Κυριακή, Νοεμβρίου 16, 2025

Φθινόπωρο του 1940: Αντιγόνη τοῦ Σοφοκλή στο Ὠδεῖο Ἡρώδου Αττικού

Λίγες μέρες μετά τήν ἄφιξη τῆς Παπαδάκη ἀπό τή Θεσσαλονίκη, ἄρχισαν οἱ δοκιμέςτῆς ᾿Αντιγόνης. Τίς περισσότερες παρακολούθησε ἀνελλιπῶς ὁ Κωστής Μπαστιᾶς, δείχνοντας τό ἐνδιαφέρον του γιά τά δύο καινούργια στελέχη πού δοκιμάζονταν, τήν Παπαδάκη καί τόν Μουζενίδη.


«...Ποτέ στην ιστορία τοῦ παγκόσμιου θεάτρου δέν συνεδέθη μέ τόση τραγική πραγματικότητα ἡ μοίρα τῆς καλλιτέχνιδας καί τῆς ἡρωίδας. Ἴσως νά μήν εἶναι μοιραῖο, γιατί ὅλη ἡ ζωή τῆς Ἑλένης Παπαδάκη ἤτανε τόσο στενά δεμένη μέ τό δημιουργικό της ἔργο. Ήτανε τόσο χαρακτηριστική ή ισορρόπηση τέχνης καί ζωῆς, πού ἀποτελεῖ μιά μοναδική περίπτωση ανάμεσα στίς ἐξαιρετικές θεατρικές φυσιογνωμίες. Καί ἡ Ἑλένη σάν τήν 'Αντιγόνη. Λές κι ὅταν ερμήνευσε τήν ἡρωίδα (...) ὁραματιζόταν τόν ἴδιο της ἄδικο χαμό. Γιατί δέν μποροῦσε νά ἦταν καρπός τέχνης μόνο, ἀπόσταγμα μόνο σπουδῆς καί μελέτης ὁ σπαραγμός ἐκεῖνος, ἔτσι ὅπως τόν μετέδιδε στους θεατές, ὅταν ἔλεγε μέ τή μελωδική αξέχαστη φωνή της: “Παρόμοια ἡ μοίρα μου μ' αὐτῆς, τέτοιο μοῦ γράφει τέλος...”, ὅταν ἔσερνε τα βαριά της βήματα βαδίζοντας πρός τόν τάφο της. (...) Ὅταν εἶναι γραμμένο να γίνει ἀθάνατο σύμβολο ἕνας θνητός, ἡ μοίρα τόν παραμονεύει γιά νά τοῦ στείλει τήν ἀμετάκλη τη ἀπόφασή της μέσα σέ ἀπόκρυφα μηνύματα. Ἔτσι μονάχα ἐξηγεῖται ἡ ἀγωνία, ὁ ἱδρώτας καί τόξαφνικό κέρωμα τῆς Ἑλένης Παπαδάκη στα λόγια τῆς ᾿Αντιγόνης, ὅταν τήν ὁδηγοῦνε στο θάνατο».

Ἔπειτα ἀπό ὁρισμένες καθυστερήσεις, ἡ πρώτη δόθηκε τελικά στις 30 Σεπτεμβρίου μπροστά σ' ἕνα κατάμεστο αμφιθέατρο. Μετά το τέλος τῆς παράστασης τό κοινό αποθέωσε τούς συντελεστές καί εἰδικά τήν Παπαδάκη. Από τους πρώτους πού ἔτρεξαν νά τήν ἀγκαλιάσουν καί νά τή συγχαροῦν ἦταν ἡ Μαρίκα Κοτοπούλη, πού τή φίλησε βαθιά επηρεασμένη ἀπό τήν ἑρμηνεία της. Τόσο ἐνθουσιάστηκε, ὥστε πρός τό τέλος τῶν παραστάσεων πῆγε καί τήν ξαναείδε γιά δεύτερη φορά (Αθηναϊκά Νέα, 12 Οκτωβρίου 1940).

«Ἡ Κοτοπούλη εἶχε ἑρμηνεύσει πολλές φορές τήν Αντιγόνη, (...)» γράφει στό ἐξαίρετο ἄρθρο του ὁ Μάρκος Δ. Φρέρης. «Η παράσταση αὐτή ἦταν “ἐκ προχείρου”, μέ τήν “ἁπλήν σκηνοθέτησιν” (...) δηλ. μέ φτωχότερα σκηνικά και φτωχότερο βεστιάριο. Σε καμιά περίπτωση (οὔτε κάν ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τῆς ἰδίας τῆς Κοτοπούλη) δέ θά μποροῦσε ν' ἀποτελέσει πρότυπο για το Εθνικό τοῦ 1940 καί μάλιστα για ένα νέο σκηνοθέτη με (...) ριζοσπαστικές φιλοδοξίες, ὅπως ὁ Μουζενίδης.

Αλλωστε ὁ μαρτυρημένος ἐνθουσιασμός τῆς Μαρίκας (...) ἐπιβεβαιώνει πώς ἡ ἑρμηνεία τῆς νεότερης πρωταγωνίστριας, πού ὑποδέχτηκε διθυραμβικά σύσσωμη ἡ κριτική τῆς ἐποχῆς ἦταν ἐξοχη καί ὁπωσδήποτε πολύ ἄνω τῶν standards τῆς προηγούμενης γενιάς». Καί Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος ἔγραφε μέ ἐνθουσιασμό: «Ἡ Ἑλένη Παπαδάκη ἐνίκησε ἀναμφισβήτητη νίκη. Παράστασις, ἔκφρασις, ἠθοποιία, τόνος, φωνή ἦσαν ὅλα ἡρμονισμένα εἰς ἕν ἐξαίρετον σύνολον. (...) Η θαυμασία ὑπόκρισις ἐδημιούργησε τήν ποθητήν ἀτμόσφαιραν μέ τήν ἐπιβλητικήν ἐντύπωσιν τῆς πληρότητος τῆς ἠθοποιίας (...). Αληθινά ή στήλη αὐτή εἶναι ἐκτάκτως εὐτυχής, διότι ἠμπορεῖ ἀνεπιφυλάκτως να βεβαιώσει, ὅτι ἡ παράδοσις τῆς τραγωδίας, τήν ὁποίαν ἐκράτησε εἰς τόσον ὕψος ἡ Μαρίκα Κοτοπούλη, γνωρίζει ἤδη ἀξίαν συνέχειαν». 402 « Λόγος, στάσις καί ἔκφρασις ἔγιναν κτήματα τῆς καλλιτέχνιδος σέ μιά ιδανική τῆς ᾿Αντιγόνης μορφοποίηση» σημείωνε ὁ ᾿Αλέκος Λιδωρίκης. «Η Παπαδάκη ἱερουργεῖ, δημιουργεῖ σάν μιά ἐμπνευσμένη καί ἐξαιρετική ἱέρεια τῆς Τέχνης». «Η ωραία της φωνή» ἔγραφε ἡ ᾿Αλεξάνδρα Λαλαούνη «ἤξερε νά βρεῖ ὅλες τίς κλίμακες τῆς ἐκφράσεως, ὅλη τήν ἁρμονία τοῦ λόγου, να κάμει τόν λόγο ἀληθινή μουσική». Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη ἔγραφε μέ ἐνθουσιασμό: «Δέν ξέρω ἄλλη ηθοποιό πού θά πετύχαινε ἔτσι τήν Αντιγόνη. (...) Εἶδα τήν παράσταση δύο φορές καί μόνο για να παρακολουθήσω πιό καλά τις κινήσεις καί τήν ἐκφραστική ποικιλία της, θα μποροῦσα νά δῶ ἄλλες τόσες. Ὅλο καί κάτι καινούριο σοῦ παρουσιάζει το παίξιμό της. Τί πλοῦτος φωνῆς (...) Ο θρήνος ἰδιαιτέρως ἀποδόθηκε μ' ὅλη τήν εὐγένεια καί τή συντριβή καί συγκίνησε καί κράτησε σε κατάνυξη τόν ἀκροατή». 

Καί ὁ Αχιλλέας Μαμάκης: «Ἡ εὐκρινής καί τόσο ζηλευτῆς ἀρθρώσεως φωνή της καί τό ἀπαράμιλλο παίξιμό της τήν καθιερώνουν ὡς σημαντικοτάτην ερμηνεύτριαν τραγωδίας». Καί ὁ Ἰ. Στογιάννης: « «Ἦταν ἀπό τίς ὡραιότερες δημιουργίες πού εἴδαμε στο ελληνικό θέατρο». «Αὐτή τήν μορφήν, μιᾶς τραγωδίας κινουμένης ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τό ἐπίπεδον τῶν ἰδεῶν» γράφει ὁ ᾿Αχιλλέας Κύρου «κατόρθωσε μέ τήν ἐργασίαν της νά ἀποδώσει πλήρως ή Παπαδάκη. Καί δέν γνωρίζω καλύτερον ἔπαινον δι' αὐτήν».

Ἡ Παπαδάκη εἶχε ἐπιστρατεύσει ὅλες τίς ἱκανότητές της καί μεταχειρίστηκε τίς ἄριστες μουσικές της γνώσεις γιά τήν ἐκτέλεση τοῦ κομμού: Στή διάθεσή της ἡ παρτιτούρα τῆς μουσικῆς τοῦ Πονηρίδη καί πολύωρες οἱ ἀσκήσεις γιά τό συντονισμό ἀπαγγελίας καί μουσικῆς. Χρειάστηκε καί ἐπέτυχε ἀπόλυτη κυριαρχία στην κίνησή της καί πλούτισε κορμί και πρόσωπο μέ τέτοια δύναμη ἐκφραστικότητας, ὥστε καί μέ τά χέρια πισθάγκωνα δεμένα, ἔφεγγε σάν μιά φλόγα προσφορᾶς καί θυσίας. Καί ἦταν πραγματικά ηράκλειος ἄθλος ἡ ἐπίτευξη αὐτή τῆς Παπαδάκη με στερημένα τα χέρια, καθώς, σύμφωνα μέ τή σκηνοθεσία τοῦ Μουζενίδη, ἦσαν ἀχρηστευμένα μέ τό δέσιμο πίσω. Οἱ τραγουδιστές, ὅταν θέλουν να «βγάλουν» μιά κορόνα, σηκώνουν τα χέρια πρός τά ἐμπρός καί πάνω, γιά νά ἐκπτύσσονται εὐκολότερα οἱ πνεύμονες. Με τα χέρια δεμένα πίσω οἱ πνεύμονες βρίσκονται σε συνεχή θέση ἐκπνοῆς, πού δυσκολεύει τη σωστή απόδοση σε τραγούδι ἤ πρόζα.

