| Ο γαμπρός με τη νύφη, τα συμπεθεριά, τα όργανα και οι καλεσμένοι ξεκινούν |
Αλλάζουνε τη νύφη μας της βάζουν τα καλά της, την καμαρώνει η μάνα της και τα πεθερικά της.
Άσπρα είν' τα ρούχα που φορεί
άσπρη κι η φορεσιά της άσπρα λουλούδια πέφτουνε απ' την περπατησιά της. Πως πρέπουν τα τριαντάφυλλα μες στην χρυσή την κούπα, έτσι μοιάζει κι η νύφη μας στα νυφικά της ρούχα.
Σήμερα πέντε ποταμοί ειναι σταματημένοι κι η νύφη απ' το σπίτι της εγν' αποχωρισμένη.
Το μεσημέρι της Κυριακής αρχίζουν να συγκεντρώνονται οι καλεσμένοι στα σπίτια των μελλονύμφων. Πρώτοι καλεσμένοι είναι οι οργανοπαίχτες, που κάνουν και την έναρξη του γλεντιού. Το πρώτο τραγούδι το αποδίδουν οι ίδιοι με τη βοήθεια καλλιφώνων καλεσμένων:
Μας περηφανεύτει ο ήλιος που παντρεύεται η Μαριώ και του θάμπωσε το φώς του με τα μάτια της τα δυό.
Που πας Ελένη και Μαριώ βιολιά βαρούν και πάω να ιδώ.
| Φεύγοντας από το σπίτι τα όργανα παίζουν |
Αφού συγκεντρωθεί όλο το συμπεθεριό στο σπίτι του γαμπρού ξεκινούν με τα όργανα και πάνε στο σπίτι του κουμπάρου. Τον παίρνουν και ξαναγυρίζουν στο σπίτι του γαμπρού. Τον κουμπάρο τον συνοδεύουν δυό παιδιά που το ένα κρατάει τις λαμπάδες και το άλλο τα κουφέτα με τα στέφανα. Άλλα παιδιά κρατούν διάφορα δώρα για τη νύφη.
Όταν τελικά οριστεί η μέρα του γάμου, που συνήθως ειναι Κυριακή, αρχίζει η χαρά στα Μέγαρα από την Πέμπτη της εβδομάδας. Από αυτή την ημέρα η νύφη βουτάει το μικρό της δάχτυλο σ' ένα κίτρινο χρώμα που λέγεται κ ν ά ς και σημαίνει ότι άπ' αυτή την ημέρα είναι μελλόνυμφη διακρίνεται δε από τις άλλες κοπέλες. Ακόμα την ίδια ημέρα η νύφη εκθέτει την ποικιλία των προικιών της τοποθετώντας τα σε καλλιτεχνικό σωρό, γιούκο, όπου τρείς γυναίκες από το σόϊ του γαμπρού την επισκέπτονται και ραίνουν το γιούκο με βαμβάκι αξεκούκιστο, ρύζι, κουφέτα, αμύγδαλα και τελικά τον ασημώνουν με φλουριά η χαρτονομίσματα και σήμερα με λίρες.
Συγχρόνως ο γαμπρός με τον πεθερό του πάνε στο συμβολαιογράφο και, σύμφωνα με το προσύμφωνο, το ξωφύλλι, υπογράφουν τα οριστικά συμβόλαια της προίκας, οπότε ο πεθερός καταθέτει στο γαμπρό και τα μετρητά, αν βέβαια τα ανέφερε το ξωφύλλι. Συνήθως όμως ο γαμπρός είτε από ευχαρίστηση, είτε από οικονομική του ευχέρεια, ή ακόμα επειδή ο πεθερός του αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και έχει να παντρέψει κι άλλα κορίτσια, του επιστρέφει ένα μέρος από τα μετρητά, ώστε να μαθευτεί την επομένη στους συγχωριανούς του και να πούν ότι ο τάδε γαμπρός δώρησε στον πεθερό του τόσα. Μετά την υπογραφή του συμβολαίου γίνεται ένα μικρό συμπόσιο, που τις περισσότερες φορές καλούν και όργανα. Μάλιστα εγώ έτυχα σε μιά τέτοια περίπτωση ενός γαμπρού μοναχογιού που κατά επιθυμία του πατέρα του πήγαμε με τα όργανα στο συμβολαιογραφείο.
