Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2026

Η δολοφονία του Χρήστου Λαδά

Το πρωί της Πρωτομαγιάς του 1948 μια ισχυρή έκρηξη ακούστηκε έξω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην πλατεία Καρύτση. Το υπηρεσιακό αμάξι του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά μόλις είχε δεχθεί επίθεση με χειροβομβίδα Μιλς. Το πίσω κρύσταλλο της μαύρης Μπιούικ είχε γίνει θρύψαλα και ο υπουργός κείτονταν αιμόφυρτος. Ο δράστης της επίθεσης, ένας νεαρός με στολή σμηνία, τράπηκε αμέσως σε φυγή, αλλά καταδιώχθηκε από το σοφέρ, Σταύρο Μενουδάκη, και τον ακόλουθο του υπουργού, Σπύρο Αγγέλου. Στη διάρκεια της καταδίωξης, ο δράστης τραυματίστηκε στην πλάτη από σφαίρες και στην προσπάθειά του να ξεφύγει έριξε δύο ακόμα χειροβομβίδες, εκ των οποίων εξερράγη η μία, σκοτώνοντας τον αστυφύλακα Αθανάσιο Πινακούλια και τραυματίζοντας τον ίδιο και άλλους τρεις αστυφύλακες. Τελικά, συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο σταθμό των πρώτων βοηθειών και στη συνέχεια στο «Ιπποκράτειο». Παράλληλα, ο 57χρονος υπουργός οδηγείτο με ταξί στο νοσοκομείο, όπου θα ξεψυχούσε 13 ώρες αργότερα, βαριά τραυματισμένος στη νεφρική χώρα και το τριχωτό της κεφαλής. 

Η λιμουζίνα του Χρήστου Λαδά στην πλατεία Καρύτση, λίγο μετά τη δολοφονική επίθεση. Διακρίνονται στο πίσω μέρος οι οπές από τα θραύσματα της χειροβομβίδας. 


Ποιος ήταν ο Χρήστος Λαδάς;

Ο Χρήστος Λαδάς γεννήθηκε στην Καλλιθέα το 1891 και σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών. Διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών το 1912 και επτά χρόνια αργότερα στον Αρειο Πάγο. Το 1925-1926 ήταν συνήγορος υπεράσπισης των διωκόμενων στελεχών του ΚΚΕ, που είχαν παραπεμφθεί σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, εξαιτίας της θέσης του κόμματος για τη Μακεδονία. Εντάχθηκε στο κόμμα των Φιλελευθέρων, με το οποίο εκλέχθηκε επανειλημμένα βουλευτής (1926, 1928, 1932, 1936). Διετέλεσε υφυπουργός Συγκοινωνιών το 1930-32 στην κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στις πρώτες εκλογές μετά την Απελευθέρωση, το 1946, επανεξελέγη, αναλαμβάνοντας το υπουργείο Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη το 1947. Από την κρίσιμη αυτή θέση πρωταγωνίστησε στη θωράκιση του εμφυλιοπολεμικού καθεστώτος, ενισχύοντας τα νομικά ερείσματα εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του, θεσπίζοντας σειρά μέτρων για τη δίωξη των κομμουνιστών και των οπαδών του ΕΑΜ. Συνυπέγραψε το ΛΖ’ Ψήφισμα, που προέβλεπε μαζική στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας «προσώπων αντεθνικώς δρώντων» και εισηγήθηκε το νόμο 509 του 1947 «περί μέτρων ασφαλείας του κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 509/1947 που συνέταξε ο ίδιος, έκανε λόγο για «ελάχιστη αντεθνική μειονότητα ανατροπέων», που χρησιμοποιείται «ως τάγμα θανάτου υπό των προαιώνιων εχθρών του έθνους». Παράλληλα, έβαλε σε εφαρμογή ένα εξοντωτικό πρόγραμμα ομαδικών εκτελέσεων φυλακισμένων, που είχαν καταδικαστεί εις θάνατον από τα Κακουργιοδικεία «διά τα διαπραχθέντα και χαρακτηρισθέντα εγκλήματα της περιόδου της Κατοχής και του Δεκεμβρίου του 1944», αλλά παρέμεναν για δύο χρόνια στις φυλακές χωρίς να εκτελεστούν. 