Γιά τήν Παπαδάκη οἱ δυσκολίες αὐτές ἦταν μιά καλλιτεχνική πρόκληση, πού τη σαγήνευαν καί τήν ἐρέθιζαν νά βρεῖ μιά σωστή λύση. Καί τό ἐπίτευγμά της αὐτό δέν πέρασε απαρατήρητο από τούς κριτικούς: «Ἡ Παπαδάκη ὑπῆρξε ἐξαίσια. (...) Ὅλες οἱ κινήσεις της, ὅλες οἱ ἀποχρώσεις τῆς φωνῆς ἦσαν γεμάτες εὐγένεια. (...) Ο θρήνος της ήταν σπαρακτικός μαζί καί πολύ περήφανος. (...)

Ἕνας ἠθοποιός χωρίς χέρια χάνει ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἐκφραστικῆς του δύναμης. Ἡ Παπαδάκη κατόρθωσε ἐν τούτοις νά ἐξουδετερώσει τήν ὀλέθρια επίδραση πού μποροῦσε νά ἔχει αὐτός ὁ περιορισμός. Αντικατέστησε μέ τή ζωηρότατη ἔκφραση τῆς φυσιογνωμίας της κι ὅλου τοῦ σώματός της τήν ἀπώλεια τῶν χεριών της».

Αὐτά γράφει ὁ Αλκης Θρύλος. Καί ὅταν το 1956 ξαναπαίχτηκε στην Επίδαυρο ἡ ᾿Αντιγόνη μέ τήν Αννα Συνοδινού σε σκηνοθεσία Μινωτή καί μέ τά χέρια δεμένα μπροστά στην τελική σκηνή της, ὁ Αλκης Θρύλος ξαναθυμήθηκε τόν ἄθλο τῆς Ἑλένης στην κριτική του: «Ἡ Αννα Συνοδινού γιατί δέν ἀκολούθησε την παράδοση πού δημιούργησε ἡ ἀξέχαστη Ελένη Παπαδάκη; Γιατί προτίμησε να δέσει τα χέρια της μπροστά ἀντί πίσω, ὅπως ἐκείνη; Μήπως ἡ ἀχρήστευση τῶν χεριῶν δυσχεραίνει το παίξιμο; Δέν θά ἔπρεπε καί χάριν τοῦ ἑαυτοῦ της να καταδεχτεί μιά εὐκολία, ἡ ὁποία πάντα εἶναι μειωτική ὅταν μᾶς θυμίζει ὅτι κάποιος ἄλλος πρίν τήν ὑπερπήδησε».410 Καί ἡ κριτική τῆς Ἑστίας θυμόταν τό ἐπίτευγμα τῆς Ἑλένης: «Ἡ Ἑλένη Παπαδάκη με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα εἶχε ἐκπλήξει μέ τήν ἁρμονία τῶν κινήσεων τοῦ σώματος, πράγμα πού ἐθεωρήθη κατόρθωμα». 

Ἡ κριτική στάθηκε ἐπαινετική καί γιά τή δουλειά του Τάκη Μουζενίδη. Μερικοί δέν συμφώνησαν μέ τό δέσιμο τῶν χεριῶν τῆς ᾿Αντιγόνης στη σκηνή του κομμοῦ. ῎Αλλοι μέ ὁρισμένα ἑρμηνευτικά ευρήματα στη διδασκαλία τοῦ Χορού: Εἰδικά στο στάσιμο πού ἐξυμνεῖ τήν παντοδυναμία τοῦ Ἔρωτα, πρίν ἀπό τόν κομμό, μέ τίς ἐπανειλημμένες ὁμαδικές κραυγές «Έρωτα! Ἔρωτα!» καί μέ τις σκουρόχρωμες περούκες του, πού τοῦ δίναν νεανική εμφάνιση καί ὄχι τήν ὄψη γερόντων, ὅπως τούς ἤθελε ὁ ποιητής.

Μέσα σέ ὅλες τίς διθυραμβικές κριτικές γιά τήν Παπαδάκη ξεχώριζε ή κάκιστη κριτική του Πολ. Μοσχοβίτη, πού συνήθως ἔγραφε πάντα εὐνοϊκά γιά τή δουλειά της. Ποιός ξέρει για ποιό λόγο καταρράκωσε καί τόν Μουζενίδη, ἀλλά εἰδικά τήν Ἑλένη. Ὅταν ὑπάρχει τόση διαφορά ἀπό ὅλες τίς ἄλλες κριτικές, διερωτᾶται κανείς τί λόγοι μπορεῖ νά ὑποβόσκουν.

..Ἐμφανίσθη μέ φελλοπάπουτσα, ἀπομιμούμενα τούς ἀρχαίους κοθόρνους, ἀρκετά ὅμως τῆς ...μόδας, να φαίνεται δέ ξεπροβάλλον ἐμπρός τό μεγάλο δάκτυλο του ποδιού, θυσία σέ μιά κοκεταρία τῆς κακῆς ὥρας, πραγματικά ασυγχώρητη για την καλλιτέχνιδα καί γιά τόν σκηνοθέτη. (...) Η Παπαδάκη εἶχε στιγμές ἀδύνατες, στιγμές μεγάλες, ἀλλά καί στιγμές θλιβερά κακότυχες. Ἡ ἀπαγγελία της ἐκυμάνθη ἀπό τόν ἀνυπόφορο στόμφο ὥς τήν ὑπερβολικότητα ἐξεζητημένου νατουραλιστικοῦ τονισμοῦ καί ὥς μερικές ανακραυγές, πού ἀποτελοῦσαν καθαρές παρατονίες. Στη σκηνή τοῦ πρώτου διαλόγου μέ τόν Κρέοντα ἦτο περίφημη. (...) Δέν ἦτο μόνον συνεσταλμένη, σχεδόν ἄψυχη, στήν ἀρχή. Ἦτο ἀπότομη ἀντί νά εἶναι πειστική, δέν μπόρεσε να προχωρήσει ἐντείνουσα τό ὕφος της. Εἰς τόν δραματικότατον διάλογόν της μέ τόν Κρέοντα ἀργότερον, φθάνει σέ ἐξάρσεις τέχνης ἀξιέπαινες. (...) Εἰς τόν κομμόν ἦτο ἀπαραδέκτως κλαψιάρα, ἀδικαιολογήτως ἀδιάφορα ἀφηγηματική, παραπονιάρα καί μάλλον κρύα. Ατονη, γίνεται γυναικούλα ολολύζουσα...».

Ἡ Αντιγόνη παίχτηκε με τεράστια καλλιτεχνική καί εμπορική επιτυχία καί ὁ ρόλος σφράγισε τη σταδιοδρομία τῆς Παπαδάκη. Πρώτη φορά μετά τις παραστάσεις μέ τήν Ελένη Παπαδάκη, πού δοκιμάστηκε για πρώτη φορά σε κεντρικό ρόλο τραγωδίας, ή Αντιγόνη ξαναπαίχτηκε το 1956 στά «Επιδαύρεια», με πρωταγωνίστρια την Αννα Συνοδινοῦ, πού δοκιμαζόταν καί ἐκείνη τότε γιά πρώτη φορά σε κεντρικό ρόλο ἀρχαίου δράματος. Λίγο πρίν ἀπό τήν παράσταση, ή δημοσιογράφος Μαρία Δημητρέα παρέδωσε στη Συνοδινοῦ ἕνα κομμάτι ἀπό τή ζώνη πού φοροῦσε ἡ Παπαδάκη σάν Αντιγόνη καί μία πόρπη ἀπό τό κοστούμι της τῆς Ἑκάβης, προσφορά τῶν συγγενῶν τῆς Ἑλένης σαν γούρι. Καί ἡ ἐπιτυχία της στάθηκε θριαμβευτική, κερδίζοντας το βράδυ ἐκεῖνο μιά μεγάλη καλλιτεχνική μάχη, πού τήν καθιέρωσε ἀπό τότε σάν τή μοναδική νέα τραγωδό τοῦ ἑλληνικοῦ θεάτρου καί πού δέν ξεπεράστηκε ἔκτοτε ἀπό καμιά ἄλλη.