Την επομένη ημέρα, την Παρασκευή, μαζεύονται τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και στο σπίτι της νύφης τα κορίτσια της γειτονιάς τους και πιάνουν τα προζύμια για το ψωμί που θα φάνε οι καλεσμένοι στο τραπέζι του γάμου, καθώς και για τα καλέσματα του γάμου, τα κ α τ σ ο υ λ έ ρ ι α που γίνονται με μεγάλη τέχνη, ανάλογα με τις καλλιτεχνικές ικανότητες των κοριτσιών.
Τα κατσουλέρια αναλαμβάνουν να τα μοιράσουν στο χωριό σαν κάλεσμα οι κοπέλες. Αυτό γίνεται την Κυριακή το πρωί. Άν όμως θέλουν να καλέσουν και άλλους στην τελετή του γάμου χωρίς να καθήσουν στο επίσημο γεύμα, δεν τους στέλνουν κατσουλέρια, αλλά απλώς μιά μπουμπουνιέρα με κουφέτα. Το πράγμα όμως παίρνει ακόμα πιο επίσημη μορφή, όταν ο γαμπρός επισκεφθεί προσωπικά τους χωριανούς του μετά από το κάλεσμα με κατσουλέρια και μπουμπουνιέρες.
Μετά όλοι μαζί, γαμπρός, κουμπάρος και συμπέθεροι ξεκινούν για το σπίτι της νύφης. Της όλης πομπής προπορεύονται ένα ή και περισσότερα κάρα η αυτοκίνητα στολισμένα με υφαντά, ανάλογα με την αξία της προίκας που διαθέτει η νύφη για τον γαμπρό. Εάν είναι κάρα η μητέρα του γαμπρού βάζει στο μέτωπο των ζώων μεταξωτά άσπρα μαντήλια, ενώ αν είναι αυτοκίνητα τα κρεμάει στο καπό τους. Οι οργανοπαίχτες σ' όλη τη διαδρομή παίζουν μια μελωδία που λέγεται νυφιάτικη πατινάδα ή Χ ι τ ζ α ϊ ρ ι . Λένε ότι είναι τούρκικο μάρς. Κατά πόσο αληθεύει δε γνωρίζω. Υπάρχουν όμως κι άλλες πατινάδες νυφιάτικες που παίζουν οι βιολιτζήδες κατά την επιστροφή από τα στέφανα.
Μόλις φτάσει το συμπεθεριό στην αυλόπορτα της νύφης τραγουδάει τις εξής πατινάδες: Άνοίχτε μας την πόρτα σας και δώστε μας την κόρη και δώστε μας την πέρδικα που κελαϊδεί στα όρη. Για δώστε μας τη νύφη μας το όμορφο περιστέρι πούρθ' ο γαμπρός, πούρθ' ο αητός για να την κάνει ταίρι.
Φωνάχτε και τη μάνα της να 'ρθεί να τήνε ζώσει και να της δώσει την ευχή και να την καμαρώσει. Έβγα νυφούλα μας καλή κι όμορφο περιστέρι ήρθ' ο γαμπρός, ήρθ' ο αητός που θα σε κάνει ταίρι.
