Κυριακή, Νοεμβρίου 03, 2024

ΜΙΝΙΟΝ, ΚΑΤΡΑΝΤΖΟΣ ΣΠΟΡ, ΚΛΑΟΥΔΑΤΟΣ

Του Πάνου Σόμπολου 

Παρανάλωμα του πυρός τα πρώτα πολυκαταστήματα της Αθήνας

Ηταν λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του 1980. Ο κόσμος ετοιμαζόταν για τις γιορτές και η αγορά έσφυζε από ζωή. Τα μαγαζιά περίμεναν πώς και πώς να έρθουν αυτές οι γιορτινές μέρες για να δουλέψουν και να ανασάνουν οικονομικά.

Πηγή εικόνας: You Tube 
Αυτές τις μέρες, αδίστακτοι εμπρηστές βρήκαν τον κατάλληλο χρόνο να μεταβάλουν σε κόλαση το κέντρο της Αθήνας. Το πρωί που ξημέρωνε, το κέντρο έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο και σαν να είχε κηρυχτεί η πόλη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Τα πολυκαταστήματα Μινιόν στην αρχή της Πατησίων και Κατράντζος Σπορ στη Σταδίου γίνονται παρανάλωμα του πυρός, με όλες τις συνέπειες που όλοι αντιλαμβανόμαστε.

Ήταν η αρχή των μεγάλων εμπρησμών πολυκαταστημάτων της Αθήνας. Περίπου πεντέμισι μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα στις αρχές Ιουνίου του 1981, πυρπολούν τα πολυκαταστήματα Κλαουδάτος στην πλατεία Κοτζιά και των αδελφών Τσιτσόπουλου στην οδό Σταδίου. Και οι σύγχρονοι Νέρωνες ολοκληρώνουν την εμπρηστική τους μανία πυρπολώντας τα καταστήματα Δραγώνα επί της οδού Αιόλου και τρεις μέρες αργότερα τα πολυκαταστήματα Αφοί Λαμπρόπουλοι στον Πειραιά.

Πολλά είχαν γραφτεί και ειπωθεί τότε για τους εμπρηστές. Για το ποιοι μπορεί να ήταν. Όλες οι απόψεις συνέκλιναν τότε ότι πρόκειται για έργο κάποιας τρομοκρατικής οργάνωσης.

Τον Ιούνιο του 1981, η Γενική Ασφάλεια Αθηνών (υπήρχε ακόμα η Αστυνομία Πόλεων) είχε εκδώσει ανακοίνωση που ανέφερε μεταξύ των άλλων:

«Από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν για την ανακάλυψη των εμπρηστών των πολυκαταστημάτων Μινιόν, Κατράντζος Σπορ και πρόσφατα και Κλαουδάτος, και από τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις εις βάρος των αδελφών Λ. και Κ.Τ., 22 και 23 χρόνων, στην οικία των οποίων βρέθηκε ύποπτο υλικό, διά τούτο και καταζητούνται».

Οι δύο αδελφές εμφανίστηκαν με τον συνήγορό τους στον ανακριτή, απαγγέλθηκαν κατηγορίες εις βάρος τους, απολογήθηκαν και τελικά αφέθηκαν ελεύθερες. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν αναφέρω τα στοιχεία τους και βάζω μόνο τα αρχικά. Μετά τις αδελφές κατηγορήθηκαν ένας 25χρονος σιδηρουργός και λίγο αργότερα άλλα τρία άτομα, όλοι ανήκαν στον αποκαλούμενο αντιεξουσιαστικό χώρο. Τελικά διαπιστώθηκε, σύμφωνα με τις Αρχές, ότι δεν ήταν οι δράστες των εμπρησμών.

Εκείνες τις μέρες, και συγκεκριμένα στις 5 Ιουνίου 1981, ένας άγνωστος είχε τηλεφωνήσει στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων και είχε πει ότι μιλάει για λογαριασμό της οργάνωσης Λαϊκός Επαναστατικός Αγώνας. Είπε επίσης ότι η οργάνωση αυτή έκαψε τα πολυκαταστήματα Κλαουδάτος και ότι οι αδελφές που καταζητούνται δεν πρόκειται να βρεθούν ποτέ. Λίγες μέρες αργότερα, οι αδελφές, όπως αναφέρω και πιο πάνω, παρουσιάστηκαν αυτοβούλως στον ανακριτή που χειριζόταν την υπόθεση των εμπρησμών των πολυκαταστημάτων.