Γιά ὅσους εἶδαν τήν Παπαδάκη σ' αὐτόν τό ρόλο, δέν μπόρεσαν νά τήν ξεχάσουν. Ὁ Παῦλος Παλαιολόγος ἔγραψε: «Ποιός δέν θυμᾶται τό θρῆνο τῆς Αντιγόνης, ὅταν στα μάρμαρα τοῦ ἀρχαίου θεάτρου, περισσότερο νεκρή παρά ζωντανή, έσερνε τά βαριά βήματα τῆς μελλοθανάτου. Τέτοιος σπαραγμός δέν μποροῦσε νά εἶναι καρπός τῆς τέχνης μόνο. Ήταν, θά έλεγε κανείς, τό προμάντεμα τοῦ δικοῦ της τέλους, ὁ ἐπιτάφιος θρῆνος πού ἔψαλλε στόν ἑαυτό της, μιά ύπαρξη πού ὁραματίστηκε τόν ἄδικο χαμό της». Καί ἡ Εἰρήνη Καλκάνη σημείωσε σε δύο ἀπό τά γραφόμενά της: «Θυμοῦμαι πάντα αὐτό τό δέος πού ἔνιωσα ὅταν ἡ ᾿Αντιγόνη ὕψωνε ξαφνικά τό ἀνάστημά της στόν τύραννο. Θυμοῦμαι ἀκόμη αὐτό τό αἴσθημα τοῦ μεγαλείου, τῆς μορφῆς πού ἁπλώνεται καί μεγαλώνει τιτανικά, τῆς προσωπικότητας, πού μέ τήν ἔνταση τῆς αὐτοκατάφασής της κρυσταλλώνεται σε κάθε αἰώνιο». «Τήν ἀναλογίζομαι ἔτσι ὅπως στεκόταν ἁπλά ντυμένη μέ τόν μολυβογάλανο χιτώνα, μέ τά θαυμάσια ἐκφραστικά της χέρια δεμένα πίσω, μεταδίδοντάς ὅλο τό συγκλονιστικό μεγαλεῖο τοῦ κομμοῦ μέ μόνη τήν ἔκφραση τοῦ προσώπου της». Τέλος τα λόγια του Πλωρίτη: «...Αλλά καμιά, καμιά ἀπό τίς τόσες Αντιγόνες πού εἶδα αργότερα, δεν μπόρεσε ν' ἀπαλείψει ἀπ' τή μνήμη μου, να χλωμιάσει ἔστω, τήν ἑρμηνεία τῆς Παπαδάκη. Ακλόνητα πιστή στό ἠθικό χρέος ἀλλά καί τρυφερότατη γιά τούς προσφιλεῖς της, περήφανα αλύγιστη μπρός στίς τυραννικές βασιλικές επιταγές, ἀλλά καί λυρικά ὀδυνηρή καθώς βάδιζε στή θεληματική θυσία της, ἡ Παπαδάκη στάθηκε πραγματικά “ἐξαίσια” σέ δύναμη, ἐναρμόνια σε πάθος, μεγαλειώδης στην ἀπάρνηση τῆς ζωῆς γιά νά ἐπιβεβαιωθεῖ ἡ ζωή».

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΜΑΡΣΑΝ - Ελένη Παπαδάκη: Μια φωτεινή θεατρική πορεία με απροσδόκητο τέλος, εκδ.ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Δείτε επίσης:

Τό ἀριστερό Σωματεῖο Ἑλλήνων Ηθοποιῶν διαγράφει τούς «προδότες ἠθοποιούς» – Οι Γενικές Συνελεύσεις τοῦ Σωματείου Ἑλλήνων Ηθοποιῶν – Εκλογές στο ΣΕΗ στα τέλη Νοεμβρίου 1944, μέ πλειοψηφία τῶν δεξιῶν ἠθοποιῶν


Κυριακή, Νοεμβρίου 09, 2025

Τό ἀριστερό Σωματεῖο Ἑλλήνων Ηθοποιῶν διαγράφει τούς «προδότες ἠθοποιούς» – Οι Γενικές Συνελεύσεις τοῦ Σωματείου Ἑλλήνων Ηθοποιῶν – Εκλογές στο ΣΕΗ στα τέλη Νοεμβρίου 1944, μέ πλειοψηφία τῶν δεξιῶν ἠθοποιῶν

Είχε φτάσει ὁ Ὀκτώβριος του 1944 καί οἱ βδομάδες κυλούσαν τώρα γρήγορα χάρη στα πολιτικά γεγονότα πού ὁδηγοῦσαν με ταχύτητα στην αναχώρηση τῶν στρατευμάτων Κατοχῆς καί στό πλησίασμα τῆς ἀπελευθέρωσης.

Ὁ χρόνος πραγματικά έτρεχε. Σπάνια μιά ἔννοια, σάν τό γοργό κύλισμα τοῦ χρόνου, τρόμαζε τόσο πολύ την Ελένη Παπαδάκη, πιό πολύ καί ἀπό τό θάνατο. Για μία φύση βαθιά μελαγχολική, όπως ἦταν, ἡ ἔννοια τοῦ θανάτου λογιζόταν σάν ἀπολύτρωση ἀπό τά πολλά ἄγχη τῆς ζωῆς, ἐνῶ τήν παρέλυε ή φθορά πού ἔφερνε τό κύλισμα τοῦ χρόνου. Ἤθελε νά τό σταματήσει, φοβόταν τα γηρατειά μέ τα αρνητικά αποτελέσματα πού σέρναν μαζί τους, ὄχι μόνο σχετικά μέ τή φθορά τῆς ὕλης ἀλλά καί τοῦ πνεύματος. Ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου, τό ἀναπόφευκτο πέρασμα ἀπό τό ἕνα στάδιο στό ἄλλο, τήν τρόμαζε ἀκόμη καί ὅταν ἦταν παιδί: στο σπίτι της τή θυμόνταν ὅτι, ὅταν ἔφτασε στή ἡλικία πού οἱ κοπέλες βάζαν μακριές κάλτσες καταργώντας τά κοντά παιδικά καλτσάκια, ἡ Ἑλένη καταλήφθηκε από μελαγχολία καί δύσκολα προσαρμόστηκε στην καινούργια αλλαγή. Μέ τήν εὐαισθησία της καί τίς λειπές κεραίες μιᾶς ἄγνωστης αἴσθησης, ἤθελε νά ἐξορκίσει το κύλισμα του χρόνου, νά τό φρενάρει,μιά καί τήν ἔφερνε κοντύτερα στο τέλος της. Καί εἶχε τήν πεποίθηση ότι δεν θα ζήσει πολύ.

Ὅταν γύρω της γινόταν καμιά φορά ἡ ἀπαρχή κάποιου αξιοσημείωτου ἔργου με προοπτική τῆς μελλοντικῆς ὁλοκλήρωσης, ἔλεγε:

«Τί μέ νοιάζει ἐμένα, ἔτσι κι ἀλλιῶς δέν θά τό προλάβω...».

Τῆς εἶχε γίνει βίωμα πιά τό σύντομο τῆς ζωῆς της καί τοῦ ἀνεκπλήρωτου καλλιτεχνικού της ἔργου.

Λυπόταν πού δέν θά προλάβαινε να δώσει στο θέατρο αὐτό πού αἰσθανόταν ικανή να δώσει ἀκόμη.

Σ' ένα γράμμα της έγραφε σχετικά με μια κυρία πού τῆς «διάβασε» το χέρι:

«... Ἡ εὐλογημένη ὅμως τί ἤθελε νά μοῦ πάρει τό χέρι καί νά μοῦ πεῖ: Α, πολύ λίγο θα ζήσεις, ἡ γραμμή σου εἶναι κοντή! Το ξέρω, αλλά γιατί νά μοῦ τό θυμίσει. Εἶναι κρύο πράγμα, καί ἐπειδή ὅλοι μοῦ τό λένε, εἶναι καιρός πολύς τώρα, πού περπατῶ σ' αὐτόν τόν κόσμο σάν νά ἔχω ἤδη λιγάκι φύγει γιά τόν ἄλλο. Γι' αὐτό, ὅλα, ἐκτός ἀπό τό θέατρο, μοῦ εἶναι ἀδιάφορα. Καί γιά τό θέατρο ἴσια-ἴσια δέν θέλω νά ἀπέλθω νωρίς κι ἄς ἔχω συχνά μαῦρες ἀπελπισίες».

Τήν ἄνοιξη του 1940 στην Κωνσταντινούπολη, σε μια βόλτα με τη φίλη της δημοσιογράφο Ανζέλ Λορλέ, μιά τσιγγάνα τίς πλησίασε γιά νά τούς πεῖ τή μοίρα. Στενοχωρημένη ἡ Ἑλένη τήν ἀπομάκρυνε: «Μοῦ ἔχουν πεῖ ἤδη τρεῖς φορές ὅτι θά πεθάνω ἀπό βίαιο θάνατο, φθάνει πιά! Δέν φοβάμαι το θάνατο, πίστεψέ με, ἄλλωστε τί εἶναι μιά καλή ηθοποιός, μιά γυναίκα πού ξέρει να πεθαίνει, νά ἐγκαταλείπει τή ζωή. Αλλά δέν θά 'θελα να πεθάνω προτοῦ πραγματοποιήσω τό ὄνειρό μου καί δέν ἔφθασα ἐκεῖ πού θέλω να φθάσω». 

Πολλές φορές σε ἐκδρομές μέ τό αὐτοκίνητό της γινόταν κάπως ἀνήσυχη, σά νά περίμενε κάτι καί ξαφνικά στη στροφή του δρόμου παρουσιαζόταν κάποιο ήρεμο μικρό νεκροταφείο. Σταματοῦσε για ὥρα μπροστά του καί τά βράδια τῆς ἄρεσε νά τό ἐπισκέπτεται καί νά περπατᾶ κάτω ἀπό τα κυπαρίσσια του. Ανεξήγητη ή ἕλξη πού ἀσκοῦσαν τά εἰρηνικά αὐτά κοιμητήρια ἐπάνω της...

Οι μαύρες της σκέψεις τήν ὁδηγοῦσαν σε ὑπερβολές καί ἐκκεντρικότητες, πού δέν τις καταλάβαιναν οὔτε οἱ πολύ δικοί της άνθρωποι: «Έλα να παίξουμε τήν κηδεία μου» ἔλεγε συχνά τόν τελευταίο καιρό. Πλάγιαζε, σταύρωνε τα χέρια καί ἔβαζε πάνω της λουλούδια, πού στόλιζαν πάντα την κρεβατοκάμαρά της. Έμενε ἀκίνητη, ὥσπου διά τῆς βίας ἔπρεπε νά τή σηκώσουν καί νά τή μαλώσουν γι' αυτά της τα καμώματα. «Μη με μαλώνετε, γιατί μιά μέρα θα λείψω, δέν θά ὑπάρχω καί θα λυπᾶσθε γιά τή λύπη πού μοῦ δίνετε...». Κι ήταν συνηθισμένα αὐτά τά λόγια της.

