Το τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας ήρθε σχεδόν ένα χρόνο μετά την ήττα του Σαγγάριου. Το πρωί της 13ης Αυγούστου 1922, ο στρατός του Κεμάλ εξαπέλυσε την προ πολλού αναμενόμενη τελική του επίθεση, εγκαινιάζοντας την τρίτη φάση του πολέμου. Με τις αντοχές και το ηθικό τους από καιρό εξαντλημένα, και οι έλληνες φαντάροι προχώρησαν σε «απεργία», αρνούμενοι να πολεμήσουν άλλο και ξεκινώντας ομαδικά για τα σπίτια τους. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα μεταβλήθηκε σ' έναν αλλόφρονα συρφετό που εγκατέλειπε πανικόβλητος τα πάντα για να φτάσει σώος στη θάλασσα. Ο καινούργιος διοικητής του, στρατηγός Νικόλαος Τρικούπης, θα μάθει το διορισμό του αφού έχει ήδη πιαστεί αιχμάλωτος.
15 Αυγούστου: «Τα μεσάνυχτα φθάνομεν εις τουρκικό χωριό το οποίον παραδίδεται εις τας φλόγας διά να θερμάνη τους ριγούντας φαντάρους οι οποίοι, χωρίς μανδύαν ή κουβέρτα διότι όλα έχουν χαθή ή εγκαταλειφθή, διανυκτερεύουν πλησίον των πυρών, πεσμένοι και κουβαριασμένοι σαν πρόβατα ο ένας κοντά στον άλλον».
18 Αυγούστου: «Περνούμε τροχάδην από το μέσον του χωρίου Μπουνάζ, το οποίον παρεδόθη εις τας φλόγας υπό τας κατάρας και τα αναθέματα των χανούμισσών που γυμνές τρέχουν εις τους κήπους διά να σωθούν από τη φωτιά. [...] Πολλοί φονεύονται καθ' οδόν. Μπροστά μου, ένας δικός μας μεταγωγικός εστήριξε την κάνην του όπλου του εις τον λαιμόν του Τούρκου και πυροβολήσας επέταξε το κεφάλι του με την δύναμιν των αερίων της μπαρούτης εις απόστασιν 15 μέτρων. Οποία αποθηρίωσις! Οποία αποχαλίνωσις των κτηνωδών ενστίκτων!! Αλληλοεξόντωσις ζούγκλας».
Μεταξύ 19 κι 21 Αυγούστου: «Το Ουσάκ καίεται. Όλα τα γύρω χωριά παραδίδονται εις τας φλόγας. Φωτιά, παντού φωτιά. [...] Μετά πορείαν δώδεκα συνεχών ωρών φθάνομεν εις το χωρίον Ευνέκ, κείμενον εντός χαράδρας, φωτιζομένης με αγρίαν μεγαλοπρέπειαν από τας φλόγας του καιομένου χωρίου. [...] Μέσα εις την χαράδραν επικρατεί αφάνταστος αλαλαγμός από τας φωνάς, αναμίκτους με τους κρότους τους ξηρούς που προέρχονται από τα καιόμενα ως τεράστια πυροτεχνήματα σπίτια του χωριού. Νερώνειον αληθώς θέαμα. Οι ουρανομήκεις φλόγες φωτίζουν τους ακινήτους φαντάρους οι οποίοι ψήνουν διαρκώς όρνιθας, χήνας και κριάρια προερχόμενα από την διαρπαγήν και την λεηλασίαν που μας απέμεινε ως μόνη Επιμελητεία. [...] Τουρκικόν αεροπλάνον ρίχνει προκηρύξεις του Κεμάλ, εχούσας ως εξής: “Έλληνες δειλοί και άνανδροι. Μη καίετε τα χωριά γιατί θα τα κτίσουν οι αιχμάλωτοι συνάδελφοί σας”».
