ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Ο Νίκος Ζαχαριάδης είχε γεννηθεί στις 27 Απριλίου 1903 στην Αδριανούπολη της Θράκης. Ο πατέρας του λεγόταν Παναγιώτης Ζαχαριάδης και καταγόταν από τη Ρούμελη. Ήταν απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής, πολύγλωσσος, πολυμαθής και είχε γίνει εμπειρογνώμονας αγοράς καπνών στη γαλλοτουρκική καπνεμπορική εταιρία «Ρεζί Οτομάν», έχοντας ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του από καπνεργάτης.
![]() |
| Πορτρέτα του Νίκου Ζαχαριάδη που είχε στη διάθεσή της η Ασφάλεια. Κάτω δεξιά, η μητέρα του Ερατώ |
Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα, η οικογένεια είχε μετακομίσει πολλές φορές σε διάφορες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας, γι' αυτό και τα παιδιά είχαν γεννηθεί σε διαφορετικές πόλεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι o Νίκος Ζαχαριάδης πρωτοπήγε σχολείο στα Σκόπια, ενώ φοίτησε στο επτατάξιο δημοτικό σχολείο της μακρινής Νικομήδειας και για ένα χρόνο στο γυμνάσιο της Αδριανούπολης, όπου είχε ξαναμετατεθεί ο πατέρας του.
Σύμφωνα με τον φίλο και συνεργάτη του, αλλά μετέπειτα θανάσιμο αντίπαλό του, Κώστα Καραγιώργη, που είχε συντάξει μια διθυραμβική βιογραφία του στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» (1.11.1946, σελ. 607), στη Νικομήδεια ήταν που για πρώτη φορά γνώρισε τον σοσιαλισμό, τη ρώσικη επανάσταση και τον Λένιν. Σ' αυτά τον εισήγαγε ένας Κύπριος φίλος του στη Νικομήδεια, κατά αρκετά χρόνια μεγαλύτερός του, o Ευριπίδης Αναστασιάδης, που υπηρετούσε ως διερμηνέας στον αγγλικό στρατό. Τότε ταρακουνήθηκε για πρώτη φορά, τόσο πολύ μάλιστα, ώστε εγκατέλειψε την ομάδα Ελλήνων προσκόπων της Νικομήδειας όπου ήταν αρχηγός. Ωστόσο η πληροφορία αυτή χρησίμευσε αργότερα στον Μάρκο Βαφειάδη για να διατυπώσει κατηγορίες ότι ο Ελληνοκύπριος εκείνος ήταν που ενέταξε τον Ζαχαριάδη στην Ιντέλιτζενς Σέρβις.
Η οικογένεια Ζαχαριάδη το 1919 ζούσε στη Νικομήδεια, λοιπόν, όταν ο Νίκος εμπνευσμένος από το πνεύμα των Μπολσεβίκων, που του είχε ενσταλάξει ο Κύπριος διερμηνέας, αποφάσισε να εγκαταλείψει το σπίτι και την οικογένειά του. Αρχικά η πρόθεσή του ήταν να καταταγεί εθελοντής στον ελληνικό στρατό, που τότε - με εντολή των Συμμάχων - κατελάμβανε την Ιωνία, ώστε να μπορέσει να διαδώσει τις μαρξιστικές ιδέες στους στρατιώτες. Εφοδιασμένος με λίγα χρήματα, πήγε στη μεγαλούπολη, την Κωνσταντινούπολη, αναζητώντας την περιπέτεια και προσδοκώντας από εκεί να κατορθώσει να φτάσει στη νεοπαγή Σοβιετική Ένωση, πρόθυμος για να προσφέρει και ο ίδιος τον εαυτό του. Σε μια εποχή τόσο ρευστή, όσο εκείνη στην ηττημένη Τουρκία τότε, ο μόλις δεκαεξάχρονος Νίκος Ζαχαριάδης έκανε πράξη την έμπνευσή του και αποφάσιζε να εγκαταλείψει την ήρεμη και «καθωσπρέπει» οικογενειακή ζωή για να γνωρίσει από πρώτο χέρι τις επαναστατικές ιδέες.