Στις 12 Οκτωβρίου ἀπελευθερωνόταν ἡ ᾿Αθήνα καί ὁ κόσμος ξεχύθηκε μέ ἀκράτητο ἐνθουσιασμό στούς δρόμους της κρατώντας ελληνικές σημαίες, ἀλλά καί συμμαχικές, ὅπου ὑπερτερούσε τό σφυροδρέπανο. Οἱ τοῖχοι γέμιζαν από συνθήματα, προπάντων του ΕΑΜ καί τοῦ ΚΚΕ, πού ζητοῦσαν νά πιαστοῦν καί νά δικαστοῦν οἱ δωσίλογοι καί οἱ «προδότες». Οι χαρακτηρισμοί αὐτοί, κοντά στα δικαιολογημένα περιστατικά, δίνονταν τήν ἐποχή ἐκείνη μέ ἀφάνταστη ευκολία καί μέ μιά ἀπερίσκεπτη παρορμητικότητα στον καθένα πού χαρακτηριζόταν αβασάνιστα σαν «αντιδραστικός» καί «ἐχθρός τοῦ λαοῦ».

Ὁ Ἰωάννης Ράλλης συνέταξε τό ἀποχαιρετιστήριό του διάγγελμα πρός τόν ἑλληνικό λαό καί τήν ἑπομένη ὁδηγήθηκε για λόγους ασφαλείας ἀπό τόν Αγγελο Έβερτ στις φυλακές Αβέρωφ. Στις18 Οκτωβρίου έφτασε ή ελληνική κυβέρνηση μέ ἐπικεφαλῆς τόν Γεώργιο Παπανδρέου, ἐνῶ οἱ χαρμόσυνες διαδηλώσεις συνεχίζονταν καί συμπλήρωναν τη γιορταστική εἰκόνα τῆς ἐλεύθερης Αθήνας. Από τή μιά «εθνικιστικές» ομάδες με συνθήματα για μιά «Μεγάλη Ελλάδα» καί γιά «Τόν Ζέρβα ἔχουμ' ὅλοι ἀρχηγό», ἀπό τήν ἄλλη οἱ ἀριστερές ομάδες με ιαχές για «Λαοκρατία καί ὄχι βασιλιά» καί «Εμπρός, ΕΛΑΣ γιά τήν Ἑλλάδα». Επιμήκεις ζητωκραυγές παντοῦ, μέ μιά πατριωτική φόρτιση τοῦ κόσμου, πού ή παραμικρή αναφορά σε θέματα ἀπελευθέρωσης ἤ ἀπονομῆς δικαιοσύνης προκαλοῦσε εμπρηστικά συνθήματα καί φρενίτιδα ενθουσιασμοῦ.

Στιγμιότυπο μετά την Απελευθέρωση: 1. Πάνος Καραβουσάνος
2. Σοφία Ιατρίδου 3. Καίτη Ντιριντάουα 4. Μιράντα Μυράτ 

Από καιρό διχασμένοι καί οἱ ἠθοποιοί. Στη «δεξιά» παράταξη ή Μαρίκα Κοτοπούλη, ή Χρυσούλα καί ὁ Μήτσος Μυράτ, ή Φωτεινή Λούη καί βέβαια ή Κυβέλη, ὡς σύζυγος τοῦ Παπανδρέου. Η Κατερίνα Ανδρεάδη, ή Ελένη Παπαδάκη, ἡ Βάσω Μανωλίδου, ὁ Θεόδωρος καί ἡ Μαίρη Αρώνη, ὁ Νίκος Δενδραμῆς καί ὁ Τάκης Χόρν, ὁ Βασίλης Αργυρόπουλος καί ὁ Βασίλης Λογοθετίδης, ὁ Κώστας καί ὁ Σπύρος Μουσούρης, ὁ Περικλῆς Γαβριηλίδης και ο γιός του Γιώργος, ὁ Μάνος Φιλιππίδης καί ὁ γιός του Ανδρέας, ὁ Μιχάλης Ιακωβίδης, ο Αρης Μαλλιαγρός, ὁ Μιχάλης Καλογιάννης, ὁ Χρῆστος Ευθυμίου, ὁ Νίκος καί ἡ Μερόπη Ροζάν, ἡ ᾿Αθανασία Μουστάκα, ἡ Ἔλσα Βεργῆ, ἡ Θάλεια Καλλιγά, ὁ Γιῶργος Ταλάνος, ο Νίκος Ζωγράφος, ὁ Χριστόφορος Νέζερ, ὁ Γιάννης Αὐλωνίτης, ὁ Νίκος Βλαχόπουλος, ή Χριστίνα Καλογερίκου, ἡ Λέλα Ησαΐα, ὁ Χαράλαμπος Πλακούδης. Φυσικά καί ὁ Νίκος Παπαγεωργίου με τη Σαπφώ Αλκαίου, καθώς καί ἡ Μαρία ᾿Αλκαίου. Καί ὅλα σχεδόν τα μεγάλα ονόματα τοῦ ἐλαφροῦ ἐπιθεωρησιακού θεάτρου μέ έπικεφαλῆς τίς ἀδελφές Καλουτά, τη Μαρίκα Νέζερ, τη Νανά Σκιαδά, την Κούλα Νικολαΐδου, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τήν Κάκια Μένδρη, την Κούλα Γκιουζέπιε, τον Πέτρο Κυριακό καί τή γνωστή τετράδα Κοκκίνη, Μαυρέα, Μακρῆ καί Αὐλωνίτη. Ὅλοι αὐτοί ὡς κύριοι εκπρόσωποι τῆς δεξιᾶς.

᾿Από τήν ἄλλη μεριά οἱ ἀριστεροί ηθοποιοί μέ τό ἀριστερό Σωματεῖο Ἑλλήνων Ηθοποιῶν. Κύριοι ἀντιπρόσωποι ὁ Αἰμίλιος Βεάκης μέ τή γυναίκα του Σμαράγδα καί τά παιδιά του Δημήτρη, Γιάννη καί Μαρία, ὁ Γιῶργος Γληνός, ο Θόδωρος Μορίδης καί ἡ Τζόλη Γαρμπή, ὁ Τζαβαλάς Καρούσος, ὁ Μάνος Κατράκης, ὁ Τίτος Βανδῆς, ὁ Σπύρος Πατρίκιος καί ἡ γυναίκα του Λέλα, ο Αντώνης Γιαννίδης, ὁ ᾿Αλέκος Μπούμπης, ὁ Δημήτρης Μυράτ καί ἡ Μιράντα Μυράτ, ὁ Πάνος Καραβουσάνος, ὁ Χρήστος Τσαγανέας, ὁ Δήμος Σταρένιος, ο Νίκος Βάχλας, ὁ Γιῶργος Γιολάσης, ὁ Κώστας Μπαλαδήμας, ὁ Φρίξος Θεοφανίδης, ο Νίκος Τζόγιας, ο Νίκος Βασταρδής, ὁ Νάσος Κεδράκας, ὁ ᾿Αλέξης Δαμιανός, ὁ Ρένος Βρεττάκος, ο Γιάννης Αργύρης, ὁ Μανώλης Δουμάνης, ὁ Σταῦρος Ἰατρίδης, ὁ Φραγκίσκος Μανέλλης, ὁ Γιῶργος Δήμου, ὁ Νίκος Φέρμας, ὁ Λάκης Σκέλας, ὁ Λουκᾶς Χρέλιας. Κοντά σ' αὐτούς οἱ χορευτές Αγγελος Γριμάνης καί Γιάννης Φλερύ, καθώς καί σειρά από γυναικεῖα στελέχη μέ ἐπικεφαλῆς τήν ᾿Αλέκα Παΐζη, την Ασπασία Παπαθανασίου, τήν Ὀλυμπία Παπαδούκα, τή Μαλαίνα Ανουσάκη, τήν Καίτη Αστρέα, τη Γιούλη Γεωργοπούλου, τη Σωτηρία Ιατρίδου, τήν Αννα Λώρη, τη Θάλεια Κουρή, τήν Εὔα Εὐαγγελίδου, τη Χρύσα καί τήν Καλή Καλό, τη Μαρίκα Κρεβατά, την Ηρώ Χαντά, τήν Ντιριντάουα, τή Ζώρζ Σαρρή κ.ά. Ὁ Γιώργος Παππάς, ἄν καί ἀνῆκε φαινομενικά στήν ἀριστερή παράταξη, κάθε άλλο παρά αριστερός ἦταν.

Μέσα λοιπόν σέ μιάν ἀτμόσφαιρα πάθους καί φανατισμοῦ, ὅπου οἱ αὐτοδικίες ἦταν κιόλας ἀπό πολύ καιρό, ἰδίως στην ύπαιθρο, στήν ἡμερησία διάταξη, οἱ ἀριστεροί ηθοποιοί ἐπιτέθηκαν παρορμητικά, θά ἔλεγε κανείς πραξικοπηματικά: Στις 20 Οκτωβρίου τό ἀριστερό Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΕΗ συνεδρίασε στα γραφεία του στην οδό Σατωβριάνδου 52. Παρόντες ο Σπύρος Πατρίκιος, πρόεδρος, ἄλλοτε βασιλόφρων καί μετά νεοφώτιστος αριστερός, ὁ Μάνος Κατράκης, ὁ Τίτος Βανδῆς, ὁ ᾿Αλέκος Μπούμπης, ὁ Σπύρος Καψάλης τῆς Λυρικής Σκηνῆς, ὅλοι ἀριστεροί. Παρόντες καί δύο δεξιοί σύμβουλοι, ὁ Δημήτρης Καρδαμίτσης, γραμματέας, καί ὁ Ἠλίας Θεοδώρου, ειδικός γραμματέας, χωρίς ψῆφο. Ημερησία διάταξη καί θέμα: «Πρόταση διαγραφῆς ἑλλήνων ἠθοποιῶν πού πρόδωσαν τόν ἱερό Εθνικό Ελληνικό Αγώνα».

