόπουλο αποδόθηκαν σε κομμουνιστική δολιοφθορά.

Στα σχέδια αυτά τη συνδρομή τους παρείχαν η ΚΥΠ (επικεφαλής Αλ. Νάτσινας), η Υπηρεσία Πληροφοριών του υπουργείου Προεδρίας (επικεφαλής Ν. Γωγούσης), το Κλιμάκιο της ΚΥΠ στο υπ. Β. Ελλάδας (επικεφαλής Ι. Χολέβας και συνταγματάρχης Καρύδας), η Εθνική Ασφάλεια της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, η ηγεσία τους στη Θεσσαλονίκη (Κ. Μήτσου, Ευθ. Καμούτσης, Εμ. Καπελώνης, Κ. Δόλκας), τα Σπουδαστικά και τα συνδικαλιστικά τμήματα της Ασφάλειας (Τετραδάκος, Μητρομάρας, Καραμήτσος) κ.λ.π. Ο ρόλος αυτών των κέντρων παραεξουσίας αποδείχθηκε εξαιρετικά οδυνηρός ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, στην πόλη όπου είχαν και στο παρελθόν αναπτυχθεί οι πιο εξτρεμιστικές ακροδεξιές και φασιστικές οργανώσεις. Θύματά τους πριν από τον Λαμπράκη ήταν ο Γιάννης Ζέβγος, τον Μάρτιο του 1947, ο Τζορτζ Πολκ, στις 16 Μαΐου 1948, ο Στέφανος Βελδεμίρης, στις 26 Οκτωβρίου του 1961, που έκανε το «σφάλμα» να μοιράζει προκηρύξεις της ΕΔΑ, αλλά και μετά τον Λαμπράκη ο Γιάννης Χαλκίδης, στις 5 Σεπτεμβρίου του 1967, που ανατίναξε ένα στύλο της ΔΕΗ για να κλείσουν για λίγα λεπτά τα φώτα της ΔΕΘ, ο Γιώργος Τσαρουχάς, στις 10 Μαΐου 1968, του οποίου η ζωή απειλήθηκε και την ημέρα της δολοφονίας του Λαμπράκη. Και ήταν δυστυχώς η Θεσσαλονίκη το θέατρο αυτών των δολοφονιών γιατί «κουβαλούσε» τη μεταπολεμική αδράνεια της τιμωρίας των δωσίλογων της πόλης κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Και ήταν τόσο ειδεχθής ο δωσιλογισμός αυτός ώστε τις ναζιστικές συμμορίες του Πούλου και του Βήχου αναγκάστηκαν να τις διαλύσουν οι ίδιοι οι Γερμανοί. Ομως και την οργάνωση Εθνικός Ελληνικός Στρατός των Κώστα, Κυριάκου και Μιχάλη Παπαδόπουλο, από το χωριό Κούκος Πιερίας (τουρκόφωνοι οπλαρχηγοί περισσότερο γνωστοί ως Κισσά Μπατζάκ, Μιχάλ Αγάς), την αναγνώρισε το ελληνικό κράτος ως αντιστασιακή με Βασιλικό Διάταγμα, παρότι εκπαιδεύτηκαν από τους Γερμανούς και βρέθηκαν προσκεκλημένοι των ναζί στη Βιέννη στις αρχές Ιουλίου 1944. Ο Κώστας Παπαδόπουλος έγινε και βουλευτής της ΕΡΕ, εναντίον του οποίου χειροδίκησε ο Λαμπράκης μέσα στη Βουλή τον Μάρτιο του 1963 για να προστατέψει τον Αντ. Μπριλλάκη, τον οποίο απώθησε βίαια ο Παπαδόπουλος. Τέτοιος πρώην δωσίλογος ήταν και ο Ξενοφώντας Γιοσμάς της «Εθνικής Αντικομμουνιστικής Οργάνωσης Κατερίνης», ο οποίος έπαιξε οργανωτικό ρόλο στη δολοφονία του Λαμπράκη. Με τη συνδρομή των αντι-συγκεντρώσεων που οργάνωνε το Συμβούλιο Μελετών της ΚΥΠ (Κ. Γωγούσης, Γ. Γεωργαλάς και Δ. Κατσούλης) και την πλαισίωση του Ε’ Αστυνομικού Τμήματος και 180 χωροφυλάκων με στολή, η Θεσσαλονίκη ήταν έτσι υπό τον απόλυτο έλεγχο του «παράλληλου» κράτους. Εχοντας στο πλευρό του τους παρακρατικούς, αλλά και μηχανισμούς προερχόμενους από το στρατό (ακόμα και ο Παπαδοπουλος βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη την ημέρα ή την επαύριο της δολοφονίας του Λαμπράκη, στον οποίο κάποιοι απέδωσαν ρόλο στη δολοφονία), ήταν θέμα χρόνου να εκδηλωθεί τρομοκρατικό χτύπημα και κατά στελεχών της Αριστεράς, όπως ο Λαμπράκης και ο Τσαρουχάς. Εκτός των άλλων, οι παρακρατικοί είχαν με το μέρος τους, επιπλέον, και τον ανεξέλεγκτο συρφετό των 4.000 «ιδιωτών» που επιστρατεύτηκαν με αφορμή την επίσκεψη Ντε Γκωλ στην Ελλάδα, στις 16 Μαρτίου 1963, ο οποίος απειλείτο από εθνικιστές Γάλλους για τη στάση του στον πόλεμο της Αλγερίας, και έφεραν τις περιβόητες «καρφίτσες» ως αναγνωριστικό. Αυτοί συνόδευσαν τον Ντε Γκωλ και κατά την επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη. Ομως, ανάμεσα στα άλλα ο Λαμπράκης είχε προκαλέσει και τη δυσαρέσκεια των διεθνών μηχανισμών εμπορίας όπλων γιατί με τις καταγγελίες του φιλειρηνικού κινήματος της εποχής για τις αγοραπωλησίες όπλων στην περιοχή είχε στρέψει την ελληνική κοινή γνώμη εναντίον τους. 

Συγκέντρωση «αντιφρονούντων πολιτών» έξω
 από τον κινηματογράφο όπου μιλούσε ο Λαμπράκης. 

Γιατί ήταν μια εποχή όπου οι πωλήσεις όπλων στη Μέση Ανατολή και το Ισραήλ από τη Γερμανία είχαν υπερβεί κάθε όριο λογικής, ο Κένεντι υποδαύλιζε το γενικότερο πολεμικό κλίμα στη Μεσόγειο, προτείνοντας τη δημιουργία στόλου 25 πλοίων για την εκτόξευση πυρηνικών πυραύλων με έδρα τη Μεσόγειο, ενώ οι ανταγωνισμοί ΗΠΑ, Γαλλίας και Βρετανίας για τους εξοπλισμούς είχαν υπονομεύσει την ίδια τη λειτουργία του ΝΑΤΟ. Το ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα στην ελληνική και τη διεθνή κοινή γνώμη είχε και η εμπλοκή με τα πυρηνικά στην Κούβα την προηγούμενη χρονιά όσο και οι ευρείες πωλήσεις όπλων από τους Σοβιετικούς στη Μέση Ανατολή. Δεν ήταν τυχαίο ότι ενώ η Γαλλία οργάνωνε το δικό της πυρηνικό οπλοστάσιο, απεσταλμένος του Κένεντι ζητούσε από τις φίλα προσκείμενες στους Αμερικανούς κυβερνήσεις των Βαλκανίων να προωθήσουν τη δημιουργία πυρηνικού δικτύου του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια (18 Απριλίου 1963). Από την άλλη πλευρά, και στο πεδίο της επίσημης πολιτικής σκηνής οι συνθήκες παρακολουθούσαν τις γενικότερες κοινωνικές αντιπαλότητες και το διεθνές κλίμα αστάθειας. Σταθμός στις εντάσεις αυτές ήταν η συζήτηση στην ελληνική Βουλή του νομοσχεδίου για τα «μέτρα ασφαλείας» στις 6 Μαρτίου 1963 εν μέσω έντονων αντιδράσεων για το γεγονός της σύλληψης του διευθυντή της «Αυγής» Π. Παρασκευόπουλου για δημοσίευση ειδήσεων που αφορούσαν το παράνομο ΚΚΕ, αλλά και εντόνων διαμαρτυριών για τη γενίκευση του φαινομένου των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων. Την ίδια στιγμή, η φημολογία για πραξικόπημα του στρατού πύκνωνε και το State Department ζητούσε να αποθαρρύνονται όσοι αξιωματικοί πίστευαν ότι οι ΗΠΑ θα τους ενίσχυαν αν προέβαιναν σε ένα τέτοιο πραξικόπημα . Η συζήτηση στη Βουλή κατέληξε σε σύρραξη στη οποία μετείχε ο Λαμπράκης για να προστατεύσει έναν άλλο βουλευτή της ΕΔΑ, τον Α. Μπριλάκη, που δέχτηκε επίθεση από το βουλευτή της ΕΡΕ Κ. Παπαδόπουλο, όταν τον κατηγόρησε ότι μετείχε στα Τάγματα Ασφαλείας κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Παρότι ο υπουργός Δικαιοσύνης αναγνώρισε ότι δεν υπήρξε οργανωμένη επίθεση κατά του Παπαδόπουλου, ο τελευταίος απείλησε ανοιχτά τον Λαμπράκη. Την ίδια περίοδο ο Παπανδρέου έστειλε επιστολή στο βασιλιά ότι δεν θα συμμετείχε στον εορτασμό της εκατονταετηρίδας της δυναστείας, αφού δεν αποκαθίστατο η πολιτική τάξη με την παροχή του δικαιώματος στον ίδιο να σχηματίσει κυβέρνηση. Το κλίμα δυναμιτίστηκε ακόμα περισσότερο όταν στις 3 Μαΐου 1963 η Ε.Κ. και η ΕΔΑ κατέθεσαν προτάσεις μομφής κατά της κυβέρνησης της ΕΡΕ για τις υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες αλλά και την ύπαρξη στην Ελλάδα πολιτικών κρατουμένων. Απορία διατυπώθηκε και για το γεγονός ότι, ενώ η κυβέρνηση στα τέλη του 1962 απέλυσε 2.000 κρατουμένους και έκλεισε τον Αγιο Ευστράτιο ως τόπο εξορίας, ωστόσο παρέμεναν υπό καθεστώς δίωξης άλλοι 1.100 άνθρωποι. Ανάμεσα στα άλλα ξέσπασε και σύγκρουση μεταξύ του Καραμανλή και της Φρειδερίκης γύρω από το προγραμματισμένο ταξίδι των βασιλέων στο Λονδίνο, παρότι στη βρετανική πρωτεύουσα χιλιάδες κόσμου είχαν διαμαρτυρηθεί για το καθεστώς πολιτικών διώξεων στην Ελλάδα και στην ίδια τη Βουλή των Κοινοτήτων εργατικοί βουλευτές είχαν ζητήσει από τον Βρετανό πρωθυπουργό H. Macmillan να ακυρωθεί η πρόσκληση στο ελληνικό βασιλικό ζεύγος. Ο Καραμανλής, θεωρώντας ότι οι βασιλείς θα αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα στην αγγλική πρωτεύουσα, επέμεινε να αναβληθεί το βασιλικό ταξίδι στο Λονδίνο. Επιπλέον, λόγω ασθένειας του βασιλιά, η Φρειδερίκη αξιώνει από τον Καραμανλή να αναβληθούν οι γιορτές για τη χιλιετία του Αγίου Ορους, πράγμα που απορρίπτει ο Καραμανλής, όπως και διατυπώνει την εξοργιστική αξίωση να δοθεί ολόκληρο το Κυβερνείο της Θεσσαλονίκης στη βασιλική οικογένεια ως ανάκτορο.

