Τετάρτη, Νοεμβρίου 06, 2024

Μικρασιατική Εκστρατεία: Προς την Καταστροφή



Το σκηνικό στη Μικρά Ασία ήταν δραματικό. Ο στρατός ήταν ανοργάνωτος και με χαμηλό ηθικό, η Ελλάδα απομονωμένη από τους συμμάχους, ενώ από την αντίθετη πλευρά οι Τούρκοι με την ενεργό υποστήριξη της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Σοβιετικής Ενωσης οργάνωναν αντεπίθεση. Η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη πρότεινε για αντιπερισπασμό επίθεση στην Κωνσταντινούπολη, οι σύμμαχοι όμως, και ιδιαίτερα η Γαλλία, αντέδρασαν. Ετσι στις 13 Αυγούστου 1922 εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση και σε λιγότερο από δεκαπέντε μέρες πέτυχε την πλήρη αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία με αποτέλεσμα εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι να προσπαθούν απεγνωσμένα να φύγουν με κάθε μέσο προς την Ελλάδα. Μόλις ο Κεμάλ έφτασε στη Σμύρνη διακήρυξε στους Συμμάχους ότι μόνο η άμεση παραχώρηση ολόκληρης της Ανατολικής Θράκης θα μπορούσε να αποτρέψει τη σύγκρουση μεταξύ του συμμαχικού και του τουρκικού στρατού στην ουδέτερη ζώνη των Στενών. Οι Αγγλοι αναζήτησαν την υποστήριξη των Γάλλων και των Ιταλών οι οποίοι κατέστησαν σαφές ότι σε καμία περίπτωση δεν σκόπευαν να φτάσουν σε πόλεμο με την Τουρκία για το ζήτημα αυτό.

Τον Σεπτέμβριο, ξέσπασε το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 στη Χίο και τη Λέσβο υπό τον Στυλιανό Γονατά, τον Δημήτριο Φωκά και τον Νικόλαο Πλαστήρα, οι οποίοι κήρυξαν επανάσταση. Στις 13 Σεπτεμβρίου ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στο Λαύριο και η επαναστατική επιτροπή ανέλαβε τη διακυβέρνηση του κράτους. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' παραιτήθηκε από το θρόνο αναχωρώντας για την Ιταλία και παραχωρώντας το θρόνο στο γιο του Γεώργιο Β'. Επιπλέον παραιτήθηκε η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου, η οποία και αντικαταστάθηκε από τη βραχύβια, μόλις μιας ημέρας, κυβέρνηση Χαραλάμπη που με τη σειρά της αντικαταστάθηκε από αυτή του Σωτήριου Κροκίδα. Ο Βενιζέλος, που βρισκόταν τότε στο εξωτερικό, αρνήθηκε να πάρει μέρος στην επαναστατική κυβέρνηση, αλλά συμφώνησε να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην Ευρώπη.

Η επαναστατική κυβέρνηση, έπειτα σύσταση του Βενιζέλου, δέχτηκε την παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία, κίνηση που υπαγορεύτηκε όχι από στρατιωτικούς αλλά από πολιτικούς λόγους και κυρίως για να μην υποχρεωθεί η Αγγλία να συγκρουστεί με την κεμαλική Τουρκία στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης. Η νέα επαναστατική κυβέρνηση αντιμετώπισε την ήττα με τον ίδιο τρόπο που πιθανότατα θα αντιδρούσαν και οι αντιβενιζελικοί αν ήταν στη θέση της: με την αναζήτηση προδοτών. Η δίκη, η καταδίκη και η εκτέλεση των έξι ηγετικών στελεχών, πολιτικών και στρατιωτικών, του κωνσταντινικού καθεστώτος με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας» συνέβαλαν στο να ηρεμήσει κάπως η οργή ενός λαού που έβλεπε τις θυσίες δέκα χρόνων συνεχούς πολέμου να χαραμιζονται.

Τα περισσότερα στελέχη της κυβέρνησης Γούναρη και ο ίδιος ο Γούναρης συνελήφθησαν, ενώ σε ογκώδη διαδήλωση στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 1922, απαιτήθηκε η άμεση εκτέλεση των υπευθύνων. Η λογική που είχε περάσει η επαναστατική επιτροπή στο λαό ήταν ότι η Ελλάδα δεν ηττήθηκε αλλά προδόθηκε. Τελικά, παρά τις έντονες αντιδράσεις των Ευρωπαίων και ιδίως της Αγγλίας, το αποτέλεσμα της λαϊκής αντίδρασης εξαιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής ήταν η εκτέλεση των 6 «αποδιοπομπαίων τράγων» της αντιβενιζελικής παράταξης και η ανακήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας. Είναι φανερό ότι οι επιλογές των ηγετών της αντιβενιζελικής παράταξης δεν ήταν εσκεμμένες πράξεις προδοσίας αλλά λαθεμένες πολιτικές στις οποίες συναινούσε και η βενιζελική αντιπολίτευση. Η εκτέλεσή τους επρόκειτο να βαραίνει για πολλά χρόνια τις μετέπειτα πολιτικές εξελιξεις στην Ελλάδα και να δώσει στον ανταγωνισμό μεταξύ βενιζελικών και βασιλικών μερικά από τα χαρακτηριστικά της βεντέτας.


