Θα ήθελα να αρχίσω με λίγα λόγια για την πατρίδα μου, τα Μέγαρα, που τα έχω ακούσει από παλιούς κατοίκους και ιδιαίτερα από τον πατέρα μου Αναστάσιο Γεωργίου Ηλία που ήταν κι αυτός οργανοπαίχτης. Βέβαια δεν γράφω ιστορία γιατί υπάρχουν άλλοι αρμοδιότεροι και δυνατότεροι από μένα που θα μπορούσαν να γράψουν πολύ ακριβέστερα πράγματα. Δικός μου πόθος ειναι να συγκεντρώσω τις παραδόσεις της πατρίδας μου. Και λυπάμαι ειλικρινά που άργησα να το κάνω. Τώρα θυμάμαι και τον συμπατριώτη μου καθηγητή της Θεολογίας Μελέτιο Αντωνίου Μπεναρδή που με υπεραγαπούσε και μου έλεγε «ο Ιάκωβος, ο καλός βιολιστής των Μεγάρων, αλλά συνάμα και ο κακός Μεγαρίτης». Μου το έλεγε δε αυτό γιατί δεν προσπαθούσα να συγκεντρώσω τα τραγούδια του τόπου μου. Είναι γνωστό πως τα Μέγαρα πήραν το όνομά τους από τον Βύζαντα τον Μεγαρέα που εξορίστηκε από τον αδελφό του και ίδρυσε το Βυζάντιο (τρίλοφο) όπως είναι και τα Μέγαρα. Γι' αύτό στα Μέγαρα υπάρχει και η παροιμία: Ντά τα Μέγαρα ντά'ναι ή Πόλις.
Έχω ακούσει ακόμα πως το όνομά τους το πήραν τα Μέγαρα από το γεγονός ότι κανένας Μεγαρίτης που ταξίδευε στη θάλασσα, δεν είχε το δικαίωμα να μπει στήν πόλη αν δεν είχε κερδίσει τόσα χρήματα που να έχτιζε το μέγαρό του. Τους παλιούς λοιπόν Μεγαρείς φαίνεται πως μιμήθηκε και ο Αναστάσιος Κυριακούλης που έζησε πολλά χρόνια στήν Αμερική και γυρίζοντας έχτισε ένα πραγματικό μέγαρο κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό των Μεγάρων. Ο ίδιος μάλιστα πρωτοστάτησε και στην ίδρυση του Πανμεγαρικού Συλλόγου του Σικάγου «ο Βύζας» που με τη συνδρομή του χτίστηκε και το Γυμνάσιο των Μεγάρων «ο Βύζας».
Οι παλιοί λοιπόν Μεγαρίτες ήταν θαλασσινοί στο επάγγελμα και ταξίδευαν συχνά στην Πόλη και στη Σμύρνη. Γυρίζοντας με τα καΐκια τους έφερναν από κεί βιολάτορες και τραγουδιστάδες για να γλεντήσουν μαζί τους και τους κρατούσαν για πολύ καιρό στα Μέγαρα.
Έτσι φαίνεται πως οι Μεγαρίτες κληρονόμησαν πολλά μικρασιάτικα τραγούδια και χορούς. Αυτό το επιβεβαιώνει και η παροιμία που ανέφερα πιό πάνω.
Σ' αυτό ασφαλώς συνέβαλε και ο χαρακτήρας των Μεγαριτών που από τη φύση τους είναι εύθυμοι και καλοί γλετζέδες και ποτέ τους δεν κουράζονται στα γλέντια.
Γι' αυτό ακόμα παρεξηγούνται εύκολα αν διακόψεις με οποιοδήποτε τρόπο τη διασκέδασή τους. Όμως και αυτά τα πείσματα τα ξεχνούν τελείως στα πανηγύρια τους. Σ' αυτά κάθε συντροφιά έχει και τα όργανά της. Πολλές φορές μια παρέα που δέν είχε όργανα πήγαινε κι έλεγε στους βιολιτζήδες της γειτονικής συντροφιάς: παιδιά άμα τελειώσετε από την παρέα αυτή ελάτε και σε μας και τους έδειχναν το μέρος όπου είχαν κατασκηνώσει. Αυτό όμως δεν το παρεξηγούσε καθόλου η παρέα που διέθετε τα όργανα, αντίθετα επισπεύδανε το γλέντι τους για να βρούν καιρό να διασκεδάσουν κι άλλοι συμπατριώτες τους με τα βιολιά. Οι οργανοπαίχτες πάλι είχαν αδελφική φιλία - μέχρι και οικογενειακούς δεσμούς είχαν. Υπήρχε μεταξύ τους κατανόηση, τιμιότητα και σεβασμός, πράγμα που δεν βρίσκεις σήμερα έστω κι αν τα συγκροτήματα αποτελούνται από αδέλφια. Και ήταν πάρα πολλοί οι μουσικοί τα παλιά χρόνια γιατί ένα βιολί κι ένα λαούτο αποτελούσαν το μουσικό συγκρότημα της παρέας. Δηλαδή αυτά τα δύο όργανα αποτελούσαν μια ζυγή κομπανία ή ζυγιά όπως ονομαζόταν στα Μέγαρα.