22 Αυγούστου: «Συνεχίζομεν την οπισθοχώρησιν εγκαταλείποντες την Φιλαδέλφειαν εις την διάκρισιν του πυρός το οποίον την απειλεί από πολλών σημείων. Ζέστη ανυπόφορος. Το καύμα του Αυγούστου πυρπολεί τα πάντα εν συνεργασία με τους προπορευομένους φυγάδας, οι οποίοι βάζουν φωτιά και εις αυτά ακόμη τα δάση και τα χόρτα. [...] Ο ουρανός εθόλωσε. Ο ήλιος εσκοτείνιασε. Δεν μπορείς να διακρίνης ούτε εις απόστασιν 30 μέτρων».
23 Αυγούστου: «Περί την δύσιν του ηλίου σταθμεύομεν προς διανυκτέρευσιν παρά τον Σιδηροδρομικόν Σταθμόν Αχμετλή, ο οποίος καίεται ως πυροτέχνημα καθ' όλην την νύχτα». Την ίδια μέρα, ο ανθυπολοχαγός Πρινιωτάκις σημειώνει την άφιξή του «εις τον Σιδηροδρομικόν Σταθμόν Καράκιοϊ, εκ του οποίου διήλθομεν και το οποίον οι άνδρες μας διά τρίτην ήδη φοράν κατέκαυσαν, όπως δεν έπαυαν να θέτουν πυρ εις τα χωρία εξ ων διερχόμεθα».
24 Αυγούστου: «Το μεσημέρι φθάνομεν εις τον Κασαμπά, ο οποίος καίεται απ' άκρου εις άκρον. Αι φλόγες φθάνουν μέχρις ουρανού και ο καπνός θολώνει τον ορίζοντα. Τα κτίρια καταρρέουν μετά τρομακτικού κρότου και πατάγου. [...] Το παμφάγον πυρ γλείφει με τας πυρίνας γλώσσας του αδιακρίτως τα κωδωνοστάσια των Εκκλησιών καθώς και τους μιναρέδες των τζαμιών».
Στις 25 Αυγούστου, ο πυροβολητής Βασίλειος Μουστάκης φτάνει μαζί με πλήθος φυγάδων στην Προύσα. «Στο σταθμό είχαν περάσει τα πεζικά και είχαν βάλει φωτιά. Είδαμε εκεί έναν Άγγλο στρατηγό, έφιππο που διέταξε να σβήσουν τη φωτιά, γιατί αν η Προύσα καεί θα είναι εις βάρος της Ελλάδας και αμέσως σβήσανε τη φωτιά που στο μεταξύ είχε κάνει αρκετή ζημιά». Τα επόμενα εικοσιτετράωρα, θυμάται, «οπισθοχωρούσαμε νύχτα μέρα. Στο δρόμο συναντήσαμε ένα χωριό που καιγόταν. Φαίνεται πως άλλα τμήματα που έφευγαν πριν από μας το έκαψαν». Η τρέλα της καταστροφής αγκαλιάζει κι ένα μέρος του ελληνικού πληθυσμού, σύμφωνα τουλάχιστον με την αφήγηση του Πρινιωτάκι:
«29.8.1922. Ο κόσμος σπεύδει προς την Πάνορμον διά να σωθή, πυρπολών μόνος του τας οικίας του ίνα μη αύται περιέλθωσι σώαι εις τας χείρας του εχθρού και διότι σκέπτεται ότι δυστυχώς τας χάνει διά παντός, και έτσι ολόκληρος η πεδιάς πυρπολείται».
Παρόμοιες εμπειρίες καταγράφει στα απομνημονεύματά του και ο τότε συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς, καθώς περιπλανιέται στους δρόμους της μεγάλης υποχώρησης αναζητώντας τον προϊστάμενό του στρατηγό Φράγκου:
18 Αυγούστου: «Εις τον σταθμόν με ειδοποίησαν ότι το στρατηγός με ανέμενεν εις το χωρίον Καπακλάρ, το οποίον όμως εύρομεν καιόμενον, όπως οι ασυνείδητοι στρατιώται επυρπόλουν κάθε χωρίον από το οποίον διήρχοντο, διαθέτοντες ούτω εχθρικώς τους κατοίκους». « Όλα τα χωρία της πεδιάδος εκαίοντο από τους προπορευομένους κατά την υποχώρησιν φυγάδας και δεν ευρίσκομεν ούτε ένα κάτοικον διά να μας δώση μίαν πληροφορίαν ή να τον πάρωμεν ως οδηγόν».