Τότε ο πατέρας της νύφης που κρατάει ένα ρογάκι με ποτό κερνάει κατά σειρά το γαμπρό, τον κουμπάρο, την κουμπάρα, τον πατέρα του γαμπρού και όσους προφτάσει μέχρις ότου σωθεί το ποτό. Έπειτα βάζει ένα φλουρί -σήμερα λίρα- στο πέτο του γαμπρού, τον ασπάζεται και τον περνάει στην αυλή. Εκεί περιμένει η μητέρα της νύφης κρατώντας ένα κάνιστρο που περιέχει μπαμπάκι αξεκούκιστο, ρύζι, κουφέτα και ραίνει τον γαμπρό. Με τη σειρά της του κρεμάει κι αυτή ένα φλουρί, τον ασπάζεται και τον οδηγεί στην πόρτα του δωματίου της νύφης, ενώ τα όργανα εξακολουθούν να παίζουν την ίδια πατινάδα. Στην πόρτα του δωματίου παραστέκει ένας στενός συγγενής της νύφης, συνήθως νέος, που έχει κρεμασμένο στο λαιμό του ένα μεγάλο μαντήλι (Καλαμάτα) και στα χέρια ένα ποτήρι με μέλι και γουλιές από αμύγδαλο. Εκεί γίνεται ένα αστείο παιγνίδι, όπου ο νέος, ενώ προσφέρεται να κεράσει με μέλι το γαμπρό, τον εξαπατά και το προσφέρει σε άλλον. Το ίδιο συνεχίζεται ώσπου να σωθεί σχεδόν το μέλι με το αμύγδαλο. Τελικά ο νέος δίνει το ποτήρι στο γαμπρό κι εκείνος βουτώντας το μικρό του δάχτυλο κάνει ένα σταυρό στο αριστερό μέρος της πόρτας ένα στο δεξιό κι έναν στη μέση. Στη συνέχεια ο νέος προσφέρει στο γαμπρό ένα ξερό ρόδι, που αφού το χτυπήσει πάνω στους τρείς σταυρούς το πετάει πίσω του.Πολλές φορές όμως το ρόδι αυτό αν δεν προφτάσει να το πιάσει στα χέρια του κάποιος ευκίνητος νέος, πέφτει ή σε κανένα κεφάλι καλεσμένου ή και σε κανένα όργανο που συχνά το αχρηστεύει.
Τη στιγμή αυτή οι οργανοπαίχτες αλλάζουν μελωδία και παίζουν τα πρ ο ι τ σ ί α , όπως λένε. Η τελετή της υποδοχής του γαμπρού που περιέγραψα λέγεται στα Μέγαρα "το μπόγιασμα του γαμπρού".
Αφού λοιπόν ο γαμπρός πετάξει το ρόδι, ο νέος βγάζοντας το μαντήλι από το λαιμό του, το πετάει στους ώμους του γαμπρού και τον τραβάει στο δωμάτιο της νύφης. Τώρα πώς υποδέχεται η νύφη τον γαμπρό δεν είδα ποτέ μου, γιατί σαν βιολιτζής που ήμουν δεν κατόρθωσα ποτέ να εισχωρήσω στο νυφικό δωμάτιο. Πάντως εξ ακοής μπορώ να πω ότι δεν είναι και τόσο ευκαταφρόνητη. Μια συντροφιά από δροσερές κοπέλες, φιλενάδες της νύφης, περιτριγυρίζουν τον γαμπρό. Είναι οι ίδιες που στόλισαν τη νύφη.
Τους συγγενείς του γαμπρού τους υποδέχεται ο πεθερός του μ' ένα πρόχειρο τραπέζι από μεζεδάκια, εκλεκτή μεγαρίτικη ρετσίνα και διάφορα άλλα ειδικά για την περίπτωση αυτή, όπως στραγάλια με σταφίδες και φυστίκια. Οι συμπεθέροι πίνουν το κρασί κάνοντας την ευχή «τίμια και καλά στέφανα» εννοώντας ότι ο γαμπρός δεν θα έχει πειράξει τη νύφη πριν τα στέφανα. Όσοι από τους νέους και τα κορίτσια έχουν μητέρα και πατέρα αναλαμβάνουν τη φόρτωση των προικιών τα οποία τα παλιά χρόνια αποτελούνταν από δύο μπαούλα (κασέλες) φτιαγμένα από τεχνίτη του χωριού. Σήμερα όμως ειναι τόσα πολλά που είναι περιττά τα μπαούλα.