Στην περίοδο Ιουνίου 1947-Μαρτίου 1948 υπέγραψε 77 εκτελέσεις και άλλες 150 τον Απρίλιο. Οι εκτελέσεις γινόντουσαν με κάθε μυστικότητα ενώ στον τύπο δεν δινονταν ούτε ο αριθμός των εκτελεσθέντων ούτε τα ονόματά τους. 


Ποιοι έδωσαν την εντολή της εκτέλεσης;

Γι’ αυτούς τους λόγους, φαίνεται, στοχοποιήθηκε. Ο δράστης της δολοφονίας ήταν ο Ευστράτιος Μουτσογιάννης, «δρων κομμουνιστής» και μέλος της ΟΠΛΑ, κατά το Αστυνομικό Τμήμα Καλλιθέας. Στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό σήμανε συναγερμός! Η κυβέρνηση κήρυξε στρατιωτικό νόμο στην πρωτεύουσα, η Αστυνομία τέθηκε σε επιφυλακή, αποφασίστηκαν έκτακτα μέτρα φρούρησης όλων των υπουργών, έγιναν πολλές συλλήψεις κομμουνιστών. Ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, Ι. Ρέντης, δήλωσε ότι «το κράτος είναι ισχυρό και έχει λάβει τα μέτρα του προς αντιμετώπιση και της νέας αυτής τρομοκρατικής τακτικής του εχθρού». Την επόμενη μέρα, οι εφημερίδες είχαν ολοσέλιδες ανταποκρίσεις για τη «στυγνή απόπειρα δολοφονίας, που αποτελεί αιματηρά εκδήλωσις του συνωμοτικού κομμουνισμού», την καταδίωξη του δράστη, την εγχείρηση του υπουργού και τις επισκέψεις που δέχτηκε στο νοσοκομείο από όλη την πολιτική ηγεσία και το βασιλιά. Οι διαρροές από τις αστυνομικές αρχές ανέφεραν ότι ο δράστης εκτελούσε εντολές του ΚΚΕ, είχε συνεργούς, οι οποίοι συνελήφθησαν, και η δολοφονία Λαδά αποτελούσε την πρώτη πράξη από ένα «ευρύτερο τρομοκρατικό σχέδιο». Μάλιστα, δημοσιεύματα έκαναν λόγο για απειλητικά τηλεφωνήματα που είχαν γίνει τις προηγούμενες ημέρες στο σπίτι του Λαδά και για ένα γράμμα από «ανανήψαντα κομμουνιστή» που είχε φτάσει στο γραφείο του Σοφούλη, με το οποίο τον προειδοποιούσε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ είχε αναθέσει στην ΟΠΛΑ τη δολοφονία του ίδιου, του Ρέντη και του Λαδά, γιατί από τη στιγμή που το κόμμα των Φιλελευθέρων μπήκε στην κυβέρνηση ξεκίνησαν ο διωγμός των κομμουνιστών στις πόλεις και οι εκτελέσεις. Οι εφημερίδες που πρόσκειντο στο Λαϊκό Κόμμα κατηγόρησαν τον Σοφούλη και τον Ρέντη γιατί, αν και γνώριζαν τα παραπάνω, δεν είχαν πάρει μέτρα φύλαξης των υπουργών πριν από τη δολοφονία, παρά το γεγονός ότι ο Λαδάς φρουρείτο «γιατί υπήρχε ο φόβος να τον λιθοβολήσουν όσοι είχαν αγοράσει ακίνητα την περίοδο της Κατοχής». 