22 Αυγούστου: «Οι κάτοικοι των χωρίων, διαβλέποντες την επερχομένην λαίλαπα, έχουν μεταφέρει τα μπαούλα των, τα παπλώματα των και ό,τι πολύτιμον έχουν εις τας τάφρους αι οποίαι χωρίζουν τα κτήματα και τα έχουν σκεπάσει με χόρτα διά να μη φαίνωνται. Αλλ' οι ατάκτως φεύγοντες ιδικοί μας, οι οποίοι δεν πρέπει να θεωρούνται πλέον στρατιώται, τα ανευρίσκουν και τα διαρπάζουν».
23 Αυγούστου: «Διερχόμεθα από της Φιλαδελφείας, η οποία καίεται απ' άκρου εις άκρον. Η λύσσα της καταστροφής και της λεηλασίας δεν κάμνει διάκρισιν εθνικοτήτων. Καίεται η ελληνική συνοικία Φιλαδελφείας και λεηλατούνται αι ελληνικαί οικίαι, όπως και αι Τουρκικαί. Πυροβολισμοί ρίπτονται παρά ημετέρων, προκαλούντες σύγχυσιν και αναταραχήν. [...] Ο σιδηροδρομικός σταθμός Φιλαδελφείας καίεται και ακούγονται τρομακτικοί κρότοι εκρήξεων, εκ των εκρηγνυομένων εν αυτώ πυρομαχικών». Λίγο αργότερα, ο Γονατάς φτάνει «εις το χωρίον Κιοσελί, το οποίον [ο Φράγκου] είχε ορίσει ως έδραν της Διοικήσεώς του. Το χωρίον εκαίετο και ο Φράγκου δεν ήτο εκεί».
24 Αυγούστου: «Το Σαλιχλή, από το οποίον διήλθομεν, εκαίετο».
25 Αυγούστου: «Αργά την πρωίαν εφθάσαμεν εις Κασαμπά. Η πόλις εκαίετο. Στρατιώται καταγόμενοι εκ Κασαμπά έβλεπον τας οικίας των καιομένας. Αλλά ευρέθησαν και μερικοί Τούρκοι, οι οποίοι εν τη απελπισία των, επυροβόλουν εκ των οικιών των». Καταστρώνοντας τα σχέδια της παραπέρα πορείας του προς τη θάλασσα, ο συνταγματάρχης εκτιμά έτσι ότι «η Μαγνησία, κατοικουμένη υπό 80 χιλ. κατοίκων και μένεα πνέουσα διά την πυρπόλησίν της, δεν ήτο ακίνδυνος». Τρεις μέρες αργότερα φτάνει στα Βουρλά, όπου διαπιστώνει πως οι έλληνες κάτοικοι «εσχημάτισαν πολιτοφυλακήν, ήτις φρουρεί την πόλιν των». Εκτιμησή του, που για μιαν ακόμη φορά θα αποδειχθεί σωστή: «Εάν αυτό έγινε διά την προφύλαξιν των από την λεηλασίαν των ημετέρων, ήτο σοφόν έργον προνοίας, αλλ' εάν νομίζουν ότι θα προφυλάξουν την πόλιν των και από τους Τούρκους, μετά την αποχώρησίν μας, απατώνται».
