Το όνομα της Κυνίσκας ηχεί παιδικό παρωνύμιο, καθώς σημαίνει μικρά σκύλα. Ένας πρόγονός της είχε το αντίστοιχο αρσενικό παρωνύμιο, Κυνίσκος. Είναι πολύ πιθανό το παρωνύμιο αυτό να σχετίζεται με ένα συγκεκριμένο είδος λαγωνικών που εκτρέφονταν στη Σπάρτη. Τα θηλυκά κυνηγόσκυλα αυτού του ειδους φημίζοντον για την ικανότητά τους να εντοπίζουν μέσω της όσφρησής τους τα θηράματα, και κυρίως τους αγριόχοιρους. Αν, όπως είναι το πιθανότερο, η Κυνίσκα ήταν πράγματι αδελφή του Αγησίλαου και κόρη του Αρχίδαμου και της Ευπωλείας, τότε θα πρέπει να γεννήθηκε το 440 π.Χ. περίπου. Θα πρέπει επομένως να ήταν σαράντα ετών όταν έγινε η πρώτη γυναίκα που κέρδισε στους Ολυμπιακούς αγώνες, έναν άθλο τον οποίο επανέλαβε στην αμέσως επόμενη Ολυμπιάδα του 392 π.Χ.
H Κυνίσκα δεν ήταν λοιπόν μια απλή Σπαρτιάτισσα αλλά μια πριγκίπισσα. Όπως έχουμε ηδη αναφέρει, η σύναψη ενός γάμου στη Σπάρτη μπορούσε να είναι, ακόμα και υπό κανονικές συνθήκες, μια αρκετά περίπλοκη υπόθεση. Στην περίπτωση των μελών των δύο βασιλικών οίκων, η σύναψη ενός γάμου ήταν πάντα ένα πολύπλοκο ζήτημα, καθώς έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη οικονομικές και πολιτικές παράμετροι. O μαθητής του Αριστοτέλη Θεόφραστος αναφέρει - και o Πλούταρχος παραθέτει το σχετικό χωρίο - ότι οι έφοροι ήθελαν να τιμωρήσουν τον Αρχίδαμο επειδή είχε παντρευτεί μια πολύ βραχύσωμη γυναίκα. Φαίνεται ότι οι Σπαρτιάτισσες ήταν ασυνήθιστα ψηλές σε σχέση με τις υπόλοιπες Ελληνίδες, ίσως επειδή η διατροφή τους ήταν σχετικά καλή. Είναι λοιπόν πιθανό ότι η Ευπωλεία, η δεύτερη σύζυγος του Αρχίδαμου, είχε άλλα θέλγητρα χάρη στα οποία προσέλκυσε το ενδιαφέρον του.
Η σχετική ισότητα που υπήρχε στη Σπάρτη ανάμεσα στους ενήλικες άντρες και γυναίκες προετοιμαζόταν και ενισχυόταν με ένα σύστημα σωματικής άσκησης των κοριτσιών, που ήταν ανάλογο με το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης των αγοριών. Σύμφωνα μάλιστα με μερικές ενδείξεις, υπήρχε και για τα κορίτσια ένα σύστημα διαπαιδαγώγησης μέσω παιδεραστικών σχέσεων, αντίστοιχο με εκείνο που αποτελούσε ένα συστατικό στοιχείο της εκπαίδευσης των αγοριών όταν έφταναν στην εφηβεία. H Κυνίσκα είχε πιθανότατα γαλουχηθεί με βάση αιπό το σύστημα, όπως ακριβώς o αδελφός της Αγησίλαος είχε ανατραφεί στα πλαίσια του συστήματος της αγωγής. Μερικά ορειχάλκινα ειδώλια. που έχουν κατασκευαστεί οτη Σπάρτη και αναπαριστούν κορίτσια στην εφηβική ηλικία ή νεαρές γυναίκες να αθλούνται, καταδεικνύουν τη σημασία αυτού του μοναδικού σε όλη την Ελλάδα κοινωνικού φαινομένου. Ωστόσο, η σωματική άοκηοη των γυναικών προκαλούσε μάλλον την καταπληξη παρά το θαυμασμό των υπόλοιπων Ελλήνων, που αποκαλούσαν προσβλητικά τις Σπαρτιάτιοσες «φαινομηρίδες», επειδή φορούσαν αποκαλυπτικούς κοντούς χιτώνες, και θεωρούσαν ότι όλες οι γυναίκες και τα κορίτσια της Σπάρτης ήταν πόρνες.