Ωστόσο, η πορεία του δεν ήταν εύκολη στα πρώτα εκείνα χρόνια. Στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρέθηκε από τη Νικομήδεια, χρειάστηκε για να επιβιώσει να κάνει διάφορες πρόχειρες δουλειές. Άλλοτε εργαζόταν σαν βοηθός ενός μπακάλη, άλλοτε σαν φορτοεκφορτωτής και στο τέλος σαν βοηθός ενός σαράφη. Τα κατάφερνε πολύ δύσκολα σε μια μεγάλη πολιτεία, που βρισκόταν υπό συμμαχική κατοχή.
Εκεί συνδέθηκε με άλλους Έλληνες νεαρούς αναρχοκομμουνιστές, όπως οι Λαύρας, Βογιατζής, Λέανδρος Κρητικός και Σεραφείμ Μάξιμος. Ανάμεσα στις άλλες δουλειές που έπρεπε να κάνει για να τα βγάζει πέρα, εργαζόταν και ως ναυτεργάτης σε διάφορα ρυμουλκά. Η ομάδα των νεαρών κομμουνιστών είχε συνδεθεί με στελέχη της τοπικής «Τσέκα», τα οποία τους ανέθεσαν να υπεξαιρέσουν εμπιστευτικά έγγραφα από το σπίτι ενός Ρώσου στρατηγού Χαράζωφ, που με τον Βράγκελ είχε πολεμήσει κατά των μπολσεβίκων και τώρα ήταν εξόριστος και είχε βρει άσυλο εκεί. Τη «δουλειά» ανέλαβε ο πρόθυμος Νίκος Ζαχαριάδης και μαζί με τα έγγραφα έκλεψε και τιμαλφή μεγάλης αξίας. Ο Ρώσος εξόριστος κατήγγειλε την κλοπή στην τουρκική αστυνομία, που άρχισε να κάνει έρευνες και ανακρίσεις, οπότε για μεγαλύτερη ασφάλειά του ο Ζαχαριάδης φυγαδεύθηκε με πλοίο στη Σοβιετική Ένωση και αποβιβάσθηκε στο λιμάνι της Θεοδόσιας.
Εκεί έπιασε δουλειά ως ναυτεργάτης και λιμενεργάτης, αλλά στην πραγματικότητα του είχε ανατεθεί να παρακολουθεί τις κινήσεις των Ελλήνων προσφύγων που επεδίωκαν να διαφύγουν από τη Σοβιετική Ένωση. Τον Απρίλιο του 1924, ύστερα από υπόδειξη της Ελληνικής Κομμουνιστικής Οργάνωσης του Ροστόβ, αποφασίστηκε ο Ζαχαριάδης να φύγει για την Ελλάδα. Και πράγματι, επιβιβάσθηκε σε σοβιετικό πλοίο που τον οδήγησε στον Πειραιά. Ήδη ήταν μέλος του Κ.Κ. της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ το 1923 έγινε και μέλος του Κ.Κ. Τουρκίας.
Το 1924 είναι μια ακόμη χρονιά κομβική για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Στις 25 Μαρτίου του χρόνου εκείνου ανακηρύσσεται πανηγυρικά η πρώτη Ελληνική Δημοκρατία, ενώ o βενιζελισμός που πολιτικά επικρατεί απογαλακτίζεται από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, o οποίος για μια ακόμη φορά εγκαταλείπει την ελληνική πολιτική. Είναι πολλές οι πολιτικές ανακατατάξεις που συντελούνται, καθώς επιχειρείται να διαγραφεί μια πορεία βενιζελική μεν, αλλά χωρίς τον Βενιζέλο και κυρίως χωρίς τους δυναμικούς συνταγματάρχες που από τον Σεπτέμβριο 1922 είχαν ανέλθει στην εξουσία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από την εποχή του 1920 πολλά έχουν αλλάξει. Η αντιβενιζελική παντοδυναμία στις μοιραίες εκλογές εκείνης της χρονιάς έχει μεταβληθεί, όπως και οι ψήφοι των κομμουνιστών. Από εκατό χιλιάδες που είχαν συγκεντρώσει οι κομμουνιστές υποψήφιοι, στις εκλογές του Δεκεμβρίου 1923 περιορίστηκαν στις 18.000 ψήφους. Το ότι στην Ελλάδα βρίσκονταν πλέον και οι πρόσφυγες της Καταστροφής δεν ήταν στοιχείο θετικό για να βελτιωθεί η δύναμη του ούτως ή άλλως νεότευκτου ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Οι πρόσφυγες αισθάνονταν προδομένοι - και ανάμεσα σ' εκείνους που μέμφονταν ως υπαίτιους περιλαμβανόταν και η Σοβιετική Ένωση, η οποία είχε πολλαπλώς βοηθήσει τους Τούρκους του Κεμάλ.
ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Η ίδια η Σοβιετική Ένωση ενδιαφερόταν τώρα να εξισορροπήσει τις σχέσεις με την Ελλάδα, σε μια εποχή που δεν υπήρχε καν διπλωματική εκπροσώπηση. Μέσω του ΚΚΕ υποβλήθηκε τον Ιανουάριο 1924 μια πρόταση προς την ελληνική κυβέρνηση για αποκατάσταση των εμπορικών και διπλωματικών σχέσεων Ελλάδος - ΕΣΣΔ. Στο έγγραφο γίνεται ειδική προσπάθεια για την πώληση καλού και φθηνού σίτου στην Ελλάδα, ενώ αφήνεται και μια έμμεση απειλή για την τύχη των Ελλήνων που ζουν στη Ρωσία, αν δεν αποκατασταθούν οι ελληνορωσικές σχέσεις.
Ταυτόχρονα φθάνει στην Ελλάδα μια σειρά νεαρών στελεχών, παθιασμένων μπολσεβίκων: Σεραφείμ Μάξιμος, Νίκος Νικολαΐδης, Κώστας Σκλάβος, Ιωακείμ Τσατσάκος, Πέτρος Ρούσος, Νίκος Ζαχαριάδης, Λέανδρος Κρητικός, Σμαρώ Κρητικού, Στέλλα Κοσμίδου και άλλοι. Όχι απλώς ήταν φανατισμένα και αποφασισμένα στελέχη, αλλά έρχονταν στην Ελλάδα με εντολή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και προορίζονταν για να αναλάβουν ηγετικές θέσεις. Είναι το νέο αίμα που φθάνει καθοδηγημένο από τη «μεγάλη πατρίδα» για να συμβάλει στην ανασύνταξη και στο ξεκαθάρισμα του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Εκεί μόλις έχει πεθάνει ο Λένιν και οι ζυμώσεις εξακολουθούν για τη διαδοχή του.
Όταν ήλθε στην Ελλάδα ο νεαρός Νίκος Ζαχαριάδης, με εντολή της ηγεσίας τον υποδέχθηκε ο Τάσος Χατζηαναστασίου, ο οποίος περιγράφει:
«Ήταν Ιούλιος του 1924, Κυριακή απόγευμα, που o τότε γραμματεύς της K.E. του ΚΚΕ Θωμάς Αποστολίδης - ένας Τίμιος αγωνιστής που δεν έγινε ποτέ όργανο της Μόσχας - μ' εκάλεσε ένα μυστικό σπίτι του Κόμματος, στην οδό Παλαμηδίου και μου είπε:
- Θέλω να σου αναθέσω μια επικίνδυνη αποστολή. Νομίζω, πως είσαι o μοναδικός "νεολαίος" που μπορείς να την φέρεις σε πέρας.
- N' ακούσω, σύντροφε Αποστολίδη, ψιθύρισα.