Την εικόνα συμπληρώνουν οι αναμνήσεις του ταγματάρχη Παναγιώτη Παναγάκου, διευθυντή του 3ου Επιτελικού Γραφείου της Στρατιάς Μ. Ασίας κι απεσταλμένου του αρχιστράτηγου Χατζηανέστη στην ενδοχώρα τις μέρες της κατάρρευσης. Τη νύχτα της 18ης Αυγούστου στο Ουσάκ, «αι φλόγες των καιομένων αποθηκών και των εν αυταίς υλικών, ως και πολλών εν τη πόλει πυρπολουμένων οικιών, εφώτιζον αυτήν, προκαλούσαι τον τρόμον και τον πανικόν των κατοίκων, πολλοί των οποίων εν αλλοφροσύνη έφευγον προς πάσαν κατεύθυνσιν». Όταν τα ξημερώματα επιχειρεί να ελέγξει την κατάσταση από κοντά, κινούμενος με αυτοκίνητο σ' ένα δρόμο με «πολλάς εκατέρωθεν πυρκαϊάς», διαπιστώνει ότι «πτώματα πολλά φονευθέντων κατά την νύκτα πολιτών και οπλιτών φυγάδων έκειντο εις πολλά σημεία της οδού», καθώς και ότι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι «αναθαρρήσαντες αντέστησαν ενόπλως κατά των φυγάδων-ληστών, εξ ων εφόνευσαν αρκετούς». Στην κεντρική πλατεία, «περί τους 300 πολίται προσεπάθουν διά χειροκινήτων αντλιών να κατασβέσουν την πυρκαϊάν καιομένου Τζαμιού» όταν αντιλήφθηκαν την παρουσία του, όρμησαν στο αυτοκίνητο για να τον λιντσάρουν, χωρίς αποτέλεσμα: «Δεν ήτο δυνατόν, ούτε εσκέφθην άλλωστε, να διαπιστώσω πόσοι διεμελίσθησαν ή επολτοποιήθησαν υπό τους τροχούς του αυτοκινήτου». Έξω από την πόλη, συναντά τέλος μια «έφιππον ομάδα 150 φυγάδων, κατευθυνομένων προς το Ουσάκ. Ήσαν ένοπλοι, αρειμάνιοι και βλοσυροί την όψιν και αρκετοί τούτων έφερον, αντί στρατιωτικού πηλικίου, τουρκικά σαρίκια».
Φτάνοντας στις 23 Αυγούστου στον Κασαμπά, ο ίδιος ταγματάρχης θα δεχτεί την «παράκλησιν» μιας «επιτροπής προκρίτων» της εκεί ελληνικής κοινότητας να δώσει «διαταγήν εις τους στρατιώτας να αναβάλουν επί τινας ώρας την πυρπόλησιν της κωμοπόλεως των, διά να δυνηθούν εν τω μεταξύ οι Έλληνες κάτοικοί της να αποκομίσωσι τα χρησιμότερα οικιακά των είδη. Οι ατυχείς Έλληνες εκείνοι είχον πιστεύσει ότι οι δηώσεις και οι εμπρησμοί των κωμοπόλεων και χωρίων εγένοντο κατόπιν διαταγών προς εξυπηρέτησιν στρατιωτικών σκοπών». Όταν τους εξήγησε τι πραγματικά συμβαίνει, «απήλθον ούτοι βαθύτατα συντετριμμένοι, ίνα πληροφορήσωσι περί τούτου τους συμπολίτας των».
Παρόμοιες περιγραφές συναντάμε και στις υπόλοιπες πηγές. Εγκαταλείποντας το Αφιόν Καραχισάρ το απόγευμα της 13ης Αυγούστου, «οι δικοί μας πυρπολούν την πόλιν καθώς και τις αποθήκες» το επόμενο βράδι, η πόλη εξακολουθεί να «καίγεται απ' άκρου εις άκρο». Περιπλανώμενη στα δάση μετά τη μάχη του Αλή Βεράν, μια ομάδα τσολιάδων αντιλαμβάνεται τα ξημερώματα της 18ης Αυγούστου «κάτι φωτιές» πλησιάζοντας, διαπιστώνει πως «οι φωτιές αυτές είναι από ελληνικά χέρια που υποχωρούν και φεύγουν και καίνε τα πάντα. Χωριά, στρούγκες, μύλους κι ό,τι τύχει μπροστά