Αφού φορτωθούν πρώτα τα βαριά έπιπλα ακολουθεί ο ρουχισμός που γίνεται με επιδεικτικό τρόπο για να τον βλέπουν τόσο οι συγγενείς του γαμπρού όσο και οι άλλοι καλεσμένοι. Στο διάστημα αυτό οι οργανοπαίχτες επαναλαμβάνουν τη μελωδία "τα προιτσία".
Μόλις τελειώσει το φόρτωμα των προικιών στα κάρα, και σήμερα στα αυτοκίνητα ανεβάζουν επάνω μερικά αγοράκια που σημαίνει ότι η νύφη επιθυμεί ν' αποκτήσει αγόρια.
Η πομπή λοιπόν είναι έτοιμη για την Εκκλησία. Ο γαμπρός με τη νύφη, τα συμπεθεριά, τα όργανα και οι καλεσμένοι ξεκινούν. Ο γαμπρός κρατάει τη νύφη από το χέρι, ο κουμπάρος από το άλλο μέρος τον γαμπρό και η κουμπάρα τη νύφη. Ποτέ ο κουμπάρος δεν στεφανώνει αν δεν έχει μαζί του γυναίκα. Αν είναι παντρεμένος θα έχει τη δική του γυναίκα, αν είναι ελεύθερος την αδελφή του ή κάποια στενή συγγενή του.
Φεύγοντας από το σπίτι τα όργανα παίζουν και οι καλεσμένοι τραγουδούν τις εξής πατινάδες που έχουν πειραχτικό περιεχόμενο για τους συμπέθερους της νύφης: Σας πήραμε την πέρδικα την μοσχαναθρεμένη κι αφήσαμε τη γειτονιά σαν χώρα κουρσεμένη.
Σαν εκκλησιά αλειτούργητη, σαν νερατζιά κομμένη, σαν λεμονιά απότιστη που είναι μαραμένη. Σας πήραμε την πέρδικα όπου σας τραγουδούσε, που κάθε αυγή κελάιδαγε και σας γλυκοξυπνούσε.
Σας πήραμε την πέρδικα μέσ' άπ' την αγκαλιά σας και άδειασε το σπίτι σας και όλη η γειτονιά σας.
Με το ξεκίνημα λοιπόν αυτό οι οργανοπαίχτες αρχίζουν τη νυφιάτικη πατινάδα χιτζαϊρι.
Μέχρι σήμερα επικρατεί το έθιμο νέοι και νέες αρραβωνιασμένοι να χορεύουν έξω από την εκκλησία ώσπου να τελειώσει το Μυστήριο του γάμου.
Κατά την τέλεση του Μυστηρίου επικρατεί η συνήθεια να τρέχουν οι γυναίκες να αρπάζουν τα φυτίλια που κόβει ο παπάς από τις λαμπάδες των νεονύμφων, από ενδιαφέρον μήπως και πέσουν σε χέρια εχθρικά, γιατί με αυτά μπορούν να δέσουν τον γαμπρό, όπως πιστεύουν, και δεν μπορεί να εκτελέσει τα συζυγικά του καθήκοντα. Πολλές φορές ο γαμπρός αχρηστεύεται και δεν είναι λίγοι εκείνοι που κατέληξαν σε χωρισμό. Αν το δέσιμο γίνει από φίλους τότε κρατάει μόνο δυο-τρεις μέρες.
Όταν τελειώσει το Μυστήριο γαμπρός και νύφη βγαίνουν από την εκκλησία συνοδευμένοι απο τους κουμπάρους κρατώντας ακόμα τις λαμπάδες αναμμένες καθώς και τα στέφανα στο κεφάλι μέχρι να φτάσουν στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί οι νεόνυμφοι σβήνουν τις λαμπάδες όχι φυσώντας τις αλλά με μια απότομη κίνηση ο ένας πάνω στον άλλον. Μόλις βγουν από την εκκλησία και τους δουν οι οργανοπαίχτες αρχίζουν μια νέα πατινάδα που λέγεται στα Μέγαρα «πατρινιά».