Τέτοιες λοιπόν ζυγιές υπήρχαν πολλές και αξίζει να αναφέρω μερικές γιατί έπαιξα για πολλά χρόνια μαζί τους. Ήταν λοιπόν ο θείος μου Ιωάννης Ηλίας βιολί με σύντροφό του τον λαουτιέρη Αθανάσιο Ζήση ή Τσέτα. Ήταν αδελφός του πατέρα μου ο Ιωάννης Ηλίας κι ένα από τα καλύτερα βιολιά της εποχής του που μου είχε μάθει και πολλά τραγούδια του τόπου μου.
Άλλη ζυγιά ήταν ο Αλέξανδρος Ηλίας του Μελετίου βιολί με τον Ευκλείδη Ήλία του Παναγή. Ήταν πρώτα ξαδέλφια του πατέρα μου. Τον Αλέξανδρο τον έλεγαν και Σκούρο γιατί ήταν λίγο μαυρειδερός. Έπαιξαν μαζί για πολλά χρόνια όπου μετά ήλθε ένας αδελφός του Αλέξανδρου από την Αμερική, ο Παναγιώτης, λαουτιέρης και από αδελφική αλληλεγγύη ο Αλέξανδρος άφησε τον Ευκλείδη κι έπαιζε με τον Παναγιώτη.
Ύστερα ήταν ο Αργύρης Παπαφράγκος βιολί που τον έλεγαν «πονήρη» γιατί ηταν λίγο πονηρός που έκανε και τον ξύπνιο.
Έπαιζε με τον λαουτιέρη Παναγιώτη Παπαθανασίου ή Αρούρα. Υπήρχε κι ένα κλαρίνο, ο Γεώργιος Σάλτας που έπαιζε με τον λαουτιέρη Δημήτριο Ρήγα. Ο Σπύρος Χατζόπουλος βιολάτορας έπαιζε με τον λαουτιέρη Παναγή Φραγκούλη.
Ένας άλλος βιολιτζής ήταν ο Ηλίας Παπασιδέρης ή Μέρτζος. Αυτός έπαιζε τα παλιά χρόνια με τον πατέρα μου, αλλά μετά έμαθε λαούτο το γιό του Αθανάσιο κι έφερε κι ένα σαντούρι από τήν Αθήνα τον Νικόλαο Χάλαρη.
Από την Αμερική είχε έλθει κι ο βιολίστας Ευάγγελος Τσουνούπης του Αχιλλέα κι έπαιζε μ' ένα σαντούρι τον Μανώλη Σαμούρη.
Ακόμα ο Κώστας Δουμπρογιάννης κλαρίνο έπαιζε με τον πατέρα μου Αναστάσιο βιολί και τον αδελφό μου Ιερόθεο λαούτο.
Ο Αντώνης Ηλίας του Ιωάννη, βιολί έπαιζε με τον αδελφό του Βασίλειο Ηλία.
Αυτούς τους παλιούς οργανοπαίχτες ακολούθησαν και οι νεώτεροι: Ευάγγελος Έμμ. Σαμούρης σαντούρι, Χρήστος Ηλίας Παπασιδέρης σαντουριέρης, και ο Σωτήριος Πάνου ούτι. Ο ΦανούριοςΠαπαφράγκος ούτι και ο αδελφός του, Αναστάσιος ούτι. Ο Χαράλαμπος Ιωάν. Ηλίας λαούτο. Ο Δημήτριος Καλλιπέτσης λαούτο με τον αδελφό του Αθανάσιο σαντούρι, και ο Σωτήριος Γεώργ. Σαμούρης βιολί και ο Φραγκίσκος Γεωργίου Σάλτας.
