«Εμέ με λένε Θοδωρή, με λεν Κολοκοτρώνη, που 'χει τ' ασκέρι διαλεχτό και τους καπεταναίους...
Δημοτικό τραγούδι
Μια ξεχωριστή στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία εμφανιζεται στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας στο τέλος του 18ου αιώνα.: το όνομά του Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Από τους προεπαναστατικούς κιόλας χρόνους o Κολοκοτρώνης κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του, πολεμώντας ως Κλεφταρματολός εναντίον των Τούρκων, αναδεικνύεται δε σε κορυφαίο πρόσωπο κατά την περίοδο του Αγώνα για την Ανεξαρτησία αλλά και μεταγενέστερα, κατά τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους.
Για τις αρετές του, την ανδρεία και την τόλμη του, αλλά και τη σύνεση και τη σοφία του, o λαός τον τίμησε ονομάζοντάς τον «O Γέρος του Μοριά».
«Εγεννήθηκα εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέραν της Λαμπρής, εις ένα βουνό, εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», λέγει αρχίζοντας τα «Απομνημονεύματά» του, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
«Αδύνατη και μαυριδερή η όψη του», σημειώνει περιγράφοντας τον Γέρο του Μοριά o Γάλλος φιλέλληνας συνταγματάρχης Βουτιέ, «μάτια βαθουλά, ματιά σκληρή και δυνατή, μεγάλο μουστάκι μαύρο, γερακωτή μεγάλη μύτη, μαλλιά μακριά κυματιστά (τσαμπάς), μικρό κόκκινο φέσι στραβοφορεμένο. Τέλος, πρόσωπο που χτυπάει και ξαφνιζει και που του Κάκου θα γύρευε κανείς να βρει σ' έναν Ευρωπαίο το ταίρι του».
Προεπαναστατικά χρόνια - κλεφταρματολός
Μαρτυρίες για την παρουσία των Κολοκοτρωναίων στη Γορτυνία υπάρχουν ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα. Τότε μάλιστα χρονολογείται και η έναρξη του αγώνα τους κατά των Τούρκων κατακτητών, αγώνα που κορυφώθηκε τον 18ο αι. με τη δημιουργία των ένοπλων κλέφτικων σωμάτων στον Μοριά, στην οργάνωση των οποίων οι Κολοκοτρωναίοι πρωτοστάτησαν: «Από τα 1553 που εφάνησαν εις τα μέρη μας οι Τούρκοι, ποτέ δεν τους ανεγνώρισαν, αλλ' ήσαν εις αιώνιον πόλεμον», αναφέρει o ίδιος.
Στην αρχή η οικογένεια έφερε το επώνυμο Τζεργίνης και ήταν εγκατεστημένη στο Ρουπάκι, κοντά στο Λεοντάρι Αρκαδίας. Ο γιος του Δήμου Τζεργίνη - πολεμιστή που στο τελευταίο τέταρτο του 17ου αιώνα πολέμησε με τους Βενετούς εναντίον των Οθωμανών - εγκατέλειψε το πατρικό του επίθετο και πήρε το όνομα Μπότσικας, από το μαυριδερό του χρώμα και το μικρό του ανάστημα.
Κάποιος Αρβανίτης βλέποντας τον γιο του Μπότσικα, Γιάννη, τον αποκάλεσε - λόγω της ιδιόμορφης σωματικής του διάπλασης - Μπιθεκούρα, που στα αρβανίτικα σημαίνει «Κολοκοτρώνης». Εξελληνισμένο το παρωνύμιο αυτό περνά από τα μέσα του 18ου αι. και στους υπόλοιπους Τζεργίνηδες.
Ο πατέρας του Θεόδωρου, Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, φημισμένος κλέφτης, σκοτώνεται από τους Τούρκους το 1780, ενώ στην ίδια μάχη σκλαβώνονται τα δύο μικρά του αδέλφια. Το γεγονός αυτό επιδρά καθοριστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του μικρού τότε Θόδωρου. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο δεκάχρονος Θοδωρής καταφεύγει με μια αδερφή του και τη μητέρα τους στην Αλωνίσταινα της Μαντινείας και λίγο αργότερα ακολουθεί τον θείο του Αναγνώστη, στον Ακοβο της επαρχίας Μεγαλόπολης.