Γενικά η Φρειδερίκη πίστευε ότι ο Καραμανλής εσκεμμένα δεν προστάτευε το Παλάτι από τις επιθέσεις που δεχόταν από την ελληνική κοινή γνώμη, ιδίως για θέματα που είχαν σχέση με τις δαπάνες του Παλατιού, όπως αυτές που έγιναν για το γάμο της Σοφίας. Για αυτό, όπως είχε πληροφορηθεί η CIA, προτιμούσε για τις επόμενες εκλογές μια νίκη της ΕΡΕ με άλλο αρχηγό, όπως τον Γ. Ράλλη ή τον Σπύρο Θεοτόκη. Σε συνάρτηση όλων αυτών των παραγόντων, ο Λαμπράκης, όταν έφτασε στη Θεσσαλονίκη, στις 22 Μαΐου, ήταν στο στόχαστρο όλων εκείνων που απεργάζονταν αναβίωση του εμφυλιοπολεμικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Η ΕΔΑ είχε πληροφορίες ότι παρακρατικοί θα επιτίθεντο κατά του Λαμπράκη όταν θα έφτανε στην πόλη και γι’ αυτό το μέλος της Επιτροπής Ειρήνης και πρώην βουλευτής Συλ. Παπαδημητρίου είχε κάνει παράσταση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και τις αστυνομικές αρχές της πόλης. 

Όμως με μαρτυρίες κατά την ανάκριση που ακολούθησε το θάνατο του Λαμπράκη, η Αστυνομία οργάνωσε αντισυγκεντρώσεις αγανακτισμένων στα σημεία όπου θα μιλούσε ο Λαμπράκης. Πράγματι, στις 6 το απόγευμα της 22ας Μαίου 1963, εν τη παρουσία 180 χωροφυλάκων και του διευθυντή της Αστυνομίας Ευθ. Καμουτσή και του επιθεωρητή Χωροφυλακής, υποστράτηγου Μήτσου, συγκεντρώνονται παρακρατικοί και αρκετοί του υποκόσμου με σκοπό να αποδοκιμάσουν τον Λαμπράκη. Κάποιοι τον χτυπούν στο κεφάλι, χτύπημα από το οποίο σύντομα ο Λαμπράκης ανακάμπτει, μιλά στο πλήθος εν μέσω ρίψης πετρών και προειδοποιεί τις Αρχές ότι υπάρχει σχέδιο δολοφονίας του. Την ίδια στιγμή, χτυπήματα στο κεφάλι δέχεται και ο βουλευτής Γ. Τσαρουχάς και μάλιστα έξω από το κτίριο της Διεύθυνσης Αστυνομίας Θεσσαλονίκης όπου έχει πάει να διαμαρτυρηθεί. Ο Τσαρουχάς δέχεται επίθεση από παρακρατικούς και μέσα στο ασθενοφόρο που τον μεταφέρει στο σταθμό πρώτων βοηθειών. Την ίδια στιγμή, ένα τρίκυκλο εμφανίζεται στο οδόστρωμα της οδού Βενιζέλου και κινούμενο αντικανονικά πέφτει πάνω στον Λαμπράκη, ο οποίος δέχεται ένα χτύπημα και σωριάζεται στο έδαφος. Και ενώ το τρίκυκλο διαφεύγει ανενόχλητο, ένας από τους συνοδούς εθελοντές του Λαμπράκη, ο Μαν. Χατζηαποστόλου, το κατεδίωξε, πήδησε μέσα στην καρότσα του και βοήθησε να συλληφθούν, από δύο ανυποψίαστους περαστικούς αστυνομικούς (ο ένας ο υποδιοικητής της Πυροσβεστικής Θεσσαλονίκης Π. Πορταλίδης), οι επιβαίνοντες μικροεγκληματίες της πόλης Σπ. Γκοτζαμάνης και Εμ. Εμμανουηλίδης, ο δεύτερος καταδικασμένος στο παρελθόν και για βιασμό και παιδεραστία. Αλλά και στην περίπτωση αυτή, ειδικά ο Γκοτζαμάνης απέφυγε την άμεση σύλληψη, υποχρεώνοντας τον αμήχανο αγορητή της κυβέρνησης Γ. Ράλλη στη Βουλή να δηλώσει ότι το θέμα της σύλληψής του ήταν «λίαν περίπλοκο». Ένα ακόμη αξιοσημείωτο της υπόθεσης είναι ότι ήταν δύσκολο να ελεγχθεί ακόμα και το πώς ο Λαμπράκης, θανάσιμα τραυματισμένος, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «ΑΧΕΠΑ» για να διαπιστωθεί σε λίγες μέρες ο θάνατός του. Υπήρξε η υποψία, μέχρι βεβαιότητα, ότι ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο, η ιδιοκτησία του οποίου τελικά διαπιστώθηκε ότι σχετιζόταν με έναν έμπιστό του γραμματέα του υπουργείου Βορείου Ελλάδος, τον Ι. Χολέβα. Υπάρχει και άλλη καταγγελία, ότι η νοσηλεία στο νοσοκομείο ήταν πλημμελής. Την επαύριο της δολοφονίας προκλήθηκε σάλος στην Ελλάδα. Η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ενωσης Κέντρου κατήγγειλε τον Καραμανλή και την κυβέρνησή του ως ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας, ενώ για βαρύτατες ευθύνες της κυβέρνησης μίλησε ο Σπ. Μαρκεζίνης. Ο Καραμανλής ανταπάντησε στηλιτεύοντας το πάθος και την απρέπεια που διακατείχε τον Παπανδρέου, αλλά η κυβέρνηση, φοβούμενη διαδηλώσεις, έδωσε την εντολή να τεθεί σε διαθεσιμότητα ο διευθυντής της Αστυνομίας Θεσσαλονίκης Ε. Καμούτσης. Η ΕΔΑ διαμαρτυρήθηκε ότι τόσο η κυβέρνηση όσο και η Ενωση Κέντρου αντιμετώπισαν το θέμα της τιμωρίας των ενόχων με «προστατευτική επιείκεια». Μετά την τελευταία ολιγοήμερη πάλη του με το θάνατο, ο Λαμπράκης, στις 26 Μαΐου 1963, αφήνει την τελευταία του πνοή. Μόλις έγινε γνωστός ο θάνατός του ξέσπασαν διαδηλώσεις στην Αθήνα, στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη. Η σορός μεταφέρεται στην Αθήνα, που δεν σταματά σε κανένα σταθμό από το φόβο επεισοδίων και φτάνει στο σταθμό Λαρίσης, στον οποίο την περιμένουν χιλιάδες λαού. Η ΕΔΑ διατηρεί σε απόλυτη τάξη τα πλήθη και εν αντιθέσει με τις εκκλήσεις του ραδιοσταθμού του ΚΚΕ «Φωνή της Αλήθειας» να μετατραπεί η κηδεία σε αντικυβερνητική διαδήλωση με απεργίες και συγκεντρώσεις, ζητά από το λαό να εκδηλώσει απολύτως ειρηνικά τη θλίψη του. Η σορός του Λαμπράκη μεταφέρθηκε στο Ναό του Αγίου Ελευθερίου και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Το απόγευμα της 28ης Μαΐου μια τεράστια λαοθάλασσα, ίσως από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις που έγιναν ποτέ στην Αθήνα, συνοδεύει τον Λαμπράκη στην τελευταία του κατοικία στο Α’ Νεκροταφείο. 

Σε αναφορά με το θάνατο του Λαμπράκη δημιουργήθηκε λίγο αργότερα η «Δημοκρατική Κίνηση Νέων “Γρηγόρης Λαμπράκης”», που λίγο αργότερα συγχωνεύτηκε με τη Νεολαία της ΕΔΑ και αποτέλεσαν τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Από την πλευρά του, το Παλάτι πανικοβλήθηκε από τις αντιδράσεις. Το ίδιο και η ΚΥΠ, όσο και οι επικεφαλής των παρακρατικών μηχανισμών που κατηγορούσαν την κυβέρνηση Καραμανλή, ιδίως ο διευθυντής της ΚΥΠ Νάτσινας, ότι δεν τους υπερασπίστηκε όταν δέχονταν κατηγορίες ότι δολοφόνησαν τον Λαμπράκη. Ηταν τέτοιο το κλίμα ώστε η CIA προειδοποίησε τον Λευκό Οίκο ότι ήταν πολύ πιθανό το Παλάτι να επιχειρήσει ακόμα και στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα, αντιδρώντας με τον τρόπο που ο Γεώργιος Β’ αντέδρασε, επιβάλλοντας τη δικτατορία Μεταξά το 1936. Μάλιστα, ο Αμερικανός πρεσβευτής Η. Labouisse ενημέρωσε τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών D. Rusk και την υπηρεσία Πληροφοριών του αμερικανικού Πενταγώνου, την Defense Intelligence Agency (DIA), για τη βασιμότητα του σεναρίου για να δεχθεί την απάντηση από τον Ph. Talbot, υφυπουργό Μεσανατολικών Υποθέσεων των ΗΠΑ, ότι τις ΗΠΑ δεν συνέφερε ένα πραξικόπημα, όμως δεν μπορούσαν να διασώσουν και τον Καραμανλή, αλλά πάντως ήταν έτοιμοι να συνεργαστούν με οποιαδήποτε κυβέρνηση δεν περιελάμβανε κομμουνιστές ή συμπαθούντες στο εσωτερικό της. Οι ανακρίσεις για τη δολοφονία που έγιναν από το δικαστή Χρ. Σαρτζετάκη και τον Παύλο Δελαπόρτα αποκάλυψαν τις ευθύνες των αστυνομικών αρχών και τους ηθικούς αυτουργούς. Ωστόσο, ο Κ. Κόλλιας, μετέπειτα πρωταίτιος της Χούντας και πρωθυπουργός της, ως εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν επέτρεψε να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι. Και αυτό, παρότι το 1965 ο υπομοίραρχος Καπελώνης αποκάλυψε προφυλακισμένος ότι την αντισυγκέντρωση εναντίον του Λαμπράκη οργάνωσε η Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης και ότι δεχόταν πιέσεις από άλλους αξιωματικούς για να σιωπήσει. Διόρισε τελικά ένα συμβούλιο δικαστών και απάλλαξε, στην ουσία, τους υπευθύνους της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, απαγγέλλοντας εναντίον τους ελαφρότερες κατηγορίες, όπως ηθική υποκίνηση προς έγκλημα, εγκληματική αμέλεια ή κατάχρηση εξουσίας. Στη δίκη που έγινε τον Οκτώβριο του 1966, το σύνολο των κατηγορούμενων ανήλθε στους 31. Ανάμεσά τους έξι αξιωματικοί της Χωροφυλακής. Παρά την εισήγηση του εισαγγελέα Δελαπόρτα, ο οποίος πρότεινε την ενοχή των 18 από τους 31 κατηγορουμένους (μεταξύ των οποίων τους τρεις από τους έξι αξιωματικούς), τελικά καταδικάστηκαν μόνο οι 9. Ολοι οι αστυνομικοί αθωώθηκαν. Οι Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης για τις κατηγορίες της φυσικής αυτουργίας, της ηθικής αυτουργίας και της συνέργειας σε φυγάδευση τιμωρήθηκαν σε 11 και 8½ χρόνια κάθειρξη αντίστοιχα. Ο Χρήστος Φωκάς καταδικάστηκε σε 15μηνη φυλάκιση για τον τραυματισμό του βουλευτή Γιώργου Τσαρουχά, ενώ οι υπόλοιποι 6 (εκ των συγκεντρωθέντων «αντιφρονούντων», ανάμεσά τους ο Γιοσμάς) σε ποινές φυλάκισης από τρεις μήνες μέχρι ένα χρόνο, με την κατηγορία της διατάραξης κοινής ειρήνης.