Τελικά οι εμπρηστές των πολυκαταστημάτων παρέμειναν άγνωστοι.

Πάμε τώρα στις άλλες παραμέτρους, αλλά να δούμε και τις λεπτομέρειες των εμπρησμών.

Η πυρπόληση των πολυκαταστημάτων είχε τεράστιες επιπτώσεις, κυρίως οικονομικές. Έπληξε εμποροοικονομικά περίπου δύο χιλιάδες οικογένειες (περίπου χίλιους υπαλλήλους είχε το Μινιόν) και έριξαν στην ανεργία τον κόσμο που δούλευε σε αυτά. Αν υπολογίσουμε και τις επιχειρήσεις που τροφοδοτούσαν με προϊόντα όλα αυτά τα πολυκαταστήματα, αντιλαμβάνεται κανείς το τεράστιο πρόβλημα που είχε προκληθεί.

Μαζί με τα πολυκαταστήματα, καταστράφηκαν ή έπαθαν ζημιές κι άλλα καταστήματα και γραφεία που βρίσκονταν κοντά τους. Κι αυτά τα μαγαζιά που δεν έπαθαν ζημιές και γειτνίαζαν με τα πολυκαταστήματα, νέκρωσαν για μέρες, επειδή είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία στην Πατησίων για το Μινιόν και στην αρχή της Αιόλου για το Κατράντζος Σπορ. Οι αρμόδιοι φοβούνταν κατάρρευση των κτιρίων αυτών και επομένως θα υπήρχε κίνδυνος να καταπλακωθούν διερχόμενοι.

Ως προς τις ζημιές που προκλήθηκαν στα δύο πολυκαταστήματα, αυτές είχαν υπολογιστεί τότε σε πολλά δισεκατομμύρια δραχμές.

Ας δούμε αναλυτικά πώς πυρπολήθηκαν τα πολυκαταστήματα αρχίζοντας από το Μινιόν και το Κατράντζος Σπορ.

'Ωρα 3.10, ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980: το κέντρο της άμεσης επέμβασης της πυροσβεστικής, το γνωστό σε όλους 199, δέχεται το πρώτο τηλεφώνημα σύμφωνα με το οποίο «βγαίνουν καπνοί από το Μινιόν». Ακολουθεί βροχή άλλων τηλεφωνημάτων για τη φωτιά που στο μεταξύ δυνάμωνε λεπτό προς λεπτό κι έπαιρνε ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Σπεύδουν στον τόπο τα πρώτα πυροσβεστικά οχήματα και οι αξιωματικοί διαβλέπουν τον τεράστιο κίνδυνο που θα ακολουθήσει. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή γίνεται ένα τηλεφώνημα στο 199 ότι καπνοί βγαίνουν και από τα καταστήματα Κατράντζος Σπορ, κι ακολουθούν κι άλλα τηλεφωνήματα από διερχόμενους και φύλακες των γύρω καταστημάτων.

Ενημερώνεται αμέσως ο τότε αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος Παναγιώτης Ποτουρίδης, ο οποίος κινητοποιεί όλες τις δυνάμεις που είχε στη διάθεσή του στο λεκανοπέδιο της Αττικής, για να μπορέσει να προλάβει τα χειρότερα και να αντιμετωπίσει την κατάσταση.

Τότε εργαζόμουν στην ΕΡΤ2, τη μετέπειτα ΝΕΤ. Με ενημερώνει ένας αξιωματικός της πυροσβεστικής ότι καίγεται το Μινιόν και σε λίγο παίρνω κι άλλο τηλεφώνημα, την ώρα που ντυνόμουν, από αστυνομικό της Ασφάλειας για την ίδια πυρκαγιά. Παίρνω τηλέφωνο τον οπερατέρ Θανάση Γρίβα και τον ηχολήπτη Παναγιώτη Σαλτερή και φεύγω για το κανάλι στη λεωφόρο Μεσογείων και Κατεχάκη. Βρίσκουμε και αυτοκίνητο, και αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα, φτάνουμε πολύ έγκαιρα στον τόπο των καταστροφών.