«Δεκαπέντε χρονών μ' έβαλαν αρματολόν εις την επαρχίαν του Λεονταριού...», σημειώνει ο ίδιος.
Είκοσι χρονών νυμφεύεται την κόρη ενός πρώτου προεστού του Λεονταριού, την Αικατερίνη Καρούτσου, και μαζί της αποκτά τρία αγόρια τον Πάνο, τον Ιωάννη - Γενναίο και τον Κωνσταντίνο - Κολίνο, καθώς και 3 θυγατέρες. Αναφερόμενος στην οικογενειακή του ζωή γράφει: «Έχτισα σπίτια, επήρα προικιό ελιαίς, αμπέλι, έγινα νοικοκύρης, εφύλαγα και το βιλαέτι. Εστεκόμαστε πάντοτε με το τουφέκι».
Οι Τούρκοι όμως «μας εφθόνησαν και ήθελαν να μας σκοτώσουν. Αφάνισαν όλα τα αγαθά μας και έδωκαν διαταγήν όπου ακουσθούμε να μας χαλάσουν. ...Εμεινα με δώδεκα Κολοκοτρωναίους, επήγαμεν εις την Μάνην, αφήκαμεν ταις φαμίλιαις μας και εγυρίσαμε και εσηκωθήκαμε φανερά, εσυνάξαμε στρατιώτας, εμείναμε δύο χρόνους κλέφταις. Από 36 πρωτοξαδέρφια μόνον 8 εγλίτωσαν, οι άλλοι εχάθηκαν όλοι. Δεν είναι διάσελο οπού δεν είναι θαμμένος Κολοκοτρώνης, χωριστά τα δευτεροξαδέρφια, θείοι και λοιποί φίλοι χαμένοι. Το κλέφτης ήτον καύχημα, η ευχή των πατέρων ενός παιδιού ήτον να γίνη κλέφτης», γράφει στα απομνημονεύματά του.
Την εποχή αυτή ακριβώς αρχιζει η πορεία του στα σώματα των κλεφτών της Αρκαδίας, μια πορεία που έμελλε να καθορίσει τη μετέπειτα ζωή του, για την οποία σημειώνει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του: «Αυτό το είδος της ζωής που εκάναμε, μας βοήθησε πολύ εις την Επανάσταση, διότι ηξεύραμεν τα κατατόπια, τους δρόμους, τους ανθρώπους, συνειθίσαμαν να καταφρονούμεν τους Τούρκους, να υποφέρωμεν την πείναν, την δίψαν, την κακοπάθειαν, την λέρα και καθεξής...».
Ο Μακρυγιάννης εύστοχα χαρακτηρίζει τους κλέφτες σαν «μαγιά της λευτεριάς», γιατί αυτοί ήταν οι πρώτοι που καθοδήγησαν τους κατοίκους της ελληνικής υπαίθρου, τους οργάνωσαν και τους προετοίμασαν για τον κλεφτοπόλεμο και τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις εναντίον των κατακτητών.
Είναι γνωστό ότι σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι καταδιωκόμενοι κατέφευγαν στα ελληνικά βουνά, ζητώντας καταφύγιο και προστασία από τις αυθαιρεσίες και τις υπερβάσεις της εξουσίας, τις ατιμώσεις, τις εκτελέσεις ή την κακή συμπεριφορά των συνεργατών του εχθρού. Αποτέλεσαν έτσι τα κλέφτικα σώματα τους πρώτους πυρήνες αντίστασης του ελληνικού λαού. Ορισμένοι από αυτούς έμπαιναν στην υπηρεσία της Πύλης και διοριζονταν αρματολοί, δηλαδή διώκτες των κλεφτών. Ομως ποτέ δεν διέρρηξαν τους δεσμούς τους με τους πρώην συντρόφους τους, δημιουργώντας συνεχώς προβλήματα στους κατακτητές.
Λόγω των συνεχών πολέμων στην Ευρώπη, την Ανατολή και ιδίως στον ελληνικό χώρο, η Πύλη αναγκαζόταν να ανεχθεί και σιωπηρά να αναγνωρίσει την ύπαρξη των κλεφταρματολικών ομάδων.