Ετσι, οι αυτουργοί δικάστηκαν σε ποινές που μειώθηκαν αισθητά από τη Χούντα, ενώ λίγο αργότερα, έξι από τους σημαντικότερους μάρτυρες πέθαναν κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ενώ ο Μήτσου αποστρατεύθηκε για να τον επαναφέρει η Χούντα. Ο επικεφαλής του κλιμακίου της ΚΥΠ στη Θεσσαλονίκη, συνταγματάρχης Καρύδας θα είναι ένας από τους πρωταίτιους του Απριλιανού πραξικοπήματος, ο τότε γενικός γραμματέας του υπουργείου Βορείου Ελλάδος Ι. Χολέβας θα γίνει υπουργός του Παπαδόπουλου, ενώ ο υπομοίραρχος Δ. Κατσούλης θα καταδικαστεί αργότερα για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου ότι, διηύθυνε ομάδες για να χτυπούν τους φοιτητές γύρω από το Πολυτεχνείο. Ο Σαρτζετάκης και ο Δελαπόρτας και όσοι αποκάλυψαν την υπόθεση πέρασαν σε διοικητική δυσμένεια, απολύθηκαν, συνελήφθησαν και βασανίστηκαν. 


Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 25, 2025

Ασβεστοχώρι, ημέρα τρόμου και βίας (26 Ιουλίου)

Το Ασβεστοχώρι, εννέα χιλιόμετρα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, λόγω της γεωγραφικής του θέσης είχε στρατηγική σημασία για την άμυνα της Θεσσαλονίκης όσον αφορά το ανατολικό τμήμα της στρατιωτικής ζώνης ασφαλείας. Γι’ αυτό, εκτός από τη μικρή δύναμη χωροφυλακής, είχε εγκατασταθεί και μια μηχανοκίνητη γερμανική φρουρά, η διοίκηση (Κομαντατούρα) της οποίας στεγαζόταν στο αρχοντόσπιτο του Στ. Λήτα. Ο πληθυσμός του χωριού, αποτελούμενος από γηγενείς και λίγους πρόσφυγες (το 1940 αριθμούσε γύρω στους 2.750 κατοίκους οι οποίοι τους θερινούς μήνες σχεδόν διπλασιαζόταν με παραθεριστές), κατά πλειοψηφία ήταν βενιζελικοί, οι οποίοι γενικά είχαν ταχθεί με το μέρος της Αντίστασης. Από τους οργανωμένους στο ΕΑΜ αρκετοί δραστηριοποιήθηκαν ως σύνδεσμοι και τροφοδότες. Ένας μικρός αριθμός κατοίκων ανήκε στην «εθνικόφρονη» μερίδα και ορισμένοι, όπως ο τότε κοινοτικός πρόεδρος και γραμματέας, φέρεται να συνεργάσθηκαν με τον εχθρό. Να σημειωθεί ότι στον εντόπιο πληθυσμό πρέπει να προστεθεί και ένας σεβαστός αριθμός νοσηλευομένων, περίπου 600, 608 και υπαλλήλων του Σανατορίου, το οποίο βρισκόταν στην ανατολική πλευρά, την Εξοχή, σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από το χωριό.

Μέχρι τον Ιούλιο του 1944 δεν μνημονεύονται επεισόδια που να είχαν διασαλεύσει τη ζωή των χωρικών. Για πρώτη φορά, τη νύχτα της 12ης Ιουλίου μια ομάδα ανταρτών κατέβηκε στο Ασβεστοχώρι από τα λημέρια της στο βουνό Χορτιάτη, αιχμαλώτισε σχεδόν όλους (18 ή το ορθότερο 8) τους χωροφύλακες, σκότωσε δυο και τραυμάτισε άλλους δυο στρατιώτες της γερμανικής φρουράς που προστάτευε τον ασύρματο έξω από το Ασβεστοχώρι. Σαν πρώτα αντίποινα οι Γερμανοί στις 20 Ιουλίου στο δάσος «Κουρί» συνέλαβαν και εκτέλεσαν τρεις Ασβεστοχωρίτες συνδέσμους του ΕΛΑΣ. Η ενέργεια, όμως, του ΕΛΑΣ θορύβησε την Ομάδα Στρατού Ε τόσο ώστε να προβεί στο σχεδιασμό εκκαθαριστικής επιχείρησης, γιατί «η ριζική και γρήγορη εκκαθάριση αυτής της περιοχής θεωρείται απαραίτητη για τη συνέχιση διεξαγωγής του πολέμου». Στην επιχείρηση αυτή συμμετείχαν εκτός από ένα λόχο Γερμανών και δυο βουλγαρικά τάγματα από το Λαγκαδά και το «Σώμα Κυνηγών» του Σούμπερτ που στρατωνιζόταν την περίοδο αυτή στη Νέα Απολλωνία. Προφανώς η συμμετοχή του Σούμπερτ με το τμήμα του θεωρήθηκε αναγκαία, γιατί ήταν γνωστός στις γερμανικές αρχές για τις βάναυσες μεθόδους του στην απόσπαση πληροφοριών για την ανακάλυψη των «κομμουνιστών» δραστών.

Τα δεύτερα αντίποινα σχεδιάστηκαν να γίνουν στις 26 Ιουλίου. Τα ξημερώματα το χωριό περικυκλώθηκε και οι κάτοικοι ξύπνησαν από το πανδαιμόνιο των πυροβολισμών και από τις καμπάνες και τους τηλεβόες που ειδοποιούσαν τον κόσμο να συγκεντρωθεί στο δημοτικό πάρκο. Εν συνεχεία άνδρες του Σούμπερτ ξεχύθηκαν σε όλο το χωριό και βιαίως έβγαζαν τον κόσμο από τα σπίτια τους, στέλνοντάς τον στην πλατεία. Καθώς άδειαζαν τα σπίτια οι Σουμπερίτες τα ερευνούσαν για να βρουν κρυμμένα όπλα και στρατιωτικά είδη. Επίσης τα χαράματα οι επιτελείς του Σούμπερτ Γερμανάκης και Καπετανάκης με οδηγό τον Κατερινιώτη Διον. Μπατάλα, ο οποίος συμμετείχε στην επιχείρηση ως συνεργάτης με «χακί στολή και πιστόλι», επέλεξαν 11 άτομα με υπόδειξη του Μπατάλα ότι ήταν κομμουνιστές, και τα μετέφεραν στο δημοτικό πάρκο. Εν τω μεταξύ στο πάρκο το συγκεντρωμένο πλήθος από εντόπιους και παραθεριστές, διαχωρίστηκε σε τρεις ομάδες, των γυναικόπαιδων (γυναίκες και παιδιά μέχρι δέκα ετών), των παιδιών μέχρι 17 ετών, και στην ομάδα των ανδρών, που είχε τοποθετηθεί στο ψηλότερο διάζωμα του επικλινούς πάρκου. Υπολογίζεται ότι οι άνδρες ανέρχονταν γύρω στους 300, ένα πολύ μικρό μέρος του πληθυσμού, καθότι στον αριθμό αυτό συμπεριλαμβάνονταν και οι παραθεριστές. Ένας μεγάλος αριθμός ανδρών, κυρίως οι οργανωμένοι στο ΕΑΜ, είχε εγκαταλείψει το χωριό το προηγούμενο βράδυ, όταν διαδόθηκε ότι «ήρθε ένας μεγάλος τρομοκράτης», ενώ άλλοι χωρικοί διανυκτέρευσαν στα αγροκτήματά τους. Ο φόβος και ο τρόμος του συγκεντρωθέντος πλήθους ήταν ο αρχιεκτελεστής του τάγματος Γ. Γερμανάκης που «περιστρεφόταν με δυο περίστροφα στα χέρια και έδειχνε να το διασκέδαζε, όταν ξαφνικά προσποιούμενος εκτέλεση έστρεφε τα περίστροφά του εναντίον των ανδρών, οι οποίοι πανικοβλημένοι φρόντιζαν πώς να προφυλαχθούν ο ένας πίσω από το σώμα του άλλου». Τρία με τέσσερα πολυβόλα είχαν στηθεί στον κενό χώρο μεταξύ γυναικών και ανδρών στα οποία τοποθετήθηκαν «γερμανοί στρατιώτες» [Σουμπερίτες]. Κατά διαστήματα ο Σούμπερτ, που είχε το γενικό πρόσταγμα (οι παρόντες Γερμανοί αξιωματικοί εκτελούσαν καθήκοντα παρατηρητή), έδινε παράγγελμα στους πολυβολητές να πέσουν πρηνηδόν και να στοχεύσουν κατά των ανδρών, αλλά τα πολυβόλα «έβαζαν πάνω από τα κεφάλια τους». Οι εικονικές αυτές εκτελέσεις επαναλήφθηκαν τρεις ή τέσσερις φορές. Αμέσως μετά το θόρυβο της σκανδάλης δυνατές φωνές ακουγόταν από την ομάδα των γυναικών. Την τελευταία, όμως, φορά ο Σούμπερτ έξω φρενών επειδή, φαίνεται, ύστερα από πολύωρη ανάκριση, δεν μπόρεσε να βρει κι άλλους ενόχους για το επεισόδιο της 12ης Ιουλίου, κατέφθασε από το απέναντι κτίριο των βασανιστηρίων και ουρλιάζοντας κυριολεκτικά: «δίνει εντολή να πέσουν οι πολυβολητές πρηνηδόν και να οπλίσουν τα πολυβόλα τους με τους γεμιστήρες. Τα γεμίζουν με τους κάλυκες και παίρνουν πραγματική θέση με οπλισμένα πλέον τα πολυβόλα για ν’ αρχίσουν να βάλουν εναντίον των συγκεντρωμένων ανδρών. Τότε οι μεν άνδρες έρποντας και ωθώντας πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, οι δε γυναίκες αρχίζουν να ουρλιάζουν και για να αποφύγουν αυτό το μακελειό υποχωρούν και πέφτουν μέσα στο χαντάκι με τα βατόμουρα. Δημιουργήθηκε μεγάλο πανδαιμόνιο που κράτησε γύρω στο δεκάλεπτο. Μετά τον εκφοβισμό πήραν πάλι 5-6 άνδρες από το πλήθος, τους πήγαν στο σπίτι απέναντι και τους ξυλοφόρτωσαν. Το ουρλιαχτό τους ακουγόταν μέχρι το πάρκο». Οι άνδρες που ο Σούμπερτ έστελνε για ανάκριση στο υπόγειο του κοντινού κτιρίου, όπου στεγαζόταν η Κομαντατούρα, επιλέγονταν από το μεγάλο πλήθος των ανδρών βάσει ονομαστικού καταλόγου, τον οποίο φέρεται ότι προμήθευσε ο συνεργάτης Δ. Μπατάλας. Στη ξεχωριστή ομάδα των επιλεγέντων εκτός από τους «σταμπαρισμένους κομμουνιστές» συμπεριλαμβάνονταν και άτομα στα σπίτια των οποίων ανακαλύφθηκαν όπλα και στρατιωτικά είδη. Όλοι αυτοί οι όμηροι περίμεναν να έρθει η σειρά τους να υποβληθούν σε ανάκριση για να ομολογήσουν είτε προσωπική ενοχή είτε άλλους υποτιθέμενους ενόχους. Όσοι είχαν ξυλοκοπηθεί στο υπόγειο του Λήτα μέχρι το μεσημέρι της ημέρας εκείνης και θεωρήθηκαν «υπαίτιοι», κρατήθηκαν στο σωρό των μελλοθανάτων. Ένας από αυτούς, ο Σ. Δημάκας, αν και ασθενής, μεταφέρθηκε στο πάρκο και ακολούθως στο υπόγειο, όπου κακοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό που υπέκυψε στα τραύματά του. Είναι άγνωστο πόσους από το πλήθος των ανδρών ο Σούμπερτ σκόπευε ακόμη να στείλει στο υπόγειο για βασανιστήρια. Στο μακάβριο αυτό σκηνικό που τόσο ευχαριστούσε τον ίδιο και τα όργανά του έδωσε τέλος ένα απροσδόκητο γεγονός. Κατά το μεσημέρι κατέφθασε προερχόμενη από Θεσσαλονίκη η δημοσιογράφος Ελένη Λιόντα, παραθερίστρια, η οποία όταν είδε τι συνέβαινε στο πάρκο και έμαθε ότι η ζωή φίλων Ασβεστοχωριτών απειλούνταν, πλησίασε το Γερμανό διοικητή (Φρούραρχο) και του απηύθυνε το λόγο σε άπταιστα γερμανικά: «Κύριε διοικητά, ο γερμανικός λαός φημίζεται για τον ανθρωπισμό και την κουλτούρα του που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία ελληνική παιδεία. Η βία όμως που ασκείται σήμερα εναντίον των χωρικών αυτών δεν συμβιβάζεται με το γερμανικό ανθρωπισμό». Ο διοικητής, φαίνεται, εκτίμησε την ευθυκρισία της νέας, επενέβη στο Σούμπερτ, σταμάτησε τις περαιτέρω ανακρίσεις και ανακοίνωσε ότι όσες γυναίκες έχουν στα σπίτια τους στρατιωτικό υλικό, να το φέρουν για να πάρουν τον όμηρό τους. Σε λίγο «αι γυναίκες παρέδωσαν δύο τρία τυφέκια, αρκετά περίστροφα, κυνηγετικά όπλα, δυναμίτιδα και διάφορα [...] Γερμανικά και Ιταλικά στρατιωτικά είδη». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, πολλοί από το πλήθος των κρατουμένων να αποφύγουν τα βασανιστήρια και ενδεχομένως την εκτέλεση χάρη στη μεσολάβηση του Γερμανού Φρουράρχου, ο οποίος «εδέχθη τας καπηλικάς ύβρεις» του Σούμπερτ. Από τα 21 συνολικά άτομα που κρατούνταν για εκτέλεση στο κτίριο της Κομαντατούρας, ξεχώρισαν έντεκα υπαλλήλους και νοσηλευόμενους του Σανατορίου και πέντε Ασβεστοχωρίτες. Τους υπόλοιπους πέντε χωρικούς μαζί με μερικούς από το Σανατόριο τους μετέφεραν ως ομήρους στο στρατόπεδο του «Παύλου Μελά». Τελικά στο τόπο εκτέλεσης, περίπου ενάμισι χιλιόμετρο από το πάρκο, έφτασαν οι 15 προδιαγραμμένοι (φέρεται ότι ένας ασθενής έπεσε αναίσθητος κατά τη μεταφορά έξω από το χωριό). Οι μελλοθάνατοι παρατάχθηκαν μπροστά σε ένα λάκκο, που είχε ανοιχθεί από κατοίκους εκ των προτέρων, παρουσία πολλών Ασβεστοχωριτών, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να παρακολουθήσουν το μακάβριο δράμα. Η εκτέλεσή τους σχεδιάσθηκε σαν ένα είδος ιεροτελεστίας. Ο αρχιεκτελεστής Γερμανάκης τους διέταξε μετά την εκφώνηση του ονόματός τους να κατεβαίνουν ένας-ένας στο λάκκο και εκεί τους εκτελούσε, πυροβολώντας τους στο σβέρκο. Όταν τελείωσε η εκτέλεση, ο Σούμπερτ διέταξε έναν από τους παρισταμένους «να πάει στο λάκκο για να μετρήσει δήθεν τα πτώματα [...] αλλά ύστερα από νόημα του Σούμπερτ μια σφαίρα του Γερμανάκη τον έστειλε κι αυτόν στον άλλο κόσμο». Το 16ο θύμα (υπενθυμίζεται ότι ο Σούμπερτ από την αρχή επέμενε στον αριθμό 16) ήταν ο εύσωμος 22ετής φοιτητής, Κων. Μάλαμας, παραθεριστής, στο πρόσωπο του οποίου ο Σούμπερτ, φαίνεται, παρατήρησε αποτροπιασμό για την ανατριχιαστική επίδειξη βαρβαρότητας. Η οδυνηρή αυτή δοκιμασία των κατοίκων κράτησε από τις πρώτες πρωινές ώρες μέχρι αργά το απόγευμα.