Αντικρίσαμε πραγματική κόλαση φωτιάς, ενώ η περιοχή του κέντρου είχε αποκλειστεί για να μην εμποδίζεται το έργο της κατάσβεσης των πυροσβεστικών δυνάμεων. Ο συνάδελφος οπερατέρ τραβούσε φοβερά πλάνα που σώζονται στα αρχεία της ΕΡΤ σήμερα. Δηλαδή τις παμφάγες φλόγες που ισοπέδωναν τα πάντα στο διάβα τους και οι ανταύγειές τους που έβγαιναν από το φλεγόμενο οκταώροφο κτίριο του Μινιόν, φώτιζαν δραματικά όλο το κέντρο γύρω από την Ομόνοια, τα Χαυτεία και τη Σταδίου, όπου σε μικρή απόσταση καιγόταν και το δεύτερο πολυκατάστημα του Κατράντζου.

Την ίδια ώρα ισχυρότατες εκρήξεις που σημειώνονταν σε μικρά χρονικά διαστήματα, συμπλήρωναν τη δαντική κόλαση που επικρατούσε στο κέντρο, καθώς και στο ένα πολυκατάστημα και στο άλλο υπήρχαν εύφλεκτα υλικά.

Μου έλεγε o αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος ότι οι εκρήξεις αυτές είναι σύνηθες φαινόμενο σε μαγαζιά με πλαστικά και εύφλεκτα υλικά. Μου αποκάλυψε και κάτι που τον απασχολούσε ιδιαίτερα εκείνη τη στιγμή. Μου είπε συγκεκριμένα o αρχηγός:

«Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι κάτι που μου είπαν πριν από λίγη ώρα κάποιοι από τους υπαλλήλους που ήταν τρομοκρατημένοι και που εργάζονταν στο Μινιόν. Μου είπαν να κάνω κάτι γρήγορα, επειδή στο υπόγειο υπάρχουν τεράστιες δεξαμενές γεμάτες καύσιμα, κι αν πάρουν φωτιά αυτές, το κτίριο θα τιναχτεί στον αέρα. Ήδη έβαλα συνεργεία προς την πλευρά των υπόγειων χώρων. οι πυροσβέστες με μεθοδικότητα αλλά και με κίνδυνο της ζωής τους κατάφεραν να προσεγγίσουν και να περιζώσουν τον υπόγειο χώρο. Έκαναν ομπρέλα νερού τους υπόγειους χώρους και χτυπάνε συνεχώς τις φλόγες που πλησιάζουν, και επιπλέον ρίχνουν πάνω στις δεξαμενές νερό για να αποφευχθεί το λίαν επικίνδυνο αποτέλεσμα. Ελπίζω να αποφύγουμε τα ακόμα χειρότερα» 

Και ενώ οι πυροσβέστες έδιναν πραγματική μάχη με την καταστροφική πυρκαγιά και στα δύο καταστήματα, το κτίριο του Κατράντζου παρουσίαζε πρόβλημα. Ένας τοίχος προς την πλευρά της οδού Σταδίου έγειρε από το υπερβολικό θερμικό φορτίο που είχαν αναπτύξει οι φλόγες και τα καιόμενα αντικείμενα. Λίγο αργότερα σημειώθηκε κατάρρευση ενός άλλου τοίχου, όχι αυτού που είχε γείρει προς τη Σταδίου.

Στο κτίριο του Μινιόν, τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο όσο περνούσε η ώρα. Η μανία της φωτιάς ήταν τέτοια που επεκτεινόταν γρήγορα από τον έναν όροφο στον άλλο. Οι προσπάθειες των πυροσβεστικών δυνάμεων δεν έφταναν να ανακόψουν την ισοπεδωτική μανία της πυρκαγιάς. Οι εξωτερικοί τοίχοι άντεξαν, σημειώθηκε όμως κατάρρευση εσωτερικών τοίχων σε όλους τους ορόφους.

Ένα άλλο βασικό μέλημα των πυροσβεστών ήταν να εμποδίσουν την επέκταση των πυρκαγιών και στα παρακείμενα κτίρια. Θυμάμαι στα καταστήματα Κατράντζος Σπορ, επειδή υπήρχαν πολλά εύφλεκτα υλικά, οι πυροσβέστες δεν μπόρεσαν να τη σταματήσουν παρ' όλη την αυτοθυσία τους. Η φωτιά επεκτάθηκε και στο κατάστημα Κ. Μαρούσης, που εκείνη την εποχή βρισκόταν επί της οδού Αιόλου και ήταν συνεχόμενο με του Κατράντζου. Πρόλαβαν όμως και την έσβησαν, κι έτσι οι ζημιές δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες.