Η στάση του ΚΚΕ 

Με τελείωςδιαφορετικό τρόπο έγινε η υποδοχή του γεγονότος από το άλλο στρατόπεδο. Στο καθημερινό έντυπο «Δελτίο Ειδήσεων του ΔΣΕ» της 2ας Μαΐου 1948 αναφερόταν: «Στην Αθήνα ένας λαϊκός αγωνιστής σκότωσε τον προδότη υπουργό Δικαιοσύνης Λαδά. Η 1η Μάη ξημέρωσε με δύο σημαντικά γεγονότα, καρπούς της αποφασιστικής μάχης του ΔΣΕ: τη δολοφονία Λαδά και την κυβερνητική κρίση στην Αθήνα. Ο Λαδάς ήταν από τους αιματοβαμμένους εγκληματίες της μοναρχοφασιστικής κυβέρνησης που σαν υπουργός “Δικαιοσύνης” έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα εκατοντάδες Eλληνες πατριώτες και είναι ο κύριος και προσωπικά υπεύθυνος για τις εκτελέσεις των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης της πρώτης Κατοχής. Διορίστηκε υπουργός στην κυβέρνηση από το διευθυντή του υπουργείου Eξωτερικών των Hνωμένων Πολιτειών Χέντερσον, που μαζί του σπούδασε σε αγγλικό πανεπιστήμιο. Η εκτέλεση ήταν πράξη πατριωτική και απηχεί το μίσος του ελληνικού λαού ενάντια στο τυρρανικό καθεστώς του μοναρχοφασισμού και της αμερικανοκρατίας». Η παραπάνω ανακοίνωση προκάλεσε έκπληξη στον πολιτικό κόσμο και ζητήθηκε από τον υπουργό να συμπεριληφθεί στη δικογραφία, ώστε να κατηγορηθεί για ηθική αυτουργία στη δολοφονία ο Μάρκος Βαφειάδης. Η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης για την εκτέλεση δεν έγινε ποτέ ρητά. Σύμφωνα με την αφήγηση του Ευ. Μουτσογιάννη, η εντολή της εκτέλεσης στάλθηκε από το Αρχηγείο του ΔΣΕ στον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ στην Αθήνα. ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι το ΚΚΕ, μετά τα «Δεκεμβριανά», δεν είχε πραγματοποιήσει αντίστοιχες ενέργειες αντάρτικου πόλης ούτε είχε επιλέξει ως στόχους υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης. Χαρακτηριστική, δε, είναι η εισήγηση του Ζαχαριάδη στη 12η Ολομέλεια του ΚΚΕ (1945), που καταδίκαζε τις «αγριότητες» και τις «υπερβασίες» που έγιναν στα Δεκεμβριανά από πλευράς των κομμουνιστών, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν είτε προβοκάτορες ή ανάξια μέλη του κόμματος. «Τέτοιες ενέργειες δεν μπορούν να βρουν δικαίωση και πρέπει να καταδικαστούν ανοιχτά», τόνιζε. Παρ᾽ όλα αυτά, το 1948 είχε διαμορφωθεί μια νέα κατάσταση. Η «Στενή Αυτοάμυνα», δηλαδή οι ένοπλες παράνομες οργανώσεις στις μεγάλες πόλεις, που δεν είχαν συγκροτηθεί τα προηγούμενα χρόνια -όχι μόνο εξαιτίας των αυστηρών αστυνομικών μέτρων στα αστικά κέντρα, που εμπόδιζαν την ανάπτυξη ένοπλου κινήματος, αλλά και λόγω της αμφιταλάντευσης του ΚΚΕ μεταξύ νόμιμης και παράνομης δράσης-, ενεργοποιήθηκε. Πραγματοποίησε δε δύο επιθέσεις: Η πρώτη έγινε στη Θεσσαλονίκη την Πρωτοχρονιά σε υπηρεσιακό αυτοκίνητο, που μετέφερε αεροπόρους στο αεροδρόμιο, για να συμμετάσχουν σε επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών. Από την επίθεση σκοτώθηκαν 3 σμηναγοί και ο οδηγός. Και η δεύτερη, τον Μάιο του 1948 με τη δολοφονία του Χ. Λαδά, που αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα στην καρδιά του αστικού κόσμου. Αξίζει να επισημανθεί ότι σε υστερόχρονη έκθεση στελέχους του ΚΚΕ (Μαυρομάτης) προς το Πολιτικό Γραφείο, με ημερομηνία 4/1/1949, γινόταν αναφορά στην «υπόθεση Λαδά», αναφέροντας ότι «η υπόθεση χρειάζεται μελέτη από την άποψη ότι ενώ τόσα άλλα χτυπήματα που προετοιμάζονταν σκόνταφταν διαρκώς σε εμπόδια και τελικά δεν έγιναν, το χτύπημα Λαδά έγινε με μεγάλη ευκολία». Πάντως, αντίστοιχου χαρακτήρα και βεληνεκούς επιθέσεις δεν πραγματοποιήθηκαν ξανά μέχρι το τέλος του Εμφυλίου. Μετά τις δύο επιθέσεις και τη σύλληψη των δραστών, και στις δύο περιπτώσεις, ο μηχανισμός του ΚΚΕ στις πόλεις δέχτηκε ισχυρό πλήγμα. Στη Θεσσαλονίκη συνελήφθησαν 67 άτομα, δικάστηκαν από έκτακτο Στρατοδικείο, οι 52 καταδικάστηκαν σε θάνατο και εντός τριημέρου εκτελέστηκαν. Στις επόμενες μέρες μετά το θάνατο του υπουργού