O μακαρίτης Αποστολίδης, μόλις ακουόμενος, άρχισε να λέει:
- Μόλις σουρουπώσει, θα κατέβεις στον Πειραιά. Μπροστά στο τελωνείο, θα σε περιμένει ένας βαρκάρης που το "παρατσούκλι" του είναι "Ριζοσπάστης". Το πραγματικό του όνομα είναι Μήτσος Δημητρόπουλος. M' αυτόν, θα προσπαθήσεντε να πλησιάσετε το σοβιετικό πλοίο "Τσιτσέριν". Απ' το πλοίο αυτό θα παραλάβεις έναν νέο σαν κι εσένα και θα τον φέρεις στην Αθήνα. Φρόντισε να του βρεις ρούχα, παπούτσια και μέρος να κοιμηθεί. Έρχεται απ' την Μόσχα!
Την εποχή εκείνη, τα σοβιετικά, όπως και όλα τα ξένα πλοία επετηρούντο από ένα ναύτη του Λιμεναρχείου, o οποίος κατά κανόνα εστέκετο στην κλίμακα του πλοίου, κουβεντιάζοντας με άνδρες του πληρώματος. Έτσι, η λαθραία αποβίβαση επιβατών ήταν εύκολη. Για καλό και για κακό, o Θωμάς Αποστολίδης με είχε εφοδιάσει μ' ένα σημαντικό χρηματικό ποσόν, ώστε αν η αποβίβαση "εμπερδεύετο", να είμαι εις θέσιν να δωροδοκήσω τον ναύτη του Λιμεναρχείου...
Είχε ήδη νυχτώσει, όταν βρέθηκα στη βάρκα του Δημητρόπουλου. Ο πονηρός βαρκάρης άρχισε να "φέρνει βόλτα" το "Τσιτσέριν" από το μέρος που δεν έβλεπε ο ναύτης του Λιμεναρχείου. Είχαν περάσει είκοσι λεπτά της ώρας, όταν ξαφνικά ακούστηκε από το πλοίο ένα σιγανό σφύριγμα. Πλησιάσαμε στο πλοίο και είδα μια γυναίκα που φορούσε στολή καπετάνιου να χειρονομεί.
Μα "έγνεφε" να πλευρίσουμε σε μια σχοινένια σκάλα, απ' όπου είδα να κατεβαίνει ένας "μούτσος" με μαύρο παντελόνι και "μπλε" μπλούζα, φορώντας ένα ναυτικό κασκέτο.
Ο άγνωστος πήδηξε στη βάρκα σαν βάτραχος, χωρίς να πει λέξη.
Όταν απομακρυνθήκαμε από το "Τσιτσέριν", ήταν κάπου εννιά και τέταρτο. Κανείς δεν είχε αντιληφθεί το "εγχείρημα". O Δημητρόπουλος άρχισε να τραβάει βιαστικά κουπί. Όταν φθάσαμε, λίγο πιο έξω απ' τα καρβουνιάρικα, είπα στον βαρκάρη:
- Εδώ μπάρμπα - Μήτσο άφησέ μας.
O άγνωστος και αμίλητος ώς εκείνη τη στιγμή λαθρεπιβάτης, με μια χοντρή και παράξενη φωνή με ρώτησε:
- Είναι σίγουρα εδώ;
Δεν του 'δωσα καμιά απάντηση, παρά μόνον όταν η βάρκα πλεύρισε στο μουράγιο, του είπα:
- Μπρος, πάμε...
Διασχίζοντας τους ερημικούς δρόμους του Πειραιώς για να πάμε προς τον σταθμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, ρώτησα τον άγνωστό μου νέο:
- Πώς θα σε λέμε;
Εκείνος με απότομο ύφος μουρμούρισε:
- Κόλλια.
- Τι λες βρε, του είπα, αυτό είναι ξένο όνομα, δεν συμφέρει...
- Τότε να με λες Νίκο, ψιθύρισε κάπως μειωμένος.
- Έχεις ξανάρθεις στην Ελλάδα; τον ρώτησα.
- Όχι, απάντησε ξερά.
Αμίλητοι φθάσαμε στο Μοναστηράκι.