Αυτές λοιπόν οι ζυγές πήγαιναν τις επίσημες γιορτές στην Πλατεία και παίρνανε θέση κατά σειρά η μια ζυγή δίπλα στην άλλη. Εκεί μαζεύονταν νέοι και νέες με τ' αδέλφια τους καθώς και αρραβωνιασμένοι για να χορέψουν τις αρραβωνιαστικές τους, τις αδελφές τους, τις κουνιάδες τους. Τους καμάρωναν οι δικοί τους κι έδιναν και λεφτά στα όργανα. Έπαιζαν και χόρευαν μέχρι που έπαιρνε η νύχτα. Μετά όλος αυτός ο κόσμος πήγαινε στη Βασιλική Στράτα όπου οι κοπέλες έστηναν πάλι το χορό κι οι νέοι τις καμάρωναν κι άλλοι έκαναν καί γλυκά μάτια. Πολλές φορές από κεί ξεκινούσαν ερωτικά ειδύλλια που άλλα καταλήγανε σε προξενιά κι άλλα σε απαγωγές.
Άλλα πάλι κορίτσια έστηναν χορό στη γειτονιά τους που ήταν στο πίσω μέρος της πόλεως τα Πλακάκια, όπως λέγονται, γι' αυτό λέει κι ο στίχος: Πού πας Ελένη και Μαριώ στον πλακατσιώτικο χορό.
Τώρα που ξανάφερα στη μνήμη μου τα παλιά γλέντια θυμήθηκα και το γέρο-Ματάκια. Ένα καλόκαρδο και πάντα κεφάτο γεροντάκο 95 χρόνων τον καιρό που παιδί ακόμα εγώ μάθαινα το βιολί. Τον έπαιρναν διάφοροι μερακλήδες Μεγαρίτες και τον γύριζαν με τις σούστες από σπίτι σε σπίτι κι από γλέντι σε γλέντι και τον έβαζαν να τους τραγουδήσει. Κι αυτός γλεντούσε μαζί τους και τους τραγούδαγε παλιά μεγαρίτικα τραγούδια με την ωραία και ψιλή φωνή του. Τον έλεγαν «Ματάκια» γιατί είχε δυό μάτια μικρά αεικίνητα και σπινθηροβόλα που κοιτούσαν ασταμάτητα -τριγύρω του. Ήταν περιζήτητος γιά την καλή παρέα του. Αυτός λοιπόν, όπως έχω ακούσει, είχε μια κόρη που την ξελόγιασε κάποιος υπάλληλος και την απήγαγε. Τότε ο γέρο Ματάκιας έξω φρενών πήρε την καραμπίνα του, μπήκε σε μια βάρκα και κίνησε να βρεί τον απαγωγέα της κόρης του τραγουδώντας τους παρακάτω στίχους:
βρε κερατά Παπίρη να σε αγνάντευα και με την καραμπίνα να σε σημάδευα.
Παπίρη μην απλώνεις στον καπλαμούλι μου και μου τόνε χαλάσεις τον ομορφούλη μου.
Δυστυχώς όλα αυτά τα ωραία έθιμα που έζησα κι εγώ από κοντά παίζοντας με το βιολί μου κοντεύουν να χαθούν. Ήταν κι ο πόλεμος του '40 μια από τις αιτίες που λησμονιούνται σιγά σιγά όλες αυτές οι ωραίες ομαδικές λαϊκές εκδηλώσεις των Μεγάρων.
Οι Μεγαρίτες όμως δεν είναι μόνο γλετζέδες κι ευλαβείς. Είναι και πολύ έξυπνοι χωρίς υπερβολή. Έχουν εξυπνάδα έμφυτη απο καταγωγή και παράδοση. Ο Βύζας, για παράδειγμα, όταν εξορίστηκε από τον αδελφό του ρωτήθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, τί θα ήθελε να του χαρίσουν και σε ποιό μέρος να περάσει την εξορία του. Εκείνος είπε τότε: αδελφέ μου να μου δώσεις ένα κομμάτι γής, όσο πιάνει ένα βουβαλοπέτσι. Τον βάλανε λοιπόν σ' ένα πλοίο, του δώσανε κι ένα βουβαλοπέτσι για να μετρήσει τη γη που ήθελε κι αυτός τους είπε να τραβήξουν για τον Ελλήσποντο. Μόλις λοιπόν φθάσανε στην πόλη που ξέρουμε πιάνει ο Βύζας το βουβαλοπέτσι και το κόβει ψιλό-ψιλό σαν κλωστή και το κάνει χιλιάδες μέτρα μάκρος, το κάνει μετά ένα κύκλο πάνω στη γη και τους λέει: αυτό το κομμάτι γής θέλω. Οι συνοδοί του δεν μπορούσαν να κάνουνε αλλιώς και του έδωσαν χιλιάδες στρέμματα κι εκεί έχτισε το πολυθρύλητο Βυζάντιο.