και την πραγματοποίηση της κηδείας του, υπό δρακόντεια μέτρα, επιβλήθηκε σκλήρυνση των αστυνομικών μέτρων: απαγόρευση κυκλοφορίας και συγκεντρώσεων, λογοκρισία και απαγόρευση της δημοσιοποίησης ειδήσεων για τη στρατιωτική κατάσταση πέραν των ανακοινωθέντων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, συγκρότηση Στρατοδικείων όπου θα παραπέμπονται όλοι όσοι δεν τηρούν τις παραπάνω διατάξεις. Σύμφωνα με το ΚΚΕ, η στάση της κυβέρνησης αναδείκνυε ότι «ο πανικός συνεχίζεται και πιο δυνατά ξεσπούν οι αντιθέσεις στην Αθήνα μετά την εκτέλεση του Λαδά». Αλλά η κυβέρνηση δεν αρκέστηκε σε αυτά τα μέτρα. Προχώρησε σε ομαδικές εκτελέσεις θανατοποινιτών, που υπέγραψε ο Ι. Ρέντης, ο οποίος είχε αναλάβει το υπουργείο Δικαιοσύνης. Ετσι δύο μέρες μετά τη δολοφονία Χ. Λαδά, τουφεκίστηκαν 154 άτομα, 24 στην Αθήνα και τα υπόλοιπα σε Αίγινα, Χαλκίδα, Σπάρτη, Τρίπολη, Καλαμάτα, Θεσσαλονίκη. Την επόμενη ημέρα πραγματοποιήθηκαν 30 εκτελέσεις στο Γουδί. Στις 7/5 το «Δελτίο του ΔΣΕ» έκανε λόγο για 216 εκτελέσεις μέσα σε 3 μέρες. Μέχρι τη 10η Μαΐου, 311 άτομα είχαν εκτελεστεί. Μάλιστα, σύμφωνα με καταγγελίες των κρατουμένων στις Φυλακές Αβέρωφ, οργανώνονταν, πέρα από εκτελέσεις με δικαστικές αποφάσεις, και ομαδικές δολοφονίες φυλακισμένων ανεξάρτητα από την ποινή τους. Οι ομαδικές εκτελέσεις, που θεωρήθηκαν από το ΚΚΕ (και όχι μόνο) ως αντίποινα για τη δολοφονία Χ. Λαδά, προκάλεσαν διεθνή κατακραυγή τόσο στην ΕΣΣΔ όσο και στη Δύση. Στον ξένο Τύπο βρίσκουμε πολλά σχετικά δημοσιεύματα. Ακόμη και ο εκπρόσωπος του Φορέιν Οφις ανέφερε «ότι οι εκτελέσεις προκάλεσαν σοκ και φρίκη στη διεθνή κοινή γνώμη». Επειτα από όλα αυτά, η κυβέρνηση δήλωσε ότι δεν έχει επιταχύνει τις νόμιμες διαδικασίες εκτελέσεων των καταδικασμένων σε θανατική ποινή. «Η απόφασις για εκκαθάρισιν των δικογραφιών των καταδικασθέντων σε θάνατο ελήφθη υπό της κυβερνήσεως πολύ πριν από τη δολοφονία Λαδά», ανέφερε στο Ρόιτερ ο Σοφούλης. Και ο Ι. Ρέντης συμπλήρωσε: «Εκ των 2.961 Ελλήνων καταδικασθέντων εις θάνατον διά εγκλήματα διαπραχθέντα προ και μετά την επανάστασιν του 1944, 157 εκτελέστηκαν προ της 1ης Μαΐου τρέχοντος έτους. Μετά την 1η Μαΐου εκτελέστηκαν 24 εις την Αθήνα και 19 εις την Αίγινα. Είναι ανόητο να ομιλεί κανείς για ομαδικές εκτελέσεις!». Οι αποκαλύψεις του δράστη και η δίκη Την ίδια στιγμή, στο «Ιπποκράτειο» βρισκόταν τραυματισμένος ο δράστης. Ο Ευ. Μουτσογιάννης ήταν παιδί φτωχής οικογένειας, είχε ενταχθεί στην ΕΠΟΝ το 1943 και στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ Αθήνας. Τον Σεπτέμβριο του 1944 εντάχθηκε στην ΟΠΛΑ και ως μέλος της πολέμησε στα «Δεκεμβριανά». Μετά τη Βάρκιζα έγινε δόκιμο μέλος του ΚΚΕ. Εκτοπίστηκε στην Ικαρία για τέσσερις μήνες το 1947 και το 1948 επανασυνδέθηκε με τη «Στενή Αυτοάμυνα», τον ένοπλο παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ στα αστικά κέντρα όπως προαναφέραμε. Ο δράστης, αφού διέφυγε τον κίνδυνο, άρχισε να δέχεται «επισκέψεις» για την απόσπαση ομολογίας. Σύμφωνα με υστερόχρονη αφήγησή του, ο προϊστάμενος Υπηρεσίας Διώξεως Κομμουνισμού, Ιωάννης Κροντήρης, τον επισκέφτηκε μεταμφιεσμένος σε γιατρό, προσπαθώντας να του αποσπάσει πληροφορίες. Στην αρχή έκανε ψευδείς αποκαλύψεις, «ονόματα, ραντεβού, όλα φανταστικά». Οταν όμως απειλήθηκε από τον ανακριτή και τον εισαγγελέα ότι θα έμπαιναν στο κατηγορητήριο αθώα μέλη της οικογένειάς του (είχε ήδη συλληφθεί ο αδερφός του), άρχισε να αναφέρει πρόσωπα και πράγματα. Περιορίστηκε, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, στην κατάδοση μόνο τριών στελεχών ιεραρχικά ανώτερων: των Ψωμιάδη, Χατζηκίδη και Δ. Καμπανίδη. Μάλιστα επέλεξε να στοχοποιήσει αυτούς, καθώς επρόκειτο να τον υποστηρίξουν στην επίθεση, αλλά εκείνοι τον εγκατέλειψαν. Ο Δ. Καμπανίδης έκανε και αυτός αποκαλύψεις και με τις καταθέσεις του μπήκε στη φυλακή ο Πολατίδης. 