Στο τραίνο μέσα, με τρόπο παρατηρούσα τον συνοδό μου. Ήταν ένας τύπος νέου, αδύνατου, με χοντρά κόκαλα. Πάνω απ' το δεξί του φρύδι, είχε ένα αρκετά ογκώδες "καρούμπαλο". Νευρικά κοίταζε δεξιά και αριστερά, σαν να μην τον χωρούσε ο τόπος...
Όταν βγήκαμε στην πλατεία Μοναστηρακίου και εβεβαιώθην ότι δεν παρακολουθούμεθα, τον ρώτησα:
- Πεινάς Νίκο;
Εκείνος, γελών και ξεροβήχοντας, απάντησε:
- Πεινάω και πολύ μάλιστα. Έχω να φάω απ' το πρωί. Ήμουνα βλέπεις από χθες τα μεσάνυχτα υπ' ατμόν. Δεν έβλεπα την ώρα, για να βγω στην στεριά. Σε περίμενα σαν Θεό!...
Τον οδήγησα στην αρχή της οδού Πατησίων, όπου τότε ήταν το εστιατόριο "o Συγγρός".
Στο εστιατόριο εκείνο, τότε, σύχναζε η "αφρόκρεμα" του Κομμουνισμού. O Ξύδης, ο Πουλιόπουλος, o Πηλιώτης, o Χαϊτάς, o Κολοζώφ, o Εφραιμίδης, o Λάβδας, o Βατικιώτης, o Θεοδώρου, o Μοναστηριώτης, o Κουτσομπός, o Φίτσος κ.ά.
Φυσικά για λόγους συνωμοτικούς, σε κανέναν από αυτούς δεν συνέστησα τον Νίκο. Καθήσαμε σ' ένα τραπέζι μόνοι. Όταν φύγαμε απ' το εστιατόριο, τοι' είπα:
- Τώρα, θα σε πάω να κοιμηθείς στα γραφεία ενός σωματείου. Αύριο θα σου φέρω ρούχα και παπούτσια για να βγάλεις τα ναυτικά και θα δούμε πώς θα σε τακτοποιήσω.
Τον επήγα στο Εργατικό Κέντρο, που στεγαζότανε στο παλιό Δημοτικό Θέατρο. Τον κλείδωσα στα γραφεία του σωματείου αρτεργατών. Το σωματείο αυτό δεν ήταν κομμουνιστικό και φυσικά δεν παρηκολουθείτο από τους χωροφύλακες του Ειδικού Αποσπάσματος Ασφαλείας.
Την επομένη, πρωί-πρωί, πήγα τον παρέλαβα, του αγόρασα παπούτσια, παντελόνι, σακάκι και δυο "αλλαξιές" και κατά το μεσημέρι, κατόπιν εντολής του μακαρίτη του Αποστολίδη, τον παρουσίασα στον Γενικό Γραμματέα της Ομοσπονδίας Παλαιών Πολεμιστών Ξύδη, που ήτο μια παντοδύναμη και μαχητική Οργάνωση τότε των κομμουνιστών. Ανεβαίνοντας τις σκάλες της Ομοσπονδίας, ο συνοδός μου έσκυψε και ψιθυριστά στο αυτί μού είπε:
- Λέγουμαι Ζαχαριάδης, έτσι θα με παρουσιάσεις στους συντρόφους...
Ο Ξύδης αδιάφορα και με ρώτησε:
- Ποιος είναι αυτός;
- Είναι ένας σύντροφος απ' την Καβάλα. Τον συνιστά ο σ. Αποστολίδης. Θέλει να του βρεις δουλειά!
Στο άκουσμα των λόγων μου, o Ξύδης έγινε έξω φρενών.
- Να πεις του σ. Αποστολίδη, φώναξε, πως η Ομοσπονδία Πολεμιστών, δεν είναι μεσιτικό γραφείο.
Και γυρίζοντας προς τον Ζαχαριάδη, είπε:
- Τι δουλειά μπορείς να κάνεις; Είσαι μέλος της Νεολαίας; Εκείνος ξεροκατάπιε και με ύφος θρασύτατο απάντησε:
- Αυτό δεν είναι δική σου υπόθεση. Αν μπορείς να με βολέψεις κάπου, έχει καλώς. T άλλα θα κανονισθούν από πάνω...