Όλη η πομπή ξεκινάει για το σπίτι του γαμπρού.
Εάν καθοδόν συναντήσουν σταυροδρόμι σταματούν επί τόπου όπου νέοι και νέες χορεύουν μπροστά στα νιογάμπρια το καγκέλι «πάνω σε όρη σε βουνό». Τελειώνοντας ο χορός αυτός η πομπή συνεχίζει το δρόμο με τη συνοδεία νέας πατινάδας.
Αν μέχρι να φτάσουν στο σπίτι του γαμπρού συναντήσουν περισσότερα από τρία σταυροδρόμια τότε θα σταματήσουν να χορέψουν σε τρία απ' αυτά συμπληρώνοντας έτσι την Αγία Τριάδα. Φτάνοντας στο σπίτι ο πατέρας του γαμπρού, που τρέχει πρώτος, υποδέχεται τη νύφη με τον ίδιο τρόπο που υποδεχτήκανε το γιό του στο σπίτι της νύφης. Τα παλιότερα χρόνια τα νιογάμπρια τα υποδεχόταν η μάνα του γαμπρού. Μόλις δηλαδή η πομπή έφτανε στην αυλόπορτα τραγουδούσε προς την πεθερά τους εξής στίχους:
Έβγα μανούλα του γαμπρού και πεθερά της νύφης, καμάρωσ' τον υγιόκα σου με την ωραία νύφη.
Φωνάξατε την πεθερά τη νύφη για να πάρει την πέρδικα και τον αητό που έγιναν ζευγάρι.
Και η πεθερά απαντούσε:
Ώρα καλή σου νύφη μου νιά και χαριτωμένη φεγγαροπροσωπάτη μου κι αγγελοκαμωμένη.
Ώρα καλή σου νύφη μου, ώρα καλή σου, γειά σου μόσχους και ροδοστάλαχτα στα καμαρόφρυδά σου.
Κατά την υποδοχή λοιπόν της νύφης θα της δώσουν το ρόδι όπως έδωσαν και στο γαμπρό, κι εκείνη θα το πετάξει να σπάσει μέσα στο νυφικό δωμάτιο κι όχι έξω όπως έκανε ο γαμπρός, συμβολίζοντας έτσι την ευτυχία που έφερε μαζί της στο σπιτικό τους. Η υποδοχή του συμπεθεριού περιορίζεται σ' ένα απλό κέρασμα. Ακολουθεί η εκφόρτωση των προικιών με τη συνοδεία των οργάνων που παίζουν κι εδώ τη μελωδία «τα προιτσία». Απ' αυτή τη στιγμή ρυθμιστής του γλεντιού είναι ο κουμπάρος. Τα παλιότερα χρόνια όμως υπήρχε ειδικός ρυθμιστής ο λεγόμενος μπαϊρακτάρης που τον όριζε ο γαμπρός βάζοντάς του μια μεγάλη πετσέτα στους ώμους σταυρωτά σαν εξάρτηση για την επισημότητα της θέσης του. Ο πρώτος που θα χορέψει τα νιογάμπρια είναι ο κουμπάρος κι ύστερα η κουμπάρα και νέες κοπέλες. Το γλέντι αρχίζει με το τραγούδι «ένα Σαββάτο βράδυ» που η μελωδία του δεν παίζεται πουθενά αλλού παρά μόνο σε γάμο:
Ένα Σαββάτο βράδυ μιά Κυριακή πρωί βγήκα να συργιανήσω μέσ' στην οβριανή
Βρίσκω μια Εβραιοπούλα και λουζότανε με φυλτισένιο χτένι εχτενιζότανε.
Της λέω, Εβραιοπούλα γίνεσαι χριστιανή να λούζεσαι Σαββάτο ν' άλλάζεις Κυριακή και να μεταλαβαίνεις
Χριστού και την Λαμπρή;
Επωδοί
Άντε λούσου και χτενίσου κι έλα αντάμα μου κοιμήσου.