τους». Το επόμενο εικοσιτετράωρο ο συντάκτης του ημερολογίου θα περάσει από δυο φλεγόμενα τουρκικά χωριά και τις επόμενες μέρες θα γίνει μάρτυρας της πυρπόλησης του Ουσάκ («από τόνα άκρο στο άλλο»), του Κασαμπά (με τους μουσουλμάνους κατοίκους να προσπαθούν να διασώσουν ό,τι προλαβαίνουν απ' το νοικοκυριό τους) και της Μαγνησίας. «Τριγύρω παντού φωτιά στα χωράφια και αμπέλια, τέλεια καταστροφή», σημειώνει στις 21 Αυγούστου στο δικό του ημερολόγιο ένας αρχάς πεζικάριος, για να προσθέσει τέσσερις μέρες αργότερα: «Εις όλας τας πόλεις και χωριά φωτιά». Απ' εκεί που διερχόμεθα, το πυρ εξαφανίζει πόλεις και χωρία», συμπληρώνει στις 25 Αυγούστου ο κύπριος υπολοχαγός (μετέπειτα υποστράτηγος) Σταύρος Χριστοδουλίδης, αφού πρώτα έχει καταγράψει στο ημερολόγιό του την καταστροφή από τον ελληνικό στρατό του Αφιόν Καραχισάρ, του Χαμούρκιοϊ, του Σεράκιοϊ, του Ουσάκ, «όλων των χωριών από τα οποία διήλθομεν», του Ντιλελέρ, της Φιλαδέλφειας (22.8), του Σαλιχλή (23.8) και του Κασαμπά (24.8) περνώντας τέλος με το τμήμα του από το Νυμφαίο, το απόγευμα της ίδιας μέρας, θα διαπιστώσει ότι «η πυρπόλησις των χωρίων έχει σχετικώς περιορισθή από εμάς τουλάχιστον». Στις δημοσιευμένες πάλι αναμνήσεις του, ο τότε κομμουνιστής στρατιώτης Ελευθέριος Σταυρίδης (μετέπειτα ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ κι αργότερα ένας από τους αρχιτέκτονες του μετεμφυλιακού παρακράτους) θυμάται κι αυτός τη Φιλαδέλφεια πυρπολημένη απ' τον ελληνικό στρατό και γεμάτη «πτώματα που εμύριζαν φοβερά μαζί με την καπνίλα της πυρκαϊάς» το Σαλιχλή «να καίεται μέσα εις μεγάλας φλόγας» και τα αποθέματα τροφίμων τού εκεί σιδηροδρομικού σταθμού «ποτισμένα με πετρέλαιον», ώστε να μη μείνει τίποτα τον Κασαμπά τέλος να πυρπολείται κι αυτός από τον «υποχωρούντα συρφετόν». Η ίδια πραγματικότητα αποτυπώνεται και στις ημερήσιες διαταγές που οι επικεφαλής του διαλυμένου εκστρατευτικού σώματος απευθύνουν στον αέρα. «Εμπρησμοί, ατιμώσεις, βιασμοί και σφαγαί συμπληρούσι την απαισίαν εικόναν» της «ακατασχέτου υποχωρήσεως», διαβάζουμε π.χ. σε έγγραφο του αρχιστράτηγου Χατζηανέστη (19.8.22).
Τρεις μέρες αργότερα, έρχεται η σειρά της 1ης Μεραρχίας να ενημερώσει τη στρατιά για το «αξιοθρήνητον θέαμα» των φυγάδων ελλήνων στρατιωτών που, «λεηλατούντες και πυρπολούντες χωρία, δεν εφείσθησαν ουδέ της ιστορικής πόλεως της Φιλαδελφείας». Ακόμη και η ημιεπίσημη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, που γενικά αποφεύγει τέτοιου είδους αναφορές, δεν παραλείπει να σημειώσει παρεμπιπτόντως πως, όταν το βράδι της 15ης Αυγούστου η 1η μεραρχία έφτασε στο Μπασκιμσέ, «το χωριό αυτό καιγόταν και φυγάδες ορισμένων μονάδων είχαν επιδοθεί σε λεηλασίες και πυρπόληση των λίγων σπιτιών που δεν είχαν καεί».
