Σάββατο, Μαρτίου 28, 2026

Εσκί Σεχίρ: "Κατάδυση στην κόλαση"

Η αποφασιστική τομή θα έρθει με την εξόρμηση για την κατάληψη του Εσκί Σεχίρ, του Αφιόν Καραχισάρ και της Άγκυρας, το Μάρτιο του 1921, που εγκαινιάζει και τη δεύτερη φάση του πολέμου. Στο εξής, οι επιχειρήσεις διεξάγονται σε περιοχές ολότελα εχθρικές, όπου οι ελληνικοί πληθυσμοί είτε απουσιάζουν παντελώς είτε μπορούν να θεωρηθούν απλώς αμελητέοι. Η διάθεση των φαντάρων είναι ούτως ή άλλως αρνητική (στις 18 Ιουλίου χιλιάδες στρατιώτες υποδέχονται στο Εσκί Σεχίρ το βασιλιά Κωνσταντίνο με την ιαχή «Απόλυσιν! Απόλυσιν!»), αυτά που η ιεραρχία τους ζητά ακατόρθωτα. 

Ο Κωνσταντίνος παρασημοφορεί το στρατό του
στο Εσκί Σεχίρ (18.7.1921), λίγο πριν από
 την εξόρμηση για το Σαγγάριο. Οι κραυγές των φαντάρων
 «Απόλυσιν! Απόλυσιν!» δεν αποτυπώθηκαν φυσικά στο σελιλόιντ.
(Φ.Α. ΕΛΙΑ)
Βαδίζοντας σ' ένα έδαφος ολοκληρωτικά ξένα κι αφιλόξενο, «που μόνο η αρχαιολογική ικανότητα των ελλήνων δημοσιογράφων απεκάλυπτε πως όχι μονάχα ήτανε, μα και [εξακολουθούσε να] είναι ελληνικό», αντιμέτωπος με τις πρώτες -και μάλιστα πολύνεκρες κανονικές ήττες του στο πεδίο της μάχης, ο ελληνικός στρατός εγκαινιάζει στο εξής μια πολιτική καμένης γης, καταστρέφοντας ό,τι δεν μπορεί πια να κατακτήσει. Η «απελευθέρωση» παίρνει όλο και περισσότερο τη μορφή ισοπεδωτικού τυφώνα.

Η αρχή έγινε με την υποχώρηση του εκστρατευτικού σώματος, ύστερα από την ήττα του στη δεύτερη μάχη του Ινονού. «Περνούμε χωριά, [το] Μπάρκιοϊ, κατόπιν το Καπητσιλάρ, το οποίον εκαίετο, μετά το Γιουγούρντερέ, κι αυτό εκαίετο, παρακάτω άλλο χωριό, κι αυτού φωτιά», σημειώνει στις 10 Μαρτίου στο ημερολόγιό του ο Χαράλαμπος Πληζιώτης. 

Την ίδια ακριβώς εικόνα καταγράφει και την επομένη: «Στα πλάγια μας καίονται έρημα χωριά! [...] Αντίκρυ μας εκαίετο ένα χωριό, από κοντά μας σε λίγο περνούσε το 27ον Σύνταγμα, όλοι οι μεταγωγικοί ήσαν φορτωμένοι από κότες, αυγά, τυριά, και ό,τι τέλος πάντων ημπορεί να έχη ένα χωριό, πριν καή!». Μια μέρα μετά, η μονάδα του φτάνει στο Ασάκ-κιοϊ: «Κι αυτό έρημον, και για το καλό του έβαλον φωτιά για να φανή ότι πέρασε κι από εδώ στρατός!».  την ίδια πάνω-κάτω ώρα, ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Πρινιωτάκις, που κρατά κι αυτός ημερολόγιο, σημειώνει την άφιξη της δικής του μονάδας στην «πλουσιωτάτην και εύφορον κωμόπολιν Γενή-Κιοϊ την οποίαν, δυστυχώς, στρατιώται μας κατέκαυσαν». Και η πορεία προς τα πίσω συνεχίζεται, με σταθερό ρυθμό και πρακτική: «Φθάνομε στο χωριό και στεκόμεθα λίγο, τόσον όσο έφθασε να πλιατσικολογηθή το χωριό καλά και κατόπιν να καή. Μετά προχωρούμε λίγο ακόμη και φθάνομε εις ένα άλλο χωριό και μένομε εκεί, μετά μίαν ώραν ήρχισε το χωριό και μας έφεγγε καλά μέχρι το πρωί». Βρισκόμαστε στις 14 Μαρτίου. «Το ίδιο βράδι», σημειώνει στο ημερολόγιό του ο πυροβολητής Βασίλης Μουστάκης, «φτάσαμε σε ένα χωριό που καιγόταν. κλαίνε μανάδες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες. Καίγονται σαν λαμπάδες τα αρχοντικά των μπέηδων και των πασσάδων τα παλάτια. Ήταν η πρώτη φορά που ο ελληνικός στρατός άρχισε να βάζει φωτιά στα χωριά». Η εντολή για το ολοκαύτωμα αποδιδόταν στον ίδιο τον πρίγκιπα Ανδρέα, όπως μας πληροφορεί ένας από τους στρατιώτες στο ημερολόγιό του.

Μετά από μια σύντομη ανάπαυλα, ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε στα τέλη Ιουνίου για το Σαγγάριο. «Τώρα ο πόλεμος είχε πάρει για καλά τη μορφή του», σημειώνει ο Μουστάκης, διαπιστώνοντας ότι «για πρώτη φορά οι Έλληνες καίνε τούρκικα χωριά» ακόμη και κατά την προέλασή τους. «Στο μεγάλο κάμπο ένα πολύ ωραίο τούρκικο χωριό καίγεται απ' άκρη σ' άκρη. Εκεί σταματήσαμε και ήρθαν οι Τούρκοι σε μας κλαίγοντας και τα μικρά ελέγανε: “Νανά μπαμπά ατέσι τσιοκ κονάκι" (πατέρα, μάνα, το σπίτι καίγεται)».  Εμπρησμοί χωριών αναφέρονται σχεδόν καθημερινά στα ημερολόγια των φαντάρων, τόσο καθ' οδόν προς το σφαγείο του Σαγγάριου όσο και κατά την επιστροφή απ' αυτό. «Το παν καίγεται κατά την αναχώρησιν, χωριά, σπαρτά, χόρτα και δένδρα, εάν υπήρχε κανένα», σημειώνει π.χ. ένας φωτογράφος του στρατού στις 30 Αυγούστου, πρώτη μέρα της αναδίπλωσης. «εισελθόντες οι εύζωνοι εις το χωρίον πήραν τις κότες, χάλασαν τα μελίσσια και τέλος βάλαν φωτιά», συμπληρώνει στο σημειωματάριό του ένας άλλος «διαβαίνοντες διάφορα μέρη εκαίγαμε τους αγρούς και ό,τι υπήρχε», θυμάται πάλι ένας φαντάρος απ' το Λιόπεσι. «Διέλευσις παρά χωρίων πυρποληθέντων και λεηλατηθέντων. Εικόνες φρίκης», διαβάζουμε σ' ένα άλλο ημερολόγιο (4.9.21). Και λίγο παρακάτω (8.9.21): « Όσα χωριά εσυναντούσαμε εκαίοντο». Την καταστροφή ολοκληρώνει η αρπαγή «αρκετών χιλιάδων προβάτων, αγελάδων και κατσίκων» που αποτελούν, όπως σημειώνει με μαύρο χιούμορ ένας μικρασιάτης φαντάρος, τα «λάφυρα των νέων απελευθερωτεφρωθέντων χωρών». 

Όσο για τον πληθυσμό της περιοχής, αυτός συνήθως έχει φροντίσει να φύγει μακριά από τους απελευθερωτές της Μικρασίας: «Οι κάτοικοι είχον εγκαταλείψει το χωρίον ευθύς ως αντελήφθησαν προελαύνοντα τα τμήματά μας», διαβάζουμε σ' ένα ημερολόγιο για το Παζαρτζίκ, «πλην ελαχίστων γερόντων τους οποίους ηναγκάσθησαν να αφήσουν εκεί λόγω τους δυσχερούς της μεταφοράς των».

 Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, πάλι, παρίστανται από απόσταση ασφαλείας- ως αυτόπτες μάρτυρες στην καταστροφή των σπιτιών τους: «Κατά τα χαράματα εφθάσαμεν εις τι χωρίον, ονομαζόμενον Μουλ, το οποίον εκαίετο, οι δε Τούρκοι κάτοικοι είχαν μαζευθή επάνω εις έναν λοφίσκον ψηλότερα από το χωριό και θρηνούσαν λυπητερά και φώναζαν», θυμάται χαρακτηριστικά ένας μεσσήνιος πεζικάριος. «Εμείς δεν εγνωρίζαμεν τι λέγουν, όμως εκαίοντο τα σπίτια τους και όλα τα υπάρχοντά τους. Στο ερημωμένο χωριό ο κάθε φαντάρος επίταζε ό,τι έβρισκε, όλοι όμως νοιώθαμε συγκινημένοι ακούγοντας τις θλιβερές κραυγές τους». «Εις όλα τα χωριά που διαβαίνομεν, βάζομεν φωτιά και τα καταστρέφομεν τελείως», σημειώνει πάλι στο ημερολόγιό του ένας συνάδελφός του από την Αρκαδία. «Σιτάρια, εκατομμύρια οκάδες, εις τα αλώνια καίγονται μέχρι οκάς. Τα γυναικόπαιδα έξω των χωρίων οδύρονται προ του θλιβερού θεάματος. (Τούτο εστίν ελευθερία)!!!, Κάποιες φορές οι κάτοικοι έχουν φροντίσει να κρύψουν το βιός τους «εις σπήλαια» ή «εντός χαραδρών», με αμφίβολα αποτελέσματα. «Χρόνια και χρόνια παλεύανε να φτιάξουν ένα σπιτάκι, μια αχερώνα κι έτυχε να περάσουμε μεις να τους ξεκληρίσουμε», αναλογίζεται ύστερα από καιρό ένας παλιός πολεμιστής. «Μουγκρίζανε τα βόδια μέσα στις φλόγες, Κλαίγανε και ξεφωνίζανε οι γυναικούλες. Τα παιδάκια σπαρταρούσανε μπροστά μας. Μα εμείς άγριοι, φοβεροί, αιμοβόροι άνθρωποι μας οδηγούσαν. Ούτε συμπόνεση έχει, ούτε ανθρωπιά».

Απολογητικός, ως συνήθως, ο ανθυπολοχαγός Παντελής Πρινιωτάκις καταγράφει κι αυτός μια παρόμοια εικόνα: «Την τύχην των διαφόρων χωρίων ακολουθεί και το Αράμπ Ευρέν. Μετά την γενικήν λεηλασίαν ακολουθεί εμπρησμός των οικιών και των σιτηρών, τον οποίον οι δυστυχείς και άξιοι οίκτου κάτοικοι παρακολουθούν έντρομοι. Η κατάστασις είναι λυπηρά και αξιοθρήνητος. [...] Τα υποχωρούντα τμήματα του στρατού μας θέτουν πυρ εις χωρία εξ ων διερχόμεθα και εις τα εν αφθονία ευρισκόμενα ακόμη εις τους αγρούς σιτηρά. Οι κάτοικοι των διαφόρων χωρίων, περίτρομοι, συγκεντρωμένοι εις τας παρυφάς των χωρίων των, περίλυποι αλλά και μη τολμώντες ουδέν να πράξωσι, παρακολουθούσι το θέαμα. Δυστυχώς, δεν έλειψαν και παρεκτροπαί και βιαιότητες των στρατιωτών μας».

Είναι 4 Σεπτεμβρίου 1921. Το ίδιο βράδι, ο Νίκος Βασιλικός -πατέρας του γνωστού συγγραφέα- και οι σύντροφοί του παρακολουθούν από ψηλά, «ως άλλοι Νέρωνες» την «αγρίως μεγαλόπρεπον» εικόνα που αφήνει πίσω του ο ελληνικός στρατός, εγκαταλείποντας το Σαγγάριο:

« Όλα του κάμπου τα χωριά καίονται από το υποχωρούν Γιουνάν-ασκέρ το οποίον μεταλαμπαδεύει, επ' ευκαιρία της διαβάσεώς του, τα πραγματικά φώτα ...του πολιτισμού». Δεν πρόκειται για αυθόρμητο ξέσπασμα, μας εξηγεί ο ίδιος, αλλά για την εφαρμογή συγκεκριμένης διαταγής του Επιτελείου το τελευταίο απαιτεί «κατά την παλινδρομικήν αυτήν κίνησιν» (όπως βαφτίζει την υποχώρηση) «το παν να καίεται εφ' όσον δεν είναι δυνατόν να μετακομισθή».

Υπήρξαν, φυσικά, και πολύ χειρότερα. Η τύχη, λόγου χάριν, εκείνων των χωριών που τόλμησαν να σηκώσουν όπλο κατά του εισβολέα. «Ακολουθούντες το απελευθερωτικόν έργον», σημειώνει αυτοσαρκαστικά στο ημερολόγιό του ένας αρχάς πεζικάριος, «φθάνομεν με βροχήν εις Τσεφτιλέρ. Εδώ φαίνεται ότι προηγουμένως επέρασαν άλλοι εκ των ημετέρων. Άλλοι οίτινες εύρον αντίστασιν παρά των κατοίκων και τσέτηδων και αναγκασθέντες μετεχειρίσθησαν άλλον απελευθερωτικόν έργον (Μερική σφαγή)». Λίγο νωρίτερα, ο ίδιος έχει περιγράψει την αιματηρή καταστολή της αντίστασης ενός άλλου χωριού: «Αίφνης δεχόμεθα πυρά, ανακαλύπτονται κρυμμένοι “τσέτες" εντός του χωριού, φονεύονται αρκετοί και εν τέλει φωτιά στο χωριό, επιτρέποντας να εξέλθουν του χωριού τα γυναικόπαιδα μόνον». Κατατοπιστικότερος, για μια άλλη τέτοια περίπτωση, είναι ένας τσολιάς από τη Βοιωτία: «Μετά που φτάσαν οι δικές μας στρατιωτικές δυνάμεις βάλαν φωτιά στο χωριό και σήμερα που φτάσαμε ακόμα καίγεται. Οι κάτοικοι που είχαν μείνει ζωντανοί είναι όλοι συγκεντρωμένοι σ' ένα αρχαίο φρούριο, που είναι στη διάθεση των φαντάρων. Ό,τι τους βαστάει η ψυχή τους, άλλοι σκοτώνουνε τούρκους χωρικούς γι' αντίποινα, άλλοι ατιμάζουνε κορίτσια και γυναίκες».

Κάποιες φορές, γι' αυτού του είδους τα κατορθώματα δεν θα χρειαστεί καν να προηγηθεί αντίσταση του πληθυσμού. Την επομένη λ.χ. της μάχης του Εσκί Σεχίρ, η ημερήσια διαταγή της 5ης Μεραρχίας καυτηριάζει δημόσια το γεγονός ότι «αι περίλαμπραι νίκαι» του εκστρατευτικού σώματος «ημαυρώθησαν λόγω ορισμένων εκτρόπων διαπραττομένων εις τρόπον ώστε να παρουσιάζηται ο Ελληνικός Στρατός πλέον άγριος και αυτού του τουρκικού» στον κατάλογο των «βαρβαροτήτων» που διέπραξαν «τα ολίγα καθάρματα, άτινα ασφαλώς δεν έχουσι ελληνικόν αίμα» περιλαμβάνονται «εμπρησμοί χωρίων, φόνοι αθώων χωρικών, ληστείαι και ατιμώσεις». Παρά τη ρητή εντολή του διοικητή «να προληφθή εις το μέλλον εκ μέρους των ανδρών μας παν έγκλημα (εμπρησμός, βιασμός, ληστείαι, φόνοι και λοιπαί ασχημίαι) », την απειλή παραπομπής των απείθαρχων στο στρατοδικείο και τη διαταγή του προς τους επικεφαλής των τμημάτων «να πυροβολούν και να φονεύουν τους κακουργούντας», τα «έκτροπα» θα επαναληφθούν - και μάλιστα το ίδιο κιόλας βράδι, όπως διαπιστώνουμε από το δημοσιευμένο ημερολόγιο ενός Κοζανίτη ανθυπολοχαγού: «Παρασκευή 9 Ιουλίου 1921. Άφιξις περί την 10ην νυκτερινήν εις χωρίον Αριμπερέν, πλησίον ποταμού. Το χωρίον ελεηλατήθη κυριολεκτικώς και διηρπάγη. Εγένοντο πολλαί ατιμώσεις υπό τα όμματα γονέων. Περιουσίαι και έπιπλα διηρπάγησαν διά προσωπικήν χρήσιν. Εθεάθησαν οπλίται να κοιμώνται εις στρώματα, να φέρωσιν παπλώματα μεταξωτά κτλ. Η νυξ διήλθεν σχεδόν εν εορτασμώ, με φωτιές, ψητά κτλ., παρ' όλην την κοπιαστικήν πορείαν της ημέρας». 

Παρόμοια συμβάντα σ' ένα κάπως απόκεντρο μέτωπο του πολέμου θα προσελκύσουν ιδιαίτερα τα φώτα της δημοσιότητας στη διάρκεια του 1921. Πρόκειται για τις περιοχές της Γιάλοβας, της Νικομήδειας (Ιζμίτ) και της Κίου (Γκεμλίκ), στη νοτιοανατολική όχθη της θάλασσας του Μαρμαρά, που ο ελληνικός στρατός κατέλαβε το καλοκαίρι του 1920. Αν και στην περιοχή δρούσαν ήδη από το 1918 κάποιες καθαρά ληστρικές συμμορίες, η κατάσταση στις περισσότερες αφηγήσεις παρουσιάζεται σχετικα ήρεμη μέχρι τη στιγμή της «απελευθέρωσης». Η άφιξη βρετανικών κι ελληνικών στρατευμάτων θα συνοδευθεί ωστόσο από εκτεταμένες λεηλασίες μουσουλμανικών περιουσιών (με θύματα κυρίως αντικεμαλικούς Τούρκους, καθώς οι κεμαλικοί είχαν φροντίσει ν' αποχωρήσουν εγκαίρως), ληστείες, βιασμούς και καταστροφές χωριών ύστερα από προσχε διασμένες εικονικές προβοκάτσιες.

 Καθοριστική θ' αποδειχθεί εδώ η συγκρότηση παραστρατιωτικών ελληνικών κι αρμενικών ανταρτοομάδων και η εγκατάσταση ένοπλων φρουρών» σε κάθε τουρκικό χωριό για την εκ των ένδον επιτήρηση και καθυπόταξή του. Παρ' όλο που τα εν λόγω σώματα συνεργάζονταν στενά με τον ελληνικό στρατό, κάποια τουλάχιστον απ' αυτά διέθεταν αυξημένη επιχειρησιακή (κι επιχειρηματική) αυτονομία σε μια τυπική μαρτυρία της εποχής, φαντάρος από το Λιόπεσι θα συναντήσει τον Ιούνιο του 1921 στα Μουδανιά ένα συγχωριανό του λιποτάκτη επιλοχία που τον πληροφορεί ότι μαζί με άλλους 500 αντάρτες «λυμαίνονται τους Τούρκους» της Προύσας, έχοντας συγκεντρώσει «πολλά λεπτά, χρυσά, αργυρά και μπαγανότες» (χαρτονομίσματα), και του ζητά να βρει τρόπο για τον επαναπατρισμό των λαφύρων. Στην αντίπερα όχθη, Κεμαλικοί και Κιρκάσιοι τσέτες περνούν το καλοκαίρι του 1920 διά πυρός και σιδήρου τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό της Νίκαιας και των γειτονικών της χωριών (Λεύκη, Χουδί, Φουντουκλιά, Φουλατζίκ, Κονζές, Μπολού. Ντουτζέ, Ορτάκιοϊ).

