Ο Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας και οι λοιποί συλληφθέντες το πιθανότερο δεν είχαν φυλακισθεί στις γνωστές μεγάλες μετέπειταφυλακές των πολιτικών κρατουμένων της Ακροναυπλίας, που λειτουργούσαν ως στρατώνας, αλλά στις φυλακές γνωστές ως γυναικείες φυλακές, δυτικότερα από το ρολόι της πόλης, που δυστυχώς κατεδαφίστηκαν στη δικτατορία το 1968-1970 από τον ΕΟΤ, για την ανέγερση ξενοδοχείων-μπάνγκαλοουζ, τα οποία ανακαινίστηκαν και με έγκριση του ΥΠΠΟ το 2003, με πισίνες και τζαμαρίες, πάνω από τα ενετικά τείχη.
Η δίκη άρχισε στις 30 Απριλίου και ολοκληρώθηκε στις 25 Μαΐου 1834 με καταδίκη κατά πλειοψηφίαν σε θάνατο του Θ. Κολοκοτρώνη, του Δ. Πλαπούτα ως ενόχου εσχάτης προδοσίας. Η εκτέλεσή τους θα γινόταν εις την εκτός του Φρουρίου πλατείαν. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Α. Πολυζωίδης και ο Γ. Τερτσέτης, παρά το ότι ήταν πολιτικοί αντίπαλοι του Θ. Κολοκοτρώνη, μοναδικά παγκόσμια παραδείγματα δικαστικού ήθους και ευθύνης, αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταδικαστική απόφαση και παρά τους εκβιασμούς από στρατιωτικό απόσπασμα με ξιφολόγχες με την παρουσία του γραμματέα της δικαιοσύνης Κ. Σχινά, καταρρακώνοντας κάθε έννοια δικαίου, απάντησαν: «Εν ονόματι της Δικαιοσύνης και του ιερού προσώπου του Βασιλέως, εις του οποίου τον θρόνον υποστηρίζεται η βάσις της Δικαιοσύνης, δεν υπογράφομεν», στη συνέχεια οι δύο δικαστές δικάστηκαν και απολύθηκαν.
Η άρνηση υπογραφής του προέδρου Α. Πολυζωίδη και του Γ. Τερτσέτη προκάλεσε τριγμούς στην Αντιβασιλεία, διαμαρτυρήθηκαν οι πρέσβεις των ξένων δυνάμεων και με παρέμβαση του Αρμασμπεργκ στον βασιλιά Όθωνα, η ποινή μετατράπη σε ισόβια και τελικά σε εικοσαετή φυλάκιση.
«Με την ολοκλήρωση της δίκης η στρατιωτική φρουρά αναβίβασε τους καταδικασθέντες ες το Ιτζ Καλέ εν μέσω μιας στρατιωτικής ολοκλήρου γραμμής ισταμένης δεξιόθεν και αριστερόθεν με αρτιλερίαν και με εν μέρος ιππικού διά περισσότερον τρόμον... οι καταδικασθέντες έγραφαν τας διαθήκας των, ετοιμαζόμενοι διά τον Αδην, ότε ετοιμάζοντο τα διά την κηδείαν μετά την λαιμητομήν ιμάτια, μεταξύ των αυτών των τραγικών και λυπηρών περιστάσεων επαρουσιάσθη και η βασιλική χάρις παρά του βασιλέως, ήτις μετέβαλε την του θανάτου ποινήν εις εικοσαετή φυλάκισιν... και άπας ο λαός έψαλλον εις τας οδούς, εις τα καφενεία και πανταχού, “ζήτω ο βασιλεύς Οθων, ζήτω η διακαιοσύνη”».
Στη συνέχεια απελευθερώθηκαν, εκτός ελαχίστων, όλοι οι συλληφθέντες καπεταναίοι κρατούμενοι, αλλά οι μηχανορραφίες των υπαιτίων των σκευωριών της καταδίκης του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Παπούτα συνεχίστηκαν.