Η έκταση της καταστροφής είναι τέτοια, ώστε η επιβίωση κάποιων οικισμών να θεωρείται αξιοσημείωτη εξαίρεση. «Το Αζάρι», γράφει ο Σπύρος Ανδρούτσος, «ήτο πόλις ελληνική και δεν ξέρω πώς δεν επυρπολήθη κατά την οπισθοχώρησιν των ελληνικών στρατευμάτων. [...] Μόνον λίγες κατοικίες είχαν λεηλατηθή και είχαν υποστή ζημιές». Όπως προκύπτει από τις διαθέσιμες μαρτυρίες, η σωτηρία της πόλης - που δεν ήταν αποκλειστικά ελληνική- οφείλεται σε συνεννόηση των ντόπιων προκρίτων (Ελλήνων, Αρμενίων και μουσουλμάνων) για αμοιβαία προστασία των κοινοτήτων τους οι ελληνικές αρχές, αντίθετα, είχαν ζητήσει από τους κατοίκους να την εγκαταλείψουν «γιατί δόθηκε διαταγή να την κάψουν πριν αποχωρήσουν».
Ληστείες, φόνοι και βιασμοί σε μεγάλη κλίμακα θα συνοδεύσουν αυτό το καταστροφικό μένος. Οι πιο συγκρατημένοι αυτόπτες αποδίδουν αυτά τα «έκτροπα» σε «χασισοπότες», «κακοποιούς», «κοινωνικά αποβράσματα» κι άλλα «κατακάθια» του ελληνικού στρατού, που μέσα στο χάος βρήκαν την ευκαιρία να κορέσουν τα πάθη τους. Άλλοι, πάλι, ισχυρίζονται ότι το μεγαλύτερο μέρος των εγκλημάτων - ακόμη και το κάψιμο των χωριών - οφειλόταν στους Τσερκέζους «εθελοντές» που πλαισίωναν τον ελληνικό στρατό. Μολονότι η συμβολή αυτών των τελευταίων στις αγριότητες θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένη, είναι ωστόσο σαφές ότι τα έργα τους δεν ήταν ξεκομμένα από τη δράση του υπόλοιπου στρατεύματος: στο Χαμούρκιοϊ, π.χ., από κοινού «οι Κιρκάσιοι και διάφοροι στρατιώτες δικοί μας έβαλαν φωτιά και εσκότωσαν και μερικούς από τους κατοίκους» (16.8.22). Οι παρόντες βαθμοφόροι δεν επιχειρούν άλλωστε σχεδόν ποτέ να σταματήσουν παρόμοιες ενέργειες ή, εν πάση περιπτώσει, αισθάνονται εντελώς ανίκανοι να παρέμβουν ακόμη και οι πιο ψύχραιμοι απ' αυτούς, άλλωστε, κρίνουν φρονιμότερο κάποια στιγμή να κρύψουν τα διακριτικά τους, καθώς «όλος ο στρατός μισεί θανάσιμα τους αξιωματικούς». Φονικά σημειώνονται άλλωστε για ψύλλου πήδημα και μεταξύ στρατιωτών, για λόγους που ξεκινούν από τη διεκδίκηση μιας θέσης στα τρένα της μεγάλης φυγής ή τη διανομή των λαφύρων και φτάνουν στο ξέφρενο κυνήγι «πρακτόρων του εχθρού» στις τάξεις τους.
Από αφηγήσεις μικρασιατών γνωρίζουμε ότι έλληνες στρατιώτες σκότωναν καθ' οδόν χωρικούς και «μέσα στην Πάνορμο έκαψαν ζωντανούς μέσα στο τζαμί πολλούς Τούρκους». Η τελευταία αυτή πρακτική επαναλήφθηκε και σε χωριά της ενδοχώρας: κοντά στο Ουσάκ, λ.χ., «γέροι. γυναίκες και παιδιά είχαν κλειστεί στο τζαμί. Τους πήραν χαμπάρι κάποιοι φαντάροι δικοί μας αλλά, θρασύδειλοι όπως είναι όλοι οι παλιάνθρωποι, δεν τόλμησαν να παραβιάσουν την πόρτα του τζαμιού για να μπουν να βιάσουν τις γυναίκες. Μάζεψαν ξηρά άχυρα, τάριξαν από τα παράθυρα μέσα βάζοντάς τους φωτιά. Καθώς τους έπνιγε ο καπνός, ο κόσμος άρχισε να βγαίνει έξω από την πόρτα. Τότε οι τιποτένιοι αυτοί βάλαν τα αθώα γυναικόπαιδα στη σκοποβολή και σκότωσαν κάμποσα».