Την ίδια στιγμή στο γραφείο του Ξύδη, μπήκε o Πηλιώτης, ταμίας της Ο.Π.Π., που άκουσε την κουβέντα. Αποτεινόμενος σε μένα ο Πηλιώτης σιγά, μου είπε:
- Μπορεί να κάνει τον διεκπεραιωτή στην εφημερίδα «Π. Πολεμιστής». Είναι βαριά δουλειά. Θα πηγαίνει στου Παπαδόγιαννη το τυπογραφείο και θα κουβαλάει με καρότσι τα φύλλα, έως εδώ.
Ο Ζαχαριάδης που άκουσε την συνομιλία, πλησίασε λέγων:
- Μπορώ, μπορώ, ξεύρω την δουλειά. Με μόνη την συμφωνία να μου δώσετε λίγα λεφτά και να μ' αφήσετε να κοιμάμαι στα γραφεία της εφημερίδος μέχρι που να τακτοποιηθώ...
Ο Πηλιώτης σήκωσε τους ώμους του:
- Να κοιμάσαι στα γραφεία μπορείς, αλλά λεφτά...
- Καλά, διέκοψα, το οικονομικό θα το φροντίσω εγώ.
Η συμφωνία είχε κλεισθεί. Πήρα τον Ζαχαριάδη, τον επήγα στην οδό Ψαρρών, όπου το τυπογραφείο του Παπαδόγιαννη και τον συνέστησα στους ανθρώπους του τυπογραφείου, δείχνοντάς του και τους δρόμους. Το ίδιο βράδυ, o Ζαχαριάδης άρχισε το "κουβάλημα” των εφημερίδων με το καροτσάκι.
O Παπαδόγιαννης, που ήταν ένας πράος άνθρωπος, κοίταζε τον Ζαχαριάδη, με κλειστό μάτι.
- Πού στο διάβολο τον βρήκατε αυτόν; με ρώτησε. Αυτός είναι σατανάς. Θα μου διαλύσει το μαγαζί με την προπαγάνδα του. Δεν σταματάει το στόμα του. Πες του, να έχει λίγες κουβέντες με το προσωπικό του τυπογραφείου...
Τρεις ημέρες μετά τα γεγονότα εκείνα, με φώναξε πάλι ο Θωμάς Αποστολίδης και με ρώτησε:
- Τι έγινε o νεολαίος απ' την Ρωσία; Τον τακτοποίησες;
Είπα στον μακαρίτη Αποστολίδη τα διατρέξαντα και εκείνος προσέθεσε:
- Πήγαινε να τον γράψεις αθορύβως στη Νεολαία. Πρέπει να γίνει μέλος της ΟΚΝΕ.
Τα κεντρικά γραφεία της Κομμουνιστικής Νεολαίας Αθηνών ήταν στην οδό Ευριπίδου 14. Σκέφθηκα πως δεν έπρεπε να κάνει την εμφάνισή του o Ζαχαριάδης εκεί.
Απετάνθην τότε στον Στέλιο Σκλάβαινα, που ήταν κλητήρας του "Ριζοσπάστη" και συγχρόνως γραμματεύς της τοπικής Κομμουνιστικής Νεολαίας Κάτω Πετραλώνων.
- Πρέπει να γράψεις στο Παράρτημά σου ως μέλος έναν Νίκο Ζαχαριάδη. Είναι εντολή του γραμματέως του Κόμματος, είπα στον Σκλάβαινα.
Εκείνος με ρώτησε:
- Τι δουλειά κάνει; Είναι εργάτης ή διανοούμενος;
- Εργάτης, απάντησα.
- Καλά, είπε, φέρ' τον το βράδυ στα Πετράλωνα.
Πραγματικά ήταν Πέμπτη βράδυ που τον πήγα στα γραφεία της Κομμουνιστικής Νεολαίας και τον συνέστησα. Την επομένη Κυριακή, o Ζαχαριάδης έκανε την πρώτη δημοσία εμφάνισή του. Μίλησε στους "νεολαίους" των Πετραλώνων για την "ανάγκη της παράνομης δουλειάς" ...