Το αποκορύφωμα της βίας θα έρθει ωστόσο την επόμενη άνοιξη, με τις προετοιμασίες για την εκκένωση της περιοχής βορείως της Κίου από τον ελληνικό στρατό. Τα περισσότερα μουσουλμανικά χωριά της περιοχής καταστρέφονται, άλλοτε απ' τις ελληνικές ή αρμενικές ανταρτοομάδες κι άλλοτε απευθείας από τον ελληνικό στρατό δεκάδες κάτοικοί τους εκτελούνται ομαδικά η ίδια η Νικομήδεια πυρπολείται εν μέρει τον Ιούνιο του 1921 απ' τους αποχωρούντες φαντάρους κι αποτελειώνεται από τα κανόνια του θωρηκτού «Κιλκίς», αφού έχει προηγηθεί συστηματική λεηλασία της μουσουλμανικής κι εβραϊκής συνοικίας της Τούρκοι χωρικοί που υποχρεώθηκαν να μεταφέρουν με τα κάρα τους στα πλοία τα υπάρχοντα των ελληνορθόδοξων προσφύγων -που ακολουθούν τον ελληνικό στρατό- σφάζονται στη συνέχεια ομαδικά στην αποβάθρα, μαζί με τα ζώα τους περίπου 200 Τούρκοι «προύχοντες» μεταφέρονται τέλος στα πλοία ως όμηροι, για να πνιγούν στη συνέχεια στην ανοιχτή θάλασσα. 


Πηγή κειμένου: Τάσος Κωστόπουλος: ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ, σελ.108-117

Δείτε επίσης:

Μικρά Ασία 1922: Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού

Πέμπτη, Μαρτίου 19, 2026

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΤΑΞΑ

Τόν χαρακτήρα καί τήν ἀξία τοῦ ᾿Ιωάννου Μεταξᾶ τήν μαρτυροῦν τά ἱστορικά κείμενα τῆς περιόδου, οἱ συγκεκριμένες πράξεις του ως στρατιωτικοῦ καί πολιτικοῦ, οἱ λόγοι του, οἱ μαρτυρίες αὐτῶν οἱ ὁποῖοι τόν ἔζησαν κ.ά. Μεγίστης ἀξίας ἔργο τό ὁποῖο μαρτυρεῖ ὄχι μόνο τήν προσωπικότητα τοῦ Ἱ.Μεταξά, αλλά παρέχει καί στοιχεῖα γιά τήν περίοδο 1896-1941, εἶναι τό ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ του.

Το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ Ι. ΜΕΤΑΞΑ εἶναι μεγάλης ιστορικῆς ἀξίας καί ἀπαραίτητο γιά τόν ερευνητή ὄχι μόνο τῆς προσωπικότητος, τῶν σκέψεων καί τῆς δράσεως τοῦ Ι. Μεταξᾶ ἀλλά καί γιά άντληση στοιχείων γιά ὅλη τήν συγκεκριμένη περίοδο σε θέματα κυρίως τῆς πολιτικῆς, στρατιωτικῆς, κοινωνικῆς οἰκονομικῆς καί γενικά καθημερινῆς ζωῆς τοῦ τόπου μας.

Πρίν μερικά χρόνια εκυκλοφόρησε ἕνα βιβλίο εἰς τό όποῖο ὁ συγγραφέας του -σαφῶς ἀντίθετος μέ τήν ἱστορική πλέον προσωπικότητα του Ι.Μεταξά- προσπάθησε χρησιμοποιώντας αποσπασματικά τό ημερολόγιο να τόν ....ψυχαναλύσει. Μέ τόν ἴδιο τρόπο -αποσπασματικά- θά παραθέσουμε όρισμένα συμπεράσματα του συγγραφέα αύτοῦ μέσα ἀπό τό βιβλίο του.

Τονίζουμε καί πάλι ὅτι οἱ προτάσεις, οἱ ὁποῖες ἀκολουθοῦν εἶναι ἀπό κάποιον ἀντίθετο πρός τόν Ι. Μεταξά :

«... Ο Κεφαλλονίτης αὐτός εἶχε ἀναμφιβόλως πολύπλευρη προσωπικότητα, με ζωηρή φαντασία, θαυμαστή ἱκανότητα ἀντιλήψεως, ευθυκρισία, ακαταμάχητη θέληση...Το ημερολόγιό του εἶναι ἀνθρώπινο, θά ἔλεγα πολύ ἀνθρώπινο. Ευφυής, εργατικός, ανικανοποίητος, μέ πολλά καί ἀναμφισβήτητα πνευματικά προσόντα.

Από τά 'Απομνημονεύματα, πού εἶδαν τό φῶς τῆς δημοσιότητας τά τελευταῖα 90-100 χρόνια, ἐκεῖνα τοῦ Μεταξὰ εἶναι χωρίς αμφιβολία τά πιό αποκαλυπτικά τά πιό ἀνθρώπινα. Εἶχε ἰσχυρή θέληση καί μεγάλο πείσμα. Ἦταν μεθοδικός. Διατηρούσε πάντοτε στην ψυχή του αισθήματα συμπάθειας πρός τούς φτωχούς, τούς ἀσθενεῖς, τούς ἀναξιοπαθοῦντες, ἀλλά καί διεπνέετο από πνεῦμα χριστιανικῆς ταπεινοφροσύνης διά τίς ἀγαθοεργίες του.

Ἡ ὀξυδέρκεια του Μεταξά εἶναι θαυμαστή. Προέβλεπε ἀφ᾿ ἑνός τά ἀπελευθερωτικά κινήματα τῶν μαύρων τῆς Ἀφρικῆς καί ἀφ᾿ ἑτέρου τήν οἰκονομική υποταγή τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης στις ΗΠΑ...

Ο Μεταξάς δέν ἦταν μόνο πνεῦμα ἐρευνητικό, ἀνήσυχο καί ἀνικανοποίητο, ἀλλά συνάμα καί στοχαστικό πού ἐφλέγετο ἀπό μίαν ακατανίκητη επιθυμία να γνωρίσει τά τοῦ κόσμου, τά υπερκόσμια, τά φυσικά καί τά μεταφυσικά.

Ὁ Μεταξᾶς ὑπῆρξε φίλος τῆς Μουσικῆς καί τῶν καλῶν Τεχνῶν, ὅπως οἱ περισσότεροι Ἑπτανήσιοι. Τό γεγονός ὅτι ὁ νεαρός ανθυπολοχαγός ἦταν σε θέση νά ἑρμηνεύει τον Βάγκνερ μαρτυρεῖ μουσικήν ωριμότητα, πρόωρη κάπως γιά τήν ηλικία του καί ἀσυνήθιστη γιά τήν ἰδιότητα τοῦ στρατιωτικοῦ. Ο Μεταξάς παρέμενε κατά βάθος ἕνας μεγάλος ρομαντικός καί ἕνας ἀθεράπευτος αισθηματίας, τοῦ ὁποίου ή ψυχή ἐδονεῖτο ἀπό τά πλέον ἔντονα συναισθήματα. Ο Μεταξάς ἦταν εὐφυής, μέ πλατειά μόρφωση, μέ γόνιμη φαντασία μέ πνεῦμα ὀργανωτικό, μέ ἀδάμαστη θέληση, μέ ζηλευτή ευθυκρισία...»

Ας δοῦμε καί τίς ἀπόψεις πέντε ξένων προσωπικοτήτων τῆς τότε ἐποχῆς γιά τόν Μεταξά. Ενός Ιταλοῦ, ἑνός Γάλλου, δύο Ἄγγλων καί ἑνός Τούρκου :


ΕΜΜΑΝΟΥΕΛΕ ΓΚΡΑΤΣΙ - Ιταλός πρεσβευτής στήν ᾿Αθήνα : (ἀπό τό βιβλίο του : Η Αρχή του Τέλους)

«Ἡ ἐμφάνιση του Ι. Μεταξά δέν εἶχε ἀπολύτως τίποτε τό δικτατορικό καί τό στρατιωτικό. Βλέποντάς τον, μικρόσωμο, μᾶλλον παχύ, ντυμένο πάντοτε πολιτικά, ἀκόμα καί στίς πιό ἐπίσημες τελετές, χωρίς θεατρινισμούς, μέ ἕνα καλοκάγαθο χαμόγελο καλοῦ οἰκογενειάρχη καί μέ μάτια πού ἔλαμπαν πίσω ἀπό τά άσημένια του γυαλιά καί πού ύγραίνοντο συχνά, γιατί ἦταν πολύ ευσυγκίνητος, κανείς δέν θά ἔλεγε ποτέ ὅτι ὁ ἄνθρωπος αυτός μέ τήν ἤπια καί ταπεινή εμφάνιση ἦταν ὄχι μόνο ένας γενναῖος στρατιώτης, ἀλλά καί ἕνας ἄνθρωπος προικισμένος με σιδηρά θέληση καί ἱκανός νά διατηρήσει τόν ἀπόλυτο έλεγχο μιᾶς ἐξαιρετικά δύσκολης καταστάσεως. Η ομιλία του καί ή ἔκφραση τοῦ προσώπου του ενέπνεαν μιά ἐξαιρετική είλικρίνεια, γιά τήν ειλικρίνεια δέ αὐτή, τόσο σπάνια στους πολιτικούς ἄνδρες τῆς Βαλκανικής, δέν μοῦ ἔδωσε ποτέ ἀφορμή νά ἀμφιβάλλω...»