Ὁ Πρόεδρος Σπύρος Πατρίκιος εἶπε μεταξύ άλλων: «Θλιβερό καθῆκον μᾶς ἀναγκάζει νά μιλήσουμε γιά τή στάση ὁρισμένων, εὐτυχῶς ἐλαχίστων ἠθοποιῶν, πού πολλοί ἀπ' αὐτούς δέν εἶναι εὐτυχῶς οὔτε Ἕλληνες, πού πρόδωσαν τόν τίμιο ἀγώνα με πράξεις κακές καί πού τό παράδειγμά τους θά εἶχε ἀνυπολόγιστες συνέπειες καί συμφορές, ἄν δέν ἦσαν εὐτυχῶς τόσο λίγοι.

»Προτείνω να διαγραφοῦν ἀπό τό σωματεῖο καί νά στερηθοῦν κάθε δικαιώματος νά ἐργάζονται στο Ελληνικό Θέατρο καί παρακαλῶ νά γίνει γιά κάθε προτεινόμενο ἀμέσως συζήτησις καί νά παρθεῖ ἀπόφασις».

Καί δίχως καμιά ἄλλη συζήτηση, μέ ἕναν τρόπο αυταρχικό, μακριά από κάθε άλλη δημοκρατική διαδικασία, καί ἕνα μή τεκμηριωμένο εὔκολο καί καθοδηγημένο κατηγορητήριο, ἡ πρόταση τοῦ Πατρίκιου ἔγινε ἀμέσως δεκτή καί διαγράφτηκαν δεκαπέντε μέλη του Σωματείου, τῶν ὁποίων τά ὀνόματα δημοσιεύτηκαν μάλιστα λίγες μέρες αργότερα (25 Οκτωβρίου 1944) στον ημερήσιο τύπο μέ τόν τίτλο «Οἱ προδόται ἠθοποιοί»!

Από τη Λυρική Σκηνή διαγράφτηκαν ὁ Ὀδυσσέας Λάππας καί ὁ Διονύσης Θάνος, ἀπό τό Εθνικό Θέατρο ὁ Μιχάλης Ιακωβίδης, ἡ Ἑλένη Παπαδάκη, ἡ Ἔλσα Βεργῆ, ὁ Δημήτρης Μοσχούτης καί ὁ Μίμης Φελίτσης. Από το θίασο τῆς Μαρίκας Κοτοπούλη ή Αγγέλα Λαλαούνη. Ακόμη ἡ ᾿Αγγελική Κοτσάλη καί ἀπό τό ἐλαφρό θέατρο ή Μπέλλα Σμάρω. Αὐτά σάν τά κυριότερα ονόματα τῶν διαγραφέντων.

Ὁ Λάππας, ὁ Θάνος, ἡ Βεργῆ, ἡ Μπέλλα Σμάρω κατηγορήθηκαν για τις σχέσεις τους μέ τούς Ιταλούς, ὁ Ἰακωβίδης καί ἡ Παπαδάκη μέ τούς Γερμανούς, ὅτι ἦταν μυστικοί πράκτορες τοῦ ἐχθροῦ καί κατάσκοποι. Εἰδικά στιγματίστηκε ἡ «αντεθνική, αντισυναδελφική, ἐγωιστική καί ἀπρεπής» στάση τῆς Ἑλένης στο διάστημα τῆς Κατοχῆς. Κρίσεις γεμάτες ἐμπάθεια καί μίσος, ἀναμεμειγμένες με στοιχεῖα πολύχρονης ζήλιας καί φθόνου, πού ὑπέβοσκαν ὥς τότε στα παρασκήνια, λιγότερο ή περισσότερο ἐμφανῆ καί μέ στοιχεῖα ἑνός ταξικοῦ ἀνταγωνισμοῦ.

Λόγω τῆς καταγωγής της καί τῆς κοινωνικής της θέσης, λόγω τῆς ἀνατροφῆς καί τῆς παιδείας της ἀνῆκε ντέ φάκτο στη δεξιά παράταξη, δίχως νά ἔχει ἡ ἴδια τήν παραμικρότερη πολιτική ανάμειξη μιά καί ἦταν ἄτομο τελείως ἀπολιτικό. Αὐτή ἦταν ἡ φύση της, τό κύτταρό της. Από ίδιοσυγκρασία δέν θά κατέβαινε ποτέ στο δρόμο να λάβει μέρος σε κάποια διαδήλωση ἤ διαμαρτυρία, οὔτε θά ἔκαμε ποτέ μάθημα πατριωτικῆς τονώσεως καθ' ὑπόδειξη ἤ καθοδηγημένη ἀπό ὁποιαδήποτε προπαγάνδα. Οὔτε θά 'γραφε συνθήματα στους τοίχους ἢ θά μοίραζε προκηρύξεις ἤ ἄλλα ἔντυπα, κάτι τελείως ἀσυμβίβαστο μέ τόν ἐσωτερικό της κόσμο. Δεν συμμετεῖχε μέ κανένα τρόπο στα μεγάλα πολιτικά γεγονότα τῆς ἐποχῆς της, πού τήν ἄφηναν ἀδιάφορη σχεδόν καί τελείως ἀμέτοχη. Ἔτσι ὁ χαρακτηρισμός τῆς «προδότρας» ἦταν κάτι τό τελείως εκτός πραγματικότητας. Ἦταν τώρα ὁ κατάλληλος καί ιδανικός στόχος γιά νά βροῦν διέξοδο κομπλεξικά συναισθήματα.

Ἕνας μόνος ἀπ' τό Συμβούλιο, ὁ δεξιός Δημήτρης Καρδαμίτσης, κατάφερε μετά από μεγάλη ἐπιμονή νά γίνει δεκτή ή προσθήκη ὅτι «οἱ διαγραφέντες ἔχουν το δικαίωμα να προσβάλλουν σε Γενική Συνέλευση τήν ἀπόφαση τῆς διαγραφής των». Ὁ ἄλλος δεξιός τοῦ Συμβουλίου, ὁ Ἠλίας Θεοδώρου, παραιτήθηκε μετά τή Συνέλευση του ΣΕΗ και συνέβαλε σημαντικά στις επόμενες ἀρχαιρεσίες, στα τέλη Νοεμβρίου 1944, νά ἐπικρατήσει το ψηφοδέλτιο τῶν δεξιῶν.

Στο μεταξύ, στο Εθνικό Θέατρο κυριαρχούσε χαώδης κατάσταση, ή Διοίκησή του καταργήθηκε καί ὁ Λάσκαρης παύθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1944. Εἶχε ἀναλάβει τότε μιά Λαϊκή Επιτροπή μέ τούς ἀριστερούς Γληνό, Καροῦσο καί Παΐζη καί μέ τούς δεξιούς Νίκο Ροζάν καί Σπύρο Μουσούρη, ἡ ὁποία ἑτοίμασε μια γιορτή γιά τήν ἀπελευθέρωση.

Ὁ «Ἑορτασμός τῆς Ἐθνικῆς ᾿Απελευθερώσεως» ἔγινε στις 26 Οκτωβρίου καί ἐπαναλήφθηκε για λίγες μέρες. Παρόντες στην πρώτη ὁ Γεώργιος Παπανδρέου καί ὁ Αντονυ Ήντεν, πού εἶχε ἔρθει στην Αθήνα γιά τόν ἑορτασμό της 28ης Οκτωβρίου. Καί οἱ δύο ἀποθεώθηκαν ἀπό τό κοινό πού γέμισε ασφυκτικά τήν αἴθουσα.

Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε νά ὑπαχθεῖ τό Εθνικό Θέατρο στήν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, με υπουργό τον Παναγιώτη Χατζηπάνο. Πάρθηκαν διάφορες ἀποφάσεις γιά τά ζητήματα τῆς Διοίκησης καί τῶν συμβάσεων τῶν ἠθοποιών. Αποφασίστηκε να κλείσει το Εθνικό Θέατρο ἕως ὅτου ἀναδιοργανωθεῖ καί ξαναβρεῖ τήν καλλιτεχνική του πορεία, ἀπό τήν ὁποία εἶχε παρεκκλίνει στα τελευταία κατοχικά χρόνια.

Ὅλες ἐκεῖνες οἱ μέρες ἦταν γιά τήν Ἑλένη Παπαδάκη ἐξαιρετικά οδυνηρές. Ἡ ἀπόφαση καί ἡ διαγραφή της από το ΣΕΗ τήν εἶχαν τραυματίσει βαθύτατα ὄχι μόνο γιά τήν αἰτία πού τή θεωροῦσε ἄδικη, ἀλλά καί γιά τόν βιαστικό καί μή τεκμηριωμένο τρόπο πού ἔγινε, δίχως να γίνει καμιά συζήτηση, δίχως νά ἐγκριθεῖ ἀπό τούς ηθοποιούς-μέλη του Σωματείου, ἀλλά μόνο μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Διοικητικού Συμβουλίου: Σύμφωνα με το καταστατικό, γιά τή λήψη μιας τέτοιας διαγραφῆς ἁρμόδιο όργανο ἦταν ἡ Γενική Συνέλευση τῶν μελῶν τοῦ Σωματείου.