Στο χώρο των εκτελέσεων ο Σούμπερτ έβγαλε λόγο στους παρισταμένους άρρενες, δηλώνοντας μεταξύ άλλων ότι μόνο το σώμα του παρέχει ασφάλεια από τους κομμουνιστές σε «όποιο θέλει να τον ακολουθήσει [...]. Εγώ ακολούθησα τον Σούμπερτ από φόβο, διότι δεν ήθελα να πάω με τους αντάρτες», δήλωσε ο αγροφύλακας του Ασβεστοχωρίου, Κ. Καμίσης, ο οποίος ντύθηκε Σουμπερίτης αμέσως μετά το επεισόδιο και έκτοτε έλαβε μέρος σε όλες τις εξορμήσεις του σώματος.

[...] Λίγο πριν αναχωρήσει, γύρω στις 10 Αυγούστου, για το Ασβεστοχώρι, ο Σούμπερτ έκαψε περίπου δέκα σπίτια χωρικών οργανωμένων στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, οι οποίοι είχαν διαφύγει στο βουνό. Πήρε μαζί του το δωσίλογο Ι. Ματσελά και τις αδελφές Άννα και Ζαχαρούλα με τη θεία τους Μαρία, τις οποίες έκλεισε σε ένα ανήλιο δωμάτιο και τοποθέτησε τον «Τούρκο» Καμπά να τις φυλάγει. Στο τάγμα του ο Σούμπερτ έκανε αυστηρές συστάσεις: «Αν αυτά τα κορίτσια τα πειράξετε, έστω και με λόγια, να ξέρετε ότι θα σας καθαρίσω εγώ ο ίδιος». Στη μητέρα τους που ήρθε με κλάματα να τον παρακαλέσει να αφήσει τις κόρες της ελεύθερες, ο Σούμπερτ έκανε την υποχώρηση να απελευθερώσει την αδελφή της, την έγκυο Μαρία. Στις 27 Σεπτεμβρίου, παραμονή της αποχώρησης του τάγματος από το Ασβεστοχώρι, ο Σούμπερτ τις κάλεσε στο γραφείο του για να ανακοινώσει τη «μεγαλοψυχία» του: «“Μαζέψτε τα αμέσως και σε πέντε-δέκα λεπτά εξαφανισθείτε από μπροστά μου αλλιώς θα σας καθαρίσω”. Στην αρχή νομίσαμε ότι μας κορόιδευε γιατί ξέραμε ότι ήταν ένας τρελός άνθρωπος, ένας ψυχοπαθής, ένα άγριο θηρίο. Προτού μας αφήσει να φύγουμε τελείωσε το λόγο του με τις λέξεις: “Στη ζωή σας μεγαλύτερο κακό δεν συναντήσατε ούτε νομίζω πρόκειται να συναντήσετε. Εγώ στη ζωή μου δεν έχω κάνει καλό, αλλά για σας, όπως λέει η παροιμία, ‘κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό’, εγώ θα κάνω το καλό να μην σας σκοτώσω”». Ο Γερμανάκης όμως, έκανε τους δικούς του υπολογισμούς και λίγο πριν την απελευθέρωσή τους, τους κοινοποίησε την απειλή του: «Αν σας αφήσει ελεύθερες, εγώ θα σας βρω και θα σας σκοτώσω». Μετά τη διαταγή του Σούμπερτ να εξαφανισθούν, αμέσως έτρεξαν στον κεντρικό δρόμο του χωριού και για καλή τους τύχη βρήκαν ένα φορτηγάκι που τις μετέφερε στη Θεσσαλονίκη. Ο Γερμανάκης πήγε και έψαξε να τις βρει στο πρακτορείο λεωφορείων Νέας Απολλωνίας, αλλά αυτές είχαν εν τω μεταξύ αποφασίσει να καταλύσουν εκείνο το βράδυ σε συγγενικό σπίτι και έτσι εν αγνοία τους ανέτρεψαν το σχέδιό του. Ύστερα από λίγες ημέρες βρέθηκαν πίσω στην οικογένειά τους με την οποία γιόρτασαν όλοι μαζί «όχι μόνο την απελευθέρωσή μας αλλά και την ανάστασή μας». 

Πηγή κειμένου: Θανάσης Σ. Φωτίου: Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις "επίκεντρο "

Δείτε επίσης:

Σούμπερτ: Επιστροφή και σύλληψη στην Ελλάδα (5 Σεπτεμβρίου 1945)

Οι ωμότητες του Σούμπερτ στο χωριό Καλή Συκιά

Η απομάκρυνση του Σούμπερτ από την Κρήτη (11 Ιανουαρίου 1944)

Σάββατο, Δεκεμβρίου 20, 2025

Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ

Κατά το διάστημα της ξενικής κατοχής στην Ελλάδα, το ελληνικό ραδιόφωνο κυριαρχείται από δύο πρόσωπα: τον Ιωάννη Βουλπιώτη και τη Σίτσα Καραϊσκάκη.

Πληρεξούσιος διευθυντής και αντιπρόσωπος για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη του μεγάλου γερμανικού συγκροτήματος Siemens-AEG-Telefunken ήταν από τα προπολεμικά χρόνια ο Ιωάννης Βουλπιώτης, σύζυγος της κόρης του μεγαλοβιομηχάνου Siemens. Είχε συνάψει διάφορες συμβάσεις με τις ελληνικές κυβερνήσεις της δεκαετίας 1930 για την προμήθεια εξοπλισμού, πολεμικών πλοίων, του τηλεπικοινωνιακού δικτύου και των ραδιοφωνικών σταθμών. Μετά την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα, η εταιρία Telefunken, στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο όφειλε την αξία των εγκαταστάσεων του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, προήλθε σε συμφωνία με την ελληνική κατοχική κυβέρνηση, ύστερα από πίεση των γερμανικών αρχών, και ανέλαβε την πλειοψηφία των μετοχών της ΑΕΡΕ (Ανώνυμος Ελληνική Ραδιοφωνική Εταιρία), προδρόμου της σημερινής ΕΡΤ. Γενικός διευθυντής ορίστηκε ο Ιωάννης Βουλπιώτης, που εγκαταστάθηκε πλέον μόνιμα στην Ελλάδα και ενεργούσε διοικητικά σαν να προΐστατο ιδιωτικής εταιρίας.

Ο Βουλπιώτης, λόγω της θέσης του σαν γενικού διευθυντή της ΑΕΡΕ, αλλά και λόγω των ευρυτάτων διεθνών επαφών του (χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι υπήρξε και προσωπικός φίλος του περίφημου ναυάρχου Κανάρις), βαθμιαία εξελίχθηκε στον ισχυρότερο παράγοντα της Κατοχής. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της τρίτης κατοχικής κυβερνήσεως (Ι. Ράλλη) εθεωρείτο «υπερπρωθυπουργός». Είχε τέτοια ισχύ, ώστε ένα απλό τηλεφώνημά του σε γερμανική υπηρεσία ήταν αρκετό για να αρθεί ένα μέτρο των κατοχικών αρχών ή να απελευθερωθεί ένας κρατούμενος. Εξ άλλου το προσωνύμιο των ταγματασφαλιτών ήταν «ράλληδες» ή «βουλπιώτηδες», ακριβώς επειδή ο Βουλπιώτης ήταν εκείνος που εμπνεύστηκε και οργάνωσε τα Τάγματα Ασφαλείας. Προσωπικός φίλος παράλληλα του ηγέτη του ΕΑΜ Δημήτρη Γληνού, είχε έρθει σε διαπραγματεύσεις μαζί του για τη σύναψη συμφωνίας «εκεχειρίας» μεταξύ ΕΑΜ και Κυβέρνησης Ράλλη, ενώ έπαιξε ηγετικό ρόλο στον ΕΔΕΣ Αθηνών.

Μια σπάνια φωτογραφία της παντοδύναμης στο Βερολίνο

Σίτσας Καραϊσκάκη το 1934. Αριστερά ο Έλληνας

υπουργός Οικονομικών Γ. Πεσμαζόγλου και δίπλα του οι Γερμανοί

υπουργοί Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ και Βίλελμ Φρικ.