Ο ΓΑΛΛΟΣ Στρατηγός Μπορντώ στην εφημερίδα "Salut public" :

«... Ο κ.Μεταξάς ἦτο προετοιμασμένος διά τήν ἐξάσκησιν τῆς Ἐξουσίας. Εἰσελθών εἰς ἡλικία πενήντα ἐτῶν εἰς τήν ἐνεργόν καί ἐξ ἐπαγγέλματος πολιτικήν, δέν εἶχε χάσει τίποτε ἀπό τήν σταθερότητα τῶν ἀρχῶν του, οὔτε εἶχε ἐγκαταλείψει τάς πεποιθήσεις τους, εἶχε μάθει να γνωρίζει καί νά ζυγίζει τούς ἀνθρώπους. Αφιερωσε εἰς τήν Εξουσία, ἀπό τῆς πρώτης στιγμῆς, ὅλας τάς δυνάμεις, ὅλη τήν ἰσχύ τῶν ἱκανοτήτων του. Πάντοτε ευγενέστατος, ευθυτενής καί ὑπερήφανος, έργάζεται πλέον τῶν δέκα πέντε ὡρῶν καθημερινῶς. ... Η δραστηριότης του, ή ένεργητικότης του, ἐκυριάρχησαν τῆς ἀταξίας, ἡ ὁποία ἐβασίλευε παντοῦ καί δέν ἔπαυε νά ἐξαπλοῦται από πολλῶν ἐτῶν. Εἰς ὅλα τά Υπουργεία προσπαθεῖ νά βασιλεύει ή δικαιοσύνη, γνωρίζων καλῶς, ὅτι ἡ Ἐξουσία ἄνευ τῆς Δικαιοσύνης είναι μία αποτρόπαιος τυραννία. Τα ταξίδια του, οἱ λόγοι του, σύντομοι, σαφεῖς θαρραλέοι, ἐμπνέουν έμπιστοσύνη...»


Ἄγγλος πρεσβευτής στην Αθήνα Σέρ Μ. Πάλαιρετ πρός τό Φόρεϊν Ὄφφις

«... Θά ἐπεθύμουν να τονίσω ὅτι ὁ στρατηγός Μεταξάς δέν εἶναι μόνο πολιτικός ἀλλά καί ἐπιτελικός ἀξιωματικός διεθνούς φήμης... Η πολιτική του στρατηγοῦ Μεταξά ἔχει δικαιωθεῖ λαμπρῶς. Ἐνῶ ἐπιμελῶς ἀπέφυγε να προκαλέσει οιονδήποτε, διωργάνωσε ἀθορύβως τήν ἄμυνά του μέ ἀποτέλεσμα ὅτι, ὅταν ευρέθη ἀντιμέτωπος τοῦ ιταλικοῦ τελεσιγράφου, ἀκόμη καί σέ μίαν απροσδόκητη στιγμή, ἦταν σέ θέση νά προβάλει ἐπαρκὴ ἀντίσταση στη βόρειο μεθόριό του...»


ΚΕΜΑΛ ΑΤΑΤΟΥΡΚ :

«Ιδού ἕνας πολιτικός ὁ ὁποῖος κατορθώνει νά εἶναι ἁπλός καί συμπαθής, νά ἔχει ταυτοχρόνως ἰσχυρά θέληση, να βλέπει μακρυά καί νά έμπνέει τό αἴσθημα τῆς ἐμπιστοσύνης μέ τήν θετικότητα καί τήν ευθύτητα τῆς σκέψεως του...»


29/1/41 Α. ΗΝΤΕΝ Ἄγγλος υπουργός ἐξωτερικῶν :

«Ο Μεταξάς πέθανε σκληρό πλήγμα. Μία μικρή χώρα ὅπως ἡ ῾Ελλάς δεν δύναται νά ἀναδείξει δύο άντρες τῆς ὁλκῆς αὐτῆς ἐντός τῆς ἴδιας γενεάς».


Νικόλαος Καρρας: Ιωάννης Μεταξάς, εκδ. Πελασγός σελ.15-19


Δείτε επίσης:

Πως είδε ο ξένος Τύπος την διακυβέρνηση του Ι. Μεταξά

Τρίτη, Μαρτίου 17, 2026

Τα όργανα της ιταλικής προπαγάνδας στην Ελλάδα

Κύρια όργανα της ιταλικής προπαγάνδας ήταν η Ακρόπολις και η Καθημερινή, ιδιαίτερα από τότε που ανέλαβε τη διεύθυνσή της ο Σπύρος Τραυλός (τέλη 1942), μέχρι τότε διευθυντής της ιταλικής λογοκρισίας. Τη γερμανική γραμμή εκπροσωπούσαν η Πρωία και οι εφημερίδες του συγκροτήματος Λαμπράκη Ελ. Βήμα και Αθην. Νέα. Επιλεκτικά αναδημοσιεύουμε μερικά άρθρα, που καθοδηγούσαν τους Έλληνες σε συνεργασία με τον κατακτητή.

Ο Ιταλός υπουργός με τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ περιεργάζονται
προπαγανδιστικές εκδόσεις και άλλα εκθέματα
σε ειδική έκθεση του Ιταλικού Ινστιτούτου Αθηνών.

Από την Καθημερινή:

3 Μαΐου 1941: «Το εγράφομεν και χθες· εκάστη δε ημέρα παρέχει και μίαν νέαν ένδειξιν της αληθείας της βεβαιώσεως· οι Γερμανοί δεν ήλθον εις τον τόπον αυτόν ως εχθροί· ήλθον ως φίλοι και θέλουν να παραμείνουν φίλοι μας. Να ενθυμηθώμεν τα παλαιά δείγματα της ελληνογερμανικής φιλίας; Να υπομνήσωμεν ότι η αρχαία ελληνική μόρφωσις και ο κλασσικός μας πολιτισμός υπήρξεν ανέκαθεν το πάθος παντός γνησίου Γερμανού διανοουμένου; Να φέρωμεν εις ενίσχυσιν της βεβαιώσεως αυτής ότι από δεκαετιών πολλών, ημείς οι Έλληνες γνωρίζομεν τα αρχαία μας κείμενα από τας επιμελείς και θαυμασίας εκδόσεις των γερμανικών οίκων; Τάουχνιτς, Τόυμπνερ... Ποίος, και ο νεαρώτερος μαθητής του Γυμνασίου, αγνοεί τα ονόματα αυτά, τα οποία είναι τυπωμένα εις το κάτω μέρος της α΄ σελίδος όλων των εκδόσεων των αρχαίων ελληνικών κειμένων; Να ενθυμηθώμεν, ακόμη, ότι χάρις εις Γερμανούς κυρίως αρχαιολόγους εγνωρίσαμεν και ηγαπήσαμεν την αρχαίαν Ελλάδα και τα απαράμιλλα αριστουργήματά της, ότι τας πληρεστέρας και επιμελεστέρας μελέτας επί του αρχαίου ημών βίου έκαμαν Γερμανοί; Την ελληνικήν γραμματολογίαν δεν την εδίδαξεν εις τους Έλληνας ο Μύλλερ και τας σοφωτέρας εργασίας επί της ιστορίας του Ελληνισμού δεν τας έγραψαν Γερμανοί; Η ελληνική παιδεία υπήρξε παράδοσις διά την Γερμανίαν, η οποία διατηρείται και σήμερον ζώσα και ενεργός. Οι καθηγηταί της, οι Γερμανοί φοιτηταί γνωρίζουν ίσως περισσότερα πράγματα διά την αρχαίαν ελληνικήν μόρφωσιν και τέχνην από ημάς τους ιδίους. Και ο Έλλην καθηγητής της αρχαίας φιλολογίας τότε μόνον ημπορεί να θεωρηθή ως αρτίως μορφωμένος, όταν έχη φοιτήσει εις γερμανικά Πανεπιστήμια. Ανατρέχομεν εις τα παλαιά δείγματα της ελληνογερμανικής φιλίας... Αλλ' υπάρχουν νεώτατα, πρόσφατα. θα ελέγομεν ότι τα τελευταία αυτά έχουν μεγαλυτέραν και εντυπωσιακωτέραν αξίαν διότι έρχονται την επαύριον μιας πολεμικής περιπετείας η οποία μας ώρθωσεν ως μη ώφειλεν, αντιπάλους της παλαιάς και δεδηλωμένης φίλης.

Ως θα ίδη πράγματι ο αναγνώστης εις άλλας στήλας, η Ανωτάτη Διοίκησις του Γερμανικού Στρατού ειδοποίησε την ελληνικήν κυβέρνησιν ότι άπαντες οι Έλληνες πολεμισταί, αξιωματικοί και οπλίται, οπουδήποτε και αν ευρίσκωνται εις την κατεχομένην υπό των γερμανικών στρατευμάτων χώραν, αφήνονται ελεύθεροι και επιστρέφουν εις τας εστίας των. Δεν είναι αιχμάλωτοι πολέμου. Είναι τετιμημένοι πολεμισταί προς τους οποίους οι εκπρόσωποι του γερμανικού στρατού από της ανωτάτης αρχής μέχρι του απλού πολίτου, εμφανίζονται εκτιμώντες τους ηρωισμούς και τους αγώνας των. Η ένδειξις αυτή της συμπαθείας του Φύρερ προς την Ελλάδα εκτιμάται προσηκόντως από τον ελληνικόν λαόν, ο οποίος μετ' αληθούς ευγνωμοσύνης προσβλέπει προς τον Ανώτατον Αρχηγόν των ενόπλων Γερμανικών Δυνάμεων. Τα συγχαρητήρια δε της ελληνικής Κυβερνήσεως εκφράζουν εν προκειμένω τα ειλικρινή συναισθήματα ολοκλήρου της ελληνικής δημοσίας γνώμης. Ημπορεί εν κατακλείδι να λεχθή ότι μεταξύ των θεμελίων λίθων της ελληνογερμανικής φιλίας η ως άνω απόφασις του Φύρερ αποτελεί τον σταθερώτερον και γονιμώτερον».