Την Κυριακή, αφού ο Ζαχαριάδης έκανε την πρώτη δημοσία του εμφάνιση στην συνοικία της Αγίας Φωτεινής των Κάτω Πετραλώνων, ήλθε και με βρήκε στα γραφεία της Γεν. Συνομοσπονδίας, που ήταν τότε εγκατεστημένα μέσα στην στοά του συνδικάτου "Πρόοδος", επί της οδού Λυκούργου 10, εκεί που τώρα υψούται το Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Δημ. Υπαλλήλων.
Φαινόταν ευχαριστημένος και υπερήφανος. Η ομιλία του έκανε εντύπωση όχι μόνο στους "νεολαίους", αλλά και στους ενήλικους κομμουνιστές που την παρακολούθησαν. 'Ως την εποχή εκείνη, για να είσαι κομμουνιστής αρκούσε να φοράς μια κόκκινη "φλοτάν" γραβάτα, ή να έχεις ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο πέτο σου. Φυσικά, τα άκοπα μαλλιά σου ή η βρώμική σου εμφάνιση με σχισμένες κάλτσες ή ξηλωμένα παπούτσια, σου προσέδιδαν ακόμη περισσότερη κομμουνιστική αίγλη .
O Ζαχαριάδης στη διάλεξή του καυτηρίασε όλα αυτά, μίλησε "για παράνομη δράση", μα συγχρόνως τόνισε πως ένας κομμουνιστής "μιλιτάν", δεν πρέπει να είναι και... αλήτης.
Το "σούσουρο" για το ότι o ομιλητής "ήλθε απ' έξω" δεν απεφεύχθη. Όλοι κατάλαβαν πως o νεαρός "νεολαίος“ ήταν απεσταλμένος απ' τη Ρωσία. Κανείς όμως δεν τολμούσε να το πει στον διπλανό του.
Εν πάση περιπτώσει, ο Ζαχαριάδης μόλις με πλησίασε μου είπε:
- Ξέρεις, έμαθα πως η αδελφή μου συχνάζει στο Ζάππειο. Θέλω να με πας εκεί, να την ιδώ από μακριά...
- Έχεις αδελφή στην Αθήνα; ρώτησα έκπληκτος.
- Και μάνα και αδέλφια, μου είπε εκείνος μυστηριωδώς.
Και συνέχισε:
- Μα ξέρεις, δεν θέλω να μάθουν πως βρίσκουμαι στην Αθήνα. Αυτοί με νομίζουν χαμένο...
Ικανοποίησα την επιθυμία του και τον επήγα στο Ζάππειο.
Αφού μείναμε κάπου μια ώρα εκεί, ακούοντας μουσική, ξαφνικά μου είπε:
- Πάμε να φύγουμε!
- Είδες την αδελφή σου; ρώτησα.
- Μου φαίνεται ναι, είπε αόριστα. Δεν την θυμάμαι και τόσο καλά...
Δεν επέμεινα στην ερώτησή μου, γιατί φαντάστηκα πως μεταξύ του Ζαχαριάδη και των δικών του, εκρύπτετο κάποιο οικογενειακό δράμα, που δεν ήθελε να μου το φανερώσει».
Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο του Τάσου Χατζηαναστασίου είναι αποκαλυπτική για το πώς πρωτοήρθε στην Ελλάδα ο Νίκος Ζαχαριάδης και πώς συνδέθηκε αμέσως με το ΚΚΕ, το οποίο άλλωστε τον περίμενε. Φυσικά, κανείς δεν μπορούσε να φαντασθεί εκείνη την ώρα ότι αυτός ο παντελώς μέχρι στιγμής άγνωστος θα γινόταν μέσα σε λίγα χρόνια αρχηγός του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα.
Πηγή κειμένου: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΣ: Νίκος Ζαχαριάδης, Η άγνωστη ζωή κομμουνιστή ηγέτη.