Ως συμπέρασμα

H διαφωνία σχετικά με το στρατόπεδο που θα έπαιρνε η Ελλάδα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η εξωτερική έκφραση της διαφορετικής αντιληψης που είχε η κάθε παράταξη σχετικά με το ποιο θα έπρεπε να είναι το πολιτικό καθεστώς της Ελλάδας. Οι αντιβενιζελικοί απέρριπταν τη βασιλευομένη δημοκρατία με το βασιλιά «ποδοπατούμενο και εξυβριζόμενο» από τον κάθε κομματάρχη και τάσσονταν υπέρ της «δημοκρατούμενης βασιλείας». Αντίθετα οι Φιλελεύθεροι είχαν πολιτικά πρότυπά τους τα καθεστώτα της Γαλλίας και της Αγγλίας και υποστήριζαν ότι την ευθύνη της διοίκησης του κράτους θα έπρεπε να έχει ο δημοκρατικά εκλεγμένος από το λαό πολιτικός του οποίου η εξουσία νομιμοποιείται και τεκμηριώνεται έμπρακτα με την ψήφο εμπιστοσύνης από την πλειοψηφία της Βουλής. Οι βενιζελικοί, στην πλειονότητά τους, δεν απέρριπταν το θεσμό της βασιλείας, αλλά τόνιζαν ότι ο βασιλιάς δεν θα έπρεπε να μετατρέπεται σε κομματικό ηγέτη ούτε να παίρνει το μέρος κάποιας πολιτικής παράταξης αλλά θα έπρεπε να είναι σύμβολο ενότητας του έθνους.

Επιπλέον, οι δύο πολιτικές παρατάξεις είχαν διαφορετικές πολιτικές αξίες. Για τους Φιλελεύθερους άμεση προτεραιότητα ήταν ο εκσυγχρονισμός του κρατικού μηχανισμού με στόχο την προστασία της ιδιοκτησίας και του κεφαλαίου, στην ανάγκη με τη χρήση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, και η υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων. Αντίθετα οι αντιβενιζελικοί ήταν πιο κοντά στη συντηρητική πολιτική ιδεολογία (Κάτι που πέρα από την προσήλωση στο θεσμό της βασιλείας φαίνεται και από τη σφοδρή αντίθεσή τους στην καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του ελληνικού κράτους) και ήταν υπέρ του αυξανόμενου κρατικού παρεμβατισμού προκειμένου να αμβλυνθούν οι κοινωνικές αντιθέσεις. Ο αντιπλουτοκρατικός τους λόγος εκφράστηκε και με τη συστηματική χρήση και επίκληση της έννοιας του λαού σε αντιδιαστολή με τον όρο έθνος που είχε Ιδιοποιηθεί ο βενιζελισμός. Εκφραση του «λαϊκού αντιβενιζελισμού» ήταν η μετονομασία στις εκλογές του 1920 του κόμματος εθνικοφρόνων σε Λαϊκό Κόμμα το οποίο θα στέγαζε την πλειονότητα του αντιβενιζελικού χώρου κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. οι αντιβενιζελικοί πρόβαλαν μια μυθική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας από την οποία απουσίαζαν οι ταξικές διαιρέσεις. Ο βασιλιάς κατείχε κεντρική θέση σε αυτό το ιδεολογικό οικοδόμημα, για τη συνοχή του οποίου επιστρατεύθηκαν η θρησκεία και η Εκκλησία.

Από την άλλη, παρά τις διαφορές τους, πρέπει να επισημανθεί ότι το ρήγμα μεταξύ βενιζελικών - φιλοβασιλικών ήταν μια σύγκρουση εντός της αστικής κυρίαρχης ελίτ δίχως αμφισβήτηση του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος της χώρας, αντίθετα με το επόμενο μεγάλο ρήγμα του εικοστού αιώνα, το ρήγμα κομμουνιστών - αντικομμουνιστών που σημάδεψε τη δεκαετία του '40 και τα μετεμφυλιακά χρόνια. οι κομμουνιστές, που συνιστούσαν μια πολύ μικρή πολιτική ομάδα κατά το Μεσοπόλεμο, κατάφεραν να συνδεθούν με ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας κατά την Κατοχή και κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1947-1949) και αμφισβήτησαν την εξουσία των συνασπισμένων (αλλά διχασμένων κατά το Μεσοπόλεμο) συντηρητικών-φιλελευθέρων που υπερασπίζονταν το καπιταλιστικό-κοινοβουλευτικό καθεστώς.