Πληγωμένη στόν ἐγωισμό της, στην περηφάνια της, ἀλλά καί ἀπέραντα πικραμένη γιά τήν ἀδικία πού εἰσέπραττε ὅλος ὁ ἐσώτερος κόσμος της τραντάχτηκε καί μέ τό διασυρμό της στον τύπο, ὅπου δημοσιεύτηκαν οι διαγραφές των «προδοτῶν ἠθοποιῶν». Εἰδικά τις μέρες αὐτές τῆς συμπαραστάθηκαν ἀπό πολύ κοντά ὁ Γιώργος Παππᾶς, ὁ Τάκης Χόρν καί ὁ ᾿Ανδρέας Φιλιππίδης. Ο Παππᾶς, πού οἱ τότε συνθῆκες τόν ἔφερναν νά ἀνήκει στην αριστερή παράταξη, τοποθέτησε πάνω ἀπ' ὅλα τή μακρόχρονη φιλία καί ἀγάπη του γιά τήν Ἑλένη. Εξάλλου δέν τόν χαρακτήριζε καμιά κομματική ἐμπάθεια. Ὅλοι μαζί συσκέπτονταν πολλές φορές στο σπίτι του Χόρν γιά νά βροῦνε λύση. Κατέληξαν στην απόφαση να στείλει ή Ελένη ἀρχικά μιά διαμαρτυρία στο ΣΕΗ και στο

Ὑπουργεῖο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Πράγματι στις 7 Νοεμβρίου ἔστειλε τις δημοσιευμένες ἐπιστολές στο ΣΕΗ καί στόν ύπουργό Π. Χατζηπάνο. Ὁ Χατζηπάνος, μέ ἐπιστολή του πρός τό ΣΕΗ, ζήτησε νά τοῦ ἀναφερθεῖ ἡ κατηγορία καί, ἄν ἦταν ἐξακριβωμένη «ἐπί τῇ βάσει ποίων στοιχείων, μαρτυρικῶν καταθέσεων ἢ ἄλλων ἀποδεικτικῶν μαρτυριῶν». Τέλος «ἂν ἀπηγγέλθη κατ' αὐτῆς ἡ βαρύνουσα αὐτήν κατηγορία καί ἄν ἐκλήθη νά ἀπολογηθεῖ ἐπί μιᾶς τόσον βαρείας κατηγορίας ἐπί προδοτική στάσει».

Στις 15 Νοεμβρίου ὁ πρωθυπουργός Παπανδρέου, μετά τήν ἔκρυθμη κατάσταση πού εἶχε δημιουργηθεῖ στο Εθνικό Θέατρο, ἀποφάσισε να αναστείλει ἐπ' αόριστον τίς ἐργασίες του, μιά καί εἶχε μεταβληθεῖ σε στίβο κομματικῶν ἀντεγκλίσεων καί ἐκδηλώσεων.

Ὁ Βασίλης Κανάκης στο βιβλίο του αναφέρει: «Ἡ ἀπελευθέρωση τῆς ᾿Αθήνας (...) βρῆκε τό Εθνικό Θέατρο νά ἐαμοκρατεῖται ἀπ᾿ ἄκρου σ' ἄκρο. Οἱ ἀντιστασιακοί ομοϊδεάτες πού ἁλώνιζαν ἐκεῖ μέσα εἶχαν χωριστεῖ σέ δύο ἀλληλοϋποβλεπόμενες ὁμάδες: ἀπό τή μιά μεριά ὁ Γληνός μέ τήν ὁμάδα του καί ἀπό τήν ἄλλη ὁ συναγωνιστής καί... ἀνταγωνιστής του ὁ Καρούσος μέ τή δική του. (...) Μετά τήν ἀπελευθέρωση, ρίχτηκαν καί οἱ δύο τους σ' ἕνα σκληρό αγώνα για προσωπική προβολή καί ἐπικράτηση. (...) Ο Καροῦσος ἐξαντλοῦσε τή δραστηριότητά του βγάζοντας λόγους σε διάφορες κομματικές συγκεντρώσεις, ἐνῶ ὁ Γληνός ἔφτασε στο σημεῖο να κάνει ἀρχηγική εμφάνιση ἀπό τό μπαλκόνι τοῦ κτιρίου τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου καί νά ἐκφωνήσει πύρινο λόγο σε διερχόμενες ομάδες πολιτῶν». 

Ὅταν τό ΣΕΗ ἀποφάσισε να συγκαλέσει τα μέλη του σε Γενική Συνέλευση ἡ ἀντίδραση τοῦ Δημήτρη Μυράτ ὑπῆρξε ἀστραπιαία: Τήν περιγράφει στο τελευταίο του βιβλίο λιτά καί παραστατικά: «... Σέ ὅλη τήν Κατοχή, καί μετά, ἤμουν γραμματέας ΕΑΜ Θεάτρου. Ὅταν πληροφορήθηκα τί τεκταίνεται ἀπό τό σωματεῖο, πῆρα ἄδεια ἀπό τόν Λογοθετίδη, πού ἦταν διευθυντής μου, να λείψω ἀπό τήν πρόβα καί πῆγα στα γραφεία του ΕΑΜ Πόλης, στην οδό Κοραή, να διαμαρτυρηθῶ: “Τί εἶναι αὐτά πού ἑτοιμάζονται, συναγωνιστές; Θ' ἀφῆστε ἠθοποιούς να δικάσουν συναδέλφους των; (...) Ξεχάσατε πώς ὁ ὄχλος τῆς Ἱερουσαλήμ ζητάει ἀφορμή νά ξεσπάσει ἐναντίον ἐκείνων πού τοῦ θυμίζουν τήν ἀνυπαρξία του;”. Εἶπα, εἶπα, στο τέλος τούς ἔπεισα. Γύρισα στην πρόβα μου ἥσυχος. Σε λίγο μέ ζήτησαν στο τηλέφωνο. “Δημήτρη”, ἄκουσα μιά φωνή δυσάρεστη, “πήγες στο ΕΑΜ καί κανόνισες νά μή γίνει ἡ δίκη τοῦ σωματείου; Ε, λοιπόν, σε πληροφορῶ πώς ή δίκη θα γίνει γιατί το θέλει το ΚΚ”. Ήταν ὁ Μαρουλίδης, ὁ κατοπινός θεατρώνης τοῦ θεάτρου "Διονύσια” τῆς ὁδοῦ ᾿Αμερικῆς. Χρησιμοποίησα ἕνα ρῆμα για πρώτη καί ἴσως για τελευταία φορά στη ζωή μου: “Νά χέσω ἐσένα καί τό ΚΚ”. Ξαναπήγα στο ΕΑΜ Πόλης. “Πήρατε τό λόγο σας πίσω. Αὐτά δέν εἶναι ἀντρίκεια πράματα” τούς εἶπα. Καί παραιτήθηκα». 

Η πρώτη Γενική Συνέλευση τοῦ ΣΕΗ ἔγινε στις 20 Νοεμβρίου 1944 στο θέατρο «Παπαϊωάννου» στην οδό Πατησίων, με σκοπό νά ἐπικυρωθεῖ ἤ ὄχι ἡ ἀπόφαση τῶν διαγραφῶν. Ὁ Μιχάλης Ιακωβίδης, ἀπό τά βασικά στελέχη τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου που διεγράφη καί αὐτός, περιέγραψε τά συμβάντα κατά τη διάρκεια τῆς Συνέλευσης: «...μέσα σέ μιά ἀτμόσφαιρα κορεσμένη από δίκαιη ἀγανάκτηση γιά τά δεινά τῆς Κατοχῆς, μά φορτωμένη βέβαια από πολιτικά πάθη καί μίση, πού δέν λείπουν ποτέ σε τέτοιες ώρες. Λόγια φαρμακερά σχηματίζουν ἀνεύθυνες γνώμες, κυκλοφοροῦν καί παρασύρουν τούς ἀνίδεους. Πάρθια βέλη, αχαλίνωτη συκοφαντία, λάσπη καί βούρκος. Το Διοικητικό Συμβούλιο, πού θρονιάζει στη σκηνή θύμιζε με τη σύνθεσή του λαϊκό δικαστήριο τῆς τρομοκρατίας τοῦ 1793. Οἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται μέσα σε ανεκδιήγητο σάλο καί έξαψη γενική. Σηκώνεται ὁ “συναγωνιστής” ἀντιπρόεδρος Θ. Μορίδης και ζητάει ἀπό τή Συνέλευση να κυρώσει τις διαγραφές τῶν ἠθοποιῶν πού ἐνήργησε ἡ Διοίκηση τοῦ ΣΕΗ πρίν ἕνα μήνα. Πανδαιμόνιο στην πλατεία. Οἱ “Καθοδηγητές" με σηκωμένη τη γροθιά, μολύνουν τον αέρα. Το ξέσπασμα συγκρατημένης ζήλιας καί μίσους χρόνων πολλῶν βρίσκει κατεύθυνση και στόχους. Προδότες! Ανάξιοι Ἕλληνες! (...) Ἡ ἄψογη σκηνοθεσία βρίσκει στην πρόσφορη στιγμή της πρόχειρης διαδικασίας μέ τα παχιά λόγια καί τά χτυπητά συνθήματα την άμεση δικαίωσή της. Η διαγραφή κυρώνεται ἀπ' τή Συνέλευση μ' ἀλαλαγμό. Κανείς δεν διαμαρτύρεται. Ποιός θα τολμούσε να μιλήσει;...». 

Ἡ Ἰωάννα Γεναροπούλου-Δεκάζου, τότε παντρεμένη μέ τόν ἐπίσης διαγραφέντα τενόρο Διονύση Θάνο, παραβρέθηκε στη Γενική ἐκείνη Συνέλευση λόγω του συζύγου της, πού τελικά όμως «αθωώθηκε» μετά από παρεξηγήσεις πού εἶχαν γίνει εἰς βάρος του, καί μοῦ διηγήθηκε διεξοδικά σχετικά με την «τρομοκρατική, κανιβαλιστική» Συνέλευση, πού τή διέκοπταν «φωνές καί ἀλαλαγμοί». Θυμᾶται ἀκόμη νά ἔχουν πιάσει ἀπό τό γιακά τόν Ὀδυσσέα Λάμπα, τόν ἐπίσης διαγραφέντα «προδότη», διεθνούς φήμης τενόρο, πού μέ δυσκολία φυγαδεύτηκε από μιά πλαϊνή πόρτα! Ο ηθοποιός Φρίξος Θεοφανίδης, τόν ὁποῖο ἡ Ἑλένη εἶχε σώσει από βέβαιο θάνατο, φώναζε ὅτι, ἂν ζοῦσε, τό ὄφειλε σ' ἐκείνη, ἀλλά ἔπρεπε νά ψηφίσει ὑπέρ τῆς διαγραφής της! Φοβερή ατμόσφαιρα παραλογισμοῦ καί μίσους.