Εδώ αξίζει να σας αναφέρω ένα περιστατικό το οποίο θα θυμάμαι σ' όλη μου τη ζωή. Γύρω στις 5 το πρωί, βρισκόμουν μπροστά στον ιστορικό κινηματογράφο «Ροζικλαίρ» που - οι περισσότεροι και οι παλαιότεροι θα το θυμάστε - ήταν επί της Πατησίων απέναντι από το Μινιόν. Το συνεργείο συνέχισε να τραβάει πλάνα από την πίσω πλευρά, στην οδό Βερανζέρου. Εγώ παρακολουθούσα με δέος και απογοήτευση αυτά που συντελούνταν μπροστά στα μάτια μου και κρατούσα σημειώσεις για να βγάζω έκτακτα δελτία ειδήσεων.


Ο ιδιοκτήτης του Μινιόν

Παρατήρησα ότι σε απόσταση τεσσάρων-πέντε μέτρων από το «Ροζικλαίρ» στεκόταν ένας ηλικιωμένος κύριος. Ήταν στραμμένος προς το φλεγόμενο πολυκατάστημα. Έπιανε

το πρόσωπό του με τα χέρια του και αναστέναζε με λυγμούς. Τον πλησιάζω δειλά δειλά. Εκείνη τη στιγμή, πιστέψτε με, ενήργησα ανθρώπινα κι όχι καθαρά επαγγελματικά.

«Μην κλαίτε, τα μαγαζιά και τα κτίρια ας καίγονται, μπορεί να ξαναφτιαχτούν. Ευτυχώς που δεν παγιδεύτηκαν σ' αυτή την κόλαση άνθρωποι για να έχουμε και ανθρώπινα θύματα» του είπα.

Σήκωσε το σκυμμένο κεφάλι του, με κοίταξε, μάλλον με γνώρισε ποιος ήμουν, και με ρώτησε:

« Το επιβεβαιώσατε ότι δεν παγιδεύτηκαν στη φωτιά άνθρωποι; »

Του απάντησα ότι από την πρώτη στιγμή που βρίσκομαι εδώ αυτό το πράγμα ρωτάω, και οι επικεφαλής αξιωματικοί και οι πυροσβέστες που είναι μέσα στη φωτιά μού λένε ότι δεν υπάρχουν ανθρώπινα θύματα, μόνο καταστροφές. Ο άνθρωπος που είχα μπροστά μου έκανε τον σταυρό του και είπε «Δόξα σοι ο Θεός». Προφανώς αγωνιούσε.

«Έχετε σχέση με το Μινιόν; Δουλεύατε εδώ; Δούλευαν δικοί σας άνθρωποι στο πολυκατάστημα;» τον ξαναρωτάω.

Κούνησε το κεφάλι του, έβγαλε έναν αναστεναγμό και μου λέει με δάκρυα:

«Είναι δημιούργημά μου, παιδί μου... Τι σου λέω είναι... Ήταν... Ήταν δικό μου... Δούλευα από μικρό παιδί μέρα νύχτα για να φτιάξω κάτι στη ζωή μου. Ξεκίνησα από μια τρύπα κι έφτασα εδώ όλα αυτά τα χρόνια, με κόπους, βάσανα και δυσκολίες, που δεν εύχομαι σε κανέναν επιχειρηματία να τις περάσει. Έφτιαξα αυτό το στολίδι για την Αθήνα και για την Ελλάδα, και τώρα βλέπεις ότι μέσα σε μερικές ώρες όλα εξανεμίστηκαν. οι κόποι, οι θυσίες, οι αγωνίες και η σκληρή δουλειά έγιναν στάχτη...»

Ήταν ο ιδιοκτήτης και δημιουργός του Μινιόν, Γιάννης Γεωργακάς. Ήταν εντελώς μόνος του και κρατούσε την καρδιά του. Κάποιοι υπάλληλοι του Μινιόν βρίσκονταν πιο πέρα, σε απόσταση περίπου τριάντα μέτρων, και παρακολουθούσαν τη συμφορά. Προφανώς δεν τον γνώριζαν - όπως δεν τον γνώριζα κι εγώ - για να τον πλησιάσουν και να τον παρηγορήσουν.