Έτσι μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, ο κλεφταρματολισμός αρχιζει να ανδρώνεται και κάποιες οικογένειες κλεφταρματολών να διακρίνονται στα βουνά της ελληνικής επικράτειας.
Οι ορεινές στην πλειονότητά τους εκτάσεις της Πελοποννήσου προσφέρονταν για τη δημιουργία κλέφτικων ομάδων, οι οποίες όμως δεν είχαν την ανάπτυξη που εμφάνιζαν οι αντίστοιχες στη Ρούμελη. Μία αιτία ίσως ήταν το ότι στα μεγάλα δυνατά κάστρα του Μοριά στρατοπέδευαν μόνιμα ισχυρές φρουρές Οθωμανών, που ήταν εύκολο να καταστειλουν τη δράση των κλεφτών.
Παρ' όλα αυτά σε περιόδους πολεμικής αναταραχής δρουν στο Μοριά φημισμένοι κλέφτες, όπως μετά τα Ορλωφικά του 1770, ο Παναγιώτης Βενετσανάκης, ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, πατέρας του Θεόδωρου, και ο Ζαχαριάς.
Με την έκρηξη του αγώνα της ανεξαρτησίας, οι κλέφτες αυτοί ή οι αρματολοί θα σπεύσουν να προσφέρουν τον εαυτό τους και τις ομάδες που έχουν υπό τις προσταγές τους στην υπηρεσία του έθνους. Από αυτούς τους άγνωστους οπλοφόρους θα ξεπηδήσουν και θα αναδειχθούν κάποιες στρατηγικές ιδιοφυΐες, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης.
Οι πυρήνες όμως αυτοί της στρατιωτικής οργάνωσης της Πελοποννήσου έμελλε να εξολοθρευτούν στις αρχές του 19ου αι. Συγκεκριμένα το 1804, η Πύλη ανησυχώντας υπέρμετρα για την ανάπτυξη του κλέφτικου κινήματος, αναγκάζει τον Πατριάρχη Καλλίνικο τον Δ' να εκδώσει συνοδικό επιτίμιο (αφορισμό) εναντίον των κλεφτών της Πελοποννήσου, αλλά και εκείνων που τους υπέθαλπαν ή δεν τους κατέδιδαν. Με τη σύμπραξη αρχιερέων και προκρίτων αρχιζει η άγρια καταδίωξή τους. Σε αυτήν αναφέρεται και το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι:
«Οι γέροντες και οι προεστοί και οι προύχοντες του τόπου, πιάνουν και γράφουν μια γραφή στο βασιλιά στην Πόλι,
Σε σέν' αφέντη βασιλιά, σε σένανε βεζίρη, οι κλέφταις που είναι στο Μωριά είνε και βασιλιάδες,
Ο Θοδωρής είν' βασιλιάς κι' ο Γιάννης είν' βεζίρης, κι ο Γεώργος από τον Αητό είνε κατής και κρίνει,
Ο βασιλιάς σαν τ' άκουσε πολύ του κακοφάνη, Ευθύς φερμάνι έβγαλε και στο Μωριά το στέλνει,
Τους κλέφταις να σκοτώσουνε τους Κολοκοτρωναίους...
«Εμάθαμεν ότι ήλθε το συνοδικό και το φερμάνι», θυμάται ο ίδιος: «Εμάζωξα όλους έως 150 και τους είπα να αναχωρήσωμε να πάμε εις την Ζάκυνθον. Αυτοί, αφού ήκουσαν ότι οι Ρούσοι είχαν πάρει όλους τους Έλληνας και τους επήγαν εις την Νεάπολι, με αποκρίθηκαν όλοι με ένα στόμα, ότι "ημείς δεν παγαίνομεν εις την Φραγκιά και θέλομεν να αποθάνωμεν επάνω εις την πατρίδα μας". Ο αδελφός μου ο Γιάννης με είπε ότι "Θέλω να με φάγουν τα όρνεα του τόπου μας”».