Ένα άλλο πρόσωπο, που κυριάρχησε στο ελληνικό ραδιόφωνο της Κατοχής, ήταν η Σίτσα Καραϊσκάκη. Διδάκτορας της φιλοσοφίας και σπουδασμένη σε πανεπιστήμια της Γερμανίας, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, υπήρξε συνεργάτιδα του υπουργού Προπαγάνδας Γιόζεφ Γκαίμπελς και του θεωρητικού του εθνικοσοσιαλισμού Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ. Γνωστή και στα ελληνικά γράμματα από διάφορα βιβλία της (εκ των οποίων «Ο γιος της καλογρηάς», έκδοση του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, όπου αφηγείτο τη ζωή του συνεπώνυμου ήρωα του 1821, γνώρισε μεγάλη εκδοτική επιτυχία και έξω από την Ελλάδα), ήταν επί 4ης Αυγούστου η αρθρογράφος του περιοδικού «Νεολαία» της ΕΟΝ (της μεταξικής Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας), καθοδηγώντας τις φαλαγγίτισσες.

Ευθύς με την έναρξη της γερμανικής κατοχής, η Καραϊσκάκη τέθηκε επί κεφαλής της γερμανικής προπαγάνδας στην Ελλάδα και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε το ραδιόφωνο. Με συνεχείς δικές της πολιτικές και λογοτεχνικές ραδιοφωνικές ομιλίες ασκούσε την προπαγάνδα, ενώ γύρω της σχημάτισε ένα επιτελείο ομιλητών, που το αποτελούσαν δημοσιογράφοι και λογοτέχνες. Αναφέρουμε μερικούς:

Κώστας Καιροφύλλας, Δ. Χρονόπουλος, Δ. Καλλονάς, Χρ. Χαιρόπουλος, Αθ. Σαράφης, Δ. Ιωαννόπουλος, Δ. Ψαθάς, Γ. Ταρσούλη, Χρ. Γοργίας, Σοφία Σπανούδη, Γρ. Στεφάνου, Νίκος Βρανίδης, Γ. Παπακώστας, Χρ. Παπαβασιλείου, Κλεάνθης Καριπίδης, Κων. Φαλτάιτς, Πέτρος Παράσχος, Μ. Καπλανίδης, Λ. Αντωνιάδης, Γ. Δημητριάδης, Κ. Κωστάκης, Θ. Μυταράκης, Σ. Σωτηρόπουλος, Κ. Πανταζίδης, Κ. Χριστοδούλου, Κ. Θωμόπουλος, Βασ. Πίκουλας κ.ά. Ως ομιλητές χρησιμοποιήθηκαν επίσης μεταξύ άλλων οι: Μιχ. Κουνελάκης, Δ. Γατόπουλος, Στέφ. Δάφνης, Διον. Κόκκινος, Λ. Κωνσταντινίδης, Κ. Παπάς, Σπ. Γρανίτσας, Σωκρ. Καραντινός, Γρ. Κέδρος, Πέτρος Χάρης, Κ. Δημητριάδης, Κ. Κροντηράς, Ρ. Ρηγόπουλος, Γιώργος Γιαννακόπουλος, Σωτηρία Ιατρίδου, Αύρα Θεοδωροπούλου, Β. Φρέρης, Ι. Λιγνάδης, Κ. Φαληρέας και ο Μανόλης Καλομοίρης.

Το ραδιόφωνο ελάχιστα αναφερόταν σε θέματα ιταλικού ενδιαφέροντος και είχε καταστεί σχεδόν αποκλειστικά μέσον της γερμανικής προπαγάνδας. Στις τακτικές κάθε Τρίτη και Σάββατο εκπομπές του, ο Νίκος Βρανίδης έκανε στρατιωτική και πολιτική ανάλυση, ενώ κάθε Κυριακή μεταδιδόταν μια ειδική εκπομπή για την Κρήτη, με ακραία προπαγανδιστικά θέματα (τού τύπου π.χ. «Πώς οι Εβραίοι ωνειροπόλησαν την ερήμωσιν της Κρήτης» κ.ο.κ.). Στις καθαυτό πολιτικές εκπομπές, άξονας των θεμάτων ήταν ο αντικομμουνισμός, καθώς και η αντιπαράθεση στους δυτικούς συμμάχους. Από ένα αντίγραφο του αρχείου του πρώτου εξαμήνου του 1943 αναφέρουμε χαρακτηριστικά τα θέματα των ομιλιών που μεταδόθηκαν από το ραδιόφωνο:

1 Ιαν.: Η ευρωπαϊκή ισχύς μέσα σ' ένα χρόνο. 3 Ιαν.: Πλουτοκρατική καλλιτεχνία. 6 Ιαν.: Ένας μεγάλος Γερμανός οργανωτής. 8 Ιαν.: Γεωργική οικοδόμηση στην κατεχόμενη Σοβιετική Ρωσία. 14 Ιαν.: Πώς είδε ένας καλλιτέχνης την Αγγλία. 15 Ιαν.: Πώς μιλούν οι ξένες φοιτήτριες για τη Γερμανία. 20 Ιαν.: Η Δήλος ως συνδετικός κρίκος από βορρά εις νότον. 21 Ιαν.: Η γερμανική επιστήμη. 22 Ιαν.: Η αποσυνθετική δράσις του μπολσεβικισμού. 7 Φεβ.: Το αληθινό πρόσωπο της μπολσεβικικής τέχνης. 19 Φεβ.: Το ιδεολογικό μέτωπο της Ευρώπης κατά του μπολσεβικισμού. 21 Φεβ.: Το εθνολογικό μέτωπο της Ευρώπης κατά του μπολσεβικισμού. 26 Φεβ.: Ο κομμουνισμός και το ελληνικό εθνικό φρόνημα. 4 Μαρ.: Η θέσις της Ελλάδος εις την Ευρώπην. 17 Μαρ.: Η Ελλάς προπύργιον του ευρωπαϊκού πολιτισμού. 24 Μαρ.: Μέλια, το ουράνιο δέντρο των Αρίων. 2 Απρ.: Τα μεγαλύτερα χρέη του κόσμου. 7 Απρ.: Η θέσις της Αγγλίας έναντι του βορειοαμερικανικού ιμπεριαλισμού. 22 Απρ.: Μπολσεβικισμός και Εκκλησία. 29 Απρ.: Το «κατηγορώ» του Σβέν Χεντίν εναντίον του κομμουνισμού. 30 Απρ.: Ο κομμουνισμός στη Φλαμανδία. 7 Μαΐου: Πίσω από κλεισμένα σύνορα. 11 Μαΐου: Η σωτηρία της Ευρώπης. 13 Μαΐου: Το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης. 18 Μαΐου: Πώς εξωπλίσθη μυστικά η Ρωσία. 4 Ιουν.: Ο μπολσεβικικός χαμαιλέων. 6 Ιουν.: Η πίστις νικά.

Για να πάρουμε μια ιδέα αυτού του είδους των πολιτικών ομιλιών, που άκουγαν οι Αθηναίοι κάθε μεσημέρι στις 2.30, παραθέτουμε αυτούσιο το κείμενο μιας τέτοιας ομιλίας, που μεταδόθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1943 με τίτλο «Το ιδεολογικό μέτωπο της Ευρώπης κατά του μπολσεβικισμού»:

«Εις τα παμπάλαια βιβλία των αρχαίων Περσών, τα αποδιδόμενα εις τον Ζωροάστρην, απαντάται διά πρώτην φοράν η έκφρασις «άραγιας αραγιάσι», ήτοι άριος μεταξύ αρίων. Και η μυθολογία των αρχαίων Περσών, προσφέρει μίαν υψηλήν συμβολικήν αποτύπωσιν του βαθυτέρου νοήματος του μεγίστου των πολέμων. Εις τον απεριόριστον χρόνον και τον ατελεύτητον χώρον, υφίστανται, χωριζόμενα από ευρύ διάστημα δύο βασίλεια. Το βασίλειον του ανάρχου φωτός και το βασίλειον του ανάρχου ζόφου. Κυρίαρχος του πρώτου είναι η Αχούρα Μάσδα, του οποίου ιδιότητες είναι η ζωή, το φώς και η αλήθεια. Κυρίαρχος του δευτέρου είναι ο Άνγκρα Μαηνυού, με γνωρίσματα τον θάνατον, την σκοτίαν και το ψεύδος. Και ο μεγαλειώδης μύθος των παναρχαίων αρίων, ιστορεί, ότι ο Άνγκρα Μαηνυού, ο άρχων του ερέβους, παρατηρεί από μακρυά το φώς, και εφορμά ακάθεκτος, διά να το εξολοθρεύση. Αλλά ο κύριος του φωτός προλαμβάνει. Και ορθώνεται αντιμέτωπος του επιδρομέως. Οι δύο αντίπαλοι αναμετρούνται. Συναισθάνονται, ότι πρόκειται αγών περί υπάρξεως ή εξοντώσεως. Τις εξ ημών δεν αναγνωρίζει εις την αδυσώπητον αντίθεσιν των Αχούρα Μάσδα και Άνγκρα Μαηνυού και την ανοικτίρμονα πάλην των, την Ευρώπην αγωνιζομένην κατά του μπολσεβικισμού; Το φώς και η ζωή και η αλήθεια, αι ιδιότητες του μυθικού αρίου άρχοντος του πνευματικού βασιλείου αποτελούν και τας αξίας της συγχρόνου στρατευομένης ευρωπαϊκής ιδεολογίας. Είναι το ιδεολογικόν μέτωπον της Ευρώπης. Αν τώρα, εν πιχειρήσωμεν να προσγειώσωμεν την αρχαίαν περσικήν αλληγορίαν εις το στερεόν έδαφος της ιστορικής πραγματικότητος, αι ευρωπαϊκαί αξίαι της ζωής, του φωτός και της αληθείας θα προσκτήσουν ευκρινή και συγκεκριμένα περιγράμματα. Η βαθυτέρα των όμως ουσία θα παραμείνη αναλλοίωτος. Το ευρωπαϊκόν ιδεολογικόν μέτωπον υπάρχει, επιβαλλόμενον διά μόνης της παρουσίας αυτού. Εις τον πανάρχαιον μύθον των αρίων ευρίσκομεν το έσχατον νόημα και το πρώτιστον καθήκον παντός Ευρωπαίου. Τον αγώνα.

Τον αμείλικτον αγώνα, μέχρις εξουθενώσεως του ετέρου των ανταγωνιστών. Και διά να επανέλθωμεν εις την ενεστώσαν πραγματικότητα: Ο Βλαδίμηρος Ίλλιτς Ουϊλιάνωφ, γνωστότερος υπό το ψευδώνυμον Λένιν, διεκήρυξεν εις το «Περί του πολέμου» δημοσίευμά του ήδη από του 1916: «Τώρα πρέπει οπωσδήποτε να εκπληρώσωμεν το καθήκον της προπαρασκευής του επαναστατικού πολέμου». Το ζήτημα περί του χρόνου της διεξαγωγής του επαναστατικού πολέμου δέον να επιλυθή κατόπιν εξετάσεώς του υπό την έποψιν των διά την διεξαγωγήν αυτού υπαρχουσών υλικών προϋποθέσεων. Καθ' ον δε χρόνον οι πλουτοκράται της Ουάσιγκτων και του Λονδίνου με την ελεεινήν των προπαγάνδαν στρατολογούν ηλιθίους των οποίων αι ανοησίαι, πολλαπλασιαζόμεναι επί το αγγλοσαξονικόν ψεύδος, αποδίδουν εν γινόμενον αηδούς εξωφρενισμού, οι απανταχού κοινωνικοί εγκληματίαι ετοιμάζονται, πιστοί εις την πέμπτην απόφασιν της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1940): «Οι κομμουνισταί όλων των χωρών συγκεντρώνουν τας εργαζομένας μάζας πέριξ της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της Διεθνούς του Λένιν και του Στάλιν, της μοναδικής διεθνούς οργανώσεως της δυναμένης να συνενώση τας δυνάμεις του διεθνούς προλεταριάτου εις τον αγώνα διά την πραγματοποίησιν της κοσμοϊστορικής αποστολής αυτού». Εν όψει της πραγματικότητος οφείλομεν να πυκνώσωμεν το ιδεολογικόν μέτωπον της Ευρώπης κατά του μπολσεβικισμού. Δι' ημάς τους Έλληνας δεν γεννάται πρόβλημα αναζητήσεων. Αρκεί να υπακούσωμεν εις το κήρυγμα του εθνικού μας ποιητού και να κλείσωμεν στην ψυχή μας την Ελλάδα. Διότι το ιδεολογικόν μέτωπον της Ευρώπης δεν είναι ει μη διά μέσου των άλλων ευρωπαϊκών λαών παράθλασης της αενάου ακτινοβολίας του ελληνικού θαύματος».