Τα ματάκια σου κυρά μου έχουν κάψει την καρδιά μου. Άσε κείνα τα ινάτια κι έλα φίλα με στα μάτια,
Το γλέντι συνεχίζεται με διάφορα τραγούδια, που αναφέρω παρακάτω, και χορούς που ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι μπάλλοι και οι αράπικοι συρτοί, όπως λέγονται.
Αφού τελειώσει ο νυφιάτικος χορός οι συμπεθέροι της νύφης ετοιμάζονται να φύγουν για το σπίτι τους όπου θα συνεχίσουν το γλέντι. Πρίν φύγουν επικρατεί η συνήθεια να φιλοδωρούν τη νύφη με χρήματα.
Την ίδια στιγμή τα όργανα, οι κομπανίες, νύφης και γαμπρού μοιράζουν τα κέρδη τους σε ϊσα μέρη που καμιά φορά το συνολικό ποσό δε χωρίζεται ακριβώς, οπότε αρχίζει ο τσακωμός για το ποιός θα πάρει τη διαφορά. Είπα πιο πάνω κομπανίες και παρέλειψα να γράψω απ' την αρχή ότι τόσο ο γαμπρός όσο και η νύφη έπρεπε απαραίτητα να είχαν τους δικούς τους οργανοπαίχτες που αποτελούσαν ξεχωριστές κομπανίες ή συγκροτήματα μουσικά και που έπαιζαν εναλλάξ στο γλέντι. Τα παλιότερα χρόνια τις κομπανίες τις αποτελούσαν μόνο βιολιά και λαούτα. Από το 1924 και εδώ ήρθαν τα σαντούρια με τον ερχομό των προσφύγων της Μ. Άσίας κι ακόμα πιο αργότερα προστέθηκαν τα κλαρίνα, τα ακορντεόν και οι κιθάρες.
Γίνεται λοιπόν ο αποχωρισμός με το εξής τραγούδι που παίζουν οι βιολιτζήδες του συμπεθεριού της νύφης.
Σ' αφήνω την καληνυχτιά, πέσε γλυκοκοιμήσου και στ' όνειρό σου να με ιδείς σκλάβο και δουλευτή του.
Επωδός
Πώς να σου πω το έχε γειά που κλαίει η δόλια μου καρδιά. Σ' άφήνω την καληνυχτιά μηλιά μου με τους κλώνους κι εγώ πάω να κοιμηθώ με βάσανα και πόνους.
Επωδός
Σένα τα λέω με καημό με λαύρα κι αναστεναγμό.
Την έξοδο του συμπεθεριού της νύφης την συνοδεύουν λίγα μέτρα οι συγγενείς του γαμπρού με τα μουσικά όργανα. Τώρα πια στο σπίτι του γαμπρού αρχίζει η ετοιμασία του επίσημου τραπεζιού, που την έναρξή του την κάνουν νέοι και νέες, με τους γονείς τους στη ζωή, κόβοντας τα κατσουλέρια, για τα οποία μιλήσαμε πιο πάνω.
Απαραίτητα τα κατσουλέρια τα κόβουν με τα χέρια κι όχι με μαχαίρι, κάνοντας την ευχή «να μας ζήσουν» και παίρνοντας την απάντηση «και στα δικά σας». Από δω και μετά επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν μαχαίρι για τα κατσουλέρια. Οι ευχές προς τους νεόνυμφους, τους κουμπάρους και τους λοιπούς καλεσμένους δίνουν και παίρνουν. Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν και στο σπίτι της νύφης όπου συνεχίζεται το γλέντι. Μετά το γεύμα τα όργανα θ' αρχίσουν με παινέματα του γαμπρού, της νύφης, των κουμπάρων και των συμπεθέρων.