Στις 17 Ιουνίου του 1948 άρχισε η δίκη του Ευ. Μουτσογιάννη και άλλων 8 συλληφθέντων για τη δολοφονία Λαδά. Η διαδικασία ήταν συνοπτική και σε 4 μέρες βγήκε η απόφαση. Καταδικάστηκαν σε θάνατο 8 κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο Ευ. Μουτσογιάννης. Ο Κ. Μακρίδης, παρά το γεγονός ότι ήταν εξόριστος εκείνη την περίοδο, θεωρήθηκε ηθικός αυτουργός. Τέσσερις μόλις μέρες μετά, οι έξι από τους καταδικασθέντες εκτελέστηκαν στο Γουδί, ενώ η ποινή του Ευ. Μουτσογιάννη και του Δ. Καμπανίδη μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά, καθώς σύμφωνα με δηλώσεις του αστυνομικού διευθυντή Ν. Αρχιμανδρίτη: «Και οι δύο προέβησαν εις ομολογίας και κατά τη διάρκεια της δίκης εξέφρασαν την ειλικρινή μεταμέλειά τους για το έγκλημα, κατέκριναν την αντεθνική και εγκληματική πολιτική του ΚΚΕ και γενικώς έδωσαν σαφή δείγματα ότι έπαυσαν να πιστεύουν εις τα κομμουνιστικά κηρύγματα». Ο Ευ. Μουτσογιάννης φυλακίστηκε στην Κέρκυρα και αργότερα στις Φυλακές Αβέρωφ. Αποφυλακίστηκε ύστερα από 16 χρόνια. Οπως ο ίδιος ανέφερε, παρά τις αποκαλύψεις, δεν είχε ευνοϊκή μεταχείριση, καθώς είχε δολοφονήσει υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης.

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ  - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ, ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ σελ. 98 - 104

Δείτε επίσης:

Παύλος Μπακογιάννης

Η δολοφονία του Λαμπράκη

Η δολοφονία του Κώστα Ταχτσή