Σκέφτομαι λοιπόν πώς μπορεί οι Μεγαρίτες με τέτοιους προγόνους και τέτοια κληρονομιά να την πάθουνε από τον Παναγή. Ε! λοιπόν αυτό είναι ψέμα γιατί ο Παναγής ούτε απο τα Μέγαρα ήτανε ούτε ξένος ήτανε κι ούτε ήρθε ποτέ στά Μέγαρα ν' άρραβωνιάσει εφτά νυφάδες. Γιατί στα Μέγαρα για να γίνει ένα συνοικέσιο πάνε κι έρχονται οι προξενητάδες ένα χρόνο και ρωτάνε από ποιό σόϊ είναι η νύφη ή ο γαμπρός, ποιά ειχαν γιαγιά, ποιά θεία, ποιά προγιαγιά κι αν τύχει και ανακαλύψουν κάποιο θέμα τιμής ή υγείας χαλάνε αμέσως τα προξενιά.
Έπειτα όταν γίνεται αρραβώνας, δυό μερόνυχτα γλεντάνε με βιολιά και κλαρίνα και το μαθαίνουν όλα τα Μέγαρα. Ο Παναγής λοιπόν ήταν δημιούργημα του σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκου για να μας πειράξει. Γιατί ειναι κοντοχωριανός ο Λάσκος, από την Έλευσίνα. Και τα Μέγαρα με την Ελευσίνα, με τη Μάνδρα και τη Σαλαμίνα, την Κούλουρη, έχουν δημιουργήσει πολλά αστεία και πειράγματα αναμεταξύ τους.
Για παράδειγμα οι Κουλουριώτες λένε εμάς τους Μεγαρίτες τζουτζούληδες που θα πει άνθρωποι κοντοί. Ο πιό κοντός όμως Μεγαρίτης είναι σχεδόν δύο μέτρα. Εμείς πάλι λέμε τους Κουλουριώτες μπιστόλες γιατί κάποτε θέλοντας τάχα να ρίξουν μπιστολιά έδεσαν την μπιστόλα στο δέντρο, έδεσαν τη σκανδάλη με σπάγγο και την τράβηξαν από πέντε μέτρα μακριά.
Και αυτό όμως είναι ψέμα γιατί κι οι Κουλουριώτες ειναι γενναίοι και τό χουν αποδείξει σε πολλούς πολέμους.
Οι Ελευσίνιοι πάλι λένε πως βάλαμε το πατερό στο νερό για να μακρύνει κάνα δυό δάχτυλα γιατί ήτανε κοντό κι εμείς τους λέμε: έκανε τσέ η Λεψίνα στάρι. Το λέμε αυτό γιατί τα παλιά χρόνια οι κάτοικοι της Ελευσίνας καλλιεργούσαν άλλοι περιβόλια κι άλλοι καρποφόρα δέντρα, όχι όμως σιτηρά. Κάποιος λοιπόν έσπειρε κάποτε ένα μικρό χωράφι κι έστησε μια μικρή θυμωνιά γι' αλώνισμα κι όταν την είδαν οι Μεγαρίτες παραξενεύτηκαν κι είπαν: έκανε κι η Λεψίνα στάρι.
Ακόμα οι Μεγαρίτες λέμε τους Μανδρανέους ρετσινόκολους γιατί στην Μάνδρα ήτανε πολλά πεύκα και οι Μανδρανέοι ήτανε όλοι τους ρετσινοσυλλέκτες. Γι' αυτό το σκοπό μάλιστα φτάνανε και μέχρι τη Σκύρο, τη Χαλκιδική, τη Μυτιλήνη και την Πελοπόννησο. Εκείνοι πάλι μάς λένε: βράκανε τα κουτσία; Κι εμείς τους απαντάμε: βράκανε τσε γινήκαν σά σκατία.
Σ' αύτά λοιπόν τ' αστεία βασίστηκε και ο Λάσκος και μας κόλλησε τον Παναγή. Και το αστείο αυτό πήρε φωτιά γιατί οι Μεγαρίτες το πήραν πολύ στα σοβαρά κι έγιναν και πολλά επεισόδια.
Ένας έμπορος από τον Πύργο της Ηλείας, ο Γεώργιος Τσεκούρας, λιγόλογος και σοβαρός είπε μιά μέρα στο καφενείο των Μουσικών σχετικά με το θέμα του Παναγή: Μόνο στα Μέγαρα δεν μπόρεσα να πουλήσω το εμπόρευμά μου, γιατί κατάλαβα πώς οι Μεγαρίτες ειναι ικανοί να σου πουλήσουν αυγό χωρίς κρόκο, τον έχουν κρατήσει για τον εαυτό τους.
Πηγή κειμένου: "ΤΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΡΩΝ" Ιακώβ. Αναστ. Ηλία, εκδ. ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ 1982