Ύστερα από τα παινέματα αρχίζουν τα επιτραπέζια τραγούδια, όπως λέγονται, και κατόπιν τα χορευτικά. Πρώτος αρχίζει το χορό ο κουμπάρος και ακολουθούν η κουμπάρα, οι γονείς και τ' αδέλφια του γαμπρού και στη συνέχεια οι υπόλοιποι συγγενείς και φίλοι του γαμπρού. Ο πρώτος χορός γίνεται με το τραγούδι «ένα Σαββάτο βράδυ» όπως έγινε και με την έναρξη του νυφιάτικου χορού. Και εδώ παίζονται διάφορες μελωδίες, ξεχωρίζουν όμως οι καρσιλαμάδες που χορεύονται συνήθως από γυναίκες και ο χορός χατζηχρήστος που χορεύεται κυρίως απο τους γεροντότερους γιατί είναι ασίκικος χορός σε δύο διαφορετικούς ρυθμούς, συρτό καί τσάμικο. "Οταν έρθει ή σειρά του πατέρα να χορέψει, οι οργανοπαίχτες παίζουν το τραγούδι:
Πουλάκι είχα στο κλουβί και τόχα 'μερωμένο το τάϊζα με ζάχαρη το πότιζα με μόσχο.
κι άπ' την πολλή τη ζάχαρη κι' απ' τον πολύ τον μόσχο εσκανδαλίσθη το πουλί και μού 'φυγε μια μέρα.
Παίρνω τα όρη σκούζοντας και τα βουνά ρωτώντας μην ειδαν το πουλάκι μου μην ειδαν το πουλί μου.
Στο γλέντι αυτό ξεχωρίζουν και οι πηδηχτοί χοροί όπως ειναι το «μπόδα τα περιστέρια» και ο «Λουλουβίκος».
Ο «βαθύς τσάμικος» σε δύο διαφορετικούς ρυθμούς, ο πρώτος σε 4/4 αργός χορός και ο δεύτερος σε 3/4 τσάμικος, γεμάτος λεβεντιά που λόγω της ιδιορρυθμίας του χορευόταν από πολύ λίγους χορευτές.
Τέλος διακρίνονται οι χοροί «σούστα πολίτικη» που μάλλον κατάγεται από τη M. Ασία και ηρθε στα Μέγαρα από τους παλιούς θαλασσινούς Μεγαρίτες που ταξίδευαν πολύ τακτικά στην Πόλη, καθώς κι ένας μπάλλος που παίζεται σε τόνο λά-ματζόρε και κλίμακα χιντζάζ.
Το γλέντι τελειώνει με το χορό «Μανωλέϊκο». Είναι αντρικός χορός όπου οι χορευτές αγκαλιασμένοι γονατίζουν ενώ οι βιολιτζήδες σιγά-σιγά επιταχύνουν το ρυθμό για να κουραστούν οι χορευτές κι εκείνοι να απαλλαγούν από το πολύωρο παίξιμο που έχουν κάνει. Γι' αυτό και ο χορός λέγεται «τελευταίος » (Λούρτιμο).
Τελειώνοντας λοιπόν το γλέντι γινόταν το στρώσιμο του νυφικού κρεβατιού από νέους και νέες που απαραίτητα έπρεπε να έχουν στη ζωή και τους δυο γονείς τους. Μόλις τελείωνε το στρώσιμο που συνοδευόταν από τη μελωδία των βιολιτζήδων «τα προιτσία», επτά-οκτώ νέοι ξάπλωναν πάνω στο κρεβάτι και δεν κατέβαιναν αν δεν τους έταζαν τα νιογάμπρια ένα τραπέζι ή ένα αρνί να το φάνε σε τρεις-τέσσερεις μέρες. Πολλές φορές όμως έμεναν ικανοποιημένοι από λίγα χρήματα που πετούσε πότε ο γαμπρός πότε η νύφη στο κρεβάτι. Κατά την ώρα του στρωσίματος λέγονταν και διάφορα πειραχτικά αστεία τόσο για τη νύφη όσο και για το γαμπρό που πολλές φορές ευχαριστημένος έδινε και κανένα φιλοδώρημα στους βιολιτζήδες. Εδώ βασικά τελειώνει η χαρά του γάμου.
Πηγή κειμένου: "ΤΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΡΩΝ" Ιακώβ. Αναστ. Ηλία, εκδ. ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ 1982