Μιά καί οἱ διαγραφέντες εἶχαν το δικαίωμα να προσβάλουν τήν ἀπόφαση τῆς διαγραφής τους, ἀποφασίστηκε καί ἔγινε μετά από λίγες μέρες δεύτερη Γενική Συνέλευση του ΣΕΗ, αὐτή τή φορά στο θέατρο «Διονύσια» (Κυβέλης) της Πλατείας Συντάγματος, όπου οι διαγραφέντες ἀπολογήθηκαν.

Στο σπίτι τοῦ Δημήτρη Χορν, ὁ Γιώργος Παππᾶς, ὁ ᾿Ανδρέας Φιλιππίδης καί ὁ ἴδιος ὁ Χόρν προσπαθοῦσαν να πείσουν την Ελένη να παρουσιαστεῖ στή Συνέλευση καί νά ἀντιμετωπίσει τούς κατηγόρους της. Εκείνη όμως ἦταν πεπεισμένη ὅτι οἱ κατηγορίες ήταν βασισμένες μόνο σέ ἐντυπώσεις καί φημολογίες. Πίστευε ακράδαντα ότι μόλις θά περνοῦσαν αὐτές οἱ μέρες τῆς γενικής ἀναστάτωσης, θα καταλαγιάζανε τα πάθη καί θά ἐπικρατοῦσε ξανά ή ψυχραιμία καί ἡ σωστή άντιμετώπιση τῶν γεγονότων. Θεωρώντας ὑβριστική καί ἀπρεπή τήν ἀπόφαση του ΣΕΗ καί τῆς Γενικῆς Συνέλευσης, ἀσυμβίβαστη καθώς ἦταν, καί ἔχοντας τή συνείδησή της ήσυχη, ἀρνήθηκε να παρουσιαστεῖ ἀπολογούμενη στη δεύτερη Γενική Συνέλευση. Καί οἱ κατηγορίες οι σχετικές μέ τόν Ράλλη ἤ μέ κάποιον γερμανό αξιωματικό, μέσω τῶν ὁποίων εἶχε ἀντίθετα σώσει τόσους κατά το πλεῖστον ἀριστερούς, ἔθιγαν αποκλειστικά τήν προσωπική της ζωή καί δέν μποροῦσε νά δεχτεῖ ἡ ιδιωτική της ζωή καί ἡ προσωπική της ελευθερία να διασύρονται ἔτσι ἀβασάνιστα με τους χειρότερους χαρακτηρισμούς.

«Ὅλοι αὐτοί ἦταν μυρμήγκια μπροστά της, τί ἰσχύ μπορούσαν να 'χουν αὐτά τά πλασματάκια μπροστά στην Ελένη, πού ἦταν κάποια. Τί σχέση έχει το Σωματεῖο μέ τήν προσωπική ζωή ενός ἠθοποιοῦ, θά μοῦ ἐπιβάλλει το σωματεῖο τί θά τρώω ἢ μέ ποιόν θα κοιμάμαι;» μοῦ εἶπε ἀγανακτισμένη ἡ Μαρία Αλκαίου. Καί ὁ Σπύρος Μελάς συμπλήρωνε, γράφοντας τόν Ἰανουάριο του 1945: «Εἴτε μύθος, εἴτε ἀλήθεια κι ἂν εἶναι αὐτό πού λέγεται, τί αἶσχος ὅτι βρέθηκαν άνθρωποι πού πίστεψαν ὅτι ἔπρεπε ἡ Ἑλένη να ζητήσει τήν ἄδεια τοῦ τομέα για να διαθέσει τόν ἑαυτό της!».

Τελικά, ο Γιώργος Παππᾶς ἔπεισε τήν Ἑλένη να γράψει τήν «απολογία» της, τήν ὁποία θά ἀναλάμβανε ἐκεῖνος να διαβάσει στή Συνέλευση. Πράγματι, με ημερομηνία 24 Νοεμβρίου 1944 ή Ἑλένη ἔγραψε ἐπιστολή πρός τή Γενική Συνέλευση ὅπου ἐξηγοῦσε τους λόγους πού δέν παρουσιαζόταν ἡ ἴδια καί ὅτι ἡ στάση της ήταν κάθε ἄλλο ἀπό αὐτήν πού τῆς καταμαρτυροῦσαν,

Μέ τήν ἴδια ἡμερομηνία ἔστειλε τότε καί λίγα λόγια στον δικηγόρο Δάνο του ΣΕΗ μέ τήν παράκληση να παραδώσει «ὅπου δεῖ» τήν ἐπιστολή της πρός τό ΣΕΗ τήν ὁποία ἐσώκλειε. Τελικά, δηλαδή, τήν «ἀπολογία» της δέν τή διάβασε οὔτε ὁ Γιώργος Παππᾶς.

Ἡ Ἑλένη Παπαδάκη τούτη τη φορά θέλησε ἡ ἴδια να παρακολουθήσει αθέατη τήν ὅλη ἐξέλιξη και το τί θά λεγόταν στή Συνέλευση αυτή. Χάρη στη φιλική της σχέση με τον ιδιοκτήτη τοῦ θεάτρου «Διονύσια», τόν Κώστα Θεοδωρίδη, ἄλλοτε σύζυγο τῆς Κυβέλης καί πατέρα τῆς ᾿Αλίκης, φιλοξενήθηκε ἀπ' αὐτόν στο διαμέρισμά του και στο γραφείο του ἐπάνω στον εξώστη. Από ἐκεῖ, μαζί με τόν Σάμ Μπράντενμπουργκ, τήν Αιμιλία Καραβία καί λίγους ἀκόμη φίλους της, μπόρεσε, άπαρατήρητη, νά δεῖ καί ν' ἀκούσει τα πάντα.

Ἡ ἀτμόσφαιρα στη δεύτερη Γενική Συνέλευση δέν ἦταν καλύτερη ἀπό τήν πρώτη. Καί πάλι κυριάρχησαν τα μίση, τά πάθη, ὁ διχασμός.

Το Προεδρείο καθόταν πάνω στη σκηνή καί ἀπαρτιζόταν ἀπό τόν Αιμίλιο Βεάκη, τον Θόδωρο Μορίδη, τον Σπύρο Πατρίκιο, τόν Χρήστο Τσαγανέα καί τόν Πάνο Καραβουσάνο. Ήταν ούσιαστικά ἕνα Λαϊκό Δικαστήριο που δίκαζε τούς διαγραφένιες ηθοποιούς. Ώρες ώρες τα πνεύματα ἦταν τόσο εξημμένα, πού ἡ ἀτμόσφαιρα στήν αἴθουσα θύμιζε ζούγκλα. Η Δέσπω Διαμαντίδου θυμᾶται ὅτι, ἐνῶ προσπαθοῦσε νά μπεῖ στό θέατρο, εἶδε τή Χριστίνα Καλογερίκου να βγαίνει ἀηδιασμένη καί νά τήν ἀποτρέπει νά μπεῖ μέσα. Ἔτσι δέν παρακολούθησε καί ἐκείνη τά τεκταινόμενα.

Μετά τήν ἀνάγνωση του «κατηγορητηρίου» για κάθε διαγραφέντα ξεχωριστά, οἱ μέν ἀπό τούς ἠθοποιούς τούς ὑποστήριζαν παίρνοντας το μέρος τους καί διαψεύδοντας τίς κατηγορίες, οἱ δέ τούς κατηγοροῦσαν με διάφορες αιτιολογίες καί κομματικούς φανατισμούς, ζητώντας τήν παραδειγματική τους τιμωρία, μέ τή διαγραφή τους ἀπό τό Σωματεῖο. Φωνές ακούγονταν: «Τό αἷμα τῶν ἀδελφῶν μας, πού χύθηκε, ζητάει αἷμα! Πρέπει να εκδικηθοῦμε!».

Ἡ Ασπασία Παπαθανασίου ἔγραψε κάποτε σ' ἕνα ἄρθρο της σχετικό με τον Ροντήρη πού καμία σχέση δέν εἶχε μέ τήν Παπαδάκη, ἀλλά πού κάλλιστα θα μπορούσε κανείς νά τό ἀναγάγει καί σ' εκείνη: «Μήπως ἡ μοίρα τῶν μεγάλων καλλιτεχνῶν δέν εἶναι νά λατρεύονται καί νά μισοῦνται ἀπό τούς ὁμότεχνους καί τούς ἄλλους;» 

Γιατί, ὅταν ἦρθε ἡ σειρά τῆς Ἑλένης Παπαδάκη να «δικαστεί», ἔγινε πανδαιμόνιο. Ἦταν ἀφάνταστο πόσο τη μισοῦσαν ορισμένοι συνάδελφοί της. Ὥς καί φωνές «Θάνατος στην Παπαδάκη» ἀκούστηκαν. Το θέμα τοῦ Ράλλη καί τῶν δήθεν μυθώδους αξίας δώρων και κοσμημάτων, τῶν Γερμανῶν, τῆς μή σωτηρίας τῆς Βάσως Αργυριάδου, ὅλα ἐκσφενδονίζονταν ξανά καί ξανά με υπερβολές και ἀνακρίβειες ἐναντίον της. Τρομερά επιθετικοί στάθηκαν ὁ Μορίδης, ὁ Καροῦσος, ὁ Καραβουσάνος καί ὁ Μπούμπης. Ὁ Αντώνης Γιαννίδης διέδιδε πώς ή Ελένη έκαμε πάρτι στην ταράτσα τοῦ σπιτιοῦ της με Γερμανοϊταλούς. Ο Ανδρέας Μαρουλίδης, οικονομικός διευθυντής τότε τῆς Κατερίνας Ανδρεάδη, φώναζε: «Ακόμη δέν διαγράψατε τήν Παπαδάκη;». Ὁ κλητήρας τοῦ Ἐθνικοῦ Γιώργος Νικολαΐδης πρωτοστάτησε καί αὐτός μέ τίς καταγγελίες σχετικά με την υπόθεση Βάσως Αργυριάδου.

Ὁ Γιώργος Θεοτοκᾶς σ' ἕνα ἄρθρο του περιγράφει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα: «Ὁ ἥρωας βρίσκεται ξαφνικά κατηγορούμενος χωρίς να θυμᾶται πώς έχει διαπράξει καμιά ἀξιόποινη πράξη καί χωρίς να μπορεί κανείς νά τοῦ ἐξηγήσει για τί πράμα τόν κατηγοροῦνε. (...) Ὅλοι τοῦ μιλοῦνε γιά τή δίκη του με μισόλογα, με υπαινιγμούς, μέ μιάν ασάφεια ἀσφυχτική! (...) Ένα πράμα μονάχα εἶναι σίγουρο, πώς εἶναι ἔνοχος. Μα κανείς δέν θά τοῦ πεῖ ποτέ ποιά εἶναι τέλος πάντων ἡ κατηγορία πού τόν βαραίνει. (...) Πρέπει να πεθάνει (...) εἶναι κάτι ἀναπόφευκτο και κατά κάποιο τρόπο, μοιραῖο. (...) Πολλοί συγκαιρινοί μας βρέθηκαν ὕποπτοι καί κατηγορούμενοι χωρίς κανείς να μπορεῖ νά τούς ἐξηγήσει το γιατί, βυθισμένοι ξαφνικά μέσα σ' ἕναν άλλόφρενο δικονομικό εφιάλτη, σ' ἕναν κυκεώνα από διωγμούς καί κατηγορίες θολές, ἀκατανόητες, αντιφατικές, αδυσώπητες. (...) Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα κι ἡ Ἑλένη Παπαδάκη, ἄν μποροῦσαν νά μιλήσουνε ἀπό τόν τάφο, θα εἴχανε κάτι νά ποῦνε γιά τό θέμα αὐτό». 

Από τήν ἄλλη μεριά πολλοί ἦταν οἱ ἠθοποιοί πού ὑποστήριξαν τήν Ελένη: οἱ Ροζάν, ἡ Μουστάκα, ὁ Μουσούρης, ὁ Λογοθετίδης, ἡ Κατερίνα, ὁ Δενδραμῆς, ὁ Μαλλιαγρός, ὁ Νέζερ, ὁ Νίκος Ζωγράφος, ὁ Μίμης Σιμόπουλος, ή Σοφία καί ἡ Καίτη Βερώνη, ή Αννα καί ἡ Μαρία Καλουτά. Η Αννα Καλουτά μοῦ διηγήθηκε ὅτι λίγες ἡμέρες μετά ἡ Ἑλένη πέρασε από το σπίτι τους γιά νά τίς εὐχαριστήσει για τη θερμή τους υποστήριξη.

Μερικοί ἀπ' αὐτούς πού ἀπολογήθηκαν «αθωώθηκαν» στη Γενική Συνέλευση. Στην περίπτωση τῆς Ἑλένης Παπαδάκη, ὅπως ἀναμενόταν, ή Γενική Συνέλευση ἐπικύρωσε τη διαγραφή της.

Ο Δημήτρης Μυράτ στο τελευταίο του βιβλίο συνοψίζει: «Τη “δίκη” την παρακολούθησε ή Ελένη μέ δυό τρεῖς φίλους της, κρυμμένη στο γραφεῖο τοῦ ἀλησμόνητου Κώστα Θεοδωρίδη, στα “Διονύσια” τῆς Πλατείας Συντάγματος. Από κάτω ούρλιαζε ὁ ὄχλος. Καί καταδίκασε μαζί μέ ἄλλους, ἀθώους τούς περισσότερους, καί τήν Ελένη. Τό γεγονός, λέγαμε θα ξεχαστεί. Ποιός θα δώσει σημασία στο συρφετό; Κι όμως!». Το νέο ἀσφαλῶς κυκλοφόρησε μέ ἀστραπιαία ταχύτητα στούς θεατρικούς κύκλους καί εἰδικά στα αριστερά κυκλώματα πού περιέσφιγγαν τότε τήν Αθήνα. Μέ τήν ἄριστη διοργάνωση τοῦ ἀριστεροῦ κινήματος ὑπῆρχαν ὅλοι οἱ ἀπαραίτητοι μηχανισμοί πληροφόρησης, πού τούς ύπηρετοῦσαν σύνδεσμοι και σταθμοί πληροφοριών. Κάθε συνοικία εἶχε τότε τόν τομέα της, τήν ἀχτίδα της, πού ἦταν τό καθοδηγητικό όργανο τοῦ κόμματος. Καθώς κάθε ἐπάγγελμα εἶχε τήν ἀχτίδα του, ἔτσι ὑπῆρχε καί ἡ ἀχτίδα τῶν ἠθοποιῶν. Στις διάφορες συνοικίες όπου κυριαρχοῦσε ἀπόλυτα ἤδη το ΕΑΜ καί ὁ ΕΛΑΣ, όπως ἦταν ἡ περιοχή του τέρματος Πατησίων, ή πληροφορία τῆς διαγραφῆς θά μεταδόθηκε ἀμέσως καί ἡ Ἑλένη Παπαδάκη θα καταχωρήθηκε στη μαύρη λίστα τῶν «ἀντιδραστικῶν», ὡς «φιλενάδα τοῦ Ράλλη», «συνεργάτις τῶν Γερμανῶν» καί «προδότρα». Τά γεγονότα πῆραν μιά εφιαλτική μεγαλοποίηση, ἀκριβῶς γιατί ἐκτυλίχθηκαν σε μια τελείως συγκεκριμένη στιγμή, χρονικά περιορισμένη καί μέ δυσανάλογες επιπτώσεις.

Βέβαια ὅλες αὐτές οἱ διαγραφές, πού ἔγιναν ἐν βρασμῶ ψυχῆς σέ μιά στιγμή ἔντονων πολιτικῶν παθῶν, ἀπό τόν «ὄχλο καί τόν συρφετό», όπως χαρακτηρίζει ἡ βαρύνουσα γνώμη του Δημήτρη Μυτράτ τούς ὑπαίτιους, δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Επίσης καί ἄλλες διαγραφές πού ἔγιναν, ἐκτός ἀπό τό Θέατρο, καί σέ ἄλλους πνευματικούς κύκλους τῆς πρωτεύουσας: Ὁ Αχιλλέας Μαμάκης διεγράφη ἀπό τό Διοικητικό Συμβούλιο τῆς Ἑνώσεως Συντακτῶν γιά τόν «προδοτικό του ρόλο καί τή στενή του συνεργασία μέ τή γερμανική προπαγάνδα». Σε λίγο ξαναεργάστηκε ἐλεύθερα ὡς δημοσιογράφος, ἀποκτώντας ισχύ και δημοσιότητα μέ τή στήλη «Θεατρικά Νέα» στο Ἔθνος ή τή ραδιοφωνική του ἐκπομπή «Το θέατρο στο μικρόφωνο». Ἔγινε καί μιά ὁρισμένη περίοδο καλλιτεχνικός διευθυντής τοῦ «Φεστιβάλ ᾿Αθηνῶν». Ὅπως καί ὁ Σπύρος Μελᾶς διεγράφη παροδικά από την «Εταιρεία Ελλήνων Καλλιτεχνῶν» ὡς «συνεργάτης τοῦ κατακτητή», γιά νά ἐπιστρέψει ὡς «Φουρτούνιο» στις στήλες τοῦ ἀθηναϊκοῦ τύπου καί ὡς γνωστότατο μέλος στη μεταπολεμική πνευματική ζωή τῆς ᾿Αθήνας.

Καί ἀπό τούς ἠθοποιούς, ὅταν τα πνεύματα ἡσύχασαν, ἄλλος νωρίτερα, ἄλλος ἀργότερα, όλοι ξαναγύρισαν στη ἐνεργό καλλιτεχνική δράση: ὁ Λάππας καί ὁ Θάνος στελέχωσαν πάλι τίς δυνάμεις τῆς Ἐθνικῆς Λυρικής Σκηνῆς, ἡ Βεργῆ καί ἡ Μπέλλα Σμάρω ξαναγύρισαν μέσα στο 1945 ή μία στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, ἡ ἄλλη στο θέατρο «Κυβέλης». Ὅλοι ξαναβρήκαν τή θέση τους στο ἑλληνικό θέατρο καί στή συνείδηση του κόσμου, μιά καί δέν ὑπῆρξαν στοιχεῖα σοβαρά να ἀποδείξουν τις κατηγορίες του «προδότη» ἤ τοῦ «συνεργάτη τοῦ ἐχθροῦ». Τό ἴδιο ἀσφαλῶς θά συνέβαινε καί μέ τήν Ἑλένη Παπαδάκη, ἄν εἶχε ἐπιζήσει. Καί ποιός ξέρει ἂν ἡ μοίρα της δέν θά ἦταν διαφορετική, ἄν εἶχε δεχτεῖ νά ἐμφανιστεῖ καί νά «ἀπολογηθεῖ» στις Γενικές Συνελεύσεις. Να ἦταν «λάθος» της πού δέν παρουσιάστηκε;

Τις τελευταίες μέρες τοῦ Νοεμβρίου ἐξάλλου ἔγιναν καί οἱ ἐκλογές του ΣΕΗ, ὅπου πλειοψήφησε το ψηφοδέλτιο τῶν «δεξιῶν». Ἐξελέγησαν ὡς πρόεδρος ὁ Νίκος Δενδραμῆς, ὁ Δημήτρης Χόρν, ὁ Νίκος Γλυνός τῆς Ἐθνικῆς Λυρικής Σκηνῆς, ὁ Σπύρος Μουσούρης, ή "Αννα Καλουτᾶ, ὁ Μίμης Καρδαμίτσης, ὁ Ἠλίας Θεοδώρου καί ὁ Σπύρος Καψάλης. Από τούς ἀριστερούς ὁ Θόδωρος Μορίδης.



ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΜΑΡΣΑΝ - Ελένη Παπαδάκη: Μια φωτεινή θεατρική πορεία με απροσδόκητο τέλος, εκδ.ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