21 Μαΐου 1941: «Εις τας απογευματινάς εφημερίδας εδημοσιεύθη προκήρυξις του Ανωτάτου Διοικητού των εν Ελλάδι Γερμανικών στρατευμάτων προς τον κρητικόν λαόν. Επίσης εδημοσιεύθη μία περιγραφή περί των ωμοτήτων εις τας οποίας προβαίνουν τα βρεταννικά στρατεύματα εναντίον των τραυματισμένων Γερμανών στρατιωτών οι οποίοι πίπτουν εις χείρας των. Και όσον μεν αφορά τους Βρεταννούς, άλλα δεν έχομεν να είπωμεν, παρά να στιγματίσωμεν τας βρεταννικάς φρικαλεότητας, αι οποίαι, εν τούτοις, δεν μας εκπλήσσουν. Γνωρίζομεν και ημείς, δυστυχώς δε πάρα πολύ, την βρεταννικήν υποκριτικήν ηθικήν και παν ό,τι άφθαστον εις σκληρότητα και απανθρωπίαν, κρύπτεται όπισθεν ενός δήθεν ανθρωπισμού. Και ημείς δε, διότι όλος ο κόσμος έχει γνώσιν της βρεταννικής σκληρότητος και απανθρωπίας. Εάν οι ατυχείς κάτοικοι των βορείων Ινδιών ηδύναντο να ομιλήσουν θα έλεγον πολλά και εξαιρετικώς ενδιαφέροντα περί των καταπληκτικών εις σκληρότητα μεθόδων εις τας οποίας καταφεύγει ο «Βρεταννικός Πολιτισμός» διά να αντιμετωπίση τας δυσχερείς περιστάσεις, οσάκις του παρουσιάζονται. Και αν θέλωμεν να ομιλήσωμεν και με ελληνικά παραδείγματα ή μάλλον με ελληνικές περιπτώσεις, θα ηδυνάμεθα να ενθυμηθώμεν την τραγωδίαν των Ιονίων Νήσων - τας αγχόνας και τας φυλακίσεις, τον Μαίτλανδ και τους ανθρώπους του -την αγγλικήν αστυνομίαν του 1916, τας διώξεις της, τας δολοφονίας της, τα εγκλήματά της. Δεν μας εκπλήττουν, λοιπόν, ημάς τους Έλληνας όσα πράττουν σκληρά και απάνθρωπα οι Βρεταννοί εις την Κρήτην.

Μάς εκπλήττει, όμως, ότι υπάρχουν πληροφορίαι κατά τας οποίας προβαίνουν και Κρήτες - ελπίζομεν πάντοτε, όχι ευάριθμοι - αισθανόμεθα διά μίαν ακόμη φοράν την ανάγκην να καλέσωμεν τους Κρήτες να συνετισθούν. Διατί κακουργούν; Διατί κηλιδώνουν τον πολιτισμόν των και διατί θέλουν η κηλίδα να βάψη και τον Πανελλήνιον Πολιτισμόν; Μήπως είναι θέματα κάποιου ψεύδους; Μήπως τους απέκρυψαν ότι ημείς εδώ ζώμεν καλώς, ως φίλοι, ως συνεργάται, ως αδελφοί, με τους Γερμανούς; Μήπως δεν τους είπαν ότι τα τέκνα των είναι ελεύθερα και δεν εθεωρήθησαν αιχμάλωτοι πουλέμου; Τι συνέβη; Διατί γίνονται θύματα της βρεταννικής απανθρωπίας; Δεν γνωρίζουν ότι σήμερον-αύριον θα φύγουν και από την Κρήτην οι Βρεταννοί και θα τους αφήσουν εις την Κρήτην τους Κρήτας να πληρώσουν αυτοί τα εγκλήματα της Αυτοκρατορίας; Δεν γνωρίζουν, τίποτε από όλα αυτά οι Κρήτες; Έχασαν την αίσθησιν της λογικής; Έχασαν τον πολιτισμόν των;

Ομολογούμεν ότι ενώ χαράσσομεν αυτάς τας γραμμάς αισθανόμεθα την ψυχήν μας δακρύουσαν. Ομολογούμεν ότι αισθανόμεθα εντροπήν.

Επί τέλους, γιατί οι Κρήτες θέλουν να καταστήσουν δυσχερή την ζωήν μας; Διατί θέλουν να δημιουργήσουν μεταξύ ημών και του Έθνους το οποίον ενώ μας ενίκησε μας φέρεται ως εάν είμεθα φίλοι και σύμμαχοι, ζητήματα, παρεξηγήσεις, θλιβεράν ατμόσφαιραν;

Το επαναλαμβάνομεν: δεν είναι δικαίωμά των αυτό. Δεν είναι δικαίωμα των Κρητών να υβρίζουν τον άσπιλον Ελληνικόν πολιτισμόν. Χθες παρεκαλέσαμεν τους Κρήτες να παύσουν ασχημονούντες και εάν αντιλαμβάνωνται ότι δεν πταίουν αυτοί αλλ' οι Βρεταννοί κατακτηταί της νήσου να παράσχουν βοήθειαν εις τον γερμανικόν στρατόν. Σήμερον, εν ονόματι του Έθνους, της Ιστορίας, του Πολιτισμού και των Συμφερόντων του: ΚΑΛΟΥΜΕΝ τους Κρήτες να μετανοήσουν. Και όχι μόνον να μετανοήσουν απλώς. Να μετανοήσουν εμπράκτως. ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΝ...».

28 Μαΐου 1941: «Το διάγγελμα του Αρχηγού της Κυβερνήσεως προς τον Κρητικόν λαόν το γνωρίζουν όλοι οι Έλληνες. Φρονούμεν δε ότι θα το επληροφορήθησαν ήδη και όλοι οι Κρήτες. Το διάγγελμα αυτό είναι γνωστόν ότι αποτελεί μίαν έκκλησιν προς τους Κρήτας καλουμένους να σκεφθούν ψυχραίμως, συνετώς και συμφώνως προς τα συμφέροντα του Έθνους αλλά και ταυτοχρόνως εφιστά την προσοχήν των επί τινων πληροφοριών αι οποίαι προκαλούν αίσθημα ειλικρινούς και ζωηράς αγανακτήσεως.

Πρόκειται περί των πληροφοριών εκείνων κατά τας οποίας Κρήτες διέπραξαν πράξεις αγριότητος εις βάρος Γερμανών στρατιωτών. Θα ηθέλαμεν να μη πιστεύσωμεν τας πληροφορίας αυτάς. Διότι αν τας πιστεύσωμεν και αν είναι αληθείς αισθανόμεθα την ανάγκην να ομιλήσωμεν γλώσσαν σκληράν προς τους Κρήτας. Δεν θα αποκρύψωμεν, δηλαδή, ότι πράξεις ωμότητος, αποτελούν εκ μέρους των ύβριν εναντίον ολοκλήρου της Ανθρωπότητος και του πολιτισμού. Αποτελούν έγκλημα κατά της ελληνικής ιδέας, έγκλημα το οποίον ο Ελληνισμός δεν θα συγχωρήση ποτέ. Δεν θα το συγχωρήση και διότι στρέφεται κατά στρατιωτών Έθνους το οποίον έτρεφε και τρέφει - και το εξεδήλωσε περιτράνως δι' έργων - αίσθημα ειλικρινούς φιλίας και εκτιμήσεως προς τον ελληνικόν λαόν. Δεν θα το συγχωρήση διότι αποτελεί εκδήλωσιν βαρβαρότητος και αντιχριστιανικού πνεύματος.

Ελπίζομεν, όμως, ότι τα κρούσματα τα οποία υπαινίσσεται ο Στρατηγός Τσολάκογλου εις το διάγγελμά του δεν υπάρχουν και εάν υπάρχουν είναι ολίγα, είναι μεμονωμένα, είναι ελάχιστα. Ελπίζομεν ότι δεν οφείλονται εις Κρήτας, αλλ' εις τους δήθεν συμμάχους των· ότι και αν οφείλωνται εις Κρήτας θα πρόκειται περί μισθάρνων οργάνων της αγγλικής προπαγάνδας, περί των οργάνων εκείνων τα οποία χρησιμοποιούνται διά να προκαλέσουν πράγματα μεταξύ του Ελληνισμού και της χώρας του Μείζονος Ράιχ - της χώρας η οποία τόσον ιπποτισμόν εξεδήλωσε και τόσον βαθύ και ειλικρινές αίσθημα φιλίας προς την πατρίδα μας.

Βαθεία είναι η προσδοκία του Ελληνισμού ολοκλήρου να αποδειχθή ότι η ελπίς μας είναι βάσιμος. Και εάν δεν είναι; Εάν δεν είναι πρέπει να το εννοήσουν καλώς οι εκ των Κρητών κακοί: Δικαίωμα δεν έχουν να γίνωνται ασυνείδητα όργανα ξένων προς τα πραγματικά ελληνικά συμφέροντα.

Υποχρέωσιν έχουν να σκεφθούν τα γενικώτερα συμφέροντα του Ελληνισμού και να δεχθούν τον Γερμανόν στρατιώτην όπως τον εδέχθημεν και ημείς: Ως φίλον. Να το εννοήσουν τώρα, ΑΜΕΣΩΣ, προτού είναι αργά, προτού η υπομονή της Γερμανίας εξαντληθή, προτού υψώσουν τείχος μεταξύ της νήσου των και της Πατρίδος, μεταξύ της Κρήτης και του πολιτισμού. Αισθανόμεθα την ανάγκην να κάμωμεν έκκλησιν προς τον Κρητικόν λαόν. Να του ζητήσωμεν εξ ονόματος του Έθνους να τιμωρήση σκληρώς τους ανθρώπους οι οποίοι υβρίζουν διά της διαγωγής των τον μακραίωνα πολιτισμόν της Μεγαλονήσου».


