Η τελευταία Ορθόδοξη λειτουργία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ στην Αγία Σοφία, στις 29 Μαΐου 1453. O έσχατος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Κωνσταντίνος ΙΑ' Δραγάσης Παλαιολόγος, αφού προσευχήθηκε μαζί με τον λαό και απολογήθηκε για τα λάθη του, έφυγε για τα τείχη της πόλης όπου και έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 26 Μάϊου 1453, κι αφού προηγήθηκαν δύο γενικές έφοδοι χωρίς αποτέλεσμα, ο Μωάμεθ είχε στείλει πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη για να προτείνει στον αυτοκράτορα: «Να παραδώσει την Πόλη, αν θέλει τη ζωή του, και να απέλθει ανενόχλητος μετά των μεγιστάνων και των θησαυρών του στην Πελοπόννησο ή όπου αλλού θέλει και να σταματήσει τον απελπισμένο πόλεμο». Ο Κωνσταντίνος, τιμώντας τη ρίζα και τους προγόνους του, απάντησε: «Την Πόλη ούτε εγώ δύναμαι να παραδώσω, ούτε άλλος κανείς των εν αυτή κατοικούντων, διότι ομοφώνως και αυτοπροαιρέτως προτιμούμε τον θάνατο από την άδοξη ζωή». Ο Μωάμεθ, αποφάσισε τρίτη γενική έφοδο. Όταν το έμαθε ο Κωνσταντίνος, προσκάλεσε τους στρατηγούς του και σε κλίμα φόρτισης, τούς είπε: «Στα χέρια σας, παραδίδω το ταπεινωμένο σκήπτρο μου και την περίδοξο αυτή βασιλίδα των πόλεων, την Πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η οποία είναι η ελπίδα και η χαρά όλων των Ελλήνων».
Νωρίς το πρωί της 27ης Μαΐου, Κυριακή των Αγίων Πάντων, ο αυτοκράτορας, πήγε για τελευταία φορά στον ναό της Αγίας Σοφίας για να εκκλησιασθεί. Ο ναός ήταν κατάμεστος. Ο λαός μαζί με τον κλήρο προσεύχονταν για την σωτηρία του. Κλάματα και βοή κάλυπταν τις δεήσεις των διακόνων. Όσο η λειτουργία προχωρούσε, τόσο η ταραχή αυξάνονταν. Μέσα στη γενική θλίψη και στο φόβο, ο αυτοκράτορας έκανε την εμφάνισή του. Ο λαός παραμέρισε για να περάσει. Ο Κωνσταντίνος, προχώρησε προς το Άγιο Βήμα, χωρίς στέμμα, σκοτεινός και δακρυσμένος. Ο αυτοκράτορας προσευχήθηκε με κατάνυξη. Γονάτισε τρείς φορές μπροστά στην εικόνα του Δεσπότη Χριστού και της Θεοτόκου και στη συνέχεια, απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα, είπε με δυνατή φωνή: «Χριστιανοί, συγχωρήσατε με και ο Θεός ας σας συγχωρήσει». Αφού μετέλαβε, όλοι, με μια φωνή απάντησαν: Έσο συγχωρημένος!». Ο Κωνσταντίνος τους παρακίνησε να κοινωνήσουν και να δώσουν τον τελευταίο υπέρ πάντων αγώνα. «Εν τήδε τη ώρα» διηγείται ο Φραντζής, «τίς διηγήσεται τους τότε κλαυθμούς και θρήνους; Εάν από ξύλου άνθρωπος ή εκ πέτρας ήν, ούκ ηδύνατο μή θρηνήσαι».
Καθώς δυνάμωνε ο κρότος των σπαθιών και των ασπίδων, οι μητέρες αποχαιρέτησαν τα παιδιά τους και οι σύζυγοι τις συζύγους τους. Ο αυτοκράτορας με τη συνοδεία του, αναχώρησε από το ναό της Αγίας Σοφίας για τα ανάκτορα κι από εκεί κατευθύνθηκε στα τείχη, όπου γράφτηκε η τελευταία πράξη του δράματος. ..
H πόλις εάλω!
Οι Τούρκοι, σφάζοντας, λεηλατώντας και αιχμαλωτίζοντας, έφτασαν στο ναό της Αγίας Σοφίας. Βρήκαν τις πύλες κλειστές και επιχείρησαν να τις ανοίξουν με τσεκούρια. Οι θρήνοι από το εσωτερικό του ναού, δυνάμωναν, με κάθε τσεκουριά. Φωνές παιδιών και μοιρολόγια.
Έξαφνα, μια δυνατή φωνή ακούστηκε: «Όσοι πιστοί, παύσετε τους κλαυθμούς και ακροασθήτε των λόγων μου!». Ήταν ο Πατριάρχης Γεννάδιος. Όρθιος στον άμβωνα, με τα χέρια τεντωμένα πάνω από χιλιάδες κεφάλια...
«Εάν εκρημνίσθη, η Αυτοκρατορία των Ρωμαίων, η παναγιωτάτη όμως θρησκεία των Γραικών-όχι!-μα τις πολλές παντοειδείς δυστυχίες σας, μα το αθώο αίμα, το οποίο χύθηκε κι ακόμη θα χυθεί-δεν καταβλήθηκε ούτε θα καταβληθεί έως ότου υπάρχει ουρανός και γη. Τα προσκυνήματά σας αλλάζουν θέση, το ιερό αυτό θυσιαστήριο μετατοπίζεται ήδη, αλλά η πίστη, η μέλλουσα να σας σώσει, διαφυλάχτηκε από ανήκουστους κινδύνους, και με τον τρόπο αυτό διαφυλαχθείσα θα σας διαφυλάξει.. ...Και λοιπόν αδελφοί, παυσάμενοι τους γογγυσμούς, υπακούστε με θρησκευτική μεγαλοψυχία και σε τούτο το θέσπισμα του Υψίστου! Ναι, βέβαια, γινόμαστε αιχμάλωτοι, αλλά θα είμαστε ελεύθεροι εν πνεύματι Κυρίου. Θα γίνουμε αναγκαστικά και αληθινά ταπεινοί, αλλά θα 'ρθεί ο καιρός που θα ξανασηκωθούμε. Ο Θεός μαζί μας! Ακούστε τι σας φωνάζει ο Θεός από το άγιο βήμα: «Υπάγω και έρχομαι προς υμάς. και υμείς ουν λύπην μεν νυν έχετε. Πάλιν δε όψομαι υμάς και χαρήσεται υμών η καρδία και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ' υμών». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Ευαγγελίου, τα οποία ακούσθηκαν στον Ναό Της του Θεού Σοφίας...
Ο Μωάμεθ στην Αγία Σοφία
Τρεις μέρες μετά την πτώση της Πόλης, ο Μωάμεθ, μπήκε στον ναό της Αγίας Σοφίας. Έστησε την σημαία του στο Ιερό Βήμα και απηύθυνε το πρώτο μωαμεθανικό κάλεσμα για προσευχή, μέσα στο ναό της χριστιανοσύνης
Σύμφωνα με την παράδοση, ένας από τους αγάδες του Σολάκ, αφού σκότωσε με το αριστερό του χέρι έναν «άπιστο», έβαψε με το αίμα του και το δεξί του χέρι. Στη συνέχεια, παρόντος του Μωάμεθ, πήδηξε ψηλά και αποτύπωσε το όλο αίματα χέρι του σε μία μαρμάρινη στήλη, αποτύπωμα που είναι ευδιάκριτο, ακόμη και σήμερα. Άλλη παράδοση αναφέρει ότι το αποτύπωμα ανήκει στο χέρι του Μωάμεθ..
Όπως και να 'χει, ο κατακτητής της Βασιλίδας των Πόλεων, κρατώντας ένα τετραπτέρυγο βέλος, τόξευσε στο κέντρο του θόλου είπε: «Τούτο είναι το εμόν σημείον». Στη συνέχεια, μιλώντας με λόγια θαυμασμού για τον ναό, είπε ότι αξίζει να γίνει ευκτήριος οίκος του Ισλαμισμού, που άλλος στον κόσμο να μην υπάρχει όμοιός του σε μεγαλοπρέπεια. Διέταξε λοιπόν να πλύνουν τα αίματα των «απίστων», να τον θυμιάσουν και να οικοδομηθούν ένας άμβωνας κι ένας μιναρές. Όσα διέταξε, έγιναν. Τότε, παρουσία του Μωάμεθ, τελέσθηκε στην Αγία Σοφία-τζαμί πλέον-η προσευχή της Παρασκευής «Χουτβά». Τον Μωάμεθ συνόδευαν οι μουσουλμάνοι ιμάμηδες Άη Σαμσεδίν και Καρά Σαμσεδίν. Ο πρώτος τοποθέτησε στο κεφάλι του Μωάμεθ την τιάρα, την οποία ο ίδιος φορούσε, αφού της πρόσθεσε ένα φτερό ερωδιού και στη συνέχεια του έδωσε στο χέρι ένα γυμνό ξίφος. Κατόπιν, ο Άη Σαμσεδίν ανέβηκε στον άμβωνα και είπε την Χουτβά μ' όλη τη δύναμη του, υμνώντας τον Αλλάχ. Όταν κατέβηκε από τον άμβωνα, ζήτησε να λάβει το αξίωμα του Ιμάμη της Αγίας Σοφίας. Ο Μωάμεθ δεν του το αρνήθηκε.
Ο ναός απογυμνώθηκε από τα χριστιανικά του σύμβολα και τα πολύτιμα σκεύη του. Αλλες εικόνες καταστράφηκαν κι άλλες καλύφθηκαν με κονιάματα. Η Παναγία του
Τέμπλου, κατά το δημοτικό τραγούδι, ταράχθηκε: «... Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ 'άγια Παπάδες, πάρτε τα ιερά και σεις, κεριά, σβηστείτε. Γιατί είναι θέλημα θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά να' ρθούν τρία καράβια: το 'να να πάρη το Σταυρό και τ' άλλο το Ευαγγέλιο, το τρίτο το καλύτερο την άγια τράπεζά μας. H Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες. -Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύξης, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά. μας είναι.
Έτσι τελείωσε η χριστιανική ζωή του μεγαλύτερου και λαμπρότερου οικοδομήματος στον κόσμο.
Πηγή κειμένου: Ευγενία Γαβριηλίδου - ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ , το αιώνιο σύμβολο της Ορθοδοξίας 1500 χρόνια από την ανέγερση της