Ζάκυνθος - Επτάνησα
Οι Κολοκοτρωναίοι μπαίνουν στο στόχαστρο της κεντρικής εξουσίας αλλά και των κοτζαμπάσηδων. Ο ίδιος ο Θόδωρος αναγκάζεται να καταφύγει στα Επτάνησα το 1805: «Ολα τα στρατεύματα, καπετανάτα, τα κλέφτικα της Ρούμελης είχαν καταφύγει εις την Επτάνησον από τον ίδιον κατατρεγμόν τον εδικόν μου», γράφει τότε. Εκεί κατατάσσεται στον ρωσικό στρατό, αρνείται όμως να λάβει μέρος στο πλευρό των Ρώσων εναντίον του Ναπολέοντα: «Ο Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος (Α' της Ρωσίας) κάμνει πρόσκληση δια να γραφθούν οι Ελληνες εις τα στρατεύματα», λέει.. «Κάμνομεν όλοι μίαν αναφοράν, Σουλιώται, Ρουμελιώται και Πελοποννήσιοι εις τον Αυτοκράτορα και του ζητούμεν βοήθειαν δια να ελευθερώσωμεν τον τόπον μας. Ηλθε η απάντησις. Ομιλώ με τον Αρχηγόν των Ρωσικών στρατευμάτων και με λέγει ότι ο Αυτοκράτωρ τον διέταξε να παραδεχθή εις την δούλευσιν, όσους θέλουν να έμβουν και να υπάγουν να κτυπήσουν τον Ναπολέοντα. Του αποκρίνομαι: "Οσον δια το μέρος μου δεν εμβαίνω εις την δούλευσιν. τι έχω να κάμω με τον Ναπολέοντα;” Αν θέλετε όμως στρατιώτας δια να ελευθερώσωμεν την πατρίδα μας, σε υπόσχομαι και πέντε και δέκα χιλιάδες στρατιώτας. Μία φορά εβαπτισθήκαμεν με το λάδι, βαπτιζόμεθα και μίαν με το αίμα και άλλην μίαν δια την ελευθερίαν της πατρίδος μας».
Ο Γέρος του Μοριά αντιπροτείνει τότε στους Ρώσους να κάνουν απόβαση στις ακτές του Μοριά, «και τους υποσχόμουν εις δύο μήνας να ελευθερώσω την Πελοπόννησον». Ο στρατηγός των Ρώσων Παπαδόπουλος αποδέχεται το σχέδιο, αλλά o Γενικός Διοικητής Μοντσενίγος το απορρίπτει.
Κατόπιν αυτού o Κολοκοτρώνης επιστρέφει στο Μοριά όπου ανασυγκροτεί μία κλέφτικη ομάδα.
Στον νέο διωγμό που αρχιζει εναντίον του, κατορθώνει με ελάχιστους από τους συντρόφους του να διαφύγει στα Κύθηρα. Από εκεί μεταβαίνει στο Άγιον Όρος, όπου μαζί με τους οπλαρχηγούς του Ολύμπου, που έχουν επίσης βρει εκεί καταφύγιο, επιδίδεται στην πειρατεία και προξενεί μεγάλες καταστροφές στα τουρκικά πλοία.
Τελικά καταλήγει πάλι στα Επτάνησα, τα οποία ύστερα από αλλεπάλληλες κατοχές Ρώσων και Γάλλων περιέρχονται το 1809 στους Αγγλους.
Κατατάσσεται στον αγγλικό στρατό και προάγεται στον βαθμό του Ταγματάρχη. «Τότε», λέει στα απομνημονεύματά του, «εκάμαμε όσοι Ελληνες καπεταναίοι ευρέθημεν εις Ζάκυνθο μίαν αναφοράν, με την οποίαν εζητούσαμεν βοήθεια από την αγγλική κυβέρνησι δια να ελευθερώσωμεν την πατρίδα».
Το αίτημα του όμως δεν εισακούεται και τότε συνειδητοποιεί πως οι Ελληνες μόνο στις δικές τους δυνάμεις μπορούν να στηριχθούν: «ό,τι κάμωμε θα το κάμωμε μονάχοι και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους».
Ως μαγγιόρος, δηλαδή ταγματάρχης του Αγγλικού στρατού, φέρει την πασίγνωστη περικεφαλαία με την οποία πάντα απεικονίζεται, τη ζώνη και το σπαθί του. Δεν αποχωρίζεται όμως ποτέ τη φουστανέλα, λέγοντας μάλιστα: «Οσάκις έμβαινα εις δούλευσιν, έμβαινα πάντοτε με την συμφωνία, ότι από την Επτάνησον να μην απομακρύνωμαι και να μην πολεμώ παρά εις Τούρκικο τόπο και το φόρεμα να μην εβγάλω».