Η ομιλία αυτή, όπως και άλλες στα προαναφερθέντα θέματα, γράφτηκαν από τους συνεργάτες της Σίτσας Καραϊσκάκη. Αποσπάσματα από μια δική της, με τίτλο «Εντυπώσεις από την Γερμανίαν - το θέατρον εν καιρώ πολέμου», δίνουμε εδώ:

«Κατά την τελευταία μου επίσκεψη στη Γερμανία ενδιαφέρθηκα πολύ για την πολιτιστική ζωή της, κυρίως δε για το θέατρο. Ήθελα να δω αν πραγματικά σήμερα κατά τον μεγάλο αγώνα που διεξάγει η Γερμανία, η θεατρική τέχνη είναι στην ίδια περιωπή, όπως και πρίν. Γι΄ αυτό όλο το διάστημα που έμεινα εκεί, σχεδόν κάθε βράδυ βρισκόμουνα και σ΄ ένα θέατρο, από την όπερα του Βερολίνου και της Βιέννης με τον «Τριστάνο και Ιζόλδη», τον «Ορφέα και την Ευρυδίκη» ώς το βαριετέ και την οπερέτα μικρών πόλεων, δηλαδή από το πιο σοβαρό ώς το πιο ελαφρό είδος του θεάτρου. Μίλησα με γνωστούς ηθοποιούς - οι περισσότεροι είναι στο μέτωπο - και γενικά ανθρώπους του γερμανικού θεάτρου, για την έννοια, την εντολή και το καθήκον του γερμανικού θεάτρου σήμερα. Το συμπέρασμα ήτανε παντού το ίδιο. Σε κάθε είδος τέχνης τίθεται σήμερα απόλυτο το ερώτημα: Τι κάνεις και πώς εργάζεσαι για τη νίκη; Κανείς δεν μπορεί ούτε και κατ' ελάχιστο να παραβλέψει τη γραμμή αυτή. Αυτή αποτελεί το κριτήριο για το δικαίωμα υπάρξεως και την έννοια εργασίας. Δεν μπορεί σήμερα το θέατρο και γενικά η τέχνη να στέκει έξω από τα δεδομένα, που συγκινούν ένα λαό. Πρέπει κι αυτή να εργασθεί για τον μεγάλο σκοπό...

Δεν μπορεί κανείς, που παρακολούθησε σήμερα το γερμανικό θέατρο να μην ομολογήσει ότι εκείνο που υπεσχέθη μετά την ανάληψη της αρχής από τον εθνικοσοσιαλισμό, το εξετέλεσε πέρα ως πέρα και ότι σήμερα, εν καιρώ πολέμου, εκτελεί θαυμάσια τις εντολές, που του έχουν ανατεθεί.

Η πνευματική Γερμανία απαιτεί από το θέατρο τη διατήρηση και τη διαφύλαξη του κλασικού γερμανικού αγαθού του πολιτισμού. Έζησα στη Γερμανία και στα χρόνια, που με εσφαλμένη ανατροφή με διάφορες επιδράσεις εβραϊκού λιμπεραλιστικού, μαρξιστικού και μπολσεβικικού πνεύματος είχε χαθεί σε όλους τους τομείς και είχε αποξενωθεί από πολλούς Γερμανούς η έννοια του κλασικού πνεύματος. Η νέα, όμως, Γερμανία κατόρθωσε να επαναφέρει πάλι τη νεολαία και κάθε παραστρατημένο προς την πηγή αυτή...Καθόμουνα κάποτε σ΄ ένα θέατρο του Βερολίνου πλάι σ΄ ένα στρατιώτη του ανατολικού μετώπου, που είχε ζήσει ένα βαρύ και φοβερό χειμώνα στην άσπρη κόλαση μιας ρωσικής στέπας. Ακριβώς οι άνθρωποι αυτοί, που έζησαν κάτι δυνατό, απαιτούν ιδιαίτερα από το θέατρο επίσης ένα δυνατό ζήσιμο. Γι΄ αυτό, το θέατρο σήμερα έχει μια ιερή αποστολή, όχι μονάχα για την ψυχαγωγία του στρατιώτη, αλλά και για την παροχή δυνάμεως, ως πηγή δυνάμεως κατά τον Σίλλερ.

Το γερμανικό θέατρο σήμερα έχει φθάσει, παρ΄ όλο τον σκληρό πόλεμο, σε τελειότητα. Στα γερμανικά θέατρα μπορεί σήμερα να μετρήσει ο ξένος την αξία της γερμανικής τέχνης, είναι τα βαρόμετρα, μπορεί να πεί κανείς, του γερμανικού πολιτισμού.

Οι καλλιτέχνες ακολουθούν πιστοί τα λόγια του Φύρερ: «Είθε να νοιώθουν πάντα οι Γερμανοί καλλιτέχνες το καθήκον που τους ανέθεσε το κράτος. Τους καλούμε να αναλάβουνε την πιο περήφανη αποστολή: την υπεράσπιση του γερμανικού λαού διά της γερμανικής τέχνης».

Στις μεταπολεμικές δεκαετίες η Σίτσα Καραϊσκάκη ήταν μια καθιερωμένη

λογοτέχνιδα και παρά το γεγονός ότι μετά την Απελευθέρωση καταδικάστηκε σε θάνατο από τα δικαστήρια δοσιλόγων, η ίδια δεν αποδοκίμασε στα μεταπολεμικά βιβλία της ο,τιδήποτε πίστευε πριν. Ανάμεσα στις προπολεμικές εκδόσεις της περιλαμβανόταν και ένα υμνητικό για το Τρίτο Ράιχ βιβλίο, που κυκλοφόρησε στα γερμανικά στο Βερολίνο με τον τίτλο Das Dritte Reich durch meine Brille. Αυτό το βιβλίο, που τότε είχε αποσπάσει τα κολακευτικότερα σχόλια των εθνικοσοσιαλιστικών εντύπων της Γερμανίας, συνέχιζε η Σίτσα Καραϊσκάκη μέχρι τον θάνατό της (1987) να το περιλαμβάνει στην εργογραφία της.

Η Σίτσα Καραϊσκάκη, που το πνευματικό κατεστημένο του τόπου μας την αποδέχθηκε και πάλι στους κόλπους του όταν επέστρεψε από τη Γερμανία στη δεκαετία του 1960, αγνοώντας ή παρασιωπώντας το καταδικασμένο με θάνατο παρελθόν της, απέφυγε στα νέα βιβλία της να μιλήσει για το παρελθόν. Πλην μιας μοναδικής εξαιρέσεως, του βιβλίου Ανάμεσα σε δύο μυλόπετρες, όπου κάνει λόγο για το τέλος της χιτλερικής Γερμανίας και που σε πολλά σημεία είναι αυτοβιογραφικό.

Ξαναγυρίζουμε όμως στη συγκεκριμένη κατοχική δραστηριότητά της, όταν ήταν το κύριο πρόσωπο της ραδιοφωνικής προπαγάνδας. Και αφού αναφέραμε αποσπάσματα από μια ραδιοφωνική ομιλία της εκείνη την εποχή, δίνουμε μερικά άλλα θέματα από εκείνα που διαπραγματευόταν από τα ερτζιανά: «Ο Χίτλερ σωτήρ της Ελλάδος» (28.6.1941), «Η Ελλάς πρέπει να καθοδηγηθή από το πνεύμα του Χίτλερ» (6/7.7.1941), «Διατί θα νικήση η Γερμανία, (21.7.1941), «Ποιος πραγματικά διευθύνει την Ρωσίαν» (29.7.1941), «Η γερμανική αγάπη προς το ελληνικόν πνεύμα» (7/8.8.1941), «Εθνισμός ή διεθνισμός, το ερώτημα της εποχής» (15/16.8.1941), «Στην αιωνιότητα της ιστορίας» (22.8.1941), «Εθνικοσοσιαλισμός, το σύμβολον της αιωνιότητος» (23.8.1941), «Η καταστρεπτική επίδρασις του διεθνισμού» (24.8.1941), «Μία θέλησις, μία πίστις» (4.9.1941), «Η ψυχή της Ευρώπης» (7.10.1941).

Άλλα θέματα ραδιοφωνικών ομιλιών της Καραϊσκάκη: «Αλληλεγγύη του συνόλου», «Η αθάνατη ιδέα της Ευρώπης», «Αλήθειες στην ιστορία της Αγγλίας (η εποχή της Ελισάβετ - Ο αρχικουρσάρος Χένρυ Μόργκαν - Η δραματική τύχη του Πουέρτο Μπέλιο)», «Μια γερμανική πόλις χιλίων ετών», «Ηγετική αξία», «Η ιδεολογική πλευρά της εργασίας», «Ένας Θεός ξαναβρίσκεται», «Ελληνισμός και γερμανισμός στην αρχαιότητα», «Η εθνικοσοσιαλιστική κοσμοθεωρία στην ποίηση», «Η γερμανική αγάπη προς το ελληνικό πνεύμα», «Ο πολύμορφος Γερμανός ποιητής Μπρούνο Μπρεμ», «Η τέχνη κτήμα του γερμανικού λαού», «Ποίησις και πόλεμος», «Καλλιτεχνική μόρφωσις της γερμανικής νεολαίας», «Η μόρφωσις των πολιτικών ηγετών», «Το κρατικό θέατρο του Βερολίνου», «Η μουσική στη Σοβιετική Ένωση», «Ο ποιητής Χανς Χαρόσσα», «Ένας σπουδαίος Γερμανός μαέστρος», «Νέα γερμανική ποίηση», «Εντυπώσεις από τη Γερμανία», «Ένα τεκμήριον της ιστορίας».