Η ίδια πηγή – ένας γιατρός από τα Γιάννενα που επιβίωσε απ' το στρατόπεδο αιχμαλώτων του Ουσάκ - μας πληροφορεί επίσης για νεαρές Τουρκάλες δεμένες σε δέντρα που βιάζονταν ομαδικά από έλληνες στρατιώτες μπροστά στα μάτια των οικογενειών τους αλλά και για ένα «καταχθόνιο κόλπο» που, σύμφωνα με αφηγήσεις, χρησιμοποιήθηκε για τον ίδιο σκοπό: «Κάρφωναν μεγάλα καρφιά στο πάτωμα, έδεναν σ' αυτά τις κοτσίδες των γυναικών για να τις ακινητοποιήσουν και τις βίαζαν ομαδικά».
«Οι Τούρκοι του Ουσάκ, περίτρομοι, συνεκέντρουν κατά την νύκτα τας οικογενείας αυτών εις τα Νεκροταφεία των προς ασφάλειαν», θυμάται ο ταγματάρχης Παναγάκος, περιγράφοντας πώς ο ίδιος έσωσε με κίνδυνο της ζωής του μια μικρή κοπέλα από δυο στρατιώτες που επιχειρούσαν να τη βιάσουν. «Η μήτηρ της κορασίδος», προσθέτει, «έσπευσε προς εμέ και κατεφίλει τας χείρας μου εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης. Εκεί με ωδήγησεν εις θέσιν, ολίγον εκείθεν απέχουσαν, και μοι έδειξε τας άλλας 2 θυγατέρας της αίτινες έκειντο επί του εδάφους κατεσφαγμέναι».
«Φυγάδες - λησταί προβαίνουν [εις] εμπρησμούς και διαπράττουν ανηκούστους ληστείας και φόνους», τηλεγραφεί στις 18 Αυγούστου ο ίδιος αξιωματικός προς την ηγεσία της στρατιάς, τονίζοντας ότι «ουδέν συντεταγμένον τμήμα υπάρχει ενταύθα ίνα εμποδίση τούτους από [τα] κακουργήματά των». Στα δε απομνημονεύματά του, θα περιγράψει αναλυτικά το έργο των «πεπωρωμένων» υπολειμμάτων του ελληνικού στρατού «εφ' όλης της από Ουσάκ μέχρι Μαγνησίας περιοχής»: «Πυρπολούντες διαφόρους οικίας, ανέμενον εις την εξώθυράν των τους ενοίκους αυτών και, αφού ελήστευον τα πολυτιμότερα είδη των, όσα εγκαταλείποντες τας καιομένας οικίας των παρελάμβανον μεθ' εαυτών, τους εφόνευον άνευ τινός οίκτου. Η μέθοδος αύτη απετέλει εξαίρετον και ασφαλή δι' αυτούς τρόπον καταληστεύσεως των δυστυχών κατοίκων. Τα προϊόντα των ληστειών των (χρυσά ή χάρτινα Τουρκικά νομίσματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα) εναπέθετον πολλοί τούτων εις χιλωτήρας κτηνών, δι' ων ήσαν εφωδιασμένοι. Είδον πολλούς εξ αυτών, κατά την προς την Σμύρνην μετακίνησίν μου και βραδύτερον εις Χίον, μεταφέροντας χιλωτήρας πλήρεις ειδών, εκ λαφυραγωγίας προερχομένων, καθ' ων εν τούτοις ουδέν ηδυνάμην να λάβω μέτρον». Η εικόνα αυτή της γενικευμένης αρπαγής επιβεβαιώνεται κι από άλλους αξιωματικούς. Τη νύχτα π.χ. της 22ας προς 23η Αυγούστου, σ' ένα πλάτωμα λίγο έξω απ' το Σαλιχλή, «περί τας 6-7.000 φυγάδες, διανυκτερεύσαντες εν πορεία, είχαν σταθμεύσει παίζοντες στα ζάρια τα κλοπιμαία, πωλούντες κλεμμένα αντικείμενα κλπ.».
Πηγή κειμένου: Τάσος Κωστόπουλος: ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ, σελ.121-129