Παρακάλεσα τον Γιάννη Γεωργακά να μου τα πει αυτά τα λόγια στην κάμερα για να τα γνωρίσει κι ο κόσμος. Δεν ήθελε. Τον πίεσα λίγο παραπάνω - βλέπετε, εδώ υπεισέρχεται και το επαγγελματικό μου στοιχείο, είμαι δημοσιογράφος και ήθελα την επιτυχία - , δεν ήθελε! Δεν επέμενα περισσότερο γιατί ο άνθρωπος ήταν σε κακό χάλι. Σεβάστηκα την κατάστασή του κι ας έχασα την επιτυχία.

Θα πρέπει να επισημάνω εδώ ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ακόμα τα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Οι τηλεθεατές ενημερώνονταν από την ΕΡΤ1 και την ΕΡΤ2, τα κρατικά κανάλια, τη δημόσια τηλεόραση όπως λέμε σήμερα.

Να σας μεταφέρω κι ένα στιγμιότυπο που θυμάμαι από τη φοβερή αυτή νύχτα. Όλοι οι ξενύχτηδες και πολλοί περίεργοι είχαν συγκεντρωθεί στα Χαυτεία και με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσαν τις εφιαλτικές καταστάσεις που διαδραματίζονταν απέναντί τους. Παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα τις φλόγες να κατασπαράζουν τα δύο πολυκαταστήματα. Κοιτάζονταν κάποιοι μεταξύ τους, δεν μιλούσαν, αλλά κουνούσαν το κεφάλι...

Μόλις άρχιζε να χαράζει, και με το πρώτο φως της ημέρας οι πυρκαγιές βρίσκονταν σε ύφεση, αφού δεν είχαν τι άλλο να κάψουν. Ωστόσο δεν είχαν σβήσει, και οι πυροσβέστες παιδεύτηκαν για πολύ ακόμα.

Τελικά οι φλόγες είχαν ερημώσει τα πάντα. Τα δύο πολυκαταστήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς. Είχαν μείνει όρθιοι μόνο οι τοίχοι. Μόνο οι σκελετοί. Σε διάφορα σημεία, έβγαιναν από τα αποκαΐδια οι τελευταίοι καπνοί. Και το ένα πολυκατάστημα που βλέπαμε και το άλλο, είχαν πάθει ολοσχερή καταστροφή. Δεν διορθώνονταν με τίποτα για να ξαναλειτουργήσουν. Στέκονταν όρθια μόνο τα κουφάρια τους. Όπως έλεγαν οι ειδικοί τότε, είχαν λυγίσει και είχαν αλλοιωθεί τα σίδερα και οι τσιμεντοδοκοί. Έλεγαν μάλιστα ότι θα έπρεπε να κατεδαφιστούν, και το ένα πολυκατάστημα και το άλλο. Τελικά κατεδαφίστηκε μόνο του Κατράντζου.

Η πρωτεύουσα ξύπνησε το πρωί, και εκείνοι που κατευθύνονταν προς το κέντρο αντίκριζαν τις καταστροφές και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Όλη η Αθήνα ξύπνησε μέσα σ' έναν εφιάλτη.

Στον τόπο των πρωτοφανών καταστροφών έφτασαν o τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης και ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης Δημήτρης Δαβάκης, οι οποίοι ενημερώθηκαν από τον αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος για τους εμπρησμούς των δύο πολυκαταστημάτων, τα αποτελέσματα και την τρομερή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί.


Ο Κλαουδάτος και το Athenee

Πάμε τώρα στο δεύτερο χτύπημα των εμπρηστών. Στόχος τους αυτή τη φορά ήταν τα πολυκαταστήματα Αφοί Κλαουδάτου και Τσιτσόπουλοι Α.Ε. Το πρώτο βρισκόταν στην πλατεία Κοτζιά και Αθηνάς, και το δεύτερο στην οδό Σταδίου κοντά στη Σοφοκλέους-Πεσμαζόγλου. Κι αυτή τη φορά, χτύπησαν ξημερώματα, σχεδόν ταυτόχρονα, και τα δύο πολυκαταστήματα.