Σκοπός του συστήματος της αγωγής ήταν να προετοιμάσει τους εφήβους ώστε να γίνουν πολίτες-πολεμιστές, οι οποίοι θα ήταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να πολεμήσουν όχι μόνο εναντίον των εξωτερικών εχθρών της Σπάρτης, αλλά και εναντίον του εσωτερικού εχθρού (των ειλώτων). Ωστόσο, η ζωή ενός Σπαρτιάτη πολίτη δεν ήταν μόνο ο πόλεμος ή η εξάσκηση για τον πόλεμο. Η θρησκεία είχε τεράστια σημασία για τους Σπαρτιάτες και ο χορός ήταν ένας χρήσιμος τρόπος για γα τιμώνται οι θεοί αλλά και για να ενισχύεται η κοινή ρυθμική κίνηση και η συνοχή, που ήταν αναγκαίες στις εκ παρατάξεως μάχες ανάμεσα στις οπλιτικές φάλαγγες. Όσο για τα κορίτσια, δε χόρευαν μόνο οτις θρησκευτικές γιορτές που τελούνταν στη Σπάρτη. και σε αυτές που διοργανώνονταν σε κοντινές πόλεις. Για παράδειγμα, στη διάρκεια των Υακινθίων, τα οποία τελούνταν προς τιμήν του Απόλλωνα στις Αμύκλες, που βρίσκονταν μερικά χιλιόμετρα νότια της Σπάρτης, κορίτσια και γυναίκες από τη Σπάρτη πήγαιναν εκεί με άμαξες. Ο Ξενοφώντας αναφέρει σε ένα απόσπασμα της βιογραφίας του Αγησίλαου ότι ακόμα και οι κόρες του βασιλιά ταξίδευαν με μια κοινή δημόσια άμαξα όπως και τα υπόλοιπα κοράσια. Εύλογα λοιπόν μπορούμε να εικάσουμε ότι και ο Αγησίλαος δεν επέτρεπε να τυγχάνει ιδιαίτερης μεταχείρισης η Κυνίσκα.
Μια άλλη μορφή θρησκευτικής γιορτής που προσέλκυε το ενδιαφέρον των Σπαρτιατών εξαιτίας του ανταγωνιστικού και πολεμικού πνεύματός τους ήταν οι αθλητικοί αγώνες. Οι πρώτοι πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες που θεσπίστηκαν ήταν οι Ολυμπιακοί αγώνες, οι οποίοι σύμφωνα με την παράδοση διοργανώθηκαν για πρώτη φορά το 776 π.Χ. O όρος "αγώνες" είναι μάλλον μεγαλεπήβολος για την πρώιμη φάση των Ολυμπιακών αγώνων, καθώς αρχικά περιλάμβαναν ένα μόνο αγώνισμα, το οποίο αντιστοιχεί με το σημερινό αγώνα δρόμου των διακοσίων μέτρων. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, προστέθηκαν και αγωνίσματα, ενώ οι διαγωνιζόμενοι χωρίστηκαν οε δυο κατηγορίες: στους άντρες και στους εφήβους. Έτσι, όταν το 472 π.X. τη γενική επίβλεψη των αγώνων ανέλαβε η πόλη της Ήλιδας, οι αγώνες διαρκούσαν πλέον πέντε ημέρες.
