H Ελέα, έδρα μίας από τις πιο σημαντικές φιλοσοφικές σχολές της αρχαιότητας, αυτής των περίφημων στοχαστών Παρμενίδη και Ζήνωνα, ονομάστηκε έτσι από μια ιερή πηγή, την Υέλη, η οποία είναι ορατή στις νότιες πλαγιές της ακρόπολης και απεικονίζεται στα νομίσματα που θρυλείται ότι κόπηκαν εκεί. Η μεγάλη περιπλάνηση των προσφύγων από τη Φώκαια προς την ακτή της Μικράς Ασίας -που άρχισε στο 545 π.Χ. υπό την απειλή της εκστρατείας των Περσών και συνεχίστηκε ύστερα από την ήττα που υπέστησαν στη ναυμαχία της Αλαλίας (540 π.Χ) από τους Ετρούσκους και τους Καρχηδονίους- ολοκληρώθηκε πριν από το 535 π.Χ. στην καρδιά του Τσιλέντο. Εκεί ιδρύθηκε η νέα αποικία, σε μια περιοχή όπου προϋπήρχαν κοινότητες αυτοχθόνων, οι οποίοι ήταν από καιρό εξοικειωμένοι με τους ελληνικούς λαούς χάρη στις εμπορικές τους συναλλαγές. O σημαντικός ρόλος που κατέκτησε αμέσως η πόλη στις ανταλλαγές ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τυρρηνία και η ευμάρεια που απέκτησε μαρτυρούνται από τη μνημειώδη ακρόπολη, όπου διακρίνεται καθαρά η εντυπωσιακή κρηπίδα του ναού μιας θεότητας η οποία δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί (σε διάφορα σημεία αναγνωρίστηκαν άλλοι τόποι λατρείας της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου), αλλά και από τις άνετες πέτρινες κατοικίες της ακμαίας τοπικής τάξης των βιοτεχνών και των εμπόρων.
Τον 5ο αι. π.Χ. η Ελέα εντάχθηκε στην εμπορική και πολιτική τροχιά της Αθήνας. Σε αυτή την περίοδο ανάγονται η περαιτέρω πολεοδομική ανάπτυξη και η δημιουργία των μεγαλοπρεπών τειχών με τους πύργους, τα οποία διευρύνθηκαν και ενισχύθηκαν ανάμεσα στον 4ο και στον 3ο αι. π.Χ. Ακόμη και σήμερα είναι δυνατόν να διανύσει κάποιος την πολύ μεγάλη περίμετρό τους από βορρά προς νότο και, με κατεύθυνση την ανατολή, έως το στρατηγικό φρούριο του Καστελούτσιο, που αποτελεί ένα είδος εσωτερικού κάστρου ενάντια στους τυχόν εισβολείς από το εσωτερικό.
H Ελέα, η μοναδική εξελληνισμένη πόλη της Καμπανίας που άντεξε την εξάπλωση των Σαμνιτών και των Λευκανών προς την ακτή, κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο παρέμεινε ένα ακμάζον κέντρο φιλοσοφίας, ενώ ανέδειξε επίσης μια διακεκριμένη ιατρική σχολή. Το άρτιο οδικό δίκτυο, τα πολλά σπίτια με περιστύλιο —χαρακτηριστικά της ελληνιστικής περιόδου— και κάποια δημόσια μεγαλοπρεπή συγκροτήματα, με ένα γυμνάσιο αξιοσημείωτων διαστάσεων φανερώνουν ότι η πόλη παρακολουθούσε από κοντά τις πολεοδομικές, αρχιτεκτονικές και καλλιτεχνικές καινοτομίες της εποχής αυτής. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σειρά των λατρευτικών συγκροτημάτων που ήταν τοποθετημένα στις θεαματικές αναβαθμίδες, οι οποίες ακολουθούν την ανάπτυξη των τειχών της πόλης προς την ανατολή. Το εντυπωσιακότερο αρχιτεκτονικό στοιχείο είναι αναμφίβολα ο βωμός του Δία ο οποίος χρονολογείται στον 3ο-2ο αι. π.Χ.