Ευρισκόμενος στην Ζάκυνθο νιώθει μεγάλη νοσταλγία για την πατρίδα του τον Μοριά: «γύριζε συχνά τα μάτια και αγνάντευε τα βουνά του Μωριά», γράφει o Φωτάκος και έλεγε: «Αχ, δε θα ξανάρθη πάλι το σεφέρι; Δε θ' αντιλαλήση πάλι στης ράχες του Μωριά το ντουφέκι το Κολοκοτρωναίικο;».
Στη νοσταλγία του αυτή αναφέρεται και το δημοτικό τραγούδι:
«Ο Θοδωράκης κάθεται στη Ζάκυνθο στο κάστρο,
Ρήχνει το κιάλι και τηράει τους κάμπους κι αγναντεύει,
Λέπει τους κάμπους πράσινους και τα βουνά γεράνια, Και τα γιατάκια των κλεφτών πολύ σκοτιδιασμένα,
Και του' ρθε σαν παράπονο και κάθεται και κλαίει...
Τ' έχεις πατέρα μου και κλαις και βαρυαναστενάζεις;
Βλέπω το πέλαγο πλατύ και τον Μοριάν αλάργα,
Και μούρθε το παράπονο και το μεγάλο ντέρτι...»
H θητεία του αυτή αγγλικό στρατό τού παρέχει σπουδαίες γνώσεις για την τέχνη του πολέμου, τις οποίες θα αξιοποιήσει αργότερα στον αγώνα της Ανεξαρτησίας. Επίσης, με την επαφή του με ανώτατους Αγγλους αξιωματούχους, εισάγεται στα άδυτα της τέχνης της πολιτικής και της διπλωματίας. O Τερτσέτης γράφει για την υπηρεσία του Γέρου του Μοριά στα ξένα στρατεύματα: «Όσες φορές εγράφθη εις ξένην στρατιωτική υπηρεσίαν, δεν εκρέμασε ποτέ φούντα εις το σπαθί του, εξηγών κατά γράμμα τους στίχους του Ρήγα:
«Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθή, ή να κρεμάση φούντα για ξένον στο σπαθί ».
Στις επίσημες περιστάσεις φορά πάντα την πολεμική περικεφαλαία, κατάλοιπο και αυτό της θητείας του στον αγγλικό στρατό. Αν την παρατηρούσε κανείς προσεκτικά θα έβλεπε χαραγμένη επάνω της την λέξη «Είθε». H αρχαϊκή αυτή ρήση δεν χαράχθηκε το 1821, ούτε τις παραμονές της Επανάστασης, αλλά το 1808. Κατά την εποχή εκείνη ο στρατηγός, συνταγματάρχης των αγγλικών όπλων στα Επτάνησα, είχε διαταχθεί να οργανώσει δύο συντάγματα από Ελληνες πολεμιστές. Για να συνδέσει δε τους αγωνιστές της Ελλάδος με ένα αίσθημα εθνικό και δώσει σε αυτούς το σύνθημα ενός μέλλοντος, «έθηκεν επί της περικεφαλαίας αυτών την λέξιν είθε», δηλαδή είθε να φθάσει η ημέρα κατά την οποίαν να αναγεννηθεί η Ελλάδα.
Εκτός όμως από τη στρατιωτική εκπαίδευση, στα Ιόνια Νησιά, φροντίζει και για τη μόρφωσή του. Στέλνει τα παιδιά του στον γνωστό δάσκαλο Μαρτελάο, κοντά στον οποίο μορφώνεται και o ίδιος τον καιρό της νεότητος», λέει, «οπού ημπορούσα να μάθω κάτι, σχολεία, ακαδημίαι δεν υπήρχαν. Μόλις ήσαν μερικά σχολεία, εις τα οποία εμάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν. Το ψαλτήρι, το οκτωήχι, ο μηναίος, άλλαι προφητείαι, ήσαν τα βιβλία οπού ανέγνωσα. Δεν είναι παρά αφού επήγα εις την Ζάκυνθον, οπού εύρηκα την ιστορία της Ελλάδος εις την απλοελληνικήν. Τα βιβλία που εδιάβαζα ήταν η ιστορία της Ελλάδος, η ιστορία του Αριστομένη, η Γοργώ και η ιστορία του Σκεντέρμπεη. Η γαλλική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε κατά την γνώμη μου να ανοιξουν τα μάτια του κόσμου. Πρωτήτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενόμιζον ως θεούς της γης και ό,τι και αν έκαμναν, το έλεγαν καλά καμωμένο....».