Τον Ιούλιο του 1834 οι καταδικασθέντες μεταφέρθηκαν από την Ακροναυπλία στο Παλαμήδι, όπου έμειναν φυλακισμένοι για 11 μήνες: «Μας επήγανε εις το Παλαμήδι εις σιγουρότερον μέρος. Εσταθήκαμεν εκεί έντεκα μήνες».
Στις αρχές Αυγούστου 1834 επαναστάτησαν παραπλανηθέντες οι Ναπαίοι, φίλοι του Γέρου, στη Μεσσηνία. Οι συλληφθέντες πρωταίτιοι φυλακίστηκαν και αυτοί στο Παλαμήδι. «Διάφοροι καλοθελητές εκμεταλλεύθηκαν την εξέγερση της Μεσσηνίας, εβεβαίωσαν την Αντιβασιλεία ότι υπάρχει συνωμοσία συγκείμενη από 800 σχεδόν, και ότι αυτοί θέλουν θέσει διά νυκτός πυρ εις τας οικίας της Ναυπλίας, μετά δε της πυρκαϊάς εκείνης θα αρπάσωσιν εκ της φυλακής τους φυλακισθέντας και θα εξέλθωσιν εναντίον της Κυβερνήσεως, η δε Αντιβασιλεία πεισθείσα εξέδωκε διαταγήν, ότι άμα φανή πυρ ες μιαν οικίαν θα φονεύσωσιν αι φρουραί τους εν φυλακή όντας, αλλά η θεία πρόνοια ηδόκησε και κατά τούτο, και δεν εφάνη τοιαύτη αιτία».
Και όπως επισημαίνει ο Δ. Φωτιάδης: «Η αρχή εξέδοτο διάταγμα, ότι “αν ακουσθεί τι πέριξ του Παλαμηδίου, όπου ήσαν φυλακισμένοι οι στρατηγοί, η φρουρά αυτών της οποίας αρχηγός ήταν Βαυαρός να τους φονεύσει ευθύς”. Το διάταγμα ανέγνωσε εις τον Γέροντα Κολοκοτρώνην ο βαυαρός αξιωματικός, όστις οσάκις έβλεπε βόας (βόδια) τινά ή άλλα ζώα να διαβαίνωσιν υπό τας υπωρείας του Παλαμηδίου υποθέτων ή μάλλον προσποιούμενος ότι είναι άνθρωποι ερχόμενοι να αρπάσωσι τους οπλαρχηγούς ετοιμάζετο να εκτελέσει την δολοφονίαν αυτών και ταύτην τη σκηνήν επαναλαμβανομένην την συχνά διέλυε ο αξιότιμος Ελλην αξιωματικός, ο Ιων Σπηλιωτόπουλος, διαμένων προσεκτικός. Ο πραγματικός στόχος του διατάγματος ήτο διπλούς, ή να εκτελεσθεί η δολοφονία ή το μάλλον πραγματικό να τους κάμουν να εκπνεύσωσι διά του τρόμου εν τη φυλακή μη ευαρεστούμενοι εις την μεταβολήν της ποινής». Ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας παρέμειναν φυλακισμένοι στο Παλαμήδι έντεκα μήνες, μέχρι την ημέρα της ενηλικίωσης του Οθωνα, 20 Μαΐου 1835, όταν ανέλαβε τα βασιλικά του καθήκοντα. Από τα πρώτα διατάγματα που υπέγραψε ο νεαρός βασιλιάς ήταν η απονομή χάριτος για τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα, αποκαθιστώντας τα πολιτικά τους διακαιώματα και τους στρατιωτικούς τους βαθμούς.
Ο Κολοκοτρώνης κατέβηκε από το Παλαμήδι στο Ναύπλιο από την πέτρινη σκάλα θριαμβευτής στην πλατεία κάτω από το Παλαμήδι, στον χώρο ο οποίος προοριζόταν αρχικά για την εκτέλεσή του με την γκιλοτίνα, και τα συγκεντρωμένα πλήθη τον αποθέωσαν, κραυγάζοντας υπέρ της Δικαιοσύνης και του βασιλέως. Ο Κολοκοτρώνης απευθυνόμενος στον δήμαρχο Παπαλεξόπουλο ανέφερε «ότι η υποδοχή την οποίαν έκαμεν εις αυτόν ο λαός του Ναυπλίου, τον έκαμαν να λησμονήσει όλας τας δυστυχίας που επέρασεν» και αναχώρησε ύστερα από δύο ημέρες στην Αθήνα, για να ευχαριστήσει τον βασιλιά Όθωνα.
Η καρδιά του Γέρου του Μοριά ολοζώντανη χτυπάει και σήμερα στο Παλαμήδι, όπου φυλακίστηκε. Η φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έχει πάρει σήμερα μυθολογικές διαστάσεις. Τα πλήθη των επισκεπτών επισκέπτονται και βλέπουν ως φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη ένα θεοσκότεινο μπουντρούμι, στον κεντρικό προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, δίπλα στην καμάρα της ομώνυμης εκκλησίας, όπου εισέρχεται κανείς, αντί κανονικής πόρτας, μέσα από δυο όμοιες διαδοχικές πυλίδες, διαστ. 1,050Χ0,70 μ., σε ορθογώνιο, σκοτεινό, καμαροσκέπαστο χώρο, διαστ. 2,70Χ3,40 μ., με βραχώδες επικλινές αδιαμόρφωτο δάπεδο σε κυμαινόμενο βάθος 1,301,60 μ., χωρίς σκάλα.
Το μοναδικό πέτρινο σκαλοπάτι έχει κατασκευασθεί στο πρόσφατο παρελθόν για τις ανάγκες πρόσβασης των επισκεπτών. Η καθιερωμένη αυτή άποψη ότι πρόκειται για τη φυλακή του Κολοκοτρώνη είναι ατεκμηρίωτη και δημιούργημα λαϊκής φαντασίας και άγνοιας.
Προφανώς πρόκειται για χαρακτηριστική ιστορική πλάνη, λαμβάνοντας υπόψη το σκοτεινό και παντελώς ακατάλληλο του χώρου για φυλακή, χωρίς κανένα άνοιγμα για στοιχειώδεις φωτισμό και εξαερισμό, απαραίτητο για την επιβίωση ενός έγκλειστου ανθρώπου, συγκρίνοντάς τον άλλωστε και με τις σωζόμενες φυλακές καταδίκων βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, που διαθέτουν κανονικές πόρτες και φεγγίτες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρεται συνοπτικά στη φυλάκισή του στο Παλαμήδι χωρίς περιγραφή της φυλακής
Είναι εξάλλου χαρακτηριστική επίσης η αρνητική διαπίστωσηγια τον χώρο αυτό ως φυλακή του Κολοκοτρώνη, από τον Δ. Φωτιάδη : «Το Παλαμήδι όπου κλείσανε όλους όσους πιάσανε το φύλαγε δυνατή βαβαρέζικη φρουρά. Σ' αυτό βρισκόταν κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας. Αν ανέβεις τώρα ώς εκεί πάνω, εξόν... θα σου δείξουν μια τρύπα ανοιγμένη στο βράχο, δίχως να παίρνει φως από πουθενά, πως τάχατες εκεί μέσα είχανε φυλακισμένο τον Κολοκοτρώνη. Για να κατέβεις σ' αυτήν πρέπει ν' ανάψεις κερί κι αυτο κάποιος να σου το δώσει που θα πάρει βέβαια φιλοδώρημα (σήμερα ο χώρος φωτίζεται με ηλεκτρικό φως). Κάτι τέτοιο φαντάζομαι να σκαρφίστηκε πριν από χρόνια ποιος ξέρει ποιος από τους φύλακες κι από τότε έμεινε η μηχανή. Σ' εμάς όμως δεν μας χρειάζεται μια τέτοια απάτη, για να συμπονέσουμε από τη μια το Γέρο κι από την άλλη να μισήσουμε τους ξένους που τον μάντρωσαν στο Παλαμήδι. Αυτοί σκαρφίστηκαν άλλα για να τον παιδέψουν».
Από την έρευνα που διενεργήσαμε διαπιστώσαμε ότι ένας κατάδικος στο Παλαμήδι από τη Λευκάδα, που κατηγορήθηκε άδικα για φόνο, ονομαζόταν Θεόδωρος Θεοχάρης, στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έλαβε χάρη και στη συνέχεια διορίστηκε φύλακας στο Παλαμήδι, όπου και κατοικούσε με την οικογένειά του, που απέκτησε στη συνέχεια, στις σωζόμενες πρώην φυλακές με πόρτα και παράθυρα, αμέσως βόρεια του Αγίου Ανδρέα. Από την εποχή αυτή τη δεκαετία του 1920 έδειχνε στους επισκέπτες ως φυλακή του Κολοκοτρώνη την τρύπα-μπουντρούμι στη νότια πλευρά της εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα. Στη συνέχεια, ο γιος του Ευάγγελος Θεοχάρης (1925-2008) κατοικούσε και αυτός με την οικογένειά του ως φύλακας στο Παλαμήδι περίπου, ώς το 1965, όπου εκτελού σε και χρέη ξεναγού στους επισκέπτες, υποδείχνοντας ως φυλακή του Γέρου του Μοριά το παραπάνω μπουντρούμι. Εκτοτε η μυθολογική ερμηνεία της φυλακής του Κολοκοτρώνη, με βάση τη λαϊκή φαντασία, λειτουργεί ακόμα στο Παλαμήδι.
Το ιστορικό όμως κενό για τη φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έρχεται να φωτίσει μια καθοριστική μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα της εποχής τον Φεβρουάριο του 1835, όταν ήταν φυλακισμένος ο Θ. Κολοκοτρώνης στο Παλαμήδι. Πρόκειται για τη γερμανίδα Μπεττίνα φον Σαβινιύ, 1805-1835, κόρη του Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινιύ 1779-1816, ιδρυτή της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου στο Βερολίνο, και μετέπειτα σύζυγο το 1834 του Κωνσταντίνου Σχινά 1801-1857, υπουργού δικαιοσύνης της Αντιβασιλείας που καταδίκασε τον Θ. Κολοκοτρώνη σε θάνατο, και ζούσε την εποχή αυτή στο Ναύπλιο.
Οι επιστολές της Μπεττίνας φον Σαβινιύ προς τους γονείς της στο Βερολίνο (1834-1835) εκδόθηκαν το 2002. Αποσπάσματα των επιστολών αυτών δημοσίευσε πρόσφατα η δρ της Νεοελληνικής Ιστορίας Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη 13, στο περιοδικό του Δήμου Ναυπλίου «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», 7, 2009, 149-167. Δύο αποσπάσματα επιστολών αναφέρονται σε επισκέψεις της στο Παλαμήδι, όταν ήταν φυλακισμένος ο Θ. Κολοκοτρώνης: α) Η μία επιστολή, με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου-/12 Δεκεμβρίου 1834, ημέρα εορτασμού της άλωσης του Παλαμηδίου, αναφέρει ότι «αυτή τη μέρα το Παλαμήδι είναι ανοικτό για όλο τον κόσμο, φέτος όμως δεν είναι όλα τα μέρη προσιτά όπως συνήθως», υπονοώντας προφανώς ότι στο Παλαμήδι ήταν φυλακισμένος ο Θ. Κολοκοτρώνης.
β) Μια δεύτερη επιστολή αναφέρεται σε επισκεψή της στο Παλαμήδι δύο μήνες αργότερα, με ημερομηνία 14 Φεβρουαρίου του 1835, με σημαντικές λεπτομέρειες για τους Ελληνες, τον Σταϊκόπουλο αλλά και τον Θ. Κολοκοτρώνη: «Στο στρατιώτη που μας ξενάγησε (στο Παλαμήδι) είχαν πει: Να τους πας παντού, όχι όμως εκεί που κάθεται ο Γέρος. Ο Γέρος είναι ο Κολοκοτρώνης, κάθεται σ' ένα σπιτάκι στη μέση μιας αυλής, η οποία περιβάλλεται από ψηλούς ψηλούς τοίχους, τα κανόνια στις πολεμίστρες εδώ είναι γεμάτα. Από παντού έχεις την πιο ωραία θέα προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά, την πεδιάδα κ.λπ. Δηλαδή βρίσκεσαι στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου».
Είναι αξιοσημείωτο ότι η Μπεττίνα φον Σαβινιύ δεν κάνει κανένα σχόλιο για τον Κολοκοτρώνη, της οποίας ο άνδρας Κ. Σχινάς, ως υπουργός Δικαιοσύνης της Αντιβασιλείας, ψήφισε την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα. Στη συνέχεια η Μπεττίνα φον Σαβινιύ, επισκεπτόμενη άλλο χώρο, τον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα αναφέρει: «Σε μια αυλή του φρουρίου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, την οποία δυστυχώς δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε, διότι ο κλειδοκράτορας 0δεν ήταν πάνω στο Παλαμήδι. Στις άλλες πλευρές της αυλής βρίσκονται φυλακές, που είναι αρκετά γεμάτες με στρατιώτες, Ελληνες και Γερμανούς. Μερικοί ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Πολλοί από τους φυλακισμένους περπάταγαν πέρα-δώθε στην αυλή».
Οι φυλακές του Αγίου Ανδρέα βρίσκονταν στις καμάρες του προμαχώνα, όπως και οι αντίστοιχες φυλακές στον προμαχώνα του Μιλτιάδη. οι οποίες κατεδαφίστηκαν στη δεκαετία του 1950 για την ανάπτυξη του κάστρου. Από τις παραπάνω μαρτυρίες γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας δεν ήταν φυλακισμένοι στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αλλά σε άλλον προμαχώνα.
Με βάση τη σημαντική αυτή πληροφορία, ύστερα από επίμονη έρευνα σε πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη μας, έγινε δυνατόν να ταυτίσουμε τη φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι.
Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι ο επισκέπτης μετά την είσοδό του στο Παλαμήδι συναντά τον προμαχώνα του Μιλτιάδη, ο οποίος την εποχή εκείνη, 1834-1835, είχε διαμορφωθεί ήδη σε φυλακή βαρυποινιτών, απ' όπου ο επισκέπτης εξωτερικά του προμαχώνα έχει ένα μοναδικό πανόραμα του αργολικού πεδίου και της θάλασσας, με τα μακρινά βουνά, και βρίσκεται στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου, όπως αναφέρει η Μπεττίνα φον Σαβινιύ, γίνεται φανερό ότι ο Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος στον προμαχώνα του Μιλτιάδη και όχι του Αγ. Ανδρέα, όπως πιστεύεται μέχρι σήμερα. Σε επίσκεψή μας στον προμαχώνα του Μιλτιάδη μεταξύ των φυλακών διαπιστώσαμε ότι όντως υπάρχει και μια μικρή, ξεχωριστή, παράγωνη, πλακόστρωτη μικρή αυλή διαστάσεων 4Χ3,90 μ., με ψηλούς τοίχους περιμετρικά. Στη νότια πλευρά της αυλής υπάρχει ένα μονόχωρο σπιτάκι-(φυλακή), εσωτερικών διαστάσεων περίπου 3,60Χ2,50 μ., με πόρτα διαστ. 2,50Χ0,90 μ. Το σωζόμενο ύψος του τοίχου είναι 2,50 μ. και έφερε μονόρριχτη στέγη, κυμαινόμενου ύψους 3,50-2,75 μ. Στην αυλή υπάρχει επίσης κτιστό πεζούλι για να κάθεται ο εκάστοτε φυλακισμένος, όταν βγαίνει στην αυλή.
Γίνεται φανερό από τα παραπάνω, σύμφωνα με την περιγραφή της Μπ. Σαβινιύ, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη ότι στις φυλακές του Μιλτιάδη δεν υπάρχει καμιά άλλη μικρή ξεχωριστή φυλακή, σπιτάκι με αυλή, ότι πρόκειται για τη φυλακή του αγωνιστή της Ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη και δεν υπάρχουν, από την πλευρά μας τουλάχιστον, περιθώρια αμφιβολιών.
Ο ταυτισμένος πλέον χώρος της φυλακής του Κολοκοτρώνη δημιουργεί έντονη συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση στον επισκέπτη και είναι καιρός να αποκατασταθεί η αλήθεια για τη φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι και να απομακρυνθούν οι πινακίδες που υποδεικνύουν, ανιστόρητα, ως φυλακή του Κολοκοτρώνη ένα βαθύ θεοσκότεινο μπουντρούμι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, δημιούργημα λαϊκής φαντασίας.
Είναι ευχής έργον το υπουργείο Πολιτισμού με τις αρμόδιες υπηρεσίες να εκπονήσουν μελέτες και να συντηρηθούν, στη συνέχεια, η φυλακή του Κολοκοτρώνη και όλες οι φυλακές των βαρυποινιτών, που διατηρούνται σε σχετικά καλή κατάσταση, αλλά ο προμαχώνας του Μιλτιάδη στην πλίνθινη ανώτερη ανωδομή του χρήζει άμεσης επέμβασης, πριν καταρρεύσει.
Τα σωζόμενα κτήρια των φυλακών του Μιλτιάδη συνδέονται άναμεσα με την ιστορία του νεοελληνικού κράτους, αλλά και το Παλαμήδι, το φρούριο της Ελευθερίας της πατρίδας μας, με τη μεγάλη επισκεψιμότητα, παρουσιάζει έντονες φθορές από τον χρόνο και τους επισκέπτες και χρήζει της άμεσης και συνεχούς προστασίας της Ελληνικής Πολιτείας.
Αλλά στο Παλαμήδι δεν χτυπάει μόνον ακόμα η καρδιά του Κολοκοτρώνη μέσα από τη φυλακή του. Ο θρύλος για τα 999 σκαλιά του Παλαμηδιού συνδέεται με τον Θ. Κολοκοτρώνη. Σύμφωνα με την προφορική λαϊκή παράδοση το χιλιοστό σκαλοπάτι το έσπασε το άλογο του Κολοκοτρώνη, του προστάτη «άγιου» και ελευθερωτή των Ελλήνων, καβάλα στο άλογό του, όπως ο ο Αϊ- Γιώργης, ο οποίος σύμφωνα με τη δημοτική ποίηση για τους Κολοκοτρωναίους: «Καβάλα πάει στην εκκλησιά - καβάλα προσκυνάει - καβάλα παίρνει αντίδωρο απ' του παπά το χέρι».
Στο Ναύπλιο ο απροσκύνητος πρωτεργάτης της Ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνης είναι και σήμερα παρών μέσα από την ιστορία και τον θρύλο, όπως αποθεώθηκε η ηγετική μορφή του στον ανδριάντα του, κάτω από το Παλαμήδι, καβάλα στο άλογό του, που καλπάζει, ποδοπατάει τα τούρκικα λάβαρα, και με το δεξί του χέρι δείχνει τον δρόμο της Ελευθερίας που πρέπει να βαδίσει το ελεύθερο Ελληνικό Εθνος και αποκτήθηκε με αγώνες και θυσίες των αγωνιστών του 1821, αξεπέραστο διαχρονικό ιστορικό πρότυπο της ελεύθερης πατρίδας, προς μίμηση χωρίς περικοπές, στρογγυλοποιήσεις και «συνωστισμούς».
ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΚΕΣ - Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ, σελ. 161 - 168
Δείτε επίσης:
Ο βίος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη μέχρι τα χρόνια της Απελευθέρωσης