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΚΟΥΚΟΥΝΑ- Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ, σελ. 87-90

Κυριακή, Μαρτίου 15, 2026

Μικρά Ασία 1922: Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού

Το τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας ήρθε σχεδόν ένα χρόνο μετά την ήττα του Σαγγάριου. Το πρωί της 13ης Αυγούστου 1922, ο στρατός του Κεμάλ εξαπέλυσε την προ πολλού αναμενόμενη τελική του επίθεση, εγκαινιάζοντας την τρίτη φάση του πολέμου. Με τις αντοχές και το ηθικό τους από καιρό εξαντλημένα, και οι έλληνες φαντάροι προχώρησαν σε «απεργία», αρνούμενοι να πολεμήσουν άλλο και ξεκινώντας ομαδικά για τα σπίτια τους. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα μεταβλήθηκε σ' έναν αλλόφρονα συρφετό που εγκατέλειπε πανικόβλητος τα πάντα για να φτάσει σώος στη θάλασσα. Ο καινούργιος διοικητής του, στρατηγός Νικόλαος Τρικούπης, θα μάθει το διορισμό του αφού έχει ήδη πιαστεί αιχμάλωτος. 

Τσερκέζοι συνεργάτες του ελληνικού στρατού. Πρώην κεμαλικοί,
άλλαξαν στρατόπεδο το 1920-21 ως αποτέλεσμα ενδοτουρκικών εμφύλιων συγκρούσεων.
(Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Η εκστρατεία της Μικράς Ασίας, Αθήνα 2004)
Η κάθοδος αυτών των «νεότερων μυρίων» προς το Αιγαίο θα σημάνει και το αποκορύφωμα της τρίχρονης περιπέτειας, με την απονενοημένη καταστροφή διά πυρός και σιδήρου κάθε περιοχής από την οποία περνά το αποσυντεθειμένο και καταδιωκόμενο «γιουνάν ασκέρ» - πρακτικά, δηλαδή, ολάκερης της μικρασιατικής ενδοχώρας. Τα απομνημονεύματα και ημερολόγια φαντάρων κι αξιωματικών αποτελούν, κι εδώ, το πιο εύγλωττο αποδεικτικό υλικό. Κάποιοι αφηγητές προτιμούν φυσικά να παρακάμψουν τροχάδην το ζήτημα: «Τις καταστροφές στις πόλεις και τα χωριά απ' όπου περάσαμε, τους εμπρησμούς και τις άλλες ασχημίες, δεν είμαι ικανός να περιγράψω και προτιμώ να μείνουν στη λήθη», γράφει π.χ. χαρακτηριστικά ο στρατηγός Δεμέστιχας. Υπάρχουν άλλωστε κι εκείνοι που επιλέγουν την απόλυτη σιωπή ή που ισχυρίζονται πως δεν πήραν τίποτα είδηση. Η συντριπτική πλειοψηφία των αυτοβιογραφικών αφηγήσεων είναι ωστόσο κάτι παραπάνω από αποκαλυπτική. Ως πρώτο δείγμα, σταχυολογώ - μέρα τη μέρα από το ημερολόγιο του Νίκου Βασιλικού:

15 Αυγούστου: «Τα μεσάνυχτα φθάνομεν εις τουρκικό χωριό το οποίον παραδίδεται εις τας φλόγας διά να θερμάνη τους ριγούντας φαντάρους οι οποίοι, χωρίς μανδύαν ή κουβέρτα διότι όλα έχουν χαθή ή εγκαταλειφθή, διανυκτερεύουν πλησίον των πυρών, πεσμένοι και κουβαριασμένοι σαν πρόβατα ο ένας κοντά στον άλλον». 

18 Αυγούστου: «Περνούμε τροχάδην από το μέσον του χωρίου Μπουνάζ, το οποίον παρεδόθη εις τας φλόγας υπό τας κατάρας και τα αναθέματα των χανούμισσών που γυμνές τρέχουν εις τους κήπους διά να σωθούν από τη φωτιά. [...] Πολλοί φονεύονται καθ' οδόν. Μπροστά μου, ένας δικός μας μεταγωγικός εστήριξε την κάνην του όπλου του εις τον λαιμόν του Τούρκου και πυροβολήσας επέταξε το κεφάλι του με την δύναμιν των αερίων της μπαρούτης εις απόστασιν 15 μέτρων. Οποία αποθηρίωσις! Οποία αποχαλίνωσις των κτηνωδών ενστίκτων!! Αλληλοεξόντωσις ζούγκλας». 

Μεταξύ 19 κι 21 Αυγούστου: «Το Ουσάκ καίεται. Όλα τα γύρω χωριά παραδίδονται εις τας φλόγας. Φωτιά, παντού φωτιά. [...] Μετά πορείαν δώδεκα συνεχών ωρών φθάνομεν εις το χωρίον Ευνέκ, κείμενον εντός χαράδρας, φωτιζομένης με αγρίαν μεγαλοπρέπειαν από τας φλόγας του καιομένου χωρίου. [...] Μέσα εις την χαράδραν επικρατεί αφάνταστος αλαλαγμός από τας φωνάς, αναμίκτους με τους κρότους τους ξηρούς που προέρχονται από τα καιόμενα ως τεράστια πυροτεχνήματα σπίτια του χωριού. Νερώνειον αληθώς θέαμα. Οι ουρανομήκεις φλόγες φωτίζουν τους ακινήτους φαντάρους οι οποίοι ψήνουν διαρκώς όρνιθας, χήνας και κριάρια προερχόμενα από την διαρπαγήν και την λεηλασίαν που μας απέμεινε ως μόνη Επιμελητεία. [...] Τουρκικόν αεροπλάνον ρίχνει προκηρύξεις του Κεμάλ, εχούσας ως εξής: “Έλληνες δειλοί και άνανδροι. Μη καίετε τα χωριά γιατί θα τα κτίσουν οι αιχμάλωτοι συνάδελφοί σας”». 

22 Αυγούστου: «Συνεχίζομεν την οπισθοχώρησιν εγκαταλείποντες την Φιλαδέλφειαν εις την διάκρισιν του πυρός το οποίον την απειλεί από πολλών σημείων. Ζέστη ανυπόφορος. Το καύμα του Αυγούστου πυρπολεί τα πάντα εν συνεργασία με τους προπορευομένους φυγάδας, οι οποίοι βάζουν φωτιά και εις αυτά ακόμη τα δάση και τα χόρτα. [...] Ο ουρανός εθόλωσε. Ο ήλιος εσκοτείνιασε. Δεν μπορείς να διακρίνης ούτε εις απόστασιν 30 μέτρων». 

23 Αυγούστου: «Περί την δύσιν του ηλίου σταθμεύομεν προς διανυκτέρευσιν παρά τον Σιδηροδρομικόν Σταθμόν Αχμετλή, ο οποίος καίεται ως πυροτέχνημα καθ' όλην την νύχτα». Την ίδια μέρα, ο ανθυπολοχαγός Πρινιωτάκις σημειώνει την άφιξή του «εις τον Σιδηροδρομικόν Σταθμόν Καράκιοϊ, εκ του οποίου διήλθομεν και το οποίον οι άνδρες μας διά τρίτην ήδη φοράν κατέκαυσαν, όπως δεν έπαυαν να θέτουν πυρ εις τα χωρία εξ ων διερχόμεθα». 

24 Αυγούστου: «Το μεσημέρι φθάνομεν εις τον Κασαμπά, ο οποίος καίεται απ' άκρου εις άκρον. Αι φλόγες φθάνουν μέχρις ουρανού και ο καπνός θολώνει τον ορίζοντα. Τα κτίρια καταρρέουν μετά τρομακτικού κρότου και πατάγου. [...] Το παμφάγον πυρ γλείφει με τας πυρίνας γλώσσας του αδιακρίτως τα κωδωνοστάσια των Εκκλησιών καθώς και τους μιναρέδες των τζαμιών». 

Στις 25 Αυγούστου, ο πυροβολητής Βασίλειος Μουστάκης φτάνει μαζί με πλήθος φυγάδων στην Προύσα. «Στο σταθμό είχαν περάσει τα πεζικά και είχαν βάλει φωτιά. Είδαμε εκεί έναν Άγγλο στρατηγό, έφιππο που διέταξε να σβήσουν τη φωτιά, γιατί αν η Προύσα καεί θα είναι εις βάρος της Ελλάδας και αμέσως σβήσανε τη φωτιά που στο μεταξύ είχε κάνει αρκετή ζημιά». Τα επόμενα εικοσιτετράωρα, θυμάται, «οπισθοχωρούσαμε νύχτα μέρα. Στο δρόμο συναντήσαμε ένα χωριό που καιγόταν. Φαίνεται πως άλλα τμήματα που έφευγαν πριν από μας το έκαψαν». Η τρέλα της καταστροφής αγκαλιάζει κι ένα μέρος του ελληνικού πληθυσμού, σύμφωνα τουλάχιστον με την αφήγηση του Πρινιωτάκι:

«29.8.1922. Ο κόσμος σπεύδει προς την Πάνορμον διά να σωθή, πυρπολών μόνος του τας οικίας του ίνα μη αύται περιέλθωσι σώαι εις τας χείρας του εχθρού και διότι σκέπτεται ότι δυστυχώς τας χάνει διά παντός, και έτσι ολόκληρος η πεδιάς πυρπολείται».

Παρόμοιες εμπειρίες καταγράφει στα απομνημονεύματά του και ο τότε συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς, καθώς περιπλανιέται στους δρόμους της μεγάλης υποχώρησης αναζητώντας τον προϊστάμενό του στρατηγό Φράγκου:

18 Αυγούστου: «Εις τον σταθμόν με ειδοποίησαν ότι το στρατηγός με ανέμενεν εις το χωρίον Καπακλάρ, το οποίον όμως εύρομεν καιόμενον, όπως οι ασυνείδητοι στρατιώται επυρπόλουν κάθε χωρίον από το οποίον διήρχοντο, διαθέτοντες ούτω εχθρικώς τους κατοίκους». « Όλα τα χωρία της πεδιάδος εκαίοντο από τους προπορευομένους κατά την υποχώρησιν φυγάδας και δεν ευρίσκομεν ούτε ένα κάτοικον διά να μας δώση μίαν πληροφορίαν ή να τον πάρωμεν ως οδηγόν». 