Θέματα που χρησιμοποίησαν άλλοι ομιλητές σε ραδιοφωνικές εκπομπές: Κ. Φαλτάιτς: «Η προ των Ρώσων Ρωσία» (24/26.7.1941), Κ. Σκανδάλη: «Το μυστικόν της επιτυχίας του Αδόλφου Χίτλερ» (13.7.1941), «Η κοινωνική πρόνοια της σημερινής Γερμανίας» (9.9.1941), Ιω. Καζαντζάκη: «Η ανοικοδόμησις» (3.7.1941), «Ελλάς και Ιταλία υπό το φως της ιστορίας» (16.7.1941), Χρ. Τερζάκη: «Ελλάς και Ιταλία εις την ύπαιθρον» (24.7.1941), Αθ. Κρυστάλλη: «Η θέσις της Ελλάδος μέσα εις την νέαν ευρωπαϊκήν τάξιν» (2.8.1941), «Ομόνοια και κοινωνική αλληλεγγύη» (27.9.1941), «Ο σημερινός πόλεμος» (30.9.1941), Κλεάνθη Καριπίδη: «Πώς βλέ πουν οι Γερμανοί τον ελληνικόν πολιτισμόν» (26.8.1941), Ι. Γεωργιάδη: «Η πολιτική της Αγγλίας κατά τον παρόντα πόλεμον» (11.8.1941), Ιωάννη Τσαμούρα: «Η Ελλάς προς νέους ορίζοντας εντός των πλαισίων της νέας τάξεως» (15/16.8.1941), «Προς φιλικήν συνεργασίαν με τον Άξονα» (7.9.1941), Αντ. Σπητέρη: «Η οργάνωσις του Ντόπο Λαβόρο εν Ιταλία», (27.8.1941), Ιωάννας Σπητέρη: «Η θέσις της γυναικός εις την σημερινήν Ιταλίαν» (29.8.1941), Ε. Συνοίκη: «Αγγλικαί σκευωρίαι κατά της Ελλάδος» (4.9.1941), Χρήστου Στάγκου: «Διατί πολεμά η Αγγλία; Ασφαλώς όχι διά τους μικρούς λαούς» (13.9.1941), Αιμιλίου Δημητριάδη: «Η Ελλάς στην πανευρωπαϊκή επανάσταση» (4.9.1941), «Ο αγγλικός φιλελληνισμός» (7.11.1941), Πάνου Γεωργιάδη: «Η αγγλική πολιτική εις την υπηρεσίαν του εβραϊκού χρυσού» (10.9.1941), Α. Σπαθάρη: «Αγγλία και Γερμανία, ο κόσμος της χθες και ο κόσμος της αύριον» (16.9.1941), Νικολάου Δημόπουλου: «Η κοινωνική πλευρά του πολέμου και η αιτία του κακού» (17.9.1941), «Πάντοτε μας πούλησαν» (9.10.1941), Κ. Φωτάκη: «Η δήθεν ουδετερότης» (20.9.1941), Τ. Σγάντζου: «Η Αγγλία έναντι της Ελλάδος» (23.9.1941), Ν. Καζασίδη: «Με ποια όπλα πολεμούν οι Άγγλοι» (25.9.1941), Κων. Σταθάκη: «Αι θεμελιώδεις βάσεις του εθνικοσοσιαλισμού» (2.10.1941), «Ψυχική τάξις και αρμονία» (17.10.1941), «Ο σοσιαλισμός των πράξεων» (5.11.1941), «Ιδανικά και δυνάμεις» (14.11.1941), «Γκομπινώ ο πρώτος ερευνητής της φυλετικής αξίας» (3.12.1941), «Η θέσις της Ιαπωνίας εις τον Ειρηνικόν Ωκεανόν» (24.12.1941), «Ένας περίπατος στη Μανίλα» (7.1.1942), Ι. Δασκαλάκη: «Δημοτική και κοινωνική μέριμνα» (23.10.1941), Κ. Πανά: «Η Αφρική και ο ελληνισμός» (29.10.1941), Μ. Καπλανίδη: «Η αποσυνθετική δράση του μπολσεβικισμού» (22.1.1943), Κίμωνος Φιλιππάκη: «Η Γερμανία άλλοτε και τώρα» (31.10.1941), «Η μεγαλύτερη σοσιαλιστική πολιτική του κόσμου» (12.11.1941), «Ο μεγάλος εξερευνητής Σβεν Χεντίν» (26.11.1941), «Η έννοια του σημερινού αγώνος» (27.11.1942), Χρ. Χριστοδούλου: «Ο μεγάλος δρόμος της Ευρώπης» (19.11.1941), Κ. Θωμόπουλου: «Εντυπώσεις από την Ρωσίαν του Κολλίν Ρος» (10.12.1941), «Το φρούριο των Ηνωμένων Πολιτειών στον Ειρηνικό» (17.12.1941), Γ. Δημητριάδη: «Η γερμανική επιστήμη» (21.1.1943).

Εδώ γίνεται μια ενδεικτική παρουσίαση των θεμάτων που χρησιμοποιούσε η γερμανική προπαγάνδα διά μέσου του ραδιοφώνου. Σαφώς διαφαίνεται ότι ο κύριος στόχος ήταν ο κομμουνισμός. Αυτός ο στόχος έγινε πιο οικείος, όταν άρχισαν οι εμφύλιες συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ. Μια σειρά εντυπωσιακών αντικομμουνιστικών ομιλιών έκανε από το κατοχικό ραδιόφωνο και ο άλλοτε δημοφιλής ανάμεσα στους κομμουνιστές νεολαίους της δεκαετίας του 1930, βουλευτής του ΚΚΕ Μανώλης Μανωλέας. Επί Μανιαδάκη είχε υπογράψει δήλωση μετανοίας και είχε προσληφθεί ως υπάλληλος στην ΕΟΝ, όπου γνωρίστηκε με τη Σίτσα Καραϊσκάκη. Κατά την Κατοχή συνεργάστηκε μαζί της στις ραδιοφωνικές εκπομπές και δημοσίευσε στις αθηναϊκές εφημερίδες δύο τολμηρές σειρές αντικομμουνιστικών άρθρων. Ο Μανωλέας εκτελέστηκε το 1944 από την ΟΠΛΑ. Στα πλαίσια των αντικομμουνιστικών ομιλιών, είχαν μιλήσει από το ραδιόφωνο και θύματα των εμφυλίων συγκρούσεων, παραθέτοντας με χρώμα τις αφηγήσεις τους. Μεταξύ αυτών και ο Νικόλαος Γόρδιος, η αδελφή του οποίου είχε εκτελεσθεί με σκληρό τρόπο. Τέλος, από τον Απρίλιο 1944 άρχισε μια ιδιαίτερη σειρά αντικομμουνιστικών ομιλιών της κατοχικής κυβέρνησης με ομιλίες του υπουργού Εσωτερικών Αναστ. Ταβουλάρη, του υπουργού γεν. Διοικητή Κρήτης Ιωάν. Πασσαδάκη, του περίφημου συνταγματάρχη Διον. Παπαδόγκωνα κ.ά.

Για να ολοκληρώσουμε το κεφάλαιο της κατοχικής ραδιοφωνίας, πρέπει να αναφερθούμε και στους άλλους συνεργάτες της, που τα ονόματά τους συμπεριλαμβάνονται στις μισθοδοτικές καταστάσεις. Δεν συνεργάσθηκαν απαραιτήτως σε πολιτικά θέματα, αλλά κυρίως προσφέροντας το μουσικό ή το συγγραφικό ταλέντο τους, ή και σαν απλοί υπάλληλοι.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, την τακτική εβδομαδιαία λογοτεχνική εκπομπή κράτησαν ο Κ. Καρθαίος, ο Σπύρος Μελάς και από τον Οκτώβριο 1942 ο Πέτρος Χάρης, ενώ ο λογοτέχνης Γιώργος Μανιατάκης είχε την εκπομπή «Τέχνη και Επαρχία». Στις μισθοδοτικές καταστάσεις της ΑΕΡΕ περιλαμβάνονταν ακόμη οι λογοτέχνες και δημοσιογράφοι:

Στέφ. Δάφνης, Αδαμ. Παπαδήμας, Αγγελική Χατζημιχάλη, Κώστας Κροντηράς, Αλέκος Σακελλάριος, Γρηγ. Ξενόπουλος, Δημ. Καλλονάς, Σοφία Σπανούδη, Άγγελος Τανάγρας, Φ. Μπουμπουλίδης, Θ. Ν. Συναδινός, Α. Βαρδούσης, Περσεύς Αθηναίος, Κώστας Δημητριάδης, Αναστ. Πεπονής, Π. Σεγδίτσας, Γ. Λαμπελέτ, Μ. Χανούσης, Ν. Σταθάκης, Νίκος Ματθαίου (ο επί κεφαλής της λογοτεχνικής ομάδας της ΕΣΠΟ) και ο Παύλος Ταρωνίτης (συνεργάτης του κατοχικού προπαγανδιστικού περιοδικού Εικοστός Αιών, που εξέδιδε ο Α. Καμπάνης).

Όσο για τους μουσικούς, ηθοποιούς και καλλιτέχνες που προσέφεραν υπηρεσίες στην κατοχική ραδιοφωνία, αναφέρουμε τους γνωστότερους:

Τραγούδι: Αφροδίτη Πατρέλλη, Μόλλυ, Άρδα Μανικιάν, Σπ. Καλογεράς, Καλλιέσης, Νίκος Γούναρης, Ρένα Βλαχοπούλου, Λάμπο, Καίτη Μελισσηνού, Ρένος Τάλμας, Ρένα Κοτοπούλου, Κ. Μανιατάκης, Τζένυ Λόττα, Δανάη Στρατηγοπούλου, Κλειώ Καραντινού, Κουρουσόπουλος, Φραντζέσκα Νικήτα Ανδρουτσοπούλου, Ελένη Ποργιώτου, Ιωάννα Σταματιάδου, Πάνος Βισβάρδης, Λ. Μαυράκης, Σπ. Σαλίγγαρος, Ντόρα Μαλή, Γ. Μουλάς, Β. Σεϊτανίδης, Ζωή Βλαχοπούλου, Πύρρος, Ρένα Φωτεινού, Νίκος Καζής, Αλ. Σούφλας, Καίτη Επισκόπου, Μιρέιγ Φλερύ, Αλεξάνδρα Σοφιανού, Καίτη Παπαλεονάρδου, Παύλος Δουφεξόπουλος, Μαρίκα Καλφοπούλου, Πέτρος Επιτροπάκης, Γιώργος Ντελεβάντες, Λουκία Χέβα Τρούμπη, Ν. Τσάμης, Κάκια Μένδρη, Ελένη Παπαγιαννοπούλου.

Ηθοποιοί: Άννα και Μαρία Καλουτά, Δημ. Μυράτ, Τάκης Χορν, Μαρίκα Νέζερ, Αλίκη Βέμπο, Μαίρη Αρώνη, Λέλα Ησαΐα, Μαρίκα Κρεββατά, Γιώργος Γαβριηλίδης, Νουνούκα Φραγκιά-Σπηλιοπούλου, Ζινέτ Αγγελή, Ν. Ματθαίος, Κ. Μουσούρης, Φωφώ Γαρμπή, Γιάννης Στυλιανόπουλος, Καίτη Πάνου, Τζ. Καρούσος, Θεόδωρος Αρώνης, Σοφία Βερώνη, Νίτσα Τσαγανέα, Μαρία Αλκαίου, Θάνος Κωτσόπουλος, Ι. Βεάκης, Κ. Φλέρης, Μάνος Φιλιππίδης.

Μουσικοί: Λίλα Λαλαούνη, Μαρία Χωραφά, Σωκρ. Ζαργάνης, Γ. Καρδάμης, Λώρης Μαργαρίτης, Ίδα Μαργαρίτη, Γ. Κατσαρός, Ραϋμόνδη Σπυράκη, Γιάννης Σπάρτακος, Δημήτρης Χωραφάς, Νικ. Ράλλης, Ρένα Κυριακού, Γιώργος Παπαοικονόμου, Μαρία Παρίση, Ηλέκτρα Αργυροπούλου,

Θούλα Γεωργίου, Τότα Οικονόμου, Μαρίκα Παπαϊωάννου, Καίτη Αναστασάκη-Πρωτοπαπά, Εύα Μομφεράτου, Βύρων Κολάσης, Εύα Βλάμη, Νιόβη Σακελλαρίου, Θ. Σακελλαρίδης, Γεώργιος Γεωργιάδης, Γ. Χατζηνίκος, Μπάμπης Μπερκέτης, Ρίτα Μπουμπουλίδου, Πάνος Βισβάρδης, Σ. Βούλγαρης, Μ. Θεοφανίδης, Νέλλη Ευελπίδη-Ασκητοπούλου, Φρ. Οικονόμου, Ιουλία Ιατρίδη, Στέφανος Βαλτετσιώτης, Γεράσιμος Μηλιαρέσης, Κώστας Καπνίσης, Μιχάλης Καπνίσης, Μελίτα Γιαννικώστα, Αγγελική Κωστάλα, Λόλα Σερτσίου, Μαρία Χαιρογιώργου, Γαλάτεια Αμαξοπούλου, Γ. Αρβανιτάκης, Νάσος Παναγόπουλος, Γ. Βώκος, Γ. Ζερβουδάκης, Σίμων Καρράς, Σπ. Καψάσκης, Αλ. Αινιάν, Χ. Εκμετσόγλου, Γ. Αθανασιάδης, Πλ. Ρούγκας, Αλ. Γεωργιάδης, Νεοκλής, Δημ. Φραντζεσκάκης, Γρηγ. Καρατζάς, Ίρμα Κολάση κ.ά.

Εξ άλλου, ο Μαν. Καλομοίρης έκανε τακτικές ομιλίες για τον Βάγκνερ και γενικά για τη γερμανική μουσική, ενώ η καθηγήτρια της Γερμανικής Ακαδημίας Αθηνών Λίλια Καραβά οργάνωνε τις πολιτιστικές εκπομπές των γερμανικών ινστιτούτων...