Η ώρα ήταν 3.22 τα ξημερώματα της 3ης Ιουνίου 1981. Το κέντρο της Άμεσης Επέμβασης ενημερώνεται ότι εκδηλώθηκε πυρκαγιά στα πολυκαταστήματα Κλαουδάτου. Με το που φτάνουν τα πρώτα πυροσβεστικά οχήματα στην Αθηνάς και Σοφοκλέους και οι πυροσβέστες ρίχνονται στη μάχη για την κατάσβεση, πέφτει νέο τηλεφώνημα στην Άμεση Επέμβαση για νέα μεγάλη πυρκαγιά στο πολυκατάστημα στη Σταδίου.

Ο τότε αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος Δημήτρης Ξιφαράς έφερε στο μυαλό του τον εφιάλτη που είχε ζήσει ως υπαρχηγός με το Μινιόν και το Κατράντζος Σπορ. «Η ιστορία επαναλαμβάνεται» μου είπε όταν τον συνάντησα στην πλατεία Κοτζιά σε κάποια φάση, και του πήρα συνέντευξη για τους νέους καταστροφικούς εμπρησμούς.

Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του ανακριτικού της πυροσβεστικής, η φωτιά στου Κλαουδάτου είχε εκδηλωθεί στο τμήμα γυναικείων ενδυμάτων του δεύτερου ορόφου του κτιρίου που βρίσκεται στη διασταύρωση Αθηνάς και Σοφοκλέους.

Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον όροφο και στη συνέχεια στους πάνω και τους κάτω ορόφους του κτιριακού συγκροτήματος, και απείλησε με ολοκληρωτική καταστροφή το οικοδομικό συγκρότημα μεταξύ των οδών Αθηνάς-Σοφοκλέους-Στρέιτ-Κρατίνου, όπου στεγάζονταν διάφορα καταστήματα, γραφεία και επιχειρήσεις.

Οι πυροσβεστικές δυνάμεις μοιράζονται στα δύο πολυκαταστήματα και οι πυροσβέστες παλεύουν με τις φλόγες, όταν ήδη είχαν αρχίσει να ακούγονται αλλεπάλληλες εκρήξεις.

Στου Κλαουδάτου εκείνη την ώρα οι εκρήξεις ήταν περισσότερες και οι πύρινες γλώσσες άρχισαν να επεκτείνονται σε διάφορα γραφεία επιχειρήσεων του διπλανού γωνιοικού κτιρίου από τον φωταγωγό, από τα ανοίγματα και από τους ορόφους που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με τις εσωτερικές σκάλες, γύρω από τις οποίες ήταν τοποθετημένα πολλά εμπορεύματα.

Τα καταστήματα Κλαουδάτου στεγάζονταν σε δύο κτίρια, ένα οκταώροφο κι ένα πενταώροφο. Ήταν συνεχόμενα.

Τα σίδερα λύγιζαν στη θερμοκρασία των 2.000 βαθμών Κελσίου, το μπετόν είχε αλλοιωθεί και το πενταώροφο κτίριο άρχισε να καταρρέει εσωτερικά, δημιουργώντας σοβαρότατους κινδύνους για τους πυροσβέστες που χτυπούσαν με τις μάνικες τη φωτιά στο κλιμακοστάσιο.

Την ίδια εικόνα συναντήσαμε και στο άλλο οκταώροφο πολυκατάστημα στη Σταδίου. Η φωτιά είχε ξεκινήσει μεταξύ του τρίτου και του τέταρτου ορόφου και προχώρησε προς τα πάνω από τα ανοδικά ρεύματα και προς τοι Κάτω από την πτώση των φλεγόμενων αντικειμένων, χωρίς να μπορούν οι πυροσβέστες να περιορίσουν την επέκτασή της σε όλο το κτιριακό συγκρότημα.

Με το φως της ημέρας φάνηκε το μέγεθος των καταστροφών και στα δύο πολυκαταστήματα.

Θυμάμαι ότι λίγο πριν από το μεσημέρι, ενώ βρισκόμουν στην πλατεία Κοτζιά και Αθηνάς απ' όπου θα έδινα ρεπορτάζ στην ΕΡΤ με απευθείας σύνδεση, με πλησίασε η τότε εκδότρια της Καθημερινής και της Μεσημβρινής Ελένη Βλάχου και μου ζήτησε να την ενημερώσω για τους δύο νέους εμπρησμούς, πράγμα που έκανα ευχαρίστως. Θυμάμαι επίσης ότι πριν φύγει μου είπε κουνώντας το κεφάλι της:

«Ποια αρρωστημένα μυαλά κρύβονται πίσω από την πυρπόληση αυτών των πολυκαταστημάτων; Ποια μάνα γέννησε αυτά τα παιδιά, αυτούς τους ανθρώπους; Μπορούν να σκεφτούν πόσος κόσμος πετάγεται στους δρόμους μ' αυτές τις εγκληματικές πράξεις! Αλλά μέσα τους έχουν το κακό και την καταστροφή, δεν σκέφτονται τίποτα, δεν ενδιαφέρονται για τίποτα... Η αστυνομία θα πρέπει να ρίξει το βάρος να βρει εκείνους που κατευθύνουν τους εμπρηστές και τις μυστικές υπηρεσίες που κρύβονται από πίσω... Αλλά τι σου λέω τώρα...»

Να αναφέρω επίσης ότι πολύ κοντά στο φλεγόμενο κτίριο του Κλαουδάτου υπήρχε αντιπροσωπεία κυνηγετικών όπλων και εκρηκτικών, και o κίνδυνος αυτός αποφεύχθηκε χάρη στις προσπάθειες των πυροσβεστών. Αν μεταδιδόταν η φωτιά σε αυτό το κατάστημα, τα αποτελέσματα θα ήταν ακόμα πιο τραγικά.

Επίσης, όπως στο Μινιόν, έτσι και στου Κλαουδάτου, στο υπόγειο ήταν αποθηκευμένοι αρκετοί τόνοι υγρών καυσίμων. Ευτυχώς, οι πυροσβέστες με αυτοθυσία κατάφεραν να εμποδίσουν τη φωτιά να πλησιάσει. Γενικά οι ζημιές που προκλήθηκαν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες και σε εμπορεύματα και σε κτιριακές εγκαταστάσεις.


Ο Δραγώνας και οι Αφοί Λαμπρόπουλοι

Το τρίτο χτύπημα δεν ήταν διπλό. Οι εμπρηστές πυρπόλησαν τα καταστήματα Δραγώνα επί της οδού Αιόλου 72. Η φωτιά εδώ εκδηλώθηκε στις 4.10 το απόγευμα της 4ης Ιουλίου 1981. Κι εδώ επεκτάθηκε γρήγορα, αλλά ήταν έγκαιρη η επέμβαση των πάνω από πενήντα πυροσβεστών, οι οποίοι ρίχτηκαν στη μάχη κατά της φωτιάς. Έφτασαν επιτόπου με περισσότερα από δέκα υδροφόρα και βραχιονοφόρα οχήματα. Μετά από προσπάθειες περίπου τεσσάρων ωρών, οι πυροσβεστικές δυνάμεις κατάφεραν να θέσουν υπό πλήρη έλεγχο την πυρκαγιά, την οποία περιόρισαν στον δεύτερο και τον τρίτο όροφο του οκταώροφου κτιρίου. Καταστράφηκαν είδη ρουχισμού, είδη δώρων και διάφορα άλλα εμπορεύματα αξίας πολλών εκατομμυρίων δραχμών.

Απόγευμα χτύπησαν οι αδίστακτοι εμπρηστές και το οκταώροφο κτίριο των πολυκαταστημάτων Αφοί Λαμπρόπουλοι, στη διασταύρωση Τσαμαδού και Βασιλέως Κωνσταντίνου, στο κέντρο του Πειραιά. Η φωτιά εκδηλώθηκε στις 3.47 το απόγευμα της 7ης Ιουλίου 1981, τρεις μέρες μετά του Δραγώνα, και κατέστρεψε τρεις ορόφους, τον τρίτο, τον τέταρτο και τον πέμπτο. Οι πυροσβέστες εμπόδισαν την επέκτασή της στους άλλους ορόφους του πολυκαταστήματος. Καταστράφηκαν έτοιμα ενδύματα, παιχνίδια, αθλητικά είδη και διάφορα άλλα αντικείμενα αξίας δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών.

Τελικά για τους εμπρησμούς των πολυκαταστημάτων, παρά τις εκτεταμένες έρευνες και τις εκατοντάδες προσαγωγές υπόπτων, δεν βρέθηκε ένοχος ούτε από τις αστυνομικές αρχές ούτε από τις δικαστικές. Η υπόθεση των εμπρησμών των πολυκαταστημάτων στην Αθήνα και τον Πειραιά παραμένει ανεξιχνίαστη.


Πηγή κειμένου: Πάνος Σόμπολος, "ΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ", Εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