Στα αγγλικά στρατεύματα o Κολοκοτρώνης παραμένει μέχρι το 1817, ενώ τα επόμενα χρόνια εργάζεται στην Ζάκυνθο ως ζωέμπορος για να ζήσει την οικογένειά του. Ομως στο νησί αυτό των Ιονίων, χάνει και την πολυαγαπημένη του γυναίκα.
Την 1η Δεκεμβρίου 1818 μυείται στη Φιλική Εταιρεία από τον φιλικό Πάγκαλο και με ζήλο διαδίδει τους σκοπούς της. Γράφει γι' αυτό σχετικά: «Την Εταιρείαν με την είπε ο Πάγκαλος, έπειτα επέρασε και ο Αναγνωσταράς με έφερε γράμμα από την Εταιρεία και άρχισα να κατηχώ και εγώ διαφόρους εις την Ζάκυνθο, Κεφαλονιά και διαφόρους καπεταναίους Σπετσιώτικων και Υδραίικων καραβιών. Τέλος πάντων το μυστήριον της Εταιρείας ήρχισε να διαδίδεται εις κάθε λογής ανθρώπους και καλούς και κακούς και εβιασθήκαμε να κινήσωμεν μίαν ώραν αρχήτερα την επανάστασιν».
Τον καιρό εκείνο επισκέπτεται και τον Ιωάννη Καποδίστρια στην Κέρκυρα: «τον αντάμωσα, εκάθησα 30 ημέρας και ωμιλήσαμε πολλά περί της υποθέσεως», γράφει στα απομνημονεύματά του. Θυμάται μάλιστα ότι «Ο Καποδίστριας μία μέρα είχε τραπέζι σε πολλούς». Εκεί λοιπόν που ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης λιάνιζε το αρνί, του λέει ο Καποδίστριας: «Φέτος εδώ και του χρόνου στο Μωριά». Ο Κολοκοτρώνης το φυλάει αυτό καλά στον νου του και «άμα σηκώθηκε η Επανάσταση, έγραψε στον Καποδίστρια ναρθή να φάνε τ' αρνί». .
«Στην Ζάκυνθο», γράφει και πάλι ο Τερτσέτης, «εδιάβαζεν ο Κολοκοτρώνης, το Ευαγγέλιον εις την έκδοσιν την αγγλικήν, την εμποδισμένην από την εκκλησία. Έτυχε παρών ο Δικαίος Φλέσσας, τότε νέος και αναγνώστης. "Μην διαβάζης του λέγει, δεν πρέπει, έχει αφορισμόν ο Πατριάρχης". "Εσύ που διαβάζεις, είσαι καταραμένος, ωργισμένος από τον Θεόν”, του το δευτεροείπε. Αναψε o Γέρος, σου αρπάζει τον Δικαίον από τα μαύρα περίσσια μαλλιά του, τον βάνει κάτου και ετρόμαξαν οι φίλοι να τον γλυτώσουν από τα χέρια του. O Κολοκοτρώνης ενθυμήθη το πατριαρχικό αφοριστικό του 1804, με το οποίο βέβαια δεν ήτον εις αρμονίαν. Για αυτό και αργότερα στον λόγο του προς τους νέους στην Πνύκα, θα πει: "Αυτός, o Πατριάρχης έκανεν ότι του έλεγε o Σουλτάνος”».
Της ΓΙΟΥΛΗΣ ΚΟΚΚΟΡΗ δημοσιογράφου, Μεγάλες Δίκες, Η Δίκη του Κολοκοτρώνη
Δείτε επίσης: Νικηταράς ο Τουρκοφάγος