O ανταγωνισμός για τη νίκη στους Ολυμπιακούς ήταν πολύ έντονος, όμως το έπαθλο ήταν πάντα ένα καθαρά συμβολικό στεφάνι ελιάς. Η νίκη στους Ολυμπιακούς αγώνες θεωρούνταν αυτή καθαυτή ως επαρκής ανταμοιβή, καθώς απέφερε το πιο πολύτιμο αντάλλαγμα, την αιώνια φήμη. Οι Έλληνες δεν παρέβλεπαν την αρχική θρησκευτική διάσταση των αγώνων. Έτσι, το κεντρικό συμβάν της γιορτής ήταν μια κοινή πομπή όλων όσων συμμετείχαν και η τέλεση θυσιών προς τιμήν του Δία, του σπουδαιότερου από τους θεούς του Ολύμπου. Ωστόσο, τα αγωνίσματα δε διεξάγονταν πάντα μέσα σε θρησκευτική ατμόσφαιρα ευσέβειας. Πράγματι, το πνεύμα του ανταγωνισμού ήταν τόσο έντονο, ώστε οι αγώνες έμοιαζαν με παραστρατιωτικά γυμνάσια. Ένας από τους λόγους ήταν ότι ο αθλητισμός, όπως και πολλές άλλες θεμελιώδεις πτυχές της ελληνικής κουλτούρας, θεωρούνταν αποκλειστικά αντρική δραστηριότητα. Τόσο ανδροκρατούμενοι ήταν οι Ολυμπιακοί αγώνες, ώστε δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες (με εξαίρεση ίσως τις ιέρειες) ούτε καν να παρακολουθούν τους άντρες να διαγωνίζονται.
Ωστόσο, εκτός από τα αγωνίσματα του στίβου και τα αθλήματα που περιλαμβάνουν σωματική επαφή (πάλη, πυγμαχία), τα οποία διεξάγονταν μέσα ή κοντά στο κύριο στάδιο της Ολυμπίας, διεξάγονταν επίσης ιππικοί αγώνες οε έναν ξεχωριστό ιππόδρομο. Μόνο σε αυτά τα αγωνίσματα μπορούσαν να συμμετάσχουν οι γυναίκες - αν και μέσω άλλον: όχι δηλαδή ως αναβάτες ή ηνίοχοι (που ήταν πάντα άντρες ή έφηβοι), αλλά ως ιδιοκτήτριες των αρμάτων και των αλόγων. Tο 396 π.Χ. Η Κυνίσκα συμμετείχε στο αγώνισμα του τεθρίππου και κέρδισε, κάτι που επανέλαβε και το 392 π.Χ.
Διαθέτουμε αρκετές ηληροφορίες γι' αυτές τις δύο διαδοχικές νίκες της, επειδή προσέλκυσαν την προσοχή και τροφοδότησαν τη φαντασία του περιηγητή Παυσανία, ενός Έλληνα από τη Μικρά Ασία ο οποίος επισκέφτηκε την Ολυμπία στα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα. Τότε, αλλά και σήμερα, μπορεί κάποιος νο διαβάσει το ακόλουθο επίγραμμα στη βάση του μνημείου που ανέγειρε η Κυνίσκα:
Της Σπάρτης πατεράδες μου κι αδέρφια βασιλιάδες και μ' άρμα ίππων γοργοπόδαρων νικώντας η Κυνίσκα αυτό δα αφιέρωσα άγαλμα. Κι απ' τις γυναίκες μόνη εγώ λέγω όλης της Ελλάδας τούτο το στεφάνι.