Μια άλλη ομοιότητα των δύο παρατάξεων ήταν η προσπάθειά τους να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους την εκπροσώπηση του έθνους και να πείσουν ότι η πολιτική των «άλλων» δεν ήταν απλά λάθος αλλά υπέκρυπτε «εθνοπροδοτική» συμπεριφορά. Η ονομασία το 1915 του κόμματος του Δ. Γούναρη ως Κόμματος των Εθνικοφρόνων ήταν χαρακτηριστική για τη νέα τάση: η πολιτική διαφωνία εξισωνόταν με το έγκλημα της προδοσίας. Αυτή η Κληρονομιά του Εθνικού Διχασμού έμελλε να αποτελέσει χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας τουλάχιστον μέχρι τη Μεταπολίτευση, το 1974. Σε αυτό το πλαίσιο οι αντιβενιζελικοί κατηγορούσαν τους αντιπάλους τους ως όργανο των Αγγλογάλλων που είχαν αποκλείσει ελληνικά λιμάνια και κατείχαν περιοχές της Ελλάδας, ενώ αντίστοιχα οι Φιλελεύθεροι καταδίκαζαν την ουδετερόφιλη πολιτική των βασιλοφρόνων που ουσιαστικά ευνοούσε τους συμμάχους της Γερμανίας, Οθωμανούς και Βούλγαρους. Ειδικά, η παράδοση του οχυρού Ρούπελ, της Καβάλας και μέρους της Mακεδονίας στα βουλγαρικά στρατεύματα στοιχειοθετούσε, κατά τους βενιζελικούς, την προδοσία των αντιπάλων τους για χάρη τσυ «κληρονομικού εχθρού» του έθνους που ήταν οι Βσύλγαροι.

Όλοι οι πολιτικοί πρωταγωνιστές της εποχής είχαν μεγαλώσει με το όνειρο της Μεγάλης Ιδέας και αντιλαμβάνονταν ως μέρος της «εθνικής» αποστολής τους την προσπάθεια πραγματοποίησής της. οι συνεχείς αλληλοκατηγορίες για «εθνική προδοσία» υποδηλώνουν τη «σιγουριά» των δύο πολιτικών παρατάξεων για το ότι μόνο οι «δικές τους» πολιτικές ήταν αποτελεσματικότερες για την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων, κάτι που φαίνεται και από το ότι παρά την επίκληση της κοινοβουλευτικής νομιμότητας δεν δίσταζαν να την παραβούν (σε ορισμένες περιπτώσεις αξιοποιώντας τη βοήθεια άλλων κρατών) προκειμένου να τις επιβάλουν. Οπως έγινε φανερό παραπάνω, η πόλωση και ο φανατισμός τούς οδήγησαν σε εκτεταμένη χρήση βίας προκειμένου να επιβληθούν οι επιλογές τους. Σε αυτό το πλαίσιο αναδείχθηκαν η δράση παρακρατικών οργανώσεων και η σημασία του στρατού στην άσκηση της πολιτικής.

Συνοψίζοντας, οι πολιτικές εξελιξεις στην Ελλάδα την εποχή του Διχασμού και της μικρασιατικής εκστρατείας συνδέονται άμεσα με τις διεθνείς εξελίξεις και τα λεγόμενα «εθνικά θέματα». οι πολιτικοί ηγέτες της χώρας δεν κατόρθωσαν να συνεννοηθούν στο πλαίσιο του κοινοβουλευτισμού και η Ελλάδα οδηγήθηκε σε μια τεραστίων διαστάσεων κοινωνική τραγωδία: στο ξερίζωμα εκατοντάδων χιλιάδων χριστιανών της Μικράς Ασίας από τα σπίτια τους. Ενδεχομένως το αποτέλεσμα της μικρασιατικής εκστρατείας να ήταν διαφορετικό αν τα δύο αντιμαχόμενα μέρη της ελληνικής πολιτικής ελίτ μπορούσαν να παραμερίσουν το αβυσσαλέο μίσος που τους χώριζε και να συνεργαστούν προκειμένου να υπηρετήσουν αποτελεσματικότερα την ελληνική κοινωνία που εκπροσωπούσαν.


Ραϋμόνδος Αλβανός, επιστημονικός συνεργάτης Τμήματος Δημόσιων Σχέσεων και Επικοινωνίας, ΤΕΙ Δυτ. Μακεδονίας. (ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΚΕΣ, Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ "ΕΞΙ").