22 Αυγούστου: «Οι κάτοικοι των χωρίων, διαβλέποντες την επερχομένην λαίλαπα, έχουν μεταφέρει τα μπαούλα των, τα παπλώματα των και ό,τι πολύτιμον έχουν εις τας τάφρους αι οποίαι χωρίζουν τα κτήματα και τα έχουν σκεπάσει με χόρτα διά να μη φαίνωνται. Αλλ' οι ατάκτως φεύγοντες ιδικοί μας, οι οποίοι δεν πρέπει να θεωρούνται πλέον στρατιώται, τα ανευρίσκουν και τα διαρπάζουν».

23 Αυγούστου: «Διερχόμεθα από της Φιλαδελφείας, η οποία καίεται απ' άκρου εις άκρον. Η λύσσα της καταστροφής και της λεηλασίας δεν κάμνει διάκρισιν εθνικοτήτων. Καίεται η ελληνική συνοικία Φιλαδελφείας και λεηλατούνται αι ελληνικαί οικίαι, όπως και αι Τουρκικαί. Πυροβολισμοί ρίπτονται παρά ημετέρων, προκαλούντες σύγχυσιν και αναταραχήν. [...] Ο σιδηροδρομικός σταθμός Φιλαδελφείας καίεται και ακούγονται τρομακτικοί κρότοι εκρήξεων, εκ των εκρηγνυομένων εν αυτώ πυρομαχικών». Λίγο αργότερα, ο Γονατάς φτάνει «εις το χωρίον Κιοσελί, το οποίον [ο Φράγκου] είχε ορίσει ως έδραν της Διοικήσεώς του. Το χωρίον εκαίετο και ο Φράγκου δεν ήτο εκεί». 

24 Αυγούστου: «Το Σαλιχλή, από το οποίον διήλθομεν, εκαίετο». 

25 Αυγούστου: «Αργά την πρωίαν εφθάσαμεν εις Κασαμπά. Η πόλις εκαίετο. Στρατιώται καταγόμενοι εκ Κασαμπά έβλεπον τας οικίας των καιομένας. Αλλά ευρέθησαν και μερικοί Τούρκοι, οι οποίοι εν τη απελπισία των, επυροβόλουν εκ των οικιών των». Καταστρώνοντας τα σχέδια της παραπέρα πορείας του προς τη θάλασσα, ο συνταγματάρχης εκτιμά έτσι ότι «η Μαγνησία, κατοικουμένη υπό 80 χιλ. κατοίκων και μένεα πνέουσα διά την πυρπόλησίν της, δεν ήτο ακίνδυνος». Τρεις μέρες αργότερα φτάνει στα Βουρλά, όπου διαπιστώνει πως οι έλληνες κάτοικοι «εσχημάτισαν πολιτοφυλακήν, ήτις φρουρεί την πόλιν των». Εκτιμησή του, που για μιαν ακόμη φορά θα αποδειχθεί σωστή: «Εάν αυτό έγινε διά την προφύλαξιν των από την λεηλασίαν των ημετέρων, ήτο σοφόν έργον προνοίας, αλλ' εάν νομίζουν ότι θα προφυλάξουν την πόλιν των και από τους Τούρκους, μετά την αποχώρησίν μας, απατώνται». 

Την εικόνα συμπληρώνουν οι αναμνήσεις του ταγματάρχη Παναγιώτη Παναγάκου, διευθυντή του 3ου Επιτελικού Γραφείου της Στρατιάς Μ. Ασίας κι απεσταλμένου του αρχιστράτηγου Χατζηανέστη στην ενδοχώρα τις μέρες της κατάρρευσης. Τη νύχτα της 18ης Αυγούστου στο Ουσάκ, «αι φλόγες των καιομένων αποθηκών και των εν αυταίς υλικών, ως και πολλών εν τη πόλει πυρπολουμένων οικιών, εφώτιζον αυτήν, προκαλούσαι τον τρόμον και τον πανικόν των κατοίκων, πολλοί των οποίων εν αλλοφροσύνη έφευγον προς πάσαν κατεύθυνσιν». Όταν τα ξημερώματα επιχειρεί να ελέγξει την κατάσταση από κοντά, κινούμενος με αυτοκίνητο σ' ένα δρόμο με «πολλάς εκατέρωθεν πυρκαϊάς», διαπιστώνει ότι «πτώματα πολλά φονευθέντων κατά την νύκτα πολιτών και οπλιτών φυγάδων έκειντο εις πολλά σημεία της οδού», καθώς και ότι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι «αναθαρρήσαντες αντέστησαν ενόπλως κατά των φυγάδων-ληστών, εξ ων εφόνευσαν αρκετούς». Στην κεντρική πλατεία, «περί τους 300 πολίται προσεπάθουν διά χειροκινήτων αντλιών να κατασβέσουν την πυρκαϊάν καιομένου Τζαμιού» όταν αντιλήφθηκαν την παρουσία του, όρμησαν στο αυτοκίνητο για να τον λιντσάρουν, χωρίς αποτέλεσμα: «Δεν ήτο δυνατόν, ούτε εσκέφθην άλλωστε, να διαπιστώσω πόσοι διεμελίσθησαν ή επολτοποιήθησαν υπό τους τροχούς του αυτοκινήτου». Έξω από την πόλη, συναντά τέλος μια «έφιππον ομάδα 150 φυγάδων, κατευθυνομένων προς το Ουσάκ. Ήσαν ένοπλοι, αρειμάνιοι και βλοσυροί την όψιν και αρκετοί τούτων έφερον, αντί στρατιωτικού πηλικίου, τουρκικά σαρίκια». 

Φτάνοντας στις 23 Αυγούστου στον Κασαμπά, ο ίδιος ταγματάρχης θα δεχτεί την «παράκλησιν» μιας «επιτροπής προκρίτων» της εκεί ελληνικής κοινότητας να δώσει «διαταγήν εις τους στρατιώτας να αναβάλουν επί τινας ώρας την πυρπόλησιν της κωμοπόλεως των, διά να δυνηθούν εν τω μεταξύ οι Έλληνες κάτοικοί της να αποκομίσωσι τα χρησιμότερα οικιακά των είδη. Οι ατυχείς Έλληνες εκείνοι είχον πιστεύσει ότι οι δηώσεις και οι εμπρησμοί των κωμοπόλεων και χωρίων εγένοντο κατόπιν διαταγών προς εξυπηρέτησιν στρατιωτικών σκοπών». Όταν τους εξήγησε τι πραγματικά συμβαίνει, «απήλθον ούτοι βαθύτατα συντετριμμένοι, ίνα πληροφορήσωσι περί τούτου τους συμπολίτας των».

Παρόμοιες περιγραφές συναντάμε και στις υπόλοιπες πηγές. Εγκαταλείποντας το Αφιόν Καραχισάρ το απόγευμα της 13ης Αυγούστου, «οι δικοί μας πυρπολούν την πόλιν καθώς και τις αποθήκες» το επόμενο βράδι, η πόλη εξακολουθεί να «καίγεται απ' άκρου εις άκρο». Περιπλανώμενη στα δάση μετά τη μάχη του Αλή Βεράν, μια ομάδα τσολιάδων αντιλαμβάνεται τα ξημερώματα της 18ης Αυγούστου «κάτι φωτιές» πλησιάζοντας, διαπιστώνει πως «οι φωτιές αυτές είναι από ελληνικά χέρια που υποχωρούν και φεύγουν και καίνε τα πάντα. Χωριά, στρούγκες, μύλους κι ό,τι τύχει μπροστά τους». Το επόμενο εικοσιτετράωρο ο συντάκτης του ημερολογίου θα περάσει από δυο φλεγόμενα τουρκικά χωριά και τις επόμενες μέρες θα γίνει μάρτυρας της πυρπόλησης του Ουσάκ («από τόνα άκρο στο άλλο»), του Κασαμπά (με τους μουσουλμάνους κατοίκους να προσπαθούν να διασώσουν ό,τι προλαβαίνουν απ' το νοικοκυριό τους) και της Μαγνησίας. «Τριγύρω παντού φωτιά στα χωράφια και αμπέλια, τέλεια καταστροφή», σημειώνει στις 21 Αυγούστου στο δικό του ημερολόγιο ένας αρχάς πεζικάριος, για να προσθέσει τέσσερις μέρες αργότερα: «Εις όλας τας πόλεις και χωριά φωτιά». Απ' εκεί που διερχόμεθα, το πυρ εξαφανίζει πόλεις και χωρία», συμπληρώνει στις 25 Αυγούστου ο κύπριος υπολοχαγός (μετέπειτα υποστράτηγος) Σταύρος Χριστοδουλίδης, αφού πρώτα έχει καταγράψει στο ημερολόγιό του την καταστροφή από τον ελληνικό στρατό του Αφιόν Καραχισάρ, του Χαμούρκιοϊ, του Σεράκιοϊ, του Ουσάκ, «όλων των χωριών από τα οποία διήλθομεν», του Ντιλελέρ, της Φιλαδέλφειας (22.8), του Σαλιχλή (23.8) και του Κασαμπά (24.8) περνώντας τέλος με το τμήμα του από το Νυμφαίο, το απόγευμα της ίδιας μέρας, θα διαπιστώσει ότι «η πυρπόλησις των χωρίων έχει σχετικώς περιορισθή από εμάς τουλάχιστον». Στις δημοσιευμένες πάλι αναμνήσεις του, ο τότε κομμουνιστής στρατιώτης Ελευθέριος Σταυρίδης (μετέπειτα ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ κι αργότερα ένας από τους αρχιτέκτονες του μετεμφυλιακού παρακράτους) θυμάται κι αυτός τη Φιλαδέλφεια πυρπολημένη απ' τον ελληνικό στρατό και γεμάτη «πτώματα που εμύριζαν φοβερά μαζί με την καπνίλα της πυρκαϊάς» το Σαλιχλή «να καίεται μέσα εις μεγάλας φλόγας» και τα αποθέματα τροφίμων τού εκεί σιδηροδρομικού σταθμού «ποτισμένα με πετρέλαιον», ώστε να μη μείνει τίποτα τον Κασαμπά τέλος να πυρπολείται κι αυτός από τον «υποχωρούντα συρφετόν». Η ίδια πραγματικότητα αποτυπώνεται και στις ημερήσιες διαταγές που οι επικεφαλής του διαλυμένου εκστρατευτικού σώματος απευθύνουν στον αέρα. «Εμπρησμοί, ατιμώσεις, βιασμοί και σφαγαί συμπληρούσι την απαισίαν εικόναν» της «ακατασχέτου υποχωρήσεως», διαβάζουμε π.χ. σε έγγραφο του αρχιστράτηγου Χατζηανέστη (19.8.22).