H χρησιμοποίηση του πρώτου προσώπου δείχνει ότι η Κυνίσκα δεν είχε ενδοιασμούς να αυτοπροβληθεί. Ωστόσο, διαθέτουμε μια ακόμα πηγή για τπν Κυνίσκα, τη βιογραφία του αδελφού της από τον Ξενοφώντα, την οποία αναμφίβολα είχε εγκρίνει o Αγησίλαος και ήταν ένα προπαγανδιστικό έργο που θα δημοσιευόταν μετά το θάνατό του (το 359 π.Χ). Σε αυτό το έργο πληροφορούμαστε ότι η ιδέα να αναθρέψει άλογα και να συμμετάσχει με αυτά στους Ολυμπιακούς αγώνες δεν ήταν της Κυνίσκας αλλά του Αγησίλαου, ο οποίος ήθελε να αποδείξει ότι οι νίκες που επιτυγχάνονταν με αυτό τον τρόπο οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στον πλούτο, σε αντίθεση με τις νίκες σε άλλα αγωνίσματα και πεδία (και προπάντων στο πεδίο της μάχης), όπου ο καθοριστικός παράγοντας ήταν η αντρική αρετή. Ποιος άντρας, εξυπακούεται, θα ήθελε να κερδίσει ένα έπαθλο που μπορούσε να το κερδίσει και μια γυναίκα;
Παρόλο που είναι ευνόητο ότι ο Αγησίλαος και ο εγκωμιαστής του ήθελαν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι η Κυνίσκα έκανε αυτό που ήθελε χωρίς να της έχει δοθεί επίσημη έγκριση, οφείλουμε να εξετάσουμε για ποιους λόγους ο Αγησιλαος ήθελε να μειώσει με αυτό τον τρόπο το πρωτοποριακό επίτευγμα της αδελφής του και την πανελλήνια δόξα που το συνόδευε. Πιθανότατα, επενέργηοαν πολλοί παράγοντες και κίνητρα. Σε ένα πρώτο επίπεδο, ίσως ο Αγησίλαος να επιδίωκε να αναζωπυρώσει την προσήλωση της σπαρτιατικής κοινωνίας στο συλλογικό πολεμικό ήθος, η οποία είχε ενδεχομένως εξασθενήσει εξαιτίας της δελεαστικής ατομικής δόξας που μπορουσε να αποκτήσει κάποιος απο μια νίκη στα πολυδάπανα ολυμπιακά αγωνίσματα. οι επιτυχίες των Σπαρτιατών στους αγώνες αρμάτων που γίνονταν στους Ολυμπιακούς αγώνες και σε άλλους πανελλήνιους αγώνες τον 5ο π.X. αιώνα ήταν όντως αξιοσημείωτοι και o Ξενοφώντας αναφέρει ότι o Αγησίλαος είχε επισημάνει ότι, ενώ η Κυνίοκα εξέτρεφε άλογα ιπποδρομιών, ο ίδιος εξέτρεφε πολεμικά άλογα. Σε ένα άλλο επίπεδο, ίσως ο Αγησίλαος να επιδίωκε να μειώσει την Κυνίσκα επειδή άταν γυναίκα, καθώς ο Αριστοτέλης θα έγραφε αργότερα γι' αυτά την περίοδο της σπαρτιατικής ιστορίας ότι "οι γυναίκες είχαν μεγάλη ελευθερία". Αν αυτή η εξήγηση είναι όντως βάσιμη, τότε δεν είναι σύμπτωση ότι μερικά χρόνια αργότερα o Αγησίλαος θεώρησε αναγκαίο να διατάξει την εκτέλεση δύο Σπαρτιατισσών αριστοκρατικής καταγωγής, της μητέρας και της θείας ενός αξιωματικού που έπεσε σε δυσμένεια.
Πάντως η Κυνίσκα δικαιώθηκε τελικά. Μετά το θάνατό της, ως συμπλήρωμα στο μνημείο της στην Ολυμπία προστέθηκε και ένα ηρώο το οποίο ανεγέρθηκε προς τιμήν της στη Σπάρτη και στο οποίο πραγματοποιούνταν θρησκευτικές τελετές. Είναι αλήθεια ότι μετά το θάνατό τους παρόμοιες τιμές αποδίδονταν οε όλους τους βασιλιάδες της Σπάρτης, η Κυνίσκα όμως είναι η μοναδική Σπαρτιάτισσα που σύμφωνα με τις γραπτές μαρτυρίες τιμήθηκε με αυτό τον τόσο αξιοζήλευτο τρόπο.
Πηγή: Πολ Κάρτλεντζ, ΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ, εκδ. Λιβάνη
Δείτε επίσης: