Δευτέρα, Οκτωβρίου 11, 2021

Μέγαρα: Η γέννηση του παιδιού και η είσοδός του στον κοινωνικό βίο


Η γέννηση παιδιού στη μεγαρική οικογένεια δρομολογούσε ενέργειες, που τα έθιμα επέβαλαν, καθώς και συναισθήματα που η άδολη μεγαρική καρδιά τα εκδήλωνε παντοιοτρόπως.


Αν το πρώτο παιδί ήταν αγόρι, τότε σε όλο το σόι του πατέρα και της μάνας επικρατούσε χαρά, αγαλλίαση, υπερηφάνεια. Το κορίτσι η οικογένεια το δεχόταν με σκεπτικισμό και προβληματισμό.

Προτού όμως κρίνουμε τις συμπεριφορές αυτές, καλόν είναι να μεταφερθούμε στις δύσκολες εκείνες εποχές, όπου το κορίτσι, λόγω της επικρατούσας ηθικής τάξης, ήταν υποχρεωμένο να παραμένει κλεισμένο στο σπίτι, και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να συνεισφέρει στα οικονομικά της οικογένειας.

Αντίθετα, το αγόρι «έβγαινε» νωρίς στην αγορά εργασίας και με την εργατικότητά του βοηθούσε στη βελτίωση των εσόδων της οικογένειας. Το αγόρι ήταν ο στυλοβάτης των αδελφών, γι' αύτό ήταν και υποχρεωμένο να παντρέψει όλες τις αδελφές του, ανεξάρτητα αν ήταν μικρότερές του, και μετά να σκεφθεί για τη δική του αποκατάσταση.

Η «μαμή» λοιπόν προσέφερε τις μαιευτικές της υπηρεσίες στην επίτοκο και οι οικείοι της οικογένειας την τρίτη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού προσέρχονταν να παρακολουθήσουν το πλύσιμο του μωρού, που ήταν έργο τής «μαμής». Τη διαδικασία αυτή οι Μεγαρίτες την αποκαλούσαν «κολυμπίδια».

Μπάνιο στο μωρό μας λοιπόν από τη «μαμή». Τα νερά που έπλεναν το νεογέννητο τα μάζευαν και τα έχυναν στη θάλασσα. Οι παριστάμενοι συγγενείς τις ευχές τους τις συνόδευαν και με χρηματικά φιλοδωρήματα, τα οποία τα έπαιρνε η «μαμή», ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην επίτοκο και το νεογέννητο. Την πράξη αυτή της κατάθεσης των φιλοδωρημάτων οι Μεγαρείς την αποκαλούσαν «στέρνιασμα».

Σαράντα ημέρες μετά από τη γέννηση του παιδιού η μητέρα του (λουσμένη και ντυμένη με την καλή της φορεσιά) έπαιρνε στην αγκαλιά της το μωρό της, τυλιγμένο στην καλή της κουβέρτα και προσερχόταν στην εκκλησία της ενορίας της για να πάρει ευχή). Στην πορεία της πρός την εκκλησία, προηγείτο ένα αγοράκι. Έως έκείνη την ημέρα, η γυναίκα (λεχώνα) δεν είχε βγει από το σπίτι της.

Η περιποίηση του μωρού, η φροντίδα του, ήταν η πρώτη προτεραιότητα για τη μάνα του, χωρίς όμως να αποτελεί εμπόδιο, ώστε να παραμελεί τις άλλες υποχρεώσεις που την επιφόρτιζαν οι δύσκολες καθημερινές ανάγκες, που ήσαν πολλές, ποικίλες και επίπονες.

H αποκλειστική τροφή του μωρού στους πρώτους μήνες τής ζωής του ήταν το μητρικό γάλα. Οι Μεγαρίτισσες θήλαζαν τα παιδιά τους έως και 24 μήνες, που σε κάποιες περιπτώσεις ανερχόταν στους 36 μήνες.

Το βρέφος το τύλιγαν (το φάσκιωναν) με πανιά (τις φασκιές) αφήνοντας εκτός μόνο το κεφάλι του. Και τα παιδιά μεγάλωναν μέσα σε μια ιεραρχημένη οικογένεια, όπου ο παππούς και η γιαγιά είχαν ισότιμη θέση με τον πατέρα και τη μάνα.Η γιαγιά με τα παραμύθια της, ο παππούς με τις σοφές συμβουλές του, σφυρηλατούσαν τον χαρακτήρα της νέας, του νέου μεγαριτόπουλου και χαλύβδωναν την θέλησή του.

Και ο αγώνας αρχίζει.

Εγγραφή στην πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου, για να μάθουν τα μεγαριτόπουλα ανάγνωση και γραφή.

Για τα κορίτσια ο σχολικός βίος είναι βραχύτατος έως και ανύπαρκτος, αφού αρκετά μένουν αναλφάβητα. Η πλειονότητα βγάζει, δεν βγάζει την Τρίτη τάξη του Δημοτικού. Οι τυχερές, που είναι λίγες, φθάνουν έως την Έκτη τάξη του Δημοτικού.

Τα αγόρια σε μεγάλο ποσοστό φθάνουν έως την Έκτη τάξη του Δημοτικού και μετά ο αγώνας για την επιβίωση. Ελάχιστοι συνεχίζουν στο Σχολαρχείο.

Όπως διηγούνται, σπανιότατα συναντούσες μεγαριτόπουλο στις αρχές του 1900 στο Γυμνάσιο και στο Πανεπιστήμιο.

Για να φθάσουμε στη δεκαετία του 1930, όπου οι Μεγαρίτες, οι οποίοι είχαν ξενιτευτεί στην Αμερική και είχαν ιδρύσει το Σύλλογο «Ο Βύζας», χρηματοδοτούν την ανέγερση ενός θαυμάσιου νεοκλασικού κτηρίου, όπου στεγάσθηκε το Γυμνάσιο Μεγάρων. Πρόκειται για το κτήριο που σήμερα στεγάζει το 2ο Γενικό Λύκειο Μεγάρων. Το κτήριο αυτό κατά καιρούς, κυρίως την εποχή του εμφυλίου, στέγαζε και μαθητές του Δημοτικού Σχολείου.

Με την πάροδο του χρόνου τα μεγαριτόπουλα ανοίγουν τα φτερά τους και αναζητούν πηγές μάθησης. Έτσι ο αριθμός των μαθητών του Γυμνασίου αυξάνει προοδευτικά.

Στη δεκαετία του 1950, το Γυμνάσιο Μεγάρων λειτουργεί, όπως και όλα τα Γυμνάσια της χώρας μας, ως οκτατάξιο. Οι απόφοιτοι του εξαταξίου Δημοτικού Σχολείου, μετά από εισαγωγικές εξετάσεις, εισάγονται στην Τρίτη τάξη του Γυμνασίου, για να καταλήξουν μετά από έξι χρόνια φοίτησης στην όγδοη τάξη.

Το σχολικό έτος 1952-1953 εισάγονται στο οκτατάξιο Γυμνάσιο Μεγάρων 86 μαθητές και μαθήτριες, για να στεγασθούν σε μια αίθουσα όλοι, προκειμένου να παρακολουθούν τις παραδόσεις των καθηγητών τους. Οι 86 αυτοί μαθητές και μαθήτριες της Τρίτης τάξης του 1952, κατέληξαν στην όγδοη τάξη, το σχολικό έτος 1957-1958, 18 (12 μαθητές - 6 μαθήτριες).

Το μαθητικό πηλίκιο, με την κουκουβάγια, ειναι το χαρακτηριστικό της εμφάνισης του μαθητή. Η μπλέ ποδιά, με το άσπρο γιακαδάκι και τα άσπρα σοσόνια, είναι η σεμνή ενδυμασία της μαθήτριας στη σχολική της ζωή. Η «φουφούλα» που έφθανε στον αστράγαλο είναι η φόρμα που ενδύεται η μαθήτρια την ώρα της άθλησής της.

Το πόσο δύσκολα ήταν αυτά τα μεταπολεμικά χρόνια από το 1945 και μετά, και κυρίως τα χρόνια του εμφυλίου, είναι δύσκολο να περιγραφεί.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τις δύσκολες συνθήκες της φοίτησης σε αίθουσες παγωμένες, όπου ο δάσκαλος ενστάλαζε στις ψυχές των μαθητών του τα νάματα της πίστης και της ελληνικότητας.

Παράλληλα οι δάσκαλοι είχαν αναλάβει κάθε πρωί να μοιράζουν γάλα στους μαθητές τους και πλακάκια σοκολάτας, που η αμερικάνικη βοήθεια χορηγούσε, καθώς και σταφιδόψωμο.

Υπήρχαν όμως και οι δυσάρεστες προσφορές που με δυσκολία δέχονταν οι μαθητές, αφού οι δάσκαλοι τους υποχρέωναν να καταπίνουν σφαιρίδια που περιείχαν μουρουνέλαιο, να εμβολιάζονται σε τακτά διαστήματα και να εξετάζονται από οφθαλμιάτρους, για να διαπιστωθεί αν πάσχουν από τραχώματα.

Όσοι έπασχαν από τραχώματα φοιτούσαν σε ειδικό σχολείο, στο σχολείο του Τσάκωνα, που είχε κτισθεί στο χώρο όπου σήμερα στεγάζεται το Δημαρχείο.

Σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια τα μεταπολεμικά, τα εμφυλιοπολεμικά και μετεμφυλιοπολεμικά, τα μεγαριτόπουλα έβρισκαν ώρες γαλήνης και παρηγοριάς στα κατηχητικά σχολεία που η τοπική εκκλησία λειτουργούσε με αγάπη.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 παράλληλα με τη δανειστική βιβλιοθήκη των κατηχητικών σχολείων ιδρύεται ο Σύλλογος «Θέογνις», όπου τα μεγαριτόπουλα ξεδιψούν και με την ανάγνωση των βιβλίων από τη βιβλιοθήκη του Συλλόγου.

Έτσι η ζωή κυλούσε με τις δυσκολίες της και τα καθημερινά προβλήματα αντιμετωπίζονταν με καλή καρδιά και χωρίς άγχος. Οι απαιτήσεις των Μεγαριτών ήταν ελάχιστες, ενώ των παιδιών μηδαμινές. Αν τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα τους αγόραζαν παπούτσια, τα παιδιά ήταν ευτυχισμένα. Αν όχι, δεν ήταν δυστυχισμένα. Τα όσα τούς παρείχε η μεγαρική γη και η αυλή τους ήταν αρκετά για την επιβίωσή τους και όλοι ήταν ικανοποιημένοι.

Στα παιδιά, κατά την ολιγόχρονη σχολική τους πορεία, αρκούσε, στα πρώτα βήματά τους, η πλάκα και το κονδύλι, για να γράφουν την Αλφαβήτα που μάθαιναν στην 1η δημοτικού.Η εγγραφή γινόταν στο 7ο έτος της ηλικίας τους. Στη Δευτέρα την πλάκα και το κονδύλι τα αντικαθιστούσε το τετράδιο και το μολύβι.

Στην Τετάρτη ο μαθητής χρησιμοποιούσε πέννα και μελανοδοχείο.

Στην Πέμπτη ο μαθητής προμηθευόταν την πέννα X και το τετράδιο καλλιγραφίας, όπου καλλιγραφούσε ρητά με διαχρονική αξία.

«Έν τούτω νίκα»

«Μηδέν άγαν»

«Μέτρον άριστον»

«Ώ ξειν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοίς κείνων ρήμασι πειθόμενοι»

Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά»

Αυτά και άλλα, συνδυαζόμενα με τα κατάλληλα κείμενα του Γεροστάθη (κείμενα γραμμένα από το Λέοντα Μελά), τη Διάπλαση των Παίδων του Ξενόπουλου και τις ωραιότατες διηγήσεις του αναγνωστικού, που διαβαζόταν κάθε πρωί την πρώτη διδακτική ώρα από όλους τους μαθητές δυνατά για την απόκτηση ορθοφωνίας και ικανότητα κατανόησης, σφυρηλατούσαν τον χαρακτήρα τους.

Κάθε Σάββατο πρωί μέσα στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα περιλαμβανόταν και η ανάγνωση της ευαγγελικής Περικοπής της Κυριακής που ακολουθούσε.

Την Κυριακή το πρωί οι μαθητές μετέβαιναν ομαδικώς στην Εκκλησία, υπό τη συνοδεία του δασκάλου τους, για να λειτουργηθούν.

Το Αναγνωστικό κάθε τάξεως περιείχε κείμενα από τη θρησκευτική ζωή και την ελληνική ιστορία. Το πρωί πριν από την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους οι μαθητές προσεύχονταν ομαδικώς.

Το εκπαιδευτικό σύστημα, σύμφωνα με τα σημερινά κρατούντα, ήταν αυταρχικό. Οι δάσκαλοι χρησιμοποιούσαν τη βέργα, ως μέθοδο σωφρονισμού.

Αυτόν που συλλαμβανόταν αδιάβαστος ή άτακτος, ο δάσκαλος τον τιμωρούσε κτυπώντας τον στις παλάμες και στα πόδια με τη βέργα, που άποτελούσε απαραίτητο «εκπαιδευτικό υλικό» κάθε τάξης.

Στα κορίτσια επέβαλαν οι ανάγκες να καταγίνονται με τις δουλειές του σπιτιού από μικρή ηλικία, αφού η γιαγιά και η μάνα δούλευαν στους αγρούς και στ' αμπέλια.

Τα αγόρια από τα 12 τους χρόνια δούλευαν στους αγρούς, ενώ τα καλοκαίρια έφευγαν με τους μεγαλύτερους για την περιβόητη, μηνιαία και πλέον, μετανάστευσή τους στον κάμπο της Βοιωτίας, προκειμένου να εργασθούν ως θεριστές στους σιτοβολώνες των Βοιωτών γαιοκτημόνων. Μια εργασία που άρχιζε το πρωί στις 6 έως το βράδυ στις 8, μέσα σε ένα απέραντο κάμπο, που δεν τον σκίαζε ούτε ένα δένδρο.
Η μεσημεριανη διακοπή γινόταν μέσα στο λιοπύρι, για να γευματίσουν, κυρίως, με σαρδέλες, νερόβραστα κολοκύθια και άφθονο ψωμί (κάπου κάπου και τυρί) που παρείχε ο αφέντης κτηματίας.

Τα δωδεκάχρονα αγόρια, που ακολουθούσαν τους θεριστές, δεν ήταν σε θέση να χειρισθούν το δρεπάνι και, με την ανοχή του αφεντικού, μάζευαν τα  στάχυα που έπεφταν από το θερισμό, για να τα κοπανίσουν το βράδυ ξεχωρίζοντας έτσι το στάρι, το οποίο αποθήκευαν στο σακί τους, για να το φέρουν στα Μέγαρα.

Αυτά τα παιδιά δεν υπολογίζονταν ως θεριστές (χαρακτηρίζονταν σταχολόγοι) και ήταν εκτός προγραμματισμού για τα γεύματα. Έτσι έμεναν εκτός του κύκλου των ανδρών κατά τη διάρκεια των γευμάτων και σιτίζονταν από το ψωμί που τους έδιναν οι συγγενείς τους θεριστές, από τα περισσεύματα της «τράπεζας».

Ήλιος καυτός, κάμπος άδενδρος, 14ωρη κοπιώδης εργασία, που οι Μεγαρείς θεριστές υπέμεναν καρτερικά προφυλασσόμενοι απο τον καύσωνα με τα πλατιά καπέλα τους («στσιάθια» τα έλεγαν) και τις ολόμαλλες χνουδωτές φανέλλες που φορούσαν κατάσαρκα.

Και οι ημέρες κυλούσαν βασανιστικά μεν, ήρεμα δε με προσμονή την επάνοδο στη μεγαρική γή με λάφυρα το στάρι της χρονιάς, που εξασφάλιζαν με αμοιβή τον κόπο τους και με χλωρά ρεβύθια που έφερναν ως δώρο στους προσφιλείς τους.
H μετάβαση στη Θήβα γινόταν διά μέσου του όρους «Πατέρα» και με πεζοπορία, αφού στα γαϊδουράκια της ομάδας είχαν φορτώσει τα χρειώδη που απαιτούνταν για την διαμονή τους στον κάμπο της Βοιωτίας (κλινοσκεπάσματα, κ.λπ.).

Ας σημειωθεί ότι η νυχτερινή κατάκλισή τους γινόταν στο έδαφος.

Πηγή κειμένου: Χρυσόστομος Σύρκος "Ο Μεγαρίτης, η Μεγαρίτισσα" Μέγαρα 2011