(Δημ. Κούκουνας - Η κατοχική προπαγάνδα)

Δείτε επίσης:

Μανώλης Μανωλέας

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΝΕΟΛΑΙΑ»


Τρίτη, Δεκεμβρίου 02, 2025

Νικόλαος Πλαστήρας

Στρατιωτικός και πολιτικός. Γιος του Χρήστου Πλαστήρα, ράφτη, και της Στυλιανής Καραγιώργου, υφάντρας, γεννήθηκε στο Μορφοβούνι Καρδίτσας (παλαιά ονομασία: Βουνέσι), το 1883. Κατά τον πόλεμο του 1897, η οικογένειά του καταφεύγει στην ορεινή Πεζούλα της Νευρόπολης Αγράφων και μετά το τέλος του πολέμου επιστρέφουν στην Καρδίτσα, όπου φοιτά στο δημοτικό και στο ελληνικό σχολείο της πόλης. Η φοίτηση όμως στο σχολείο διακόπτεται όταν εμπλέκεται σε έναν καβγά με τον γιό ενός Τούρκου Αγά και αναγκάζεται να διαφύγει για να μη συλληφθεί, μέσω Βόλου στον Πειραιά. Φοιτά στη Βαρβάκειο Σχολή και στη συνέχεια επιστρέφει, αφού φεύγουν οι Τούρκοι από τη Θεσσαλία, στην ιδιαίτερη πατρίδα του για να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές σπουδές του.

Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο, κατατάχθηκε στο στρατό τον Δεκέμβριο του1903 με το βαθμό του δεκανέα και υπηρέτησε στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού στα Τρίκαλα, όπου προήχθη σε υπαξιωματικό (επιλοχίας). Τον Απρίλιο του1907 πήρε μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα: Αφού εγκατέλειψε τη μονάδα του, μαζί με μερικούς συναδέλφους του ήλθε σε επαφή με διάφορα πρόσωπα στην Καρδίτσα συγκροτώντας ομάδα εθελοντών. Με αυτή στη συνέχεια, συνεργάζεται με την ομάδα του καπετάν-Αγραφιώτη και του υπολοχαγού Χαράλαμπου Παπαγάκη σε επιχειρήσεις γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών. Το 1908, εισάγεται στη Σχολή Υπαξιωματικών στην Κέρκυρα ως πρώτος επιλαχών. Συμμετείχε στο «Σύνδεσμο Υπαξιωματικών» και στο κίνημα στο Γουδή. Στους Βαλκανικούς Πολέμους διακρίθηκε στις μάχες της Ελασσόνας, των Γιαννιτσών και του Λαχανά, μετά την οποία ονομάστηκε από τους συμπολεμιστές του «Μαύρος Καβαλάρης».

Την περίοδο του Εθνικού Διχασμού εντάχθηκε στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης και μετά από παρότρυνση του Ελευθέριου Βενιζέλου δεν εγκατέλειψε τη θέση του, όπως και πολλοί άλλοι, προκειμένου να μην απογυμνωθεί το στράτευμα από βενιζελικούς αξιωματικούς. Στη Μικρασιατική Εκστρατεία έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες με λίγες απώλειες που τον έκαναν γνωστό στους Τούρκους. Οι τελευταίοι τον ονόμασαν «Καρά-Πιπέρ» (μαύρο πιπέρι), ενώ το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων έγινε γνωστό ως «Σεϊτάν Ασκέρ» (Στρατός του Διαβόλου). Επίσης, επικηρύχθηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ. Κατά την προέλαση του Ελληνικού Στρατού το καλοκαίρι του 1921 πέρα από τον Σαγγάριο, το Σύνταγμα έφθασε μέχρι το Καλτακλί, 8 χιλιόμετρα από το Καλέ Γκρότο, ως αριστερή πτέρυγα της 13ης Μεραρχίας του Β΄Σώματος Στρατού. Κατά την τουρκική επίθεση της 13ης Αυγούστου 1922 στο Αφιόν Καραχισάρ στάλθηκε να ενισχύσει την άμυνα του υψώματος Καλετζίκ, στρατηγικής σημασίας για την ελληνική άμυνα, απέτυχε όμως να το κρατήσει και να το ανακαταλάβει. Την επομένη το 5/42 Σύνταγμά του και οι υπόλοιπες μονάδες, ύστερα από νέες τουρκικές επιθέσεις, ανατράπηκαν και υποχώρησαν, εγκαταλείποντας τα πυροβόλα. Την 18η Αυγούστου, κατά την υποχώρηση προς Μπανάζ, τουρκικό σύνταγμα τους αιφνιδίασε. Οι εύζωνοι, με σύγχυση και αταξία, ετράπησαν προς βορρά με μεγάλες απώλειες και ανασυντάχθηκαν πέντε χιλιόμετρα μακριά. Η 13η Μοίρα Ορειβατικού Πυροβολικού που συμπορευόταν με το 5/42, εγκαταλείφθηκε μόνη χωρίς προστασία και έχασε τρία από τα πυροβόλα της. Για τη μη συμμόρφωση σε διαταγές τον Αύγουστο του 1922 προτάθηκε η παραπομπή του σε στρατοδικείο, το οποίο δεν έγινε γιατί στο μεταξύ ο Πλαστήρας είχε διενεργήσει κίνημα.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922 ξέσπασε Κίνημα του Στρατού και του Ναυτικού στη Χίο και στη Λέσβο και σχηματίστηκε Επαναστατική Επιτροπή από τους πρωτεργάτες της, τους συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα, ως εκπρόσωπο του στρατού της Χίου και Στυλιανού Γονατά, ως εκπρόσωπο του στρατού της Λέσβου και τον αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά, ως εκπρόσωπο του Πολεμικού Ναυτικού.

Η «Επανάσταση», η οποία υπήρξε αποτέλεσμα της βίαιης αντίδρασης κατά της Μικρασιατικής Καταστροφής πολύ γρήγορα πέρασε σε μέτρα εκδίκησης προς την αντιβενιζελική παράταξη. Απαγορεύτηκαν εφημερίδες, ενώ καταδιώχθηκαν επιφανή στελέχη του αντιβενιζελισμού. Αποκορύφωμα βέβαια ήταν ο αποκεφαλισμός της αντιβενιζελικής παράταξης με τη λεγόμενη «Δίκη των Έξι », η οποία προκάλεσε αλγεινή εντύπωση και στο εξωτερικό.

Το 1932, η κατάσταση για τους βενιζελικούς ήταν πολύ διαφορετική από ό,τι το 1928. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1932, τα δύο μεγάλα κόμματα είχαν σχεδόν ισοψηφήσει, ενώ οι πρώην στρατιωτικοί πολιτικοί Κονδύλης και Χατζηκυριάκος είχαν προσχωρήσει στο Λαϊκό Κόμμα. Από τους στρατιωτικούς μόνο ο Πλαστήρας συνέχιζε να υποστηρίζει τον Βενιζέλο. Τα ξημερώματα της 6ης Μαρτίου 1933, ήταν πλέον εμφανές από τα πρώτα εκλογικά αποτελέσματα ότι η βενιζελική παράταξη θα έχανε τις εκλογές. Αυτό εξόργισε τον Πλαστήρα, ο οποίος αποφάσισε να κάνει κίνημα για να αποτρέψει την κατάληψη της εξουσίας από το Λαϊκό Κόμμα του Π. Τσαλδάρη. Εν τούτοις, ο Πλαστήρας δεν βρήκε υποστήριξη από τους άλλους σημαίνοντες στρατιωτικούς, το στρατηγό Οθωναίο, το διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού Κ. Μανέτα καθώς και τον υποναύαρχο Δεμέστιχα. Το κίνημα του Πλαστήρα λόγω της αντίδρασης και απόστασης των παραπάνω στρατιωτικών οδήγησε σε στρατιωτική μεταβατική κυβέρνηση υπό τον Οθωναίο για τέσσερεις μέρες και κατόπιν δόθηκε η πρωθυπουργία στον Π. Τσαλδάρη, ο οποίος στις 10 Μαρτίου σχημάτισε την κυβέρνησή του. Το κίνημα του 1933 ήταν ο προάγγελος του κινήματος του 1935, το οποίο θα αποτελούσε το ουσιαστικό τέλος της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Από το 1933 έως το 1935, γίνονται έντονες διεργασίες εντός του βενιζελικού κόσμου για εκτέλεση κινήματος. Ο Ε. Βενιζέλος, όπως και στο κίνημα του 1933, δεν κρατά ξεκάθαρη στάση, ενώ η βενιζελική παράταξη έχει κατατμηθεί σε ομάδες και υποομάδες συμφερόντων. Σε αυτό το κλίμα, έγινε και η απόπειρα δολοφονίας του ίδιου του Βενιζέλου στη λεωφόρο Κηφισίας στις 6 Ιουνίου του 1933. Το 1935 θα διενεργηθεί το δεύτερο κίνημα του Νικόλαου Πλαστήρα, το οποίο θα εξελιχθεί σε έναν αληθινό εμφύλιο πόλεμο με την τελική επικράτηση των αντιβενιζελικών. Η αποτυχία του κινήματος θα εδραιώσει τους αντιβενιζελικούς στην εξουσία και την επαναφορά της βασιλείας μετά τη διενέργεια ενός νόθου δημοψηφίσματος.

Τον Νοέμβριο του 1944 ήλθε σε επαφή με τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος ήθελε να τον προσκαλέσει στην Ελλάδα με σκοπό να ενισχύσει την κυβέρνησή του. Μετά τα «Δεκεμβριανά» του 1944 κλήθηκε να αναλάβει την κυβέρνηση ως προσωπικότητα ευρείας αποδοχής, στις 3 Ιανουαρίου 1945. Προσπάθησε να αποτρέψει τον Εμφύλιο Πόλεμο και συμμετείχε στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Ομως τον Μάρτιο του 1945, μετά τη δημοσίευση στην εφημερίδα «Ελληνικόν Αίμα» φωτοτυπίας της επιστολής του που κατά τη διάρκεια του πολέμου συνιστούσε κατάπαυση του πυρός με τη μεσολάβηση της Γερμανίας, ο τότε Αντιβασιλέας και Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ζήτησε την άμεση παραίτηση του Ν. Πλαστήρα και της κυβέρνησής του όπως και έγινε στις 8 Απριλίου 1945. Με τη λήξη του Εμφύλιου ήταν πρωταγωνιστής στην πολιτική ζωή ως αρχηγός της Εθνικής Προοδευτικής Ενωσης Κέντρου (ΕΠΕΚ). Το σύνθημά του ήταν η λέξη «Αλλαγή».

Σχημάτισε δύο φορές κυβέρνηση συνασπισμού από κόμματα του κέντρου την περίοδο 1950-1952 (15 Απριλίου 1950 - 21 Αυγούστου 1950 και 1 Νοεμβρίου 1951 - 11 Οκτωβρίου 1952) που χαρακτηρίστηκε ως «κεντρώο διάλειμμα». Ως πρωθυπουργός άσκησε μετριοπαθή πολιτική με πλούσια δράση. Ασχολήθηκε με την εξάλειψη των συνεπειών του Εμφύλιου και την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση, με ένα σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα εθνικοποιήσεων, κοινωνικών παροχών, διανομής γης στους ακτήμονες, χορήγησης ψήφου στις γυναίκες κ.ά.

Στη δεύτερη περίοδο της πρωθυπουργίας του συνεργάστηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων με αρχηγό τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Λόγω της αναγκαστικής συνεργασίας και λόγω της πίεσης των ανακτόρων και των δεξιών κομμάτων συμβιβάστηκε και δεν καλλιέργησε την εθνική συμφιλίωση που επιθυμούσε, όσο θα ήθελε. Αρχικός του στόχος ήταν η κατάργηση των στρατοδικείων και των ειδικών αντικομμουνιστικών νόμων, η απελευθέρωση των εκτοπισμένων και η κατάργηση του θεσμού της διοικητικής εκτόπισης, η κατάργηση της θανατικής ποινής. Απέτυχε να αποτρέψει την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του στις 30 Μαρτίου 1952. Πέθανε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 1953. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη, με τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού, με από φαση της κυβέρνησης Παπάγου.


Πηγή κειμένου: 1940 - 1949: Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