Τρεις μέρες αργότερα, έρχεται η σειρά της 1ης Μεραρχίας να ενημερώσει τη στρατιά για το «αξιοθρήνητον θέαμα» των φυγάδων ελλήνων στρατιωτών που, «λεηλατούντες και πυρπολούντες χωρία, δεν εφείσθησαν ουδέ της ιστορικής πόλεως της Φιλαδελφείας». Ακόμη και η ημιεπίσημη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, που γενικά αποφεύγει τέτοιου είδους αναφορές, δεν παραλείπει να σημειώσει παρεμπιπτόντως πως, όταν το βράδι της 15ης Αυγούστου η 1η μεραρχία έφτασε στο Μπασκιμσέ, «το χωριό αυτό καιγόταν και φυγάδες ορισμένων μονάδων είχαν επιδοθεί σε λεηλασίες και πυρπόληση των λίγων σπιτιών που δεν είχαν καεί». 

Η έκταση της καταστροφής είναι τέτοια, ώστε η επιβίωση κάποιων οικισμών να θεωρείται αξιοσημείωτη εξαίρεση. «Το Αζάρι», γράφει ο Σπύρος Ανδρούτσος, «ήτο πόλις ελληνική και δεν ξέρω πώς δεν επυρπολήθη κατά την οπισθοχώρησιν των ελληνικών στρατευμάτων. [...] Μόνον λίγες κατοικίες είχαν λεηλατηθή και είχαν υποστή ζημιές». Όπως προκύπτει από τις διαθέσιμες μαρτυρίες, η σωτηρία της πόλης - που δεν ήταν αποκλειστικά ελληνική- οφείλεται σε συνεννόηση των ντόπιων προκρίτων (Ελλήνων, Αρμενίων και μουσουλμάνων) για αμοιβαία προστασία των κοινοτήτων τους οι ελληνικές αρχές, αντίθετα, είχαν ζητήσει από τους κατοίκους να την εγκαταλείψουν «γιατί δόθηκε διαταγή να την κάψουν πριν αποχωρήσουν». 

Ληστείες, φόνοι και βιασμοί σε μεγάλη κλίμακα θα συνοδεύσουν αυτό το καταστροφικό μένος. Οι πιο συγκρατημένοι αυτόπτες αποδίδουν αυτά τα «έκτροπα» σε «χασισοπότες», «κακοποιούς», «κοινωνικά αποβράσματα» κι άλλα «κατακάθια» του ελληνικού στρατού, που μέσα στο χάος βρήκαν την ευκαιρία να κορέσουν τα πάθη τους. Άλλοι, πάλι, ισχυρίζονται ότι το μεγαλύτερο μέρος των εγκλημάτων - ακόμη και το κάψιμο των χωριών - οφειλόταν στους Τσερκέζους «εθελοντές» που πλαισίωναν τον ελληνικό στρατό. Μολονότι η συμβολή αυτών των τελευταίων στις αγριότητες θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένη, είναι ωστόσο σαφές ότι τα έργα τους δεν ήταν ξεκομμένα από τη δράση του υπόλοιπου στρατεύματος: στο Χαμούρκιοϊ, π.χ., από κοινού «οι Κιρκάσιοι και διάφοροι στρατιώτες δικοί μας έβαλαν φωτιά και εσκότωσαν και μερικούς από τους κατοίκους» (16.8.22). Οι παρόντες βαθμοφόροι δεν επιχειρούν άλλωστε σχεδόν ποτέ να σταματήσουν παρόμοιες ενέργειες ή, εν πάση περιπτώσει, αισθάνονται εντελώς ανίκανοι να παρέμβουν ακόμη και οι πιο ψύχραιμοι απ' αυτούς, άλλωστε, κρίνουν φρονιμότερο κάποια στιγμή να κρύψουν τα διακριτικά τους, καθώς «όλος ο στρατός μισεί θανάσιμα τους αξιωματικούς». Φονικά σημειώνονται άλλωστε για ψύλλου πήδημα και μεταξύ στρατιωτών, για λόγους που ξεκινούν από τη διεκδίκηση μιας θέσης στα τρένα της μεγάλης φυγής ή τη διανομή των λαφύρων και φτάνουν στο ξέφρενο κυνήγι «πρακτόρων του εχθρού» στις τάξεις τους.

Από αφηγήσεις μικρασιατών γνωρίζουμε ότι έλληνες στρατιώτες σκότωναν καθ' οδόν χωρικούς και «μέσα στην Πάνορμο έκαψαν ζωντανούς μέσα στο τζαμί πολλούς Τούρκους». Η τελευταία αυτή πρακτική επαναλήφθηκε και σε χωριά της ενδοχώρας: κοντά στο Ουσάκ, λ.χ., «γέροι. γυναίκες και παιδιά είχαν κλειστεί στο τζαμί. Τους πήραν χαμπάρι κάποιοι φαντάροι δικοί μας αλλά, θρασύδειλοι όπως είναι όλοι οι παλιάνθρωποι, δεν τόλμησαν να παραβιάσουν την πόρτα του τζαμιού για να μπουν να βιάσουν τις γυναίκες. Μάζεψαν ξηρά άχυρα, τάριξαν από τα παράθυρα μέσα βάζοντάς τους φωτιά. Καθώς τους έπνιγε ο καπνός, ο κόσμος άρχισε να βγαίνει έξω από την πόρτα. Τότε οι τιποτένιοι αυτοί βάλαν τα αθώα γυναικόπαιδα στη σκοποβολή και σκότωσαν κάμποσα». 

Η ίδια πηγή – ένας γιατρός από τα Γιάννενα που επιβίωσε απ' το στρατόπεδο αιχμαλώτων του Ουσάκ - μας πληροφορεί επίσης για νεαρές Τουρκάλες δεμένες σε δέντρα που βιάζονταν ομαδικά από έλληνες στρατιώτες μπροστά στα μάτια των οικογενειών τους αλλά και για ένα «καταχθόνιο κόλπο» που, σύμφωνα με αφηγήσεις, χρησιμοποιήθηκε για τον ίδιο σκοπό: «Κάρφωναν μεγάλα καρφιά στο πάτωμα, έδεναν σ' αυτά τις κοτσίδες των γυναικών για να τις ακινητοποιήσουν και τις βίαζαν ομαδικά». 

«Οι Τούρκοι του Ουσάκ, περίτρομοι, συνεκέντρουν κατά την νύκτα τας οικογενείας αυτών εις τα Νεκροταφεία των προς ασφάλειαν», θυμάται ο ταγματάρχης Παναγάκος, περιγράφοντας πώς ο ίδιος έσωσε με κίνδυνο της ζωής του μια μικρή κοπέλα από δυο στρατιώτες που επιχειρούσαν να τη βιάσουν. «Η μήτηρ της κορασίδος», προσθέτει, «έσπευσε προς εμέ και κατεφίλει τας χείρας μου εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης. Εκεί με ωδήγησεν εις θέσιν, ολίγον εκείθεν απέχουσαν, και μοι έδειξε τας άλλας 2 θυγατέρας της αίτινες έκειντο επί του εδάφους κατεσφαγμέναι».

«Φυγάδες - λησταί προβαίνουν [εις] εμπρησμούς και διαπράττουν ανηκούστους ληστείας και φόνους», τηλεγραφεί στις 18 Αυγούστου ο ίδιος αξιωματικός προς την ηγεσία της στρατιάς, τονίζοντας ότι «ουδέν συντεταγμένον τμήμα υπάρχει ενταύθα ίνα εμποδίση τούτους από [τα] κακουργήματά των». Στα δε απομνημονεύματά του, θα περιγράψει αναλυτικά το έργο των «πεπωρωμένων» υπολειμμάτων του ελληνικού στρατού «εφ' όλης της από Ουσάκ μέχρι Μαγνησίας περιοχής»: «Πυρπολούντες διαφόρους οικίας, ανέμενον εις την εξώθυράν των τους ενοίκους αυτών και, αφού ελήστευον τα πολυτιμότερα είδη των, όσα εγκαταλείποντες τας καιομένας οικίας των παρελάμβανον μεθ' εαυτών, τους εφόνευον άνευ τινός οίκτου. Η μέθοδος αύτη απετέλει εξαίρετον και ασφαλή δι' αυτούς τρόπον καταληστεύσεως των δυστυχών κατοίκων. Τα προϊόντα των ληστειών των (χρυσά ή χάρτινα Τουρκικά νομίσματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα) εναπέθετον πολλοί τούτων εις χιλωτήρας κτηνών, δι' ων ήσαν εφωδιασμένοι. Είδον πολλούς εξ αυτών, κατά την προς την Σμύρνην μετακίνησίν μου και βραδύτερον εις Χίον, μεταφέροντας χιλωτήρας πλήρεις ειδών, εκ λαφυραγωγίας προερχομένων, καθ' ων εν τούτοις ουδέν ηδυνάμην να λάβω μέτρον». Η εικόνα αυτή της γενικευμένης αρπαγής επιβεβαιώνεται κι από άλλους αξιωματικούς. Τη νύχτα π.χ. της 22ας προς 23η Αυγούστου, σ' ένα πλάτωμα λίγο έξω απ' το Σαλιχλή, «περί τας 6-7.000 φυγάδες, διανυκτερεύσαντες εν πορεία, είχαν σταθμεύσει παίζοντες στα ζάρια τα κλοπιμαία, πωλούντες κλεμμένα αντικείμενα κλπ.».

Πηγή κειμένου: Τάσος Κωστόπουλος: ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ, σελ.121-129