Το 272 π.Χ. συνομολογήθηκε συμμαχία με τη Ρώμη, η οποία διατηρήθηκε και στον πόλεμο εναντίον των Καρχηδονίων του Αννίβα.
Με τη μετατροπή της σε ρωμαϊκό municipium (αυτοδιοικούμενη πολιτεία) και τη μετονομασία της σε Βέλια, η πόλη αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο, όπως αποδεικνύουν τα ερείπια των δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων που είχαν ανεγερθεί, με το σύνηθες μεγαλείο, από τον 1ο έως τον 2ο αι. μ.Χ.
H καλή γεωγραφική θέση και τα άφθονα αποθέματα νερού διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο για την επιλογή της τοποθεσίας από τους αποίκους. Το εκτεταμένο ακρωτήριο, το οποίο πριν από 26 αιώνες εκτεινόταν έως τη θάλασσα, απέχει σήμερα 600 μ. από την ακτή, λόγω των προσχώσεων που δημιούργησαν οι ποταμοί Αλέντο και Παλίστρο στον βορρά και ο χείμαρρος Σάντα Μπάρμπαρα στον νότο. Αρχικά, επομένως, η πόλη διέθετε δύο λιμάνια: το βόρειο ήταν αρκετά μεγάλο, φιλόξενο, καλά προστατευμένο, όπως δείχνει η πορεία του συγχρονου δρόμου που εκτείνεται κατά μήκος της αρχαίας ακτογραμμής, και φαινόταν καλά από την ακρόπολη. Από την πλευρά της εισόδου στην ανασκαμμένη περιοχή δεσπόζει το εκτεταμένο νότιο οικοδομικό τετράγωνο, με το αρμονικό οδικό δίκτυο στο οποίο ξεχωρίζει, λόγω του μεγέθους του, ένα οικοδόμημα που ίσως είναι δυνατόν να συνδεθεί με την ιατρική σχολή της Ελέας — σύμφωνα με κάποιους πρόκειται για Ασκληπιείο. Ένας μακρύς πλακόστρωτος δρόμος άψογα διατηρημένος έως σήμερα, ανεβαίνει στην απότομη πλαγιά της ακρόπολης. Από το υψίπεδο που βρίσκεται στην κορυφή, όπου κυριαρχεί
το κυκλικό ακροπυργιο του της ύστερης νορμανδικής περιόδου (13ος αι.), γύρω από το οποίο δημιουργήθηκε ο οικισμός του Καστελαμάρε ντελ Βρούκα που εγκαταλείφθηκε το 18ο αι., αρχίζει o δρόμος προς την ενδοχώρα. Η οδογέφυρα της φημισμένης Ερυθράς Πύλης συνδέει τον παραπάνω δρόμο ακόμα και σήμερα με τις οχυρώσεις και τις λατρευτικές αναβαθμίδες της ανατολικής περιοχής της πόλης. H Ερυθρά Πύλη, που υψώθηκε στα μέσα του 4ου αι.π.Χ. ή λίγο αργότερα, επέτρεψε τη σύνδεση των βόρειων οικοδομικών τετραγώνων με τα νότια, απ όπου ανέβαινε ο κύριος δρόμος για την ακρόπολη. Πρόκειται για το πρώτο δείγμα εφαρμογής της τεχνικής του ημικυκλικού τόξου και θόλου στην Ιταλία, που εδώ υλοποιήθηκαν αριστοτεχνικά από έναν άγνωστο αρχιτέκτονα, προφανώς εξοικειωμένο με αυτές τις κατασκευαστικές λύσεις, οι οποίες εκείνη την περίοδο ήταν διαδεδομένες στη Μακεδονία. Τελείως παραλληλεπίπεδοι ή καμπύλοι ασβεστολιθικοί όγκοι στον θόλο, συνδεδεμένοι με προσοχή σε κανονικές σειρές, σχηματίζουν μια αψίδα με 6 μ. βάθος, 7,55 μ. ύψος και 2,70μ. πλάτος, με αμφότερες τις προσόψεις κλειστές από μεγαλοπρεπή αντιτειχίσματα και διακοσμημένες με τόξα από τετράγωνη πέτρα με ακτινωτή διάταξη.